Βαλκυρία


Η όπερα Βαλκυρία (γερμ. Die Walküre) αποτελεί το δεύτερο μέρος της ρομαντικής επικής τετραλογίας του Ρίχαρντ Βάγκνερ, Το Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκου (Der Ring des Nibelungen). Αναφέρεται στον κατάλογο ευρετήριο των έργων του Βάγκνερ με τον αριθμό καταχώρησης 86 Β (WWV Wagner-Werke-Verzeichnis 86 Β). Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μόναχο, στις 26 Ιουνίου του 1870 στο Εθνικό Θέατρο του Μονάχου.

Χαρακτήρες

* Βόταν - Ο ανώτερος όλων των θεών
* Φρίκα - Σύζυγος του Βόταν, θεά του γάμου και της εστίας
* Μπρύνχίλντε - Βαλκυρία
* Ζίγκμουντ - Γιος του Βόταν
* Ζιγκλίντε - Αδελφή του Ζίγκμουντ
* Χούντινγκ - Σύζυγος της Ζιγκλίντε

* Βαλκυρίες

o Χέλμβίγκε
o Γκέρχίλντε
o Όρτλίντε
o Βάλτράουτε
o Γκόγκρούνε
o Ρόσβάϊσε
o Γκρίμγκέρντε
o Σβέρτλαϊτε

Πλοκή

Προειδοποίηση για αποκάλυψη πλοκής: Ακολουθούν λεπτομέρειες της υπόθεσης ή του τέλους.

Πράξη 1η

Σκηνή 1η

Κατά τη διάρκεια μιας νυκτερινής καταιγίδας, ένας φυγάς ξένος αναζητά καταφύγιο σε μία απομονωμένη καλύβα στο δάσος. Μπαίνοντας καταρρέει από την κόπωση. Μία νέα γυναίκα, η Ζιγκλίντε, κάτοικος του σπιτιού τον περιθάλπει και τον αναζωογονεί. Απαντώντας την ερώτησή του («που είμαι;») τον πληροφορεί πως το σπίτι και αυτή η ίδια είναι περιουσία του συζύγου της, με το όνομα Χούντινγκ και του προτείνει να κάτσει να τον κρατήσει μέχρι να επιστρέψει ο άντρας της. Ο ξένος πάει να φύγει φοβούμενος μήπως ο άντρας της του κάνει κακό καθώς είναι άοπλος και ελαφρά τραυματισμένος μετά από συμπλοκή με εχθρούς του, από τους οποίους προσωρινά κατάφερε να ξεφύγει. Όταν η Ζιγκλίντε τον καθησυχάζει, αυτός επιμένει λέγοντας πως είναι προτιμότερο να αποχωρήσει προκειμένου να μην φέρει κακοτυχία στο σπίτι, μιας και η μαύρη μοίρα του τον κυνηγάει παντού και όπου πάει. Η Ζιγκλίντε ωστόσο τον πείθει να μείνει, επειδή και αυτή είναι δυστυχισμένη και δεινοπαθεί στο σπίτι που ζει. Ο ξένος δέχεται να παραμείνει και αποκαλύπτει πως το όνομά του είναι Βέβαλτ (γερμ. Wehwalt, «Κατατρεγμένος»).

Σκηνή 2η

Ο Χούντινγκ (γερμ. Hunding, ο «Σκυλιάς») επιστρέφει στο σπίτι του και βρίσκει την γυναίκα του να κάθεται με τον ξένο. Η γυναίκα του τον πληροφορεί για τον ξένο, στον οποίο απλώς προσφέρει φιλοξενία. Ο Χούντινγκ αναγκαστικά δείχνει συγκατάβαση, επειδή όμως ο ξένος πάει να υπερασπισθεί την Ζιγκλίντε, δεν του έχει εμπιστοσύνη και τον πιέζει να του πει το «πόθεν έσχες» του. Ο Βέβαλτ διστάζει, γιαυτό ο Χούντιγκ βάζει την γυναίκα του να τον παροτρύνει. Έτσι ο ξένος δισταχτικά αρχίζει να διηγείται την δραματική ιστορία του. Είναι ο Βέβαλτ (Κατατρεγμένος) ο «Λυκόπουλος», γιος του λύκου Βόλφε (γερμ. Wolf, λύκος) και περιγράφει πως σε νεαρή ηλικία του η μητέρα του δολοφονήθηκε από άγνωστους ενώ η δίδυμη αδελφή του απήχθη μέσα από το σπίτι την ώρα που αυτός μαζί με τον πατέρα του λείπανε στο κυνήγι. Ο Πατέρας του ο λύκος τον ανάθρεψε και του έμαθε πολλά, οι άνθρωποι όμως όλο τους κυνηγούσαν και τους κατατρέχανε. Μέσα σε μια καταδίωξη, πάνε χρόνια από τότε, έχασε τελικά τα ίχνη του πατέρα του, και επειδή μόνο ένα άδειο κουφάρι βρήκε στο ξέφωτο, πιστεύει ότι ο λύκος πατέρας του πια είναι νεκρός. Από τότε και μετά δεν βρήκε στον ήλιο μοίρα. Τέλος διηγείται την τελευταία του περιπέτεια, εξηγώντας πως στην προσπάθειά του να σώσει μία γυναίκα από ένα γάμο χωρίς την συγκατάθεσή της, σκότωσε μεσα στην μάχη τον απαγωγέα της και τους αδελφούς του, πράξη για την οποία τώρα τον καταζητούν παντού και γιαυτό τυχαία αναζήτησε τελικά καταφύγιο στο σπίτι αυτό. Ο Χούντινγκ ακούγοντάς τον με μεγάλη δυσφορία και αγανάκτηση του αποκαλύπτει πως είναι ένας από τους μανιώδες διώκτες του και ότι τώρα μόλις επέστρεψε από τον τόπο του εγκλήματος, στον οποίο δυστυχώς είχε φτάσει πολύ αργά και δεν πρόλαβε να υπερασπισθεί τους συμμάχους του. Επειδή όμως είναι νύχτα και ο νόμος της φιλοξενίας έτσι το επιβάλει, αποφασίζει να του παραχωρήσει προσωρινά την καθιερωμένη φιλοξενία αλλά και να αναμετρηθούν ως επί θανάτου το επόμενο πρωί. Στέλνει την γυναίκα του στον κοιτώνα και αποχωρεί και αυτός για ύπνο αφήνοντας τον ξένο μόνο του.

Σκηνή 3η

Ο Βέβαλτ βρίσκεται σε κατάσταση απελπισίας. Μόνος και άοπλος εγκλωβισμένος στο σπίτι του βάναυσου εχθρού του να περιμένει τα χαράματα και την άνιση μονομαχία. Μην μπορώντας να κλείσει μάτι όλη νύχτα αναπολεί μια παλιά υπόσχεση του πατέρα του πως όταν βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ανάγκης, αυτός θα του είχε κρατημένο ένα σωτήριο σπαθί. Εκείνη την στιγμή, εμφανίζεται η Ζιγκλίντε μέσα από το πηχτό σκοτάδι ενώ έχει ναρκώσει τον Χούντινγκ σε βαθύ ύπνο. Αποκαλύπτει στον ξένο πως και η ίδια είναι θύμα απαγωγής και αναγκαστικής σύζευξης ενώ την ημέρα του βίαιου γάμου της, συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας ηλικιωμένος άνδρας παρουσιάστηκε απρόσκλητα στο γλέντι και τους τρόμαξε όλους. Σφήνωσε ένα σπαθί στον κορμό του δέντρου, και το έταξε σε όποιον κατάφερνε να το αποσπάσει. Όλοι προσπάθησαν ο ένας μετά τον άλλο, αλλά κανείς δεν τα κατάφερε. Ο μυστηριώδης γέρος έφυγε γελώντας τρανταχτά. Έκτοτε, όποιος και αν το προσπάθησε, κανείς δεν μπόρεσε να κάνει το σπαθί δικό του. Γιαυτό και έμεινε μέχρι τώρα βαθιά χωμένο στον κορμό του δέντρου. Λέγοντας αυτά οι δυό τους ερωτεύονται τρελά και ο Βέβαλτ υπόσχεται πως αφού αφαιρέσει το σπαθί θα παντρευτεί τη Ζιγκλίντε για να την σώσει από τον βάναυσο άντρα της. Η Ζιγκλίντε εκείνη την στιγμή αρχίζει να υποψιάζεται την αληθινή ταυτότητά του και τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα. Ο Ζίγκμουντ (γερμ. Siegmund, «Νικητήριος») και η Ζιγκλίντε είναι τα δυο δίδυμα αδέλφια παιδιά του κοινού πατέρα τους, του λύκου Βέλζε (γερμ. Wälse). Παρωτρηνμένος από τον παράφορο έρωτά του για την Ζιγκλίντε ο Ζίγκμουντ βαφτίζει το σπαθί «Πόθο» (γερμ. Nothung, Νότουνγγ) και αφού με μια αφάνταστη προσπάθεια το αφαιρεί από τον κορμό του δέντρου, αρπάζει την αδερφή ερωμένη του και εγκαταλείπουν και οι δυο ελεύθεροι το σπίτι του Χούντινγκ ενω ξημερώνει η επόμενη μέρα.

Πράξη 2η

Σκηνή 1η

Ψηλά στα σύννεφα, στα ανάκτορα του ο Βόταν, ανώτερος των θεών, που στην πραγματικότητα είναι και ο μυστικός λύκος πατέρας του Ζίγκμουντ και της Ζιγκλίντε ετοιμάζεται να βάλει το σχέδιό του σε λειτουργία. Καθοδηγεί την βαλκυρία κόρη του Βρουνχίλδη και την διατάζει να προστατέψει τον Ζίγκμουντ στην ερχόμενη αναμέτρηση του με τον Χούντινγκ και μετά την μάχη να οδηγήσει τον νεκρό Χούντινγκ στήν Βαλχάλλα, την πολεμική αίθουσα των νεκρών ηρώων. Η Βρουνχίλδη αφελής μα και υπάκουη πάει για να προετοιμαστεί, παρατηρεί όμως φεύγοντας ότι η Φρίκα, σύζυγος του Βόταν, έξαλη καταφθάνει επάνω στο άρμα της. Και πραγματικά, η Φρίκα ως θεά του γάμου και της εστίας, ζητάει την τιμωρία των δύο μοιχών και άμεση καθώς και απόλυτη αποκατάσταση των ηθών και της τάξεως. Ο Βόταν αρχικώς αρνείται καθώς παρουσιάζει τον Ζίγκμουντ ως τον ήρωα που θα τον βοηθήσει στα σχέδια του να ανακτήσει το δαχτυλίδι. Η Φρίκα όμως δεν του αφήνει καθόλου περιθώρια εκθέτοντάς τον φανερά για όλες τις απάτες που έχει κάνει μέχρι τώρα στην υπόθεση αυτή. Τον πιέζει αφόρητα να παραιτηθεί αναγκαστικά της προστασίας του Ζίγκμουντ καθώς και να ορκιστεί πως θα φροντίσει να σπάσει το σπαθί του στη διάρκεια της μάχης. Ο Βόταν εμπίπτει και δίνει τον λόγο του.

Σκηνή 2η

Η Βρουνχίλδη ξαναέρχεται έτοιμη για να ξεκινήσει. Βρίσκει την Φρίκα και τον ηττημένο Βόταν όπου και λαμβάνει τις νέες εντολές. Δεν καταλαβαίνει τι σημαίνει η ξαφνική αλλαγή και γιατί δεν πρέπει να προστατέψει τον Ζιγκμουντ. Έτσι σε ένα μακρύ μονόλογο, ο Βόταν πληροφορεί την Βρουνχίλδη σχετικά με το δαχτυλίδι και την κατάρα γύρω από αυτό. Παρόλα ταύτα η Βρουνχίλδη ακόμα και τώρα αδυνατεί να κατανοήσει. Ο Βόταν οργησμένος την απειλεί σωματικά και τελικά της απαγορεύει να προστατέψει τον Ζίγκμουντ κατά τη διάρκεια της μάχης του. Η βαλκυρία κάτω από το βάρος της οργής του Βόταν υπακούει. Παίρνει το δόρυ του Βόταν και ξεκινάει.

Σκηνή 3η

Ο Ζίγκμουντ και η Ζιγκλίντε κάνουν την εμφάνισή τους. Από μακριά ακούγεται να καταφθάνει ο Χούντινγκ ενώ η Ζιγκλίντε παραλυρώντας απο τον φόβο και τις τύψεις παραισθάνεται πως τα σκυλιά του Χούντινγκ κατασπαράσσουν τον Ζίγκμουντ του οποίου το σπαθί έχει σπάσει προηγουμένως στη διάρκεια της μάχης. Ο Ζίγκμουντ μάταια προσπαθεί να την καθησυχάσει. Η Ζιγκλίντε ψυχικά εξουθενωμένη από την περιπλάνησή τους λιποθυμά στα χέρια του Ζίγκμουντ. Ο Ζίγκμουντ μένει μόνος να φρουρεί την αδερφή του ενώ αυτή κοιμάται.

Σκηνή 4η

Η Βρουνχίλδη, ηρωική και πένθιμη εμφανίζεται μπροστά στο Ζίγκμουντ και του αναφέρει πως πρέπει να την ακολουθήσει στη Βαλχάλλα διαφορετικά ο Χούντινγκ θα τον σκοτώσει. Ο Ζίγκμουντ αρνείται να εγκαταλήψει την αγαπημένη του, απαρνείται τις θεϊκές τιμές και μέσα στην απόγνωση του, απειλεί να σκοτώσει την Ζιγκλίντε και ο ίδιος να αυτοκτονήσει. Η Βρουνχίλδη μένει έκθαμβη από την τόση αγάπη και υπό το βάρος της συναισθηματικής φόρτισης, αποφασίζει να παρακούσει τον Βόταν. Λέει στον Ζίγκμουντ να προετοιμαστεί για την αναμέτρηση με τον Χούντινγκ καθώς θα τον βοηθήσει να νικήσει.

Σκηνή 5η

Ο Ζίγκμουντ αποχωρίζεται τη Ζιγκλίντε και αναχωρεί για να αντιμετωπίσει τον Χούντινγκ. Η Ζιγκλίντε ξαναβρίσκει τις αισθήσεις της, έχει χάσει όμως τα λογικά της και νομίζει ότι παρακολουθεί την μάχη σαν μέσα από εφιάλτη όπως τότε που την είχανε απαγάγει από το πατρικό της σπίτι. Η σύγκρουση ξεκινάει και κατά τη διάρκεια της μάχης η Βρουνχίλδη παροτρύνει τον Ζίγκμουντ να επιτεθεί δίνοντάς του δύναμη από το δόρυ του Βόταν που ακόμα είχε κοντά της. Αλλά τη στιγμή που ο Ζίγκφριντ είναι έτοιμος να σκοτώσει τον αντίπαλό του, εμφανίζεται ξαφνικά ο οργισμένος Βόταν, αποσπά το δόρυ του από τα χέρια της Βρουνχίλδης και εκπληρώνει την υπόσχεση που είχε δώσει προηγουμένως στην Φρίκα τσακίζοντας μ' αυτό το σπαθί του Ζίγκφριντ. Έτσι ο Χούντινγκ με ένα θανατηφόρο χτύπημα καταφέρνει να σκοτώσει τον ανυπεράσπιστο πλέον Ζίγκμουντ. Η βαλκυρία μαζεύει τα θραύσματα του σπαθιού και απομακρύνεται μαζί με την Ζιγκλίντε για να σωθούν και οι δυο. Ο Βόταν εκδικείται τον χαμό του αγαπημένου του γιου σκοτώνοντας τον Χούντινγκ ενώ παράλληλα υπόσχεται να τιμωρήσει σκληρά τη Βρουνχίλδη για την ανυπακοή της.

Πράξη 3η

Σκηνή 1η

Η Βρουνχίλδη, μαζί με τη Ζιγκλίντε καταφεύγει στον τόπο συνάρθρωσης των βαλκυριών, οι οποίες όμως αρνούνται να τη βοηθήσουν υπό το φόβο της οργής του Βόταν. Η Ζιγκλίντε ζητά να τη σκοτώσουν καθώς δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τον Ζίγκμουντ ενώ η Βρουνχίλδη της αποκαλύπτει πως είναι έγκυος με το παιδί του. Για να διασωθεί, οι βαλκυρίες προτείνουν να μεταφερθεί σε ένα παρακείμενο δάσος το οποίο δεν επισκέπτεται ποτέ ο Βόταν. Εκεί βρίσκεται ο γίγαντας Φάφνερ, μεταμορφωμένος σε δράκο. Πριν αναχωρήσει η Ζιγκλίντε, η Βρουνχίλδη της προμαντεύει πως ο γιος της θα αποτελέσει τον μεγαλύτερο ήρωα, με το όνομα Ζίγκφριντ.

Σκηνή 2η

Εν τω μεταξυ ο Βόταν εμφανίζεται μέσα από μία τρομακτική θύελλα απειλώντας τους πάντες και τα πάντα και αναγγέλλει στην Βρουνχίλδη πως την καθαιρεί για την πράξη που έκανε. Δεν αποτελεί πλέον βαλκυρία αλλά μία κοινή θνητή. Απειλεί επίσης και τις υπόλοιπες βαλκυριες να μην την συμπαρασταθούν καθόλου. Συνεχίζει λέγοντας πως η Βρουνχίλδη θα παραμείνει βυθισμένη σε βαθύ ύπνο στον τόπο που βρίσκονται και πως θα αποτελέσει τη γυναίκα του πρώτου άνδρα που τυχαία θα περάσει από εκεί και θα την ξυπνήσει. Οι υπόλοιπες βαλκυρίες εγκαταλείπουν έντρομες τον τόπο της εκδίκησης του Βόταν.

Σκηνή 3η

Η Βρουνχίλδη μένει μόνη με τον Βόταν και του εξηγεί πως ενώ αρχικά είχε πρόθεση να ακολουθήσει τις εντολές του, υπέκυψε κάτω από την συμπάθεια της προς το πρόσωπο του Ζίγκμουντ και του ευγενικού έρωτά του με την Ζιγκλίντε. Άλλωστε η αρχική του θέληση ήταν υπέρ του Ζίγκμουντ. Ο Βόταν, εμμένει στην σκληρή τιμωρία του αλλά δέχεται το αίτημα της να προστατεύσει το σημείο που θα βρίσκεται περικυκλώνοντάς το με μαγική φωτιά έτσι ώστε αυτός που θα την ανακαλύψει και θα την ελευθερώσει να είναι ένας ήρωας. Διατάζει τον Λόγκε να δημιουργήσει τη φωτιά και αφού ορίζει την ισχύ του δόρυ του προστάτη της κοιμωμένης εγκαταλείπει πικραμένος με τα λόγια: «Όποιος τρέμει το δόρυ μου να μην τολμήσει να μπει στο πυρ.» Άθελά του λοιπόν προκάλεσε με την προφητεία αυτή το μελλοντικό του τέλος όπως θα δούμε στην συνέχεια της ιστορίας.

Μυθολογικό υπόβαθρο

Το λιμπρέτο του Βάγκνερ για τη Βαλκυρία έχει πολλές πηγές. Βασίζεται στην Σκανδιναβική μυθολογία και ειδικότερα στα κείμενα του κύκλου Βόλσουνγκ (Βέλζε, Βέλζουνγκ, Βέλζουνγκεν) και της Ποιητικής Έντα. Η εκδοχή των μύθων όπως προβάλλονται στο έργο του Βάγκνερ διαφοροποιούνται σε κάποια σημεία από τα παραδοσιακά κείμενα. Ο χαρακτήρας του Ζίγκμουντ βασίζεται στον ομώνυμο χαρακτήρα του κύκλου Βόλσουνγκ, με τη διαφορά ότι στην όπερα του Βάγκνερ εμφανίζεται ως γιος του Βόταν και όχι δισεγγονός του. Ο χαρακτήρας της Ζιγκλίντε βασίζεται επίσης στους χαρακτήρες των Signy και Hjordis (μητέρα του πολεμιστή Ζίγκφριντ) του κύκλου Βόλσουνγκ, αν και διαφοροποιείται καθώς η Signy αποπλανά τον αδελφό της Ζίγκμουντ. Στις Σκανδιναβικές πηγές, οι βαλκυρίες αποτελούν ελάσσονες θηλυκές θεότητες που υπηρετούν τον Βόταν, ενώ στην εκδοχή του Βάγκνερ είναι κόρες του. Επίσης έχει φανερές ελληνιστικές επιρροές, πράγμα πολύ διαδεδομένο για την εποχή εκείνη. Όλα αυτά τα στοιχεία ο Βάγκνερ τα συνέδεσε και τους έδωσε μια καινούργια έννοια μέσα από τις συνταραγμένες συνθήκες του δέκατου ένατου αιώνα. Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Βάγκνερ είχε προσωπικά ιδιαίτερη σχέση με το γυναικείο φύλο. Η μητέρα του πέθανε το 1848. Εκείνη την εποχή συνέλαβε και τη κύρια ιδέα για την τετραλογία, όταν ο Βάγκνερ ήτανε ένας από τους πιο ένθερμους δράστες της γερμανικής επανάστασης με πρότυπο την γαλλική επανάσταση. Ανάμεσα στους πιό στενούς του φίλους ήτανε ο Μιχαήλ Μπακούνιν, αναρχικός. Καθώς το 1849 τον καταζητούσε η αστυνομία κατέφυγε εξόριστος στην Σαξονία, την Βιέννη και το Παρίσι. Το θέμα της ερωτικής αγάπης είναι ακραία εξιδανίκευση των δικών του συναισθημάτων, ιδίως για την κυρία Βέζεντονγκ, θέμα που το αξιοποίησε με θαυμαστικό και όλο και πιο έντονο τρόπο και εδώ και στο Ζίγκφριντ αλλά και στο Τριστάνος και Ιζόλδη. Ο ρόλος της Βαλκυρίας είναι εμπνευσμένος από την μορφή της ελευθερίας της γαλλικής επαναστάσεως. Το ίδιο το κυρίαρχο μοτίβο της μορφής αυτής καθώς και πολλά μουσικά αποσπάσματα από τον Ρόλο της θυμίζουν τον ύμνο της γαλλικής επανάστασης. Ο Ζίγκμουντ και αργότερα ο Ζίγκφριντ είναι προσωποποιήσεις του υπερανθρώπου του Φρίντριχ Νίτσε. «Διότι από μόνος του πρέπει ο ελεύθερος άνθρωπος να δημιουργήσει τον εαυτό του.» Ο Βόταν εκπροσωπεί το εκφθαρμένο κατεστημένο, το οποίο είναι καταδικασμένο από τις ίδιες του τις πράξεις να αυτοκαταστραφεί. Ο Χούντιγκ είναι επίσης εκπρόσωπος του κατεστημένου. Το σπαθί συνηθίζεται στους μύθους της δυτικής Ευρώπης, έτσι ώστε να εμφανίζεται άλλοτε ως Εξκάλιμπουρ, Γκράμ, Μπάλμουνγκ ή Νότουνγκ όπως εδώ. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι η εμπλοκή και ο ρόλος του Λόγκε. Ενώ στην μυθολογία των Βίκινγκ ήταν αντίμαχος του Βόταν και κάτοχος στρατιάς, εδώ ο Βάγκνερ τον κάνει υπηρέτη σύμβουλο και ακόλουθό το, ακόμα και απλό στοιχείο της φύσης (φωτιά) εντυπωσιάζοντας με την εικόνα της πύρρινης «φρουράς» της αιώνια κοιμωμένης Βρουνχίλδης.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

* Η επέλαση των Βαλκυριών - Ηχητικό απόσπασμα της πρώτης σκηνής της τρίτης πράξης του έργου, με την Αμερικανική Συμφωνική Ορχήστρα (American Symphony Orchestra) το 1921.

* Die Walküre - Η πλοκή της όπερας με συνοδευτικά αρχεία ήχου.

Οι όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ

Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (1843) | Ο Τάνχόϊζερ (1845 )| Ο Λόενγκριν (1848) | Ο Χρυσός του Ρήνου (1854) | Βαλκυρία (1856) | Τριστάνος και Ιζόλδη (1859) | Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης (1867 | Ζίγκφριντ (1871) | Το Λυκόφως των Θεών (1874) | Πάρσιφαλ (1882)

επίσης: Ο Γάμος (1832) | Οι Νεράιδες (1833) | Η Απαγόρευση της Αγάπης (1836) | Ρίντσι (1840)

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License