Τανχόυζερ


Με τον τίτλο Τανχόυζερ ή Τανχόιζερ (πλήρης τίτλος στα γερμανικά: Tannhäuser und der Sängerkrieg auf Wartburg) φέρεται όπερα σε τρεις πράξεις και τέσσερις σκηνές του Ριχάρδου Βάγκνερ σε λιμπρέτο του ίδιου, που πρωτοανεβάσθηκε στο Βασιλικό θέατρο Δρέσδης στις 21 Οκτωβρίου του 1845. Διακρίνονται τρεις επιπλέον εκδοχές του έργου: η τυπωμένη έκδοση του Meser, το 1860, που περιλαμβάνει αναθεωρήσεις της περιόδου 1847-1852, η μη δημοσιευμένη εκδοχή του 1861 που παρουσιάστηκε τον ίδιο χρόνο στην Όπερα του Παρισιού, καθώς και η όπερα που ανέβηκε υπό την επίβλεψη του Βάγκνερ στη Βιέννη το 1875. Η τελευταία περιείχε αναθεωρήσεις του έργου που ολοκληρώθηκαν μέχρι το 1861.

Υπόθεση έργου

Για την υπόθεση της όπερας αυτής ο Βάγκνερ συνδύασε δυο διαφορετικούς αλλά και ανεξάρτητους μύθους. Ο πρώτος στρέφεται περί το θρύλο που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον ομώνυμο ποιητή που έζησε κατά τον 13ο αιώνα που είχε προτιμήσει τη ζωή του περιπλανόμενου τραγουδιστή. Ο μύθος περιγράφει έναν διαγωνισμό ποίησης στον οποίο είχαν πάρει μέρος αξιόλογοι βάρδοι της μεσαιωνικής Ευρώπης και είχε κατά την παράδοση διαδραματιστεί το έτος 1206 ή 1207 στον πύργο της Βάρτμπουργκ στην γερμανική πόλη Άιζεναχ. Βασικός χαρακτήρας του θρύλου αυτού ήταν ο βάρδος Χάινριχ φον Όφτερντίνγκεν. Ο δεύτερος μύθος είναι η λαϊκή παραβολή του λόφου της Αφροδίτης, τόπου αχαλίνωτης ερωτικής ηδονής και σωματικών απολαύσεων ως πλήρη αντίθεση στην αγνή χριστιανική αγάπη και εγκράτεια. Ο Βάγκνερ περιπλέκει τα ιστορικά δεδομένα με μυθικά και λαϊκά πρόσωπα και τα τοποθετεί σε ένα φανταστικό μα και αληθοφανές περιβάλλον που φαίνεται ως προέκταση της εκάστοτε σημερινής πραγματικότητας.

Προειδοποίηση για αποκάλυψη πλοκής: Ακολουθούν λεπτομέρειες της υπόθεσης ή του τέλους.

Πρώτη Πράξη

Στο λόφο της Αφροδίτης Τανχόυζερ

Η πρώτη πράξη του έργου διαδραματίζεται στο λόφο της Αφροδίτης, της θελκτικής εκείνης θεάς που μάταια προσπαθεί να κρατήσει κοντά της τον ήρωα του έργου. Πρόκειται για έναν βάρδο, τον Τάνχόυζερ, ή Χάινριχ, ο οποίος είναι ο πιο ικανός εν ζωή τραγουδιστής στην γη, και ο οποίος έφτασε στο ζενίθ της καριέρας του και, ζητώντας περισσότερα, εγκατέλειψε τους φίλους του και τώρα γεύεται τις χάρες της θεάς αποζημιώνοντας την όμως ταυτόχρονα με το συνεχές γλυκό τραγούδι του. Ο βάρδος, αν και αρχικά εθελοντικός μα και μόνιμος θαμώνας του λόφου θα ανακαλύψει εντελώς ξαφνικά την ματαιότητα της ηδονικής ζωής και θα ζητήσει από την θεά να του επιτρέψει να γυρίσει στα εγκόσμια. Η θεά αρνείται πεισματικά, αλλά και ο βάρδος δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια του. Μετά από τα πολλά, η θεά τον επιτρέπει σε κάποια στιγμή της αδυναμίας της να φύγει, καταλαβαίνει όμως το σφάλμα της και προσπαθεί με το καλό μα και με φοβέρες να τον κρατήσει κοντά της. Χαρακτηριστικά του λέει: «Φύγε αν θες και γύρνα στους φίλους σου, αλλά όταν θα σε διώξουνε και αυτοί μην τολμήσεις να ξαναγυρίσεις σε μένα.» Ο Χάινριχ μένει ανένδοτος και επικαλείται το όνομα της Παναγίας, στην οποία θέλει από εδώ και πέρα να αφιερώσει την ζωή του.

Ο Χάινριχ, βρίσκεται ακαριαία στη κοιλάδα του Βάρτμπουργκ. Είναι άνοιξη, μήνας Μάιος, και ένας μικρός τσοπάνος με την φλογέρα του εξυμνεί το ξύπνημα της φύσης. Ο Χάινριχ ξυπνάει από έναν βαθύ λήθαργο, αναπολεί, και πικραμένος από την μέχρι τώρα του ζωή, γονατίζει για να ζητήσει από τον θεό συγχώρηση, ενώ στο βάθος περνάν προσκυνητές με προορισμό την Ρώμη για να ζητήσουν απάλλαξη των αμαρτιών τους. Εκείνη την στιγμή ο Χάινριχ βρίσκεται ανάμεσα στους παλιούς συντρόφους του που τυχαία στο πέρασμά τους τον ανακαλύπτουν στην άκρη του δρόμου και τον αναγνωρίζουν παρ όλη τη μακροχρόνια απουσία του. Περίεργοι μα και ακόμα οργισμένοι για τον ξαφνικό αποχωρισμό του, τον ρωτούν για να μάθουν τους λόγους για τους οποίους έλειψε όλα αυτά τα χρόνια, τον ρωτούν πού ήταν τόσο καιρό, αλλά και τον ρωτούν γιατί γύρισε πίσω, φοβούμενοι ενδεχομένως εχθρικές προθέσεις του. Ο Χάινριχ φοβάται να τους εκμυστηρευτεί τα όσα πέρασε, αφού ο λόφος της Αφροδίτης ήταν απαγορευμένο μέρος και τιμωρείτο με τον θάνατο. Τα μασάει και κοιτάει να φύγει, όταν ένας από αυτούς μόνο, ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ του απλώνει φιλικά το χέρι, τον συγχωρεί για όλα, παρακαλεί τους υπόλοιπους να τον δεχτούν ξανά σαν φίλο όπως και πρώτα, και παροτρύνει τον Χάινριχ να μείνει κοντά τους, λέγοντάς του να το κάνει «για χατήρι της Ελίζαμπετ». Ο Χάινριχ στο άκουσμα του γυναικείου ονόματος, την οποία κάποτε είχε ερωτευθεί, καταπραΰνει και δέχεται να ξαναγίνει μέλος της παλιάς παρέας.

Δεύτερη Πράξη

Στη δεύτερη πράξη, η Ελίζαμπετ αφού έμαθε για τον γυρισμό του Χάινριχ γεμάτη χαρά εγκαταλείπει για πρώτη φορά τα δώματα της, και τριγυρνώντας στον πύργο φτάνει γεμάτη χαρά στην αίθουσα που συνήθως γίνονται οι γιορτές, όπου και συναντάει τον Χάινριχ, ο οποίος συνοδευόμενος από τον Βόλφραμ ήρθε να της ζητήσει συγνώμη. Ο Χάινριχ και η Ελίζαμπετ αλληλοεκμυστηρεύονται την αιώνια αγάπη τους, ενώ ο Βόλφραμ που και αυτός μυστικά ήλπιζε στην αγάπη της Ελίζαμπετ, πικραίνεται για την άδικη μοίρα του.

Ο Θείος της Ελίζαμπετ, ο Λάντγκραβος[1] Χέρμαν που από καιρό υποψιάζονταν τα αισθήματα της ανιψιάς του, για να μην την πιέσει να του πει την αλήθεια, διακηρύσσει έναν ποιητικό διαγωνισμό με θέμα «το νόημα της αγάπης» και καλεί όλους τους επώνυμους ιππότες και βάρδους να πάρουν μέρος, ενώ βάζει για πρώτο βραβείο του νικητή τη χείρα της ανιψιάς του. Ο συνωστισμός είναι μεγάλος. Μια πολυτελέστατη τελετή αρχίζει.

* Πρώτος αρχίζει ο Βόλφραμ φον Έσενμπαχ, ο οποίος συμβολίζει την αγάπη με μια πηγή γάργαρου νερού.

* Ο Χάινριχ συμφωνεί, αλλά και συμπληρώνει, ότι η πόση του νερού της πηγής αυτής είναι μεγάλη ικανοποίηση.

* Αυτό εξοργίζει τον Βάλτερ φον ντερ Φόγκελβάιντε, ο οποίος με την σειρά του απειλεί, ότι και το άγγιγμα μόνο του γάργαρου νερού θα μολύνει την αγνότητα του.

* Ο Χάινριχ διαφωνεί έντονα, και φέρει το επιχείρημα, ότι η αγάπη πρέπει να απολαμβάνετε. Το κοινό τον επευφημεί συγκαταβατικά.

* Εκείνη την στιγμή αναμιγνύεται και ο Μπίτερολφ, λέγοντας ότι η αγάπη είναι ένα με την τιμή της γυναίκας και την αρετή και αυτά είναι τα ιδανικά για τα οποία αξίζει κανείς να αγωνίζεται και να θυσιάζει την ζωή του.

* Ο Χάινριχ τον ρωτάει κοροϊδευτικά, αν έχει γνωρίσει γυναίκα στην ζωή του, άγαμος και άτεκνος όπως είναι.

* Ο Βόλφραμ για να καταπραΰνει τα πνεύματα αρχίζει και πάλι να τραγουδάει για την γάργαρη πηγούλα, ενώ

* ο Χάινριχ συνεχίζοντας φτάνει στο αποκόρυφο, και πάνω στην έξαψη του εξυμνεί τα θέλγητρα της θεάς του έρωτα και του λόφου της Αφροδίτης.

Οι παραστάσεις του είναι τόσο σόκιν, που το κοινό επαναστατεί, οι γυναίκες εγκαταλείπουν τον τόπο του διαγωνισμού, ενώ οι ιππότες με τα σπαθιά και τα όπλα τους χτυπούν τον Χάινριχ και τον τραυματίζουν θανάσιμα.

Εκείνη την δραματική στιγμή μπαίνει στην μέση η Ελίζαμπετ ζητώντας έλεος για την ζωή του και εκμυστηρευόμενη για πρώτη φορά ότι τον αγαπάει περισσότερο και από την ίδια της την ζωή. Τα λόγια της κάνουν σε όλους τόσο μεγάλη εντύπωση, που ο Χάινριχ σώζεται, αλλά και αφήνεται στο έλεος και την κρίση του θεού: Ο Χάινριχ αναγκάζεται να ορκιστεί ότι θα πάει να προσκυνήσει στην Ρώμη και να ζητήσει στον Πάπα εκεί την άφεση των αμαρτιών του.

Τρίτη Πράξη

Στη τρίτη πράξη η σκηνή επανέρχεται στη κοιλάδα του Βάρτμπουργκ. Οι προσκυνητές επιστρέφουν από την Ρώμη αλλά ο Τανχόυζερ δεν είναι μαζί τους. Έτσι ενώ η Ελισάβετ που παρακολουθεί με αγωνία, σιγά σιγά απομακρύνεται απελπισμένη. Στη δεύτερη σκηνή της πράξης εμφανίζεται ο Τανχόυζερ μαζί με τον Ιππότη Βόλφραμ στον οποίον και του εξιστορεί ότι ο Πάπας του αρνήθηκε την συγνώμη του. Τότε εμφανίζεται και η υπέροχη Αφροδίτη που προσπαθεί να του θυμίσει τις ηδονές που απόλαυσαν στο παρελθόν. Και ενώ ο Τανχόυζερ την απωθεί ένας άγγελος εμφανίζεται και να προσεύχεται γι΄ αυτόν τον αμαρτωλό στον Θεό.΄ Είναι η Ελισάβετ. Ο Τανχόυζερ τότε αποθνήσκει στην αγκαλιά της γυναίκας που τόσο είχε αγαπήσει.

Οι αποκαλύψεις της πλοκής τελειώνουν εδώ.

Σημειώσεις

1. ↑ Λάντγκραβος = Χωροδεσπότης, Έπαρχος (στη γερμανική γλώσσα).

Σημειώσεις

1. ↑ Λάντγκραβος = Χωροδεσπότης, Έπαρχος (στη γερμανική γλώσσα).

Αξιοσημείωτες ηχογραφήσεις

* Wolfgang Sawallisch διευθύνει Bayreuth. Windgassen, Silja, Waechter, Bumbry. Live, 1962 (Philips).

* Georg Solti διευθύνει Vienna Philharmonic Orchestra. Kollo, Dernesch, Braun, Ludwig. 1970 (Decca).

* Giuseppe Sinopoli διευθύνει Philharmonia Orchestra. Domingo, Studer, Baltsa, Salminen, Schmidt. 1989 (Deutsche Grammophon).

* Daniel Barenboim διευθύνει Staatskapelle Berlin. 2002 (Teldec). Βραβευμένη με το Grammy Award for Best Opera Recording το 2003.

Αξιοσημείωτη DVD

* Zubin Mehta διευθύνει την Κρατική ορχήστρα της Βαυαρίας. Ρενέ Κόλλο, Βάλτραουτ Μάγιερ, Γιάν Χέντρικ Ρότερινγκ, Χορωδία της κρατικής όπερας της Βαυαρίας, Μπαλέτο της κρατικής όπερας της Βαυαρίας. Arthaus Musik, 1995, ASIN: B000050YL3.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

* Libretto

* Richard Wagner Postkarten-Galerie – Bilder zu Tannhäuser

* Textbuch und Szenenübersicht zu Tannhäuser

Οι όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ

Ο Ιπτάμενος Ολλανδός (1843) | Ο Τάνχόϊζερ (1845 )| Ο Λόενγκριν (1848) | Ο Χρυσός του Ρήνου (1854) | Βαλκυρία (1856) | Τριστάνος και Ιζόλδη (1859) | Οι Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης (1867 | Ζίγκφριντ (1871) | Το Λυκόφως των Θεών (1874) | Πάρσιφαλ (1882)

επίσης: Ο Γάμος (1832) | Οι Νεράιδες (1833) | Η Απαγόρευση της Αγάπης (1836) | Ρίντσι (1840)

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License