- Art Gallery -

 

.

Εξώφυλλο

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

Δ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ


ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ
ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΥ
ΤΟΥ ΑΘΗΝΑΙΟΥ

ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
ΒΙΒΛΙΑ Α'. — Δ'.

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ
1911

ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΧΙΩΤΗ ΓΛΑΔΣΤΩΝΟΣ 4




Όταν ο Ξενοφών εκστρατεύη με τους Μυρίους προς τα Κούναξα, είναι μόλις ετών τριάκοντα. Είναι πλούσιος. Είναι ωραίος. Και ανήκει εις μίαν των αριστοκρατικωτέρων των Αθηναίων τάξεων, την τάξιν των «ιππέων». Η ωραιότης του έχει αρμονίαν ως η σκέψις του. Ο διαβάζων τα συγγράμματά του, ιδίως την «Κύρου Παιδείαν» και «Ανάβασιν», αντιλαμβάνεται όλον το ύψος της ωραιότητός του αυτής. Ωραιότητος ευρύθμου αριστοκράτου Αθηναίου.

Είναι ο λεπτός μεν, αλλ' εν αρμονία προς αρρενωπότητα ψυχής και ήθους. Ο αβρός, ο μημουακτικός, ίσως και ο χαϊδεμμένος, αλλ' εξ εκείνων οίτινες με τας ομαλότητας αυτάς περιβάλλουν χαλύβδινον ψυχήν και πλαισιούν με όλον το σφρίγος του καθήκοντος κάθε της ζωής των πράξιν.

Εάν ανήκη εις τους αριστοκρατικούς, η αριστοκρατικότης του γαληνιά και έλκει. Δεν ερεθίζει, δεν τρομάζει. Είναι — ως θα ελέγαμεν σήμερα — από τους «μετριοπαθείς», δηλ. από τους σκορπίζοντας γύρω των ένα ωραίον και ευγενέστατον γαλήνης και ηρεμίας πνεύμα. Και αυτή η ορμή του ως στρατιώτου εις τον πόλεμον υπολανθάνει μέσα του. Η ενεργητικότης του είναι εσωτερική. Και ομοιάζει με την αόρατον ορμήν ποταμού, που τρέχει μεν και τρέχει πάντοτε, αλλ' όταν τον βλέπης εις την κοίτην του νομίζεις ότι ονειροπολεί ή κοιμάται . . . Που αισθάνεσαι την ορμήν του, μόνον όταν εισέλθης στα νερά του και αφεθής με υπακοήν εις την Μοίραν του . . .

Ο Ξενοφών είναι ο μαθητής του Σωκράτους, αλλ' όχι όπως ο Πλάτων, υψηλός και θείος. Δεν ανέρχεται αυτός, αλλά βαδίζει. Και είναι τόσον καλόν και τόσον δυνατόν το βάδισμά του! Είναι «ο ισχυρός» χωρίς να φαίνεται. Ο Διογένης ο Λαέρτιος τον λέγει ντροπαλόν. Φαντασθήτε τον Ξενοφώντα «ντροπαλόν» δια μέσου της εποποιίας των Μυρίων! Και όμως ήτο. Είχεν όλην των τοιούτου είδους ντροπαλών την ασφάλειαν εις την χείρα και το μέτωπον.

Οκτώ ολόκληρα έτη διατριβής με τον Σωκράτην του είχαν το φρόνημα ατσαλώση. Η διαλεκτική εκείνου εισήλθεν εις κάθε πτυχήν του πνεύματός του. Ακόμη και αυτή η σοφιστεία δεν του ήτο ξένη, διδαχθείσα αυτώ υπό του ωφελιμωτέρου των Αθηναίων σοφιστών της εποχής του, του Προδίκου.

Εις τον Ξενοφώντα εχρειάζετο, όταν ανέτρεπε λόγους και πράξεις αντιπάλων, έπρεπε δε ν' ανατρέψη αυτάς όχι εκ του συνήθους εν Ελλάδι της αντιδράσεως και της αντιλογίας πνεύματος ορμώμενος, αλλ' εκ του καθήκοντος και εκ της ισχύος και επιβολής των περιστάσεων, εχρειάζετο, λέγω, ουχί σπανίως ως όπλον μαχιμώτατον και η Σοφιστική.

Ουχ ήττον ήτο και τότε, όπως πάντοτε, ηθικός. Με ωραιότητα ηθικός. Ανέτρεπε πάλλων την σοφιστικήν του σπάθην προς όλα τα σημεία. Δεν ήτο ο άνθρωπος του «νόμω καλόν, νόμω κακόν». Δεν ήτον ο άνθρωπος «ο ποιών τον ήττονα λόγον κρείττω», δια να ωφεληθή αυτός και διά να επιβληθή και δεσπόση και νικήση, απλώς από χαιρέκακον εις τούτο ορμήν ωθούμενος.

Και όταν εσοφιστεύετο, η σοφιστεία του είχεν ως σκοπόν την ανωτέραν εκείνην ωφέλειαν, την, είτε υπέρ της προσωπικής του αξιοπρεπείας και ηθικής ακεραιότητος της ψυχής του, είτε υπέρ του γενικού καλού και γοήτρου εκείνων ους διώκει, επιδιωκομένην.

Είναι περίεργον ότι η ζωή του Ξενοφώντος είναι: σταθμοί εδώ και σταθμοί εκεί. Όχι συνέχεια ζωής. Ο έρρυθμος αυτός ήτο πλέον ξένος δια πολιτείαν έκρυθμον, ως η των Αθηνών. Το περιβάλλον των ήτο ξένον προς την αριστοκρατικότητά του. Η Δημοκρατία είχε πέση υπό τον Λύσανδρον. Και είχεν η Ολιγαρχία των Τριάκοντα δαμάση κάθε έκδοτον ροπήν του Δήμου. Μεθ' ό ανέστησαν και πάλιν όσα είχαν απομείνη λείψανα δημοκρατικά, των αρχαίων συντηρητικών μεταβληθέντων εις ποιητικούς πλάνητας ή επαγγελματικούς τυχοδιώκτας της ζωής.

Ο Ξενοφών ήτον από τους τελευταίους. Η αρμονία έχουσα αντιμέτωπον το χάος. Χάος δε ήσαν τα του Άστεως. Ο ωραίος ιππεύς, ο ευγενής ευπατρίδης, ο κομψός και στωμύλος αυτός έφηβος φεύγει εξ Αθηνών, ως έφυγαν όχι ολίγοι αριστοκρατικοί αρχαίοι οίκοι της Γαλλίας μετά την επικράτησιν των Δημοκρατικών της.

Ο Ξενοφών αισθάνεται τας Αθήνας, αι οποίαι όμως δεν δύνανται να τον αισθανθώσι πλέον. Τας αγαπά. Είναι η πατρίς του. Αλλ' η Τύχη του τείνει τον δάκτυλον αυτής ή προς την Ασίαν με τον Κύρον ή προς την Σπάρτην με τον Αγησίλαον, παντού αλλού πλέον εκτός των Αθηνών. Και ο Ξενοφών ακολουθεί την οδόν, ην του δεικνύει η Τύχη του.

*
* *

Εγνώρισα ένα — μέγα και εις το ύψος του μοναδικόν — παράδειγμα στρατηγού εγκολπωθέντος τους εχθρούς της πόλεως που τον γέννησε, διά να φανερώση όλον το προς την Πολιτείαν της μέχρι θανάτου μίσος του, τον Κοριολάνον. Και εγνώρισα εραστάς που αγαπούν με φρίκην, με μίσος την αγαπημένην των. Που την αποστρέφονται μεν ως αναξίαν των, και όμως, διότι επήραν άπαξ μίαν φόραν έρωτος, την αγαπούν, την θέλουν.

Το ιδανικόν των Αθηνών εις την διάνοιαν του Ξενοφώντος ήτο πολύ ανώτερον των Αθηνών των χρόνων του. Ηγάπα το ιδανικόν των Αθηνών εκείνων και, αν δεν εμίσει, δεν προσηρμόζετο όμως η ψυχή του προς τας Αθήνας ταύτας, τας γεμάτας από δημαγωγίαν και παράλυσιν.

Προσκληθείς ίνα μεταβή εις τας Σάρδεις από τον φίλον του Πρόξενον ανεχώρησεν εξ Αθηνών βέβαια με άφατον πίκρα στην καρδία του. Αυτός ανήκεν εις τους Άρχοντας. Και οι Άρχοντες είχαν απολέση όλην την παλαιάν των γοητείαν. Και έφευγε με το μυστικόν δάκρυ του ισχυρού που δύναται μεν να αποχωρισθή, αλλά χωρίς ποτέ να λησμονήση την αποχωριζομένην του.

Τας αναλογίας της ψυχής του Ξενοφώντος αισθάνομαι εγώ, που έχω την Αθηναίαν μητέρα μου όλην εις τα στήθη μου και αγαπώ τας διεφθαρμένας και ακαλλιτέχνους και οχλοκρατικάς της σήμερον Αθήνας με το μίσος εκείνο του εραστού που εσημείωσα άνω. Που φεύγω με μίσος προς αυτάς, διά να τας ποθήσω, επανερχόμενος, περισσότερον. Απόδημος κ' εγώ, ως ο Ξενοφών, ακολουθώ την ωραίαν τυχοδιωκτικήν ζωήν αυτού, κρατών, αντί όπως εκείνος σπάθην, κάλαμον. Και αντί, όπως εκείνος γράφων κατά τύχην, γράφων κατ' ανάγκην και . . . κλαίων με το μειδίαμα πάντοτε στα χείλη.

Ο οργασμός του Ξενοφώντος, με τα τριάντα χρόνια του, με την αγάπην του, με το μίσος του, με τας φιλοδοξίας του, με την εξωσθείσαν εκ της πατρίδος του αρχαίαν αριστοκρατικήν φυήν του, ο οργασμός αυτός εκδηλώνεται εν όλω αυτού τω μεγαλείω με 10 χιλιάδας Έλληνας τυχοδιώκτας εις χώραν μακρυνήν, ξένων και βαρβάρων, εις την Ασίαν.

Φθάνει εκεί χωρίς να γνωρίζη τι θα κάμη ή τι θα γείνη. Η τύχη του δουλεύει όμως. Η Ασία γεννά μίαν ωραίαν ψυχήν φιλόδοξον, την ψυχήν του Κύρου. Που αγαπά και ευνοεί τους Έλληνας. Αλλά και θέλει να εκθρονίση τον αδελφόν του, διά να βασιλεύσω αυτός δυνάμει της αγάπης ταύτης.

Ο Αρταξέρξης, ο αδελφός του, είναι ο πρεσβύτερος. Και η φύσις αναγνωρίζει εις τον πρεσβύτερον αυτόν, ως εις κάθε πρεσβύτερον, πρωτεία. Αλλ' ο Κύρος είναι ο διανοητικώτερος, ο ευγενέστερος. Και το πνεύμα και η ευγένεια, ως φύσις και αυτά, διεκδικούν τα δικαιώματά των επ' εκείνου. Η κτηνώδης κληρονομική βία ετοιμάζεται προς πάλην κατά της αυθαιρέτου μεν, αλλ' εκ της λεπτότητος και της διανοήσεως αντλούσης την ισχύν της, φύσεως του Κύρου.

Η πάλη γίνεται εις τα Κούναξα, παρά την Βαβυλώνα. Και, ως συνήθως συμβαίνει εις τον κόσμον τούτον, η βία ενίκησε το Πνεύμα. Τον στρατόν ακολουθεί και ο Ξενοφών, ως εθελοντής φέρων, μαζή με την μετριόφρονα αυτήν του ιδιότητα, και την μεγαλοφυίαν του.

Εις τας Αθήνας ήτον ο κατ' εξοχήν σπόρτσμαν. Οπλομάχος, φιλόστρατος, φίλαθλος, ιππεύς. Αυτά διά τους μυς, αφ' ενός, και διά την ευρυθμίαν της ψυχής του, αφ' ετέρου. Είπομεν, ήτο και μαθητής του Σωκράτους, μαθών τον τρόπον του πείθειν εις το τέλειον. Αι δύο του αύται ιδιότητες, λέγει ο Πανταζίδης, εξηγούν το στρατηγικόν αυτού δαιμόνιον κατά την Ανάβασιν και Κατάβασιν εκείνην των Μυρίων.

Πεζή, πεζοτάτη η εξήγησις. Οιονδήποτε Δαιμόνιον είναι ανεπίδεκτον οιασδήποτε ερμηνείας συμφώνως προς καθεστώτας νόμους, είτε κοινωνικούς τοιούτους είτε φυσικούς. Το στρατιωτικόν δαιμόνιον του Ξενοφώντος ηδύνατο να υπάρχη και άνευ των σπoρτ εκείνων, και άνευ της Σωκρατικής πειθούς αυτής. Δεν επλάσθη δι' αυτών. Εξωραΐσθη μόνον και ερρυθμίσθη. Εζήτει μίαν τινά διέξοδον εις την ζωήν. Αι Αθήναι δεν ήτο δυνατόν να του την δώσουν πλέον. Και του την έδωκεν ο Κύρος στην Ασίαν.

*
* *

Μέχρι της δολοφονίας των στρατηγών, ο Ξενοφών ήτον και αυτός ένας από τους κάποιους του στρατεύματος. Και θα ήτον ακόμη περισσότερον από τους κάποιους τούτους, εάν δεν κατέβαινε του Κύρου να εκθρονίση τον αδελφόν του διά της βίας. Η Τύχη λοιπόν ειργάζετο υπό την μορφήν της αποφάσεως της εκστρατείας ταύτης και υπό την μορφήν της δολοφονίας των στρατηγών εκείνης, διά να έλθη ένα ωραίον φαινόμενον Στρατηγικής στον κόσμον, ο Ξενοφών αυτός, να έλθη δε ούτω υπέροχον και ούτω μοναδικόν, ώστε να καταπλήξη, ως και κατέπληξε πράγματι, τον κόσμον.

Ο συγγραφεύς των «Απομνημονευμάτων» και της «Κύρου Παιδείας» δεν θα ήτο ικανός να τον δοξάση. Η ζωή του, άνευ της μοιραίας Αναβάσεως αυτής, θα περιωρίζετο ίσως εις ένα άκαρπον λακωνισμόν. βεβαίως εις μίαν μονότονον διέλευσιν των πεζοτέρων κύκλων της, χωρίς ούτε τα «Απομνημονεύματα» ούτε η «Κύρου Παιδεία» ούτε οιανδήποτε άλλο έργον του να δυνηθούν να τον ανυψώσουν μέχρι του θαυμασμού του κόσμου όλου, ως τον ανύψωσε μόνη η «Ανάβασις».

Η Ανάβασις αυτή είναι ένα μεγαλούργημα. Αναπηδά «ο στρατηγός ο δαιμόνιος» εκ του μέσου. Και αναπηδά με τόσην λιτότητα και τόσην ηρεμίαν, ώστε νομίζεις ότι η Τακτική του, παρ' όλα τα, άτινα διήλθε, βάσανα, δεν είναι παρά ένα ωραίον χάιδι του ρυθμού και της συμμετρίας και της αρμονικότητος της καθολικής του Σύμπαντος.

Προσκαλούμενος εις τον στρατόν του Κύρου, ούτε εγνώριζε κατά τίνος θα βαδίση αύριον. Εισήλθεν ως ένα άγνωστον νούμερο εις αυτόν. Και τίποτε άλλο. Ο Κύρος και αυτόν και τους περί αυτόν, εκτός του Κλεάρχου, είχε πείσει ότι θα βαδίσουν κατά των Πισιδών, ενώ αυτοί εβάδιζαν κατά της μεγαλειοτέρας Ειμαρμένης, την οποίαν ήτο δυνατόν ποτε να συναντήσουν άνδρες Έλληνες.

Μία ορμή ήτο και μία ορμή εφέρετο εις τον στρατόν αυτόν. Αλλά με γλύκα, με μυστικότητα, με ταπεινότητα. Και η ορμή αυτή ήτον ο υιός του Γρύλλου. Όταν επεφάνη πλέον κατ' ανάγκην ως Ισχύς και ως Μεγαλείον η ορμή αυτή, μετά την ήτταν του Κύρου παρά την Βαβυλώνα, ήλλαξεν ο ρυθμός δέκα χιλιάδων Ελλήνων τότε αυτοστιγμεί. Ο Ξενοφών είναι τότε η Πρόνοια. Είναι ο άγνωστος, που έλκεται από την αφάνειαν υπό του θεού, διά να εκτελέση τα προστάγματά του.

Και πώς, αλήθεια, τα εκτελεί! Όχι ως Ζευς υψιβρεμέτης, αλλ' ως ωραία χαμογελώσα Μοίρα, η οποία μόνον ένα «Εμπρός!» αιώνιον και σταθερόν και αναλλοίωτον και ακατάβλητον έχει πάντοτε προ οφθαλμών της . . .

Ιδού η Ανάβασις αύτη, διά να ίδη ο αναγνώστης πώς βαδίζει ο Ξενοφών και πώς μάχεται και πώς νικά και πώς αγορεύει και πώς πείθει. Ένα πράγμα μόνον θα εξάρω εδώ. Ότι η Τέχνη είναι τόσον ευρεία εις τους πόθους της, ώστε περιέλαβε και την Ανάβασιν αυτήν ως ένα εκ των θαυμαστοτέρων εις τον κόσμον φαινομένων της. Δεν ομιλώ περί του έργου αυτού ως συγγραφής. Αλλά περί της Αναβάσεως ως εκστρατείας. Εις χείρας του Ξενοφώντος αποτελεί αύτη καλλιτέχνημα. Τόσον ωραία βαδίζει, διατάσσει, αντιπαλαίει, υπερπηδά, καταβάλλει, κατευνάζει, σαγηνεύει, συγχωρεί, επιτιμά, οργίζεται, ώστε όλαι αι διαθέσεις αύται αποτελούν ένα υπέρτατον καλλιτεχνικόν σύμπλεγμα κινήσεων διά μέσου των ορέων και των ποταμών και των ερήμων και των αγρίων της Ασίας, τόσον αρμονικόν ως όλον, τόσω συμμετρικόν εις τα μέρη του, ωσάν να ήτο κάποιο τέλειον μεγάλου της Αρχαιότητος τεχνίτου άγαλμα.

Ο Ξενοφών «έγραψε» την Ανάβασιν, πριν ή την γράψη πράγματι. Αι αναλογίαι των καθ' έκαστα μερών του έργου τούτου, ασχέτως προς τον μέγαν ή μικρόν βαθμόν της ωραιότητός των, νομίζει τις ότι έπρεπε προηγουμένως να υπάρξουν εις τα καθ' έκαστον μέρη της εκστρατείας ταύτης διά να συντεθούν κατόπιν εις σελίδας. Η Ανάβασις λοιπόν δεν υπάρχει ως Έργον μόνον, αλλά και ως Ζωή. Η τέχνη του είναι η τέχνη των βημάτων, των επιθέσεων, των λογχισμών, των πηδημάτων, των φορών, των καταλήψεων, των νικών.

Ο Ξενοφών λοιπόν είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός εις τας μεγάλας της εκστρατείας του γραμμάς. Και τόσον μάλιστα, ώστε να κατορθώνη να διοχετεύη την καλλίτεχνον στρατηγικήν του ταύτην και εις την περιγραφήν της. Είναι ο καλλιτέχνης στρατηγός, ούτινος η τέχνη από των μαχών σύρεται και ξεχειλίζει μέχρι των περγαμηνών και των παπύρων, όπου έγραφεν.

*
* *

Επιστρέφει, και ο νόστος τον κατέχει ολόκληρον. Πατεί το πόδι του εις το Βυζάντιον. Αλλά και εντεύθεν ο νόστος προς τας Αθήνας παραμένει πάντοτε ακέραιος. Το ότι είδε «θάλατταν» επί τέλους, θάλατταν Ελληνικήν, και ότι ευρίσκετο από της Τραπεζούντος μέχρι του Βυζαντίου πάντοτε μεταξύ Ελλήνων, δεν τον ικανοποίει.

Εφιλοδόξει Αθήνας. Αλλ' αι Αθήναι του τον φυγαδεύουν διά ψηφίσματος, κατ' άλλους μεν διά τον λακωνισμόν του, κατ' άλλους δε διότι εξεστράτευσε μετά του εχθρού των Αθηναίων Κύρου. Το πολυθρύλητον ζήτημα αυτό δεν θα εξακριβώσω εδώ. Το βέβαιον είναι τούτο: ότι ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων. Και ότι ο λακωνισμός του αυτός ένα εκ των χαρακτηριστικωτέρων του αποτελεσμάτων έσχε την μετά του χαρακτηριστικώτατα λακωνίζοντας επίσης Κύρου εκστρατείαν του.

Και λοιπόν, αφού ο Ξενοφών είναι φιλολάκων, είναι μισαθηναίος, άρα! Άρα ο Ξενοφών είναι ένας επαίσχυντος, είναι ένας προδότης! Έτι περισσότερον είναι, αφού φθάνει μέχρι του σημείου: εις την εν Κορώνεια μάχην να είναι εν τω στρατοπέδω των Σπαρτιατών παράπλευρος του Αγησιλάου!

Όχι! μυριάκις όχι! Μία ψυχή ως η του Ξενοφώντος δεν κρίνεται ποτέ εκ των έργων της, αλλ' εκ των προθέσεών της. Ο Ξενοφών ήτο φιλολάκων! Και είθε, μετά τον θάνατον του Περικλέους, ότε ενέσκηψαν εις τας Αθήνας τα ανεμοφορητότερα των τριόδων πνεύματα, διά να διευθύνουν τας τύχας του ήδη παρημελημένου Δήμου, είθε να εγίνοντο όλοι οι Αθηναίοι τότε φιλολάκωνες. Πολιτικώς — εννοώ — να εφρόνουν τα των Λακώνων.

Το εύχαρι και διαυγές και ακτινοβόλον πνεύμα των βεβαίως δεν ήτο δυνατόν να μεταβαπτισθή εις Σπαρτιατικόν ώμον και σκληροτράχηλον. Αλλά το πνεύμα αυτό, του οποίου και μίαν εγώ ακτίνα δεν αντιζυγίζω προς όλον το διανοητικόν και καλλιτεχνικόν (!) της Σπάρτης παρελθόν, το πνεύμα αυτό, μαντεύον την κατωφέρειαν, εις ην εφέροντο τα πολιτικά των Αθηναίων πράγματα, ηδύνατο πράγματι δι' επιδεξίας τινός χειρός να οιακοστροφήση ταύτα προς την ομολογουμένην στιβαρότητα των πολιτικών Σπαρτιατικών ηθών, προς μίμησιν εξ αυτών και παραδειγματισμόν.

Ο Ξενοφών ως πνεύμα ήτον Αθηναίος. Αλλ' ως χαρακτήρ εσπαρτιάτιζε. Και θα εσπαρτιάτιζε, και εάν ακόμη δεν ανήκεν εις τους Αριστοκρατικούς, την τάξιν την βλέπουσαν ομαλώς μεν, αλλά και ισχυρώς, λιτώς μεν, αλλά και τετραγωνικά σωφρόνως, τα πράγματα της ζωής του κόσμου. Ήθος άλλως τε σωκρατικώς συγκεκροτημένον, χαρακτήρ δράσεως μεν, αλλά μετά λογικής, συμμετρία απόλυτος όλων των ψυχικών και διανοητικών αυτού δυνάμεων — χρήσιμα πάντα ταύτα, εάν δεν κατηυθύνοντο προς την Στρατηγικήν, αλλά προς την Τέχνην, να ανεγείρουν νέον Παρθενώνα εις τον κόσμον — όλα αυτά βεβαίως έκλιναν την πλάστιγγα της ψυχής του προς την Σπάρτην.

Ο Ξενοφών ήθελε τότε ό,τι ζητούμεν ημείς σήμερον. Κράτος δηλ. και πάλιν Κράτος και μόνον Κράτος. Το πνεύμα, όπως και σήμερον, έρρεε διά των οδών. Αλλ' η Πολιτεία κατέρρεε διά των τριόδων. Και εθύμωνε και ηθύμει και ηγανάκτει βέβαια μέσα του. Όχι κατά της Πατρίδος του. Αλλά κατά των Αθηναίων, θαπτόντων την ευγενή Πατρίδα του.

Υπάρχουν προδόται που γίνονται τοιούτοι εξ αγάπης ανυπερβλήτου, ασυγκρίτου, ιδανικής προς τα πατρώα εδάφη. Προδόται που εξαγνίζουν και εξωραΐζουν και εξιδανικεύουν την εις άλλα εδάφη δράσεως ζοφεράν της προδοσίας έννοιαν. Όταν οι την πατρίδα μου κατοικούντες Έλληνες είναι ανάξιοι αυτής και του παρελθόντος της, εγώ δε θεωρούμαι πλέον υπ' αυτών ως άχρηστος και απροσάρμοστος εις τα κατ' οίκον και δημοσία αίσχη των, και τους Έλληνάς της τούτους εώ χαίρειν εις τας ατιμίας των και τα όργιά των, έστω και διά παντός, και συμφιλιούμαι ακόμη προς τους εχθρούς αυτής, ων η πολιτεία όμως και η προς τους νόμους υποταγή και ευπείθεια, μεταβιβαζόμενα εις «τη δόλια» εκείνη, θα την ανίστων εκ του τάφου ένδοξον, χωρίς εν τούτοις να υπάρχη καμμία εκείθεν ελπίς μεταβιβάσεως· τοιαύτην, λέγω, πατρίδα, όταν ανεπανορθώτως και ανεκκλήτως βλέπω φερομένην προς την παρακμήν, τις μωρός θα με ονομάση προδότην, εάν, μη δυνάμενος πλέον να την ωφελήσω διά της αγάπης μου, την αγαπώ πλέον διά του μίσους μου ή της αδιαφορίας μου ή και της περιφρονήσεώς μου ;

Όχι μόνον διότι ηκολούθησε τον φιλολάκωνα Κύρον εις την Ασίαν, ή διότι η συντηρητικότης του, ήτις δεν ήτο τίποτε άλλο παρά αρμονία, όχι σχολαστικισμός και όχι νοικοκυροσύνη άνοστη, εστράφη προς την Σπάρτην, ης την πολιτείαν εζήλευε και εφθόνει, αλλ' ακόμη και εάν ύψωνε χείρα εκδικητικήν εν Κορωνεία κατά των συμπολιτών του, ων η συμπολιτοσύνη όμως έβλεπεν ότι ωδήγει τας Αθήνας εις τον εν Χαιρωνεία όλεθρον, ακόμη, λέγω, και εάν τούτο έπραττεν, όχι! μυριάκις όχι! ο Ξενοφών δεν είναι δυνατόν να ονομασθή προδότης. Απέναντι των μεγάλων εκρήξεων ψυχής δικαίας η υψίστη δικαιοσύνη βέβαια φθάνει πολλάκις εις αδικίαν. Αδικίαν όμως που δεν ατιμάζει, αφού προέρχεται από την εξαιρετικήν, εξ εξαιρετικής ψυχής, αντίληψιν αυτής και στάθμην.

*
* *

Φυγάς πλέον ο Ξενοφών. Και φυγάς διά παντός. Εις δωρηθέν αυτώ, τιμής ένεκα, υπό της Σπάρτης κτήμα, τον Σκιλλούντα, ιδιωτεύει ήδη έχων απέραντον υποστατικόν, ναούς, οικίας, τεμένη, κυνήγια, δάση, ό,τι θα ηδύνατο να εμφανίση τον Ξενοφώντα τέλειον διά την εποχήν εκείνην Άρχοντα, υπό την Νεοελληνικήν της λέξεως σημασίαν.

Ο Ξενοφών εκεί δεν είναι παρά μία νότα της Φύσεως ευγενεστάτη. Αι αρμονίαι της ευρίσκουν τόσην ηχώ εις την ψυχήν του! Ο τίμιος αυτός άνθρωπος, ο τίμιος άνευ μεταφυσικών ως ο Πλάτων ιδεολογιών, την μεγαλοφυίαν του οποίου δεν είχε μεν ούτε το ύφος ούτε την λεπτότητα ούτε την τέχνην, ον υπερτερεί όμως εις την «τιμιωτέραν» διατύπωσιν των νοημάτων και διδασκαλιών του μεγάλου Αθηναίου διδασκάλου των, ο τίμιος, λέγω, αυτός άνθρωπος, έγεινεν εκεί εις το κτήμα του, όπου και συνέγραψεν ό,τι υπό το όνομά του φέρεται, ένα κομμάτι Φύσεως τόσω ωραίον και τόσω αρμονικόν, ώστε μόνον διά την ευγένειαν της ζωής του αυτής να δικαιολογήται όλη η προς τους Σπαρτιάτας πολιτεία του.

Ο Ξενοφών είναι ήθος, είναι πνεύμα, είναι κρίσις, είναι χαρακτήρ. Είναι αυτή η υγεία της ζωής η φυσιολογικωτέρα. Καμμίαν ανωμαλίαν δεν επήρεν από την Αττικήν Φύσιν. Και τίποτε από το ευμετάβολον αυτής. Και τίποτε από το πτητικόν και αερινόν και αιθέριον αυτής.

Αλλ' η Αττική φύσις έρχονται ημέραι — και είναι όχι ολίγαι αι ημέραι αυταί — καθ' ας είναι όλω και αρμονία. Άνθησις, ουρανός, ατμόσφαιρα, φως, χρώμα, τα πάντα είναι εν αναλογία. Γύρω δε γαλήνη και ηρεμία και ιερότης έξοχος. Μία ευσέβεια επιτάσσεται τότε αοράτως προς το εκπάγλου κάλλους αυτό όραμα, ευσέβεια, υπό την οποίαν γονατίζει η ψυχή και στρέφονται τα βλέμματα Άνω, προς το Κυανούν, με την θειοτέραν μέσα των αναλαμπήν εκστάσεως και λατρείας.

Ο Ξενοφών λοιπόν είναι η ωραία υγεία της στιγμής αυτής. Ης έχει την ευσέβειαν εκείνην όλην αναρπάση, και ης το μυστικόν ρέει δι' όλης της ζωής του ως νάμα. Ο Ξενοφών είναι η μουσική η προσγειοτέρα, που δεν έχει μεν τίποτε Μπετόβειον, έχει όμως όλους τους ρυθμούς εντός της, παιάνος αρχαϊκού προς μάχην και προς θρίαμβον. Το σώμα του ορθούται ακέραιον, ευθυτενές, σαν σώμα ωραίου Έλληνος ανδρός, με ένα υπέρτατον αριστείον εις τα στήθη του, το αριστείον της τιμής και της συνεπείας εις εαυτόν εις κάθε λόγον του ή πράξιν.

Εκεί, εις την Σκιλλούντα, τα έργα του που γράφει, γίνονται ένα με την πέριξ υγείαν της Φύσεως και της Ζωής. Δεν ανέρχεται εις τας μεταφυσικότητάς των. Αλλά τας παρατηρεί τιμίως και ασφαλώς. Ο Ξενοφών είναι ο τύπος του καλού καγαθού υπό την αρχαίαν έννοιαν των λέξεων. Είναι ο τύπος του χρηστού και του δικαίου. Όλη η «Ανάβασις» θάλλει και ανθίζει και καρποφορεί αδρότατα την χρηστότητα αυτήν, το δίκαιον αυτό, εις κάθε αυτής κύκλον.

Ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται και ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται». Το του Ευαγγελίου Θείον αυτό ρήμα, η φύσει προφητική, αλλ' εκ των γεγονότων προφητική κ' εκ των πραγμάτων, ψυχή του προμαντεύει ούτω: «και ο Θεός (ο Θεός! η γενική του και παγκόσμιος έννοια δεν διαφεύγει την Σωκρατίζουσαν μεν, θυμόσοφον δε διάνοιαν του Ξενοφώντος) και ο Θεός ίσως άγει ούτως, ος τους μεγαληγορήσαντας ως πλέον φρονούντας ταπεινώσαι βούλεται, ημάς δε τους από των Θεών αρχομένους εντιμοτέρους εκείνων καταστήσαι».

Τίποτε το υπερφίαλον δεν έχει. Ντρίτος εις όλα. Ευθύς. Και με κρίσιν, υπό το φως της οποίας ίσως θα ηδύνασο κάποτε ν' αναμνησθής την εν τω Ευαγγελίω, με την οποίαν θα εκρίνοντο «οι τα αγαθά ποιήσαντες» και «οι τα φαύλα πράξαντες». Τόσην ισχύν έχει και τόσην κρυσταλλώδη διαφάνειαν εις το θέτειν τα ζητήματα, εις το ερευνάν αυτά, εις το αποδεικνύειν, εις το συνδυάζειν, εις το σταθμίζειν, εις το συμπεραίνειν.

Η δε ευσέβειά του έχει και αυτή προαναπόλησίν τινα χριστιανικήν, όταν λέγη ότι εν καιρώ κινδύνων και αποριών περί του πρακτέου και επιβουλών και πολέμων και αγνοιών το «συν Θεώ πράττειν» είναι θεσμός της ψυχής υπέρτατος.

Ο «αριστοκράτης» Αθηναίος δεν ήτο δυνατόν ή να είναι ο «ευσεβής» της Αναβάσεως υφ' όλας αυτού τας ποικιλίας. Όταν λέγη «Θεόν» μόνον και ουχί «Θεούς», βεβαίως προφοιβάζεται την Ευαγγελικήν του Ναζωραίου δόξαν. Και βεβαιότερον η τελευταία αυτή, διά των λόγων του, διά των του Πλάτωνος. 400 έτη πριν λάμψη εις τον κόσμον, ενωράθη επί του διανοητικού ουρανού του Άστεως ως Λόγος.

Η ευσέβεια αύτη είναι η μόνη δυνατή φιλοσοφία εις τον Ξενοφώντα. Η μέχρι προλήψεων εδώ, η μέχρι καθολικότητος εκεί. Εκεί φωνάζει εις την ψυχήν του η Παράδοσις και το Καθεστώς. Εδώ φωνάζει η μεγάλη φωνή του Παύλου εμφαίνοντος τον «Άγνωστον Θεόν».

Ο άνθρωπος που διαρκώς μαντεύεται και σπλαγχνοσκοπεί και οιωνοσκοπεί και θυσιάζει και ονειρεύεται απέκτησε καθ' έξιν, γενομένην πλέον εις την ψυχήν του ένστικτον, μίαν σταθεράν ψυχικήν ανάτασιν, από την οποίαν, εάν δεν εκπορεύεται πάντοτε ο ενιαίος και μοναδικός Θεός, πάντοτε όμως εκπορεύεται ο αιώνιος προς το Θείον σεβασμός, έστω και όταν ούτος φθάνη μέχρις αίματος . . .

*
* *

Ο Πανταζίδης γράφων περί του Ξενοφώντος ως συγγραφέως λέγει — υπό τινα βεβαίως τύπον μειώσεως της συγγραφικής του αξίας — ότι «έγινε συγγραφεύς εκ τύχης και περιστάσεων, ουχί δε συναισθανόμενος τοιαύτην εν εαυτώ αποστολήν». Τούτο είναι αληθέστατον. Αλλ' — ερωτάται — τι θα 'πή «γράφειν εκ τύχης» και «γράφειν εξ αποστολής»; Το γράφειν είναι απλούστατα ένστικτον, το οποίον, από δυναμικόν που είναι, το κάνει ενεργητικόν πότε η ανάγκη και πότε η περίστασις.

Δύναται να υπάρχη «αποστολή συγγραφική» και όμως να μην υπάρχη καμμία εις την συγγραφήν αξία. Και δύναται να γράψη κανείς «εκ τύχης» και η τύχη να βγάλη εις το μέσον αριστούργημα. Επαναλαμβάνω: αρκεί να υπάρχη το ένστικτον της πέννας. Και ελησμόνησα να προσθέσω: αρκεί το ένστικτον αυτό να έχη εξευγενισθή ή κληρονομικώς, από προγόνου εις απόγονον, ή διά των εντυπώσεων και της πείρας ή από μίαν μεγάλην μεν, αλλ' ωραίαν της ζωής σφοδρότητα.

Την τέχνην θα την δώση ο όλος του συγγραφέως χαρακτήρ. Το ήθος του, η περιπέτειά του, ο σκοπός του, η ευθύτης του, αι σπουδαί του, το περιβάλλον όπου ζη και η ευγένεια. Ο Πλάτων είχεν αποστολήν, ουδείς βέβαια αντιλέγει. Αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι η αφέλεια, η απλότης και η σαφήνεια, αι κυριώτεραι των συγγραφών του Ξενοφώντος αρεταί, δεν δύνανται να φθάσουν το ύψος της καλλιτεχνικής μορφής, εις το οποίον έφθασαν εξ άλλων αρετών συγγραφικών τα έργα του εξ αποστολής γράψαντος ιδεολόγου Πλάτωνος.

Τάχα ο Δαυίδ, γράφων τους δαιμονίους του Ψαλμούς, είχεν αποστολήν συγγραφικήν; Ή όλοι οι αρχαίοι Εβραίοι συγγραφείς, Σολομών, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Ιώβ, όλοι εξ Εβραϊκής απόψεως αριστοτέχναι του Θείου Ιερογράφοι, τάχα είναι κατώτεροι των εξ αποστολής γραφόντων συγγραφέων, διότι ο μεν εξ αυτών έγραψεν υπό την πίεσιν της Μετανοίας ή ο άλλος υπό την πίεσιν της Ματαιότητος ή ο τρίτος υπό την πίεσιν των αγρίων της Πατρίδος του δυστυχιών;

Ένα είναι θετικόν, ότι ο Ξενοφών είναι «συγγραφεύς». Αλλ' εκεί όπου φρονούν τινες ότι είναι έξοχος, εις την περιγραφήν, εγώ φρονώ ότι είναι μετριώτατος. Είναι δε πράγματι έξοχος, όπου τον εμπνέει η στρατιωτική του μεγαλοφυία, διά να πείση ή διά να παρορμήση ή διά να ενθουσιάση, εις τας δημηγορίας του.

Η παρατήρησις εν αυτώ είναι μοναδική και οξυτάτη και λεπτομερής. Η σύνθεσίς της όμως χαλαρά ή αδεξία. Ήτον ο Σωκράτης περιγραφικός; Παν άλλο. Ως διαλεκτικός, ως ερωτηματικός, ως συνθετιστής ή αναλυτικός της ανθρωπίνης σκέψεως ήτον αληθώς δαιμόνιος. Και ο Ξενοφών, εκεί όπου η διαφάνεια του Αττικού αιθέρος επιτρέπει δι' αυτής να φαίνεται και η ελαχίστη πτυχή του εγκεφάλου του, όπου γίνεται ένα με αυτόν, όπου όλος ο Σωκρατικός αέρας διέρχεται ως απαλή θωπεία ευγενεστάτη δι' όλων των πτυχών της διανοίας του, ο Ξενοφών είναι αντάξιος μαθητής του διδασκάλου, και η δημηγορία του με ό+λας τας ποικιλίας των γλωσσικών μορίων, αποτελούντων τους στερεωτέρους της αρμούς, εγγίζει τότε όλα του «αριστουργήματος» τα ύψη ανάερος, χαριτωμένη, ελαφρά, ευγενική, ωραία. Ως ιστορικός δε, με την απλότητα, ην έχει, σε ξαφνίζει με τους προσανατολισμούς της τους σεμνούς πολλάκις προς τα Ιερά των Εβραίων Γράμματα.

Ο Ξενοφών έχει δι' όλου του έργου του την επιβολήν δεμένην με τον χαρακτήρα. Πλουτάρχειον χαρακτήρα με χρώματα Ρεμπράν. Επιβολήν επί Αρκάδας και Λακεδαιμονίους και Μαντινείς και Αχαιούς, επί πάντας, ων κατά την Ανάβασιν προέστη. Επιβολήν ούτε εκ τραχύτητος, ούτε εκ σκαιότητος, ούτε εκ συνοφρυώσεων, ούτε εκ θυμών, ούτε εξ εξοργίσεων.

Είναι ο θηριοδαμαστής εκείνου του στρατεύματος, ο με πειθώ και διαλεκτικήν και χάριν. Εάν δεν υπήρχεν αυτός μετά την δολοφονίαν των στρατηγών, το στράτευμα εκείνο θα εγίνετο βορά των βαρβάρων ή των θηρίων· θα εχάνετο μία δόξα, η της Αναβάσεως. Και το ωραίον όνειρον που επέρασε διά των βαρβαρικών χωρών εκείνων ως όνειρον Ελληνισμού υπέροχον, θα έσβυνε σαν σαπουνόφουσκα στο χάος. Τώρα μένει. Η Τραπεζούς, η οποία πρώτη είδε τα αρήια εκείνα σώματα, είναι τουλάχιστον εκεί ακόμη το τέρμα της επί θάλατταν εποποιιακής εκείνης εκστρατείας. Και είναι ο Ξενοφών η δύναμις του ονείρου αυτού, το φως του.

Ολίγας λέξεις ακόμη περί της μεταφράσεως. Εις αυτήν λέγω ότι ηρνήθην σχεδόν εντελώς την ατομικότητά μου. Το ύφος μου εις ελάχιστα σημεία μόνον έχω. Ηθέλησα να σεβασθώ τον συγγραφέα καθ' ολοκληρίαν. Πιστώς δε μέχρι του ελαχίστου του, μέχρι του επουσιωδεστάτου του μορίου. Ο σκοπός μου ήτο μόνον «τι θέλει να 'πή ο Ξενοφών». Τίποτε άλλο. Πώς θα το έλεγα εγώ, με το ιδικόν μου ύφος, ούτε εσκέφθην.

Περιέπεσα επίτηδες εις το «δυστύχημα» να μην έχη σχεδόν κανένα ύφος η μετάφρασίς μου. Και εθυσίασα κάθε εγώ επί των σελίδων του. Έως εκεί ενόμισα ότι έπρεπε να φθάση η ευλάβειά μου. Εάν η Νεοελληνική γλώσσα, ακολουθούσα το ύφος και την ομαλότητα οιουδήποτε αρχαίου συγγραφέως, χωρίς καμμίαν παρεμβολήν ούτε του γούστου, ούτε του ύφους του μεταφραστού εις την μετάφρασιν, παρουσιάζη αυτήν μετάφρασιν διά την σύγχρονων καλαισθησίαν και μουσικήν σύνθεσιν της φράσεως άτονον και λιτήν και ήρεμον, έστω και χαλαράν ακόμη, αδιαφόρησα. Είπα: ηρνήθην τον εαυτόν μου εντελώς. Κ' επρόσεξα μόνον εις την ευσυνειδητοτέραν της φράσεως απόδοσιν. Διά να είναι δε η απόδοσις αυτής τελειοτέρα, εντός παρενθέσεως, όπου μεν επρόκειτο ν' αποδοθή σαφέστερον, ενέθεσα και άλλην μετάφρασιν αυτής αναλυτικωτέραν, όπου δε ζωηρότερον και παραστατικώτερον, και δημοτικήν. Με δύο λέξεις: Ο αναγινώσκων την πολύμοχθον, την απ' ευθείας εκ του κλασικού κειμένου μετάφρασίν μου αυτήν, φρονώ, ότι θα ηδύνατο να είπη απεριφράστως, αρκεί μόνον ολίγον να προσέξη: την κατάλαβα!

Δημήτριος Αναστασόπουλος
Ο Αθηναίος

ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.


Υπό του Δαρείου και της Παρυσάτιδος εγεννήθησαν δύο υιοί, των οποίων ο μεγαλείτερος μεν ωνομάζετο Αρταξέρξης, ο νεώτερος δε Κύρος. Επειδή δε ησθένει ο Δαρείος και προεμάντευε τον θάνατόν του, επεθύμει να είναι πλησίον του και οι δύο υιοί του.

Και ο μεγαλείτερος μεν ήτο παρών. Τον δε Κύρον προσεκάλεσε να έλθη από την έδραν της διοικήσεώς του, της οποίας τον είχεν αναδείξη σατράπην και στρατηγόν όλων των εν τη περιφερεία του Καστωλού αθροιζομένων στρατευμάτων. Αναβαίνει λοιπόν ο Κύρος παραλαβών μαζή του και τον ως φίλον υπ' αυτού θεωρούμενον Τισσαφέρνην, προς τούτοις δε και τριακοσίους Έλληνας οπλίτας υπό στρατηγόν τον Ξενίαν Παρράσιον.

Αφού δε απέθανεν ο Δαρείος και κατέλαβε τον βασιλικόν θρόνον ο Αρταξέρξης, ο Τισσαφέρνης συκοφαντεί τον Κύρον προς τον αδελφόν του, ότι τάχα τον επιβουλεύεται. Ούτος δε πείθεται και συλλαμβάνει τον Κύρον με τον σκοπόν να τον φονεύση. Η δε μήτηρ, παρακαλέσασα αυτόν να τον αφήση ελεύθερον, τον αποστέλλει πάλιν εις την έδραν του.

Ο δε Κύρος, άμα ως απηλλάγη του κινδύνου και της γενομένης εις αυτόν προσβολής, σκέπτεται να απελευθερωθή πλέον της εξουσίας του αδελφού του και, αν το κατορθώση, να βασιλεύση αυτός αντ' εκείνου. Προς τούτο, η μεν Παρύσατις, η μήτηρ του, υπεβοήθει τον Κύρον παραμένουσα πλησίον του, αγαπώσα δε περισσότερον αυτόν ή τον βασιλεύοντα υιόν της Αρταξέρξην.

Οιοσδήποτε δε ήρχετο προς αυτόν παρά του βασιλέως (ως απεσταλμένος), τοιούτων ηξιούτο υπό του Κύρου περιποιήσεων, ώστε, επιστρέφων, να είναι μάλλον φίλος αυτού ή του βασιλέως. Επεριποιείτο δε πάντας όσοι εκ των Περσών ήσαν πλησίον του, ώστε και ικανοί να είναι προς πόλεμον εν καιρώ και ευνοϊκώς να είναι διατεθειμένοι υπέρ αυτού.

Τας δε Ελληνικάς στρατιωτικάς δυνάμεις συνήθροιζεν όσον του ήτο δυνατόν κρυφίως, επί τω σκοπώ να καταλάβη εντελώς απροετοίμαστον προς πόλεμον τον βασιλέα. Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον συνέλεγε τα στρατεύματα. Παρήγγειλεν εις έκαστον των φρουράρχων των πόλεων, εις τας οποίας είχε προς φύλαξιν αυτών φρουράς, να λαμβάνουν στρατιώτας Πελοποννησίους όσον το δυνατόν περισσοτέρους και γενναιοτέρους, προφασιζόμενος ότι ο Τισσαφέρνης επιβουλεύει τας πόλεις. Αληθώς δε αι Ιωνικαί πόλεις ανήκον εις παλαιοτέραν εποχήν εις τον Τισσαφέρνην, δωρηθείσαι εις αυτόν υπό του βασιλέως. Ήδη δε όλαι, εκτός της Μιλήτου, είχαν αποστατήση προς τον Κύρον.

Προβλέπων λοιπόν ο Τισσαφέρνης ότι και οι κάτοικοι της Μιλήτου σκέπτονται επίσης ν' αποστατήσουν προς τον Κύρον, άλλους μεν εξ αυτών εφόνευσεν, άλλους δε εξεδίωξεν. Ο δε Κύρος δεχθείς τους φυγάδας και συγκροτήσας στράτευμα επολιόρκει κατά γην και κατά θάλασσαν την Μίλητον και προσεπάθει παντί τρόπω να επαναφέρη τους εκδιωχθέντας εις την πατρίδα των. Και το γεγονός αυτό του εχρησίμευσεν ως νέα πρόφασις και πάλιν προς συλλογήν στρατευμάτων.

Προς δε τον βασιλέα Αρταξέρξην παρήγγειλε να δοθούν μάλλον εις αυτόν, ως αδελφόν του, αι περί ων ο λόγος πόλεις, παρά να είναι άρχων αυτών ο Τισσαφέρνης. Προς επιτυχίαν δε του σκοπού του αυτού συνέπραττε και η μήτηρ του. Ούτω ο βασιλεύς την εναντίον μεν αυτού επιβουλήν του Κύρου δεν ηννόει, ενόμιζε δε ότι ούτος δαπανά διά τον στρατόν, επειδή ευρίσκετο εις πόλεμον με τον Τισσαφέρνην. Ώστε δεν εδυσφόρει διόλου, βλέπων ότι αυτοί επολέμουν κατ' αλλήλων. Άλλως τε ο Κύρος απέστελλε τακτικά εις τον βασιλέα τους εκ των πόλεων εκείνων εισπραττομένους φόρους, αι οποίαι έτυχε να υπάγωνταί ποτε υπό τον Τισσαφέρνην.

Νέον δε στρατόν συνέλεγεν εν τη απέναντι της Αβύδου κειμένη Χερρονήσω κατά τον εξής τρόπον. Ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος ήτο μεταξύ των φυγάδων. Τούτον γνωρίσας εκ του πλησίον ο Κύρος εξετίμησε και του έδωκε δέκα χιλιάδας δαρεικών (1) . Αυτός δε, παραλαβών τα χρήματα, συνέλεξε δι' αυτών στράτευμα και, εκ της Χερρονήσου ορμώμενος, επολέμει προς τους Θράκας τους υπεράνω του Ελλησπόντου κατοικούντας, γενόμενος ούτω ωφέλιμος εις τους Έλληνας. Ώστε και χρήματα εκουσίως συνεισέφερον αι Ελλησποντιακαί πόλεις προς συντήρησιν των στρατιωτών του. Τοιουτοτρόπως δε και τούτο το στράτευμα συνετηρείτο υπ' αυτού κρυφίως.

Ο δε Αρίστιππος ο Θεσσαλός, όστις είχε ποτε φιλοξενηθή υπό του Κύρου, πιεζόμενος υπό των εν τη πατρίδι του στασιωτών του αντιθέτου κόμματος, έρχεται προς τον Κύρον και του ζητεί ως δύο χιλιάδας στρατιώτας και τον προς διατροφήν αυτών επί τρεις μήνας ανάλογον μισθόν, νομίζων ότι μόνον κατ' αυτόν τον τρόπον θα ηδύνατο να κατισχύση των αντιπάλων του. Ο δε Κύρος δίδει εις αυτόν τέσσαρας χιλιάδας στρατιώτας και μισθόν δι' έξ μήνας και τον παρακαλεί να μη συνδιαλλαγή μετ' αυτών, πριν ή συνεννοηθή μαζή του. Ούτω δε και πάλιν ετρέφετο υπ' αυτού κρυφίως και το εν Θεσσαλία στράτευμα.

Προς τον επίσης δε φιλοξενηθέντα ποτέ υπ' αυτού Πρόξενον τον εκ Βοιωτίας παρήγγειλεν, αφού λάβη όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας, να σπεύση προς αυτόν, επειδή σκοπεύει να εκστρατεύση κατά των Πισιδών (2) διότι οι Πισίδαι ούτοι ενοχλούν την χώραν του. Προς δε τον εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετον και τον εξ Αχαΐας Σωκράτην, επίσης και τούτους φιλοξενηθέντας άλλοτε υπ' αυτού, παρήγγειλε να λάβουν όσον το δυνατόν περισσοτέρους άνδρας και να έλθουν προς αυτόν, επειδή σκέπτεται να πολεμήση μετά των φυγάδων της Μιλήτου κατά του Τισσαφέρνους. Όλοι δε αυτοί συνεμορφούντο προς τας παραγγελίας του.

Κεφάλαιον δεύτερον.


Όταν δε πλέον ενόμισεν ότι είναι κατάλληλος ο καιρός να εκστρατεύση (να βαδίση προς τα μεσόγεια), επροφασίσθη κατ' αρχάς ότι θέλει να εκδιώξη εντελώς από την χώραν των τους Πισίδας. Συναθροίζει λοιπόν τα Περσικά και Ελληνικά στρατεύματα ως εάν επρόκειτο να πολεμήση εναντίον των. Συγχρόνως δε παραγγέλλει και εις τον Κλέαρχον να έλθη, αφού παραλάβη όσον είχε μαζή του στράτευμα, και εις τον Αρίστιππον, αφού συμφιλιωθή προς τους εν τη πατρίδι του αντιπάλους του, να του αποστείλη όσον είχε πλησίον του στρατόν. Επίσης και εις τον Ξενίαν τον εξ Αρκαδίας, όστις ήτο στρατηγός του εις τας πόλεις υπάρχοντος ξενικού (μισθοφορικού) στρατού, παρήγγειλε να έλθη, αφού παραλάβη όλους τους στρατιώτας, εκτός εκείνων, οίτινες ήσαν επιτήδειοι προς υπεράσπισιν των φρουρίων (ακροπόλεων).

Προσεκάλεσε δε και τους πολιορκούντας την Μίλητον και διέταξεν όλους τους φυγάδας της να εκστρατεύσουν μετ' αυτού, υποσχόμενος εις αυτούς, εάν ήθελον πολεμήση και συμπεριφερθή καλώς εις τον πόλεμον, να μη τους στερήση της προστασίας του, πριν ή επαναφέρη αυτούς εις την πατρίδα των. Ούτοι δε ευχαρίστως επείθοντο. Διότι έδιδον ιδιαιτέραν πίστιν εις τους λόγους του. Και παραλαβόντες τα όπλα ήλθον (ο είς μετά τον άλλον) εις τας Σάρδεις.

Και ο μεν Ξενίας ήλθεν, αφού παρέλαβεν εκ των ευρισκομένων εις τας πόλεις στρατευμάτων περί τας τέσσαρας χιλιάδας οπλίτας. Ο δε Πρόξενος ήλθε φέρων μαζή του οπλίτας μεν μέχρι χιλίων πεντακοσίων, γυμνήτας δε (ευζώνους — ελαφρούς) μέχρι πεντακοσίων. Ο δε εκ Στυμφαλίας Σοφαίνετος ήλθε φέρων χιλίους οπλίτας, ο δε εξ Αχαΐας Σωκράτης έως πεντακοσίους οπλίτας, ο δε εκ Μεγάρων Πασίων τριακοσίους μεν οπλίτας, τριακοσίους δε πελταστάς. Ούτος δε, καθώς και ο Σωκράτης, ήτον εξ εκείνων, οίτινες επολιόρκουν την Μίλητον.

Και αυτοί μεν έφθασαν εις τας Σάρδεις, όπου ήτον ο Κύρος. Ο δέ Τισσαφέρνης, εννοήσας καλώς όλα αυτά τα τεχνάσματα και αντιληφθείς ότι όλη η πολεμική προπαρασκευή αυτή ήτο πολύ μεγαλειτέρα παρ' όσον εχρειάζετο διά να εκστρατεύση τις κατά των Πισιδών, μεταβαίνει εις τον βασιλέα Αρταξέρξην όσον ηδύνατο ταχύτερον, φέρων μαζή του έως πεντακοσίους ιππείς.

Και λοιπόν ο μεν βασιλεύς, αφού ήκουσε τα καθ' έκαστα από τον Τισσαφέρνην περί της τοιαύτης, προπαρασκευής του Κύρου, αντιπαρεσκευάζετο επίσης και αυτός προς πόλεμον. Ο δε Κύρος, έχων μαζή του πάντα τα στρατεύματα, τα οποία ανέφερα ανωτέρω, εξεκίνησεν από τας Σάρδεις. Και, προχωρών διά μέσου της Λυδίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας (3) είκοσι δύο, φθάνει εις τον Μαίανδρον ποταμόν, έχοντα πλάτος δύο πλέθρα (4) . Επ' αυτού υπήρχε γέφυρα αποτελούμενη από επτά συνεχόμενα μεταξύ των πλοία. Διαβάς τον ποταμόν αυτόν προχωρεί διά μέσου της Φρυγίας σταθμόν ένα, παρασάγγας οκτώ και φθάνει εις Κολοσσάς, πόλιν κατοικουμένην, πλουσίαν και μεγάλην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας επτά. Και κατά το διάστημα τούτο ήλθεν εις την πόλιν αυτήν προς συνάντησίν του ο εκ Θεσσαλίας Μένων, φέρων μαζή του χιλίους οπλίτας και πεντακοσίους πελταστάς, Δόλοπας και Αινιάνας και Ολυνθίους.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις Κελαινάς, πόλιν της Φρυγίας, κατοικουμένην επίσης, μεγάλην και πλουσίαν. Ενταύθα υπήρχον ανάκτορα του Κύρου και κήπος απέραντος, πλήρης αγρίων θηρίων, τα οποία εθήρευεν εκείνος έφιππος, οσάκις ήθελε να γυμνάση και τον εαυτόν του και τους ίππους του. Διά μέσου δε του κήπου τούτου ρέει ο Μαίανδρος ποταμός, πηγάζων πλησίον των ανακτόρων, διερχόμενος δε και διά μέσου της πόλεως των Κελαινών.

Υπάρχουν δε και οχυρώτατα ανάκτορα του μεγάλου βασιλέως εις τας Κελαινάς, πλησίον των πηγών του Μαρσύου ποταμού, κάτωθεν της ακροπόλεως. Ρέει δε και ούτος διά μέσου της πόλεως και χύνεται εις τον Μαίανδρον, έχων πλάτος είκοσι πέντε ποδών. Ενταύθα λέγεται ότι ο Απόλλων έγδαρε τον Μαρσύαν, αφού τον ενίκησε διαφιλονεικούντα από αυτόν τα πρωτεία της περί την μουσικήν ικανότητος και τέχνης, ότι δε εκρέμασε το δέρμα του εις το άντρον, από το οποίον πηγάζει ο ποταμός. Διά τούτο, δε και καλείται έκτοτε ο ποταμός: Μαρσύας.

Ενταύθα και ο Ξέρξης, ότε επέστρεφεν εκ της Ελλάδος, μετά την μεγάλην εκείνην εν Σαλαμίνι ήτταν του, λέγεται ότι οικοδόμησε τα ανάκτορα ταύτα και την ακρόπολιν των Κελαινών. Όπου και έμεινεν ο Κύρος ημέρας τριάκοντα. Ήλθε δε εν τω μεταξύ ο Λακεδαιμόνιος Κλέαρχος, φυγάς εκ της πατρίδος του, φέρων χιλίους οπλίτας και οκτακοσίους πελταστάς Θράκας, και τοξότας Κρήτας διακοσίους. Ταυτοχρόνως δε έφθασε και Σώσις ο Συρακούσιος, φέρων τριακοσίους οπλίτας, και Σοφαίνετος ο Αρκάς, φέρων χιλίους οπλίτας. Ενταύθα, εν τη μεγάλη περιοχή του κήπου, επεθεώρησε και αρίθμησεν ο Κύρος τα Ελληνικά στρατεύματα, εύρε δε ότι ανήρχοντο εις ένδεκα χιλιάδας οπλίτας και εις δύο χιλιάδας περίπου πελταστάς.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις Πέλτας, πόλιν οικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας ο εξ Αρκαδίας Ξενίας εώρτασε την εορτήν των Λυκίων, θύσας εις τους θεούς και συστήσας αγώνας, των οποίων βραβεία ήσαν χρυσαί στλεγγίδες (ξύστραι). Εθεάτο δε τους αγώνας τούτους και ο Κύρος. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δώδεκα και φθάνει εις την αγοράν των Κεράμων, πόλιν κατοικουμένην, κειμένην δε εις τα έσχατα μεθόρια της Μυσίας.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνει εις την πεδιάδα του Καΰστρου, πόλεως κατοικουμένης. Ενταύθα έμεινεν ημέρας πέντε. Και εις τους στρατιώτας ωφείλοντο μισθοί πλέον των τριών μηνών, πολλάκις δε ούτοι ήρχοντο εις την μεγάλην θύραν της αυλής του Κύρου, ζητούντες επιμόνως τους μισθούς των. Ο δε Κύρος τους έλεγε να περιμένουν, αν και προφανώς εστενοχωρείτο διά την έλλειψιν χρημάτων. Διότι δεν ήτο ίδιον του Κύρου να έχη χρήματα εις χείρας του και να μη πληρώνη.

Ενταύθα έρχεται εις τον Κύρον η Επύαξα, σύζυγος του Συεννέσιος, βασιλέως της Κιλικίας. Διεδίδετο δε ότι του έδωκε πολλά χρήματα. Το βέβαιον εν τούτοις είναι ότι επλήρωσε τότε ο Κύρος εις τον στρατόν μισθούς τεσσάρων μηνών. Συνωδεύετο δε η βασίλισσα και υπό φρουράς εκ στρατιωτών Κιλίκων και Ασπενδίων. Και ελέγετο ότι εσυγγένευε με τον Κύρον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Θύμβριον, πάλιν κατοικουμένην. Ενταύθα, παρά την οδόν την άγουσαν εις την πόλιν, ήτο κρήνη, η ονομαζομένη κρήνη του Μίδου, του βασιλέως των Φρυγών, παρ' αυτήν δ' ελέγετο ότι ο Μίδας ούτος συνέλαβε τον Σάτυρον ενώ έπινεν, αφού πρώτον ανέμιξε τα ύδατα αυτής με οίνον.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις το Τυριάειον, πόλιν κατοικουμένην. Ενταύθα έμεινεν ημέρας τρεις, κατά τας οποίας λέγεται ότι η βασίλισσα της Κιλικίας παρεκάλεσε τον Κύρον να της παρουσιάση τα στρατεύματα. Επιθυμών λοιπόν ο Κύρος να συμμορφωθή προς την παράκλησίν της ταύτην επιθεωρεί εις ανοικτήν πεδιάδα πάντα τα στρατεύματα Ελλήνων και Περσών.

Διέταξε δε τους Έλληνας να παραταχθούν, ως εάν ήσαν έτοιμοι προς μάχην, να παρατάξη δ' έκαστος στρατηγός ξεχωριστά τους ιδικούς του. Παρετάχθησαν λοιπόν εις φάλαγγα βάθους τεσσάρων ανδρών. Και του μεν δεξιού κέρατος στρατηγός ήτον ο Μένων και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί· του δε αριστερού ο Κλέαρχος και οι αξιωματικοί του. Οι επίλοιποι δε των στρατηγών διηύθυναν το μέσον του στρατεύματος.

Επεθεώρει λοιπόν ο Κύρος πρώτον μεν τους βαρβάρους (τους Πέρσας) παρελαύνοντας ενώπιόν του, το μεν ιππικόν κατ' ίλας, το δε πεζικόν κατά λόχους. Μετ' αυτούς δ' επεθεώρει τους Έλληνας, αυτός μεν ο ίδιος παρελαύνων επί πολεμικού άρματος, η δε βασίλισσα της Κιλικίας επί τεθρίππου αμάξης εις ένδειξιν τιμής. Έφεραν δε όλοι χαλκίνας περικεφαλαίας και χιτώνας κοκκίνους και περικνημίδας και ασπίδας γυμνάς.

Αφού δε επεθεώρησε πάντας, εσταμάτησε το άρμα του προ του μέσου του φάλαγγος και, αποστείλας εις τους Έλληνας στρατηγούς τον διερμηνέα του Πίγρητα, διέταξε να εφορμήση τροχάδην όλη η φάλαγξ με προτεταμένα τα όπλα (τας ασπίδας και τα δόρατα). Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ευθύς ενώπιον όλου του στρατεύματος τας διαταγάς του Κύρου και, σαλπίσαντος του σαλπιγκτού, όλη η φάλαγξ με τα όπλα προτεταμένα εφώρμησε προς τα εμπρός. Οι στρατιώται εφ' όσον επροχώρουν, εκσπώντες όλοι εις τον δρόμον των εις αλαλαγμούς ακρατήτους, εφέροντο δρομαίοι προς τας σκηνάς (το μέρος όπου εστρατοπέδευαν), ως εκ τούτου δε κατέλαβε μέγας φόβος τους Πέρσας, και η βασίλισσα της Κιλικίας, ηναγκάσθη να φύγη και αυτή επί της αρμαμάξης της, και οι πωληταί ωνίων επίσης μετ' αυτής, εγκαταλείψαντες τα ώνια, ενώ οι Έλληνες, μόλις συγκρατούντες τους γέλωτας, είχον ήδη φθάση προ του στρατοπέδου των.

Η βασίλισσα, ιδούσα την λαμπρότητα και την εν γένει τάξιν του στρατεύματος, εξέφρασε τον θαυμασμόν της προς τον Κύρον, όστις εξ άλλου λίαν ηυχαριστήθη ιδών τον εις τους Πέρσας υπό των Ελλήνων προξενηθέντα φόβον.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις το Ικόνιον, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Φρυγίας, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις. Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Λυκαονίας σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Την χώραν όμως ταύτην ως εχθράν της σατραπείας του επέτρεψεν εις τους Έλληνας να την διαρπάσουν (πλιάτσικο).

Ενταύθα ο Κύρος αποστέλλει διά της συντομωτέρας οδού την βασίλισσαν εις την πατρίδα της (την Κιλικίαν), ως τιμητικήν δε συνοδίαν της ορίζει τον στρατηγόν Μένωνα με όλους του τους άνδρας. Ο δε Κύρος με το επίλοιπον στράτευμα προχωρεί διά μέσου της Καππαδοκίας σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Δάνα, πόλιν κατοικουμένην, μεγάλην και πλουσίαν, όπου και έμεινεν ημέρας τρεις και όπου εθανάτωσε κάποιον Πέρσην ονομαζόμενον Μεγαφέρνην, αξιωματικόν της Περσικής αυλής, όστις εφρόντιζε περί της παρασκευής της πορφύρας, και κάποιον άλλον προϊστάμενον των υπάρχων, επί τω λόγω ότι ούτοι επεβουλεύοντο την ζωήν του.

Από του μέρους τούτου προσεπάθουν να εισβάλουν εις την Κιλικίαν, της οποίας το μόνον πέρασμα ήτον αμαξιτός δρόμος, τόσον όμως απόκρημνος, ώστε ήτον απολύτως αδύνατον να διέλθουν δι' αυτού τα στρατεύματα, εάν τις αιφνιδίως ήθελε τα εμποδίση. Προς τούτοις ελέγετο ότι και ο Συέννεσις ευρίσκετο επί των εκατέρωθεν κορυφών των ορέων, φυλάττων τα στενά. Διά τον λόγον δε τούτον και έμεινεν ο Κύρος μίαν ημέραν εις την πεδιάδα.

Την επομένην όμως έφθασεν εις το στράτευμα απεσταλμένος λέγων ότι είχεν εγκαταλείψη ο Συέννεσις τας κορυφάς, επειδή έμαθεν ότι ο στρατός του Μένωνος ευρίσκετο ήδη εντός της Κιλικίας διαβάς τα όρη, και ότι ο Ταμώς, κυβερνών τα πλοία των Λακεδαιμονίων και του Κύρου, περιέπλεε τα από Ιωνίας εις Κιλικίαν παράλια, απειλών απόβασιν.

Ο Κύρος λοιπόν ανέβη τα όρη, χωρίς ουδείς να του εμποδίση την διάβασιν, εντεύθεν δε είδε και το μέρος, όπου οι Κίλικες εφύλαττον. Κατόπιν καταβαίνει εις πεδιάδα μεγάλην και εύφορον, γεμάτην από νερά και διάφορα καρποφόρα δένδρα και αμπέλους, παράγουσαν δε αφθόνους δημητριακούς καρπούς, σουσάμι, κεχρί, αραβόσιτον, κριθήν και σίτον, περιβαλλομένην δε από του ενός άκρου της θαλάσσης εις το άλλο από όρη μεγάλα και υψηλά.

Κατελθών διά της πεδιάδος ταύτης διήνυσε σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι πέντε και φθάνει εις Ταρσόν, πόλιν της Κιλικίας μεγάλην και πλουσίαν, όπου και ήσαν τα ανάκτορα του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσιος, και όπου, διά μέσου της πόλεως, ρέει ποταμός, ονομαζόμενος Κύδνος, έχων πλάτος δύο πλέθρων.

Την πόλιν ταύτην εγκατέλιπον οι κάτοικοι με τον βασιλέα των Συέννεσιν, καταφυγόντες επί των ορέων εις τόπον οχυρόν, έμειναν δε μόνον οι έχοντες καπηλεία καθώς και οι πλησίον της θαλάσσης εις Σόλους και εις Ισσούς κατοικούντες.

Η δε Επύαξα, η σύζυγος του Συεννέσιος, είχεν ήδη φθάση εις Ταρσούς πέντε ημέρας πριν ή φθάση ακόμη ο Κύρος. Κατά δε την διάβασιν των ορέων, προς το μέρος της πεδιάδος, κατεστράφησαν δύο λόχοι του Μένωνος. Και ως αιτία της καταστροφής αυτής φέρεται: κατ' άλλους μεν ότι κατεσφάγησαν, ενώ κάπου εκεί επάνω διήρπαζον, υπό των Κιλίκων, κατ' άλλους δε ότι, μείναντες οπίσω και μη δυνάμενοι ν' ανεύρουν το υπόλοιπον στράτευμα ουδέ την οδόν, εχάθησαν, περιπλανηθέντες, εις τα όρη. Ήσαν δ' εν όλω ούτοι οπλίται περί τους εκατόν.

Οι δε άλλοι Έλληνες, εξωργισμένοι διά την καταστροφήν αυτήν των συστρατιωτών των, μόλις έφθασαν εις την πόλιν, αμέσως και την διήρπασαν, καθώς και τα εν αυτή ανάκτορα του βασιλέως. Ο Κύρος δ' εξ άλλου, μετά την εις Ταρσούς είσοδόν του, έστειλεν αμέσως και προσεκάλεσε τον Συέννεσιν, όστις όμως απήντησεν ότι ούτε πρωτήτερα είχεν έλθη ποτέ εις ρήξιν με κανένα ανώτερόν του, ούτε τώρα επεθύμει να συγκρουσθή με τον Κύρον, έως ου επί τέλους επείσθη από την γυναίκα του να προσέλθη, αφού πρώτον έλαβε παρά του Κύρου υπόσχεσιν περί της ασφαλείας της ζωής του.

Κατόπιν τούτων, αφού συνηντήθησαν, ο μεν Συέννεσις εδώρησεν εις τον Κύρον άφθονα χρήματα διά το στράτευμα, ο δε Κύρος εδώρησεν εις τον Συέννεσιν δώρα, τα οποία οι της Περσίας βασιλείς θεωρούν άξια να τιμήσουν ένα βασιλέα, δηλαδή ίππον φέροντα χρυσούς χαλινούς και περιδέραιον χρυσούν και βραχιόλια χρυσά και ακινάκην (μάχαιραν καμπύλην) χρυσούν και στολήν Περσικήν, υποσχεθείς συγχρόνως εις αυτόν ότι δεν θα διαρπαγή πλέον εν τω μέλλοντι η χώρα του, τους δε αιχμαλωτισθέντας εκ των υπηκόων του, ότι δύναται να τους παραλάβη οπίσω, οπουδήποτε και εις οιουδήποτε χείρας ήθελε τους συναντήση.

Κεφάλαιον τρίτον.


Ενταύθα (εις την Κιλικίαν) έμεινεν ο Κύρος και ο στρατός του είκοσιν ημέρας. Διότι οι στρατιώται του δεν ήθελαν να προχωρήσουν πλέον, επειδή ήρχισαν ήδη να υποπτεύωνται ότι βαδίζουν εναντίον του μεγάλου βασιλέως. Έλεγαν δε ότι δεν είχαν προς τον σκοπόν τούτον μισθωθή. Πρώτος δε ο Κλέαρχος εβίαζε τους στρατιώτας του να προχωρούν. Ούτοι όμως, ότε ηναγκάσθησαν να βαδίσουν διά της βίας, και αυτόν τούτον τον Κλέαρχον ελιθοβόλησαν και τα υποζύγια του.

Ο Κλέαρχος τότε μεν μόλις διέφυγε τον εκ λιθοβολισμού θάνατον, κατόπιν δε, αφού ενόησεν ότι δεν θα ημπορέση να τους εξαναγκάση, προσεκάλεσεν εις γενικήν συνέλευσιν τους στρατιώτας του. Και κατ' αρχάς μεν επί αρκετήν ώραν εδάκρυεν ιστάμενος σιωπηλός ενώπιόν των οι δε στρατιώται, βλέποντες αυτόν ούτω δακρύοντα, εθαύμαζαν και αυτοί σιωπώντες. Μετ' ολίγον δε ωμίλησε προς αυτούς ως εξής:

«Άνδρες στρατιώται, μην απορήτε ότι με μεγάλην μου στενοχωρίαν φέρω την τοιαύτην των πραγμάτων κατάστασιν. Διότι ο Κύρος και φίλος καλός προς εμέ υπήρξε, και, διωκόμενον εκ της πατρίδος μου, με περιέβαλε διά πλείστων τιμών, και δέκα χιλιάδας δαρεικών μου έδωκε. Τους οποίους και παραλαβών δεν εκράτησα διά τον εαυτόν μου, ουδέ διά διασκεδάσεις μου εξώδευσα. αλλά πάντας προς χάριν σας κατεδαπάνησα.

Και πρώτον μεν επολέμησα κατά των Θρακών και μαζή σας τους ετιμώρουν υπέρ της Ελλάδος, εκδιώκων αυτούς από την Χερρόνησον, επειδή ήθελαν ν' αρπάσουν από τους ενοικούντας Έλληνας την γην των. Επειδή δε κατόπιν με προσεκάλεσε πλησίον του ο Κύρος, μετέβην και πάλιν μαζή σας προς αυτόν, όπως, εάν τυχόν ήθελε με χρειασθή, του φανώ χρήσιμος αντί των τόσων ευεργεσιών, τας οποίας παρ' αυτού έλαβον.

»Αλλά σεις τώρα δεν θέλετε πλέον να με ακολουθήσετε. Είμαι λοιπόν ηναγκασμένος ή να προδώσω σας, γενόμενος φίλος του Κύρου, ή να φανώ ψεύστης προς εκείνον, μένων με σας. Εάν λοιπόν θα πράξω πράξιν δικαίαν ή όχι δεν γνωρίζω, αποφασίζων να προτιμήσω σας και μαζή σας να υποστώ εκ καθήκοντος παν ό,τι ήθελον φέρη αι περιστάσεις. Κανείς δε δεν θα είπη ποτέ ότι εγώ, οδηγήσας Έλληνας εις βαρβαρικάς χώρας, επρόδωσα τα ελληνικά συμφέροντα, προτιμήσας την φιλίαν των βαρβάρων.

»Και αφού σεις δεν θέλετε να πεισθήτε εις εμέ, αρνούμενοι να με ακολουθήσετε, θ' ακολουθήσω τότε εγώ σας και ας γείνη ό,τι γείνη. Διότι δι' εμέ σεις είσθε και πατρίς και φίλοι και σύμμαχοι, με σας δε, όπου και αν ευρεθώ, νομίζω ότι θα είμαι πάντοτε σεβαστός και άξιος τιμών, ενώ μακράν σας νομίζω ότι ποτέ δεν θα ημπορέσω ούτε προς οιονδήποτε φίλον να φανώ ωφέλιμος, ούτε οιονδήποτε εχθρόν να αποκρούσω. Λοιπόν έχετε πεποίθησιν όλοι ότι εγώ θα σας ακολουθήσω όπου σεις θελήσετε».

Αφού είπε ταύτα, τόσον οι στρατιώται αυτού του ιδίου, όσον και οι άλλοι όλοι, ακούοντες ότι συμφώνως προς την επιθυμίαν των δεν επέμενε πλέον να βαδίση κατά του βασιλέως, επεδοκίμασαν τους λόγους του. Περισσότεροι δε των δύο χιλιάδων ανδρών εκ του στρατού του διοικουμένου υπό του Ξενίου και του Πασίωνος, λαβόντες τα όπλα και τας σκευοφόρους αμάξας εστρατοπέδευσαν παρά τον Κλέαρχον.

Ο δε Κύρος, δι' όλα αυτά απορών και λυπούμενος, έστειλε και προσεκάλεσε τον Κλέαρχον, αλλ' ούτος εν τω φανερώ μεν ηρνείτο να μεταβή, κρυφά όμως από τους στρατιώτας του παρήγγελλε να έχη θάρρος, επειδή εφρόνει ότι τα πράγματα θέλουν ησυχάση. Τον συνεβούλευε δε να στέλλη συχνά να τον προσκαλή. Αλλ' ούτος ηρνείτο πάντοτε να υπάγη προς συνάντησίν του.

Μετά ταύτα συναθροίσας και τους στρατιώτας του και όσους είχαν ήδη προσέλθη εις αυτόν και οιονδήποτε άλλον θέλοντα να τον ακούση, είπε τα εξής: «Άνδρες στρατιώται, είναι φανερόν πλέον ότι αι σχέσεις του Κύρου προς ημάς είναι τοιαύται, οποίαι είναι και αι ιδικαί μας προς αυτόν. Διότι ούτε ημείς είμεθα ήδη στρατιώται του, αφού δεν τον ακολουθούμεν, ούτε εκείνος μας δίδει πλέον μισθούς. Ότι όμως είναι της γνώμης πως τον αδικούμεν, το γνωρίζω πολύ καλά. Ώστε, αν και με προσκαλεί, όπως είδατε, αρνούμαι να υπάγω προς αυτόν, προ πάντων μεν διότι εντρέπομαι, αναγνωρίζων ότι εντελώς διέψευσα τας υποσχέσεις, τας οποίας του έδωκα (τον εξηπάτησα), έπειτα δε και διότι φοβούμαι μήπως, αφού με συλλάβη, με καταδικάση δι' όσα νομίζει ότι τον ηδίκησα.

»Εγώ λοιπόν φρονώ ότι δεν είναι ώρα πλέον να απρακτώμεν ούτε ν' αδιαφορούμεν διά τα συμφέροντά μας, αλλά να σκεφθώμεν τι πρέπει να αποφασίσωμεν διά το μέλλον. Και εφ' όσον μεν διαμένομεν ενταύθα, μου φαίνεται ότι πρέπει να σκεφθώμεν πώς όσον το δυνατόν να διαμείνωμεν ασφαλέστερον, ή, εάν μας φανή καλόν ν' απέλθωμεν τώρα, πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερον ν' απέλθωμεν, και πώς τα προς συντήρησίν μας αναγκαία να προμηθευθώμεν. Διότι χωρίς αυτά βεβαίως τίποτε δεν αξίζει ούτε ο στρατηγός ούτε ο στρατιώτης.

» Ο Κύρος δε είναι μεν έξοχος φίλος εις εκείνον, εις τον οποίον είναι όντως φίλος, εχθρός δε θανάσιμος εκείνου, εις τον οποίον εκήρυξε τον πόλεμον. Έχει δε υπό τας διαταγάς του δύναμιν και πεζικήν και ιππικήν και ναυτικήν, την οποίαν όλοι ανεξαιρέτως και βλέπομεν ενώπιόν μας και καλώς γνωρίζομεν. Διότι, άλλως τε, νομίζω ότι δεν είμεθα και πολύ μακράν αυτού. Ώστε είναι καιρός πλέον να λέγη τις παν ό,τι νομίζει ότι είναι καλλίτερον». Αφού είπε ταύτα, εσιώπησε.

Μετά ταύτα δε εσηκώνοντο άλλοι μεν μόνοι των, διά να ειπούν όσα ενόμιζαν ότι έπρεπε να είπουν, άλλοι δε εγκάθετοι (βαλτοί) από τον Κύρον, επιδεικτικώς εκφραζόμενοι εις ποίαν αμηχανίαν θα περιήρχοντο, εάν έμεναν ή ανεχώρουν χωρίς την συγκατάθεσίν του. Ένας μάλιστα εξ αυτών, προσποιούμενος ότι βιάζεται να επιστρέψη όσω το δυνατόν ταχύτερον εις την Ελλάδα, είπε να εκλέξουν όσον δύνανται τάχιστα άλλους στρατηγούς, εάν δεν θέλη να τους οδηγήση εις τας πατρίδας των ο Κλέαρχος. Ν' αρχίσουν δε ν' αγοράζουν τα προς συντήρησίν των αναγκαία — ήτο δε η αγορά εντός του βαρβαρικού στρατεύματος — και να ετοιμάζουν τας αποσκευάς των. Να έλθουν δε προς τον Κύρον και να του ζητήσουν πλοία προς αναχώρησιν. Εάν δε ηρνείτο να τους δώση τοιαύτα, να του ζητήσουν αρχηγόν (οδηγόν), ο οποίος να τους οδηγήση ως φίλος διά της χώρας του. Εάν δε και οδηγόν ακόμη αρνηθή να τους δώση, να προετοιμασθούν όσον δύνανται τάχιστα ως προς μάχην, να αποστείλουν δε ταυτοχρόνως άνδρας να προκαταλάβουν τας κορυφάς των ορέων, διά να μη προφθάσουν να τας καταλάβουν ούτε ο Κύρος, ούτε οι Κίλικες, από τους οποίους και πολλούς άνδρας και πολλά πράγματα έχομεν αρπάση. Και αυτός μεν τοιαύτα είπε περίπου. Μετά τούτον δε ο Κλέαρχος ωμίλησεν ως εξής:

«Κανείς από σας δεν πρέπει να προτείνη να γείνω εγώ ο στρατηγός της εκστρατείας ταύτης. Διότι πολλοί λόγοι υπάρχουν, διά τους οποίους δεν πρέπει να δεχθώ, θα υπακούσω όμως, όσον μου είναι δυνατόν, εις τον άνδρα εκείνον, τον οποίον ηθέλετε εκλέξη ως αρχηγόν, διά να μάθετε ότι γνωρίζω και να υποτάσσωμαι, περισσότερον από κάθε άλλον άνθρωπον».

Μετά τον Κλέαρχον εσηκώθη άλλος, καταδείξας μεν την ανοησίαν εκείνου, όστις συνεβούλευσε να ζητήσουν πλοία από τον Κύρον, σαν να εσκόπευεν ούτος να κάμη ανάποδα την εκστρατείαν του (προς τας Σάρδεις), ειπών δε ότι «είναι εντελώς ανόητον να ζητούμεν οδηγόν από τον Κύρον, του οποίου τόσον πολύ εζημιώσαμεν την επιχείρησιν. Εάν δε δώσωμεν πίστιν και εις τον οδηγόν, τον οποίον ήθελε μας δώση, τι θα ημπόδιζε τούτον να διατάξη τον στρατόν να προκαταλάβη τας κορυφάς των ορέων, προς ζημίαν μας;

» Διότι εγώ αφ' ενός μεν θα εδίσταζα να εισέλθω εις τα πλοία, τα οποία θα μας έδιδε, και τούτο μήπως μαζή με τα πλοία μας καταβυθίση, εξ άλλου δε θα εφοβούμην να ακολουθήσω τον οδηγόν που θα μας ώριζεν, υποπτευόμενος μήπως μας οδηγήση εις μέρος, από το οποίον θα μας ήτον εντελώς αδύνατον πλέον να εξέλθωμεν. Θα επροτίμων μάλλον, αν επρόκειτο να φύγω παρά την θέλησιν του Κύρου, να φύγω χωρίς να με ίδη, το οποίον όμως δεν είναι δυνατόν.

» Αλλ' εγώ όσα μεν είπαμεν έως τώρα τα κρίνω ως φλυαρίας. Εκείνο δε το οποίον μοι φαίνεται ορθόν είναι να υπάγουν προς τον Κύρον οι καταλληλότεροι από ημάς μ' επί κεφαλής αυτών τον Κλέαρχον, και να τον ερωτήσουν πώς σκέπτεται να μας χρησιμοποιήση. Και εάν πρόκειται να μας χρησιμοποιήση καθ' ον τρόπον εχρησιμοποίει μέχρι προ ολίγου τους μισθοφόρους στρατιώτας του, να τον ακολουθήσωμεν και να φιλοτιμηθώμεν να μη φανώμεν χειρότεροι εκείνων, οι οποίοι ανέβησαν με αυτόν πρωτήτερα (5) .

» Εάν δε πρόκηται να υποβληθώμεν εις κόπους περισσοτέρους, μεγαλειτέρους και επικινδυνοτέρους εκείνων, τους οποίους μέχρι τούδε εδοκιμάσαμεν, ν' αξιώσωμεν από αυτόν ή να μας παραλάβη και πάλιν μαζή του, αφού, εννοείται, μας πείση περί τούτου, ή να μας επιτρέψη να αναχωρήσωμεν, αφού συγκατανεύση και πεισθή εις τους λόγους μας ως φίλος. Τοιουτοτρόπως, εάν μεν τον ακολουθήσωμεν, θα τον ακολουθήσωμεν προθυμότατα και ως φίλοι του. Εάν δε επιστρέψωμεν, να επιστρέψωμεν ασφαλώς εις την πατρίδα μας. Οιανδήποτε δε απάντησιν μας δώση, ν' αναγγελθή αύτη εδώ ενώπιον όλων. Και ημείς, αφού την ακούσωμεν, να εκφέρωμεν επ' αυτής την γνώμην μας με φρόνησιν».

Οι λόγοι ούτοι εφάνησαν καλοί εις όλους, και εκλέξαντες τους καλλιτέρους άνδρας τους αποστέλλουν μαζή με τον Κλέαρχον προς τον Κύρον. Ούτος δε, αφού του εζήτησαν την γνώμην περί των αποφασισθέντων εις το στράτευμα, τους απήντησεν ότι έμαθεν ότι ο εχθρός του Αβροκόμας είναι ήδη πλησίον του Ευφράτου ποταμού, εις απόστασιν δώδεκα σταθμών από του στρατοπέδου του. Εναντίον αυτού λοιπόν τους είπεν ότι θέλει να βαδίση. Και, εάν μεν πραγματικώς ευρίσκεται εκεί, είναι απόλυτος ανάγκη να τον τιμωρήση. Εάν δε έχει φύγη, τότε θα αποφασίσωμεν πλέον εκεί επί τόπου τι πρέπει να κάμωμεν.

Αφού δε ήκουσαν ταύτα οι εκλεχθέντες, επέστρεψαν και τα ανήγγειλαν εις τους στρατιώτας. Ούτοι δε, αν και υπωπτεύθησαν ότι ο Κύρος σκοπεύει να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, εν τούτοις απεφάσισαν να τον ακολουθήσουν. Αλλά προ τούτου ζητούν να τους αυξήση τον μισθόν ο Κύρος, όστις και τους υπόσχεται να δώση εις όλους μισθόν κατά το ήμισυ μεγαλείτερον εκείνου, τον οποίον ελάμβανον πρωτήτερα. Δηλαδή εις έκαστον στρατιώτην ενάμισυ δαρικόν, αντί ενός, κατά μήνα. Ότι δε είχε σκοπόν να τους οδηγήση κατά του βασιλέως, περί τούτου, τουλάχιστον εν τω φανερώ, ούτε εδώ τίποτε από κανένα δεν ηκούσθη.

Κεφάλαιον τέταρτον.


Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα και φθάνει εις τον Ψάρον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο τρία πλέθρα. Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τον Πύραμον ποταμόν, του οποίου το πλάτος ήτο έν στάδιον. Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς δύο παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις Ισσούς, πόλιν κειμένην εις τα έσχατα όρια της Κιλικίας, παρά την θάλασσαν, κατοικουμένην δε, μεγάλην και πλουσίαν.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και ήλθαν προς τον Κύρον τα εκ Πελοποννήσου προερχόμενα τριάκοντα πέντε πλοία με ναύαρχον τον Πυθαγόραν τον Λακεδαιμόνιον. Ωδήγει δε ταύτα εκ της Εφέσου ο Αιγύπτιος Ταμώς, έχων υπό τας διαταγάς του άλλα είκοσι πέντε πλοία του Κύρου, διά των οποίων επολιόρκει την Μίλητον, ότε ήτον ακόμη αύτη φίλη του Τισσαφέρνους, και επολέμει μετά του Κύρου εναντίον του.

Ήλθε δε μαζή με τα πλοία, προσκληθείς από τον Κύρον, και ο Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος, φέρων επτακοσίους οπλίτας, των οποίων ήτο στρατηγός, διατελών υπό τας διαταγάς του Κύρου. Τα πλοία προσωρμίσθησαν πλησίον της σκηνής του. Τότε δε και οι υπό τον στρατηγόν Αδροκόμαν υπηρετούντες μισθοφόροι Έλληνες, περί τους τετρακοσίους περίπου οπλίτας, αποσκιρτήσαντες ήλθαν προς τον Κύρον και συνεξεστράτευαν μαζή του κατά του βασιλέως.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις τας πύλας της Κιλικίας και της Συρίας. Ήσαν δε αι πύλαι αύται δύο τείχη, των οποίων το εσωτερικόν μεν, το προς τα μεθόρια της Κιλικίας, κατείχεν ο Συέννεσις και φρουρά εκ Κιλίκων, το εξωτερικόν δε, το προ της Συρίας, ελέγετο ότι εφυλάσσετο από φρουράν του βασιλέως. Διά μέσου δε των δύο αυτών τειχών ρέει ποταμός ονομαζόμενος Κάρσος, έχων πλάτος ενός πλέθρου. Το μεταξύ των τειχών διάστημα ήτο τριών σταδίων. Δεν ήτο δε δυνατόν να το διέλθη τις διά της βίας. Διότι η πάροδος ήτο στενή και τα εκατέρωθεν τείχη έφθαναν έως την θάλασσαν, άνωθεν δε ήσαν βράχοι απότομοι. Επί των δύο λοιπόν τειχών αυτών ήσαν αι πύλαι.

Σκοπεύων ο Κύρος να περάση διά μέσου αυτών έστειλε και προσεκάλεσε τον στόλον, διά να αποβιβάση έσω και έξω των πυλών στρατόν, όστις θα εξεβίαζε τους πολεμίους, εάν τυχόν παρά τας πύλας της Συρίας παρεμόνευαν τοιούτοι, πράγμα το οποίον υπωπτεύετο ο Κύρος ότι ήθελε πράξη ο Αβροκόμας, φέρων μαζή του πολύν στρατόν. Ο Αβροκόμας όμως απέφυγε να πράξη τούτο, αφού δε έμαθεν ότι ο Κύρος ευρίσκεται εν Κιλικία, στρέψας προς τα οπίσω εβάδιζεν εκ της Φοινίκης προς τον βασιλέα με στρατόν, ως ελέγετο, τριακοσίων χιλιάδων.

Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμόν ένα, παρασάγγας πέντε και φθάνει εις Μυρίανδον, πόλιν κατοικουμένην υπό των Φοινίκων και κειμένην παρά την θάλασσαν. Ήτο δε αύτη εμπορικός λιμήν και ήσαν εν αυτώ προσωρμισμένα πολλά εμπορικά πλοία.

Ενταύθα έμειναν ημέρας επτά. Και Ξενίας ο Αρκάς, στρατηγός, και Πασίων ο Μεγαρεύς εισελθόντες εις πλοίον και θέσαντες εντός αυτού τα πολυτιμότερα αυτών πράγματα απέπλευσαν κατά την γνώμην μεν των περισσοτέρων προσβληθέντες εις την φιλοτιμίαν των, διότι ο Κύρος επέτρεπεν εις τον Κλέαρχον να έχη υπό τας διαταγάς αυτού τους στρατιώτας των, οι οποίοι εντούτοις ήλθαν προς αυτόν (τον Κλέαρχον) νομίζοντες ότι θα επιστρέψουν εις την Ελλάδα, όχι δε ότι θα εκστρατεύσουν εναντίον του βασιλέως. Επειδή δε ουδαμού οι στρατηγοί ούτοι εφαίνοντο, διεδόθη ότι τους καταδιώκει ο Κύρος με τα πλοία του. Και άλλοι μεν ηύχοντο να συλληφθούν, αφού τόσον δειλοί εδείχθησαν, άλλοι δε τους ώκτειρον, εάν τυχόν συνελαμβάνοντο.

Ο Κύρος όμως συγκαλέσας τους στρατηγούς είπε: «Μας εγκατέλειψαν οι στρατηγοί Ξενίας και Πασίων. Ας μάθουν όμως ότι ούτε να κρυφθούν είναι δυνατόν, διότι γνωρίζω πολύ καλά πού ευρίσκονται, ούτε να μου διαφύγουν, διότι δύναμαι όποτε θέλω να συλλάβω το πλοίον των με τα πλοία μου. Σας ορκίζομαι, εν τούτοις, εις τους θεούς ότι δεν θα τους καταδιώξω, ούτε θα είπη κανείς ότι, εφ' όσον μεν ευρίσκεταί τις εκ των στρατιωτών μου εις τον στρατόν, τον χρησιμοποιώ εις τας ανάγκας μου, όταν δε θελήση να απέλθη, ότι τον συλλαμβάνω και τον κακομεταχειρίζομαι και του παίρνω οπίσω τα χρήματά του. Ας υπάγουν όπου θέλουν, συναισθανόμενοι ότι αυτοί μάλλον εφάνησαν κακοί προς ημάς ή ημείς προς εκείνους. Αν και έχω δε υπό την εξουσίαν μου και τα τέκνα των και τας γυναίκας των, φυλασσομένας εις τας Τράλλεις, εν τούτοις ούτε αυτών θέλω τους στερήση, αλλά θα τους επιτρέψω να τας παραλάβουν και πάλιν, ένεκα της προ της φυγής αυτών αρίστης προς εμέ διαγωγής των».

Και ο μεν Κύρος είπε ταύτα. Εκ των Ελλήνων δε, εάν τις ήτο ακόμη όχι και πολύ πρόθυμος διά την ανάβασιν, βλέπων την προς τους αποστατήσαντας τοιαύτην μεγαλοψυχίαν του Κύρου, συνεξεστράτευε μαζή του έτι ευχαριστότερον και προθυμότερον.

Μετά ταύτα ο Κύρος προχωρεί σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνει εις τον Χάλον ποταμόν, όστις είχε πλάτος ενός πλέθρου και ήτο πλήρης μεγάλων και ημέρων ιχθύων, τους οποίους οι Σύροι ελάτρευαν ως θεούς και δεν επέτρεπαν εις κανένα να τους βλάπτη, όπως επίσης και τας περιστεράς. Αι δε κώμαι, εις τας οποίας είχαν τας σκηνάς των, ήσαν ιδιοκτησία της Παρυσάτιδος, προωρισμέναι εις το να εισφέρουν ωρισμένον φόρον διά τας δαπάνας της ζώνης {;} της.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς πέντε, παρασσάγγας τριάκοντα και φθάνει εις τας πηγάς του ποταμού Δάρδατος, του οποίου το πλάτος ήτο ενός πλέθρου. Ενταύθα ήσαν τα ανάκτορα του Βελέσυος, άλλοτε άρχοντος της Συρίας, και κήπος εκτεταμένος και ωραίος, εις τον οποίον ευρίσκοντο καρποφόρα δένδρα και των τεσσάρων εποχών του έτους. Εκ τούτων ο Κύρος τον μεν κήπον κατέκοψε, τα δε ανάκτορα κατέκαυσεν.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνει εις τον Ευφράτην ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων σταδίων. Και πόλις εκεί υπήρχε μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Θάψακος. Ενταύθα έμεινε πέντε ημέρας. Και ο Κύρος, αφού έστειλε και προσεκάλεσε τους Έλληνας στρατηγούς, τους ανήγγειλεν ότι η εκστρατεία γίνεται εναντίον του μεγάλου βασιλέως και ότι ο δρόμος των είναι προς την Βαβυλώνα. Τους λέγει δε να αναγγείλουν ταύτα εις τους στρατιώτας και να τους πείσουν με κάθε τρόπον να τον ακολουθήσουν.

Οι στρατηγοί συγκαλέσαντες τους στρατιώτας ανήγγειλαν τους λόγους του Κύρου. Οι δε στρατιώται δυσηρεστούντο κατά των στρατηγών και τους έλεγαν ότι, αν και εγνώριζαν ταύτα προ πολλού, τους τα απέκρυπτον. Ηρνούντο δε να προχωρήσουν, εάν δεν τους επλήρωναν, όπως άλλοτε επλήρωσαν και εκείνους, οίτινες είχαν αναβή μαζή με τον Κύρον προς τον πατέρα του. Αν και τότε δεν μετέβαιναν διά να πολεμήσουν, αλλ' απλώς και μόνον διότι είχε προσκαλέση τον Κύρον ο πατήρ του.

Οι στρατηγοί ανήγγειλαν ταύτα εις τον Κύρον. Ούτος δε υπεσχέθη να δώση εις έκαστον στρατιώτην πέντε αργυράς μνας, άμα ως φθάσουν εις την Βαβυλώνα, ολόκληρον δε τον μισθόν από της Βαβυλώνος μέχρις ου επαναφέρη τους Έλληνας εις την Ιωνίαν. Και οι περισσότεροι μεν εκ των Ελλήνων επείσθησαν, κατόπιν των υποσχέσεων αυτών. Αλλ' ο στρατηγός Μένων, πριν ή ακόμη γείνη γνωστόν τι θ' αποφασίσουν οι άλλοι στρατιώται (οι μη πεισθέντες), δηλ. αν θ' ακολουθήσουν ή όχι τον Κύρον, συνήθροισε ξεχωριστά από αυτούς το στράτευμά του και είπε προς αυτό τα εξής:

«Ω άνδρες, εάν πεισθήτε εις εμέ, θα προτιμηθήτε από τον Κύρον πολύ περισσότερον από τους άλλους στρατιώτας, χωρίς ούτε να κινδυνεύσετε, ούτε να κοπιάσετε. Τι πρέπει, λοιπόν, να σας συμβουλεύσω να κάμετε; Τώρα ο Κύρος έχει ανάγκην να τον ακολουθήσουν οι Έλληνες βαδίζοντα κατά του βασιλέως. Η γνώμη μου λοιπόν είναι ότι πρέπει να διαβήτε τον Ευφράτην ποταμόν, πριν ακόμη γείνη γνωστόν ποίαν απάντησιν θα δώσουν οι άλλοι Έλληνες εις τον Κύρον.

»Διότι, εάν μεν αποφασίσουν να τον ακολουθήσουν, θα φανήτε ότι σεις εγείνατε η αφορμή τούτου, διότι και πρώτοι σεις αρχίσατε να διαβαίνετε τον ποταμόν. Διά την προθυμίαν σας δε ταύτην ο Κύρος θα σας γνωρίζη χάριν, διά την οποίαν και θέλει εν καιρώ σας ανταμείψη. Αναγνωρίζει δε περισσότερον από κάθε άλλον ο Κύρος την χάριν την οποίαν του κάμνει τις. Εάν δε αρνηθούν να τον ακολουθήσουν οι άλλοι Έλληνες, τότε επιστρέφομεν μεν όλοι μαζή, σεις όμως, ως οι μόνοι εις τους λόγους του υπακούσαντες, (ως οι μόνοι εις αυτόν πιστοί) θέλετε χρησιμοποιηθή από τον Κύρον και εις φρούρια και εις αρχηγίας λόχων, οιουδήποτε δε πράγματος θέλετε λάβη ανάγκην, είμαι εις θέσιν να σας βεβαιώσω ότι, ως φίλοι του Κύρου, θα το έχετε».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατιώται επείσθησαν και διέβησαν τον Ευφράτην, πριν ή ακόμη οι άλλοι απαντήσουν. Ο δε Κύρος, αφού έμαθεν ότι είχαν διαβή ήδη τον ποταμόν, ηυχαριστήθη και διά του (Αιγυπτίου) Γλου διεβίβασε τα εξής εις τον στρατόν: «Εγώ μεν, ω άνδρες, επί του παρόντος σας ευχαριστώ. Θα προσπαθήσω δε με κάθε τρόπον πώς και σεις εν καιρώ να μ' ευχαριστήσετε, άλλως να χάσετε κάθε ιδέαν περί εμού ως Κύρου (άλλως να μη με λένε Κύρον)».

Οι μεν στρατιώται λοιπόν, πολλά ελπίζοντες, ηύχοντο ν' αποβή ευτυχής η εκστρατεία του, εις τον Μένωνα δε ελέγετο ότι και πλούσια δώρα του απέστειλε μετά μεγαλοπρεπείας και τιμών. Αφού δε έπραξε ταύτα, ήρχισε να διαβαίνη τον ποταμόν· τον ηκολούθει δε και όλον το άλλο στράτευμα. Εξ όσων δε τον διέβησαν, ουδείς εβράχη υπεράνω των μαστών.

Οι δε κάτοικοι της Θαψάκου έλεγαν ότι ουδείς ποτε άλλοτε διέβη τον ποταμόν αυτόν πεζή, παρά μόνον τότε. Πάντοτε δε μόνον διά πλοίων ήτο διαβατός, τα οποία όμως τότε προχωρών ο Αβροκόμας κατέκαυσε, διά να μη διαβή ο Κύρος. Ενόμιζε δε (ο Κύρος) ότι εκ θείας προνοίας συνέβαινε τούτο και ότι φανερώς υπεχώρει εις αυτόν ο ποταμός ως μέλλοντα ποτέ να βασιλεύση.

Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Συρίας σταθμούς εννέα, παρασάγγας πεντήκοντα. Και φθάνει εις τον ποταμόν Αράξην. Ενταύθα ήσαν κώμαι πολλαί πλούσιοι εις σίτον και οίνον. Όπου και έμεινεν ο στρατός τρεις ημέρας, διά να προμηθευθή τροφάς.

Κεφάλαιον πέμπτον


Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Αραβίας σταθμούς ερήμους πέντε, παρασάγγας τριάκοντα πέντε, έχων από τα δεξιά του τον Ευφράτην ποταμόν. Εις την χώραν δ' αυτήν όλη μεν η γη ήτο πεδιάς ομαλή ως θάλασσα, πλήρης δε αψίνθου. Εάν δε εις αυτήν εφύετο και κανέν άλλο είδος θαμνώδους φυτού ή καλάμου, ευωδίαζαν όλα ως αρώματα.

Ουδέν υπήρχε δένδρον, αλλά θηρία παντός είδους, πλείστοι άγριοι όνοι και πολλαί στρουθοκάμηλοι. Υπήρχον ακόμη και αγριόγαλλοι και δορκάδες. Όλα δε αυτά τα θηρία κάποτε οι ιππείς τα κατεδίωκον. Και οι μεν όνοι, καταδιωκόμενοι, εις τας αρχάς μεν προέτρεχον, κατόπιν όμως εσταμάτων. Διότι έτρεχαν πολύ ταχύτερον των ίππων. Μόλις δε ούτοι τους επλησίαζαν, πάλιν ήρχιζαν να τρέχουν. Και δεν θα ήτο δυνατόν να τους συλλάβουν, εάν δεν τους κατεδίωκον ο είς μετά τον άλλον οι ιππείς, κατ' αποστάσεις. Τα δε κρέατά των ωμοίαζαν με το της ελάφου, ήσαν όμως τρυφερώτερα.

Στρουθοκάμηλον δε κανείς δεν κατώρθωσε να συλλάβη. Όσοι δε εκ των ιππέων απεπειράθησαν να τας καταδιώξουν, πολύ ταχέως έπαυσαν την καταδίωξιν. Διότι αμέσως απεμακρύνοντο φεύγουσαι, τους μεν πόδας μεταχειριζόμεναι προς δρόμον, ανοίγουσαι δε τας πτέρυγας ως ιστία. Τους δε αγριογάλλους, αν δυνηθή τις να τους σηκώση ταχέως από την κοίτην των, τους συλλαμβάνει ευκόλως. Διότι πετούν ολίγον μόνον, καθώς αι πέρδικες, και ευκόλως κουράζονται. Το δε κρέας των είναι γλυκύτατον.

Πορευόμενοι δε διά της χώρας ταύτης φθάνουν εις τον Μάσκαν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, ονομαζομένη Κορσωτή, εγκαταλελειμμένη όμως υπό των κατοίκων, περιεβρέχετο δε γύρω υπό του Μάσκα, όπου και έμειναν ημέρας τρεις, διά να προμηθευθούν τροφάς.

Εντεύθεν προχωρεί σταθμούς ερήμους δέκα τρεις, παρασάγγας ενενήκοντα, έχων πάντοτε από τα δεξιά τον Ευφράτην ποταμόν, και φθάνει εις τας Πύλας. Εις τους σταθμούς αυτούς πολλά εκ των ζώων απωλέσθησαν εκ πείνης. Διότι ούτε χόρτον υπήρχεν ουδαμού, ούτε κανέν άλλο δένδρον, όλη δε η χώρα ήτο γυμνή βλαστήσεως. Οι δε κάτοικοι αυτής, εξορύσσοντες και κατασκευάζοντες παρά τας όχθας του ποταμού μυλοπέτρας, τας μετέφερον εις την Βαβυλώνα, όπου τας επώλουν, διά του εκ της πωλήσεως δε χρήματος αγοράζοντες σίτον έζων.

Ετελείωσε δε πλέον ο σίτος του στρατεύματος και εις κανέν άλλο μέρος δεν εύρισκαν να αγοράσουν παρά εις την Λυδίαν αγοράν, εντός του βαρβαρικού στρατού του Κύρου. Αλλά και εδώ ακριβώτατα, αντί τεσσάρων σίγλων (6) εκάστην καπίθην (7) σίτου ή κριθής. Έκαστος δε σίγλος ισοδυναμεί προς επτάμισυ Αττικούς οβολούς. Εκάστη δε καπίθη εχώρει δύο χοίνικας (8) Αττικάς. Οι στρατιώται λοιπόν έζων (επερνούσαν) τρώγοντες κρέατα.

Τινές δε εκ των σταθμών, τους οποίους διήρχετο ο Κύρος, εις τους οποίους όμως έπρεπε να παραμείνη προς προμήθειαν ύδατος ή χόρτου ξηρού διά τους ίππους (σανού), ήσαν εις μεγάλας απ' αλλήλων αποστάσεις. Όταν δε κάποτε παρέστη ανάγκη να διέλθη ο στρατός λασπώδη και στενήν οδόν, δυσκολοδιάβατον ένεκα τούτου υπό των αμαξών, παρουσιάσθη αίφνης ο Κύρος με τα καλλίτερα και πλουσιώτερον στολισμένα μέλη του επιτελείου του και διέταξε τον Γλουν και τον Πίγρητα, αφού λάβουν απόσπασμα του Περσικού στρατού, να εξαγάγουν εκ του πηλού τας αμάξας. Επειδή όμως του εφάνησαν ότι ειργάζοντο με βραδύτητα, διέταξεν ωργισμένος τους περί αυτόν κρατίστους εκ των Περσών να συμβοηθήσουν εις την ταχυτέραν εξαγωγήν των αμαξών.

Τότε θα ηδύνατό τις να λάβη μικράν τινα ιδέαν της στρατιωτικής πειθαρχίας του Περσικού στρατού. Διότι, αφού έρριψαν τα πορφυρά των ιμάτια (επανωφόρια), όπου έτυχε να ίσταται έκαστος, έτρεχαν σαν να επρόκειτο περί σπουδαίας τινός νίκης, και μάλιστα εις κατήφορον λόφου, φορούντες εκείνους τους πολυτελείς χιτώνας και τας πλουσίως κεντητάς περισκελίδας, τινές δε εξ αυτών και περιδέραια εις τον λαιμόν και βραχιόλια εις τας χείρας. Μαζή λοιπόν μ' αυτά όλα αμέσως πηδήσαντες εις τον πηλόν έβγαλαν τας αμάξας σηκωτάς ταχύτερον παρ' όσον κανείς θα εφαντάζετο.

Εν γένει δε ο Κύρος εφαίνετο εις όλους ως άνθρωπος, όστις εβιάζετο εις τον δρόμον του και όστις δεν έχανε τον καιρόν του παντού όπου δεν ήτον ηναγκασμένος να χρονοτριβή προς προμήθειαν τροφών ή άλλου τινός αναγκαίου διά τον στρατόν, νομίζων ότι όσον ταχύτερον έφθανε, τόσω περισσότερον απροετοίμαστον προς μάχην θα συνήντα τον βασιλέα, όσω δε βραδύτερον, τόσω περισσότερον στρατόν ήθελε συναθροίση κατ' αυτού ο βασιλεύς. Εις τον προσεκτικώς δε εξετάζοντα τα πράγματα ήτο φανερόν ότι το Κράτος του βασιλέως ήτο μεν ισχυρόν κατά την έκτασιν της χώρας και τον πληθυσμόν, ως εκ του μήκους όμως των αποστάσεων και του διασκορπισμού των στρατιωτικών του δυνάμεων ήτον ασθενέστατον, εάν τις επολέμει τον βασιλέα όσον το δυνατόν ταχύτερον.

Πέραν δε του Ευφράτου ποταμού, κατά τους ερήμους σταθμούς, ήτο πόλις πλουσία και μεγάλη, ονομαζομένη Χαρμάνδη. Από αυτήν οι στρατιώται ηγόραζον τα προς τροφήν αναγκαία, διαβαίνοντες με σχεδίας τον ποταμόν κατά τον εξής τρόπον: Αφού πρώτον εγέμιζαν με ξηρόν χόρτον τα δέρματα, με τα οποία εστεγάζοντο αι σκηναί, τα συνεμάζευαν κατόπιν από τας τέσσαρας άκρας των και τα συνέσφιγγαν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε από κανέν μέρος να μη βρέχεται το χόρτον από το ύδωρ. Επ' αυτών λοιπόν επιβαίνοντες διέβαινον τον ποταμόν και ελάμβανον τας τροφάς, δηλαδή οίνον κατασκευασμένον από φοίνικας, και άρτον από αραβόσιτον, από τον οποίον η χώρα ήτο γεμάτη.

Επειδή δ' ενταύθα εμάλωσαν (ελογόφεραν) στρατιώται του Μένωνος και του Κλεάρχου, ο Κλέαρχος, νομίσας ότι είχεν άδικον ο στρατιώτης του Μένωνος, τον έδειρεν. Ούτος δε ελθών εις τον λόχον του κατήγγειλε την πράξιν. Οι δε συστρατιώται του ακούσαντες αυτόν ηγανάκτουν και ωργίζοντο εις βαθμόν μέγαν κατά του Κλεάρχου.

Την αυτήν δε ημέραν ο Κλέαρχος, αφού ήλθεν εις ο σημείον διέβη ο στρατός τον ποταμόν και αφού επεσκέφθη την αγοράν (επεθεώρησε τα αγορασθέντα τρόφιμα), απέρχεται έφιππος με ολίγους μόνον εκ των στρατιωτών του εις την σκηνήν του διά μέσου του στρατεύματος του Μένωνος. Ο Κύρος δεν είχεν ακόμη φθάση, ευρισκόμενος έτι καθ' οδόν. Ενώ λοιπόν διήρχετο (ο Κλέαρχος), κάποιος εκ των στρατιωτών του Μένωνος, σχίζων κάπου εκεί ξύλα, μόλις τον είδε ρίπτει κατ' αυτού την αξίνην του. Και αυτός μεν δεν τον επέτυχεν. Ευθύς αμέσως όμως άλλος τον κτυπά με λίθον και κατόπιν άλλος και άλλος και έπειτα πολλοί, επειδή είχεν εγερθή ήδη μεγάλη βοή (κατακραυγή) εις το στράτευμα.

Ο Κλέαρχος λοιπόν αμέσως καταφεύγει εις τους ιδικούς του και τους διατάσσει ευθύς να λάβουν τα όπλα των. Και τους μεν οπλίτας του διέταξε να μείνουν επί τόπου εκεί, κρατούντες τας ασπίδας επί των γονάτων. Αυτός δε παραλαβών τους Θράκας και τους ιππείς, οι οποίοι ήσαν εις το στράτευμά του υπέρ τους τεσσαράκοντα, και εξ αυτών δε οι πλείστοι επίσης Θράκες, εβάδιζε κατά των στρατιωτών του Μένωνος, ώστε ούτος να εκπλαγή και να τρέξη και αυτός ευθύς να λάβη με τους στρατιώτας του τα όπλα. Όχι ολίγοι δε και εστάθησαν απορούντες περί του ποίαν έκβασιν θα ελάμβανε το πράγμα.

Ο δε Πρόξενος, ο οποίος έτυχε να έρχεται κατόπιν, ακολουθούμενος από τάγμα οπλιτών, αφού ωδήγησεν αυτό ευθύς εις το μέσον των διαμαχομένων, κατέθεοεν (ως προς ανάπαυσιν) κατά γης τα όπλα και παρεκάλει τον Κλέαρχον να μην επιτεθή κατά του Μένωνος. Ούτος όμως (ο Κλέαρχος) ηγανάκτει, διότι, ενώ αυτός ολίγον έλειψε να φονευθή από τους λιθοβολισμούς, ο Πρόξενος του συνίστα ήδη γαλήνην εις το πάθημά του. Του είπε λοιπόν να απομακρυνθή από το μέσον (να φύγη από τη μέση) Εν τω μεταξύ δε τούτω, ιδού έρχεται και ο Κύρος και μανθάνει τα γενόμενα. Ευθύς αμέσως δε έλαβε τα μικρά ακόντια εις τας χείρας και με τους πλησιεστέρους των πιστών του τρέχων ήλθεν εις το μέσον και λέγει προς αμφοτέρους τους αντιπάλους τα εξής: «Κλέαρχε και Πρόξενε και όσοι άλλοι Έλληνες είσθε παρόντες, δεν γνωρίζετε τι κάμνετε. Διότι, εάν σκέπτεσθε να συνάψετε μάχην τινά προς αλλήλους, πιστεύσατε ότι την ημέραν αυτήν και εμέ θα καταστρέψετε και σας μετ' ου πολύ. Διότι εάν τα ημέτερα πράγματα ευρίσκωνται εις κακήν κατάστασιν, τότε όλοι αυτοί, τους οποίους βλέπετε τριγύρω σας, θα είναι δι' ημάς εχθρικώτεροι βάρβαροι εκείνων, οίτινες είναι πλησίον του βασιλέως (του βαρβαρικού στρατού του βασιλέως)».

Ακούσας ταύτα ο Κλέαρχος ήλθεν εις τον εαυτόν του (συνήλθε). Και ούτω, αφού κατέπαυσε και από τα δύο μέρη η φιλονεικία, κατέθεσαν τα όπλα.

Κεφάλαιον έκτον


Ενώ δε επροχώρουν εντεύθεν, εφάνησαν ίχνη ίππων και κόπρος. Από τα πατήματά των δε συνεπέραινε κανείς ότι θα ήσαν ίχνη ιππέων ως δύο χιλιάδων. Ούτοι, εφ' όσον επροχώρουν, έκαιον και χόρτον και ό,τι άλλο διά τον στρατόν χρήσιμον συνήντων εις τον δρόμον των. Ο Ορόντας δε, Πέρσης ανήρ, εκ βασιλικού γένους καταγόμενος και φημιζόμενος εις τα πολεμικά μεταξύ των αρίστων εκ των Περσών, επιβουλεύει τον Κύρον και, ενώ πρότερον τον επολέμει, ήδη υποκρίνεται φιλίαν προς αυτόν.

Ούτος λοιπόν λέγει εις τον Κύρον ότι, εάν ήθελε του δώση χιλίους ιππείς, ή θα εφόνευε δι' ενέδρας τους προκατακαίοντας ιππείς, ή θα συνελάμβανε πολλούς εξ αυτών ζώντας, εμποδίζων αυτούς από του να καίουν πλέον εφ' όσον προχωρούν, ότι θα κατώρθωνε δε, ώστε να μην ημπορέσουν ποτέ, εάν τυχόν που έβλεπαν το στράτευμα του Κύρου, να το αναγγείλουν εις τον βασιλέα.

Ο δε Κύρος, αφού ήκουσε ταύτα, τα ηύρεν επωφελή εις τον σκοπόν του, και διέταξε να λάβη από έκαστον των στρατηγών μίαν ίλην ιππικού.

Ο δε Ορόντας, όταν είδεν ότι ήσαν έτοιμοι οι ιππείς, τους οποίους ήθελε, γράφει επιστολήν προς τον βασιλέα, δι' ης του αναγγέλλει ότι όσον ούπω φθάνει με ιππικόν όσον δύναται περισσότερον. Του παρήγγειλεν όμως να διατάξη το ιππικόν του να τον υποδεχθή ως φίλον. Προσθέτως δε του υπενθύμιζεν εις την επιστολήν του και την προτέραν προς αυτόν φιλίαν και αφοσίωσιν. Την επιστολήν λοιπόν αυτήν δίδει εις στρατιώτην, τον οποίον αυτός ενόμιζε πιστόν. Αλλ' ούτος, λαβών αυτήν, την παραδίδει εις τον Κύρον.

Ο Κύρος δε, αφού την ανέγνωσε, συλλαμβάνει τον Ορόνταν και συγκαλεί εις την σκηνήν του επτά εκ των περί αυτόν αρίστων Περσών, διατάσσει δε και τους Έλληνας στρατηγούς να φέρουν στρατιώτας, οι οποίοι να τοποθετηθούν περί την σκηνήν του με προτεταμένα τα όπλα. Οι δε στρατηγοί, συμφώνως προς τας διαταγές του ταύτας ενεργήσαντες, έφεραν ως τρεις χιλιάδας στρατιώτας.

Τον δε Κλέαρχον, τον οποίον τόσον αυτός, όσον και το λοιπόν στράτευμα ενόμιζεν άξιον προτιμήσεως μεταξύ πάντων των άλλων Ελλήνων, προσεκάλεσε και να εισέλθη εις την σκηνήν και λάβη μέρος εις το συμβούλιον. Άμα δε, μετά το πέρας του συμβουλίου, εξήλθεν, ανήγγειλεν εις τους φίλους του την κατά του Ορόντα κρίσιν, όπως έγεινε. Διότι δεν ήτο το πράγμα μυστικόν. Διηγήθη λοιπόν, ότι ο Κύρος ωμίλησεν ως εξής: «Σας εκάλεσα εδώ, φίλοι μου, όπως διασκεφθώμεν μαζή, παν ό,τι είναι δίκαιον ενώπιον Θεών και ανθρώπων, τούτο και να αποφασίσω περί του Ορόντα τούτου. Τον άνθρωπον αυτόν, εις τας αρχάς, ο πατήρ μου διέταξε να είναι υπήκοός μου. Κατόπιν, επειδή, όπως έλεγε, διετάχθη από τον αδελφόν μου, μ' επολέμησε κατέχων την ακρόπολιν των Σάρδεων. Αλλά κ' εγώ αντιπολεμών αυτόν βήμα προς βήμα κατώρθωσα ώστε να νομίση ούτος ότι θα ήτο προτιμότερον να παύση τον κατ' εμού πόλεμον, ούτω δε και εδώκαμεν ο είς προς τον άλλον χείρα φιλίας (συνδιηλλάγημεν)».

Μετά τους λόγους τούτους ο Κύρος, αποτεινόμενος προς τον Ορόνταν, είπεν: «Ειπέ μου, ω Ορόντα, σε ηδίκησα ως τώρα εις τίποτε;». «Όχι» απήντησεν αυτός. Και πάλιν ο Κύρος τον ηρώτησεν: «Αν και, κατά την ομολογίαν σου, εις τίποτε ως τώρα δεν σ' ηδίκησα, δεν είσαι συ, εν τούτοις, όστις απεστάτησες κατόπιν εις τους Μυσούς, βλάπτων όσον σου ήτο δυνατόν την χώραν μου;» «Μάλιστα» είπεν ο Ορόντας. «Όταν δε πάλιν ησθάνθης την αδυναμίαν σου, δεν είσαι συ όστις ήλθες εις τον βωμόν της Εφεσίας Αρτέμιδος και ωμολόγεις εκεί την μετάνοιάν σου, και, αφού με κατέπεισες, δεν είσαι συ όστις ενόρκως με διεβεβαίωσες και πάλιν περί της φιλίας σου και προς τον οποίον κ' εγώ παρομοίαν έδωκα διαβεβαίωσιν;». «Μάλιστα» απήντησεν ο Ορόντας.

«Εις τι λοιπόν σε ηδίκησα, ώστε να φωραθής ήδη διά τρίτην φοράν επιβουλευόμενος την ζωήν μου;». «Εις τίποτε» απεκρίθη ο Ορόντας. «Ομολογείς, λοιπόν» τον ηρώτησεν ο Κύρος ότι με ηδίκησες;». «Δεν δύναμαι παρά να το ομολογήσω» είπεν ο Ορόντας. Και πάλιν τον ηρώτησεν ο Κύρος: «θα ηδύνασο αρά γε να γείνης εις το εξής εχθρός μεν του αδελφού μου, εις εμέ δε πιστός και αφωσιωμένος φίλος;». Και ο Ορόντας απήντησε: «Και εάν εγενόμην, ω Κύρε, φίλος σου, δεν θα ήτο δυνατόν ποτε να με πιστεύσης πλέον ως τοιούτον».

Απαντών εις ταύτα ο Κύρος, είπεν εις τους παρισταμένους: «Ο μεν ανήρ τοιαύτα μεν έχει πράξη, τοιαύτα δε λέγει. Εξ υμών δε συ πρώτος, ω Κλέαρχε, ειπέ την γνώμην σου, ό,τι κρίνεις εύλογον». Ο δε Κλέαρχος είπε τα εξής: «Η γνώμη μου είναι, τον άνθρωπον αυτόν να φονεύσωμεν (να βγάλουμε από πάνω μας), όσω το δυνατόν ταχύτερον, διά να μην ευρισκώμεθα πλέον εις την ανάγκην να προφυλαττώμεθα από αυτόν, τον καιρόν δε, τον οποίον θα διεθέτομεν προς φύλαξίν του, να χρησιμοποιήσωμεν προς περιποίησιν εκείνων, οι οποίοι είναι πάντοτε πρόθυμοι φίλοι μας». Την γνώμην μου ταύτην, είπεν (ο Κλέαρχος), επεδοκίμασαν και όλοι οι άλλοι.

Μετά ταύτα δε, κατά διαταγήν του Κύρου, εγερθέντες όλοι, και αυτοί ακόμη οι συγγενείς του, έπιασαν από την ζώνην τον Ορόνταν, φανερώνοντες διά της πράξεώς των ταύτης την εις θάνατον καταδίκην του. Κατόπιν εξήγαγον αυτόν της σκηνής εκείνοι, οι οποίοι είχαν επί τούτω διαταχθή. Ότε δε, ούτω απαγόμενον, τον είδαν όσοι και πρότερον τον είχαν ήδη προσκυνήση, τον προσεκύνησαν και τότε, αν και εγνώριζαν ότι απάγεται προς θάνατον.

Αφού δε εισήχθη εις την σκηνήν του Αρταπάτου, του μάλλον πιστού εκ των σκηπτούχων του Κύρου, κατόπιν κανείς δεν είδε πλέον τον Ορόνταν, ούτε ζώντα, ούτε αποθανόντα. Όπως επίσης κανείς δεν εβεβαίωσεν έκτοτε τον τρόπον με τον οποίον εθανατώθη, αλλ' έκαστος εφαντάζετο αυτόν κατά συμπερασμόν. Ουδέ καν εφάνη ποτέ εις κανέν μέρος ο τάφος του.

Κεφάλαιον έβδομον


Εντεύθεν προχωρεί διά μέσου της Βαβυλωνίας σταθμούς τρεις, παρασάγγας δώδεκα. Εις δε τον τρίτον σταθμόν περί το μεσονύκτιον περίπου επιθεωρεί ο Κύρος εις την πεδιάδα τον Ελληνικόν και Περσικόν στρατόν. Διότι ενόμιζεν ότι την επομένην πρωίαν θα έλθη ο βασιλεύς με τον στρατόν του να πολεμήση. Διέταξε λοιπόν τον μεν Κλέαρχον να διοική το δεξιόν μέρος του στρατού, τον δε Μένωνα τον Θεσσαλόν το αριστερόν, αυτός δε ο ίδιος έβαλεν εις γραμμήν τους ιδικούς του.

Μετά δε την επιθεώρησιν, μόλις εξημέρωσεν, ελθόντες στρατιώται τινες αυτομολήσαντες από τον στρατόν του μεγάλου βασιλέως, έφεραν εις τον Κύρον ειδήσεις περί του στρατού του. Ούτος δε, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς των Ελλήνων, εζήτει την γνώμην των περί του πώς θα κάμη την μάχην, και ο ίδιος τους συνεβούλευεν ενθαρρύνων αυτούς ως εξής:

«Ω άνδρες Έλληνες, αν και δεν εστερούμην βαρβάρων στρατιωτών, εζήτησα εν τούτοις την βοήθειάν σας, και σας προσέλαβα εις τον στρατόν μου ως συμμάχους μου, επειδή φρονώ ότι είσθε ανδρειότεροι και δυνατώτεροι πολλών βαρβάρων. Προσπαθήσατε λοιπόν να φανήτε άνδρες άξιοι της ελευθερίας, την οποίαν έχετε, και διά την οποίαν εγώ σας μακαρίζω. Την ελευθερίαν ταύτην μάθετε ότι εγώ θα επροτίμων αντί όλων των αγαθών τα οποία έχω, ακόμη και αντί απείρως περισσοτέρων τούτων.

»Επειδή δε γνωρίζω καλώς τα πράγματα, θα σας είπω εις ποίον αποδύεσθε αγώνα. Ο μεν στρατός του βασιλέως είναι μέγας και εφορμά με αλαλαγμούς πολλούς. Και αν δεν δειλιάσετε ως προς τούτο, κατά τα άλλα όλα νομίζω ότι πρέπει και να εντραπώ να σας είπω από τώρα ποίοι είναι οι άνθρωποι της χώρας ταύτης, τους οποίους μετ' ολίγον θέλετε γνωρίση. Εάν εμφανήτε γενναίοι και ευτυχήσωμεν εις τον αγώνα μας (νικήσωμεν), πάντα μεν, όστις θα ήθελε να επιστρέψη εις την πατρίδα του, θα καταβάλω πάσαν προσπάθειαν να επιστρέψη όσον το δυνατόν επίφθονος από τους συμπατριώτας του, πολλοί δε από σας νομίζω ότι θα προτιμήσουν να μείνουν πλησίον μου παρά να επιστρέψουν εις την πατρίδα των».

Παρών εκεί κατά τύχην ο εκ Σάμου φυγάς Γαυλίτης, πιστός του Κύρου φίλος, απαντών εις ταύτα είπε τα εξής: «Και εν τούτοις, ω Κύρε, λέγουν τινες ότι τώρα υπόσχεσαι πολλά ως εκ των περιστάσεων, υπό τας οποίας ευρίσκεσαι, βαθμηδόν του κινδύνου πλησιάζοντος. Εάν όμως τα πράγματα λάβουν καλήν έκβασιν, λέγουσιν ότι θα λησμονήσης ό,τι υπεσχέθης. Τινές δε ότι, και εάν ενεθυμείσο τας υποσχέσεις σου και είχες όλην την καλήν θέλησιν να τας εκπληρώσης, δεν θα είχες την δύναμιν».

Ακούσας ταύτα ο Κύρος είπεν: «Αλλά σας είναι γνωστόν, ω άνδρες, ότι η εξουσία του πατρός μου εκτείνεται προς μεσημβρίαν μεν τόσον ώστε να μη δύνανται να κατοικούν οι άνθρωποι ως εκ της θερμότητος, προς βορράν δε τόσον, ώστε να μη δύνανται να κατοικούν ως εκ του ψύχους. Ότι δε τας εν τω μεταξύ χώρας διοικούν οι φίλοι του αδελφού μου.

»Εάν δε νικήσωμεν, έχομεν την υποχρέωσιν να καταστήσωμεν σας, τους φίλους μας, κυρίως των χωρών αυτών. Ώστε δεν φοβούμαι μήπως δεν έχω επαρκή δώρα, διά να αμείψω έκαστον των φίλων μου, εάν τυχόν νικήσω, αλλά μήπως δεν έχω αρκετούς φίλους τότε, διά να τους τα δώσω. Εις έκαστον δ' εξ υμών των Ελλήνων θα προσφέρω προσθέτως και στέφανον χρυσούν.

Ακούσαντες ταύτα ούτοι και προθυμότεροι εφάνησαν προς δράσιν και εις τους άλλους έσπευσαν να τα αναγγείλουν. Παρά τους στρατηγούς δε, εφ' όσον ωμίλει εκείνος, είχαν εισχωρήση εις την συνέλευσιν και άλλοι Έλληνες αξιωματικοί, αξιούντες να μάθουν ποίαν αμοιβήν θα λάβουν, εάν νικήσουν.

Ο δε Κύρος, αφού ικανοποίησε την περιέργειαν όλων, τους απέλυσε. Τον παρώτρυναν δε όλοι, όσοι συνωμίλουν με αυτόν, να μη πολεμήση, αλλά να ταχθή όπισθέν των Ελλήνων. Τότε ο Κλέαρχος ηρώτησε τον Κύρον: «Φρονείς, ω Κύρε, ότι ο αδελφός σου θα πολεμήση μαζή σου (ατομικώς);» «Μα τον Δία, απήντησεν ο Κύρος, εάν είναι αληθώς υιός του Δαρείου και της Παρυσάτιδος, γνήσιος δε αδελφός μου, ποτέ δεν θα καταδεχθώ εγώ να λάβω όσα ανωτέρω ανέφερα, χωρίς να τον πολεμήσω (ως Κύρος)».

Κατά την επιθεώρησιν λοιπόν των στρατευμάτων ευρέθησαν οπλίται μεν Έλληνες δέκα χιλιάδες τετρακόσιοι και πελτασταί δύο χιλιάδες πεντακόσιοι, βάρβαροι δε υπό τας διαταγάς του Κύρου εκατόν χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα είκοσιν. Ο δε στρατός του βασιλέως (μετά του ακολουθούντος αυτόν όχλου) ελέγετο ότι ανήρχετο εις ένα εκατομμύριον διακοσίας χιλιάδας και εις δρεπανηφόρα άρματα διακόσια. Εκτός αυτών δε ηκολούθουν και έξ χιλιάδες ιππέων, οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι προ του βασιλέως και των οποίων στρατηγός ήτον ο Αρταγέρσης.

Ολοκλήρου του βασιλικού αυτού στρατεύματος άρχοντες και στρατηγοί και ηγεμόνες ήσαν τέσσαρες, έκαστος τριακοσίας οδηγών χιλιάδας, ο Αβροκόμας, ο Τισσαφέρνης, ο Γωβρύας και ο Αρβάκης. Εξ όλων όμως τούτων έφθασαν εις τον τόπον της μάχης εννεακόσιαι χιλιάδες και άρματα δρεπανηφόρα εκατόν πεντήκοντα. Ο δε Αβροκόμας ήλθε πέντε ημέρας μετά την μάχην εκ Φοινίκης ορμώμενος.

Τας πληροφορίας ταύτας έδωκαν εις τον Κύρον όσοι εκ των εχθρών είχαν αυτομολήση προ της μάχης και όσοι, μετά την μάχην, είχαν συλληφθή αιχμάλωτοι του Κύρου.

Εντεύθεν προχωρεί ούτος σταθμόν ένα, παρασάγγας τρεις, έχων συντεταγμένον ως προς μάχην όλον τον στρατόν του, Ελληνικόν και Περσικόν. Διότι ενόμιζεν ότι την ημέραν αυτήν θα του επιτεθή ο βασιλεύς. Τα σημεία, άλλως τε, τούτο εφανέρωναν. Διότι εν τω μέσω του σταθμού τούτου ήτον εσκαμμένη βαθεία τάφρος, έχουσα πλάτος μεν πέντε οργυιάς, βάθος δε τρεις.

Εξετείνετο δε η τάφρος αύτη προς τ' άνω διά της πεδιάδος, εις έκτασιν δώδεκα παρασαγγών, μέχρι του τείχους της Μηδίας. Εδώ δε πλησίον ήσαν αι διώρυγες, αι οποίαι ελάμβανον το ύδωρ από τον Τίγρητα ποταμόν. Ήσαν δε τέσσαρες τον αριθμόν, έχουσαι εκάστη πλάτος ενός πλέθρου, τόσον δε βαθείαι, ώστε να πλέουν εντός αυτών σιταγωγά πλοία. Όλαι αυταί χύνονται εις τον Ευφράτην ποταμόν, απέχουσαι η μία της άλλης παρασάγγην, επ' αυτών δε είναι στημέναι γέφυραι. Παρά τον Ευφράτην δε ήτο πάροδος στενή μεταξύ του ποταμού και της τάφρου, έχουσα πλάτος είκοσι ποδών.

Την εν λόγω τάφρον κατεσκεύασεν ο βασιλεύς ως προφυλακτικόν οχύρωμα κατά του Κύρου, ότε έμαθεν ότι ούτος επλησίαζε. Λοιπόν την πάροδον εκείνην διελθόντες ο Κύρος μαζή με τον στρατόν του ευρέθησαν εντός της τάφρου.

Την ημέραν λοιπόν αυτήν δεν επολέμησεν ο βασιλεύς. Ήσαν όμως φανερά πολλά ίχνη ίππων και ανθρώπων του υποχωρούντος βασιλικού στρατού.

Ενταύθα καλέσας ο Κύρος τον εξ Αμπρακίας Σιλανόν του έδωκε τρεις χιλιάδας δαρεικούς, διότι ούτος, ένδεκα ημέρας πρωτήτερα, ότε προσέφερεν εις τους θεούς θυσίας, του είπεν ότι επί δέκα ημέρας δεν θα συγκροτήση μάχην ο βασιλεύς. Ο Κύρος δε του είχεν είπη τότε ότι, εάν την μάχην ταύτην δεν συνάψη ο βασιλεύς κατά το διάστημα των δέκα ημερών αυτών, δεν θα συνάψη μάχην πλέον. Ότι δε, «εάν αποδειχθούν αληθείς οι λόγοι σου, υπόσχομαι να σου δώσω δέκα τάλαντα». Τα χρήματα λοιπόν αυτά του έδιδε τώρα, επειδή είχαν ήδη παρέλθη αι δέκα ημέραι.

Επειδή δε ο βασιλεύς δεν ημπόδισε το στράτευμα του Κύρου να διαβαίνη επί της τάφρου, ο Κύρος και οι περί αυτόν ενόμισαν ότι έπρεπε ν' απελπισθούν πλέον περί συγκροτήσεως μάχης μετά του βασιλέως. Διά τούτο δε ο Κύρος την επομένην εβάδιζε με ολιγωτέραν προσοχήν.

Την δε τρίτην ημέραν επορεύετο καθήμενος επί του άρματος και ολίγους μόνον στρατιώτας έχων προτεταγμένους προ αυτού. Το δε μέγα μέρος του στρατεύματος επορεύετο με ταραχήν και ατάκτως, οι δε στρατιώται είχαν τα περισσότερα όπλα των επί των αμαξών και των υποζυγίων.

Κεφάλαιον όγδοον


Και ήδη ήτο η ώρα, καθ’ ήν η αγορά ήτο γεμάτη από πλήθη, πλησίον δ' εκεί που ήτον ο σταθμός, εις τον οποίον έμελλεν ο στρατός να καταλύση, ότε ο Πατηγύας, ανήρ Πέρσης, εκ των πιστών φίλων του Κύρου, παρουσιάζεται αίφνης τρέχων με καλπάζοντα ιδρωμένον ίππον, εις πάντας δε όσους καθ' όσον συνήντα εκραύγαζεν εις Περσικήν και Ελληνικήν γλώσσαν ότι ο βασιλεύς έρχεται με μέγα στράτευμα, παρασκευασμένος ως προς μάχην.

Ηγέρθη λοιπόν μεγάλη ταραχή. Διότι αμέσως όλος ο στρατός ενόμισεν ότι ο βασιλεύς θα επιπέση εναντίον του, εις μεγάλην ευρισκομένου αταξίαν.

Και ο Κύρος, αφού επήδησε από το άρμα, ενεδύθη τον θώρακα και, αφού ανέβη εις τον ίππον του, έλαβεν εις χείρας τα παλτά (όπλα. Δηλ. την λόγχην και το ακόντιον) και εις όλους τους άλλους παρήγγελλε να εξοπλίζωνται, έκαστος δε να τοποθετήται εις το τάγμα του.

Τότε λοιπόν όλοι, υπακούοντες εις τας παραγγελίας του αυτάς, με μεγάλην ταχύτητα ελάμβανον τας θέσεις των, ο μεν Κλέαρχος πλησίον του Ευφράτου ποταμού, ταχθείς εις τα δεξιά του υπ' αυτόν στρατού, ο δε Πρόξενος πλησίον του Κλεάρχου, και οι άλλοι, μετά τον Πρόξενον, ο δε Μένων και ο στρατός του κατέλαβε το αριστερόν κέρας του όλου Ελληνικού στρατεύματος.

Εκ δε του Περσικού στρατού, Παφλαγόνες μεν ιππείς, περί τους χιλίους, παρετάχθησαν πλησίον του Κλεάρχου, εις τα δεξιά του, μετά τούτων δε και οι Έλληνες πελτασταί. Εις δε το αριστερόν ο ύπαρχος του Κύρου Αριαίος και οι λοιποί Πέρσαι.

Ο δε Κύρος και οι ιππείς του, περί τους εξακοσίους, [εις το μέσον], ωπλισμένοι όλοι, εκτός του Κύρου, με θώρακας και παραμηρίδια (9) και κράνη. Ο Κύρος όμως, μαχόμενος, είχε σχεδόν γυμνήν την κεφαλήν [λέγεται δε ότι και άλλοι Πέρσαι διεκινδύνευαν μαζή του, χωρίς κράνος πολεμούντες].

Ολόκληρον δε το ιππικόν του Κύρου έφερε προμετωπίδια και προστερνίδια (10) , οι δε ιππείς εκράτουν προς τοις άλλοις και Ελληνικάς μαχαίρας.

Και ήτο λοιπόν ήδη μεσημβρία και ακόμη δεν είχαν φανή οι πολέμιοι. Ότε δε ήρχιζεν η δείλη (να βραδυάζη), εφάνη από μακράν κονιορτός, λευκός ως νέφος, επί πολύν δε χρόνον κατόπιν σαν κάποια ανά την πεδιάδα μαυρίλα εις έκτασιν μεγάλην. Όταν δε έφθασαν πλησιέστερον, τότε ήρχιζε πλέον ν' απαστράπτη εδώ κ' εκεί ο χαλκός και αι λόγχαι και να γίνωνται καταφανή τα τάγματα.

Και επί του αριστερού μεν κέρατος των πολεμίων εφάνησαν ιππείς λευκοθώρακες, των οποίων ελέγετο ότι στρατηγός ήτον ο Τισσαφέρνης. Μετά τούτους ήρχοντο οι φέροντες πλεκτάς από κλάδους ιτέας ασπίδας. Μετ' αυτούς δε οπλίται, φέροντες τοιαύτας εκ ξύλου, αι οποίαι έφθαναν μέχρι των ποδών. Οι τελευταίοι δε ούτοι ελέγετο ότι ήσαν Αιγύπτιοι. Κατόπιν ήρχοντο και άλλοι ιππείς. Κατόπιν και άλλοι τοξόται. Πάντες δε ούτοι επορεύοντο κατά έθνη, έκαστον δε έθνος απετέλει ξεχωριστόν τετράγωνον πλήρες ανθρώπων.

Προηγούντο δε αυτών όλων άρματα εις αραιάς μεταξύ των αποστάσεις, τα ονομαζόμενα δρεπανηφόρα, φέροντα υπό τα καθίσματα των ηνιόχων δρέπανα, εκτεινόμενα εκ των αξόνων προς τα πλάγια, όλα δε προς την γην βλέποντα, ώστε να διαμελίζουν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των. Ο σκοπός των δε ήτο: επερχόμενα κατά των Ελληνικών ταγμάτων, να τα κατακόψουν.

Αλλ' ο Κύρος, όσον αφορά την ην είχε δώση προηγουμένως συμβουλήν, ότε συγκαλέσας τους Έλληνας τους παρεκίνει να μη φοβηθούν διόλου τας βαρβαρικάς κραυγάς, τελείως ηπατήθη. Διότι οι βάρβαροι επλησίαζαν ουχί με κραυγάς, αλλά, εφ' όσον ήτο κατορθωτόν εις τόσω μέγα πλήθος, με ησυχίαν και σιγήν, με το βήμα δε ίσον και αργόν.

Και εν τω μεταξύ τούτω ο Κύρος, διερχόμενος έφιππος με τον διερμηνέα του Πίγρητα και με τρεις ή τέσσαρας άλλους, εφώναζε δυνατά εις τον Κλέαρχον να οδηγήση το στράτευμα προς το κέντρον του εχθρού, διότι εκεί ήτον ο βασιλεύς. «Και εάν νικήσωμεν το κέντρον» είπεν «η νίκη θα είναι υπέρ ημών».

Βλέπων όμως ο Κλέαρχος το μέγα στίφος των ιππέων και ακούων τον Κύρον να λέγη ότι ο βασιλεύς ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων — διότι τόσον πολύ υπερτέρει ο βασιλεύς κατά το πλήθος, ώστε, ενώ κατείχε το κέντρον του στρατού του, ευρίσκετο πέραν του αριστερού κέρατος του Κύρου — ο Κλέαρχος όμως, βλέπων και ακούων ταύτα, δεν ήθελε να αποσπάση από του ποταμού το δεξιόν του κέρας, φοβούμενος μήπως περικυκλωθή και από τα δύο μέρη. Εις δε τον Κύρον απεκρίθη ότι αυτός θα λάβη τα μέτρα του να κανονισθή το πράγμα όπως πρέπει.

Εν τω μεταξύ τούτω ο μεν Περσικός στρατός επροχώρει ομαλώς, ο δε Ελληνικός, εξακολουθών ακόμη να τηρή την θέσιν του, συνετάσσετο δεχόμενος τους προσερχομένους ακόμη εις τας τάξεις του. Και ο Κύρος παρελαύνων ουχί πολύ μακράν του στρατεύματος εθεάτο βλέπων και προς τα δύο μέρη, προς τον στρατόν του και προς τους πολεμίους του.

Ιδών δε αυτόν από του Ελληνικού στρατού Ξενοφών ο Αθηναίος και κατευθύνας τον ίππον του πλαγίως αυτού, διά να τον συναντήση, τον ηρώτα αν ήθελε να παραγγείλη τι. Ούτος δε σταματήσας είπε και διέταξε να αναγγείλη εις όλους ότι και αι προς τους Θεούς θυσίαι και τα σφάγια (όσα εις αυτούς προσεφέρθησαν) ήσαν ευοίωνα.

Ενώ δε έλεγε ταύτα, ήκουσε να διέρχεται τας τάξεις του στρατού θόρυβος και ηρώτα τις και πόθεν προήρχετο ο θόρυβος ούτος. Ο δε Ξενοφών είπεν ότι το σύνθημα δευτέραν ήδη φοράν διαβιβάζεται δι' όλων των τάξεων του στρατού. Ο Κύρος ηπόρησε ποίος το έδωκε πρώτος και ηρώτα οποίον ήτο το σύνθημα. Ο δε Ξενοφών απεκρίθη «Ζευς σωτήρ» και «νίκη».

Ο Κύρος, ακούσας τούτο, είπε: «Μάλιστα! Το δέχομαι ευχαρίστως, εύχομαι δε να πραγματοποιηθή». Ταύτα δε ειπών επέστρεψεν εις την θέσιν του. Και δεν απείχον ακόμη παρά τρία ή τέσσαρα στάδια απ' αλλήλων αι δύο φάλαγγες (η του Κύρου και η του βασιλέως), ότε οι Έλληνες ηκούσθησαν ψάλλοντες θούριον πολεμικόν άσμα, ενώ ήδη ήρχιζαν να βαδίζουν κατά των πολεμίων.

Ενώ δε επορεύοντο ούτω κατ' αυτών, κάποιο μέρος της φάλαγγος εξέσπασε πέραν της γραμμής του ως κύμα, το δε όπισθεν εναπομείναν στράτευμα ήρχισε να τρέχη τότε, διά να το προφθάση. Και ταυτοχρόνως όλοι εκραύγασαν καθ' ον τρόπον κραυγάζουν οι εν ώρα μάχης αλαλάζοντες προς τον Θεόν του πολέμου Άρην, ούτω δε όλοι ομού εν αλαλαγμοίς έτρεχαν. Λέγουν δέ τινες, ότι εκτύπησαν και τα δόρατά των εις τας ασπίδας των, προξενούντες φόβον εις τους ίππους.

Πριν ή δε ακόμη φθάσουν εις απόστασιν βολής τόξου, στρέφουν τα νώτα οι βάρβαροι και φεύγουν. Και λοιπόν τότε τους κατεδίωκον κατά κράτος οι Έλληνες και εφώναζαν προς αλλήλους να μη τρέχουν τόσον (να μη παίρνουν δρόμο), αλλά ν' ακολουθούν κατά πόδας τον εχθρόν.

Εκ των αρμάτων δε τούτου άλλα μεν εφέροντο διά μέσου αυτών των πολεμίων, άλλα δε και διά μέσου των Ελλήνων χωρίς ηνιόχους. Ούτοι δε (οι Έλληνες), οσάκις τα έβλεπαν ερχόμενα, έκαμαν αμέσως τόπον, διά να περάσουν. Ένας δε και μόνος κατελήφθη (ανετράπη) υπό άρματος, καταπλαγείς, όπως κάποτε συμβαίνει από τους τρέχοντας ιππείς εις τα ιπποδρόμια. Και όμως ούτε καν αυτός έπαθε τίποτε, όπως λέγουν, ούτε άλλος κανείς εκ των Ελλήνων, εις την μάχην ταύτην, πλην ένας κατά το αριστερόν κέρας, όστις και μόνος, ως ελέγετο, εκτυπήθη από τόξον.

Ο δε Κύρος, βλέπων να νικά ο Ελληνικός στρατός και να καταδιώκη ούτω τον πολέμιον, ευχαριστημένος πλέον και ανευφημούμενος υπό των περί αυτόν ως βασιλεύς, δεν απεμακρύνθη, εν τούτοις, της θέσεώς του προς καταδίωξίν του, αλλ' έχων περί εαυτόν συγκεντρωμένην την εξ εξακοσίων ιππέων δύναμίν του εφρόντιζε να παρακολουθή τας κινήσεις του βασιλέως. Διότι εγνώριζεν ήδη ότι ούτος κατέχει το κέντρον του Περσικού στρατεύματος.

Επίσης και όλοι οι στρατηγοί των βαρβάρων, οσάκις οδηγούν προς μάχην πολεμικόν στρατόν, κατέχουν έκαστος το κέντρον του, νομίζοντες ότι τοιουτοτρόπως και εν μεγαλειτέρα ασφαλεία είναι, όταν η δύναμίς των υπάρχη εξ ίσου και από τα δύο μέρη, και ότι, εάν ελάμβανον ανάγκην να διατάξουν τι, η διαταγή θα ηκούετο από τον στρατόν εις το ήμισυ του προς τούτο απαιτουμένου χρόνου.

Και ο βασιλεύς λοιπόν τότε, ει και κατείχε το κέντρον του στρατεύματός του, ήτον όμως έξω του αριστερού κέρατος του Κύρου. Επειδή δε κανείς εκ του στρατού του Κύρου δεν εμάχετο κατ' αυτού, ουδέ καν με τους έμπροσθεν αυτού παρατεταγμένους (ιππείς του), έστρεψε το κέρας του στρατού του προς τα εμπρός, διά να περιζώση τον εχθρόν (τους Έλληνας).

Οπότε ο Κύρος, φοβηθείς μήπως ο βασιλεύς εκ των όπισθεν ερχόμενος κατακόψη τον Ελληνικόν στρατόν, τρέχει εναντίον του. Και ορμών με τους εξακοσίους του νικά τους προ του βασιλέως τεταγμένους, τρέπει εις φυγήν τους εξακισχιλίους ιππείς, και, ως λέγεται, αυτός ο ίδιος (με το χέρι του) φονεύει τον στρατηγόν αυτών Αρταγέρσην.

Ευθύς δε ως ετράπησαν εκείνοι εις φυγήν, διασκορπίζονται καθ' όλας τας διευθύνσεις και οι εξακόσιοι του Κύρου, ορμήσαντες προς καταδίωξίν των, εκτός ολίγων, οίτινες έμειναν περί τον Κύρον, σχεδόν μόνοι οι ονομαζόμενοι: ομοτράπεζοι.

Ενώ δ' ευρίσκετο μ' αυτούς, βλέπει αίφνης τον βασιλέα και την περί αυτόν σωματοφυλακήν του. Αμέσως δε μη συγκρατούμενος και ειπών μόνον: ΒΛΕΠΩ ΤΟΝ ΑΝΔΡΑ εφορμά εναντίον του και τον κτυπά εις το στήθος και τον πληγώνει διά του θώρακος, καθώς βεβαιοί ο ιατρός Κτησίας, όστις και εθεράπευσε το τραύμα του. Ενώ δε ο Κύρος εκτύπα ούτω τον βασιλέα, κάποιος εκ του βασιλικού στρατού ρίπτει εναντίον του ακόντιον με ορμήν υπό τον οφθαλμόν του.

Ενταύθα λοιπόν μαχόμενοι και ο βασιλεύς και ο Κύρος και οι περί αυτούς υπέρ της σωτηρίας εκατέρου των αδελφών εφονεύθησαν εκ μεν των περί τον βασιλέα όσοι υπό του Κτησίου αναφέρονται. Διότι ούτος ήτο πλησίον του. Και αυτός δε ο Κύρος εφονεύθη και οκτώ εκ των περί αυτόν οι καλλίτεροι, ων τα σώματα είχαν πέση (σωριασθή) επί του ιδικού του.

Ο δε Αρταπάτης, ο εκ των σκηπτούχων πιστότατος εις αυτόν θεράπων, λέγεται ότι, μόλις είδε να πίπτη ο Κύρος, επήδησεν από του ίππου του και τον ενηγκαλίσθη.

Και άλλοι μεν λέγουν ότι ο βασιλεύς διέταξέ τινα να τον σφάξη επί του πτώματος του Κύρου, άλλοι δε ότι ηυτοκτόνησεν επ' αυτού, διατρυπήσας εαυτόν διά της λόγχης του. Έφερε δε χρυσήν τοιαύτην και περιδέραιον και βραχιόλια και όλα όσα συνηθίζουν να φέρουν οι ευγενείς Πέρσαι. Διότι ο Κύρος τον είχε περιβάλη με μεγάλας τιμάς διά την προς αυτόν αγάπην και αφοσίωσίν του.

Κεφάλαιον ένατον


Ο μεν λοιπόν Κύρος ούτως απέθανεν. Ανήρ εξ όλων όσοι διεδέχθησαν τον παλαιόν εκείνον Κύρον ικανώτατος εις το βασιλεύειν και αξιώτατος εις το άρχειν, καθώς ομολογείται παρά πάντων όσοι έλαβαν πείραν των πραγμάτων της διοικήσεως του Κύρου.

Διότι πρώτον μεν, ότε ακόμη ήτο παις, εκπαιδευόμενος με τον αδελφόν του και με τους άλλους των μεγιστάνων παίδας, εθεωρείτο παρ' όλων και εις όλα ικανώτατος.

Διότι όλοι οι των καλλιτέρων Περσών παίδες ανατρέφονται εις την αυλήν του βασιλέως. Όπου θα ηδύνατό τις να διδαχθή πολλήν μεν (περί τον βίον) φρόνησιν, ουδέν δε το αισχρόν ούτε να ίδη ούτε ν' ακούση.

Εις την αυλήν, προς τούτοις, και βλέπουν και ακούουν τόσον τους τιμωμένους υπό του βασιλέως, όσον και τους ατιμαζομένους υπ' αυτού. Ώστε από της παιδικής των ακόμη ηλικίας μανθάνουν να άρχουν των άλλων και να άρχωνται.

Εκεί ο Κύρος εφαίνετο ότι ήτον ο ντροπαλώτερος όλων των ομηλίκων του και ότι υπήκουε περισσότερον από τους κατωτέρους του εις τους μεγαλειτέρους αυτού την ηλικίαν. Έπειτα δε ηγάπα πάρα πολύ τους ίππους, γνωρίζων την τέχνην να τους μεταχειρίζεται μετά δεξιότητος. Πάντες δε τον έκριναν και εις τας πολεμικάς ακόμη ασχολίας, εις το να ρίπτη το τόξον και το ακόντιον, ότι και φιλομαθέστατος ήτο και μελετηρότατος.

Όταν δ' έγεινεν έφηβος (εμεγάλωσεν), έδειξε μεγάλην κλίσιν εις το κυνήγιον, εις τας επιθέσεις του δε κατά των θηρίων ήτο λίαν ριψοκίνδυνος. Όταν δέ ποτε ώρμησεν άρκτος εναντίον του, δεν την εφοβήθη, αλλά συμπλακείς μαζή της έπεσε κάτω από τον ίππον. Και όσα μεν υπέστη εκ της συμπλοκής τα εφανέρωναν αι επουλωμέναι έκτοτε πληγαί του. Την εφόνευσεν όμως επί τέλους. Εκείνος δε, όστις πρώτος έτρεξεν εις βοήθειάν του, εμακαρίζετο παρ' όλων κατόπιν διά τα δώρα που έλαβεν.

Αφού δε απεστάλη από τον πατέρα του σατράπης της Λυδίας και της μεγάλης Φρυγίας και της Καππαδοκίας, και απεδείχθη εκεί στρατηγός όλων των στρατευμάτων όσα είχαν διαταγάς να συναθροίζωνται εις την πεδιάδα του Καστωλού, πρώτον μεν εφάνη ότι εξαιρετικήν κατέβαλε φροντίδα να μη ψεύδεται ούτε προς εκείνον με τον οποίον έκαμε σπονδάς ειρήνης ή ανακωχής, ούτε προς εκείνον με τον οποίον ήρχετο εις συμφωνίας δι' οιανδήποτε υπόθεσιν, ούτε προς εκείνον εις τον οποίον υπεσχέθη τι.

Διά τούτο βεβαίως και τον ενεπιστεύοντο όσαι πόλεις εκήρυττον αυτόν επίτροπόν των. Επίσης και όλος ο στρατός. Και εάν τις εγίνετο εχθρός του, ήτο βέβαιος ότι, εις ενδεχομένας περί ειρήνης σπονδάς μετά του Κύρου, δεν θα υφίστατο καμμίαν από αυτόν ενόχλησιν παρά τας σπονδάς.

Και τω όντι, ότε εκήρυξεν άλλοτε τον πόλεμον κατά του Τισσαφέρνους, όλαι αι πόλεις εκουσίως των είχον προτιμήση αντί του Τισσαφέρνους τον Κύρον, εκτός των Μιλησίων. Ούτοι δε εφοβούντο αυτόν, μόνον και μόνον διότι δεν ήθελε να εγκαταλείψη τους φυγάδας (εις την τύχην των).

Διότι και εμπράκτως και διά λόγου εβεβαίωνεν ότι δεν θα ήθελέ ποτε να τους εγκαταλείψη, αφού άπαξ έγινε φίλος των, ούτε εάν ακόμη μείνουν ολιγώτεροι, ούτε εάν ακόμη περισσότερον δυστυχήσουν.

Εφαίνετο δε πάντοτε καταβάλλων προσπαθείας να υπερτερήση πάντα όστις ήθελε τον ωφελήση ή τον βλάψη. Τινές δε εκ των φίλων του διηγούντο περί αυτού κάποτε κάποιαν του ευχήν, ότι δηλαδή είχε ποτε ευχηθή εις τους Θεούς, τόσον μόνον χρόνον να ζήση, έως ότου κατώρθωνε να υπερτερήση εις το ευεργετείν μεν πάντα ευεργετούντα, εις το βλάπτειν δε πάντα κακουργούντα.

Διά τούτο λοιπόν και πλείστοι όσοι εκ των συγχρόνων μας ενεπιστεύθησαν εις αυτόν (άφησαν εις την διάκρισίν του) ως εις τον μόνον άξιον πάσης εμπιστοσύνης άνδρα και τας περιουσίας των και τας πόλεις των και τα σώματά των (την ασφάλειαν της ζωής των). Παρά πάντα ταύτα όμως, δεν θα ηδύνατό τις βέβαια να είπη ότι άφηνε να τον ξεγελούν οι αδικούντες και οι κακούργοι, αλλ' αμειλίκτως πάντας ετιμώρει. Πολλάκις δε έβλεπέ τις εις τας μάλλον πολυσυχνάστους οδούς των πόλεων ανθρώπους στερουμένους και ποδών και χειρών και οφθαλμών. Ούτω λοιπόν εις τας επαρχίας τας διοικουμένας από τον Κύρον ηδύνατο αφόβως να βαδίζη οιοσδήποτε Έλλην ή βάρβαρος, ήρκει μόνον να μην είχε βλάψη ουδένα, να μεταβαίνη δε όπου ήθελε, φέρων μαζή του ό,τι του ήτο δυνατόν ή εύκολον.

Πάντα δε γενναίον και χρήσιμον προς πόλεμον υπό πάντων ωμολογείτο ότι εξαιρετικώς ετίμα. Και εις τας αρχάς μεν επολέμησε προς τους Πισίδας και τους Μυσσούς. Λοιπόν, ότε αυτός ο ίδιος είχεν εκστρατεύση ποτέ κατά των χωρών αυτών, όλους εκείνους, τους οποίους έβλεπε ριψοκινδυνεύοντας, εκήρυττεν άρχοντας της χώρας την οποίαν εκυρίευε, κατόπιν δε και με άλλα δώρα τους ετίμα. Ώστε εφαίνετο αξιών οι μεν ανδρείοι να είναι ευτυχέστατοι, οι δε δειλοί και άνανδροι, σκλάβοι των. Διά τούτο και ήσαν πάντοτε αφθονώτατοι εκείνοι οίτινες ήθελαν να κινδυνεύουν υπέρ αυτού παντού όπου τυχόν εφαντάζοντο ότι θα το εμάνθανεν ο Κύρος.

Εάν δέ τις εγίνετο γνωστόν ότι εφιλοδόξει να αναδεικνύεται εις δικαιοσύνην (ως φιλοδίκαιος), κάθε τρόπον κατέβαλλε να αποκαθιστά τούτον πλουσιώτερον εκείνου όστις ήντλει τα κέρδη του από τας αδικίας. Αλλά και πολλών άλλων πραγμάτων δικαίως εγίνετο υπέρ αυτού η διαχείρισις και ένεκα πάντων τούτων αληθινόν στρατόν είχεν αποκτήση. Πράγματι δε. Διότι και οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, όσοι ένεκα κέρδους έπλευσαν προς αυτόν (κατετάχθησαν εις τον στρατόν του), επείσθησαν ότι είναι επικερδέστερον δι' αυτούς να πειθαρχούν τελείως εις τον Κύρον, παρά ν' αποβλέπουν εις το κατά μήνα ωρισμένον κέρδος των (τον μισθόν των).

Αλλά και ο Κύρος πάλιν, εάν τις ήθελε πιστώς τον υπηρετήση, δεν άφηνε ποτε άνευ ανταμοιβής τον ζήλον του. Αυτή δε είναι και η αιτία, διά την οποίαν, καθώς λέγουν, απέκτησεν ο Κύρος εις κάθε έργον του ικανωτάτους υπαλλήλους.

Εάν δε έβλεπε κανένα να ήναι δεινός οικονομολόγος μετά δικαιοσύνης, να καλλιεργή δε την χώραν, της οποίας ήτον ο αρχηγός και να αυξάνη μετ' επιμελείας τας προσόδους της, από αυτόν όχι μόνον δεν αφήρει τίποτε, αλλά και με περισσότερα (μέσα) πάντοτε τον εφωδίαζε. Τοιουτοτρόπως όλοι και ευχαρίστως ειργάζοντο και παρρησία, ενώπιον όλων, απέκτων περιουσίας, οσαδήποτε δε και αν απέκτα τις δεν τα απέκρυπτεν από τον Κύρον. Διότι προς πάντας τους ούτω φανερώς πλουτούντας, ούτος δεν εδοκίμαζε κανένα φθόνον, προσεπάθει δε μόνον να χρησιμοποιή δι' εαυτόν τα χρήματα εκείνων οι οποίοι τα έκρυπτον.

Όσους δε ήθελε κάμη φίλους και ήτο βέβαιος ότι πραγματικώς τον αγαπούν, τους έκρινε δε ότι θα ήσαν ικανοί συνεργάται του εις παν ό,τι ήθελε να φέρη εις πέρας, τούτους ομολογείται παρά πάντων ότι με μεγάλην προθυμίαν επεριποιείτο.

Και λοιπόν, δι' ον λόγον αυτός ενόμιζεν ότι έχει ανάγκην φίλων, όπως έχη τούτους συνεργάτας του, διά τον αυτόν λόγον και αυτός φρόντιζε να είναι συνεργάτης των (βοηθός) όσον του ήτο δυνατόν περισσότερον, εις κάθε τι που εκαταλάβαινεν ότι έκαστος εξ αυτών είχεν ανάγκην.

Ήτο δε ο μόνος εις το Κράτος ανήρ, κατά την γνώμην μου, ο οποίος ελάμβανε τόσα πολλά δώρα διά τόσον πολλάς αιτίας. Τα δώρα δε ταύτα ουδείς γενναιότερον αυτού εσκόρπιζεν (εδώρει εις τους φίλους του, αποβλέπων κυρίως εις τους τρόπους εκάστου και εις ό,τι έκαστος εξ αυτών εστερείτο περισσότερον.

Και ως προς εκείνα, τα οποία του απεστέλλοντο πανταχόθεν προς στολισμόν του σώματός του, είτε εν πολέμω στολισμόν, είτε εν ειρήνη, και ως προς αυτά ακόμη λέγεται ότι κάποτε είπεν ότι το σώμα του δεν θα ήτο δυνατόν ποτε με όλα αυτά να στολισθή, επίστευεν όμως στολισμόν του μέγιστον να βλέπη όλους τους φίλους του καλώς εστολισμένους.

Και το να υπερτερή μεν τους φίλους του εις τας ευεργεσίας δεν ήτο διόλου παράδοξον, επειδή ήτο βέβαια πλουσιώτερός των. Το να τους υπερτερή όμως εις το να φροντίζη υπέρ των αναγκών των και εις το να ευχαριστήται να ήναι προθυμότατος εις όλα, τούτο, εις εμέ τουλάχιστον, φαίνεται εξαιρετικώς θαυμασμού άξιον.

Διότι πολλάκις ο Κύρος, οπότε θα ελάμβανεν οίνον παρά πολύ γλυκύν, απέστελλεν εξ αυτού εις τους φίλους του ημίκενα αγγεία, λέγων εις αυτούς ότι από μακρού ήδη χρόνου δεν έχει λάβη τόσον γλυκύν οίνον. Τούτον, λοιπόν, σου αποστέλλει και σε παρακαλεί να τον πίης σήμερον με τους μάλλον αγαπητούς σου φίλους.

Ημιφαγωμένας δε χήνας επίσης απέστελλε πολλάκις και ημίσεις άρτους και άλλα τοιαύτα, διατάσσων τον υπηρέτην του να λέγη εις εκείνους εις τους οποίους τα απέστελλεν: Από αυτά έφαγεν ο Κύρος και ευχαριστήθη. Επιθυμεί, λοιπόν, να τα δοκιμάσετε και σεις. Οσάκις δε (ένεκα ανομβρίας) ο σανός ήτο σπανιώτατος, αυτός δε, διότι είχε πολλούς φροντιστάς και υπηρέτας, ηδύνατο να προμηθευθή τοιούτον, απέστελλεν εξ αυτού και εις τους φίλους του, παραγγέλλων εις αυτούς να τον δώσουν εις τους προς ιππασίαν προωρισμένους ίππους των, διά να μη φέρουν ούτοι τους φίλους του πεινώντες.

Εάν δέ ποτε εξήρχετο εις περίπατον και επρόκειτο πλείστοι να τον ίδουν καθ' οδόν, προσκαλών ενώπιόν των τους φίλους του, συνομίλει με σοβαρότητα μαζή των, διά να δείξη φανερά εις όλους εκείνους τους οποίους νομίζει αξίους της εκτιμήσεώς του. Ώστε εγώ τουλάχιστον, εξ όσον ακούω, νομίζω ότι ουδείς ηγαπήθη υπό περισσοτέρων Ελλήνων ή Περσών όσον ο Κύρος.

Απόδειξις τούτου είναι και το εξής γεγονός. Από μεν τον Κύρον, εφ' όσον ήτον υπό τον αδελφόν του, ουδείς έφυγε, διά να γείνη οπαδός του βασιλέως, εκτός του Ορόντα εκείνου (ως είδομεν ανωτέρω). Και αυτός δα ο Ορόντας δεν το κατώρθωσε, διότι εκείνον τον οποίον ενόμιζε πιστότατόν του υπηρέτην, πολύ γρήγορα τον ηύρε να αγαπά περισσότερον τον Κύρον ή αυτόν. Από δε τον βασιλέα, πολλοί προς τον Κύρον απεσκίρτησαν, αφ' ότου οι δύο αδελφοί έγειναν πολέμιοι προς αλλήλους, και μάλιστα εκείνοι οι οποίοι ηγαπώντο από τον βασιλέα περισσότερον. Τούτο δε, διότι ενόμιζαν ότι, εάν ήσαν καλοί (πιστοί) παρά τον Κύρον, θα ηξιούντο περισσοτέρων τιμών υπ' αυτού ή υπό του βασιλέως.

Έτι δε μεγαλειτέρα απόδειξις της αγαθότητός του και της κρίσεως, με την οποίαν ορθώς εστάθμιζε τους εύνους και σταθερούς και αφωσιωμένους φίλους του, είναι και εκείνο το οποίον συνέβη κατά τον θάνατόν του.

Ενώ δηλαδή αυτός απέθνησκεν, όλοι οι περί αυτόν φίλοι και ομοτράπεζοι απέθαναν μαχόμενοι υπέρ του Κύρου εκτός του Αριαίου, όστις έτυχε να ήναι τεταγμένος εις το αριστερόν κέρας, ως αρχηγός του ιππικού. Αλλά και αυτός, μόλις έμαθε τον θάνατον του Κύρου, έφυγε μαζή με όλον το στράτευμα, του οποίου ήτον ηγεμών.

Κεφάλαιον δέκατον


Ενταύθα, λοιπόν, αποκόπτεται η κεφαλή και η δεξιά χειρ του Κύρου. Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν, διώκοντες τους πολεμίους, επιπίπτουν εις το στρατόπεδον του Κύρου. Και ο μεν μετά του Αριαίου στρατός δεν μένει εκεί πλέον, αλλά φεύγει διά μέσου του στρατοπέδου του εις τον σταθμόν, από τον οποίον είχεν ορμηθή. Ελέγετο δε ότι το διάστημα της μέχρι του σταθμού οδού ήτο παρασάγγαι τέσσαρες.

Ο βασιλεύς δε και οι περί αυτόν πλείστα όσα τότε διαρπάζουν πράγματα, λαμβάνει δε (υπό την κατοχήν αυτού και κυριότητα) και την Φωκαΐδα, παλλακίδα του Κύρου, γυναίκα συνετήν, περί ης ελέγετο ότι ήτον ωραιοτάτη.

Η δε Μιλησία, ήτις ήτο νεωτέρα, αρπαγείσα εις τας αρχάς υπό των περί τον βασιλέα, τους ξεφεύγει κατόπιν, φέρουσα μόνον τον χιτώνα της, και τρέχει προς όσους Έλληνας έτυχε να είναι την στιγμήν εκείνην εις τας σκευοφόρους των αμάξας ωπλισμένοι, οι οποίοι και αντιταχθέντες, πολλούς μεν εκ των διαρπαζόντων εφόνευσαν, τινές δε εξ αυτών και εφονεύθησαν. Δεν ετράπησαν πράγματι εις φυγήν (εγκαταλείποντες την Μιλησίαν εις την τύχην της), αλλά και ταύτην έσωσαν και όσα άλλα πράγματα και ανθρώπους έτυχε να ευρίσκωνται εις τας αμάξας των (καταφυγόντας κατά την ώραν του διωγμού εκεί).

Ενταύθα βασιλεύς και Έλληνες απεμακρύνθησαν αλλήλων έως τριάκοντα στάδια. Αλλ' οι μεν Έλληνες εδίωκον τους προς το μέρος των βαρβάρους, νομίζοντες ότι ενίκων πάντας. Οι δε βάρβαροι ετρέποντο εις διαρπαγάς, νομίζοντες ότι ήσαν ήδη και αυτοί πάντες νικηταί.

Αφού δε οι μεν Έλληνες έμαθαν ότι ο βασιλεύς με όλον του το στράτευμα είχε φθάση μέχρι των αποσκευών, ο δε βασιλεύς, εξ άλλου, εμάνθανεν από τον Τισσαφέρνην ότι οι Έλληνες το καθ' εαυτούς νικούν και προχωρούν προς τα εμπρός διώκοντες, τότε ο μεν βασιλεύς συναθροίζει τον στρατόν του και παρατάσσεται, ο δε Κλέαρχος, καλέσας τον Πρόξενον, διότι αυτός ήτον ο πλησιέστερός του, συνεσκέπτετο μαζή του αν πρέπει ν' αποστείλουν μόνον μερικούς ή όλοι μαζή να σπεύσουν εις βοήθειαν του στρατοπέδου.

Εν τω μεταξύ τούτω οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο βασιλεύς εφαίνετο (εκ των κινήσεών του) ότι έμελλε να τους επιτεθή και πάλιν εκ των όπισθεν. Και οι μεν Έλληνες, στραφέντες, ητοιμάζοντο να τον υποδεχθούν ούτω (εκ των όπισθεν) ερχόμενον. Ο δε βασιλεύς (μετανοήσας ίσως) ήλλαξε διεύθυνσιν, δι' ου δε δρόμου είχε προηγουμένως προσπεράση, ότε ήτο πέραν του αριστερού κέρατος των Ελλήνων, διά του αυτού και επέστρεψεν (απεμακρύνθη των Ελλήνων), αναλαβών και τους εν καιρώ της μάχης προς τους Έλληνας λιποτακτήσαντας και τον Τισσαφέρνην με τους περί αυτόν.

Διότι ο Τισσαφέρνης κατά την πρώτην σύρραξιν δεν είχε φύγη, αλλά διήλθεν έφιππος πλησίον του ποταμού, εις ο μέρος ήσαν παρατεταγμένοι οι Έλληνες πελτασταί. Διερχόμενος δ' εκείθεν ουδένα μεν εφόνευσεν, οι Έλληνες όμως, απομακρυνθέντες, τους εκτύπων και τους ηκόντιζον.

Των πελταστών δε αρχηγός ήτον ο εξ Αμφιπόλεως Επισθένης, περί ου ελέγετο ό,τι ενήργησε κατά την περίστασιν ταύτην συνετώτατα.

Ο Τισσαφέρνης, λοιπόν, μόλις απηλλάγη των ακοντισμών, μειονεκτήσας ούτω, δεν επιστρέφει μεν και πάλιν οπίσω, αλλά, φθάσας εις το στρατόπεδον των Ελλήνων, συναντά εκεί τον βασιλέα και, μαζή ανασυντάξαντες πάλιν τας δυνάμεις των, επορεύοντο.

Ότε δ' έφθασαν κατά το αριστερόν κέρας των Ελλήνων, εφοβήθησαν ούτοι, μήπως ο εχθρός πλησιάζων τον στρατόν του προς το κέρας των και περικυκλώνων και από τα δύο μέρη αυτούς, τους κατακόψη. Ενόμισαν δε καλόν ν' αναπτύξουν το κέρας του στρατού των κατά μέτωπον και να βάλουν όπισθεν αυτών τον ποταμόν.

Ενώ δε εσκέπτοντο ταύτα, ο βασιλεύς, αντιπαρελθών (το αριστερόν κέρας των Ελλήνων), παρέταξε τον στρατόν του απέναντί των, εις ο σχήμα τον είχε παρατάξη, ότε το πρώτον επήρχετο ίνα συνάψη μάχην. Μόλις δε είδαν οι Έλληνες ότι οι Πέρσαι τους επλησίασαν και ότι ήσαν ήδη παρατεταγμένοι προς μάχην, ευθύς, αφού έψαλαν το πολεμικόν των άσμα, ώρμησαν κατ' αυτών με πολύ μεγαλητέραν ή πρότερον προθυμίαν.

Οι βάρβαροι όμως δεν εδέχθησαν την επίθεσίν των, αλλ' έφευγαν πολύ πλέον μακρύτερα ή πρότερον. Οι Έλληνες δε τους κατεδίωκον μέχρι κώμης τινός, όπου και εστάθησαν.

Διότι άνωθεν της κώμης ήτο λόφος, επί του οποίου, αίφνης επιστρέψαντες εκ της φυγής, εσταμάτησαν οι περί τον βασιλέα, όχι οι πεζοί, αλλ' οι ιππείς του, από τους οποίους και εγέμισεν ο λόφος τόσον, ώστε, ως εκ του πλήθους των, να μη γνωρίζουν οι Έλληνες ποίαν απόφασιν πρόκειται να λάβουν κατ' αυτών οι βάρβαροι. Έλεγαν δε τότε ότι έβλεπαν το βασιλικόν σημείον, χρυσούν τινα δηλαδή αετόν ανυψωμένον επί ξυλίνου ακοντίου.

Επειδή δε και προς τον λόφον επροχώρουν οι Έλληνες, τον εγκαταλείπουν τότε οι ιππείς, όχι όμως πλέον όλοι μαζή, αλλά καθ' ομάδας και προς διαφόρους διευθύνσεις. (Άλλοι από 'δω και άλλοι από 'κεί). Ούτω δε κατ' ολίγον απεγυμνώθη ο λόφος από τους ιππείς, έως ότου όλοι εκείθεν απεχώρησαν.

Ο Κλέαρχος, λοιπόν, δεν ανεβίβαζε τον στρατόν του εις τον λόφον, αλλά, στρατοπεδεύσας κάτωθεν αυτού, αποστέλλει Λύκιον τον Συρακούσιον με κάποιον άλλον (εις τον λόφον) με την διαταγήν, αφού κατοπτεύσουν τι είναι υπέρ αυτόν, να τον ειδοποιήσουν.

Και ο Λύκιος, αφού τον διέτρεξεν έφιππος και παρετήρησε παντού, του αναγγέλλει ότι οι εχθροί φεύγουν κατά κράτος.

Ότε δε συνέβαιναν ταύτα, ο ήλιος ήτο περί την δύσιν του σχεδόν. Ενταύθα, λοιπόν, εσταμάτησαν οι Έλληνες και, θέσαντες κατά γης τα όπλα, ανεπαύοντο. Συγχρόνως δε ηπόρουν ότι ο Κύρος ουδαμού εφαίνετο, ούτε κανείς άλλος παρουσιάσθη εκ μέρους του ερχόμενος. Διότι δεν εγνώριζαν ακόμη ότι εφονεύθη, αλλ' ενόμιζαν ή ότι είναι μακράν ήδη καταδιώκων τους εχθρούς, ή ότι επροχώρησε προς τα εμπρός (προς βορράν), διά να καταλάβη κανένα τόπον (μέρος εύθετον προς υπεράσπισίν του).

Και εσκέπτοντο αν πρέπει, μείναντες εκεί, να μεταφέρουν ενταύθα και τας αποσκευάς των, ή αν πρέπει ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των. Ενόμισαν, λοιπόν, καλλίτερον να απέλθουν και φθάνουν σχεδόν κατά την ώραν του δείπνου εις τας σκηνάς των.

Και ούτω μεν ετελείωσεν η ημέρα αυτή. Ευρίσκουν δε τα περισσότερα πράγματά των διαρπαγέντα, ακόμη και ό,τι τρόφιμον και ποτόν υπήρχε. Τας δε αμάξας, αι οποίαι ήσαν γεμάται άλευρα και οίνον, προετοιμασθείσαι ούτω επίτηδες από τον Κύρον, ίνα, εάν ποτε παρουσιασθή εις τον στρατόν μεγάλη έλλειψις τροφίμων, διανεμηθούν εις τους Έλληνας — ελέγετο δε ότι ήσαν τοιαύται αμάξας περί τας τετρακοσίας — και ταύτας ακόμη (τας αμάξας) είχαν ήδη διαρπάση οι περί τον βασιλέα.

Ώστε οι πλείστοι εκ των Ελλήνων έμειναν την εσπέραν εκείνην χωρίς δείπνον. Είχαν δε μείνη και την μεσημβρίαν χωρίς γεύμα. Διότι πριν ή καταλύση ο στρατός, διά να γευματίση, ανεφάνη ο βασιλεύς. Ούτω λοιπόν επέρασαν την νύκτα ταύτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Κατά ποίον, λοιπόν, τρόπον συνήθροισε τον Ελληνικόν στρατόν ο Κύρος, ότε εξεστράτευσε κατά του αδελφού του Αρταξέρξου, και όσα κατά την ανάβασιν του στρατού αυτού επράχθησαν και πώς έγεινεν η μάχη, και πώς απέθανεν ο Κύρος, και πώς, ελθόντες εις το στρατόπεδον οι Έλληνες, εκοιμήθησαν, νομίζοντες ότι καθ' όλην την γραμμήν ενίκων και ότι ο Κύρος έζη, — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά δι' όσων μέχρι τούδε είπομεν.

Άμα δε εξημέρωσε, συνελθόντες οι στρατηγοί ηπόρουν ότι ο Κύρος ούτε άλλον τινά αποστέλλει, διά να τους ειδοποιήση τι πρέπει να κάμουν, ούτε ο ίδιος πουθενά εφαίνετο. Απεφάσισαν, λοιπόν, αφού προετοιμάσουν τα πράγματά των, όσα τους είχαν μείνη από την διαρπαγήν, και εξοπλισθούν, να βαδίσουν προς τα εμπρός, έως ου συναντηθούν με τον Κύρον.

Ενώ δε ήρχιζαν να βαδίζουν, καθ’ ήν στιγμήν ανέτελλεν ο ήλιος, ήλθεν ο άρχων της Τευθρανίας Προκλής, καταγόμενος από τον Λάκωνα Δημάρατον (βασιλέα της Σπάρτης), και Γλους ο υιός του Ταμώ, οίτινες έλεγαν ότι ο μεν Κύρος εφονεύθη, ο δε Αριαίος ότι έχει ήδη φύγη, ευρισκόμενος με τους λοιπούς βαρβάρους εις τον σταθμόν, από τον οποίον την προηγουμένην ημέραν είχαν ξεκινήση, ότι δε τους ειδοποίει ότι καθ' όλην εκείνην την ημέραν θα τους επερίμενεν, εάν εσκόπευαν να έλθουν (πλησίον του), την επομένην όμως ότι εμελέτα ν' αναχωρήση διά την Ιωνίαν, από την οποίαν ήλθεν.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και οι άλλοι Έλληνες ελυπούντο κατάκαρδα. Ο δε Κλέαρχος τους είπε τα εξής: «Είθε ο Κύρος να έζη! Επειδή όμως απέθανεν, αναγγείλατε εις τον Αριαίον ότι και τον βασιλέα νικώμεν και, όπως βλέπετε, ουδείς πλέον μάχεται εναντίον μας, και, εάν δεν ήρχεσθε σεις, θα εβαδίζαμεν ήδη ημείς κατά του βασιλέως. Υποσχόμεθα δε εις τον Αριαίον, εάν έλθη εδώ, να τον ανακηρύξωμεν βασιλέα. Διότι εις τους κατόπιν μάχης νικητάς (καθώς γνωρίζετε) ανήκει και η Αρχή.

Αφού είπε ταύτα, αποστέλλει (προς τον Αριαίον) τους αγγελιοφόρους και μαζή με αυτούς τον Λάκωνα Χειρίσοφον και τον Θεσσαλόν Μένωνα. Όστις και αφ' εαυτού ήθελε (μόνος του επρότεινε) να υπάγη. Διότι και φίλος του Αριαίου ήτο και είχε ποτε φιλοξενηθεί υπ' αυτού. Και αυτοί μεν ανεχώρησαν, ο Κλέαρχος δ' επερίμενε (την απάντησιν).

Το δε στράτευμα επρομηθεύετο τροφήν και ύδωρ, όπως ηδύνατο, σφάζον εκ των φορτηγών του ζώων τους βους και τους όνους. Απομακρυνόμενοι δε ολίγον από του μέρους, εις το οποίον έγεινεν η μάχη, επρομηθεύοντο ξύλα συλλέγοντες τα βέλη, τα οποία ήσαν εκεί αφθονώτατα και τα οποία οι Έλληνες ηνάγκαζον τους λιποτακτούντας από τον στρατόν του βασιλέως να ρίπτουν κατά γης, καθώς και τας πλεκτάς και από ξύλον ασπίδας, τας οποίας μετεχειρίζοντο οι Αιγύπτιοι. Ήσαν δε εν αχρηστία και περιτταί δι' έλλειψιν ζώων και πολλαί άμαξαι, ακόμη δε και πολλά δόρατα και ακόντια. Με όλα, λοιπόν, τα ξύλα αυτά αφού έβρασαν όσα ήθελαν κρέατα, έφαγαν την ημέραν εκείνην.

Και ήτον ήδη η ώρα (η προ μεσημβρίας δεκάτη), καθ’ ήν η αγορά ήτο πλήρης ανθρώπων, ότε έρχονται εκ μέρους του βασιλέως και του Τισσαφέρνους κήρυκες, εξ ων όλοι μεν οι άλλοι ήσαν Πέρσαι, είς δε και μόνον Έλλην, ονομαζόμενος Φαλίνος, όστις έτυχε να ευρίσκεται πλησίον του Τισσαφέρνους, ιδιαιτέρως παρ' αυτού τιμώμενος. Διότι επροσποιείτο ότι εγνώριζε καλώς την στρατιωτικήν τακτικήν και οπλομαχίαν.

Ούτοι, λοιπόν, προσελθόντες και καλέσαντες τους στρατηγούς των Ελλήνων λέγουν ότι ο βασιλεύς, επειδή είναι (αυτός) ο νικητής και επειδή (αυτός) εφόνευσε τον Κύρον, προστάζει τους Έλληνας, αφού του παραδώσουν τα όπλα, να έλθουν εις την αυλήν του βασιλέως, και εκεί, αν ημπορούν, να επιτύχουν παρ' αυτού κανέν καλόν (να τον καταφέρουν να τους φανή καλός).

Και ταύτα μεν είπαν οι κήρυκες του βασιλέως. Οι δ' Έλληνες με αγανάκτησιν ήκουσαν τους λόγους των. Ο δε Κλέαρχος ταύτην και μόνην την απάντησιν τους έδωκεν: ότι δεν είναι ίδιον των νικητών να παραδίδουν τα όπλα των. (Απευθυνόμενος δε προς τους στρατηγούς είπεν:) «Σεις όμως, ω άνδρες στρατηγοί, αποκριθήτε εις αυτούς εδώ ό,τι σεις ευστοχώτερον και καλλίτερον (διά την περίστασιν) νομίσετε. Εγώ δε θα επιστρέψω αμέσως. Διότι τον είχε καλέση κάποιος εκ των υπηρετών του, διά να ίδη βγαλμένα εκεί κάπου τα σπλάγχνα των σφαγίων, επειδή κατά την στιγμήν εκείνην ετύχαινε να προσφέρη εις τους Θεούς θυσίαν.

Τότε, λοιπόν, απεκρίθη Κλεάνωρ ο Αρκάς, ο μεγαλήτερος όλων (σεβαστότερος), ότι είναι αποφασισμένοι όλοι ν' αποθάνουν πριν ή παραδώσουν τα όπλα. Ο δε Πρόξενος ο Θηβαίος προσέθηκεν: «Αλλ' εγώ, ω Φαλίνε, απορώ διά ποίον εκ των δύο λόγων ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα; ως νικητής ή ως δώρα, λόγω φιλίας; Εάν μεν τα ζητή ως νικητής, τις η ανάγκη να τα ζητή ούτω δι' απεσταλμένων, και δεν έρχεται να τα λάβη μόνος του; Εάν δε θέλη να τα λάβη διά της πειθούς (φιλικώς), ας μας είπη τι θα δώση εις τους στρατιώτας, εάν ούτοι του τα παραδώσουν χάριν φιλίας (ως εις φίλον)».

Εις ταύτα ο Φαλίνος απήντησεν: «Ο βασιλεύς φρονεί ότι είναι νικητής, αφού εφόνευσε τον Κύρον. Διότι τις άλλος πλέον του διαφιλονικεί την βασιλείαν; Νομίζει δε ότι και σεις είσθε υπό την εξουσίαν του, αφού σας έχει εις το μέσον της χώρας του και εντός αδιαβάτων ποταμών, και τόσον πλήθος ανθρώπων δύναται να οδηγήση εναντίον σας, ώστε, και εάν ακόμη τους παρέδιδεν εις χείρας σας, δεν θα ηδύνασθέ ποτε να τους φονεύσετε».

Μετ' αυτόν Θεόπομπος ο Αθηναίος είπεν: «Ω Φαλίνε, τώρα, όπως βλέπεις και συ, κανέν άλλο καλόν πλέον δεν μας έμεινεν παρά τα όπλα και η ανδρεία. Εάν μεν λοιπόν έχωμεν (στα χέρια μας) τα όπλα, νομίζομεν ότι δυνάμεθα να χρησιμοποιήσωμεν και την ανδρείαν μας. Εάν όμως τα παραδώσωμεν, θα χάσωμεν και την ζωήν μας. Μη φαντάζεσαι, λοιπόν, ότι τα μόνα αγαθά, τα οποία μας έμειναν, θα σας τα παραδώσωμεν, αλλά με αυτά, ακόμη και υπέρ των ιδικών σας αγαθών θα πολεμήσωμεν».

Ακούσας δε ταύτα ο Φαλίνος εγέλασε και είπεν: «Αλλ' (ομιλών ούτω) ομοιάζεις, ω νεανίσκε, με φιλόσοφον και αληθώς χαριέστατα μας λέγεις πράγματα! Μάθε όμως ότι είσαι ανόητος φανταζόμενος ότι η ανδρεία σας θα νικήση την στρατιωτικήν δύναμιν του βασιλέως».

Άλλοι δέ τινες ωμίλησαν με ολιγώτερον θάρρος, ειπόντες ότι όπως και εις τον Κύρον εφάνησαν πιστοί, ούτω και εις τον βασιλέα θα εφαίνοντο πάρα πολύ χρήσιμοι, εάν ήθελε να γείνη φίλος των. Και είτε εις άλλο τι, οιονδήποτε, θέλει να τους χρησιμοποιήση, είτε διά να εκστρατεύση εις την Αίγυπτον, είναι προθυμότατοι να τον βοηθήσουν να την υποτάξη.

Εν τω μεταξύ τούτω επανήλθεν ο Κλέαρχος και ηρώτησεν αν έδωσαν ήδη την απάντησιν. Ο δε Φαλίνος, διακόψας, είπεν: «Πάντες μεν οι προλαλήσαντες, ω Κλέαρχε, έχουν έκαστος ιδιαιτέραν (περί του πρακτέου) γνώμην. Συ δε ειπέ μας τι φρονείς».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Όσον αφορά εμέ, ω Φαλίνε, μ' ευχαρίστησίν μου σε είδα εδώ, νομίζω δε και όλοι οι άλλοι. Διότι και συ είσαι Έλλην και όλοι ημείς επίσης, όσους ενώπιόν σου βλέπεις. Επειδή δε ευρισκόμεθα εις τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, ζητούμεν να μας συμβουλεύσης τι πρέπει να πράξωμεν εις όσα μας προτείνεις.

»Συ, λοιπόν, εν ονόματι των Θεών, συμβούλευσέ μας ό,τι νομίζεις ότι είναι έντιμον και ωφέλιμον και ό,τι θα σου περιποιήση τιμήν εν τω μέλλοντι, πάντοτε μνημονευόμενον υπό των μεταγενεστέρων, ότι δηλαδή ο Φαλίνος, σταλείς ποτε υπό του βασιλέως, διά να είπη εις τους Έλληνας να παραδώσουν τα όπλα, τους συνεβούλευσε, ζητούντας την συμβουλήν του, τα εξής. Γνωρίζεις δε πολύ καλά ότι εξ άπαντος θα γείνη γνωστόν εις την Ελλάδα παν ό,τι ήθελες μας συμβουλεύση».

Ο Κλέαρχος διά των λόγων τούτων ήθελε να παρασύρη ανεπαισθήτως προς τους σκοπούς του τον Φαλίνον, επιθυμών και αυτός ακόμη ο πρεσβευτής του βασιλέως να τους συμβουλεύση να μη παραδώσουν τα όπλα, και τούτο, διά να γείνουν περισσότερον ευέλπιδες οι Έλληνες.

Ο Φαλίνος όμως, στρέψας τον λόγον επιτηδείως, παρά πάσαν προσδοκίαν του Κλεάρχου είπε τα εξής: «Όσον μεν αφορά εμέ, ω Κλέαρχε, εάν μία και μόνη εκ των απείρων (περί σωτηρίας) ελπίδων, (ας έχετε), ήναι: το να σωθήτε πολεμούντες τον βασιλέα, θα σας συνεβούλευον να μη παραδώσετε τα όπλα. Εάν όμως δεν υπάρχη καμμία ελπίς σωτηρίας άνευ της θελήσεως του βασιλέως, σας συμβουλεύω να σωθήτε δι' ου τρόπου νομίζετε σεις ευκολώτερον».

Εις τους λόγους τούτους ο Κλέαρχος απήντησε: «Και αύτη μεν είναι η γνώμη σου. Όσον όμως αφορά ημάς, ειπέ εις τον βασιλέα τα εξής: ότι ημείς φρονούμεν ότι, εάν μεν ήναι ανάγκη να γείνωμεν φίλοι του βασιλέως, θα του είμεθα επωφελέστεροι φίλοι, έχοντες τα όπλα μας ή παραδίδοντες αυτά εις άλλον. Εάν δε ήναι ανάγκη να γείνωμεν εχθροί του, θα ηδυνάμεθα καλλίτερα να τον πολεμώμεν με τα όπλα εις χείρας μας ή να τα παραδώσωμεν εις χείρας τρίτου».

Ο δε Φαλίνος είπεν: «Όσα μεν μας είπατε θα τα αναγγείλωμεν εις τον βασιλέα. Αλλά, προς τούτοις, και τα εξής ακόμη μας διέταξεν ούτος να σας είπωμεν: «ότι, εάν μεν μείνετε εις ην θέσιν ευρίσκεσθε, θα κηρυχθή ειρήνη (μεταξύ μας). Εάν δε βαδίσετε προς τα εμπρός ή επιστρέψετε (εις τας πατρίδας σας), θα συνεχισθή ο πόλεμος. Ειπέτε, λοιπόν, ποίον εκ των δύο προτιμάτε: να μείνετε και να γείνη ειρήνη ή ν' αναγγείλω εις τον βασιλέα ότι θα συνεχίσετε τον κατ' αυτού πόλεμον;».

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Ανάγγειλε, λοιπόν, και ως προς το ερώτημά σου τούτο, ότι και ημείς την αυτήν γνώμην έχομεν οίαν και ο βασιλεύς». «Και ποία είναι η γνώμη αύτη;» ηρώτησεν ο Φαλίνος. Και ο Κλέαρχος απήντησεν: «Εάν μεν μείνωμεν ενταύθα, κηρύττομεν ειρήνην, εάν δε προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν, πόλεμον».

Ο δε Φαλίνος ηρώτησε και πάλιν: «Ειρήνην ή πόλεμον ν' αναγγείλω;». Και ο Κλέαρχος την αυτήν και πάλιν έδωκεν απάντησιν: «Ειρήνην μεν, εάν μείνωμεν, πόλεμον δε, εάν προχωρήσωμεν ή επιστρέψωμεν». Ποίον δε εκ των δύο επροτίμα, δεν το εφανέρωσεν.

Κεφάλαιον δεύτερον


Και ο μεν Φαλίνος, λοιπόν, και οι μετ' αυτού ανεχώρησαν. Οι δε αποσταλέντες ήδη εις τον Αριαίον Προκλής και Χειρίσοφος επέστρεψαν, εκτός του Μένωνος, όστις έμεινε πλησίον του. Ούτοι, λοιπόν, κατ' εντολήν του Αριαίου, είπαν ότι υπάρχουν πολλοί Πέρσαι καλλίτεροι αυτού, οι οποίοι δεν θα τον ηνείχοντο ως βασιλέα. «Αλλ' εάν θέλετε όλοι μαζή ν' αναχωρήσετε, σας παραγγέλλει να έλθετε αυτήν την νύκτα αμέσως. Ειδεμή, θ' αναχωρήση την πρωίαν μόνος του».

Ο δε Κλέαρχος είπεν: «Εάν μεν έλθωμεν, βεβαίως ούτω πρέπει να πράξωμεν, καθώς λέγετε. Ειδεμή, πράξατε ό,τι σεις νομίσετε συμφερώτερον». Τι δ' εσκόπευεν αυτός να πράξη, ούτε εις αυτούς το ανεκοίνωσεν.

Μετά ταύτα, ενώ ήδη έδυεν ο ήλιος, συγκαλέσας τους στρατηγούς και λοχαγούς, τους είπε τα εξής: «Ενώ, ω άνδρες, προσέφερον εις τους Θεούς θυσίαν, διερωτών αυτούς να μάθω αν πρέπει να βαδίσωμεν κατά του βασιλέως, είδα ότι δεν έδειξαν τα (εκβληθέντα) σπλάγχνα ευοίωνα σημεία. Επόμενον δε ήτο να μη δείξουν. Διότι, όπως προ ολίγου έμαθα, εν μέσω ημών και του βασιλέως υπάρχει ο Τίγρης ποταμός, με πλοία μόνον διαπλεόμενος, τον οποίον ημείς όμως, μη έχοντες τοιαύτα, δεν θα δυνηθώμεν να διαβώμεν (να περάσωμεν). Αλλ' ούτε ενταύθα είναι δυνατόν να μένωμεν. Διότι δεν δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν αναγκαία. Όσον αφορά όμως: το να υπάγωμεν εις τους φίλους του Κύρου, τα σπλάγχνα μας έδειξαν πολύ ευοίωνα σημεία.

Κατά τον εξής λοιπόν τρόπον πρέπει να ενεργήσωμεν: Πηγαίνετε πρώτον να δειπνήσετε με ό,τι έκαστος από σας έχει. Όταν δε σαλπίση η σάλπιγξ σιωπητήριον [όταν δε δοθή διά του κέρατος (νυκτερινής σάλπιγγος) το προς ανάπαυσιν σημείον], αρχίσατε τότε να ετοιμάζετε τα πράγματά σας. Όταν δε σαλπίση το δεύτερον, φορτώσατέ τα εις τα ζώα. Όταν δε τέλος σαλπίση και το τρίτον, ακολουθήσατε τότε τον αρχηγόν σας, τα μεν ζώα έχοντες προς το μέρος του ποταμού, τους δε οπλίτας προς τα έξω».
΄
Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί και λοχαγοί ανεχώρησαν και ενήργουν συμφώνως προς τας παραγγελίας του. Του λοιπού δε, ο μεν Κλέαρχος ήτον ο γενικός αρχηγός του στρατού (αρχιστράτηγος), εκ των περί αυτόν δε οι μεν επείσθησαν εις αυτόν, όχι διότι τον είχαν αναγνωρίση ως τοιούτον, αλλά διότι έβλεπαν ότι μόνος αυτός εξ όλων εσκέπτετο όπως θα έπρεπε να σκέπτεται ένας αρχηγός, οι δε λοιποί ήσαν εντελώς άπειροι.

[Ο από Εφέσου της Ιωνίας μέχρι του τόπου της μάχης αριθμός των σταθμών και παρασαγγών, τους οποίους διέτρεξαν οι Έλληνες, ήσαν ενενήκοντα τρεις σταθμοί ή πεντακόσιοι τριάκοντα πέντε παρασάγγαι ή δέκα εξ χιλιάδες και πεντήκοντα στάδια. Από δε του τόπου της μάχης μέχρι της Βαβυλώνος η απόστασις ελέγετο ότι ήτο τριακοσίων εξήκοντα σταδίων].

Κατόπιν, αφού ήδη ενύκτωσε, Μιλτοκύθης μεν ο Θραξ, έχων και τους ιππείς του, ανερχομένους εις τεσσαράκοντα, και έως τριακοσίους εκ των πεζών Θρακών, ελιποτάκτησε προς τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος προηγείτο των άλλων, συμφώνως προς όσα είχεν υποδείξη, ούτοι δε ηκολούθουν. Φθάνουν δε εις τον πρώτον σταθμόν, όπου ήτον ο Αριαίος με τον στρατόν του, περί το μεσονύκτιον. Και αφού (οι στρατιώται) έθεσαν εν τάξει κατά γης τα όπλα, συνήλθον οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων περί τον Αριαίον. Και Έλληνες και Αριαίος μετά των περί αυτόν αρίστων ωρκίσθησαν να μη προδώσουν ποτέ αλλήλους, αλλά να ήναι πάντοτε μεταξύ των σύμμαχοι. Οι δε Πέρσαι ωρκίσθησαν προς τούτοις και να οδηγούν χωρίς κανένα δόλον τον στρατόν κατά την πορείαν του.

Ωρκίσθησαν δε πάντα ταύτα, αφού επί ασπίδος έσφαξαν και ταύρον και κάπρον και κριόν, εις το αίμα των οποίων οι μεν Έλληνες έβαπτον ξίφος, οι δε βάρβαροι λόγχην. Αφού δε εδόθησαν ούτω αμοιβαίως λόγοι πίστεως, είπεν ο Κλέαρχος: «Εμπρός, λοιπόν, τώρα, ω Αριαίε, επειδή και σεις και ημείς την αυτήν πορείαν πρόκειται να κάμωμεν, ειπέ μας ποίαν γνώμην έχεις περί αυτής, να επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν οδού, ή άλλην τινά καλλιτέραν ταύτης έχεις κατά νουν;

»Εάν μεν επιστρέψωμεν δι' ης ήλθομεν, θα καταστραφώμεν εντελώς από την πείναν. Διότι μας εσώθησαν πλέον αι τροφαί. (Ενθυμείσαι δε ότι) εις απόστασιν δέκα επτά σταθμών εκ των πλησιεστέρων, ούτε όταν ηρχόμεθα εδώ επρομηθεύθημεν, έστω και το ελάχιστον, από την χώραν ταύτην. Όπου δε (της χώρας) υπήρχε κάτι τι, διερχόμενοι δι' αυτής το απετελειώναμεν. Σκεπτόμεθα, λοιπόν, τώρα (σκοπεύομεν) να βαδίσωμεν μακροτέραν οδόν, ώστε να μη στερηθώμεν των προς τροφήν αναγκαίων.

»Νομίζω δε ότι πρέπει τους πρώτους σταθμούς να πορευώμεθα όσω το δυνατόν μακροτάτους, και τούτο διά να απομακρυνθώμεν όσω το δυνατόν περισσότερον του βασιλικού στρατού. Διότι, εάν εφάπαξ απομακρυνθώμεν αυτού δρόμον δύο ή τριών ημερών, δεν θα υπάρχη πλέον κανείς φόβος να μας φθάση ο βασιλεύς. Διότι με ολίγον μεν στρατόν δεν θα τολμήση να μας ακολουθήση (να μας πάρη το κατόπιν), με πολύν δε, δεν θα δυνηθή ταχέως να βαδίση. Ίσως δε στερηθή και των τροφίμων. Αυτή είναι η γνώμη μου».

Το στρατήγημα τούτο (κόλπο) του Κλεάρχου ουδέν άλλο επεδίωκεν ή να δραπετεύσωμεν εν ανάγκη ή να φύγωμεν. Αλλ' η τύχη εφάνη στρατηγικωτέρα ημών. Διότι, αφού εξημέρωσεν, ήρχισαν να βαδίζουν έχοντες προς τα δεξιά τον ήλιον, υπολογίζοντες δε ότι κατά την δύσιν του ακριβώς, θα φθάσουν εις χωρία της Βαβυλωνίας χώρας. Και εις τούτο μεν δεν ηπατήθησαν.

Περί το δειλινόν όμως τους εφάνη ότι είδαν ιππείς του εχθρικού στρατού. Και όσοι εκ των Ελλήνων έτυχε να μην ήναι εις τας τάξεις των, έτρεξαν αμέσως εις αυτάς. Και ο Αριαίος, όστις μέχρις εκείνης της στιγμής εφέρετο εφ' αμάξης, διότι ήτο πληγωμένος, καταβάς αυτής ενεδύετο τον θώρακά του. Μετ' αυτού δε και οι στρατιώται του. Ενώ δε ούτω εξωπλίζοντο, ήλθαν οι προαποσταλέντες ήδη προς ανίχνευσιν σκοποί λέγοντες ότι δεν ήσαν ιππείς, αλλά φορτηγά ζώα κάπου εκεί βόσκοντα. Ευθύς δε τότε ενόησαν όλοι ότι εκεί που πλησίον ήτο στρατοπεδευμένος ο βασιλεύς. Άλλως τε ουχί πολύ μακράν εφαίνετο εις τα εν λόγω χωρία και καπνός.

Ο Κλέαρχος, εν τούτοις, δεν ωδήγησε τον στρατόν του κατά των πολεμίων, γνωρίζων ότι ούτος και κουρασμένος ήδη ήτο εκ της πορείας και νήστις. Είχε δε και εντελώς βραδυάση πλέον. Αλλ' ούτε και εξέκλινε του δρόμου του (δεν ήλλαξε διεύθυνσιν), προσέχων μήπως νομισθή (από τον βασιλέα) ότι φεύγει. Αλλά κατ' ευθείαν προχωρών με την εμπροσθοφυλακήν του, κατεσκήνωσεν, ενώ ήδη ο ήλιος εβασίλευεν, εις τα πλησιέστερον κείμενα χωρία, από τα οποία είχαν διαρπαγή υπό του βασιλικού στρατού και αυτά ακόμη τα ξύλα των οικιών.

Η μεν εμπροσθοφυλακή, λοιπόν, οπωσδήποτε εστρατοπέδευσεν. Οι δε ερχόμενοι κατόπιν, εν μέσω σκότους προχωρούντες, κατέλυον όπως ηδύνατο έκαστος, τόσον δε πολύ εθορύβουν, καλούντες αλλήλους, ώστε αι φωναί των ν' ακούωνται ακόμη και εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Από το οποίον μάλιστα οι πληρέστεροι και εγκατέλειψαν (φοβηθέντες) τας σκηνάς των.

Τούτο δε έγεινε φανερόν την επομένην. Διότι τίποτε πλέον δεν εφαίνετο εις τα πέριξ, ούτε φορτηγόν ζώον, ούτε στρατόπεδον, ούτε καπνός. Ως φαίνεται δε και αυτός ο βασιλεύς ακόμη είχε τρομάξη διά την έφοδον εκείνην του στρατεύματος. Εφανέρωσε δε τον τρόμον του αυτόν με όσα ενήργει (έπραττε) την ακόλουθον ημέραν.

Αλλ' ενώ ήτο νυξ ακόμη, αίφνης καταλαμβάνονται από φόβον οι Έλληνες, κρότος δε και θόρυβος εγείρεται, όπως συμβαίνει όταν καταληφθή από φόβον αιφνίδιον, στρατόπεδον.

(Εις το άκουσμα του θορύβου τούτου) ο Κλέαρχος διέταξε Τολμίδην τον Ηλείον, όστις ήτον ο καλλίτερος των εν τω Ελληνικώ στρατώ κηρύκων, και τον οποίον τυχαίως είχε την στιγμήν εκείνην πλησίον του, να επιβάλη εις τους θορυβούντας σιωπήν, κηρύττων εις όλον το στράτευμα ότι οι αρχηγοί του υπόσχονται εις εκείνον, όστις θα καταγγείλη τον απολύσαντα τον όνον εις τα όπλα (εις το στρατόπεδον), ως αμοιβήν του έν τάλαντον.

Αφού όμως ταύτα εκηρύχθησαν, ενόησαν οι στρατιώται ότι μάταιος ήτον ο φόβος των και ότι οι στρατηγοί των τίποτε δεν έπαθαν. Ευθύς δε άμα εξημέρωσε, διέταξεν ο Κλέαρχος τους Έλληνας να εξοπλισθούν όλοι ως εις μάχην.

Κεφάλαιον τρίτον


Εκείνο, λοιπόν, το οποίον είχα προηγουμένως γράψη, ότι ετρόμαξεν ο βασιλεύς διά την έφοδον, εφάνη εκ του γεγονότος τούτου: Ότι την μεν προηγουμένην ημέραν, αποστέλλων αγγελιοφόρους του εις τους Έλληνας, τους διέτασσε να παραδώσουν τα όπλα. Τότε δε, μόλις ανέτειλεν ο ήλιος, τους απέστειλε κήρυκας, διά να κλείσουν ειρήνην μεταξύ των.

Ούτοι, λοιπόν, αφού ήλθαν εις τας προφυλακάς, εζήτουν να ίδουν τους στρατηγούς. Και αφού ανήγγειλαν την έλευσίν των οι προφυλακές, ο Κλέαρχος, όστις έτυχε την ώραν εκείνην να επιθεωρή το στράτευμα, παρήγγειλεν εις τους προφύλακας να είπουν εις τους κήρυκας να περιμένουν, μέχρις ότου ευκαιρήση (τελειώση την επιθεώρησιν).

Αφού δε παρέταξε τον στρατόν, ώστε να ήναι η όλη φάλαγξ καθ' όλην την έκτασιν πυκνή και θεαματικωτάτη, εκ δε των αόπλων κανείς να μην ήναι θεατός, προσεκάλεσε τους αγγελιοφόρους, αυτός ο ίδιος προϋπαντήσας αυτούς με τους μάλλον καλώς ωπλισμένους και ωραιοτέρους εκ των στρατιωτών του, αφού προηγουμένως παρήγγειλε και εις τους άλλους στρατηγούς κατά τον αυτόν (επιδεικτικόν) τρόπον να προσέλθουν.

Ότε δε τους επλησίασε, τους ηρώτα τι θέλουν. Ούτοι δε απήντησαν ότι ήλθαν να διαπραγματευθούν περί ειρήνης, έχοντες εντολήν να διαβιβάσουν εις τους Έλληνας τους λόγους του βασιλέως και τους των Ελλήνων εις τον βασιλέα.

Ο δε Κλέαρχος απήντησεν: «Αναγγείλατε λοιπόν εις αυτόν ότι εν πρώτοις παρίσταται ανάγκη μάχης. Διότι δεν έχομεν τι να φάγωμεν, ούτε θα ετόλμα κανείς να διαπραγματευθή με τους Έλληνας περί ειρήνης, εάν δεν τους επρομήθευε πρωτήτερα τροφάς».

Ακούσαντες ταύτα οι αγγελιοφόροι άμέσως ανεχώρησαν και επανήλθον πάλιν ταχέως. Τούτο δ' εφανέρωνεν ότι ο βασιλεύς ήτον εκεί που πλησίον, ή άλλος τις, όστις ενήργει κατ' εντολήν του τας διαπραγματεύσεις. Απήντησαν, λοιπόν, ότι ο βασιλεύς φρονεί ότι έχει δίκαιον ο Κλέαρχος και ότι ήλθαν φέροντες μαζή των οδηγούς, οίτινες, εάν κλεισθή ειρήνη μεταξύ των, θα τους οδηγήσουν εις μέρη, όθεν θα προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν με μόνους τους ελθόντας και επιστρέψαντας (εις τον βασιλέα) άνδρας θα συνθηκολογήση ή και με τους άλλους (ή και με όλον τον στρατόν του βασιλέως) (11) .

Εκείνοι δε απήντησαν ότι «η ειρήνη κλείνεται με όλους, μέχρι της στιγμής καθ’ ήν θ' αναγγελθούν οι λόγοι σας εις τον βασιλέα».

Αφού δε είπαν ταύτα, ο Κλέαρχος, απομακρύνας αυτούς ολίγον, συνεσκέπτετο με τους στρατηγούς (περί του πρακτέου). Και εφάνη λοιπόν (εις τους στρατηγούς) καλόν ότι πρέπει να γείνη η ειρήνη όσον το δυνατόν ταχύτερον, εν ησυχία δε και ανενόχλητοι να έλθουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί, διά να προμηθευθούν εξ αυτών.

Εις ταύτα ο Κλέαρχος απήντησε: «Και εγώ την αυτήν έχω γνώμην. Δεν θα την είπω όμως αμέσως (εις τους απεσταλμένους του βασιλέως), αλλά θα χρονοτριβήσω ολίγον, έως ότου φοβηθούν μήπως απεφασίσαμεν να μη γείνη ειρήνη. Νομίζω δε, προσέθηκεν, ότι από τον αυτόν φόβον θέλουν καταληφθή και οι στρατιώται μας». Όταν δε ενόμισεν ότι ήτο πλέον καιρός να επιστρέψη, είπεν εις αυτούς ότι δέχεται την ειρήνην, και ευθύς διέταξε να τους οδηγήσουν εις ο μέρος ήσαν αι τροφαί.

Και αυτοί μεν προηγούντο· ο δε Κλέαρχος επορεύετο, συνθηκολογήσας μεν ήδη, αλλ' έχων και τον στρατόν ως προς μάχην έτοιμον, εις την οπισθοφυλακήν του οποίου και ευρίσκετο. Συνήντων δε καθ' οδόν τάφρους και χάνδακας πλήρεις ύδατος, ώστε να μη τους ήναι δυνατόν να διέλθουν άνευ γεφυρών. Κατεσκεύαζαν λοιπόν τοιαύτας από φοίνικας ερριμμένους κατά γης ή από αυτούς τους ιδίους κοπτομένους.

Τότε δε ήτο ευκαιρία να γνωρίση τις κάλλιστα τον Κλέαρχον πώς επεστάτει, διά μεν της δεξιάς χειρός κρατών το δόρυ, διά δε της αριστεράς ράβδον. Ούτω, εάν του εφαίνετο κανείς των διά την εργασίαν ταύτην προωρισμένων οκνηρός, εκλέγων τον περισσότερον τιμωρίας άξιον τον εκτύπα (διά της ράβδου του) και συγχρόνως αυτός ο ίδιος ήρχετο εις βοήθειάν του, εισερχόμενος μέσα εις την λάσπην. Ώστε όλοι να εντρέπωνται μήπως δεν εκτελούν όπως αυτός την εργασίαν των.

Και ετάχθησαν πλησίον του οι μέχρι τριάκοντα ετών (στρατιώται). Επειδή δε έβλεπαν οι πρεσβύτεροι ακόμη και τον Κλέαρχον με σπουδήν και προθυμίαν εργαζόμενον, ήρχοντο εις βοήθειάν του και αυτοί.

Πολύ περισσότερον όμως των άλλων εβιάζετο ο Κλέαρχος, επειδή υπώπτευεν ότι αι τάφροι δεν ήσαν πάντοτε ούτω πλήρεις ύδατος [διότι η ώρα του έτους (Οκτώβριος μην) δεν ήτο κατάλληλος προς άρδευσιν της πεδιάδος], αλλ' ότι ο βασιλεύς, θέλων ήδη να παρεμβάλη πολλά προσκόμματα εις την πορείαν των Ελλήνων, είχεν απολύση το ύδωρ εις την πεδιάδα.

Πορευόμενοι δε έφθασαν εις τα χωρία, από τα οποία υπέδειξαν οι οδηγοί ότι ηδύναντο να λάβουν τροφάς, και εις τα οποία υπήρχε πολύς σίτος και οίνος εκ φοινίκων, από τους αυτούς καρπούς δε και όξος βρασμένον.

Εκ των καρπών δ' αυτών οι μεν κατωτέρας ποιότητος, όμοιοι προς εκείνους τους οποίους ανευρίσκει τις και εις την Ελλάδα, ήσαν προωρισμένοι διά τους υπηρέτας, οι δε εκλεκτοί διά τους κυρίους των, θαυμάσιοι κατά το κάλλος και το μέγεθος, χρώματος δε ως το του ηλέκτρου. Εκ των οποίων και ουκ ολίγοι ξηραινόμενοι εχρησίμευαν ως τραγήματα (ξηροί καρποί) μετά το φαγητόν. Είτε δε μόνοι των είτε συνοδευόμενοι και από οίνον οι ξηροί αυτοί καρποί, αν και γλυκύτατοι την γεύσιν, επροξένουν πάντοτε, τρωγόμενοι, κεφαλαλγίαν.

Ενταύθα πρώτην φοράν έφαγαν οι στρατιώται από τον μυελόν (μελούδι) του φοίνικος, εθαύμασαν δε οι περισσότεροι εξ αυτών το είδος και την εντελώς ξεχωριστήν αυτού γλυκύτητα. Ως οι ξηροί καρποί δε και ούτος επροξένει κεφαλαλγίαν εις τον τρώγοντα. Ο δε φοίνιξ εκείνος, από του οποίου ήθελεν αφαιρεθή ο μυελός, όλος εξηραίνετο.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις. Και εκ μέρους του μεγάλου βασιλέως ήλθεν ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως και άλλοι τρεις Πέρσαι. Ηκολούθουν δε και δούλοι πολλοί. Αφού δε τους προϋπάντησαν οι στρατηγοί των Ελλήνων, πρώτος ο Τισσαφέρνης έλεγε διά διερμηνέως τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, γειτονεύω με την Ελλάδα (ως γνωρίζετε), και επειδή σας είδα να περιέλθετε εις πολλάς αμηχανίας, ενόμισα ότι μου παρουσιάζετο ήδη μοναδική ευκαιρία να καταβάλω πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως ζητήσω και λάβω παρά του βασιλέως την άδειαν να σας επαναφέρω και πάλιν σώους εις την πατρίδα σας, φρονών ότι ηθέλετε μ' ευγνωμονή διά τούτο τόσον σεις, όσον και πάσα η άλλη Ελλάς.

»Τοιαύτα λοιπόν φρονών παρεκάλουν τον βασιλέα λέγων ότι εδικαιούμην να λάβω παρ' αυτού τοιαύτην χάριν, διότι εγώ ήμην εκείνος, όστις τον ειδοποίησα πρώτος ότι εκστρατεύει ο Κύρος εναντίον του, και εγώ ήμην επίσης εκείνος, όστις, ευθύς ως τον ειδοποίησα περί της εκστρατείας, πρώτος του παρέσχον την βοήθειάν μου, εκ των απέναντι δε των Ελλήνων παραταχθέντων κατά την μάχην μόνος εγώ δεν έφυγα, αλλά τρέξας ηνώθην με τον στρατόν του βασιλέως εις το στρατόπεδόν σας, όπου ούτος ήλθεν, αφού εφόνευσε τον Κύρον και αφού τους μετά του Κύρου πολεμούντας Πέρσας έτρεψεν εις φυγήν με αυτούς εδώ, τους οποίους τώρα βλέπετε πλησίον μου και οίτινες είναι πιστότατοι και αφωσιωμένοι καθ' όλα εις αυτόν.

»Και περί όλων μεν αυτών μου υπέσχετο ότι θα σκεφθή. Με διέτασσε δε, αφού έλθω προς σας, να σας ερωτήσω διά ποίον λόγον εκστρατεύσατε εναντίον του. Σας συμβουλεύω, λοιπόν, να του απαντήσετε μετριοπαθώς, και τούτο, διά να ημπορέσω ευκολώτερον να επιτύχω καλόν τι παρ' αυτού υπέρ της υποθέσεώς σας».

Αφού είπε ταύτα, οι Έλληνες παραμερίσαντες ολίγον συνεσκέπτοντο. Επ' ονόματι δε αυτών απήντησεν ο Κλέαρχος ως εξής: «Ημείς ούτε συνήλθομέν ποτε επί τω σκοπώ να πολεμήσωμεν τον βασιλέα, ούτε καν εφαντάσθημεν ότι εκστρατεύοντες με τον Κύρον εβαδίζαμεν κατά του βασιλέως. Διότι, όπως και συ πολύ καλά γνωρίζεις, πολλάς προφάσεις εύρισκεν ούτος (ο Κύρος) καθ' οδόν, ίνα και υμάς καταλάβη απροετοιμάστους (προς μάχην) και ημάς οδηγήση εις τούτο εδώ το μέρος.

»Όταν όμως, επί τέλους, είδαμεν να περιέρχεται ο Κύρος εις πολύ δύσκολον θέσιν, ησχύνθημεν και θεούς και ανθρώπους να φανώμεν προδόται προς αυτόν, ενώ πρωτήτερα με τόσην προθυμίαν εδεχόμεθα τας ευεργεσίας του.

»Αφού δε απέθανεν ο Κύρος, ούτε εσκέφθημέν ποτε να διεκδικήσωμεν την βασιλικήν εξουσίαν από τον βασιλέα, ούτε ποτέ είχαμεν καμμίαν αφορμήν, ένεκα της οποίας ηθέλαμεν να βλάψωμεν την χώραν του, πολύ δε ολιγώτερον να τον φονεύσωμεν, θα ηθέλαμεν δε μόνον να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, εάν δεν ήθελε κανείς μας ενοχλήση.

»Εάν όμως επιτεθή τις εναντίον μας, θα προσπαθήσωμεν και ημείς με την βοήθειαν των Θεών να τον εκδικηθώμεν. Αλλ' εάν και είς μόνος υπάρχη, όστις θα ήθελε να μας ευεργετήση, ακόμη και τούτου δεν θέλομεν φανή κατώτεροι, αντευεργετούντες αυτόν με κάθε τρόπον».

Και ο μεν Κλέαρχος ούτως ωμίλησεν. Ακούσας δε ταύτα ο Τισσαφέρνης απήντησεν ως εξής: «Όσα μου είπατε θέλω διαβιβάση εις τον βασιλέα, και εις σας πάλιν θέλω διαβιβάση όσα εις απάντησίν σας ήθελε μου παραγγείλη ούτος. Έως ότου δε εγώ επιστρέψω, ας κρατή ειρήνη μεταξύ μας, θέλομεν δε σας παράσχη κάθε ευκολίαν προς προμήθειαν τροφών».

Και την μεν ακόλουθον ημέραν ο Τισσαφέρνης δεν ήλθε, πράγμα τα οποίον ενέβαλεν εις ανησυχίαν τους Έλληνας. Την τρίτην όμως ελθών είπεν ότι, αφού διεπραγματεύθη το ζήτημα μετά του βασιλέως, έρχεται ήδη έχων την άδειαν παρ' αυτού πώς να επιτύχη την επιστροφήν των Ελλήνων εις τας πατρίδας των, αν και πολλοί εκ των περί τον βασιλέα είχαν εις τούτο όλως εναντίαν γνώμην, ότι δηλαδή δεν θα ήτο πρέπον εις ένα βασιλέα ν' αφήση ούτω ελευθέρους εκείνους, οίτινες εξεστράτευσαν εναντίον του.

Τέλος δε είπε: «Και τώρα σας είναι πλέον επιτετραμμένον (δύνασθε) να βασισθήτε εις τον λόγον μας, ότι πράγματι κατά την μέχρι της πατρίδος σας πορείαν θα σας παράσχωμεν εντελώς φιλικήν την χώραν και χωρίς κανένα δόλον θα σας οδηγήσωμεν μέχρι της Ελλάδος, παρέχοντες τακτικώς τρόφιμα προς αγοράν εις τον στρατόν σας. Όπου δε δεν θα ήτο δυνατόν ν' αγοράσετε τοιαύτας, θα σας επιτρέψωμεν να λαμβάνετε τα προς τροφήν σας εκ της χώρας.

»Σεις δε εξ άλλου είναι ανάγκη να μας ορκισθήτε ότι πράγματι θα βαδίζετε ως διά μέσου χώρας φιλικής, χωρίς ουδεμίαν να προξενήσετε ζημίαν ή ουδένα να βλάψετε εις τον δρόμον σας, προμηθευόμενοι τροφάς ή ποτά, καθ’ ήν περίπτωσιν δεν θα ήναι δυνατόν ημείς αυτοί να σας παρέχωμεν τοιαύτας προς αγοράν. Εάν όμως σας παρουσιάζωμεν τροφάς, θα προμηθεύεσθε τα προς διατροφήν του στρατού σας αναγκαία αγοράζοντες».

Αφού παρεδέχθησαν ταύτα οι Έλληνες, ωρκίσθησαν και έδωκαν τας δεξιάς των εις τους Έλληνας στρατηγούς και λοχαγούς ο Τισσαφέρνης και ο γυναικάδελφος του βασιλέως, λαβόντες και αυτοί τας των Ελλήνων (εις πίστωσιν των όρκων των).

Μετά ταύτα δε ο Τισσαφέρνης, είπε: «Και τώρα μεν λοιπόν εγώ απέρχομαι προς τον βασιλέα, ευθύς δε ως τελειώσω τας υποθέσεις μου (άμα ως επιτύχω όσα χρειάζομαι), θα επανέλθω, διά να προετοιμασθώ, όπως σάς μεν οδηγήσω εις την Ελλάδα, εγώ δε απέλθω εις την έδραν της, ην εξουσιάζω, επαρχίας μου».

Κεφάλαιον τέταρτον


Μετά ταύτα επερίμεναν τον Τισσαφέρνην και οι Έλληνες και ο Αριαίος, εστρατοπεδευμένοι πλησίον αλλήλων επί είκοσι και πλέον ημέρας. Κατά το διάστημα δε αυτό έρχονται εις τον Αριαίον και οι αδελφοί του και όλοι όσοι (του) ήσαν αναγκαίοι, επίσης δε καί τινες εκ των Περσών (έρχονται) εις τους συντρόφους του, οίτινες (Πέρσαι) ενεθάρρυναν και υπέσχοντο είς τινας επ' ονόματι του βασιλέως, ότι δεν θα μνησικακήση ούτος κατ' αυτών διά την μετά του Κύρου εκστρατείαν των, ουδέ δι' οιονδήποτε άλλο εξ όσων μέχρι τούδε συνέβησαν.

Εφ' όσον δε εγίνοντο ταύτα, οι περί τον Αριαίον εφωρώντο ελάχιστα προσέχοντες (λαμβάνοντες υπ' όψει) τους Έλληνας. Διά τον λόγον δε τούτον και οι περισσότεροι των Ελλήνων ήσαν μαζή των δυσηρεστημένοι, προσερχόμενοι δε εις τον Κλέαρχον και εις τους άλλους στρατηγούς έλεγαν:

«Τις ο λόγος, δι' ον εξακολουθούμεν ακόμη να μένωμεν ενταύθα; Ή μήπως τάχα δεν γνωρίζομεν ότι με κάθε τρόπον θα προσπαθήση ο βασιλεύς να μας καταστρέψη, διά να εμπνεύση και εις τους άλλους Έλληνας τον φόβον να μην εκστρατεύουν πλέον του λοιπού εναντίον του μεγάλου βασιλέως; Και τώρα μεν απαιτεί από ημάς να μένωμεν εδώ, επειδή ο στρατός του έχει ήδη διασκορπισθή. Όταν όμως συναθροισθή πάλιν, τίποτε δεν θα τον εμποδίση να επιτεθή εναντίον μας.

Ίσως δε (ταύτην την στιγμήν) κάπου εδώ ανασκάπτει τάφρον ή ανεγείρει τείχος (οχυρώνει), διά να μας εμποδίση την προς τα πρόσω πορείαν μας. Διότι βεβαίως ποτέ δεν θα θελήση εκουσίως του (ποτέ δεν θα συγκατανεύση), επιστρέφοντες εις την Ελλάδα, ν' αναγγείλωμεν ότι ημείς, αν και είμεθα τόσον ολίγοι, ενικήσαμεν τον βασιλέα μέσα εις την χώραν του και, αφού τον ενεπαίξαμεν ούτω νικηθέντα, επεστρέψαμεν εις την πατρίδα μας».

Ο δε Κλέαρχος εις τους λέγοντας ταύτα απεκρίθη τα εξής: «Κ' εγώ, όπως σεις, έχω υπ' όψει όλα όσα μου είπατε. Σκέπτομαι όμως ότι, εάν αναχωρήσωμεν τώρα (χωρίς την θέλησιν του βασιλέως), θα φανώμεν ότι αναχωρούμεν ως εχθροί του (με τον σκοπόν αργότερα να τον πολεμήσωμεν) και ότι ενεργούμεν παρά τας συνθήκας. Εκτός τούτου, πρώτον μεν κανείς δεν θα μας φέρη τροφάς διά να αγοράσωμεν, ουδέ θα εύρωμεν κανέν μέρος, διά να προμηθευθώμεν τοιαύτας. Εξ άλλου δε δεν θα έχωμεν κανένα να μας οδηγήση κατά την οδοιπορίαν μας. Συγχρόνως δε, εάν τοιαύτας λάβωμεν αποφάσεις, οποίας σεις προ ολίγου αναφέρατε, αμέσως ο Αριαίος ήθελεν αποσκιρτήση εις το εχθρικόν στρατόπεδον. Ούτω δε, όχι μόνον κανείς πλέον φίλος δεν θα μας απομείνη, αλλά θα κηρυχθούν εχθροί μας και όλοι οι μέχρι τούδε φίλοι μας.

»Εάν δε υπάρχη και κανείς άλλος, εκτός του Ευφράτου, ποταμός, τον οποίον πρέπει (θα έπρεπε) να διαβώμεν, δεν ηξεύρω. Ως προς τον Ευφράτην όμως τούτον, όλοι γνωρίζομεν ότι δεν δυνάμεθα να τον διαβώμεν, εάν τυχόν ήθελαν μας εμποδίση οι πολέμιοι. Εάν δε παρίστατο ανάγκη να πολεμήσωμεν, στερούμεθα συμμάχου ιππικού, ενώ οι πλείστοι των εχθρών μας είναι ιππείς και μάλιστα αξιόλογοι. Ώστε, εάν μεν ηθέλαμεν νικήση, θα ενικώμεν χωρίς κανένα να φονεύσωμεν. Εάν δε ηθέλαμεν νικηθή, κανείς από ημάς δεν θα εσώζετο (12) .

»Εγώ μεν λοιπόν, εάν έχη ο βασιλεύς, του οποίου τόσον πολλαί είναι (ως γνωρίζετε) αι συμμαχικαί δυνάμεις, να μας καταστρέψη, δεν γνωρίζω διά ποίον λόγον θα ευρίσκετο εις την ανάγκην να ορκισθή και να ομολογήση επισήμως πίστιν προς ημάς, κατόπιν δε να φανή επίορκος εις τους Θεούς και τον δοθέντα περί πίστεως και φιλίας λόγον του ενώπιον Ελλήνων και Περσών να μη τηρήση». Και άλλα πολλά τοιαύτα έλεγεν (ο Κλέαρχος).

Εν τω μεταξύ δε τούτω ήλθεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, σκοπεύων δήθεν να επιστρέψη εις την χώραν του, και ο Ορόντας, διευθυνόμενος με τον στρατόν του και αυτός εις Αρμενίαν, γαμβρός δε επί θυγατρί του βασιλέως.

Εντεύθεν δε, προηγουμένου του Τισσαφέρνους και παρέχοντος τροφάς προς αγοράν διά τους Έλληνας, επορεύοντο. Συνεπορεύετο δε και ο Αριαίος, έχων τον βαρβαρικόν στρατόν του Κύρου, μαζή με τον Τισσαφέρνην και Ορόνταν, συστρατοπεδευόμενος δε με τον στρατόν των.

Οι δ' Έλληνες, υποπτεύοντες αυτούς, επροχώρουν μόνοι των, έχοντες ιδίους οδηγούς. Οσάκις δ' εστρατοπέδευον, απείχον πάντοτε αλλήλων ένα παρασάγγην και ολιγώτερον. Και ως να ήσαν εχθροί εφυλάσσοντο ο είς από τον άλλον. Εννοείται δε ότι και τούτο τους ενέβαλεν εις όχι ολίγην υποψίαν μεταξύ των.

Κάποτε δε και συνέβαινεν, ενώ συνέλεγαν ξύλα από το ίδιον μέρος ή χόρτα ή άλλα παρόμοια, ν' αλληλοδέρνωνται αμειλίκτως, ώστε και τούτο ν' αποτελή μίαν πάρα 'πάνω αφορμήν προς έχθραν.

Διελθόντες δε τρεις σταθμούς έφθασαν εις το καλούμενον τείχος της Μηδίας, το οποίον και επέρασαν. Ήτο δε οικοδομημένον το τείχος τούτο με ψημένας πλίνθους, συνδεομένας με άσφαλτον, έχον πλάτος μεν είκοσι ποδών, ύψος δε εκατόν. Το μήκος του δε (διήκον από του Ευφράτου μέχρι του Τίγρητος) ελέγετο ότι ήτον είκοσι παρασαγγών. Και απείχεν όχι πολύ της Βαβυλώνος.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας οκτώ. Και διέβησαν δύο διώρυγας, την μίαν μεν επί γεφύρας, την άλλην δε επί επτά προς άλληλα συνδεδεμένων (εζευγμένων) πλοίων. Ήρχιζαν δε αύται από του Τίγρητος ποταμού. Και εξ αυτών πάλιν, εις διάφορα αυτών σημεία, διηνοίγοντο τάφροι προωρισμέναι προς ποτισμόν της χώρας, εξ ων αι μεν πρώται ήσαν μεγάλαι, αι δε κατόπιν μικρότεραι. Τέλος δε υπήρχον και μικροί οχετοί (αυλάκια), όπως οι εν Ελλάδι χρησιμεύοντες προς ποτισμόν των αραβοσιτοσπάρτων αγρών. Και φθάνουν εις τον Τίγρητα ποταμόν, πλησίον του οποίου ήτο πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος, ονομαζομένη Σιττάκη, απέχουσα από τον ποταμόν δέκα πέντε στάδια.

Οι μεν Έλληνες λοιπόν κατεσκήνωσαν παρ' αυτήν, πλησίον κήπου μεγάλου και ωραίου και καταφύτου από παντός είδους δένδρα, οι δε Πέρσαι είχαν διέλθη τον Τίγρητα και δεν εφαίνοντο πλέον.

Μετά το γεύμα δε ο Πρόξενος και ο Ξενοφών έτυχε να περιπατούν προ του μέρους, εις το οποίον είχαν καταθέση τα όπλα, (έξωθεν των όπλων). Ότε πλησιάσας άνθρωπός τις ηρώτησε τους προφύλακας πού δύναταί τις να ίδη τον Πρόξενον ή τον Κλέαρχον. Τον Μένωνα εν τούτοις δεν εζήτει, αν και ο άνθρωπος εκείνος ήρχετο εκ μέρους του Αριαίου, όστις ήτο φίλος του Μένωνος.

Αφού δε ο Πρόξενος του απεκρίθη: «Εγώ είμαι εκείνος τον οποίον ζητείς», ο άνθρωπος αυτός του είπε τα εξής: «Με απέστειλεν ο Αριαίος και ο Αρτάοζος, πιστοί φίλοι του Κύρου, ευνοϊκώς δε διακείμενοι προς σας, οίτινες σας συνιστούν να προφυλάττεσθε μήπως επιτεθούν εναντίον σας την νύκτα οι βάρβαροι. Υπάρχει δε στρατός πολύς εντός του πλησίον κειμένου κήπου.

»Και σας συνιστούν ακόμη ν' αποστείλετε φρουράν εις την γέφυραν του Τίγρητος ποταμού, διότι σκοπεύει ο Τισσαφέρνης να την καταστρέψη, αν ημπορή, την νύκτα, διά να μη διαβήτε, αλλά να αποκλεισθήτε μεταξύ του ποταμού και της διώρυγος».

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί τον οδηγούν εις τον Κλέαρχον και του ανακοινούν όσα τους είπεν. Ο δε Κλέαρχος, αφού τους ήκουσεν, εταράχθη πολύ και εφοβείτο.

Κάποιος δε νεανίας εκ των παρευρισκομένων εκεί, εννοήσας καλώς περί τίνος επρόκειτο, είπεν ότι «είναι εντελώς ανακόλουθα (αντιφατικά προς άλληλα) το να επιτεθούν και να καταστρέψουν ταυτοχρόνως και την γέφυραν. Διότι πας τις αντιλαμβάνεται ότι, επιτιθέμενοι καθ' ημών, ή θα νικήσουν, κατ' ανάγκην, ή θα νικηθούν. Και εάν μεν νικήσουν, ποίος ο λόγος να καταστρέψουν την γέφυραν; Διότι, και εάν πολλαί γέφυραι υπάρχουν, δεν θα ήτο δυνατόν πλέον να εύρωμεν μέρος εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθώμεν.

»Εάν δε νικήσωμεν ημείς, τότε, καταστρεφομένης της γεφύρας, δεν θα έχουν αυτοί μέρος, εις το οποίον, καταφυγόντες, να σωθούν. Ουδέ θα ήναι δυνατόν εν τοιαύτη περιπτώσει να τους βοηθήση κανείς εκ των πέραν του ποταμού ευρισκομένων βαρβάρων, εκ των οποίων πάντως θα μένουν εκείσε ουκ ολίγοι».

Ακούσας δε ο Κλέαρχος ταύτα, ηρώτησε τον απεσταλμένον: «Πόση είναι η έκτασις της μεταξύ του Τίγρητος και της διώρυγος ευρισκομένης χώρας». Ούτος δε είπεν: «ότι είναι πολλή και ότι υπάρχουν εν αυτή και κώμαι και πολλαί και μεγάλαι πόλεις».

Εγνώσθη όμως τότε, ότι οι βάρβαροι έστειλαν τον άνθρωπον αυτόν από σκοπού, φοβούμενοι μήπως οι Έλληνες, διελθόντες την γέφυραν, μείνουν εν τη (υπό του Τίγρητος και των διωρύγων σχηματιζομένη) νήσω, έχοντες οχυρώματα αφ' ενός μεν τον Τίγρητα, αφ' ετέρου δε την διώρυγα, λαμβάνουν δε τα προς τροφήν αναγκαία εκ της εν τω μέσω χώρας, ήτις και αρκετή είναι και εύφορος, και εκ των εν αυτή οικούντων καλλιεργητών της. Εκτός τούτου, ηδύνατο να χρησιμεύση (η νήσος αύτη) και ως ορμητήριον, από του οποίου να ενοχλή (βλάπτη) κανείς τον βασιλέα.

Μετά ταύτα δε ανεπαύοντο. Εις την γέφυραν όμως απέστειλαν φρουράν προς φύλαξιν, αλλ' από κανέν μέρος ούτε κανείς επετέθη κατά των Ελλήνων, ούτε προς την γέφυραν ήλθε κανείς εκ των εχθρών, ως εβεβαίωσαν (την επαύριον) οι φύλακες.

Άμα δε εξημέρωσε, διέβαιναν με όσον το δυνατόν περισσότεραν προφύλαξιν την γέφυραν, κατασκευασμένην διά τριάκοντα επτά συνδεδεμένων προς άλληλα πλοίων. Διότι μερικοί των μετά του Τισσαφέρνους Ελλήνων τους ειδοποίησαν (αίφνης) ότι οι εχθροί έχουν σκοπόν να επιτεθούν κατ' αυτών, ενώ διαβαίνουν την γέφυραν. Αλλά ταύτα μεν ήσαν ψευδή. Ενώ όμως διέβαιναν, εφάνη προ αυτών μέ τινας άλλους ο Γλους, παρατηρών, αν (πράγματι) διαβαίνουν τον ποταμόν. Αφού δε είδεν, επέστρεψε δρομαίως εις το βασιλικόν στρατόπεδον).

Από δε του Τίγρητος ποταμού επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι και φθάνουν εις τον Φύσκον ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου, και επ' αυτού γέφυραν. Και ενταύθα κατοικείτο πόλις μεγάλη ονομαζομένη Ώπις, πλησίον της οποίας απήντησε τους Έλληνας ο νόθος αδελφός του Κύρου και Αρταξέρξου, φέρων από τα Σούσα και Εκβάτανα στρατόν πολύν, διά να βοηθήση τον βασιλέα. Ούτος, σταματήσας τον στρατόν του, εθεώρει διαβαίνοντας τους Έλληνας.

Ο δε Κλέαρχος ωδήγει τον στρατόν εις δύο (διηρημένον), και άλλοτε μεν επορεύετο, άλλοτε δε ίστατο. Όσον δε χρόνον ίστατο η πρωτοπορεία του στρατεύματος, τοσούτον χρόνον ήτον ανάγκη να ίσταται και όλον το στράτευμα. Ώστε και εις αυτούς τους Έλληνας να φανή ο στρατός πάρα πολύς, και ο Πέρσης εκείνος να θεωρή αυτόν με θαυμασμόν.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά της Μηδίας σταθμούς ερήμους έξ, παρασάγγας τριάκοντα και φθάνουν εις τας κώμας της Παρυσάτιδος, της μητρός του Κύρου και του βασιλέως. Ταύτας ο Τισσαφέρνης, προς καταφρόνησιν του Κύρου, επέτρεψεν εις τους Έλληνας να τας διαρπάσουν, χωρίς όμως να προβούν και εις εξανδραποδισμόν των κατοίκων. Υπήρχε δ' εκεί πολύς σίτος και πρόβατα και άλλα χρήσιμα πράγματα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς ερήμους τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έχοντες αριστερά τον Τίγρητα ποταμόν. Εις δε τον πρώτον σταθμόν, πέραν του ποταμού, κατωκείτο πόλις μεγάλη και πλουσία, ονομαζομένη Καιναί, από την οποίαν οι βάρβαροι μετέφεραν επί σχεδίων κατασκευασμένων από δέρματα άρτους, τυρούς και οίνον.

Κεφάλαιον πέμπτον


Μετά ταύτα φθάνουν εις τον Ζαπάταν ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων, όπου και έμειναν ημέρας τρεις. Κατά το διάστημα δ' αυτό υπήρχαν μεν υποψίαι τινες (περί εμφανίσεως του εχθρού), ουδεμία όμως εφαίνετο φανερά κατ' αυτών επιβουλή.

Έκρινε, λοιπόν, καλόν ο Κλέαρχος να έλθη εις συνεννόησιν με τον Τισσαφέρνην, διά να ίδη αν ήτο δυνατόν να παύσουν οπωσδήποτε αι υποψίαι αύται, πριν ή ακόμη γείνη ένεκα τούτων πόλεμος. Απέστειλε, λοιπόν, κάποιον να του είπη ότι είναι απόλυτος ανάγκη να του ομιλήση. Ο δέ Τισσαφέρνης προθυμότατα του παρήγγειλε να έλθη (εις συνάντησίν του).

Αφού δε συνηντήθησαν, είπεν ο Κλέαρχος τα εξής: «Εγώ, ω Τισσαφέρνη, γνωρίζω μεν πολύ καλά ότι έχουν γείνη μεταξύ μας όρκοι και ότι αντηλλάγησαν αμοιβαίως λόγοι πίστεως και φιλίας ότι ποτέ δεν θ' αδικήση ο είς τον άλλον. Εν τούτοις, και σέ βλέπω να φυλάττεσαι από ημάς, ως εάν ήμεθα εχθροί σου, και ημείς, βλέποντες ταύτα, αντιφυλαττόμεθα επίσης.

»Επειδή δε δεν δύναμαι διόλου να φαντασθώ ότι συ προσπαθείς να μας βλάψης, εγώ δε εξ άλλου είμαι εις θέσιν να σε διαβεβαιώσω ότι και ημείς ουδέποτε εσκέφθημεν τοιούτο τι εναντίον σας, ενόμισα καλόν να συνεννοηθώ μαζή σου πώς θα κατορθώσωμεν επί τέλους ν' απομακρύνωμεν (να βγάλουμε απ' τη μέση) την μεταξύ μας κρατούσαν δυσπιστίαν.

»Διότι εγνώρισα όχι ολίγους έως τώρα ανθρώπους, οίτινες, άλλοι μεν εκ διαβολών, άλλοι δε εξ υποψιών φοβούμενοι αλλήλους, θέλοντες όμως και να προλάβουν πριν ή ακόμη αυτοί πάθουν τίποτε, επροξένησαν ανηκέστους συμφοράς εις ανθρώπους, οίτινες ούτε εσκέφθησαν ποτέ, ούτε ποτέ ηθέλησαν να βλάψουν αυτούς και εις το ελάχιστον.

»Φρονών, λοιπόν, ότι αι τοιαύται αφροσύναι (καχυποψίαι) δύνανται να παύσουν, προ πάντων διά των απ' ευθείας συνεννοήσεων, ήλθα προς σε με την πρόθεσιν να σου αποδείξω ότι σφάλλεσαι μη εμπιστευόμενος εις ημάς.

«Διότι πρώτος μεν και σπουδαιότατος λόγος, δι ον εμποδιζόμεθα να ήμεθα πλέον πολέμιοι προς αλλήλους, είναι οι προς τους Θεούς δοθέντες όρκοι. Όστις δε εκ των δύο μας ελέγχεται από την συνείδησίν του ότι κατεπάτησε τους όρκους τούτους, ούτος, κατ' εμέ, δεν θα ημπορέση ποτέ να ευτυχήση. Διότι δεν γνωρίζω ούτε πώς θα ηδύνατό τις να αποφύγη την τιμωρίαν των Θεών, με οποιανδήποτε και αν φεύγη ταχύτητα, ούτε εις ποίον σκοτεινόν μέρος θα ηδύνατο να ζητήση καταφύγιον, ούτε πώς, έστω και εντός οχυρωτάτου ακόμη τόπου, να προφυλαχθή. Διότι πανταχού τα πάντα είναι εις την εξουσίαν των Θεών και πανταχού επί πάντων εξ ίσου δεσπόζουν οι Θεοί.

»Όσον μεν αφορά, λοιπόν, τους Θεούς και τους όρκους, τοιαύτην έχω γνώμην. Προ των Θεών δ' αυτών και κατεθέσαμεν (ως αφιέρωμά τι) την φιλίαν την οποίαν προς αλλήλους ωμολογήσαμεν. Εξ όλων δε των ανθρωπίνων αγαθών σε νομίζω εγώ ως το μεγαλήτερον, του οποίου ηδυνάμεθα να τύχωμεν εις τας παρούσας περιστάσεις.

»Διότι με σε μεν (με την βοήθειάν σου), όλη μεν η διανυθησομένη οδός θα ήναι εύκολος, κάθε δε ποταμός διαβατός, ουδεμίαν δε θα αισθανθώμεν έλλειψιν τροφίμων. Χωρίς σε δε, όλη μεν η οδός θα είναι σκοτεινή (άραχλη και μαύρη), διότι μας είναι άγνωστη εντελώς, κάθε δε ποταμός δυσκολοδιάβατος, κάθε λαός δε φοβερός, και φοβερωτέρα όλων η ερημία. Διότι θα συνοδεύεται αύτη πάντοτε από στερήσεις των προς συντήρησίν μας αναγκαίων.

»Εάν δε και, καταληφθέντες ποτέ από μανίαν, ηθέλαμεν σε φονεύση καθ' οδόν, τι άλλο ηθέλαμεν πράξη ή, φονεύοντες τον ευεργέτην μας, να απεκδυθώμεν εις αγώνα πάλης προς τον εν ακμαιότητι δυνάμεων αναμένοντα πάντοτε να μας εκδικηθή μέγαν βασιλέα; Ποίων δε και πόσων ελπίδων ήθελον στερηθή, εάν απεπειρώμην, έστω και κατά τι, να σε βλάψω, περί τούτου θα σου ομιλήσω αμέσως.

Εάν επεθύμησά ποτε να γείνη φίλος μου ο Κύρος, έπραξα τούτο, διότι ενόμιζα ότι ήτον ούτος τότε ο ικανώτερος να ευεργετή οιονδήποτε ήθελε. Σήμερα όμως βλέπω ότι έχεις υπό την εξουσίαν σου και τον στρατόν του Κύρου και την χώραν του, ότι διασώζεις πλέον την Αρχήν σου και ότι την βασιλικήν (στρατιωτικήν) δύναμιν, την οποίαν μετεχειρίζετο ως εχθράν του ο Κύρος, ταύτην έχεις συ τώρα σύμμαχόν σου.

» Ενώ, λοιπόν, ούτως έχουν τα πράγματα, τις θα ήναι τόσον παράφρων, ώστε να μη θέλη να ήναι φίλος σου; Αλλ' εγώ θα σου είπω ακόμη και το εξής, εκ του οποίου ελπίζω ότι και συ ο ίδιος θα θελήσης να ήσαι φίλος μας:

»Γνωρίζω καλώς ότι οι κάτοικοι της Μυσίας σας είναι ενοχλητικοί. Αυτούς, λοιπόν, νομίζω ότι μ' αυτήν την δύναμιν, που διαθέτω σήμερον, θα ηδυνάμην, προς χάριν σας, να ταπεινώσω. Μανθάνω δε ότι και οι κάτοικοι της Πισιδίας και πολλοί άλλοι λαοί ακόμη σας είναι ενοχλητικοί επίσης. Αλλά και τούτους φρονώ ότι δύναμαι να αναγκάσω να μην ενοχλούν πλέον την ευδαιμονίαν της χώρας σας. Τους δ' Αιγυπτίους, κατά των οποίων γνωρίζω ότι είσθε ήδη είπερ ποτέ εξωργισμένοι, δεν βλέπω με ποίαν άλλην συμμαχικήν δύναμιν θα ηδύνασθε να τους τιμωρήσητε καλλίτερον, παρά με αυτήν την οποίαν έχω τώρα εις την διάθεσίν μου.

»Αλλά και μεταξύ των κατοικούντων περί την χώραν σου λαών εάν μεν ήθελες να ήσαι εις οιονδήποτε εξ αυτών φίλος, θα του ήσο όσον το δυνατόν μέγιστος (φίλος ισχυρότατος). Εάν δε κανείς εξ αυτών σε ηνώχλει, θα τον μετεχειρίζεσο ως κύριος και δεσπότης, έχων βοηθούς σου και ημάς, οίτινες δεν θα σε υπηρετούμεν μόνον διότι μας μισθοδοτείς, αλλά και διότι θα σου οφείλωμεν (θα σου γνωρίζωμεν) δικαιοτάτην χάριν, επειδή μας έσωσες.

»Εις εμέ, λοιπόν, πάντα ταύτα αναλογιζόμενον, θα εφαίνετο τόσον παράδοξον να μην έχης πίστιν εις ημάς, ώστε και με μεγάλην μου ευχαρίστησιν θα ήκουα το όνομα εκείνου, όστις είναι τόσον εις το λέγειν δυνατός, ώστε να σε πείση ότι αληθώς ημείς σε επιβουλεύομεν».

Και, λοιπόν, ο μεν Κλέαρχος τοσαύτα είπεν. Ο δέ Τισσαφέρνης του απήντησεν ως εξής: «Αλλ' ευχαριστούμαι, ω Κλέαρχε, πολύ, ακούων σε τόσον φρονίμως ομιλούντα. Διότι, όταν έχης τοιαύτην (καλήν περί εμού) γνώμην, και εάν ποτε διανοηθής κακόν τι εναντίον μου, θα είχα υπ' όψει μου συγχρόνως ότι και εις τον εαυτόν σου θα ήθελες να φανής κακός. Διά να εννοήσης δε ότι αδίκως ηθέλατε φανή άπιστοι και εις τον βασιλέα και εις εμέ, άκουσε.

»Εάν είχαμεν σκοπόν να σας καταστρέψωμεν, κατά τι θα μας εφαντάζεσθε υστερούντας: κατά το πλήθος των ιππέων ή κατά το πλήθος των πεζών ή κατά τον οπλισμόν, δι' ων όλων θα είμεθα εις θέσιν να σας βλάψωμεν, χωρίς ημείς ουδέν να πάθωμεν κακόν;

Ή μήπως νομίζετε ότι στερούμεθα καταλλήλων (επικαίρων) μερών, διά να επιτεθώμεν εναντίον σας; Μη δεν είναι τόσαι και τόσαι πεδιάδες, ανήκουσαι εις τους συμμάχους μας, τας οποίας σεις με μεγάλους μόχθους θα διέλθετε; Μη δεν βλέπετε γύρω σας τόσα και τόσα όρη, τα οποία είσθε ηναγκασμένοι να υπερβήτε, τα οποία όμως μας είναι πάρα πολύ εύκολον, αφού τα προκαταλάβωμεν, να σας τα καταστήσωμεν όλως ανυπέρβατα; Μη δεν είναι ακόμη τόσοι και τόσοι ποταμοί, επί των οποίων θα ηδυνάμεθα ν' αποσπώμεν (να παραπλανώμεν) εκ του στρατού σας τόσους, όσους θα ηθέλαμεν να πολεμήσωμεν; (13) Τινάς εκ τούτων μάλιστα θα σας είναι απολύτως αδύνατον να διαβήτε, εάν δεν σας διευκολύνωμεν ημείς την διάβασίν των.

»Εάν, εν τούτοις, και εις όλα αυτά αποτύχωμεν, έχομεν το πυρ, διά του οποίου δυνάμεθα να καταστρέψωμεν κάθε καρπόν της γης. Θα είχομεν, λοιπόν, την δύναμιν, τα πάντα κατακαίοντες, ν' αντιτάξωμεν ούτω καθ' υμών την πείναν, την οποίαν, όσον και αν ήσθε ανδρείοι, δεν θα δυνηθήτε ποτέ να πολεμήσητε (καταβάλετε).

»Τόσα, λοιπόν, μέσα διαθέτοντες προς πόλεμον, χωρίς κανέν εξ αυτών να μας είναι επικίνδυνον, πως έπειτα εξ όλων τούτων (των μέσων) θα εξελέγομεν τον δι' επιβουλής εκείνον τρόπον (ον ανέφερες), όστις μόνον μεν αυτός ενώπιον των Θεών είναι ασεβέστατος, μόνος δε αυτός ενώπιον των ανθρώπων παναισχρότατος;

»Είναι άξιον δε ανθρώπων εντελώς ανικάνων και αδεξίων, δεσμευομένων δε υπό της ανάγκης, προς δε και πονηρών, το να θέλη τις δι' επιορκίας προς τους Θεούς και δι' απιστίας προς τους ανθρώπους να πράττη τι (κατ' άλλου). Δεν είμεθα δα, ω Κλέαρχε, ημείς ούτε τόσον ασυλλόγιστοι, ούτε τόσον ηλίθιοι.

»Αλλά διατί άρα γε, ενώ μας ήτο εύκολον να σας καταστρέψωμεν, δεν προέβημεν εις τούτο; Μάθε καλώς ότι αιτία τούτου είναι ο διακαής μου πόθος να φανώ φίλος εις τους Έλληνας πιστός. Με το ξενικόν δ' εκείνο στράτευμα, με το οποίον ανέβη (εξεστράτευσεν) ο Κύρος, εξαγοράσας την προς αυτόν εμπιστοσύνην του διά μισθοδοσιών, μ' αυτό τούτο τώρα θα καταβώ εγώ (θα κατέλθω εις τα παράλια) πανίσχυρος, κερδίζων την προς εμέ εμπιστοσύνην του δι' ευεργεσιών.

»Εις πόσας μεν, λοιπόν, περιστάσεις δύνασθε να φανήτε χρήσιμοι εις εμέ, ωμίλησες. Μίαν μόνον παρέλειψες, την και μεγίστην, ην εγώ γνωρίζω, (την της καρδίας). Διότι την μεν επί της κεφαλής τιάραν μόνος ο βασιλεύς έχει το δικαίωμα να φορή ορθήν, την δε επί της καρδίας (δηλ. την βασιλικήν αυτής δύναμιν και τόλμην) ίσως και άλλος τις εξ υμών των παρευρισκομένων εδώ ηδύνατο ευπετώς (ακόπως) να φέρη».

Αφού είπε ταύτα ο Τισσαφέρνης, νομίσας ο Κλέαρχος ότι ειλικρινώς πράγματι ωμίλησε, του είπε: «Λοιπόν, αφού υπάρχουν τόσοι σπουδαίοι λόγοι, διά να ήμεθα μεταξύ μας φίλοι, δεν πρέπει άρα όλοι εκείνοι, οίτινες προσεπάθησαν διά διαβολών να μας καταστήσουν πολεμίους, να καταδικασθούν εις θάνατον;»

«Όσον μεν αφορά εμέ, είπεν ο Τισσαφέρνης, εάν θέλετε να έλθετε εδώ, στρατηγοί ομού και λοχαγοί, θα σου φανερώσω όλους εκείνους, οίτινες σε καταγγέλλουν ότι επιβουλεύεις εμέ και τον στρατόν μου».

«Κ' εγώ, είπεν ο Κλέαρχος, θα φέρω ενώπιόν σου όλους (όσους μου εζήτησες), διά να σου καταστήσω γνωστόν από ποίους εγώ μανθάνω τας περί σου διαβολάς».

Μετά τους λόγους τούτους ο Τισσαφέρνης, θέλων να περιποιηθή τον Κλέαρχον, του είπε να μείνη την εσπέραν εκείνην πλησίον του και εις κοινόν με άλλους μαζή δείπνον τον προσεκάλεσε. Την επομένην δε ο Κλέαρχος, ελθών εις το στρατόπεδον, εφαίνετο φιλικώτατα διακείμενος προς τον Τισσαφέρνην, ανακοινώσας δε όσα του είπεν ούτος, έλεγεν ότι πρέπει να υπάγουν εις αυτόν όλοι εκείνοι, περί των οποίων του ωμίλησε την προηγουμένην, όσοι δ' εκ των Ελλήνων ελεγχθούν διαβάλλοντες, αυτοί, ως προδόται και ως διανοούμενοι να βλάψουν τους Έλληνας, να τιμωρηθούν.

Υπώπτευε δε ότι ο Μένων ήτον ο διαβάλλων, γνωρίζων ότι αυτός με τον Αριαίον είχεν επισκεφθή κρυφίως τον Τισσαφέρνην και ότι είχε διεγείρη διχονοίας και ότι επεβούλευε τον Κλέαρχον, όπως, ελκύων προς το μέρος του όλον το στράτευμα, γίνη φίλος του Τισσαφέρνους.

Ήθελε δε και ο Κλέαρχος, εξ άλλου, όλον το στράτευμα να ήναι αφωσιωμένον εις αυτόν, και όσοι τον παρενοχλούν να εκδιωχθούν. Τινές, εν τούτοις, εκ των στρατιωτών του αντέλεγαν να μην υπάγουν όλοι οι λοχαγοί και στρατηγοί εις τον Τισσαφέρνην, ουδέ να δίδουν πίστιν εις τους λόγους του.

Ο Κλέαρχος όμως ισχυρώς αντέτεινεν, έως ότου κατώρθωσε να υπάγουν πέντε μεν στρατηγοί, είκοσι δε λοχαγοί. Τους ηκολούθησαν δε και εκ των άλλων στρατιωτών ως διακόσιοι, επί τω σκοπώ δήθεν αγοράς τροφίμων (άοπλοι).

Αφού δε έφθασαν εις την αυλήν του Τισσαφέρνους, οι μεν στρατηγοί προσεκλήθησαν να εισέλθουν, δηλ. Πρόξενος ο Βοιώτιος, Μένων ο Θεσσαλός, Αγίας ο Αρκάς, Κλέαρχος ο Λάκων και Σωκράτης ο Αχαιός. Οι δε λοχαγοί έμειναν έξω.

Μετ' ολίγον δε, δοθέντος του αυτού σημείου έσωθεν και έξωθεν της αυλής, και οι εντός αυτής συνελαμβάνοντο και οι εκτός εφονεύοντο. Μετά δε ταύτα τινές των βαρβάρων ιππέων, τρέχοντες διά της πεδιάδος, εφόνευαν οιονδήποτε συνήντων εις τον δρόμον των Έλληνα, δούλον ή ελεύθερον.

Οι Έλληνες, βλέποντες την ιππηλασίαν των ταύτην εκ του στρατοπέδου των, ηπόρουν και περί των πραττομένων υπ' αυτών αμφέβαλλον, έως ου Νίκαρχος ο Αρκάς, φεύγων την καταδίωξιν των ιππέων, ήλθε πληγωμένος εις την κοιλίαν και με τα έντερα εις τας χείρας, και είπεν όσα συνέβησαν.

Ευθύς, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες, άμα τω ακούσματι, έτρεξαν εις τα όπλα φοβισμένοι και νομίζοντες ότι πάραυτα (τώρα όπου είναι) θα επιτεθούν οι εχθροί και κατά του στρατοπέδου των.

Και εκείνοι μεν όλοι δεν ήλθαν. Ήλθεν όμως ο Αριαίος και ο Αρτάοζος και ο Μιθριδάτης, οίτινες ήσαν πιστότατοι του Κύρου.

Ο δε διερμηνεύς των Ελλήνων είπεν ότι είδε και ανεγνώρισε μεταξύ αυτών και τον αδελφόν του Τισσαφέρνους. Συνηκολούθουν δε προς τούτοις και άλλοι εκ των Περσών ωπλισμένοι, έως τριακόσιοι.

Ούτοι, αφού επλησίασαν, διέτασσον, εάν υπάρχη ακόμη κανείς στρατηγός ή λοχαγός των Ελλήνων, να έλθη ενώπιόν των, ίνα του αναγγείλουν τας διαταγάς του βασιλέως.

Μετά δε ταύτα εξήλθον με προφύλαξιν οι Έλληνες στρατηγοί Κλεάνωρ ο Ορχομένιος και Σοφαίνετος ο Στυμφάλιος, μετ' αυτών δε και Ξενοφών ο Αθηναίος, διά να μάθη (τίποτε) περί του Προξένου. Ο Χειρίσοφος δε μαζί με άλλους έτυχε να απουσιάζη εις κάποιο χωρίον, προμηθευόμενος τροφάς.

Αφού δε εστάθησαν ούτως ώστε όλοι να ακούουν, είπεν ο Αριαίος τα εξής: «Ο μεν Κλέαρχος, ω άνδρες Έλληνες, επειδή εφάνη επίορκος και παραβάτης των συνθηκών ετιμωρήθη διά θανάτου. Ο δε Πρόξενος και ο Μένων, επειδή εφανέρωσαν την επιβουλήν του, ηξιώθησαν μεγάλων τιμών. Από σας δε ζητεί ο βασιλεύς τα όπλα, διότι λέγει ότι είναι ιδικά του, αφού ήσαν (όπλα) του δούλου του εκείνου, του Κύρου».

Εις ταύτα επ' ονόματι των Ελλήνων απεκρίθη Κλεάνωρ ο Ορχομένιος: «Ω κάκιστε των ανθρώπων Αριαίε και οι άλλοι, όσοι είσθε φίλοι του Κύρου, δεν αισχύνεσθε (επί τέλους) ούτε Θεούς ούτε ανθρώπους, σεις οι οποίοι, αφού ωρκίσθητε ότι θα έχετε τους αυτούς με ημάς φίλους και εχθρούς, μας επροδώσατε μαζή με τον αθεώτατον και πανουργάτατον Τισσαφέρνην, και τους άνδρας μεν εκείνους, ενώπιον των οποίον ωρκίσθητε, εφονεύσατε, τους δ' επιλοίπους ημάς προδώσαντες, έρχεσθε ως εχθροί με όλους τους πολεμίους εναντίον μας».

Εις ταύτα ο Αριαίος απήντησεν: «Ο Κλέαρχος και ήδη και πρότερον εφάνη επιβουλεύων τον Τισσαφέρνην και τον Ορόνταν και όλους ημάς εδώ, όσοι μ' εκείνους συνειργάσθημεν».

Τότε ο Ξενοφών είπε τα εξής: «Εάν μεν ο Κλέαρχος παρέβαινε παρά τους όρκους τας συνθήκας, ετιμωρήθη. Διότι δίκαιον είναι να φονεύωνται οι επίορκοι. Τον Πρόξενον όμως και τον Μένωνα, επειδή είναι ιδικοί σας μεν ευεργέται, ιδικοί μας δε στρατηγοί, στείλατέ τους ενταύθα. Διότι είναι φανερόν ότι, φίλοι όντες αμφοτέρων (και των δύο μερών), θα προσπαθήσουν τόσον εις σας, όσον και εις ημάς να δώσουν τας καλλιτέρας συμβουλάς».

Χωρίς ουδεμίαν να δώσουν επ' αυτών απάντησιν οι βάρβαροι, αφού επί μακρόν διελέχθησαν προς αλλήλους, ανεχώρησαν.

Κεφάλαιον έκτον


Οι μεν, λοιπόν, στρατηγοί κατ' αυτόν τον τρόπον συλληφθέντες ωδηγήθησαν προς τον βασιλέα και αποκεφαλισθέντες απέθανον(!). Είς δ' εξ αυτών, ο Κλέαρχος, κατά την ομολογίαν όλων εκείνων οίτινες εκ του πλησίον και εξ αναστροφής είχαν σχηματίση περί αυτού γνώμην, εφάνη ανήρ και πολέμιος και φιλοπόλεμος εις άκρον.

Και τω όντι, εφ' όσον μεν διήρκει ο πόλεμος των Λακεδαιμονίων προς τους Αθηναίους, επέμεινε μέχρι τέλους του πολέμου πολεμών. Αφού δε έγεινεν ειρήνη, καταπείσας την πόλιν (την Σπάρτην) ότι οι Θράκες αδικούν τους Έλληνας, και επιτυχών ό,τι ηδύνατο (όσας ηδύνατο στρατιωτικάς δυνάμεις) παρά των εφόρων, εξέπλευσε διά να πολεμήση κατά των Θρακών των κατοικούντων προς βορράν της (Θρακικής) Χερρονήσου και Περίνθου.

Αλλ' οι έφοροι, μετά την αναχώρησίν του, μετανοήσαντες, τις οίδε διατί, προσεπάθουν να τον επαναφέρουν εκ του Ισθμού (εις την Σπάρτην). Αυτός όμως, μη υπακούων πλέον εις την πρόσκλησίν των, φεύγει διά θαλάσσης εις τον Ελλήσποντον.

Ένεκα τούτου και κατεδικάσθη, ως απειθήσας, εις θάνατον υπό των αρχόντων της Σπάρτης. Φυγάς δε πλέον ων, ήλθε προς τον Κύρον, και με ποίους μεν λόγους τον πείθει (περί του κατά των Θρακών πολέμου), έχομεν γράψη αλλαχού. Ο δε Κύρος του δίδει δέκα χιλιάδας δαρεικών, τους οποίους λαβών ο Κλέαρχος δεν ετράπη εις διασκεδάσεις και τρυφήν, αλλά συναθροίσας δι' αυτών στρατόν επολέμει κατά των Θρακών, και, αφού τους ενίκησεν εις μάχην, ελεηλάτει έκτοτε αυτούς διατελών πάντοτε εις πόλεμον μαζή των, μέχρις ου ο Κύρος έλαβεν ανάγκην του στρατού του. Τότε δε και απήλθεν προς αυτόν, διά να πολεμήση και πάλιν εκεί ως σύμμαχός του.

Ταύτα πάντα μου φαίνεται ότι είναι έργα ανδρός φιλοπολέμου, όστις, ενώ ηδύνατο να ζη ησύχως άνευ αισχύνης και βλάβης (ζημιών), προτιμά τον πόλεμον, και, ενώ ηδύνατο να ζη εν ανέσει, προτιμά να καταπονή εαυτόν εις πολεμικάς επιχειρήσεις, και, ενώ ακόμη ηδύνατο να έχη όσα ήθελε χρήματα ακινδύνως, προτιμά να καταδαπανά ταύτα εις πολέμους. Ούτω, λοιπόν, ήθελε να δαπανά το χρήμα του εις τον πόλεμον, ως εάν εξώδευεν αυτό εις ηδονάς ή εις διασκεδάσεις. Ιδού διατί και πώς ήτο φιλοπόλεμος.

Αλλά και εκ τούτου ακόμη εφαίνετο ο πολεμικός του χαρακτήρ: ότι ήτο λίαν φιλοκίνδυνος, ημέραν και νύκτα οδηγών τον στρατόν του κατά των πολεμίων, με φρόνησιν δε πάντοτε φερόμενος και εις τας δυσκολωτέρας ακόμη περιστάσεις, ως ωμολόγουν πανταχού πάντες οι συνεργασθέντες μετ' αυτού.

Ελέγετο δε ότι είχε την ικανότητα του άρχειν, εφ' όσον του το επέτρεπεν ο δύσκολος όντως χαρακτήρ του, τον οποίον (όπως και οι άλλοι Στρατιώται) είχε (δυστυχώς) κ' εκείνος. Διότι ήτον ικανός εις το να φροντίζη καλλίτερον παντός άλλου πώς ο στρατός του να έχη άφθονα τα προς τροφήν του αναγκαία και εις το να προμηθεύεται αυτά εγκαίρως, ικανός δ' επίσης και εις το να εμπνέη εις πάντα μετ' αυτού αναστρεφόμενον πειθώ και υπακοήν.

Τούτο δ' επετύγχανεν εκ του ότι ήτο βαρύς τον χαρακτήρα. Διότι και βλέμμα άγριον είχε και φωνήν τραχείαν και ετιμώρει πάντοτε αυστηρότατα, ενίοτε δε και θυμωμένος, τόσον, ώστε να μετανοή και αυτός ο ίδιος κάποτε.

Αλλ' ετιμώρει πάντοτε κατόπιν αποφάσεως (δικαιολογημένως), διότι ενόμιζεν ότι εις τίποτε δεν δύναται να χρησιμεύση στράτευμα ατακτούν και μη τιμωρούμενον. Λέγεται δε ότι είχε ποτε είπη ότι πρέπει ο στρατιώτης να φοβήται περισσότερον τον στρατηγόν πάρα τους εχθρούς, προκειμένου να διαταχθή ή να φυλάξη την θέσιν του ως φρουρός ή να μη ενοχλή τους φίλους (του στρατεύματος) ή να βαδίση κατά του εχθρού απροφασίστως.

Διά τούτο εις μεν τας δυσκόλους περιστάσεις με μεγάλην προθυμίαν ο στρατός υπήκουεν εις αυτόν, ουδένα άλλον στρατηγόν προτιμών αυτού. Διότι η σκυθρωπότης τότε του προσώπου του λέγεται ότι εις τους θεωμένους αυτόν εφαίνετο φαιδρά, και η αγριότης του ενομίζετο ως παλληκαριά κατά των πολεμίων, ώστε εφαίνετο πλέον ουχί ως αγριότης, αλλ' ως σωτηρία.

Όταν όμως απηλλάσσοντο πλέον του κινδύνου και είχαν όλην την ελευθερίαν να απέλθουν του στρατεύματος, ίνα τεθούν υπό τας διαταγάς άλλου στρατηγού, πολλοί τον εγκατέλειπον. Διότι εστερείτο επαγωγότητος και χάριτος, φαινόμενος πάντοτε άγριος την όψιν και ωμός. Τόσον, ώστε οι στρατιώται διέκειντο προς αυτόν ως παίδες προς διδάσκαλον.

Διότι ουδέποτε τον ηκολούθουν παρακινούμενοι από φιλίαν ή από αγάπην. Όσοι όμως ήσαν πλησίον του ή κατά διαταγήν πόλεώς τινος ή ένεκα ενδείας ή οιασδήποτε άλλης ανάγκης, όλοι αυτοί τυφλώς υπήκουον εις αυτόν.

Όταν ήδη είχαν αρχίση να νικούν τους εχθρούς υπό την αρχηγίαν του, δύο ήσαν οι σπουδαιότεροι λόγοι, οι οποίοι καθίστων τους μετ' αυτού συμπολεμούντας στρατιώτας, πολεμιστάς γενναίους και ευπειθείς: η μεγάλη αφοβία απέναντι των πολεμίων και ο φόβος μήπως, φαινόμενοι δειλοί, τιμωρηθούν από τον Κλέαρχον.

Τοιούτος μεν, λοιπόν, ήτον ως άρχων. Το να άρχεται όμως υπό άλλων (το να ήναι όμως υπό την εξουσίαν άλλων) ελέγετο ότι δεν το πολυήθελεν. Ότε δε απέθνησκεν, ήτον ηλικίας πεντήκοντα περίπου ετών.

Πρόξενος δε ο Βοιώτιος, από της παιδικής του ακόμη ηλικίας επόθει να γείνη ανήρ μεγαλουργός. Δι' αυτήν του δε την επιθυμίαν έλαβεν επί μισθώ ως διδάσκαλον του Γοργίαν τον Λεοντίνον.

Αφού δε (αρκετά) εδιδάχθη παρ' αυτού, νομίσας ότι ήτον ήδη ικανός και να άρχη και, φίλος ων των καλλιτέρων ανδρών της εποχής του, ότι δεν θα ήναι κατώτερος αυτών εις το ευεργετείν, ήλθεν εις τον Κύρον και μετέσχε της (ην ανωτέρω διηγήθην) εκστρατείας του. Ήλπιζε δε ότι εκ ταύτης (της εκστρατείας) ήθελεν αποκτήση και όνομα μέγα και δύναμιν μεγάλην και χρήματα πολλά.

Αν και επιθύμει δε τόσα, ήτον, εν τούτοις, λίαν φανερόν ότι δεν θα ήθελε τίποτε απ' όλα αυτά να αποκτήση με αδικίαν, νομίζων ότι έπρεπε να επιτύχη ταύτα με δικαιοσύνην και τιμιότητα, ποτέ δε άνευ τούτων.

Και καλών μεν και αγαθών στρατιωτών ήτον άξιος να ήναι αρχηγός. Δεν ήτον όμως ικανός ούτε σέβας ούτε φόβον να εμπνεύση εις τους στρατιώτας του, αλλ' αυτός μάλιστα εσέβετο τους στρατιώτας ή αυτοί εκείνον. Και εφαίνετο ότι μάλλον εφοβείτο μη γείνη μισητός εις τους στρατιώτας ή όσον εφοβούντο ούτοι μη δεν είναι πειθαρχικοί εις αυτόν. Ενόμιζε δε ότι ήτον αρκετόν, διά να ήναι και να φαίνεταί τις ικανός εις το άρχειν, να επαινή μεν τον εκτελούντα το καθήκον του, να μην επαινή δε τον αδικούντα. Διά τον λόγον δε τούτον οι μεν καλοί και αγαθοί των συναναστρεφομένων αυτόν διέκειντο προς αυτόν ευνοϊκώτατα (τον ηγάπων), οι δε άδικοι τον επεβούλευον ως ευμεταχείριστον (του χεριού των). Ήτο δε, ότε απέθανεν, έως τριάκοντα ετών.

Μένων δε ο Θεσσαλός εφαίνετο ότι είχε μεγάλην επιθυμίαν να γείνη πλούσιος και ότι ήθελε (επεδίωκε) να ήναι αρχηγός, διά ν' απολαμβάνη όσω το δυνατόν περισσότερα, να τιμάται δε, διά να κερδίζη όσω το δυνατόν πλειότερα. Ήθελε δε να ήναι φίλος των ισχυρών, διά να μη τιμωρήται όταν αδική.

Διά να επιτυγχάνη δε όσα επεθύμει, ως συντομωτέραν εξέλεγεν (ενόμιζεν) οδόν την διά της επιορκίας και του ψεύδους και της απάτης, νομίζων την απλότητα και την αλήθειαν ανταξίαν μόνον ηλιθίων ανθρώπων.

Εφαίνετο δε ότι δεν ηνείχετο (εχώνευε) κανένα, εις όντινα δε έλεγεν ότι ήτο φίλος του, τούτον καταφώρως επεβούλευε (του έσκαβε το λάκκο). Και κανένα μεν εκ των εχθρών του δεν επερίπαιζεν (επίτηδες), συνομιλών όμως με όσους ανεστρέφετο, ωμίλει πάντοτε μαζή των σαν να τους εκορόιδευε.

Και τα μεν κτήματα των πολεμίων δεν επεβούλευε. Διότι ενόμιζεν ότι είναι δύσκολον να σφετερισθή (αρπάξη) κανείς την περιουσίαν εκείνων οίτινες την φυλάττουν (έχουν την έννοια της). Τα των φίλων όμως, μόνος αυτός ενόμιζεν ότι εγνώριζε την τέχνην να τα σφετερίζεται ευκολώτατα ως αφύλακτα.

Και όσους μεν εγνώριζεν επιόρκους και αδίκους, τούτους, ως καλώς ωπλισμένους, (ως ακαταβλήτους, ως ανθρώπους, με τους οποίους δεν μπορούσε να τα βγάλη πέρα), εφοβείτο. Τους δε εναρέτους και την αλήθειαν λέγοντας προσεπάθει να μεταχειρίζεται ως ανάνδρους.

Και καθώς χαίρει κανείς (και όπως κάθε τίμιος άνθρωπος χαίρει) διά την θεοσέβειαν και την αλήθειαν και την δικαιοσύνην, ούτω ο Μένων έχαιρε, διότι ήτον ικανός να εξαπατά, να πλάττη ψεύδη και να περιγελά τους φίλους του. Πάντα δε μη πανούργον ενόμιζε πάντοτε ως απαίδευτον. Και δι' όσους μεν διενοείτο (έβαζε στο νου του) ότι πρέπει ν' αποκτήσουν την πανουργίαν ταύτην, διέβαλλε τους καλλιτέρους φίλους των (14) .

Διά να έχη δε πειθαρχικούς προς εαυτόν τους στρατιώτας, κατώρθωνε να τους έχη συνεργούς στας αδικίας του. Είχε δε την αξίωσιν να τιμάται και να κολακεύεται, εκφοβίζων επιδεικτικώς τον κόσμον (επισείων επιδεικτικώς την απειλήν) ότι και την δύναμιν πολλήν είχε και την θέλησιν να αδική. Οσάκις δ' απεχώρει (απεμακρύνετο) κανείς από αυτόν, του κατελόγιζεν ως ευεργεσίαν ότι, καθ' ον χρόνον τον είχεν εις την υπηρεσίαν του, δεν τον εφόνευσε.

Και όσα μεν ως αναπόδεικτα φέρονται περί αυτού, καλόν είναι να μη πιστεύωνται. Όσα δε πάντες γνωρίζουν, είναι τα εξής: Ότε ακόμη ήτον εις ανθηράν ηλικίαν, κατώρθωσεν ως ερωμένη του Αριστίππου (15) να επιτύχη της στρατηγίας των ξένων. Με τον Αριαίον δε, αν και ήτο βάρβαρος, διότι ούτος ηυχαριστείτο αναστρεφόμενος ωραίους παίδας, ήλθεν εις μεγάλην οικειότητα. Ο ίδιος δε, αγένειος ακόμη ων, είχεν ως ερωμένην του τον Θαρύπαν γενειώντα (φέροντα πώγωνα).

Όταν δ' εφονεύθησαν οι συστράτηγοί του, επειδή εξεστράτευσαν με τον Κύρον κατά του μεγάλου βασιλέως, ει και ηνείχετο διά την αυτήν, εις ην και εκείνοι, πράξιν, δεν εφονεύθη αμέσως, θανατωθείς υπό του βασιλέως μετά τον θάνατον των άλλων στρατηγών, ουχί καθώς ο Κλέαρχος και οι άλλοι στρατηγοί δι' αποκεφαλισμού, όστις θεωρείται ακαριαίος θάνατος, αλλ', ως λέγεται, δι' ακρωτηριασμών ως έσχατος κακούργος, μετά έν έτος (από της συλλήψεώς του) αποθανών.

Κατά τον αυτόν επίσης τρόπον εφονεύθησαν Αγίας ο Αρκάς και Σωκράτης ο Αχαιός. Τούτους δε ούτε ως δειλούς εν ώρα πολέμου ενέπαιξε κανείς ποτε, ούτε ποτέ ως φίλους τους εμέμφθη. Ήσαν δε και οι δύο ηλικίας σχεδόν τριάκοντα πέντε ετών.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον


Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν του Κύρου, έπραξαν οι Έλληνες μέχρι της ημέρας της μάχης, και όσα μετά τον θάνατόν του συνέβησαν, εμπιστευθέντων των Ελλήνων εις τας μετά του Τισσαφέρνους συνθήκας, εγένοντο γνωστά εις όσα μέχρι τούδε διηγήθημεν.

Αφού δε οι στρατηγοί συνελήφθησαν (ηχμαλωτίσθησαν), και εθανατώθησαν όσοι εκ των λοχαγών και των στρατιωτών ενέπεσαν εις την παγίδα, οι Έλληνες ευρέθησαν ήδη εις μεγάλην στενοχωρίαν περί του πρακτέου, αναλογιζόμενοι ότι ευρίσκονται εις τα πρόθυρα της βασιλικής καθέδρας (της Βαβυλώνος), και ότι γύρω των ήσαν πολλά και διάφορα έθνη και πόλεις εχθρικαί, και ότι ουδείς πλέον εν τω μέλλοντι θα παρείχεν εις αυτούς τροφάς προς αγοράν, ότι δε απείχον της Ελλάδος όχι ολιγώτερον των χιλίων σταδίων, χωρίς εις τον δρόμον των να έχουν κανένα οδηγόν, ποταμοί δε αδιάβατοι διεχώριζαν εν τω μεταξύ την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν, και ότι είχαν πλέον προδοθή και από τους μετά του Κύρου συνεκστρατεύσαντας βαρβάρους, ούτω δε απέμεναν τελείως πλέον εγκαταλελειμμένοι και έρημοι, ούτε ένα καν ιππέα έχοντες σύμμαχόν των (ουδέ συμμαχικόν ιππικόν έχοντες), ώστε να ήναι ήδη κατάφωρον ότι, εάν μεν ενίκων, δεν θα ηδύναντο ούτε ένα να φονεύσουν, εάν δε ηττώντο, δεν θα έμενεν ούτε ένας εξ αυτών — όλα αυτά αναλογιζόμενοι και εν μεγίστη διατελούντες αθυμία, ολίγοι μεν εξ αυτών έφαγαν (ψωμί) την εσπέραν εκείνην, ολίγοι δε άναψαν φωτιά (προς θέρμανσίν των), πολλοί δε την νύκτα αυτήν δεν ήλθαν ούτε εις το στρατόπεδόν των, αναπαυόμενοι όπου ετύχαινε έκαστος, μη δυνάμενοι ως εκ της μεγάλης των λύπης να ησυχάσουν (να κλείσουν 'μάτι) και ως εκ του μεγάλου πόθου πατρίδων, γονέων, γυναικών, παίδων, τους οποίους ενόμιζαν ότι δεν θα ίδουν πλέον. Εις τοιαύτην μεν, λοιπόν, οδυνηράν θέσιν ευρισκόμενοι όλοι, ανεπαύοντο.

Ήτο δε κάποιος εις τον στρατόν, ονομαζόμενος Ξενοφών, Αθηναίος την πατρίδα, όστις ούτε ως στρατηγός, ούτε ως λοχαγός, ούτε ως στρατιώτης συνηκολούθει, αλλ' όστις είχε προσκληθή εκ της πατρίδος του από τον Πρόξενον, φίλον αυτού αρχαίον. Ούτος υπεσχέθη εις αυτόν, ότι, εάν έλθη, θα τον κάμη φίλον του Κύρου, όστις, κατά την γνώμην του, ήτον ο ικανώτερος ανήρ της πατρίδος του.
 
Ο Ξενοφών, λοιπόν, αναγνώσας την επιστολήν, εμπιστεύεται τα περί του ταξειδίου εις τον Σωκράτην τον Αθηναίον (ζητών επ' αυτού την συμβουλήν του). Ο δε Σωκράτης, φοβηθείς μήπως το να γείνη φίλος του Κύρου (ο Ξενοφών) κριθή από την πόλιν των Αθηνών ως πράξις αξιοκατάκριτος (αξιόποινος), διότι ο Κύρος εφαίνετο (τότε) ότι προθύμως θα επολέμει με τους Λακεδαιμονίους κατά των Αθηναίων, συμβουλεύει τον Ξενοφώντα να έλθη εις το μαντείον των Δελφών και να κάμη γνωστά εις τον Θεόν (Απόλλωνα) τα περί του ταξειδίου του, ζητών παρ' αυτού την συμβουλήν του.

Ελθών ο Ξενοφών εις τους Δελφούς ηρώτα τον Απόλλωνα εις ποίον εκ των Θεών πρέπει να προσφέρη θυσίαν και να προσευχηθή (ν' απευθύνη τας ικεσίας του), διά να έχη το, όπερ σκέπτεται, ταξείδιον ευτυχές και ωραίον, επιστρέψη δε, αφού επιτύχη του σκοπού του, σώος και υγιής εις την πατρίδα του. Και εχρησμοδότησεν εις αυτόν ο Απόλλων: «να την προσφέρη εις τους Θεούς, εις τους οποίους πρέπει να την προσφέρη» (!).

Αφού δε επέστρεψεν εις τας Αθήνας, λέγει τον χρησμόν αυτόν εις τον Σωκράτην, όστις, αφού τον ήκουσε, τον εμέμφθη, διότι δεν ηρώτησε πρώτα τον Θεόν, ποίον εκ των δύο να προτιμήση: ν' αναχωρήση ή να φύγη; Εν τούτοις αυτός (ο Σωκράτης), επειδή ήτο της γνώμης ότι πρέπει (του χρησμού μη απαγορεύοντος τούτο) ν' αναχωρήση, περί τούτου προ πάντων ενδιεφέρετο να μάθη τώρα: πώς θα ταξειδεύση όσον το δυνατόν καλλίτερα. «Αφού όμως ούτω ηρώτησες (τον Θεόν)» του είπε «τότε πρέπει να εκτελέσης όσα σου διέταξεν ο Θεός».

Ο μεν Ξενοφών, λοιπόν, αφού προσέφερε θυσίας εις τους Θεούς, σύμφωνα με τον χρησμόν του Απόλλωνος, εξέπλευσε. Προφθάνει δε εις τας Σάρδεις τον Πρόξενον και τον Κύρον, σκοπεύοντας ήδη να βαδίσουν την προς την Άνω Ασίαν οδόν (να εκστρατεύσουν προς την Ά. Α.), εκεί δε (εις τας Σάρδεις) και συνεστήθη ο Ξενοφών προς τον Κύρον (από τον Πρόξενον).

Επειδή δε ο Πρόξενος έδειξε μεγάλην προθυμίαν να μείνη ο Ξενοφών, την αυτήν έδειξε και ο Κύρος, όστις και του είπεν ότι, ευθύς άμα τελειώση η εκστρατεία, θα τον αποστείλη αμέσως στην πατρίδα του. Ελέγετο δε ότι η εκστρατεία θα γείνη κατά των Πισιδών. Και εξεστράτευσε μεν, λοιπόν, (εστρατολογήθη, προσελήφθη εις τον στρατόν) ο Ξενοφών, ούτως εξαπατηθείς — ουχί βέβαια υπό του Προξένου. Διότι ούτε αυτός (ο Πρόξενος) ούτε κανείς άλλος εκ των Ελλήνων, πλην του Κλεάρχου, εγνώριζαν ότι η εκστρατεία γίνεται κατά του μεγάλου βασιλέως. Άμα όμως έφθασαν εις Κιλικίαν, έγεινε πλέον γνωστός εις όλους ο σκοπός του Κύρου. Αν και εφοβούντο δε (ετρόμαζαν) τον δρόμον, εν τούτοις οι περισσότεροι χωρίς να θέλουν, εντρεπόμενοι αλλήλους και τον Κύρον, ηκολούθησαν (διά να μη νομισθούν δειλοί). Εξ αυτών, λοιπόν, ένας ήτο και ο Ξενοφών.

Επειδή δε, εις ην κατάστασιν είχαν περιέλθη πλέον, ευρίσκοντο εις μεγάλην αμηχανίαν περί του πρακτέου, ελυπείτο μεν και ο Ξενοφών μαζή με όλους τους άλλους, μη δυνάμενος να κοιμηθή. Μόλις δε ηυτύχησε να κοιμηθή ολίγον (μόλις τον πήρε ο ύπνος), είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι, κατόπιν βροντής, έπεσε κεραυνός εις τον πατρικόν του οίκον, και ότι έλαμψεν ως εκ τούτου ολόκληρος. Τρομάξας αμέσως εσηκώθη. Και το όνειρον εκ της μιας του μεν όψεως εξήγει ως καλόν, διότι, αν και ευρίσκετο εν μέσω τόσων πόνων και κινδύνων, είχεν αξιωθή να ίδη σταλμένον από τον Δία φως τοσούτον μέγα. Εκ της άλλης του όμως όψεως εξηγών αυτό, εφοβείτο, διότι επίστευε μεν ότι προήρχετο από τον βασιλέα Δία, αλλ' ότι το πυρ, το οποίον κατέλαμψεν ολόγυρα τον οίκον του, εσήμαινεν ότι δεν θα ηδύνατο να εξέλθη εύκολα από την χώραν του βασιλέως, εμποδιζόμενος από αρκετάς πανταχόθεν δυσχερείας.

Και ποίαν μεν σημασίαν ηδύνατο να έχη το τοιούτον όνειρον, τούτο θα το έβλεπέ τις από τα μετά το όνειρον μέλλοντα να λάβουν χώραν γεγονότα, άτινα και είναι τα εξής: Ευθύς αφού εξύπνησεν ο Ξενοφών, η πρώτη σκέψις που του ήλθεν ήτο: «Τι κάθημαι αδρανής εδώ; Η νυξ προχωρεί. Μόλις δε ξημερώση, αφεύκτως θα μας καταλάβη ο εχθρός. Εάν, πάλιν, προσέλθωμεν εις τον βασιλέα (ως φίλοι), ουδέν εμποδίζει, ύστερα από τους κόπους τους οποίους υπέστημεν και ύστερα από τας συμφοράς τας οποίας επάθαμεν, να αποθάνωμεν εν τω μέσω των χειροτέρων προσβολών και ύβρεων.

»Ουδεμία δε προετοιμασία γίνεται, ουδ' η ελαχίστη καταβάλλεται φροντίς, διά να υπερασπίσωμεν εαυτούς κατά των πολεμίων, καθήμεθα δε όλοι εδώ αμέριμνοι, σαν να μας ήναι επιτετραμμένον να ησυχάζωμεν. Από ποίαν, λοιπόν, πόλιν περιμένω εγώ να έλθη ο στρατηγός εκείνος, ο οποίος θα βάλη όλα αυτά εις ενέργειαν; Ποίαν δε τάχα ηλικίαν έπρεπε να έχω (διά να κινηθώ); Εγώ τουλάχιστον δεν θα μεγαλώσω βέβαια περισσότερον, εάν σήμερα προδώσω τον εαυτόν μου εις τον εχθρόν». (16)

Μετά τους λόγους τούτους εγείρεται και συναθροίζει πρώτον τους λοχαγούς του Προξένου. Αφού δε συνήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής: «Εγώ, ω άνδρες λοχαγοί, δεν δύναμαι να μένω αδρανής, όπως ούτε σεις, νομίζω, ουδέ να ησυχάζω πλέον (να μένω εδώ κρυμμένος), βλέπων εις ποίας περιστάσεις ευρισκόμεθα.

»Διότι οι μεν πολέμιοι είναι φανερόν ότι δεν εκήρυξαν καθ' ημών τον πόλεμον, πριν ή νομίσουν ότι είναι εντελώς παρασκευασμένοι δι' αυτόν, ενώ, τουναντίον, εξ ημών κανείς διά τίποτε απολύτως δεν φροντίζει, όπως αποδυθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα εις τον αγώνα.

»Εάν υποχωρήσωμεν και αφεθώμεν εις την εξουσίαν του βασιλέως, διά ποίων άραγε τρόπων ελπίζομεν να τον καταπραΰνωμεν; Αυτόν ο οποίος και νεκρόν ακόμη τον ομομήτριον και ομοπάτριον αδελφόν του ανεσταύρωσεν, αφού πρότερον του απέκοψε την κεφαλήν και την χείρα; Φαντάζεσθε άρα γε τι έχομεν να πάθωμεν, ουδένα έχοντες προστάτην, εκστρατεύσαντες δ' εναντίον του με τον σκοπόν να τον καταστήσωμεν αντί βασιλέως δούλον, και στο τέλος, εάν μας ήτο δυνατόν, να τον φονεύσωμεν;

»Άρα γε δεν θα εξαντλήση όλην την οργήν του καθ' ημών, αποφασισμένος, αφού μας κακομεταχειρισθή μέχρις εσχάτων (αφού μας βασανίση), να εμπνεύση εις όλον τον κόσμον τον φόβον: κανείς να μην εκστρατεύση πλέον του λοιπού εναντίον του; Βεβαίως, λοιπόν, διά να μη περιέλθωμέν ποτε υπό την εξουσίαν του, τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν.

»Όσον μεν αφορά εμέ, καθ' όλην την διάρκειαν των συνθηκών, ουδέποτε έπαυσα να ελεεινολογώ μεν τους εαυτούς μας, να μακαρίζω δε τον βασιλέα και τους ιδικούς του, εξετάζων τα κατ' αυτούς λεπτομερώς, πόσην μεν δηλ. και ποίαν χώραν έχουν υπό τας διαταγάς των, πόσον δε άφθονα τα προς διατροφήν, πόσους δε υπηρέτας, πόσα δε κτήνη και χρυσόν και ενδύματα.

»Όταν δε πάλιν ανελογιζόμην τα του στρατού των, ότι δηλ. ουδενός μεν των αγαθών του μετείχομεν ημείς (εις κανένα μεν από τα αγαθά του δεν ελαμβάναμεν μέρος), εάν δεν το εξαγοράζαμεν, οιονδήποτε δε πράγμα, το οποίον ηθέλαμεν ν' αγοράσωμεν (επαζαρεύαμεν), εγνώριζαν (εκείνοι) ότι ολίγοι ακόμη εξ ημών είχαμε τα μέσα (τον παρά), διά να τ' αποκτήσωμεν, εμποδιζόμενοι πλέον από τους όρκους να προμηθευθώμεν κατ' άλλον ή διά της αγοράς των τρόπον τα προς διατροφήν μας αναγκαία — ταύτα πάντα, λοιπόν, όταν ανελογιζόμην κάποτε, εφοβούμην πολύ περισσότερον τας συνθήκας παρ' όσον φοβούμαι σήμερα τον πόλεμον.

»Αφού όμως, επί τέλους, παρέβησαν (διέλυσαν) εκείνοι τας συνθήκας, νομίζω ότι και η περί αυτάς ολιγωρία και αυθαιρεσία των, καθώς και αι επί της τηρήσεώς των ή μη υποψίαι μας δεν υπάρχουν πλέον (διελύθησαν). Και τώρα μεταξύ ημών και εκείνων προβάλλεται το ευγενέστατον αυτό αγώνισμα: περί του ποίοι εκ των δύο μας θα αναδειχθούν καλλίτεροι άνδρες εις τον αγώνα αυτόν, του οποίου είναι αγωνοθέται οι Θεοί, οίτινες φυσικά θα ήναι με το μέρος μας.

»Διότι οι μεν βάρβαροι προσέβαλον δι' επιορκίας τους Θεούς, ημείς δε, αν και είχαμεν πάντοτε ενώπιόν μας τόσα αγαθά, εμείναμεν όμως σταθερώς (μ' απόφασιν) μακράν των (χωρίς να τα εγγίζωμεν), και τούτο, διά να μην ασεβήσωμεν στους όρκους μας. Ώστε νομίζω ότι μας επιτρέπεται να βαδίσωμεν προς τον αγώνα με φρόνημα πολύ μεγαλήτερον του των βαρβάρων.

»Προσέτι δε έχομεν και σώματα ικανώτερα εκείνων εις το να υποφέρουν το ψύχος και την ζέστην και τους κόπους. Έχομεν δ' ακόμη με την βοήθειαν των Θεών και ψυχάς περισσότερον γενναίας. Οι δε άνδρες των είναι πλέον ευκολοπλήγωτοι και ευκολοθάνατοι ημών, (17) εάν, καθώς προτήτερα, μας χαρίσουν και πάλιν την νίκην οι Θεοί.

»Ίσως και πολλοί άλλοι εξ ημών έχουν υπ' όψει (έχουν στο μυαλό των) όσα είπα, αλλά, δι' όνομα του Θεού, ας μην αναμένωμεν πλέον άλλους να έλθουν προς ημάς, διά να μας παρακινήσουν προς τας ωραίας αυτάς πράξεις (ας ανέφερα), τουναντίον μάλιστα ημείς πρώτοι πρέπει να παρορμήσωμεν και τους άλλους προς την αρετήν και την ανδρείαν. Εμπρός, λοιπόν! Φανήτε σεις οι καλλίτεροι των λοχαγών και οι αξιοστρατηγότεροι των στρατηγών.

»Ως προς εμέ δε, εάν αποφασίσετε να ορμήσετε προς την πραγμάτωσίν των, θα σας ακολουθήσω. Εάν δε πάλιν με νομίσετε άξιον να διευθύνω εγώ την καθόλου προς άμυναν ενέργειαν, δεν θα προβάλω την ηλικίαν μου ως πρόφασιν, τουναντίον μάλιστα νομίζω και ότι έχω όλην την δύναμιν (είμαι εις θέσιν) ν' απομακρύνω από τον εαυτόν μου και όσας τυχόν δυσχερείας απαντήσω».

Και ο μεν Ξενοφών είπε ταύτα. Οι δε λοχαγοί, αφού τον ήκουσαν, του είπαν όλοι ομοθύμως ν' αναλάβη την διεύθυνσιν των υπέρ της αμύνης καθόλου εργασιών. Κάποιος όμως, ονομαζόμενος Απολλωνίδης, ομιλών Βοιωτικήν διάλεκτον, είπεν «ότι θα εφλυάρει πας όστις ήθελε τολμήση να προτείνη ότι ηδυνάμεθα να επιτύχωμεν την σωτηρίαν μας κατά τρόπον διαφορετικώτερον του διά του εξευμενισμού του βασιλέως». Και συγχρόνως ήρχισε, μόλις είπε ταύτα, ν' αναφέρη τους λόγους (ν' απαριθμή τας δυσχερείας).

Διακόψας όμως αυτόν εις το μέσον του λόγου του ο Ξενοφών του είπε τα εξής: «Ω παράξενε άνθρωπε, συ βεβαίως ούτε όσα βλέπεις κατανοείς (νοιώθεις), ούτε όσα ακούεις ενθυμείσαι. Εν τούτοις, ευρίσκεσο και συ εις το ίδιο μέρος με αυτούς εδώ, ότε ο βασιλεύς, αφού εφόνευσε τον Κύρον, επαρθείς διά το κατόρθωμά του αυτό, μας διέταξε δι' απεσταλμένων του να παραδώσωμεν τα όπλα.

»Αφού δε ημείς δεν του τα παρεδώσαμεν, αλλ' εξοπλισμένοι ελθόντες εστρατοπεδεύσαμεν πλησίον του, και τι δεν εμηχανεύθη (διά να μας ελκύση) τότε, αποστέλλων πρέσβεις, ζητών συνθήκας και προσφέρων τα προς διατροφήν μας, έως ότου επί τέλους επέτυχε τας συνθήκας ταύτας;

»Όταν δε πάλιν οι στρατηγοί και οι λοχαγοί, βασιζόμενοι εις τας συνθήκας, προσήλθον, καθώς τώρα δα συ μας συμβουλεύεις, εις τας σκηνάς των άοπλοι, διά να συνομιλήσουν, μη τάχα (για σένα) έπαυσαν πλέον σήμερα να ήναι αυτοί εκείνοι (οι ίδιοι), οίτινες, κτυπώμενοι, κεντώμενοι, υβριζόμενοι, δεν είχαν τα μέσα ουδέ να αυτοκτονήσουν καν οι ταλαίπωροι, αν και φαντάζομαι πόσον θα το επεθύμουν; Πάντα ταύτα, αν και γνωρίζεις πολύ καλά συ, εν τούτοις τους μεν συνιστώντας την περί των όλων άμυναν χαρακτηρίζεις ως φλυάρους, αποφαίνεσαι δε και πάλιν: μεταβαίνοντες προς τον βασιλέα, να καταπραΰνωμεν με παρακλήσεις την οργήν του.

»Εγώ, ω άνδρες, νομίζω ότι ο άνθρωπος ούτος ούτε πρέπει να μας πλησιάζη πλέον όπου και αν είμεθα, αφού δε του αφαιρέσωμεν την λοχαγίαν και τον φορτώσωμεν με σκεύη, να τον χρησιμοποιούμεν πλέον του λοιπού ως σκευοφόρον κτήνος. Διότι ούτος και την πατρίδα καταισχύνει και όλην την Ελλάδα, τοιούτος ων προδότης, αν και Έλλην».

Εις το σημείον αυτό διακόψας τον Ξενοφώντα Αγασίας ο Στυμφάλιος του είπεν: Αλλ' αυτός ουδέν, ουδέ τα ελάχιστον, έχει κοινόν ούτε με την Βοιωτίαν, ούτε με την Ελλάδα. Αφού εγώ, τον είδα άλλοτε να έχη τρυπημένα τα ώτα του (και τα δυο του αυτιά) όπως οι κάτοικοι της Λυδίας». Και πράγματι τα είχεν.

Αυτόν μεν, λοιπόν, τον έδιωξαν από τον στρατόν. Οι δε άλλοι, ελθόντες εις τας τάξεις των (έκαστος εις το τάγμα του), όπου μεν υπήρχε στρατηγός (όπου μεν έζη ο στρατηγός), τον εκάλουν (ν' αναλάβη τα καθήκοντά του), όπου δε είχεν αποθάνη (φονευθή), αντικαθίστων τον στρατηγόν δι' υποστρατήγου. Και όπου πάλιν ήτο σώος (έζη) ο λοχαγός, εκάλουν εις το τάγμα του τον λοχαγόν.

Αφού δε όλοι συνήλθον, ετοποθετούντο έμπροσθεν των όπλων. Ανήλθον δε οι συνελθόντες στρατηγοί και λοχαγοί περίπου εις εκατόν. Ότε δε εγένοντο ταύτα, ήσαν σχεδόν μεσάνυκτα.

Ενταύθα Ιερώνυμος ο Ηλείος, ων ο γηραιότερος (σεβαστότερος) των λοχαγών του Προξένου, ήρχισε να λέγη τα εξής: «Ω άνδρες στρατηγοί και λοχαγοί, βλέποντες τας περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, απεφασίσαμεν και ημείς να συνέλθωμεν και σας να προσκαλέσωμεν, όπως σκεφθώμεν όλοι μαζή, αν είμεθα εις θέσιν να πράξωμεν τίποτε γενναίον (προς βελτίωσιν της καταστάσεώς μας). Ειπέ μας, λοιπόν, και συ, ω Ξενοφών» είπεν απευθυνόμενος προς αυτόν «όσα φρονείς ότι πρέπει να λεχθούν και εις ημάς».

Εκ τούτου (λαβών αφορμήν) ο Ξενοφών λέγει τα εξής: «Αλλά βεβαίως όλοι γνωρίζομεν όσα μου ζητείτε να σας είπω, ότι δηλαδή βασιλεύς και Τισσαφέρνης όσους μεν ημπόρεσαν εξ ημών συνέλαβον (ηχμαλώτισαν), τους δ' άλλους είναι φανερόν ότι επιδιώκουν (έχουν κατά νουν) πώς να τους φονεύσουν, εάν ημπορούν (αν περνάει απ' το χέρι τους). Νομίζω, λοιπόν, ότι τα πάντα πρέπει να μετέλθωμεν, διά να μη πλησιάσωμεν ποτέ, υπό οιασδήποτε και αν ευρισκώμεθα περιστάσεις, τους βαρβάρους, αλλά να επιτύχωμεν μάλλον να έλθουν εκείνοι προς ημάς.

»Κατανοείτε, λοιπόν, καλώς ότι, αν και είσθε τόσοι μόνον, όσοι αυτήν την στιγμήν συνήλθατε εδώ, σας δίδεται, εν τούτοις, σπουδαιοτάτη ευκαιρία, διά να φανήτε επωφελείς εις τον στρατόν.

»Διότι όλοι οι στρατιώται αυτοί έχουν προς σας τα βλέμματα εστραμμένα, και αν τυχόν μεν σας ίδουν μικροψυχούντας, όλοι θα φανούν δειλοί. Εάν όμως και σεις οι ίδιοι ολοφάνερα παρασκευάζεσθε προς πόλεμον και τους άλλους παροτρύνετε προς τούτο, μάθετε καλώς ότι θα σας ακολουθήσουν και ότι θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπον να σας μιμηθούν.

»Ίσως δε και δίκαιον είναι να ξεχωρίζετε σεις κατά τι από αυτούς. Διότι σεις είσθε στρατηγοί, σεις λοχαγοί και ταξίαρχοι. Και όταν ήναι ειρήνη, σεις απολαμβάνετε περισσότερον από αυτούς και τιμάς και χρήματα. Διά τούτο, λοιπόν, αφού τώρα ευρισκόμεθα εις εμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει σεις οι ίδιοι να θελήσετε να φανήτε καλλίτεροι από το πλήθος τούτο, προνοούντες υπέρ αυτού και κοπιάζοντες, εάν και όπου παρίσταται ανάγκη.

»Και εν πρώτοις μεν φρονώ ότι θα ωφελήσετε εις μέγαν βαθμόν το στράτευμα, εάν φροντίσετε όπως αντικαταστήσουν όσον το δυνατόν ταχύτερα τους αποθανόντας (νέοι) στρατηγοί και λοχαγοί. Διότι άνευ αρχηγών ουδέν, ούτε καλόν, ούτε γενναίον, δύναται να γείνη, και γενικώς μεν εις οιανδήποτε περίπτωσιν, εις τα πολεμικά όμως, απολύτως τίποτε. Διότι είναι φανερόν ότι η μεν πειθαρχία σώζει, η δε απείθεια και παραλυσία πολλούς μέχρι σήμερον κατέστρεψεν.

»Άμα δε ως εγκαταστήσετε τους αρχηγούς (18) , όσους είναι αναγκαίοι, και τους άλλους (τήδε κακείσε διεσπαρμένους) στρατιώτας συναθροίσετε και ενθαρρύνετε, νομίζω ότι τότε θα ήσθε πλέον έτοιμοι να αντιμετωπίσετε οιανδήποτε περίστασιν.

»Διότι τώρα μεν ίσως και σεις οι ίδιοι εννοείτε ότι προσήλθαν ούτοι εις τας τάξεις του στρατού με αθυμίαν, με αθυμίαν δ' ωσαύτως και εις τας φρουρήσεις (όπου φυλάττουν ως φρουροί). Ώστε, εις τοιαύτην περιελθόντας κατάστασιν, δεν γνωρίζω κ' εγώ πώς θα ηδύνατο τις να τους χρησιμοποιήση, εάν λάβη τις εις τι την ανάγκην των, είτε εν καιρώ νυκτός, είτε εν καιρώ ημέρας.

»Εάν όμως δώση τις εις τον νουν των άλλην κατεύθυνσιν, ώστε να μην ενθυμούνται (να μην έχουν υπ' όψει των) μόνον τι θα πάθουν, αλλά και τι θα κάμουν, θα γείνουν τότε, βέβαια, πολύ ευτολμότεροι.

»Διότι πολύ καλά γνωρίζετε ότι ούτε το πλήθος, ούτε η ισχύς είναι η δίδουσα τας νίκας εις τον πόλεμον, εκείνους δ' ως επί το πλείστον δεν δύνανται να υπομείνουν οι αντίπαλοι, οι οποίοι θα βαδίσουν, με την βοήθειαν των Θεών, ερρωμενέστεροι την ψυχήν κατά των πολεμίων.

»Έχω δ' υπ' όψει μου, ω άνδρες, και τούτο ακόμη: ότι, όσοι μεν επιδιώκουν να ζήσουν διά παντός θεμιτού και αθεμίτου μέσου εν καιρώ πολέμου, ούτοι κακώς (ανάνδρως) και αισχρώς ως επί το πολύ αποθνήσκουν. Όσοι δε γνωρίζουν (έχουν καταλάβη) ότι ο θάνατος είναι κοινός και αναγκαίος δι' όλους τους ανθρώπους, αγωνίζονται όμως περί του πώς να αποθάνουν εντίμως εις την μάχην, τούτους βλέπω περισσότερον πως των άλλων να φθάνουν εις το γήρας, και να διάγουν, εφ' όσον ζουν, ευδαιμονέστερον.

Πρέπει, λοιπόν, αφού τώρα μάθωμεν και ημείς καλά (χωνέψωμε) όλα αυτά, διότι είπερ ποτέ μας δίδεται σήμερα η προς τούτο κατάλληλος περίστασις, και ημείς ν' αναδειχθώμεν άνδρες γενναίοι, και τους άλλους προς την γενναιότητα να παρορμήσωμεν».

Ούτος μεν, αφού είπε ταύτα, εσιώπησε. Μετά τούτον δ' είπεν ο Χειρίσοφος τα εξής: «Αλλά μέχρι προς ολίγου ακόμη, ω Ξενοφών, ουδέν άλλο εγνώριζα περί σου παρά μόνον ότι είσαι Αθηναίος. Τώρα όμως και σε επαινώ δι' όσα και λέγεις και πράττεις και θα ηυχόμην τοιούτοι άνδρες όπως συ να ήσαν όσον το δυνατόν περισσότεροι εις το στράτευμα. Διότι τοιούτον ευτύχημα θα ήτον αληθώς ευτύχημα δι' όλους μας. Και τώρα — προσέθηκεν — ας μη χάνωμεν καιρόν πλέον, ω άνδρες, αλλ', απελθόντες αμέσως, εκλέξατε όσοι εξ υμών έχετε ανάγκην αρχηγούς, αφού δε τους εκλέξετε, έρχεσθε εις το μέσον του στρατοπέδου φέροντες μαζή και τους εκλεγέντας. Κατόπιν συγκαλούμεν εκεί και τους λοιπούς στρατιώτας. Ας προσέλθη δ' ενώπιόν μας, διά να κηρύξη την πρόσκλησιν, και Τολμίδης ο κήρυξ».

Και αμέσως, αφού είπε ταύτα, ηγέρθη, διά να μη χάνη πλέον καιρόν, φέρη δε εις πέρας όσα η περίστασις και αι ανάγκαι επέβαλλον·

Μετά ταύτα εξελέγησαν στρατηγοί αντί μεν του Κλεάρχου Τιμασίων ο Δαρδανεύς, αντί δε του Σωκράτους Ξανθικλής ο Αχαιός, αντί του Αγίου Κλεάνωρ ο Αρκάς, αντί του Μένωνος Φιλήσιος ο Αχαιός και αντί του Προξένου Ξενοφών ο Αθηναίος.

Κεφάλαιον δεύτερον.


Μετά το τέλος δε της εκλογής και ενώ ήδη ήρχιζε να ξημερώνη, ήλθαν οι στρατηγοί εις το μέσον του στρατοπέδου, και απεφάσισαν, αφού εγκαταστήσουν προφυλακάς, να συγκαλέσουν τους στρατιώτας. Αφού δε και οι (άλλοι) στρατιώται συνήλθον, ηγέρθη πρώτος Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος και είπε τα εξής:

«Ω άνδρες στρατιώται, αι μεν περιστάσεις, υπό τας οποίας ευρισκόμεθα, καθ' ας και στρατηγών καλών και λοχαγών και στρατιωτών (ακόμη) στερούμεθα, είναι δυσκολώταται. Επί πλέον δε και οι περί τον Αριαίον, οίτινες πρότερον ήσαν σύμμαχοι μας, μας επρόδωσαν.

»Εν τούτοις, είναι ανάγκη από τους παρευρισκομένους εδώ να προέλθουν (εμφανισθούν) άνδρες γενναίοι, ανάγκη δε να μην υποχωρήσωμεν, αλλά να προσπαθήσωμεν όπως, εάν μεν έχωμεν την δύναμιν, νικώντες τελείως τον εχθρόν (κατισχύοντες των περιστάσεων), σωθώμεν, εάν δε όχι, αποθάνωμεν γενναίως, μη καταδεχόμενοι ποτέ να συλληφθώμεν ζώντες υπό των πολεμίων. Διότι φρονώ ότι δυνάμεθα να υποστώμεν και τοιαύτας ακόμη συμφοράς, τας οποίας όμως είθε οι Θεοί ν' αποστείλουν μόνον εις τους εχθρούς μας».

Μετ' αυτόν Κλεάνωρ ο Ορχομένιος ηγέρθη και είπε τα εξής: «Αλλά βλέπετε μεν (έχετε ενώπιόν σας), ω άνδρες, την επιορκίαν και την ασέβειαν του βασιλέως, βλέπετε δ' επίσης και την απιστίαν του Τισσαφέρνους, όστις, αν και μας διεβεβαίου ότι και γειτονικός φίλος της Ελλάδος ήτο και ιδιαιτέρας θα κατέβαλλε φροντίδας, διά να μας σώση (διά να μας αποστείλη ζώντας εις την πατρίδα μας), ορκισθείς ότι θα τηρήση όλα αυτά και δώσας εις βεβαίωσιν της καλής του πίστεως την δεξιάν του, εν τούτοις, εξαπατήσας ημάς, συνέλαβε τους στρατηγούς μας και, αφού ως ομοτράπεζος αυτός ούτος συνέφαγε και συνωμίλησε με τον Κλέαρχον, εφόνευσε πάντας, και δείπνα και υποσχέσεις και όρκους καταπατήσας, χωρίς να φοβηθή ουδέ αυτόν τον επί της φιλοξενίας εφορεύοντα Θεόν, Δία τον Ξένιον.

»Ο δε Αριαίος, τον οποίον ημείς ηθέλαμεν να ανακηρύξωμεν βασιλέα, και προς ον εδώσαμεν και από τον οποίον ελάβαμεν υποσχέσεις και όρκους ότι δεν θα προδώσωμέν ποτε αλλήλους, και αυτός ακόμη, ούτε τους Θεούς φοβηθείς, ούτε την μνήμην του αποθαμμένου ήδη Κύρου σεβασθείς, αν και υπ' αυτού, εφ' όσον έζη, ιδιαιτέρως όλως ετιμάτο, και αυτός, λοιπόν, αποστατήσας ήδη προς τους μεγαλειτέρους εκ των εχθρών εκείνου (προς τους μισητοτέρους του εχθρούς), προσπαθεί με κάθε τρόπον ημάς τους φίλους του Κύρου να (μας) βλάψη.

»Και αυτοί μεν όλοι θα τιμωρηθούν από τους Θεούς (θα δώσουν λόγο στους Θεούς). Εμείς δε πρέπει, έχοντες υπ' όψει πάντα ταύτα, να μην εξαπατηθώμεν πλέον υπ' αυτών, αλλά, πολεμούντες όσον δυνάμεθα καλλίτερα (με τα σωστά μας), να υποστώμεν ό,τι θα ήτο αρεστόν εις τους Θεούς».

Μετά τούτον ο Ξενοφών εγείρεται ενδεδυμένος την ωραιοτέραν του στολήν, ως εάν επρόκειτο να πολεμήση, νομίζων ότι, εάν μεν δώσουν την νίκην οι Θεοί (εάν με την βοήθειαν των Θεών νικήσουν), αρμόζει η λαμπροτέρα στολή εις τον νικώντα, εάν δε παραστή ανάγκη ν' αποθάνουν, ότι είναι ορθόν, αφού έκρινεν εαυτόν άξιον του καλλιτέρου στολισμού, με τον στολισμόν αυτόν και ν' αποθάνη. Ήρχισε δε να λέγη τα εξής:

«Την των βαρβάρων επιορκίαν και απιστίαν ανέφερε προ ολίγου και ο Κλεάνωρ, γνωρίζετε δε και σεις, νομίζω. Εάν μεν, λοιπόν, θέλωμεν να φιλιωθώμεν και πάλιν προς αυτούς, θα ευρεθώμεν εις την ανάγκην ν' αποδειλιάσωμεν εκ νέου, λαμβάνοντες υπ' όψει ποία και πόσα έπαθαν οι στρατηγοί μας, παραδώσαντες εαυτούς εις χείρας των βαρβάρων, διότι έδωκαν πίστιν εις τους λόγους των. Εάν όμως έχωμεν απόφασιν, δι' όσα από αυτούς έως τώρα υπέστημεν, να τους τιμωρήσωμεν διά των όπλων και εν τω μέλλοντι να εξακολουθώμεν πολεμούντες προς αυτούς, πολλάς και μεγάλας τότε ελπίδας περί της σωτηρίας μας θα έχωμεν με την βοήθειαν των Θεών (αν θέλουν οι Θεοί).

Ενώ δε έλεγε ταύτα, κάποιος επταρνίσθη. Ακούσαντες δε οι στρατιώται, όλοι ομοθύμως προσεκύνησαν τον Θεόν, ο δε Ξενοφών εξηκολούθησε:

«Νομίζω, καλόν, ω άνδρες επειδή, ενώ εκάναμεν λόγον περί σωτηρίας, εφάνη (ο πταρμός ούτος) ως οιωνός Διός του Σωτήρος, νομίζω, λέγω, καλόν να τάξωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας (να υποσχεθώμεν ότι θα προσφέρωμεν εις τον Θεόν αυτόν θυσίας εις ανάμνησιν της σωτηρίας μας) εις το πρώτον φιλικόν έδαφος το οποίον ηθέλαμεν πατήση, επίσης δε και εις τους λοιπούς Θεούς (να τάξωμεν θυσίας) αναλόγως των δυνάμεών μας (το κατά δύναμιν). Εις οιονδήποτε δε εξ υμών προσέθηκε — φαίνονται ορθοί οι λόγοι μου ούτοι, ούτος ας υψώση την χείρα». Και ανύψωσαν ταύτην πάντες, μεθ' ο, αφού έταξαν εις τους Θεούς, έψαλαν προς αυτούς άσμα ικετήριον. Αφού δε ούτω τα προς τους Θεούς θρησκευτικά καθήκοντα εξετελέσθησαν, ο Ξενοφών ήρχισε και πάλιν λέγων τα εξής:

»Σας έλεγα, λοιπόν, ω άνδρες, ότι θα είχομεν πολλάς και καλάς ελπίδας περί της σωτηρίας μας. Πρώτον μεν διότι ημείς φυλάττομεν τους όρκους των Θεών, ενώ οι πολέμιοι εφάνησαν επίορκοι και, παρά τους όρκους, παρέβησαν τας συνθήκας. Ούτω δ' εχόντων των πραγμάτων, επόμενον είναι προς μεν τους πολεμίους να διάκηνται οι Θεοί εχθρικώς, προς ημάς δε ως βοηθοί και φίλοι, οίτινες πάντοτε είναι ικανοί και τους μεγάλους ταχέως να καθιστούν μικρούς, και τους μικρούς, ακόμη και όταν ευρίσκωνται εν μέσω συμφορών, να σώζουν ευκολώτατα όταν θέλουν.

»Αλλ' εκτός τούτων, σας υπενθυμίζω και τους κινδύνους των προγόνων μας, διά να μάθετε και ότι σας πρέπει (σας αρμόζει) να ήσθε γενναίοι, και ότι, τη βοήθεια των Θεών, πάντοτε οι γενναίοι σώζονται, ακόμη και από τας μεγαλητέρας συμφοράς. Διότι, όταν οι Πέρσαι και οι περί αυτούς εξεστράτευσαν με μέγαν στρατόν και στόλον κατά της Ελλάδος, με τον σκοπόν αμέσως να καταστρέψουν τας Αθήνας, οι Αθηναίοι, τολμήσαντες να αντιστούν κατ' αυτών, κατά κράτος τους ενίκησαν.

»Και, αφού έταξαν (να προσφέρουν) ως θυσίαν εις την Θεάν Αρτέμιδα τόσας αίγας όσους ήθελαν φονεύση εκ των πολεμίων, επειδή ήτον αδύνατον να εύρουν αναλόγους προς τον αριθμόν των φονευθέντων εχθρών (αίγας), απεφάσισαν να θύουν κατ' έτος πεντακοσίας εξ αυτών, αίτινες και μέχρι σήμερον ακόμη προσφέρονται εις την Θεάν.

»Ότε δε κατόπιν ο Ξέρξης, συναθροίσας τον αναρίθμητον στρατόν του, επήλθε κατά της Ελλάδος, και τότε ακόμη ενίκων οι ημέτεροι πρόγονοι τους προγόνους τούτων και κατά γην και κατά θάλασσαν. Πάντων τούτων προφανείς αποδείξεις έχετε τα εγερθέντα τρόπαια, ως μαρτύριον δε μέγιστον την ελευθερίαν των πόλεων, εις τας οποίας εγεννήθητε και ανετράφητε. Διότι κανένα εκ των ανθρώπων δεν προσκυνείτε (αναγνωρίζετε) ως εξουσιαστήν και κύριον υμών, αλλά μόνον τους Θεούς.

»Και, λοιπόν, από τοιούτους μεν κατάγεσθε προγόνους. Δεν θέλω, βέβαια, να είπω ότι τους καταισχύνετε. Παν άλλο. Δεν έχουν παρέλθη ακόμη πολλαί ημέραι, αφ' ης, αντιταχθέντες εις τους απογόνους των Περσών εκείνων, ενικάτε πολύ περισσοτέρους υμών με την βοήθειαν των Θεών.

»Και τότε μεν εφάνητε γενναίοι άνδρες, αγωνιζόμενοι περί της βασιλείας του Κύρου. Τώρα όμως, οπότε ο αγών είναι περί της σωτηρίας σας, οφείλετε βεβαίως και πολύ καλλίτεροι και προθυμότεροι ν' αναδειχθήτε.

»Αλλά και πλέον θαρραλέοι πρέπει να φανήτε τώρα πολεμούντες κατά των πολεμίων. Διότι τότε, μη έχοντες πείραν αυτών, αν και είχατε ακαταμέτρητον ενώπιόν σας πλήθος, εν τούτοις ετολμήσατε με το πατροπαράδοτον εκείνο φρόνημα εις την ψυχήν σας να βαδίσετε εναντίον των. Τώρα όμως, οπότε και πείραν έχετε αυτών, την πείραν ότι θ' αποφύγουν, όσον και αν ήναι πολυπληθέστεροι από σας, να συγκρουσθούν μαζή σας, υπάρχει τι πλέον το οποίον να σας εμπνέη τον προς αυτούς φόβον;

Αλλά ούτε ως μειονέκτημά σας να νομίσετε το γεγονός, ότι οι περί τον Κύρον βάρβαροι, ενώ προτήτερα ήσαν σύμμαχοί μας (με το μέρος μας), μας έχουν εγκαταλείψη πλέον. Διότι ούτοι είναι έτι ανανδρότεροι εκείνων τους οποίους ενικήσαμεν. Και βεβαίως, αφού ηυτομόλησαν προς τους νικηθέντας, εγκαταλείψαντες ημάς τους νικητάς. Είναι δε πολύ προτιμότερον, εκείνοι οίτινες θέλουν να ήναι αρχηγοί φυγής (να δίδουν το σύνθημα της φυγής, να διδάσκουν εις τους άλλους την φυγήν) να τάσσωνται εις το πλευρόν των πολεμίων μας, παρά να τους βλέπωμεν εις τας τάξεις του στρατεύματός μας.

»Εάν δε κανείς εξ υμών λυπήται (στενοχωρείται), διότι στερούμεθα ιππικού, ενώ τουναντίον αφθονούν τοιούτου οι εχθροί μας, ενθυμήθητε ότι δέκα χιλιάδες ιππείς δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέκα χιλιάδες άνθρωποι. Διότι ουδείς ουδέποτε (έως τώρα) απέθανε δηχθείς ή λακτισθείς από ίππον εν ώρα μάχης, ουχί δε οι ίπποι, αλλ' οι άνδρες (οι ιππείς) είναι εκείνοι οίτινες κατορθώνουν παν ό,τι γενναίον συμβαίνει εις τας μάχας.

»Μη δεν ευρισκόμεθα ημείς (μη δεν πολεμούμεν ημείς) επί εδάφους πολύ ασφαλεστέρου εκείνου, επί του οποίου πολεμούσιν οι ιππείς; Και τω όντι. Ούτοι μεν είναι κρεμασμένοι επί των ίππων, φοβούμενοι όχι μόνον ημάς, αλλά και (ενδεχομένην) από των ίππων πτώσιν των. Ημείς δε, βαδίζοντες ασφαλώς επί εδάφους, πολύ μεν ισχυρότερον κτυπώμεν πάντα όστις ήθελε μας πλησιάση, πολύ δε ευστοχώτερον επιτυγχάνομεν οιονδήποτε ηθέλομεν κτυπήση. Κατά έν δε και μόνον δύνανται να μας υπερτερήσουν οι ιππείς: Κατά το ότι πολύ ασφαλέστερον ημών δύνανται να τραπώσιν εις φυγήν.

»Εάν δε, ενώ τας μάχας (τους εκ των μαχών κινδύνους) υπομένετε με θάρρος, στενοχωρήσθε, εξ άλλου, διότι ούτε ο Τισσαφέρνης πλέον δύναται να γείνη οδηγός μας, ούτε ο βασιλεύς να μας παράσχη τροφάς προς αγοράν — σκεφθήτε ποίον εκ των δύο είναι προτιμότερον: να έχωμεν οδηγόν εις την πορείαν μας τον Τισσαφέρνην τούτον, όστις τόσον καταφώρως επεβουλεύθη ημάς ή εκείνους τους οποίους, αιχμαλωτίζοντες καθ' οδόν ημείς, θα ηδυνάμεθα να τους διατάσσωμεν να γείνουν οδηγοί μας, και οίτινες δεν θ' αγνοούν βεβαίως ότι, εάν σφάλουν εις παν ό,τι μας αφορά (εις παν ό,τι αφορά τα συμφέροντά μας), θα πληρώσουν τα σφάλματά των με θάνατον ή με σωματικάς ποινάς;

»Ποίον δ' εκ των δύο είναι επίσης προτιμότερον: ν' αγοράζωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία από αγοράν, την οποίαν θα μας παρείχον οι εχθροί μας, αντί πολλού χρήματος — του οποίου (σημειωθήτω εν παρόδω) και στερούμεθα πλέον, αφού δεν μισθοδοτούμεθα — αγοράζοντες ελαχίστας εξ αυτών ποσότητας, ή ημείς οι ίδιοι δικαιωματικώς να τας προμηθευώμεθα, μεταχειριζόμενοι οιονδήποτε έκαστος εξ ημών ήθελεν εγκρίνη μέτρον;

»Εάν, λοιπόν, έχετε μεν υπ' όψει ότι πάντα ταύτα είναι όντως προτιμότερα, αλλά και νομίζετε ότι οι προ ημών ποταμοί ούτοι είναι αδιάβατοι ή ότι επίτηδες και δολίως οι πολέμιοι μας προσείλκυσαν πέραν ακόμη και του Τίγρητος, σκεφθήτε ότι, προβάντες εις τοιαύτην τινά πράξιν οι βάρβαροι, εσκέφθησαν αληθώς μωρότατα. Διότι όλοι οι ποταμοί, αν και είναι αδιάβατοι πέραν των πηγών των, εις τους πλησιάζοντας προς τας πηγάς των γίνονται διαβατοί, ουδέ καν το γόνυ τούτων βρέχοντες.

»Εάν δε ούτε οι ποταμοί μας επιτρέψουν την επάνοδον (μας αποκλείσουν), ούτε κανείς πλέον οδηγός της προς την πατρώαν οδού εμφανισθή, φρονώ ότι και τότε ακόμη δεν μας είναι επιτετραμμένον να μικροψυχήσωμεν (αποδειλιάσωμεν). Διότι έχομεν υπ' όψει ότι και οι κάτοικοι της Μυσίας, οίτινες θα ηδυνάμεθα να είπωμεν ότι δεν ευρίσκονται εις καλλιτέραν από ημάς θέσιν, κατοικούν εντός της επικρατείας του βασιλέως πολλάς και ευδαίμονας και μεγάλας πόλεις παρά την θέλησίν του, ότι δ' επίσης και οι κάτοικοι της Πισιδίας και της Λυκαονίας — τους τελευταίους δε τούτους, ενθυμείσθε ότι και ημείς οι ίδιοι εγνωρίσαμεν — καρπούνται τας χώρας ταύτας (του βασιλέως), αφού κατέλαβον ανά τας πεδιάδας τα πλέον οχυρά και απόκρημνα αυτών μέρη.

»Εγώ τουλάχιστον θα σας έλεγα ότι δεν μας συμφέρει ακόμη να φαινώμεθα εις τους βαρβάρους ότι όντως έχομεν ξεκινήση διά την πατρίδα μας, αλλ' ότι παρασκευαζόμεθα, διά να εγκατασταθώμεν εις κάποιο εδώ τριγύρω μέρος. Διότι γνωρίζω ότι και εις τους κατοίκους της Μυσίας ο βασιλεύς θα εχορήγει πολλούς οδηγούς, ακόμη δε, (προς ασφάλειάν των περί της καλής του πίστεως), ότι θα τους έδιδε και πολλούς αιχμαλώτους ως εγγύησιν της άνευ δόλου απομακρύνσεώς των εκ της χώρας του, ότι δε και δρόμους ευρυτάτους προς χάριν των θα κατεσκεύαζε, τοιούτους ώστε ν' απέλθουν και επί τεθρίππων ακόμη αρμάτων, εάν ήθελαν (19) . Βεβαίως δε και προς χάριν μας γνωρίζω ότι πάντα όσα ανέφερα (διά τους Μυσούς) θα έπραττε με μεγάλην του ευχαρίστησιν, εάν μας έβλεπεν ότι προετοιμαζόμεθα να μείνωμεν (να εγκατασταθώμεν) διά παντός εις την χώραν του.

»Φοβούμαι όμως μήπως, αν άπαξ μάθωμεν να ζώμεν εδώ άνευ εργασίας και να διερχώμεθα τον βίον μας εν αφθονία τροφών και απολαύσεων, με ωραίας δε και ευσώμους γυναίκας και παρθένους των Μήδων και Περσών συναναστρεφώμεθα, φοβούμαι, λέγω, μήπως, καθώς οι λωτοφάγοι εκείνοι, λησμονήσωμεν πλέον διά παντός την προς την πατρίδα άγουσαν οδόν.

»Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεπές και δίκαιον είναι κατά πρώτον λόγον να προσπαθήσωμεν να φθάσωμεν εις την Ελλάδα, εκεί δε να αποδείξωμεν εις την Ελλάδα και τους οικίους μας, ότι εκουσίως των πένονται, αφού ημπορούν όλους εκείνους, οίτινες ζουν εκεί τώρα με στερήσεις, να τους ίδουν, μετά τον ενταύθα αποικισμόν αυτών, ποριζομένους τα προς το ζην εν αφθονία. Αλλ' είναι φανερόν, ω άνδρες, ότι πάντα ταύτα τα αγαθά (όσα μέχρι τούδε ανέφερα) ανήκουν εις τους νικητάς (τους ισχυρούς).

»Λοιπόν, διά να πορευώμεθα όσον το δυνατόν ασφαλέστερον και, εάν παραστή ανάγκη μάχης, διά να πολεμώμεν όσον το δυνατόν γενναιότερον, πρέπει να σας προτείνω ταύτα: πρώτον μεν ότι νομίζω ορθόν (είμαι της γνώμης) να κατακαύσωμεν όσας έχομεν (σκευοφόρους) αμάξας, διά να μη μας ήναι στρατηγοί (διά να μη μας διευθύνουν) κατά την πορείαν μας αι άμαξαι, αλλά να βαδίζωμεν προς οιονδήποτε μέρος μας συμφέρει (ελεύθερα). Μετά τούτο δε, να συγκατακαύσωμεν και τας σκηνάς, αίτινες και κατά την μετακόμισίν των είναι οχληραί και εις ουδέν χρησιμεύουν, ούτε εις το πολεμείν ούτε εις το συγκρατείν τα τρόφιμα.

»Προσέτι δε να εξαφανίσωμεν (καταστρέψωμεν) και εκ των άλλων σκευών τα περιττά, εκτός εκείνων τα οποία φέρομεν μαζή μας χάριν του πολέμου ή προς μεταφοράν των τροφών ή ποτών, και τούτο, διά να ήναι όσον το δυνατόν περισσότεροι οι ωπλισμένοι, όσον το δυνατόν δε ολιγώτεροι οι σκευοφορούντες. Διότι γνωρίζετε καλώς ότι, όταν μεν ηττώμεθα, τα πάντα είναι ξένα. Όταν δε νικώμεν, είμεθα εις θέσιν να μεταχειριζώμεθα και αυτούς ακόμη τους εχθρούς ημών ως σκευοφόρους.

»Αλλά μου υπολείπεται ακόμη να σας είπω κάτι, όπερ νομίζω σπουδαιότατον. Όλοι, βέβαια, γνωρίζετε ότι οι πολέμιοι δεν ετόλμησαν να κηρύξουν καθ' ημών τον πόλεμον πριν ή συλλάβουν τους στρατηγούς μας, φρονούντες ότι, εφ' όσον μεν ζουν οι άρχοντες, πειθαρχούμεν δε προς αυτούς ημείς, ότι ημπορούμεν να κατισχύσωμεν του πολέμου (να νικήσωμεν), ότι όμως μετά την σύλληψίν των θα καταστραφώμεν εκ της εν τω στρατεύματι αναρχίας και αταξίας.

»Πρέπει, λοιπόν, οι μεν ήδη εκλεγέντες στρατηγοί να γείνουν επιμελέστεροι των πρώην (των φονευθέντων), οι δε αρχόμενοι πολύ ευτακτότεροι και μάλλον πειθαρχικοί προς τους στρατηγούς ή πριν.

»Εάν δε διά ψηφίσματος αποφασίσετε: έκαστος στρατιώτης μαζή με τον στρατηγόν (συμπράττων με τον στρατηγόν) να τιμωρή κάθε απειθούντα, τότε έτι περισσότερον θα διαψευσθούν αι (καθ' ημών) προσδοκίαι των εχθρών μας. Ψηφιζομένου τούτου, θα ίδουν ούτοι κατά την σημερινήν ημέραν να παρουσιάζωνται εις τον στρατόν μας αναρίθμητοι αντί ενός Κλέαρχοι, οίτινες δεν θα επιτρέψουν ποτέ εις κανένα να φανή δειλός.

»Αλλ' είναι πλέον ώρα να μεταβώμεν από τους λόγους εις τα έργα. Διότι ίσως εμφανισθούν προ ημών αιφνιδίως οι πολέμιοι. Λοιπόν, εις οιονδήποτε εξ υμών φανούν όσα επρότεινα ορθά, ούτος όσον το δυνατόν ταχύτερον ας τα επικυρώση, ίνα τα ίδωμεν ευθύς και εφαρμοζόμενα. Εάν δε τυχόν υπάρχη και καμμία άλλη γνώμη καλλιτέρα της ιδικής μου, ταύτην ακόμη και εις τον απλούν στρατιώτην επιτρέπεται να προτείνη θαρραλέως. Διότι όλοι εξ ίσου έχομεν ανάγκην σωτηρίας».

Μετά τους λόγους αυτούς του Ξενοφώντος, Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος είπεν: «Αλλ' εάν, παρ' όσα επρότεινεν ο Ξενοφών, παρίσταται και άλλου τινός ακόμη ανάγκη, οφείλομεν αμέσως να το εξετάσωμεν. Όσα δε προ ολίγου είπε, φρονώ ότι είναι καλόν να ψηφίσωμεν ως τάχιστα. Όστις, λοιπόν, νομίζει ορθά (εγκρίνει) τα προταθέντα, ας υψώση την χείρα».

Και ταύτην μεν ύψωσαν όλοι ανεξαιρέτως. Ο δε Ξενοφών εγερθείς και πάλιν είπε τα εξής: «Ω άνδρες, ακούσατε όσα, προς τούτοις, νομίζω ακόμη ότι χρειάζονται. Είναι βεβαίως φανερόν εις όλους ότι πρέπει να πορευώμεθα όπου δυνάμεθα να έχωμεν τα προς τροφήν μας αναγκαία. Ακούω δε ότι εις απόστασιν ουχί μεγαλητέραν των είκοσι σταδίων υπάρχουν χωρία πλουσιώτατα (ευφορώτατα).

»Δεν θα μου εφαίνετο, λοιπόν, περίεργον, αν οι πολέμιοι, καθώς οι δειλοί κύνες καταδιώκουν μεν και δαγκάνουν τους πλησιάζοντας αυτούς (τους παρερχομένους προ αυτών), όταν ημπορούν, τρέπονται δε εις φυγήν προ εκείνων οίτινες τους καταδιώκουν, εάν, λέγω, οι πολέμιοι μας ηκολούθουν, απερχομένους, κατά πόδας (μας έπαιρναν το κατόπιν).

»Ίσως, λοιπόν, θα ήμεθα περισσότερον εξησφαλισμένοι, εάν εβαδίζαμεν κατά φάλαγγα τετράπλευρον, εκάστην πλευράν της οποίας να απετέλουν οι οπλίται, διά να φυλάσσωνται ούτω ασφαλέστερον εντός του τετραπλεύρου τούτου τα φέροντα τα σκεύη υποζύγια και ο πολύς όχλος (οι μη μάχιμοι). Εάν, λοιπόν, από τώρα παρίστατο ανάγκη να ορισθή ποίοι πρέπει να ήναι εκείνοι οίτινες θα ηγούνται του τετραπλεύρου αυτού, τασσόμενοι κατά μέτωπον (επί της κατέμπροσθεν αυτού πλευράς), και ποίοι (θα είναι) επί των εκατέρωθεν αυτού (πλευρών), ποίοι δε θ' αποτελούν την οπισθοφυλακήν αυτού, βεβαίως δεν θα έπρεπε να περιμένωμεν να έλθουν πρώτα οι πολέμιοι, διά να σκεφθώμεν περί του πρακτέου (διά ν' αποφασίσωμεν ποίους πρέπει να ορίσωμεν), αλλ' αμέσως τώρα να χρησιμοποιήσωμεν τους προς τον σκοπόν αυτόν ενδεδειγμένους.

»Εάν μεν, λοιπόν, έχη τις υπ' όψει του άλλο τι καλλίτερον των όσων είπα, ας το προτείνη, διά να τεθή εις εφαρμογήν ευθύς. Άλλως θα ηυχόμην γενικός μεν αρχηγός του στρατού, επί της έμπροσθεν πλευράς τασσόμενος, να ωρίζετο ο Χειρίσοφος, και δι' άλλους μεν λόγους, αλλά και διότι τυγχάνει να ήναι Λακεδαιμόνιος. Επιμεληταί δε των εκατέρωθεν πλευρών ας ορισθούν δύο εκ των αρχαιοτέρων στρατηγών. Ως οπισθοφυλακή δε, επί του παρόντος, οι νεώτατοι ημείς, εγώ δηλαδή και ο Τιμασίων.

»Ως προς τα άλλα δε, αφού άπαξ θέσωμεν εις εφαρμογήν την τακτικήν αυτήν, θα σκεφθώμεν πάντοτε παν ό,τι ηθέλαμεν κρίνη ως καλλίτερον. Αλλ' εάν, παρά ταύτα, έχη τις να προτείνη τίποτε άλλο καλλίτερον, ας το είπη». Επειδή όμως ουδείς είχεν εναντίαν γνώμην, είπε: «Πας όστις εξ υμών εγκρίνει όσα επρότεινα, ας υψώση την χείρα». Ούτω δε απεφασίσθησαν και ταύτα.

»Και, λοιπόν, τώρα» είπεν ο Ξενοφών «απερχόμενοι ας πράξωμεν (ας θέσωμεν εις εφαρμογήν) τα αποφασισθέντα. Όστις δε από σας τρέφει την επιθυμίαν να επανίδη τους συγγενείς και φίλους του, ας μη λησμονή ότι από τούδε και εις το εξής οφείλει να ήναι γενναίος. Διότι δεν θα ηδύνατο ή μόνον διά της γενναιότητος να εκπληρώση την επιθυμίαν του ταύτην. Όστις επιθυμεί να ζη, ας προσπαθή να ήναι πάντοτε νικητής (των περιστάσεων), έχων υπ' όψει του ότι των μεν νικώντων ίδιον είναι να φονεύουν, των δε ηττωμένων να φονεύωνται. Και εάν δε κανείς εξ υμών επιθυμή να αποκτήση χρήματα, ας προσπαθήση να γείνη κύριος της επιθυμίας του αυτής. Διότι οι νικηταί έχουν πάντοτε την δύναμιν και τα ιδικά των (χρήματα) να σώζουν και τα των ηττημένων να λαμβάνουν (ν' αποκτούν)».

Κεφάλαιον τρίτον.


Αφού ελέχθησαν ταύτα, ηγέρθησαν και, απελθόντες, κατέκαιον τας αμάξας και τας σκηνάς, από τα περιττά δε, κάθε μεν πράγμα χρήσιμον εμοίραζεν ο ένας εις τον άλλον, τα δε άλλα έρριπτον εις το πυρ. Αφού δε έπραξαν ταύτα, ήρχισαν να ετοιμάζουν το γεύμα των. Αλλά, ενώ το ετοίμαζαν, έρχεται ο Μιθραδάτης με τριάκοντα περίπους ιππείς και, προσκαλέσας τους στρατηγούς εις μέρος, από το οποίον ηδύνατο ν' ακούεται παρ' όλων, λέγει εις αυτούς τα εξής:

«Εγώ, ω άνδρες Έλληνες, και εις τον Κύρον ήμην πιστός φίλος, καθώς γνωρίζετε όλοι σας, και τώρα διάκειμαι προς σας ευνοϊκώς. Αλλά, εδώ όπου ευρίσκομαι την στιγμήν αυτήν, πολύ φοβούμαι μήπως με κρίνετε ως ύποπτον διά την προς τον Κύρον φιλίαν μου αυτήν και πίστιν. Ουχ ήττον εγώ, εάν σας έβλεπα να λαμβάνετε κανένα σοβαρόν μέτρον (να σκέπτεσθε σοβαρόν τι) περί της σωτηρίας σας, θα έσπευδα με όλους τους οπαδούς μου προς βοήθειάν σας. Εις εμέ, λοιπόν, ως εις φίλον σας και καλοθελητήν σας και επιθυμούντα μαζή σας να εκστρατεύση ειπέτε τι σκέπτεσθε να πράξετε».

Αφού συνεσκέφθησαν επ' αυτών οι στρατηγοί, κατ' απόφασίν των και επ' ονόματι όλων απήντησε Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος τα εξής: «Απεφασίσαμεν: εάν μεν κανείς δεν μας εμποδίση να επιστρέψωμεν εις την πατρίδα μας, να διερχώμεθα την χώραν όσον δυνάμεθα αβλαβέστατα. Εάν όμως μας παρουσιάση εμπόδια εις τον δρόμον μας, θα τον πολεμούμεν εφ' όσον προχωρούμεν και όσον δυνάμεθα σφοδρότερον».

Μετά τους λόγους τούτους ο Μιθραδάτης προσεπάθει να τους πείση ότι είναι εντελώς αδύνατον να σωθούν (να επιστρέψουν σώοι εις την πατρίδα των) παρά την θέλησιν του βασιλέως. Εις το σημείον ακριβώς αυτό εγίνετο γνωστόν εις τον στρατόν ότι ο Μιθραδάτης είχε σταλή κρυφά προς κατασκόπευσιν. Διότι (συν τοις άλλοις) και κάποιος εκ των οπαδών του Τισσαφέρνους τον παρηκολούθει λαμβάνων περί του στρατού πληροφορίας.

Ως εκ τούτου δε ενόμισαν οι στρατηγοί ότι η καλλιτέρα απόφασις, την οποίαν ηδύναντο να λάβουν, ήτο να κηρύξουν αδιάλλακτον καθ' όλην την γραμμήν τον πόλεμον κατά του εχθρού, εφ' όσον ευρίσκοντο εν χώρα εχθρική. Εις τούτο προέβησαν και διότι οι πολέμιοι πλησιάζοντες διέφθειρον (μετέβαλλον το φρόνημα) των στρατιωτών. Ένα λοχαγόν μάλιστα, Νίκαρχον ονομαζόμενον, εξ Αρκαδίας, παρέσυραν προς το μέρος των (ξελόγιασαν), ώστε ν' αποσκιρτήση με είκοσι περίπου στρατιώτας προς τους πολεμίους εν καιρώ νυκτός.

Μετά ταύτα, γευματίσαντες και διαβάντες τον Ζαπάταν ποταμόν, εβάδιζαν συντεταγμένοι, έχοντες εν μέσω αυτών τα υποζύγια και τον όχλον. Μόλις δε είχαν προχωρήση, ότε και πάλιν εμφανίζεται ο Μιθραδάτης, έχων μαζή του περί τους διακοσίους ιππείς, τοξότας δε και σφενδονήτας τετρακοσίους περίπου, λίαν ελαφρούς και ελευθέρους (περί τας κινήσεις και το βάδισμα). Και επροχώρει μεν ολίγον κατ' ολίγον ως φίλος δήθεν των Ελλήνων. Άμα όμως τους επλησίασαν, αιφνιδίως άλλοι μεν εξ αυτών, ομού ιππείς μετά πεζών, ετόξευαν, άλλοι δε εσφενδόνιζαν, πάντες δε επλήγωναν.

Οι δε οπισθοφύλακες των Ελλήνων εβλάπτοντο μεν (εκτυπώντο μεν), δεν επροξένουν δε καμμίαν βλάβην εις τον πολέμιον. Διότι και οι Κρήτες κοντήτερα των Περσών ετόξευαν, συγχρόνως δε, όντες ωπλισμένοι ελαφρώς, ηναγκάζοντο να πολεμούν προφυλαγμένοι (περιωρισμένοι) εντός του στρατοπέδου των (του τετραπλεύρου εξ οπλιτών πλαισίου των), και οι ακοντισταί κοντήτερα των σφενδονητών ακόντιζαν, ώστε να μη τους φθάνουν διόλου τα ακόντιά των. Ως εκ τούτου ο Ξενοφών ενόμισε καλόν να τους καταδιώξη (να τους κυνηγήση). Και ήρχισαν, λοιπόν, την καταδίωξιν όσοι εκ των οπλιτών και πελταστών έτυχε να ήναι μαζή του εν τη οπισθοφυλακή.

Καταδιώκοντες όμως δεν συνελάμβαναν κανένα εκ των πολεμίων. Διότι ούτε ιππικόν είχαν οι Έλληνες, ούτε οι πεζοί εξ αυτών ηδύναντο εν μικρώ χώρω να συλλαμβάνουν τους ήδη προ πολλού φεύγοντας πεζούς. Επειδή τους ήτον αδύνατον να καταδιώκουν (τους βαρβάρους) εις μεγάλην από του όλου (Ελληνικού) στρατεύματος απόστασιν.

Οι δε ιππείς των βαρβάρων, ακόμη και φεύγοντες, επλήγωναν τους διώκτας των, τοξεύοντες εις τα όπισθεν αυτών από των ίππων των. Όσον δε κατεδίωκον οι Έλληνες, τόσον έπρεπε να υποχωρούν πάλιν, πολεμούντες. Ώστε καθ' όλην την ημέραν δεν διέτρεξαν περισσότερον των είκοσι πέντε σταδίων, μόλις δε περί το δειλινόν έφθασαν εις τας κώμας.

Ένεκα όλων αυτών κατέλαβε και πάλιν το στράτευμα αθυμία. Ο Χειρίσοφος δε και οι γηραιότεροι των στρατηγών κατηγόρουν τον Ξενοφώντα, διότι, αποσπασθείς της φάλαγγος, ετράπη εις καταδίωξιν του εχθρού, και αυτός ο ίδιος ούτω ριψοκινδυνεύσας και εις τους πολεμίους ουδεμίαν σοβαράν βλάβην προξενήσας.

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών έλεγεν ότι δικαίως τον κατηγόρουν, άλλως τε και αυτά ταύτα τα αποτελέσματα (της καταδιώξεως) εμαρτύρουν την αλήθειαν των λόγων των. «Αλλ' εγώ, είπεν, ευρέθην ηναγκασμένος να καταδιώξω τον πολέμιον, επειδή σας έβλεπα να ζημιώνεσθε μεν απρακτούντες (διατηρούντες τας εν τη φάλαγγι θέσεις σας), να μην ημπορήτε δε, ουδέ κατ' ελάχιστον, ν' αποδώσετε τα ίσα εις τον εχθρόν.

»Τέλος πάντων, αφού ούτω ευρέθην πλέον εις την ανάγκην να τον καταδιώξω, ομολογώ ότι, ως προς τα κατόπιν γενόμενα, είσθε εν τη αληθεία. Διότι δεν ήμεθα εις θέσιν να βλάψωμεν περισσότερον τον πολέμιον, επιστρέφαμεν δε πάντοτε ζημιωμένοι (εις κακήν κατάστασιν). Ας ευχαριστώμεν, λοιπόν, τους Θεούς, διότι ουχί με μεγάλην δύναμιν, αλλά μ' ελαχίστους μόνον εβάδισα κατά του εχθρού ώστε να μη τον βλάψω μεν επαισθητώς, να ήμαι όμως πλέον εις θέσιν να σας φανερώσω τίνων ακόμη έχομεν ανάγκην (ποίας ακόμη έχομεν ελλείψεις).

Είναι ήδη βέβαιον ότι οι μεν πολέμιοι τοξεύουν και σφενδονίζουν εις τοιαύτην (απ' αυτών) απόστασιν, εις οίαν ούτε οι Κρήτες, αντιτοξεύοντες, δύνανται να φθάσουν, ούτε οι ακοντισταί. Όταν δε τους καταδιώκωμεν, εις μεγάλην μεν απόστασιν από του στρατεύματος μας είναι αδύνατον (δεν μας επιτρέπεται) να τους καταδιώξωμεν, εις μικράν δε, ουδέ ο ταχύτερος (εξ ημών) πεζός θα ηδύνατο διώκων να συλλάβη πεζόν (εκ των πολεμίων), έστω και εις απόστασιν βολής τόξου.

»Εάν, λοιπόν, έχωμεν σκοπόν (θέλωμεν) να τηρώμεν τούτους εις απόστασιν, ώστε να μη δύνανται να μας βλάπτουν πλέον πορευομένους, ανάγκη όσον το δυνατόν ταχύτερον να παρασκευάσωμεν σφενδονήτας και ιππείς. Ακούω δ' ότι ευρίσκονται εις το στράτευμά μας άνδρες, καταγόμενοι εκ Ρόδου, οι περισσότεροι εκ των οποίων, όπως λέγουν, γνωρίζουν να ρίπτουν την σφενδόνην, και των οποίων η βολή φθάνει εις διπλασίαν της των Περσικών σφενδονών απόστασιν. Διότι αύται μεν, επειδή οι Πέρσαι σφενδονίζουν με ογκώδεις λίθους, φθάνουν εις απόστασιν μικράν. Οι δε Ρόδιοι γνωρίζουν να μεταχειρίζωνται ακόμη και τας μολυβδίδας (εκ μολύβδου βλήματα).

»Εάν, λοιπόν, εξετάσωμεν ποίοι εξ αυτών κέκτηνται σφενδόνας, και αμείψωμεν άλλους μεν διά την χρήσιν των, άλλους δε διά τον, ον θα λάβουν, κόπον να πλέξουν άλλας νέας (σφενδόνας), εάν δε και τον θέλοντα να καταταχθή εις τας τάξεις των σφενδονητών, από διάφορα άλλα βάρη (φρουράς ή αγγαρείας) τον ανακουφίσωμεν, ίσως τότε φανούν τινες ικανοί να μας ωφελήσουν (και εις το σφενδονίζειν).

»Αλλ' εκτός τούτου, έχω υπ' όψει μου ότι ευρίσκονται εις τον στρατόν και ίπποι, άλλοι μεν εξ αυτών πλησίον μου, άλλοι δε εγκαταλελειμμένοι από τον Κλέαρχον, και ουκ ολίγοι αιχμαλωτισθέντες, προς μεταφοράν δε χρησιμοποιούμενοι σκευών. Εάν, λοιπόν, αφού συλλέξωμεν όλους αυτούς, τους αντικαταστήσωμεν με (πραγματικά) σκευοφόρα υποζύγια (όνους, ημιόνους κ.λ.π.), τους ίππους δε εις ιππείς μεταβάλωμεν, ίσως και ούτοι συντελέσουν κάπως εις το να ενοχλήσουν τον φεύγοντα εχθρόν».

Και ταύτα πάντα εψηφίσθησαν. Κατά την νύχτα δε ταύτην οι μεν σφενδονήται ανήλθον εις διακοσίους, οι δε ιππείς και ίπποι, αφού εδοκιμάσθησαν την επομένην και ενεκρίθησαν, εις πεντήκοντα. Πάντες δε ούτοι επρομηθεύθησαν δερματίνους θώρακας, ίππαρχος δε όλων ωρίσθη, Λύκιος ο Πολυστράτου, Αθηναίος.

Κεφάλαιον τέταρτον.


Αφού δε έμειναν ενταύθα καθ' όλην ταύτην την ημέραν, επορεύοντο την επιούσαν, περί τα ξημερώματα εγερθέντες. Διότι έπρεπε να διαβούν χαράδραν, δι' ην εφοβούντο μήπως κατά την διάβασιν επετίθεντο κατ' αυτών οι πολέμιοι.

Πράγματι δε, ενώ την διέβαιναν, εμφανίζεται και πάλιν ο Μιθραδάτης, έχων χιλίους μεν ιππείς, σφενδονήτας δε και τοξότας έως τέσσαρας χιλιάδας. Διότι τόσους εζήτησε και έλαβεν από τον Τισσαφέρνην, υποσχεθείς εις αυτόν ότι, αν τους λάβη, θα του παραδώση τους Έλληνας, υπερηφανευτείς δ' ότι κατά την προσβολήν της προτεραίας, αν και είχε μαζή του τόσον ολίγους, αυτός μεν τίποτε δεν έπαθε, πλείστας δ' όσας ζημίας εφαντάζετο ότι επροξένησεν εις τους αντιπάλους του.

Ότε δε οι Έλληνες, διαβάντες πλέον την χαράδραν, απείχον αυτής περί τα οκτώ στάδια, ήρχισε να την διαβαίνη και ο Μιθραδάτης με όλην του την δύναμιν. Τότε (από τους Έλληνας στρατηγούς) ειδοποιήθησαν ίνα ήναι έτοιμοι) εκείνοι εκ των πελταστών και οπλιτών του Ελληνικού στρατού, οίτινες ήσαν επιτηδειότεροι εις το καταδιώκειν, επίσης δε επροτρέποντο και οι ιππείς να καταδιώκουν τον εχθρόν με θάρρος, έχοντες υπ' όψει ότι ακολουθούνται (διώκονται) από ισχυράν εχθρικήν δύναμιν.

Είχε πλέον αρκετά πλησιάση ο Μιθραδάτης (τους κατέφθανεν ήδη ο Μιθραδάτης), τοξεύματα δε και σφενδονισμοί έφθαναν ήδη μέχρι των Ελλήνων, όταν εκ του Ελληνικού στρατού εδόθη το σημείον της επιθέσεως διά της σάλπιγγος, κ' ευθύς αμέσως τότε έτρεχαν προς την αυτήν διεύθυνσιν όλοι όσοι είχαν ήδη προειδοποιηθή, μαζή μ' αυτούς δ' εξώρμων (προς όλα τα σημεία) και οι ιππείς. Αλλ' οι βάρβαροι δεν αντέσχον εις την καταδίωξιν και, υποστρέψαντες, ετράπησαν εις φυγήν προς την χαράδραν.

Εις τούτον, λοιπόν, τον διωγμόν εκ μεν των βαρβάρων πεζών εφονεύθησαν πολλοί, εκ δε των ιππέων συνελήφθησαν ζωντανοί (αιχμάλωτοι) εν τη χαράδρα περί τους δέκα οκτώ. Των δε φονευθέντων εξ αυτών απέκοψαν τα μέλη οι Έλληνες αυθόρμητοι, διά να παρουσιάσουν ούτω εις τους πολεμίους όσον το δυνατόν φοβερώτερον θέαμα.

Και οι μεν πολέμιοι τοιαύτην τύχην λαβόντες απήλθον. Οι δε Έλληνες ασφαλώς πλέον πορευόμενοι κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας έφθασαν εις τον Τίγρητα ποταμόν.

Ενταύθα ήτο πόλις μεγάλη, εγκαταλελειμμένη υπό των κατοίκων, ονομαζομένη δε Λάρισα, την οποίαν κατώκουν το πάλαι οι Μήδοι. Του τείχους της πόλεως ταύτης το μεν πλάτος ήτον είκοσι πέντε πόδες, το δε ύψος εκατόν. Είχε δε περίμετρον δύο παρασάγγας. Και ήτον εκτισμένον όλον με οπτάς πλίνθους (τούβλα), έχον την βάσιν λιθίνην, ύψους είκοσι ποδών.

Την πόλιν αυτήν πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών, ότε παρά των Μήδων ελάμβαναν την αρχήν οι Πέρσαι, κατ' ουδένα τρόπον ηδύνατο να την κυριεύση. Χάρις όμως εις έκλειψίν τινα τότε του Ηλίου, καθ’ ήν εσκιάσθη υπό νεφέλης ούτος (20) , μέχρι τοιούτου σημείου εσκοτείνιασεν η πόλις, ώστε καθ' ολοκληρίαν εγκατέλειψαν αυτήν οι άνθρωποι (εκ φόβου), ούτω δ' ερημωθείσα εκυριεύθη.

Παρά την πόλιν ταύτην υπήρχε πυραμίς λιθίνη, έχουσα πλάτος μεν ενός πλέθρου, ύψος δε δύο πλέθρων. Επί της πυραμίδος ταύτης φοβηθέντες είχαν καταφύγη εκ των πλησίων χωρίων πολλοί εκ των βαρβάρων.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας έξ, και φθάνουν εις τείχος έρημον, μέγα, κείμενον πλησίον πόλεως, ονομαζομένης Μέσπιλα, κατοικουμένης δέ ποτε υπό των Μήδων.

Ήτο δε η μεν βάσις του τείχους από πελεκητόν κογχυλιάτην λίθον, (21) έχουσα πλάτος πεντήκοντα ποδών και ύψος πεντήκοντα.

Επί της βάσεως δε ταύτης ήτον οικοδομημένον πλίνθινον τείχος, έχον πλάτος μεν πεντήκοντα ποδών, ύψος δ' εκατόν. Του τείχους δε η περίμετρος ήτον έξ παρασάγγαι. Ενταύθα λέγεται ότι κατέφυγέ ποτε η σύζυγος του βασιλέως Μήδεια, ότε οι Μήδοι έχασαν την αρχήν, καταληφθείσαν υπό των Περσών.

Την πόλιν δε ταύτην πολιορκών ο βασιλεύς των Περσών δεν ηδύνατο να κυριεύση ούτε διά της επί μακρόν χρόνον πολιορκίας, ούτε διά της βίας. Μόνον δε, αφού ο Ζευς κατετρόμαξε διά κεραυνού τους κατοίκους (και τους ηνάγκασε να εγκαταλείψουν την πόλιν), κατωρθώθη η κυρίευσις αυτής.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμόν ένα, παρασάγγας τέσσαρας.

Εις τον σταθμόν δε τούτον ανεφάνη ο Τισσαφέρνης φέρων μαζή του και τους ιππείς με τους οποίους ήλθε και την δύναμιν του Ορόντα του έχοντος (σύζυγον) την θυγατέρα του βασιλέως και τους βαρβάρους με τους οποίους εξεστράτευσεν ο Κύρος και τους βαρβάρους με τους οποίους εβοήθει τον βασιλέα ο (νόθος) αδελφός του και, εκτός τούτων, και όσους ακόμη ο βασιλεύς του έδωκεν, ώστε εφαίνετο ούτω πάρα πολύ το στράτευμα.

Άμα δ' επλησίασεν, άλλα μεν των ταγμάτων του ετοποθέτησεν όπισθεν (του Ελληνικού στρατού), άλλα δε μετέφερεν εις τα πλάγια. Εν τούτοις, ούτε να κάμη έφοδον ετόλμα, ούτε να ριψοκινδυνεύση ήθελε, διέταξε δε μόνον να σφενδονίζουν κατ' αυτού και να τοξεύουν.

Αλλ' αφού, διαταχθέντες, ήρχισαν και οι Ρόδιοι να σφενδονίζουν και οι Κρήτες να τοξεύουν, τότε πλέον ουδείς των Ελλήνων σφενδονητών και τοξοτών ηστόχει του σκοπού του, καθ' οιουδήποτε των πολεμίων και αν έβαλλεν. Ούτε ήτον, άλλως τε, εύκολος η αποτυχία, ακόμη και αν επεθύμει τις να κατορθώση τούτο (ένεκα του μεγάλου πλήθους των βαρβάρων). Ούτω ο Τισσαφέρνης ηναγκάσθη να αποχωρήση, πάρα πολύ ταχέως τεθείς εκτός βολής. Μετ' αυτών δε συναπεχώρησαν και αι άλλαι τάξεις (του στρατού του).

Μετά ταύτα, κατά το υπόλοιπον διάστημα της ημέρας οι μεν (Έλληνες) επορεύοντο, οι δε (Πέρσαι) ηκολούθουν. Και δεν ηδύναντο πλέον να βλάψουν (να ενοχλήσουν) οι βάρβαροι τους Έλληνας ακροβολιστάς (Κρήτας και Ροδίους). Διότι και οι Ρόδιοι εσφενδόνιζαν μακρότερον των Περσών σφενδονητών και οι Κρήτες μακρότερον ετόξευον των Περσών τοξοτών.

Μεγάλα δε ήσαν και τα Περσικά τόξα. (22) Ώστε όσα εκ των Περσικών βελών εκυριεύοντο, εχρησιμοποιούντο από τους Κρήτας, οίτινες μετεχειρίζοντο ούτω βέλη εχθρικά, με τα οποία, ρίπτοντες και επαναρρίπτοντες αυτά προς τάνω, εγυμνάζοντο εις το να τοξεύουν μακράν. Ευρίσκοντο δε και πολλά σχοινία εις τας κώμας και μόλυβδος, χρήσιμα διά τας σφενδόνας.

Και κατά την ημέραν μεν αυτήν, αφού ήδη εστρατοπέδευσαν οι Έλληνες εις χωρία τυχαίως απαντηθέντα εις τον δρόμον των, απεμακρύνθησαν οι βάρβαροι, μειονεκτούντες εκείνων κατά τον ακροβολισμόν. Την δ' επιούσαν διημέρευσαν εκεί οι Έλληνες προμηθευόμενοι τον προς διατροφήν των αναγκαιούντα σίτον. Διότι εξ αυτού υπήρχε πάρα πολύς εις τα χωρία. Την επαύριον δ' επορεύοντο διά μέσου της πεδιάδος, ακολουθούμενοι από τον Τισσαφέρνην ακροβολιζόμενον.

Τότε ενόησαν (οι Έλληνες) ότι το τετράπλευρον εκείνο στρατιωτικόν των σώμα ήτο τακτική δι' αυτούς επιζημία, εις περίπτωσιν καθ’ ήν ακολουθούν πολέμιοι. Διότι ήσαν ηναγκασμένοι οι οπλίται, εάν μεν, ως εκ των συναντωμένων καθ' οδόν ορέων ή γεφυρών ή ως εκ της στενότητος του δρόμου, συμπιέζωνται τα εκατέρωθεν κέρατα του τετραπλεύρου, (23) να στενοχωρούνται και να βαδίζουν με δυσκολίαν και αταξίαν, ούτως ώστε, εν τοιαύτη ανωμαλία διατελούντες, να ήναι εν ώρα ανάγκης δυσκολομεταχείριστοι.

Οσάκις δε πάλιν (ευρυχωρίας επιφανείσης, τα πρότερον συμπιεσθέντα κέρατα) διεχωρίζοντο, παρίστατο ανάγκη τότε οι μέχρις εκείνης της στιγμής συμπιεζόμενοι να χωρίζωνται των εν τω κέντρω οπλιτών, να κενούται ανδρών το μέσον των κεράτων και να περιέρχωνται οι υφιστάμενοι ταύτα (στρατιώται) εις αθυμίαν, ακολουθούντος μάλιστα παρά πόδας του εχθρού.

Και οπόταν ήτον ανάγκη να διαβούν γέφυραν ή άλλην τινά οιανδήποτε δίοδον, έσπευδεν έκαστος προς αυτήν, επιθυμών να φθάση πρώτος. Ως εκ τούτου, λοιπόν, το στράτευμα ήτον ενταύθα λίαν εκτεθειμένον εις τας επιθέσεις των πολεμίων.

Αφού δ' ενόησαν πάντα ταύτα οι στρατηγοί, συνέταξαν (ωργάνωσαν) έξ λόχους, από εκατόν άνδρας έκαστον, και διώρισαν (προς διοίκησίν των) λοχαγούς και άλλους, πεντηκοντάρχους, και άλλους, ενωμοτάρχας. Τούτων δε πορευομένων, οσάκις μεν συνεπιέζοντο αι εκατέρωθεν πλευραί (κέρατα), άλλοι μεν (των λόχων) έμεναν τελευταίοι, ώστε να μην ενοχλούν τα κέρατα (ερχόμενοι όπισθέν των), άλλοι δε προηγούντο αυτών.

Οσάκις δε εχωρίζοντο απ' αλλήλων αι πλευραί του τετραπλεύρου, τότε το εκ του χωρισμού τούτου παρουσιαζόμενον διάστημα επλήρουν (οι λοχαγοί) κατ' ενωμοτίας μεν, εάν ήτο το διάστημα στενώτερον, κατά πεντηκοντάδας δε, εάν ήτο πλατύτερον, κατά λόχους δε, εάν ήτο πλατύτατον (ότε πλέον τα κέρατα επανήρχοντο εις την προτέραν θέσιν των). (24) Ώστε να ήναι πάντοτε πλήρες το εν τω μέσω των πλευρών διάστημα.

Εάν δε και ηναγκάζοντο να διαβούν δίοδόν τινα ή γέφυραν, δεν εταράσσοντο (οι λόχοι), αλλά διέβαιναν έκαστος με την σειράν του. Και οπουδήποτε αλλού της φάλαγγος υπήρχε κενόν τι, αμέσως προσήρχοντο ούτοι (προς συμπλήρωσίν της). Κατ' αυτόν, λοιπόν, τον τρόπον επορεύθησαν σταθμούς τέσσαρας.

Ότε δ' επορεύοντο τον πέμπτον, είδαν κατοικίαν τινά (μεγαλοπρεπή τινα έπαυλιν) και περί αυτήν πολλά χωρία, την δε οδόν, άγουσαν προς το μέρος τούτο διά μέσου υψηλών γηλόφων, οίτινες κατήρχοντο από του όρους, υπό το οποίον υπήρχε το χωρίον (με την μεγαλοπρεπή εκείνην έπαυλιν). Και είδαν μεν, ως ήτον επόμενον, με μεγάλην των ευχαρίστησιν τους λόφους οι Έλληνες, αφού οι επερχόμενοι όπισθεν αυτών πολέμιοι ήσαν ιππείς.

Αλλ' αφού, πορευόμενοι, ανέβησαν από της πεδιάδος εις τον πρώτον γήλοφον, ήρχισαν δε να κατέρχωνται και τούτον, διά ν' ανέβουν τον (αμέσως ερχόμενον) κατόπιν, εμφανίζονται αίφνης επ' αυτού οι βάρβαροι και από τα υψηλότερα σημεία του λόφου επιτίθενται κατά των εν τη κατωφερεία ήδη ευρισκομένων Ελλήνων, τους σφενδονίζουν, τους τοξεύουν με μανίαν, πληγώνουν πλείστους εξ αυτών και τρέπουν εις φυγήν τους ψιλούς (ευζώνους), αναγκάσαντες αυτούς να κλεισθούν εντός του εξ οπλιτών πλαισίου του τετραπλεύρου. Ώστε κατά την ημέραν ταύτην ήσαν εντελώς άχρηστοι τόσον οι σφενδονήται, όσον και οι τοξόται, διότι ευρίσκοντο μαζή με τον εν τω μέσω του πλαισίου όχλον.

Επειδή δε, πιεζόμενοι οι Έλληνες, ηναγκάσθησαν να καταδιώξουν τον εχθρόν, οσάκις μεν οι (εξ αυτών) οπλίται κατώρθωναν με μεγάλην των δυσκολίαν να φθάσουν εις την κορυφήν του όρους, οι πολέμιοι (ιππείς) έφευγαν δρομαίοι. Οσάκις δε πάλιν επέστρεφαν (διά να ενωθούν) προς το απομένον όπισθέν των στράτευμα, (25) επάθαιναν και πάλιν τα ίδια όπως πρότερον (εσφενδονίζοντο κ. λ. π.). Αλλά και επί του δευτέρου λόφου τα αυτά συνέβησαν, ώστε από του τρίτου πλέον απεφάσισαν να μη μετακινηθούν (να μη το κουνήσουν) διόλου, πριν ή μεταφέρουν τους πελταστάς από την δεξιάν πλευράν του τετραπλεύρου προς το υπερκείμενον των λόφων όρος.

Αφού δε, (καταλαβόντες τα υπερκείμενα των λόφων πλευρά του όρους), εδέσποσαν των ακολουθούντων (διωκόντων) αυτούς εχθρών, έπαυσαν πλέον ούτοι να επιτίθενται κατά των καταβαινόντων τους λόφους (Ελλήνων), φοβηθέντες μήπως οι Έλληνες, χωριζόμενοι ούτω (βαθμηδόν), τους περικυκλώσουν και από τα δύο μέρη.

Ούτω κατά το υπόλοιπον της ημέρας πορευόμενοι, άλλοι μεν εκ των Ελλήνων ήρχοντο εις βοήθειαν των βαδιζόντων την επί των γηλόφων οδόν (των μαχομένων επί της διά των γηλόφων αγούσης οδού), άλλοι δε (εις βοήθειαν) των επί του όρους αφιχθέντων, έως ου έφθασαν (όλοι) εις τας επ' αυτού (κειμένας) κώμας, όπου εξέλεξαν οκτώ εκ των εμπείρων περί τας πληγάς (ιατρούς), διότι οι πληγωθέντες ήσαν ουκ ολίγοι.

Ενταύθα έμειναν ημέρας τρεις και ένεκα των πληγωμένων και διότι είχαν άφθονα τα προς τροφήν αναγκαία, άλευρα, οίνον, άφθονον δε και προωρισμένην διά τους ίππους, εις αποθήκας δε μαζή με άλλας τροφάς αποκειμένην, κριθήν. Όλαι δε αι τροφαί αύται, επί ταυτό συνηγμέναι, ανήκον εις τον σατράπην της χώρας. Την τετάρτην δ' ημέραν καταβαίνουν (από του όρους) εις την πεδιάδα.

Επειδή δε τους κατέφθασεν ο Τισσαφέρνης με τον στρατόν του, τα μέχρι τούδε κατά την πορείαν των παθήματα τους εδίδαξαν αμέσως να κατασκηνώσουν εις το πρώτον που συνήντησαν χωρίον, να παύσουν δε πλέον να πορεύωνται μαχόμενοι. Διότι πολλοί είχαν ήδη τεθή εκτός μάχης, οι πληγωμένοι δηλαδή, οι φέροντες αυτούς και οι αναλαβόντες να φέρουν (κουβαλούν) τα όπλα των φερόντων (τους πληγωμένους).

Αφού δε κατεσκήνωσαν, και ήρχισαν ν' ακροβολίζωνται προς αυτούς οι βάρβαροι, πλησιάζοντες βαθμηδόν προς το χωρίον, ήσαν ήδη οι Έλληνες εις πολύ καλλιτέραν τούτων θέσιν. Διότι υπήρχε μεγάλη διαφορά του να εφορμούν ούτοι εξ εφόδου από κατεχομένην θέσιν, προς απομάκρυνσιν των βαρβάρων, από το να πολεμούν κατά πολεμίων επερχομένων βαδίζοντες.

Όταν δε πάλιν εβράδυασε, ενόμισαν καλόν ν' απέλθουν οι πολέμιοι. Διότι οι βάρβαροι ουδέποτε εστρατοπέδευαν εις απόστασιν από το Ελληνικόν στρατόπεδον μικροτέραν των εξήκοντα σταδίων, (26) φοβούμενοι μήπως επιτεθούν κατ' αυτών οι Έλληνες την νύκτα.

Διότι εις πολλάς ταλαιπωρίας και κόπους υπεβάλλετο εν καιρώ νυκτός το Περσικόν στράτευμα. Τους μεν ίππους των, δηλαδή, έδεναν οι βάρβαροι, οι περισσότεροι δ' εξ αυτών ήσαν δεμένοι διά της πέδης (πεδικλωμένοι) με την φάτνην των, διά να μη φεύγουν, εάν τυχόν ήθελαν λυθή. Εάν δε επροκαλείτο κανείς θόρυβος από τον εχθρόν, έπρεπεν ο Πέρσης ιππεύς να σελλώση πρώτα τον ίππον, κατόπιν να του βάλη τον χαλινόν και κατόπιν, αφού θωρακισθή, ν' ανέβη επί του ίππου. Όλα δε ταύτα ήσαν, βέβαια, δυσκολώτατα, γινόμενα εν ώρα νυκτός και κατόπιν αιφνιδίου εκ των πολεμίων θορύβου. Ένεκα τούτου, λοιπόν, κατεσκήνουν εις μακράν από των Ελλήνων απόστασιν.

Αφού δε ήρχισαν να εννοούν οι Έλληνες ότι οι πολέμιοι ήθελαν ν' αποχωρήσουν, ότι δε μετέδιδον κρυφίως αναμεταξύ των το επί τούτω σχετικόν παράγγελμα, ήρχισεν ο κήρυξ των να κηρύττη ότι πρέπει να συσκευάζωνται προς αναχώρησιν, τώρα μάλιστα που έγεινεν αισθητή η πρόθεσις της αναχωρήσεώς των από τους πολεμίους. Και επί τινα μεν χρόνον επεβράδυναν την πορείαν των οι βάρβαροι, περί την εσπέραν, όμως ανεχώρησαν. Διότι δεν ενόμιζαν ασφαλές και σκόπιμον να βαδίζουν και να φθάνουν εις το στρατόπεδόν των εν καιρώ νυκτός.

Αφού δε εβεβαιώθησαν πλέον οι Έλληνες περί της αναχωρήσεως των βαρβάρων, ανεχώρουν και αυτοί, ζεύξαντες πάλιν τους ίππους και τα υποζύγια εις τα άρματα και τας αμάξας, εβάδισαν δε περί τα εξήκοντα περίπου στάδια. Τοσαύτη δε ήτον η μεταξύ των αντιπάλων στρατευμάτων απόστασις, ώστε ούτε την επομένην ούτε την τρίτην ημέραν ανεφάνησαν πουθενά οι πολέμιοι. Κατά δε την τετάρτην προχωρήσαντες (προτρέξαντες) οι βάρβαροι εν καιρώ νυκτός καταλαμβάνουν θέσιν τινά δεξιά και υψηλότερα του μέρους, από το οποίον επροτίθεντο να διαβούν οι Έλληνες, δηλαδή προεξοχήν τινα όρους, υπό την οποίαν ήτον η άγουσα προς την πεδιάδα οδός.

Αφού δε είδεν ο Χειρίσοφος ότι η προεξοχή αύτη είχεν ήδη καταληφθή υπό των πολεμίων, προσκαλεί από της ουράς του τετραπλεύρου τον Ξενοφώντα και τον διατάσσει, αφού παραλάβη τους πελταστάς, να έλθη εις τα έμπροσθεν αυτού (εις το μέτωπον).

Αλλ' ο Ξενοφών τους μεν πελταστάς δεν έφερε. Διότι έβλεπεν εμφανιζόμενον όπισθεν τον Τισσαφέρνην με όλον του το στράτευμα. Ο ίδιος δε (ο Ξενοφών) πλησιάσας τον Χειρίσοφον τον ηρώτα: «Διά ποίον λόγον με προσκαλείς;». Ούτος δε του απαντά:» Είναι περιττόν να ερωτάς, αφού βλέπεις. Έχει ήδη προκαταληφθή ο υπεράνω του δρόμου, από τον οποίον θα καταβώμεν, λόφος, δεν θα ήναι δε δυνατόν να περάσωμεν, εάν δεν τους αποδιώξωμεν εκείθεν. Αλλά διατί δεν έφερες τους πελταστάς;».

Ο δε Ξενοφών του απήντησεν ότι δεν ενόμισε φρόνιμον να εγκαταλείψη (ν' αφήση έκθετα) τα όπισθεν (νώτα) του στρατού, εις στιγμήν καθ’ ήν εμφανίζονται πολέμιοι όπισθέν του. Παρίσταται όμως ανάγκη (είναι όμως καιρός) — είπε — να σκεφθώμεν πώς ν' αποδιώξωμεν τους βαρβάρους από τον λόφον εκείνον (την προεξοχήν)».

Ενταύθα ο Ξενοφών βλέπων ότι η κορυφή του όρους (εξ ου προεξείχεν ο λόφος ούτος) ήτον υπεράνω αυτού του Ελληνικού στρατεύματος και ότι από της κορυφής ταύτης υπήρχε διάβασις προς τον λόφον, επί του οποίου ήσαν οι πολέμιοι, λέγει: «Κάλλιστον νομίζω, ω Χειρίσοφε, να βαδίσωμεν όσον το δυνατόν ταχύτερον προς την κορυφήν. Διότι, εάν την καταλάβωμεν, δεν θα ημπορέσουν να παραμένουν πλέον οι υπεράνω της οδού παραμονεύοντες πολέμιοι. Αλλά συ, εάν θέλης, μείνε εις το στράτευμα, εγώ όμως έχω ήδη αποφασίση να υπάγω. Εάν, εν τούτοις, νομίσης αναγκαίον (να υπάγης συ), πορεύου, εγώ δε μένω ενταύθα».

«Αλλά σου δίδω το δικαίωμα» είπεν ο Χειρίσοφος «να εκλέξης οιονδήποτε εκ των δύο θέλεις». Αφού δε ο Ξενοφών απήντησεν ότι, ως νεώτερος, προτιμά να πορευθή ο ίδιος, παρακαλεί τον Χειρίσοφον να επιτρέψη να τον ακολουθήσουν άνδρες (παρμένοι) από το μέτωπον. Διότι θα απήτει πολύν χρόνον να λάβη τις τοιούτους από την ουράν.

Και ο Χειρίσοφος, λοιπόν, συναποστέλλει τους από του μετώπου πελταστάς, προς αντικατάστασιν των οποίων παρέλαβεν άλλους εκ των εν τω μέσω του πλαισίου. Διέταξε δε ν' ακολουθήσουν τον Ξενοφώντα και οι τριακόσιοι, τους οποίους αυτός είχε τοποθετήση εις το μέτωπον του πλαισίου, εκ των μάλλον επιλέκτων ανδρών του στρατεύματος.

Εντεύθεν, λοιπόν, εβάδιζαν όσον ηδύναντο ταχύτερον. Οι δε επί του λόφου πολέμιοι, μόλις ενόησαν την προς την κορυφήν (του όρους) πορείαν των Ελλήνων, άμέσως και αυτοί ήρχισαν σφοδρώς να αμιλλώνται ποίος να φθάση εις αυτήν πρωτήτερα.

Και, λοιπόν, ενταύθα πολλή μεν κραυγή (ξεφωνητό) ήτον εκ μέρους του ελληνικού στρατεύματος, πάντων παρακινούντων αλλήλους προς έφοδον, πολλή δ' επίσης κραυγή εκ μέρους των περί τον Τισσαφέρνην, παρορμώντων επίσης αλλήλους προς αντέφοδον.

Ο δε Ξενοφών, παρελαύνων επί του ίππου του, ενεκαρδίωνεν όλους λέγων: «Ω άνδρες, λάβετε υπ' όψιν σας ότι την στιγμήν αυτήν αμιλλάσθε όπως φθάσετε εις την πατρίδα σας (ταχύτερον). Ότι υπέρ των τέκνων σας και των γυναικών σας τώρα αγωνίζεσθε. Ότι, εάν ολίγον μόνον τώρα κοπιάσωμεν, αμαχητί πλέον την επίλοιπον οδόν θα πορευθώμεν».

Σωτηρίδας δε ο Σικυώνιος είπε: «Δεν είμεθα, ω Ξενοφών, εις την αυτήν και οι δύο θέσιν (δεν αγωνιζόμεθα υπό τας αυτάς συνθήκας). Διότι συ μεν φέρεσαι επί ίππου, εγώ δε καταπονούμαι (ταλαιπωρούμαι) φέρων την ασπίδα μου».

Ακούσας ταύτα ο Ξενοφών πηδά αμέσως από του ίππου του και τον σπρώχνει βιαίως έξω από τας τάξεις των πεζών, και, αφού του αφήρεσε την ασπίδα, εβάδιζε μ' αυτήν όσον ηδύνατο ταχύτερον. Ετύχαινε δε να φορή και τον ιππικόν θώρακα, ώστε ούτω με την ασπίδα εκείνην ανά χείρας εστενοχωρείτο. Και επειδή, ως εκ του βάρους του οπλισμού του, μόλις ηδύνατο ν' ακολουθή τους στρατιώτας του, διέταξεν όσους μεν ήσαν έμπροσθεν να βαδίζουν αργότερα, όσους δ' ήσαν όπισθεν, ν' ακολουθούν αυτούς εκ του πλησίον.

Οι δ' άλλοι στρατιώται κτυπούν και πληγώνουν και λοιδορούν τον Σωτηρίδαν, έως ότου (επί τέλους) τον ηνάγκασαν να λάβη και πάλιν την ασπίδα του και να βαδίζη. Ο δε Ξενοφών, αφού ανέβη επί του ίππου του, εις όσα μεν μέρη ήσαν διαβατά επορεύετο έφιππος, εις όσα δε αδιάβατα, εγκαταλείπων τον ίππον, έσπευδε πεζός. Τέλος οι Έλληνες, παρατρέξαντες ούτω, μετά τοιαύτην άμιλλαν, τους Πέρσας, κατορθώνουν να φθάσουν πρώτοι εις την κορυφήν του όρους.

Κεφάλαιον πέμπτον.


Τότε, λοιπόν, οι μεν βάρβαροι στραφέντες έφευγαν όπου ηδύνατο έκαστος. (27) Ενώ οι Έλληνες είχαν καταλάβη ήδη την ακρωρείαν. Οι δε περί τον Τισσαφέρνην και τον Αριαίον (οι παρακολουθούντες κατόπισθεν τους Έλληνας), τραπέντες άλλην οδόν (προς ανατολάς), εξηφανίσθησαν. Οι περί τον Χειρίσοφον δε, καταβάντες (την εκ της προεξοχής του όρους άγουσαν προς την πεδιάδα οδόν), εστρατοπέδευσαν εις πλουσιώτατον από τρόφιμα χωρίον. Ήσαν δε εις την παρά τον Τίγρητα ποταμόν πεδιάδα ταύτην και άλλα πολλά αφθονούντα εις τροφάς χωρία.

Περί την εσπέραν όμως αίφνης εμφανίζονται εις την πεδιάδα οι πολέμιοι, και κατέσφαξάν τινας εκ των διεσκορπισμένων εν αυτή προς αρπαγήν (πλιατσικολόγημα) Ελλήνων. Όχι ολίγα δε κοπάδια (προβάτων και άλλων βοσκησίμων ζώων), διαβιβαζόμενα (από τους Έλληνας) εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην, συνελήφθησαν.

Ενταύθα ο Τισσαφέρνης και οι μετ' αυτού ήρχισαν να καίουν τα χωρία. Ένεκα τούτου δέ τινες εκ των Ελλήνων πολύ εστενοχωρήθησαν, σκεφθέντες ότι, εάν τα κάψουν, δεν θα έχουν πλέον που να προμηθευθούν τα προς τροφήν των αναγκαία.

Και οι μεν περί τον Χειρίσοφον επέστρεψαν από το μέρος, εις το οποίον είχαν προστρέξη προς βοήθειαν των κατασφαζομένων Ελλήνων. Ο δε Ξενοφών, αφού κατέβη και αυτός (από την κορυφήν εκείνην, ην είχε προ ολίγου καταλάβη), διερχόμενος έφιππος τας τάξεις του στρατού, καθ’ ήν στιγμήν ακριβώς επανήρχοντο οι προσδραμόντες εις βοήθειαν Έλληνες, έλεγε τα εξής:

«Βλέπετε, ω άνδρες Έλληνες, ότι οι βάρβαροι αφίνουν πλέον με τρόπον εις ημάς την χώραν των (εις την διάθεσίν μας). Διότι όσα επεδίωκον καθ’ ήν εποχήν συνήπτον μαζή μας τας συνθήκας, να μη καίωμεν δηλαδή (να μη καταστρέφωμεν) την χώραν του βασιλέως, αυτοί οι ίδιοι διαπράττουν τώρα, καίοντες αυτήν σαν να μην ήναι ιδική των. Εάν, εν τούτοις, αφήσουν διά λογαριασμόν των εις κανέν μέρος τρόφιμα, θα ίδουν και ημάς αμέσως να βαδίζωμεν προς το μέρος τούτο.

»Αλλ', ω Χειρίσοφε, είπε, νομίζω καλόν να σπεύσωμεν να υπερασπίσωμεν την χώραν ταύτην κατά των καιόντων, σαν να επρόκειτο να υπερασπίσωμεν χώραν ιδικήν μας». Ο δε Χειρίσοφος απεκρίθη: «Αλλ' εγώ δεν είμαι της αυτής γνώμης, φρονών ότι και ημείς πρέπει ν' αρχίσωμεν να καίωμεν, διά ν' αναγκασθούν ούτω πολύ ταχέως να παύσουν (καίοντες)».

Αφού δ' απήλθον εις τα καταλύματά των, οι μεν άλλοι ησχολούντο περί τα επιτήδεια. (28) Οι δε στρατηγοί και λοχαγοί συνήλθον όλοι επί ταυτό, διά να συσκεφθούν, ευρισκόμενοι εις πολλήν στενοχωρίαν περί του πρακτέου. Διότι αφ' ενός μεν υψούντο (προ αυτών) όρη υπερύψηλα, αφ' ετέρου δε το βάθος του ποταμού ήτο τοσούτον ώστε οι δοκιμάσαντες να το καταμετρήσουν είδαν ότι ούτε αυτά τα δόρατα έφθαναν μέχρι του πυθμένος του.

Ενώ δε εις τοιαύτην ευρίσκοντο στενοχωρίαν, προσελθών κάποιος στρατιώτης, εκ Ρόδου καταγόμενος, είπεν: «Εγώ δύναμαι, ω άνδρες, να σας διαβιβάσω (εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού) κατά τετρακισχιλίους οπλίτας, εάν μου χορηγήσετε όσα μου χρειάζονται μέσα, μου δώσετε δε ως αμοιβήν των κόπων μου ένα τάλαντον».

Ερωτώμενος δε: τίνων έχει ανάγκην, απεκρίθη: «Μου χρειάζονται δύο χιλιάδες ασκοί. Προς τούτο δύνανται να μου χρησιμεύσουν πολλά των όσα βλέπω τριγύρω μου πρόβατα και αίγες και βόες και όνοι, άτινα πάντα, αφού εκδαρούν και τα εξ αυτών δέρματα εμφυσηθούν καλώς, δύνανται να μας διευκολύνουν την διάβασιν.

»Θα λάβω δε ανάγκην και των σχοινίων, τα οποία μεταχειρίζεσθε διά τα υποζύγια (τριχιές). Αφού συνδέσω δηλ. μεταξύ των τους ασκούς με τα σχοινία αυτά, και αφού (ούτω συνδεδεμένους) τους κρατήσω επί της επιφανείας του ύδατος ακινήτους διά λίθων, τους οποίους θα κρεμάσω απ' αυτών και θ' αφήσω ως αγκύρας εις τον πυθμένα, και αφού δι' όλου του πλάτους του ποταμού μεταφέρω την ασκογέφυραν ταύτην από της μιας εις την άλλην όχθην, δένων αυτήν και από δυο της άκρα εις τας όχθας του, θα ρίψω επάνω της διάφορα χόρτα και χαμόκλαδα και επ' αυτών κατόπιν θα επισωρεύσω (κουβαλήσω) χώματα.

»Και ότι μεν δεν θα καταβυθισθήτε (επ' αυτών φερόμενοι), θα το ιδήτε αμέσως με τα μάτια σας. Διότι κάθε ασκός δύναται να φέρη βάρος δύο ανδρών χωρίς κανένα φόβον καταδύσεως. Τα χόρτα δε και τα χώματα εντελώς θα εμποδίζουν του να ολισθαίνη (να ξεγλιστρά) τις επ' αυτού».

Εις τους ακούσαντας ταύτα στρατηγούς η μεν γνώμη αύτη του Ροδίου εφάνη ευφυεστάτη, η πραγματοποίησίς της όμως αδύνατος. Διότι εις την αντίπεραν όχθην ευρίσκοντο πολλοί ιππείς εκ των βαρβάρων, οίτινες θα ημπόδιζαν την διάβασιν και οίτινες ευθύς αμέσως εις τους πρώτους, που θ' απετόλμων τοιαύτην τινά ασκογέφυραν, δεν θα επέτρεπαν τίποτε από όσα ανέφερα να γείνη (να πράξουν).

Ενταύθα την μεν επομένην, αφού έκαυσαν τα καταλύματά των, επανεχώρουν οπίσω εις τας ακαύστους κώμας, βαδίζοντες και πάλιν την άγουσαν προς την Βαβυλώνα οδόν. Ώστε οι πολέμιοι έπαυσαν πλέον να τους παρακολουθούν, θεώμενοι αυτούς (εκ του μακρόθεν) και απορούντες προς ποίαν άρα γε διεύθυνσιν θα τραπούν οι Έλληνες και τι σκέπτονται να πράξουν.

Ενταύθα οι μεν άλλοι στρατιώται εφρόντιζαν περί των επιτηδείων. Οι δε στρατηγοί και πάλιν συνήλθον προς σύσκεψιν και, αφού πρώτον συνήθροισαν τους (εκ των εγχωρίων κατά την πορείαν των) αιχμαλωτισθέντας, τους ηρώτων επισταμένως περί όλων των κύκλω των χωρών, οποία τις δηλαδή ήτον εκάστη εξ αυτών.

Ούτοι δε έλεγαν ότι προς νότον μεν η οδός έφερε προς την Βαβυλώνα και την Μηδίαν, από την οποίαν και είχαν έλθη. Προς ανατολάς δε ότι έφερε προς τα Σούσα και τα Εκβάτανα, όπου λέγεται ότι διέρχεται το θέρος και την άνοιξιν ο βασιλεύς. Η δε προς δυσμάς εις τον διαβαίνοντα τον ποταμόν οδός ότι έφερε προς την Λυδίαν και την Ιωνίαν. Η δε τρεπομένη διά μέσου των ορέων και προς βορράν ότι ήγε προς την χώραν των Καρδούχων.

Περί τούτων δε έλεγαν ότι κατοικούν ανά τα όρη και ότι είναι πολεμοχαρής λαός, μη υποτασσάμενος ουδ' εις αυτόν τον βασιλέα. Ότι δε άλλοτε ποτε είχεν εισβάλη εις την χώραν των και βασιλικός στρατός εξ εκατόν είκοσι χιλιάδων (προς υποταγήν των). Εκ των οποίων όμως, ως εκ των δυσκολιών της διαβάσεως, ουδείς εις την πατρίδα του επέστρεψεν. Οπόταν δε εσυνθηκολόγησαν (κατόπιν συνθηκών ειρήνευσαν) με τον εν τη πεδιάδι οικούντα σατράπην των, (έλεγαν) ότι δι' επιγαμιών συνανεμίγησαν αναμεταξύ των, αυτοί προς τους Καρδούχους και οι Καρδούχοι προς αυτούς.

Ακούσαντες ταύτα οι στρατηγοί εκάθησαν ξεχωριστά (απεσύρθησαν) από τους λέγοντας ότι εγνώριζαν τας προς εκάστην χώραν αγούσας οδούς (αιχμαλώτους οδηγούς των), μη ανακοινούντες τίποτε περί της οδού, την οποίαν έμελλον να βαδίσουν.

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί αναγκαίον να εισέλθουν διά των ορέων εις την χώραν των Καρδούχων. Διότι έλεγαν ότι, αφού διήρχοντο την χώραν ταύτην, θα ήσαν εις την φημισμένην και ευδαίμονα Αρμενίαν, την οποίαν διώκει ο (ήδη προ πολλού φθάσας εις αυτήν) Ορόντας. Από την Αρμενίαν δ' έλεγαν ότι είναι πλέον η οδός ευκολοδιάβατος, προς οιονδήποτε μέρος και εάν ήθελέ τις να βαδίση.

Μετά ταύτα προσέφεραν θυσίας εις τους Θεούς, ερωτώντες αυτούς πότε θα ήτον η κατάλληλος ώρα διά να ξεκινήσουν (διά να μάθουν την κατάλληλον της αναχωρήσεως ώραν). Διότι εφοβούντο μήπως προλάβουν και διαβούν πρώτοι οι πολέμιοι τα (Καρδούχια) όρη. Και διέταξαν, αφού δειπνήσουν, να αναπαυθούν όλοι, αφού πρώτον ετοιμάσουν τας αποσκευάς των, εις πρώτην δε διαταγήν των να ήναι αμέσως έτοιμοι διά την πορείαν.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ

Κεφάλαιον πρώτον.


Όσα μεν, λοιπόν, κατά την ανάβασιν των Μυρίων έγειναν μέχρι της ημέρας της (περί τα Κούναξα) μάχης και όσα μετ' αυτήν συνέβησαν κατά την διαπραγμάτευσιν των συνθηκών, τας οποίας ο βασιλεύς και οι με τον Κύρον αναβάντες Έλληνες συνωμολόγησαν και όσοι πόλεμοι, αφού βασιλεύς και Τισσαφέρνης παρέβησαν τας συνθήκας ταύτας, επολεμήθησαν μεταξύ των Ελλήνων και του ακολουθούντος τούτους Περσικού στρατεύματος — πάντα ταύτα έγειναν γνωστά εις όσα μέχρι τούδε αφηγήθημεν.

Αφού δε (οι Έλληνες) έφθασαν εις ο μέρος ο μεν Τίγρης ποταμός είναι καθ' ολοκληρίαν αδιάβατος ως εκ του μεγάλου βάθους του και πλάτους, ουδεμία δε υπήρχε διάβασις (πέρασμα), τα δε Καρδούχια όρη, απόκρημνα υπεράνω αυτού του ποταμού εκρέμαντο, απεφάσισαν οι στρατηγοί να πορευθούν διά μέσου των ορέων.

Διότι από τους (καθ' οδόν) συλληφθέντας αιχμαλώτους εμάνθαναν ότι, εάν διέλθουν τα Καρδούχια όρη, θα συναντήσουν εις την Αρμενίαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού, τας οποίας, εάν μεν θέλουν, δύνανται να διαβούν, εάν δε όχι, δύνανται να παρακάμψουν. Ελέγετο δε ότι και αι πηγαί του Ευφράτου δεν ήσαν και πολύ μακράν των πηγών του Τίγρητος. Τοιαύται δ' εν γένει ήσαν αι πληροφορίαι των μέχρι της στιγμής αυτής (ούτω δ' εν γένει είχον τα πράγματα των Ελλήνων μέχρι της στιγμής αυτής).

Την δε εισβολήν εις την χώραν των Καρδούχων επιχειρούν κατά τον εξής τρόπον, αφ' ενός μεν καταβάλλοντες πάσαν προσπάθειαν όπως διαλάθουν την προσοχήν των εγχωρίων, αφ' ετέρου δε, όπως φθάσουν όσον το δυνατόν ταχύτερο, πριν ή ακόμη προφθάσουν και καταλάβουν τας κορυφάς των ορέων οι πολέμιοι:

Ότε ήσαν περί την τελευταίαν νυκτερινήν φύλαξιν (περί ώραν καθ’ ήν ήλλασσεν η τελευταία της νυκτός φρουρά), υπελείπετο δ' από την νύκτα τόσον μόνον χρονικόν διάστημα, όσον ήρκει διά να διέλθουν εν μέσω ακόμη σκότους την πεδιάδα, τότε, αφού ηγέρθησαν από του ύπνου όλοι διά κατ' ιδίαν (από ανωτέρου εις κατώτερον) διαβιβασθείσης διαταγής, πορευόμενοι φθάνουν με τα ξημερώματα εις το όρος.

Τότε, λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος προηγείτο του στρατεύματος, λαβών το περί εαυτόν στράτευμα και όλους τους ευζώνους υπό την αρχηγίαν του, ο δε Ξενοφών ηκολούθει με τους οπισθοφύλακας οπλίτας, ουδένα έχων εύζωνον. Διότι και ουδείς εφαίνετο να υπάρχη κίνδυνος, μήπως, ενώ προς τάνω εβάδιζαν (ενώ ανέβαιναν τα όρη), τους ηκολούθει εκ των όπισθεν κανείς.

Και, πριν ή ακόμη τον εννοήσουν οι πολέμιοι, ο Χειρίσοφος ανέρχεται εις την κορυφήν. Έπειτα δε εβάδιζε βραδύτερον, ηκολούθει δε πάντοτε όπισθέν του το μεγαλύτερον μέρος του στρατεύματος εις τας ανά τα κοιλώματα και τους μυχούς των ορέων κώμας.

Τότε, λοιπόν, οι μεν Καρδούχοι, εγκαταλείψαντες τας οικίας των, φέροντες δε μαζή των και τους παίδας και τας γυναίκας των, έφευγαν ανά τα όρη. Τα δε τρόφιμα, εάν ήθελαν να λάβουν, ήσαν αφθονώτατα, γεμάται δε και αι οικίαι των από χαλκώματα, από τα οποία, εν τούτοις, ουδέν έλαβαν οι Έλληνες, ουδέ τους ανθρώπους κατεδίωκον, σκοπίμως φειδόμενοι αυτών επί τη ελπίδι ότι θα θελήσουν οπωσδήποτε οι Καρδούχοι να τους επιτρέψουν φιλικήν διάβασιν διά της χώρας των, αφού ήσαν εχθροί του βασιλέως. Εάν που όμως κανείς συνήντα κατά τύχην τρόφιμα, τα κατελάμβανεν. Διότι είχαν μεγάλην έλλειψιν αυτών. Οι δε Καρδούχοι ούτε εις τους προσκαλούντας αυτούς υπήκουον (έδιδαν ακρόασιν) ούτε οιανδήποτε άλλην φιλικήν διάθεσιν εδείκνυον.

Ότε δε κατέβαιναν οι τελευταίοι των Ελλήνων εις τας κώμας από την κορυφήν, εν μέσω πλέον σκότους βαδίζοντες (βραδυάσαντες) — επειδή, διά το είναι την οδόν στενήν, η διά των ορέων ανάβασις και κατάβασις διήρκεσε καθ' όλην την ημέραν — τότε συναθροισθέντες τινές εκ των Καρδούχων επιτίθενται κατά των τελευταίων τούτων και, αν και ήσαν ολίγοι, εφόνευσάν τινας και άλλους με λίθους και τοξεύματα σοβαρώς επλήγωσαν. Διότι εντελώς αιφνιδίως και χωρίς καν ούτε να το φαντάζωνται ενεφανίσθη προ αυτών (επλάκωσεν) ο Ελληνικός στρατός.

Εάν όμως τότε συνηθροίζοντο (προς αντίστασιν) περισσότεροι, θα εκινδύνευεν αφεύκτως να καταστραφή μέγα μέρος του στρατεύματος. Και ταύτην μεν την νύκτα ούτως εις τας κώμας (υπαίθριοι) εξενύκτισαν. Οι δε Καρδούχοι έκαιαν πολλά πυρά γύρω επί των ορέων, ούτω δε φωτιζόμενοι έβλεπαν αλλήλους (πού και πόσοι έκαστοι ευρίσκοντο).

Άμα δ' εξημέρωσε, συνασθροισθέντες οι στρατηγοί και λοχαγοί των Ελλήνων απεφάσισαν, έχοντες μόνον τα χρησιμώτερα και ευρωστότερα των υποζυγίων, να βαδίζουν, εγκαταλείποντες τα άλλα, ν' αφήσουν δ' επίσης και όλους τους προ ολίγου μόλις υπό του στρατού συλληφθέντας αιχμαλώτους.

Διότι ως εκ του πλήθους των υποζυγίων και των αιχμαλώτων επεβραδύνετο η πορεία του στρατού, πολλοί δε και απείχον της μάχης έχοντες την επιστασίαν τούτων, ως εκ του μεγάλου δε αριθμού των αιχμαλώτων παρίστατο ανάγκη να προμηθεύωνται διπλασίας ποσότητος τροφάς. Αφού δ' ενεκρίθησαν και ταύτα, εκήρυξαν ανά το στράτευμα να συμμορφωθούν όλοι προς τας διαταγάς των.

Ότε, λοιπόν, γευματίσαντες, ήρχισαν να βαδίζουν, σταθέντες οπίσω (σταματήσαντες ολίγον) εις κάποιο εκεί στενόν οι στρατηγοί, εάν τυχόν εύρισκαν εις κανένα τίποτε εξ εκείνων, τα οποία κατά τας διαταγάς των ώφειλαν να εγκαταλείψουν, του το έπαιρναν, οι δε στρατιώται υπήκουον, άφηναν δε μόνον (χωρίς να του το πάρουν) παν ό,τι τις είχε κλέψη, ως παραδείγματος χάριν κανένα προς απόλαυσιν παιδί ή καμμίαν εκ των καλοκαμωμένων γυναικών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτως επορεύθησαν, άλλοτε μεν (οπωσδήποτε) μαχόμενοι, άλλοτε δε και αναπαυόμενοι.

Την δε επομένην ενσκήπτει βαρύτατος χειμών, ουκ ήττον όμως ήτον απόλυτος ανάγκη να βαδίζουν. Διότι δεν επήρκουν πλέον τα προς συντήρησιν του στρατού τρόφιμα. Και επροπορεύετο μεν ο Χειρίσοφος, ωπισθοφυλάκει δε ο Ξενοφών.

Οι δε πολέμιοι (Καρδούχοι) ισχυρώς επετίθεντο και, επειδή τα μέρη, από τα οποία διήρχοντο, ήσαν στενά (κλεισούρες), ετόξευαν και εσφενδόνουν τους Έλληνας εκ του πλησίον. Ώστε ευρίσκοντο ηναγκασμένοι ούτοι, καταδιώκοντες αυτούς και πάλιν επιστρέφοντες (στας θέσεις των), να βαδίζουν βραδέως. Και συχνάκις ο Ξενοφών προέτρεπε (κρύφα) τον στρατόν να σταματά ολίγον κάθε φορά που οι πολέμιοι ισχυρώς επετίθεντο εναντίον του.

Ενταύθα ο Χειρίσοφος, άλλοτε μεν, ότε (ιεραρχικώς) διεβιβάζετο τοιαύτη κρυφή διαταγή, έμενεν οπίσω (σταματούσε λίγο), τότε όμως ηρνήθη να συμμορφωθή προς τας προτροπάς του Ξενοφώντος, αλλά ταχέως εβάδιζε και κρυφοδιέτασσε να τον ακολουθούν όλοι, ώστε ήτο πλέον εις πάντας φανερόν ότι θα είχε (πάντως) παρουσιασθή κάποια δυσκολία. Εις τον βαδίζοντα δε (παρερχόμενον) δεν εδίδετο καιρός να ίδη το αίτιον της σπουδής αυτής (ταχυπορίας). Ώστε η πορεία εν τη οπισθοφυλακή ωμοίαζε (μάλλον) προς φυγήν.

Και τότε αποθνήσκει ανήρ γενναίος, Λάκων την πατρίδα, ονομαζόμενος Κλεώνυμος, τοξευθείς διά της ασπίδος και του δερματίνου θώρακος εις τας πλευράς, και Βασίας ο Αρκάς, λαβών διαμπερές κτύπημα εις την κεφαλήν.

Άμα δε έφθασαν εις σταθμόν, ευθύς όπως ήτο κ' ευρίσκετο ο Ξενοφών, ελθών εις τον Χειρίσοφον, τον κατηγόρει διατί δεν εσταμάτησεν ολίγον, αλλ' εξ αιτίας του ηναγκάσθησαν να φεύγουν και να μάχωνται συγχρόνως. «Και ιδού τώρα ταποτελέσματα: Δύο καλοί και γενναίοι άνδρες να φονευθούν (αδίκως), χωρίς να ημπορέσωμεν ούτε τους νεκρούς των να λάβωμεν, ούτε να τους θάψωμεν (ως είχομεν καθήκον)».

Εις ταύτα ο Χειρίσοφος απεκρίθη: «Στρέψε το βλέμμα προς τα όρη ταύτα και ιδέ ό,τι όλα είναι αδιάβατα. Μία δε και μόνη είναι ανηφορική οδός, αυτή ην έχεις ενώπιόν σου, αλλά και επί ταύτης ημπορείς να ίδης μέγα πλήθος ανθρώπων, οίτινες φυλάττουν, προκαταλαβόντες ήδη, την οφρύν του όρους (το υψηλότατον της ράχεως του όρους).

»Διά τούτο, λοιπόν, έσπευδα και διά τούτο δεν σ' επερίμενα διόλου, με την ιδέαν ότι ίσως ηδυνάμην να φθάσω την επί της οφρύος ταύτης διάβασιν, πριν ή ακόμη καταληφθή από τον εχθρόν. Οι δε οδηγοί, τους οποίους έχομεν, λέγουν ότι δεν υπάρχει άλλη (διαβατή) οδός».

Ο δε Ξενοφών λέγει: «Αλλ' εγώ εκράτησα ως οδηγούς δύο (μόνον) άνδρας. Διότι ενεδρεύσαντες εφονεύσαμεν εξ αυτών τινας, επειδή μας ήσαν ενοχλητικοί, πράγμα το οποίον συνετέλεσε και εις το να ανακουφισθώμεν ουκ ολίγον, εάν δε μόνον τους δύο αυτούς επροθυμήθημεν να πάρωμεν μαζή μας ζωντανούς, επράξαμεν τούτο, διά να τους χρησιμοποιήσωμεν ως οδηγούς γνωρίζοντας την χώραν».

Και ευθύς, αφού έφεραν ενώπιόν των τους δύο τούτους αιχμαλώτους, λαβόντες έκαστον ξεχωριστά τους εξήταζον αν εγνώριζαν καμμίαν άλλην, εκτός της φανεράς αυτής, οδόν. Και ο μεν είς εξ αυτών δεν απήντησε προφασιζόμενος πλείστους όσους λόγους, δι' ους εφοβείτο ν' απαντήση. Επειδή δε δεν έλεγε τίποτε επωφελές (διά τον στρατόν), κατεσφάγη υπό τα βλέμματα του άλλου.

Ο δε απομείνας, (ερωτηθείς), είπεν ότι εκείνος μεν (ο σφαγείς) ηρνείτο να είπη ότι εγνώριζεν άλλην τινά οδόν διά τον λόγον ότι ετύχαινε να έχη εκεί κάπου θυγατέρα ύπανδρον. Αυτός όμως είπεν ότι έχει υπ' όψει του οδόν, εις ην θα ήτο δυνατόν να βαδίζουν ακόμη και υποζύγια.

Ερωτηθείς δε, αν εις την οδόν αυτήν υπάρχη κανέν δυσκολοδιάβατον μέρος, είπεν: «ότι τοιούτον είναι (κάποια) κορυφή, την οποίαν, εάν δεν προλάβη τις να καταλάβη, είναι εντελώς αδύνατον από οιονδήποτε άλλο μέρος να διαβή».

Τότε απεφάσισαν (ενόμισαν καλόν ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών), αφού συγκαλέσουν τους λοχαγούς των οπλιτών και τους ταξιάρχους των πελταστών, να ομιλήσουν εις αυτούς περί της καταστάσεως και να τους ερωτήσουν, ποίοι εξ αυτών είναι εκείνοι οι οποίοι θα ήθελαν ν' αναδειχθούν άνδρες γενναίοι και εκουσίως των (ως εθελονταί) ν' αναλάβουν να βαδίσουν κατά του εχθρού.

Και των μεν οπλιτών (εθελοντών) αρχηγοί αναλαμβάνουν να γείνουν ο εκ Μεθυδρίου της Αρκαδίας Αριστώνυμος και ο εκ Στυμφαλίας της Αρκαδίας Αγασίας. Αμιλλώμενος όμως προς αυτούς Καλλίμαχος ο Παρράσιος (Αρκάς και ούτος) λέγει ότι και αυτός έχει όλην την επιθυμίαν να βαδίση, αλλ' αφού προσλάβη εθελοντάς (όχι εξ ενός μόνον στρατιωτικού σώματος), αλλ' εξ ολοκλήρου του στρατεύματος. «Διότι εγώ — είπεν — είμαι εις θέσιν να γνωρίζω ότι, εμού αρχηγούτος, (όταν μπω εγώ μπροστά), θα με ακολουθήσουν πολλοί εκ των νέων».

Μετά ταύτα ερωτούν οι στρατηγοί, εάν επιθυμή κανείς να συμπορευθή ως ταξίαρχος και των ευζώνων («γυμνήτων»). (29) Αναλαμβάνει δε να γείνη τούτων αρχηγός Αριστέας ο Χίος, όστις περί τα τοιαύτα πολλάκις πολλού λόγου άξιος εφάνη εις το στράτευμα.

Κεφάλαιον δεύτερον.


Και ήτο μεν βράδυ. Οι δε στρατηγοί (Χειρίσοφος και Ξενοφών) διέτασσον τους εθελοντάς, αφού φάγουν χορταστικά (αφού την τηλώσουν), ν' αρχίσουν να πορεύωνται. Και αφού έδεσαν τον οδηγόν, (διά να μη τους φύγη), τους τον παραδίδουν και συμφωνούν: την μεν νύκτα, εάν κατορθώσουν και καταλάβουν την κορυφήν, (30) να κρατήσουν την θέσιν των, άμα ξημερώση δε, να τους ειδοποιήσουν διά της σάλπιγγος. Και — συμφωνούν ακόμη — ούτοι μεν, όταν θα ήναι πλέον επάνω, να βαδίζουν κατά των κατεχόντων την φανεράν διάβασιν (Καρδούχων), (31) αυτοί δε (δηλαδή οι περί τον Χειρίσοφον μόνον) να τους βοηθήσουν, βαδίζοντες (και αυτοί) προς το μέρος εκείνο όσον δυνηθούν ταχύτερον.

Αφού συνεφώνησαν ταύτα, εκείνοι μεν (οι εθελονταί), ανερχόμενοι εις δισχιλίους περίπου, επορεύοντο. Έβρεχε δε ραγδαίως. Ο δε Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας προσεποιήθη ότι εβάδιζε (και αυτός) διά της ευρείας οδού προς την διάβασιν, επί τω σκοπώ να περισπάση επ' αυτής (της οδού) την προσοχήν των πολεμίων, να διαλάθουν δε τούτους όσον ηδύναντο περισσότερον οι διά της άλλης οδού (της στενής) βαδίζοντες εθελονταί.

Αφού δε οι οπισθοφύλακες έφθασαν εις το χείλος μιας χαράδρας, την οποίαν έπρεπε να διαβούν, διά να ανέλθουν τον ανήφορον, οι βάρβαροι ήρχισαν να κυλίουν κατ' αυτών μεγάλα και στρογγυλά τεμάχια βράχων, προς μεταφοράν εκάστου των οποίων θα απητείτο άμαξα, και τα οποία, προσκρούοντα, όταν εφέροντο προς τα κάτω, κατά των πετρών, εξετινάσσοντο εις μεγάλην καθ' όλας τας διευθύνσεις απόστασιν. Ούτω δε ούτε να πλησιάση τις ήτο δυνατόν προς την είσοδον της χαράδρας.

Τινές δε εκ των λοχαγών, όταν δεν ηδύναντο να πλησιάσουν προς αυτήν, προσεπάθουν να ανεύρουν άλλην. Και ταύτα έπραττον, μέχρις ου ενύκτωσεν. Όταν δ' ενόμισαν ότι, απερχόμενοι, δεν θα διεκρίνοντο πλέον από τον εχθρόν (ως εκ του σκότους), απήλθον διά να δειπνήσουν, αφού όλοι τους ήσαν νηστικοί από της προτεραίας. Ουχ ήττον οι πολέμιοι δεν έπαυσαν καθ' όλην την νύκτα να κυλίουν λίθους. Εβεβαιούντο δε περί τούτου από τους κρότους.

Οι δ' έχοντες μαζή των τον οδηγόν εθελονταί, ερχόμενοι κυκλικώς προς την διάβασιν διά της άλλης, της στενής, οδού, καταλαμβάνουν αιφνιδίως τους (παρ' αυτήν) φύλακας, οίτινες, ως εκ του ψύχους, είχαν ανάψη φωτιά και εθερμαίνοντο, και επιπίπτουν κατ' αυτών, άλλους μεν φονεύσαντες, άλλους δε καταδιώξαντες, αυτοί δε, νομίζοντες ότι είχαν φθάση πλέον εις την κορυφήν, παρέμεναν ενταύθα.

Αλλ' όπου έμεναν δεν ήτον η κορυφή, αλλά λόφος τις («μαστός») υψούτο υπεράνω αυτών, πλησίον του οποίου διήρχετο η στενή αύτη οδός, εφ' ης εκάθηντο οι θερμαινόμενοι εκείνοι φύλακες. Από το μέρος τούτο όμως ηδύνατο να γείνη έφοδος κατά των πολεμίων, οίτινες κάθηντο επί της φανεράς οδού. (32)

Και την μεν νύκτα επέρασαν εδώ. Άμα δε ήρχισε να ξημερώνη, εβάδιζαν συντεταγμένοι και αθορύβως κατά των πολεμίων. Επειδή δε ήτον ομίχλη, επλησίασαν χωρίς να εννοηθούν. Αφού δε αντίκρυσαν αλλήλους και η σάλπιγξ ήχησε δώσασα το σύνθημα, επέπεσαν κατά των Καρδούχων αλαλάζοντες. Ούτοι δε δεν αντεστάθησαν, αλλά εγκαταλιπόντες την διάβασιν ετράπησαν εις φυγήν. Επειδή δε ήσαν ελαφρά ωπλισμένοι (και ηδύναντο να τρέχουν ευκολώτερον), ολίγοι μόνον εφονεύθησαν.

Οι δε περί τον Χειρίσοφον, άμα ως ήκουσαν την σάλπιγγα, έτρεξαν ευθύς προς τάνω, κατά την φανεράν διάβασιν («οδόν»). Άλλοι δε εκ των στρατηγών έτρεχαν προς αυτήν κατά διαφόρους απατήτους δρόμους, όπου έτυχε να ευρίσκεται έκαστος, και αναβάντες, όπως ηδύναντο, ανέσυραν αλλήλους διά δοράτων.

Ούτοι δε (οι στρατηγοί) ήσαν και οι πρώτοι οίτινες ηνώθησαν με τους προκαταλαβόντας την διάβασιν εθελοντάς. Ο δε Ξενοφών, έχων μαζή του τους μισούς μόνον εκ των οπισθοφυλάκων, (αφού ήκουσε και αυτός την σάλπιγγα), εβάδιζε την οδόν, την οποίαν είχαν ήδη προ αυτού βαδίση οι έχοντες τον οδηγόν εθελονταί, διότι ήτον καταλληλοτάτη διά την διάβασιν των υποζυγίων, όπισθέν των οποίων έταξε τους άλλους μισούς εκ των οπισθοφυλάκων.

Ενώ δε επορεύοντο, συναντούν λόφον υπεράνω της οδού, κατειλημμένον υπό των πολεμίων (των εκ της καταληφθείσης ήδη «φανεράς οδού» φυγόντων), τους οποίους ήτον ανάγκη ή να εκδιώξουν ή να μείνουν εκεί όπως ήσαν, χωρισμένοι από των εθελοντών και των περί τον Χειρίσοφον. Και αυτοί μεν ηδύναντο να βαδίσουν την οδόν, ην οι περί τον Χειρίσοφον εβάδισαν, ως προς τα υποζύγια όμως, δεν ήτο δυνατόν δι' άλλης οδού παρά δι' αυτής μόνον να περάσουν προς την διάβασιν. Τότε λοιπόν, παρακινήσαντες (δι' ενθουσιωδών λόγων) αλλήλους, εφορμούν κατά του λόφου, έχοντες τους άνδρας των λόχων τον ένα μετά τον άλλον τεταγμένους, μη επιδιώκοντες δε να τους περικυκλώσουν, αλλ' (επίτηδες) αφήνοντες διέξοδον εις τους πολεμίους, εάν τυχόν ήθελαν να φύγουν.

Και μέχρι τινός μεν εφ' όσον ανέβαιναν, από οιονδήποτε μέρος ηδύνατο έκαστος, οι βάρβαροι τους ετόξευαν και τους επλήγωναν. Αλλ' ότε ήδη έφθαναν προς την κορυφήν, δεν τους επλησίασαν πλέον, αλλ' εγκατέλειψαν τον λόφον πάντες, τραπέντες εις φυγήν. Και, λοιπόν, αφού αντιπαρήλθον τον λόφον τούτον οι Έλληνες, και ιδού βλέπουν μετ' ολίγον ενώπιόν των άλλον, επίσης και τούτον υπό των Καρδούχων κατεχόμενον (των εκ του πρώτου λόφου αποβληθέντων). Απεφάσισαν δε και κατά τούτου να βαδίσουν (όπως κατά του πρώτου).

Σκεφθείς όμως ο Ξενοφών μήπως, εάν άφηνεν έρημον τον κυριευθέντα λόφον, οι πολέμιοι επανέκτων αυτόν και πάλιν, διά να επιτεθούν κατά των παρερχομένων υποζυγίων — τα οποία, σημειωθήτω, κατελάμβανον, πορευόμενα, μέγα μέρος της οδού ως εκ της στενότητός της — αφήνει επί του (κυριευθέντος) λόφου τους λοχαγούς Κηφισόδωρον τον Κηφισοφώντος, Αθηναίον, και Αμφικράτην τον Αμφιδήμου, Αθηναίον επίσης, και Αρχαγόραν τον Αργείον, φυγάδα, αυτός δε με τους άλλους εβάδιζε κατά του δευτέρου λόφου, τον οποίον ωσαύτως διά του αυτού τρόπου κυριεύει.

Ακόμη δε ύπελείπετο και τρίτος λόφος, (33) ανηφορικώτατος όμως ούτος (λίαν απόκρημνος), ήτο δε ο λόφος ο υπερκείμενος της εκ θερμαινομένων Καρδούχων φρουράς εκείνης της νυκτός, της υπό των εθελοντών κατακοπείσης. Άμα δ' επλησίασαν οι Έλληνες, εγκαταλείπουν αμέσως οι βάρβαροι αμαχητί τον λόφον («μαστόν»), πράγμα το οποίον ενέβαλεν εις έκπληξιν όλους, υποπτευθέντας ότι τον εγκατέλειψαν φοβηθέντες μήπως, περικυκλούμενοι, επολιορκούντο υπό του Ελληνικού στρατού. Αυτοί όμως, ως απεδείχθη εκ των υστέρων, ιδόντες ήδη από της κορυφής τα όπισθεν αυτού γενόμενα (επί των άλλων λόφων), ετράπησαν όλοι κατά των οπισθοφυλάκων (των φρουρούντων ήδη τον πρώτον κυριευθέντα λόφον υπό τους τρεις λοχαγούς εκείνους).

Και ο μεν Ξενοφών με τους νεωτέρους οπισθοφύλακας ανέβαινεν εις την κορυφήν του μαστού, τους δε υπολοίπους διέταξε να επιβραδύνουν το βήμα των, διά να προφθάσουν να ενωθούν μαζή των (οι απομείναντες όπισθεν) τελευταίοι λόχοι, και, αφού προσπεράσουν εις την φανεράν οδόν (την ήδη κατειλημμένην υπό των Ελλήνων, ν' αναπαυθούν εις το ομαλόν αυτής μέρος (ίσωμα).

Αλλ' ενώ έλεγε ταύτα, έρχεται δρομαίος Αρχαγόρας ο Αργείος και αναγγέλλει ότι οι επί του πρώτου λόφου απεδιώχθησαν κακήν κακώς και ότι εφονεύθησαν ο Κηφισόδωρος και ο Αμφικράτης και όσοι άλλοι εκ των οπισθοφυλάκων δεν επρόφθασαν να πηδήσουν από του βράχου.

Αφού δε διέπραξαν ταύτα οι βάρβαροι, ήλθαν εις λόφον απέναντι του μαστού κείμενον και χωριζόμενον από τούτου διά φάραγγος. (34) Ιδών αυτούς ο Ξενοφών από του μαστού (του τρίτου λόφου), ήρχισε να συνεννοήται μαζή τους διά διερμηνέως περί ειρήνης και εζήτει τους νεκρούς των φονευθέντων.

Ούτοι δε απήντησαν ότι θα τους αποδώσουν επί τω όρω να μη καίουν τας οικίας των (οι Έλληνες). Συνήνεσε δε εις ταύτα ο Ξενοφών. Αλλ' ενώ το μεν άλλο στράτευμα (οι οπισθοφύλακες και τα υποζύγια) παρήρχετο (βαίνον προς το ανώτατον ομαλόν μέρος της φανεράς οδού), αι δε περί ειρήνης διαπραγματευθείς εξηκολούθουν, πάντες οι εκ των πέριξ τούτων μερών Καρδούχοι συνέρρευσαν εις τον αντικρυνόν λόφον (τον «αντίπορον»), όπου ανέμεναν («ίσταντο») ήδη οι πολέμιοι.

Αλλ' ιδόντες ότι ήρχισαν να καταβαίνουν οι «από του μαστού» προς τους άλλους οπισθοφύλακας, εκεί ένθα ούτοι ήσαν παρατεταγμένοι αναμένοντες διαταγάς (εις ό μέρος «έκειτο τα όπλα»), ώρμησαν πολυπληθείς και με μεγάλον θόρυβον (προς τον εγκαταλειφθέντα μαστόν). Αφού δε έφθασαν εις την κορυφήν του, από της οποίας ήδη ο Ξενοφών κατέβαινεν, ήρχισαν να κυλίουν μεγάλους λίθους κατ' αυτού. Και ενός μεν των οπισθοφυλάκων έσπασαν το σκέλος, ο κρατών δε την ασπίδα του Ξενοφώντος υπασπιστής τον εγκατέλειψεν.

Αλλ' ο οπλίτης Ευρύλοχος ο Λουσιεύς, Αρκάς, έτρεξεν αμέσως πλησίον του και προτάξας προ αμφοτέρων (εαυτού τε και του Ξενοφώντος) την ασπίδα του ωπισθοχώρει, ενώ οι άλλοι όλοι απήρχοντο ήδη προς τους επί της φανεράς οδού συγκεντρωμένους Έλληνας.

Ούτω, λοιπόν, συνήλθον επί ταυτό όλοι οι Έλληνες και κατεσκήνωσαν εκεί τριγύρω εις πολλάς και καλοκτισμένας οικίας, έχοντες αφθονώτατα τα προς συντήρησίν των αναγκαία. Διότι, προς τοις άλλοις, είχεν ο τόπος και άφθονον κρασί, τόσον, ώστε να το αποθηκεύουν μέσα εις μεγάλους ασβεστωμένους λάκκους.

Ο δε Ξενοφών και ο Χειρίσοφος κατώρθωσαν, ώστε να λάβουν τους νεκρούς των από τους Καρδούχους αποδώσαντες εις αυτούς τον οδηγόν των. Και ετέλεσαν εκ των ενόντων εις τους αποθανόντας όσα εις παρομοίας περιστάσεις νομίζονται ως επιβεβλημένα εις τους νεκρούς ανδρών γενναίων.

Την δ' επομένην εβάδιζαν άνευ οδηγού. Μαχόμενοι δ' (ακόμη) οι πολέμιοι και προκαταλαμβάνοντες κάθε στενόπορον μέρος, όπου και αν ήτον, ημπόδιζαν τας παρόδους εις τους Έλληνας.

Και λοιπόν, οσάκις μεν οι Καρδούχοι ημπόδιζαν το μέτωπον του στρατού (την πρωτοπορίαν), ο Ξενοφών όπισθεν, παρεκβαίνων της οδού του προς τα όρη, διέλυε την εις το μέτωπον απόφραξιν της παρόδου, διαρκώς καταβάλλων προσπαθείας να αναβαίνη υψηλότερα των εμποδιζόντων.

Οσάκις δε πάλιν επετίθεντο κατά της οπισθοφυλακής, ο Χειρίσοφος, παρεκβαίνων της οδού του (και αυτός) και προσπαθών να ανέλθη υψηλότερα των εμποδιζόντων, διέλυε την απόφραξιν της παρόδου εις την οπισθοφυλακήν, και τοιουτοτρόπως εβοήθουν πάντοτε αλλήλους και μετά σθένους εφρόντιζεν ο είς διά τον άλλον.

Με πολλάς δε και διαφόρους ενοχλήσεις τους ηνώχλουν οι βάρβαροι καταβαίνοντας από τα όρη μετά κάθε αυτών ανάβασιν. Διότι ήσαν τόσον ελαφροί, ώστε και από πλησίον φεύγοντες να γλυτώνουν (από τας επιθέσεις των Ελλήνων). Διότι τίποτε άλλο δεν έφεραν επάνω των παρά τόξα μόνον και σφενδόνας. Ήσαν δε άριστοι τοξόται. Και τα τόξα των ήσαν τριών πήχεων περίπου, τα δε βέλη των πλέον των τριών πήχεων. Οσάκις δ' ετόξευαν, είλκον τας νευράς, πατούντες δυνατά προς τα κάτω του τόξου με τον αριστερόν των πόδα. Τα δε βέλη (ως εκ της μεγάλης ορμής, ην διά της τοιαύτης τοξεύσεως ελάμβανον) ηδύναντο να διέλθουν διά των ασπίδων και θωράκων (να διατρυπήσουν τας ασπίδας και τους θώρακας). Τα μετεχειρίζοντο δε οι Έλληνες, περιπίπτοντα τυχόν εις χείρας των, ως ακόντια, προσαρμόζοντες εις το μέσον δερματίνους βρόχους (θηλειές), (δι' ων, αφού ενέθετον εις αυτούς ένα ή δύο δακτύλους κατά την στιγμήν του ακοντισμού, επέτεινον την φοράν του ακοντίου). (35) Εις τα μέρη αυτά οι Κρήτες, των οποίων αρχηγός ήτο Στρατοκλής ο Κρης, προσέφεραν μεγάλας υπηρεσίας εις το στράτευμα (36) .

Κεφάλαιον τρίτον.


Και την ημέραν αυτήν επίσης διέμειναν εις τα χωρία τα κείμενα υπεράνω της παρά τον Κεντρίτην ποταμόν πεδιάδος, του οποίου το πλάτος ήτο δύο πλέθρων περίπου και όστις χωρίζει την χώραν των Καρδούχων από την Αρμενίαν. Και οι Έλληνες ενταύθα ανεκουφίσθησαν, ιδόντες με μεγάλην των χαράν πεδιάδα (ύστερα από τόσω πολύμοχθον ανά τα Καρδούχια πορείαν). Απείχε δε από τα όρη ο ποταμός έξ έως επτά Καρδουχικά στάδια.

Και τότε μεν, λοιπόν, ανεπαύθησαν λίαν ευχαρίστως, και διότι είχαν αφθονώτατα τα τρόφιμα και διότι ηδύναντο ανέτως πλέον να αναμνησθούν των περασμένων πόνων των. Επί επτά ολοκλήρους ημέρας, καθ' ας εβάδιζαν διά της χώρας των Καρδούχων, εμάχοντο και υπέστησαν τόσας ζημίας, όσας εν γένει δεν υπέστησαν από τον βασιλέα και τον Τισσαφέρνην. Απηλλαγμένοι, λοιπόν, πλέον απ' όλα αυτά, ηδέως εκοιμήθησαν.

Άμα όμως εξημέρωσε, βλέπουν εκεί που πέραν του ποταμού ιππείς εξωπλισμένους, με τον σκοπόν να τους εμποδίσουν την διάβασιν, πεζούς δε επί των παρά τον ποταμόν υψωμάτων, παρατεταγμένους άνωθεν των ιππέων, με τον σκοπόν και αυτούς να τους εμποδίσουν να μεταβούν (να περάσουν) εις την Αρμενίαν. Ήσαν δε ούτοι Αρμένιοι και Μάρδοι και Χαλδαίοι μισθοφόροι του Ορόντα και του Αρτούχα. Περί των Χαλδαίων δ' ελέγετο ότι ήσαν λαός φιλελεύθερος και ισχυρός. Είχαν δε (όλοι) όπλα, πλεκτάς ασπίδας και λόγχας. Αι δε όχθαι, επί των οποίων ήσαν ούτοι παρατεταγμένοι, απείχον τρία έως τέσσαρα πλέθρα από τον ποταμόν. Μία δε και μόνη οδός εφαίνετο άγουσα προς τ' άνω, σαν να ήτο κατασκευασμένη με τα χέρια. Ταύτην προσεπάθουν να διαβούν οι Έλληνες. (37)

Αλλ' οι αποπειραθέντες να διέλθουν τον ποταμόν είδαν ότι το ύδωρ του ανήρχετο υπεράνω των μαστών, και ότι, ως εκ των μεγάλων και ολισθηρών λίθων, ήτο το έδαφος της κοίτης του ανώμαλον, ότι δε ήτον απολύτως αδύνατον να τον διέλθη τις κρατών τα όπλα του, διότι αμέσως παρεσύρετο από το ρεύμα του. Εάν δε πάλιν έφερε τις ταύτα επί της κεφαλής κατά την διάβασιν, εξετίθετο άοπλος εις τα βέλη και τα άλλα κτυπήματα των πολεμίων. Εστράφησαν, λοιπόν, οπίσω και εστρατοπέδευσαν ενταύθα παρά τον ποταμόν.

(Ενεθυμήθησαν δε τότε και ότι), ότε ακόμη ήσαν κατά την προηγουμένην νύκτα επί του όρους, είχαν ίδη να συναθροίζωνται πολλοί εκ των Καρδούχων, ετοιμαζόμενοι προς επίθεσιν. Η αθυμία των, λοιπόν, ήτο μεγάλη, επειδή έβλεπαν αφ' ενός μεν το δυσκολοδιάβατον του ποταμού, αφ' ετέρου δε τους πέραν αυτού, ετοίμους να εμποδίσουν την διάβασίν του, ακόμη δε και διότι, εάν τον διέβαιναν, θα είχαν επιτιθεμένους όπισθέν των τους Καρδούχους.

Δι' όλα αυτά, λοιπόν, την ημέραν και την νύκτα ταύτην διήλθον εν μεγάλη περί του πρακτέου αμηχανία. Ότε ο Ξενοφών είδεν όνειρον. Του εφάνη δηλαδή ότι ήτο με πέδας δεμένος εις τους πόδας, και ότι αύται μόναι των έπεσαν κάτω αιφνιδίως, ώστε τελείως ν' απαλλαγή αυτών και να δύναται ν' ανοίγη τα σκέλη του όσον ήθελε. Περί τα εξημερώματα δε έρχεται προς τον Χειρίσοφον και λέγει ότι έχει πολλάς ελπίδας ότι τα πράγματα θα λάβουν καλήν έκβασιν, του διηγείται δε το όνειρον.

Ούτος δε πάρα πολύ ευχαριστείτο, και τότε ευθύς, έως ότου ήρχιζε να γλυκοχαράζη, προσέφερον όλοι οι παρευρισκόμενοι στρατηγοί θυσίας. Και αμέσως, από το πρώτον ακόμη σφάγιον εφάνησαν τα ιερά καλά. Και απελθόντες από των ιερών οι στρατηγοί και οι λοχαγοί έδωκαν εις τους στρατιώτας διαταγάς να γευματίσουν.

Και ενώ εγευμάτιζεν ο Ξενοφών, προστρέχουν προς αυτόν δύο νεανίσκοι. (38) Διότι όλοι εγνώριζαν ότι είχεν επιτρέψη, και όταν γευματίζη και όταν δειπνή, να τον πλησιάζη οιοσδήποτε ήθελεν. Ακόμη δε και εάν κοιμάται να τον εξυπνούν, διά να του αναγγέλλουν οτιδήποτε σχετικόν τις είχε με τον πόλεμον.

Του έλεγαν, λοιπόν, τότε, ότι, ενώ συνέλεγαν φρύγανα, διά να τα χρησιμοποιήσουν ως προσάναμμα της φωτιάς των, αντίκρυσαν εις την αντίπεραν όχθην του ποταμού, επί των βράχων, οι οποίοι εκτείνονται (φθάνουν) μέχρι των οχθών του, ένα γέροντα, μίαν γυναίκα και κάτι κορίτσια να κρύπτουν μέσα εις σπηλαιώοη βράχον κάτι που ωμοίαζε με μικρούς σάκκους γεμάτους ρούχα.

Αφού είδαν την σκηνήν αυτήν, ενόμισαν ότι ήτον εντελώς ακίνδυνον να διέλθουν τον ποταμόν. Διότι προς το μέρος τούτο ουδέ εις αυτό το εχθρικόν ιππικόν είναι εύκολον να πλησιάση. Έλεγαν, λοιπόν, ότι, αφού εξεδύθησαν, επέρασαν απέναντι γυμνοί, ως εάν επρόκειτο να κολυμβήσουν, και κρατούντες εις χείρας των τα ενδύματά των. Ότι, ούτω βαδίζοντες προς τα εμπρός, διέβησαν, χωρίς ούτε την μέσην των να βρέξουν. Και ότι, αφού διέβησαν κ' επήραν τους σάκκους με τα ρούχα, επέστρεψαν και πάλιν εις την απέναντι όχθην.

Ευθύς, λοιπόν, και αυτός ούτος ο Ξενοφών έκαμε με γεμάτα από κρασί ποτήρια σπονδάς, διά να ευχαριστήση τους Θεούς, και τους νεανίσκους προέτρεψε να γεμίσουν τα ποτήρια των διά τον αυτόν σκοπόν και να ευχηθούν τόσον αυτοί, όσον και όλοι οι άλλοι οι περί αυτόν εις τους Θεούς, τους φανερώσαντας τα ονείρατα, και την διάβασιν («πόρον») να εκτελέσουν και όσα αγαθά ακόμη υπολείπονται (αισίαν εις την πατρίδα επιστροφήν). Αφού δε έκαμε σπονδάς, έφερεν αμέσως τους νεανίσκους εις τον Χειρίσοφον, προς τον οποίον ούτοι επαναλαμβάνουν την διήγησίν των, και ο οποίος, μόλις τους ήκουσεν, έκαμε και αυτός σπονδάς.

Κατόπιν των οποίων, εις μεν τους άλλους (τους στρατιώτας) έδωκαν διαταγάς να προετοιμάζονται, αυτοί δε (ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος) συγκαλέσαντες τους στρατηγούς συνεσκέπτοντο πώς όσον το δυνατόν ασφαλέστερα θα διαβούν τον ποταμόν και πώς θα νικήσουν μεν τους έμπροσθεν (τους πέραν του ποταμού), δεν θα πάθουν δε καμμίαν ζημίαν από τους εκ των όπισθεν ετοίμους προς επίθεσιν Καρδούχους.

Και απεφάσισαν να προηγηθή μεν εις την διάβασιν ο Χειρίσοφος, έχων μαζή του το ήμισυ του στρατεύματος, το δε άλλο ήμισυ να σταθή οπίσω με τον Ξενοφώντα (περιμένον), τα δε υποζύγια και ο όχλος να διαβούν (ευρισκόμενα) εν τω μέσω τούτων.

Αφού δ' εκανονίσθησαν όλα όπως πρέπει, ήρχισαν να πορεύωνται. Προηγούντο δε οι νεανίσκοι, έχοντες προς τα αριστερά των τον ποταμόν. Η οδός δε μέχρι του διαβατού μέρους ήτο τέσσαρα περίπου στάδια.

Αλλ' ενώ επορεύοντο, παραλλήλως από την απέναντι όχθην ώδευε και το ιππικόν. Άμα δε έφθασαν εις το ωρισμένον μέρος της διαβάσεως, παρετάχθησαν (ως προς μάχην), και αυτός πρώτος ο Χειρίσοφος, αφού έθεσεν εις την κεφαλήν του στέφανον (κατά την συνήθειαν των Λακεδαιμονίων) και αφού έβγαλε τον επενδύτην του, έλαβε τα όπλα ανά χείρας, δίδων και εις όλους τους άλλους διαταγάς να πράττουν το αυτό, εις δε τους λοχαγούς να φέρουν τους λόχους των με τους άνδρας τεταγμένους τον ένα όπισθέν του άλλου, παρατάσσοντες άλλους μεν εξ αυτών (των λόχων) προς τα αριστερά του, άλλους δε προς τα δεξιά του.

Και οι μεν μάντεις προσέφεραν σφάγια εις τον εν τω ποταμώ οικούντα Θεόν προς εξευμένισίν του, οι δε πολέμιοι ετόξευαν και εσφενδόνιζον. Ούτε τα βέλη των όμως, ούτε οι λίθοι έφθαναν μέχρι του στρατού. Επειδή δε ήσαν ευοίωνα τα προσφερθέντα σφάγια, έψαλαν πρώτον άσμα προς τον Απόλλωνα, επικαλεσθέντες την βοήθειάν του, κατόπιν δε ήρχισαν αλαλαγμούς ζωηροτάτους, ανεβόων δε και όλαι ομού αι γυναίκες. Διότι ουκ ολίγαι εταίραι ήσαν εις το στράτευμα.

Και ο μεν Χειρίσοφος με τον στρατόν του εισήλθον εις τον ποταμόν. Ο δε Ξενοφών, αφού έλαβε τους ελαφροτέρους και πλέον ελευθερόποδας εκ των σωματοφυλάκων, έτρεχεν έφιππος με όλην του την δύναμιν εις το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα του ποταμού, το άγον κατά τον προς τα όρη της Αρμενίας δρόμον, προσποιούμενος ότι, αφού διαβιβασθή εκείθεν, θα αποκλείση τους παρά τον ποταμόν ιππείς.

Οι δε πολέμιοι, βλέποντες μεν αφ' ενός τους περί τον Χειρίσοφον να διαβαίνουν ευπετώς τον ποταμόν, βλέποντες δ' εξ άλλου τους περί τον Ξενοφώντα να τρέχουν πάλιν οπίσω (προς το δυσκολοδιάβατον εκείνο πέρασμα), φοβηθέντες μήπως τυχόν αποκλεισθούν, τρέπονται με άλας των τας δυνάμεις εις φυγήν προς τον υπεράνω του ποταμού (χειροποίητον) εκείνον δρόμον. Αφού δε εισήλθον εις αυτόν, ετράπησαν άνω, προς το όρος.

Λύκιος δε ο Πολυκράτους, ο Αθηναίος, ο διοικών το τάγμα των ιππέων και Αισχίνης ο Ακαρνάν, ο το τάγμα των πελταστών διοικών των περί τον Χειρίσοφον, αφού τους είδαν ούτοι κατά κράτος φεύγοντας, τους ηκολούθησαν. Οι δε στρατιώται (οι περί τον Χειρίσοφον) τους εφώναζαν (να παύσουν πλέον διώκοντες τους ιππείς), διά να μη μένουν μόνοι των μακράν του ιππικού, (39) αλλ' όλοι μαζή (όταν θα έπρεπε) να βαδίζουν την προς το όρος άγουσαν.

Ο δε Χειρίσοφος, εξ άλλου, αφού διέβη τον ποταμόν, τους μεν ιππείς δεν κατεδίωκεν, αλλά, περάσας ήδη εις τα εκτεινόμενα προς τον ποταμόν υψώματα, επετέθη αμέσως κατά των πολεμίων. (40) Ούτοι δε αφ' ενός μεν βλέποντες τους ιππείς των να τρέπωνται εις φυγήν, αφ' ετέρου δε τους οπλίτας να βαδίζουν εναντίον των, εγκαταλείπουν τα υπεράνω του ποταμού υψώματα.

Ο δε Ξενοφών, αφού είδεν ότι τα εκείθεν του ποταμού εξελίσσοντο συμφώνως προς τας επιθυμίας και τα βλέψεις του, εστράφη βαδίζων όσον ηδύνατο ταχύτερον προς τον ακόμη διαβαίνοντα τον ποταμόν στρατόν. Διότι οι Καρδούχοι είχαν φανή πλέον καταβαίνοντες εις την πεδιάδα με σκοπόν να επιτεθούν εναντίον του.

Λοιπόν, ο μεν Χειρίσοφος κατείχεν ήδη τα υψώματα, ο δε Λύκιος με ολίγους μόνον ιππείς, επιχειρήσας να καταδιώξη τους ήδη φεύγοντας πεζούς, συνέλαβεν όσα σκευοφόρα υποζύγια έμειναν οπίσω και, μαζή μ' αυτά, διάφορα ρουχικά και στρώματα και αγγεία (στρωσίδια και τσουμπλέκια).

Αλλ' εν τω μεταξύ εξηκολούθουν ακόμη να διαβαίνουν (τον ποταμόν) τα σκευοφόρα υποζύγια των Ελλήνων και ο όχλος. Ο δε Ξενοφών στραφείς προς τους Καδούχους παρετάχθη απέναντί των προς επίθεσιν και διέταξε τους λοχαγούς να παρατάξη έκαστος τον λόχον του κατ' ενωμοτίας, εκάστην των οποίων να οδηγήσουν αριστερά («παρ' ασπίδα») της άλλης, κατά μέτωπον. (41) Και οι μεν λοχαγοί και οι ενωμοτάρχαι να παραταχθούν (στραφούν) απέναντι των Καρδούχων, οι δε ουραγοί να τοποθετηθούν απέναντι του ποταμού.

Οι δε Καρδούχοι, καθώς είδαν τους οπισθοφύλακας να αποχωρίζωνται από τον όχλον και να φαίνωνται πλέον εις αυτούς ολίγοι, επέδραμον εναντίον των ταχύτερον, ψάλλοντες (πολεμικάς) τινας ωδάς. Ο δε Χειρίσοφος, επειδή ήτον ήδη εν πλήρει ασφαλεία, αποστέλλει εις τον Ξενοφώντα τους πελταστάς και τους σφενδονήτας και τους τοξότας με την εντολήν να συμμορφωθούν απολύτως προς τας διαταγάς του.

Μόλις όμως τους είδεν ο Ξενοφών αποπειρωμένους να διαβούν τον ποταμόν, τους διατάσσει αμέσως δι' αγγελιοφόρου να μη κινηθούν, αλλά να περιμένουν εκεί επί της όχθης του. Όταν δε αρχίσουν αυτοί (οι περί τον Ξενοφώντα) να διαβαίνουν, τότε να εισέλθουν κ' εκείνοι απέναντι μεν, αλλά χωριζόμενοι δεξιά και αριστερά του στρατού του, προφασιζόμενοι (καμωνόμενοι) ότι θα τον διαβούν, έτοιμοι όμως ως προς μάχην, οι μεν ακοντισταί έχοντες τους δακτύλους εις την θηλειάν του ακοντίου, οι δε τοξόται τα βέλη των επί των νευρών των τόξων. Να μη προχωρήσουν δε πολύ εις τον ποταμόν.

Αυτός δε διέταξε τους στρατιώτας του, όταν μεν ίδουν ότι τα σφενδονήματα φθάνουν μέχρις αυτών και αι ασπίδες των αρχίζουν να κροτούν από τα κτυπήματα των πολεμίων, να επιτεθούν, αφού πρώτον επικαλεσθούν τον Θεόν διά παιάνος (ύμνου), εναντίον των.

Άμα όμως ούτοι στραφούν προς τα όρη φεύγοντες, και σημάνη εκ του ποταμού το πολεμικόν ο σαλπιγκτής, τότε, αφού στραφούν και αυτοί δεξιά («επί δόρυ»), προηγηθούν δε όλων οι αρχηγοί των ενωμοτιών, να τρέξουν πάντες εις τον ποταμόν και όσον δυνηθούν ταχύτερον να τον περάσουν εις ην τάξιν θα ευρίσκεται έκαστος, διά να μην εμποδίζουν κατά την διάβασιν αλλήλους. Διότι ο επιτηδειότερος και γενναιότερος όλων θα ήναι εκείνος εκ των αρχηγών («ουραγών»), όστις πρώτος ήθελε περάση εις την αντίπεραν του ποταμού όχθην.

Οι δε Καρδούχοι βλέποντες πλέον τους οπισθοφύλακας ολίγους (μετά την διάβασιν του όχλου) — διότι και εξ αυτού (του όχλου) πολλοί, οίτινες είχαν λάβη διαταγάς να μη διαβούν μετά των άλλων, αλλά να μένουν, έφυγαν εκείθεν, ασχολούμενοι άλλοι μεν με τα υποζύγια, άλλοι δε με τας αποσκευάς, άλλοι δε με τας εταίρας — επετέθησαν με τόλμην αρχίσαντες να σφενδονούν και να τοξεύουν.

Οι δ' Έλληνες, αφού επεκαλέσθησαν πρώτον τον Θεόν, ώρμησαν δρομαίως εναντίον των. Οι δε Καρδούχοι δεν αντέστησαν εις την ορμήν των. Διότι ήσαν ωπλισμένοι διά μεν τον εκ των ορέων κλεφτοπόλεμον, επαρκέστατα εις το να επιπίπτουν και να φεύγουν, διά δε την εκ του συστάδην μάχην, όχι επαρκώς.

Εις το σημείον τούτο σημαίνει ο σαλπιγκτής. Και οι μεν πολέμιοι έφευγαν ακόμη περισσότερον, οι δ' Έλληνες, στραφέντες αντιθέτως, προς τον ποταμόν, έφευγαν δι' αυτού όσον ηδύναντο ταχύτερον.

Εκ δε των πολεμίων, άλλοι μεν, εννοήσαντες το τέχνασμα, επανέστρεψαν προς τον ποταμόν και, τοξεύοντες, επλήγωσάν τινας εκ των Ελλήνων, άλλοι δε, οι και περισσότεροι, και μετά την διάβασιν τούτων, εφαίνοντο ακόμη προς τα όρη φεύγοντες. Οι δε περί τον Χειρίσοφον, προϋπαντήσαντες εν τω ποταμώ τον διαβαίνοντα στρατόν του Ξενοφώντος, αναλαμβάνοντες θάρρος κ' εκ τούτου προχωρήσαντες περισσότερον του πρέποντος, ευρέθησαν εις την ανάγκην να τον ξαναπεράσουν, αφού ήδη είχαν διέλθη οι μετά του Ξενοφώντος. Και εκ τούτων δ' επίσης ολίγοι επληγώθησαν. (42)

Κεφάλαιον τέταρτον.


Αφού δ' επέρασαν όλοι εκείθεν του ποταμού, ανασυνταχθέντες και πάλιν περί την μεσημβρίαν εβάδισαν διά μέσου της Αρμενίας, επί πεδιάδος συνεχώς και ομαλών γηλόφων, ουχί ολιγώτερον των πέντε παρασαγγών. Διότι ένεκα των προς τους Καρδούχους πολέμων δεν υπήρχον πλησίον του ποταμού χωρία.

Το δε χωρίον, εις το οποίον έφθασαν, και μεγάλον ήτο και μεγαλοπρεπή κατοικίαν διά τον σατράπην είχε και προμαχώνες (πύργοι) επί των περισσοτέρων οικιών υπήρχαν. Τα δε τρόφιμα ήσαν αφθονώτατα.

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα, μέχρις ου υπερέβησαν τας πηγάς του Τίγρητος ποταμού. Εντεύθεν δ' επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και έφθασαν εις τον Τηλεβόαν ποταμόν, όστις ήτον ευδιάβατος, ουχί δε μέγας, και περί τον οποίον ευρίσκοντο πολλά χωρία.

Ο δε τόπος ούτος εκαλείτο δυτική Αρμενία και σατράπης εν αυτή του βασιλέως ήτον ο Τιρίβαζος, ο και φίλος αυτού γενόμενος κατόπιν, οσάκις δε ήρχετο εις επίσκεψίν του ο βασιλεύς, ουδείς άλλος εκτός αυτού τον εβοήθει, διά να ανέρχεται επί του ίππου του (!).

Ούτος, λοιπόν, (ο Τιρίβαζος) επλησίασε με ιππικόν τον Ελληνικόν στρατόν, και, προαποστείλας διερμηνέα, παρήγγειλεν ότι θα επεθύμει να συνομιλήση με τους αρχηγούς του. Ούτοι δε απεφάσισαν να τον ακούσουν. Και προσελθόντες εις επήκοον αυτού τον ηρώτων τι θέλει.

Ο δε Τιρίβαζος είπεν ότι θα ήθελε να συνθηκολογήση περί ειρήνης μαζή των επί τω όρω ούτε αυτός να βλάπτη τους Έλληνας, ούτε εκείνοι να καίουν τας οικίας, να λαμβάνουν δε όσα μόνον θα εχρειάζοντο προς συντήρησίν των τρόφιμα. Οι στρατηγοί, εγκρίναντες ταύτα, εσυνθηκολόγησαν επί τοις όροις αυτοίς περί ειρήνης («εσπείσαντο»).

Εντεύθεν δ' επορεύθησαν διά μέσου πεδιάδος σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε. Και ο Τιρίβαζος τους παρηκολούθει με τον στρατόν του εις απόστασιν δέκα σταδίων. Και φθάνουν εις μεγαλοπρεπή οικήματα και πολλά πέριξ των χωρία, γεμάτα από πολλά και ποικίλα τρόφιμα.

Ενώ δε εστρατοπεδεύοντο, αρχίζει την νύκτα να πίπτη χιών άφθονος. Και προς τα εξημερώματα απεφάσισαν, διανεμόμενοι εις διάφορα χωρία, να κατασκηνώσουν στρατός και στρατηγοί. Διότι δεν έβλεπαν πολέμιον κανένα. Και εφρόνουν ότι ως εκ της πολλής χιόνος θα ευρίσκοντο έτι περισσότερον εκεί εν ασφαλεία.

Ενταύθα (εις τα χωρία αυτά) είχαν ό,τι ήθελαν. Όλα τα αγαθά. Ζώα δηλαδή κατάλληλα διά θυσίας, σίτον, οίνους παλαιούς ευώδεις, σταφίδας, όσπρια διάφορα. Τινές δε εκ των από του στρατοπέδου διασκορπισθέντων έλεγαν ότι είχαν ίδη την νύκτα διάφορα πυρά αναμμένα (λάμποντα).

Ενόμισαν, λοιπόν, οι στρατηγοί (μετά την αναγγελίαν ταύτην) ότι δεν ήσαν πλέον εν ασφαλεία, ούτω ανά τα χωρία διεσκορπισμένοι, και ότι έπρεπε και πάλιν να συναθροίσουν τον στρατόν. Εφ' ω και συνηθροίσθησαν. Άλλως τε εδώ κ' εκεί εφαίνετο να αιθριάζη (να ξανοίγη) ο ουρανός.

Την νύκτα όμως πίπτει φοβερά χιών, τόση, ώστε να σκεπάση, και τα όπλα και τους ανθρώπους όλους κοιμωμένους. Ακόμη και τα ζώα αυτά εζάρωσεν. Ώστε με μεγάλην των οκνηρίαν να σηκώνονται. Διότι, εφ' όσον ήσαν ξαπλωμένα, η χιών, όση είχε πέση επάνω των, παρείχεν εις κάθε ζώον, από το οποίον δεν κατέρρεεν (ως εκ της αδρανείας του), θερμότητα.

Όταν δε ο Ξενοφών, καταβαλών την εκ της θαλπωρής της χιόνος ραθυμίαν, ηγέρθη γυμνός και ήρχισε να σχίζη ξύλα, ταχέως τότε και κάποιος άλλος εγερθείς, αφού αφήρεσε την αξίνην από τας χείρας του, τα έσχιζεν. Ως εκ τούτου και άλλοι εγερθέντες ήναπτον πυρ και ήλειφον το σώμα των (διά να θερμανθούν).

Διότι ενταύθα ευρίσκετο άφθονον χρίσμα (άλειμμα), με το οποίον ηλείφοντο αντί ελαίου, κατασκευασμένον από λίπος χοίρου, από σκυαμόλαδο, αμυγδαλόλαδο — από πικρά καμωμένο αμύγδαλα — και από τρεμεντίνα. Από τα αυτά δε είδη ευρίσκετο και μύρον.

Μετά ταύτα ενόμισαν ότι έπρεπε και πάλιν να κατασκηνώσουν (διασκορπιζόμενοι) εις διαφόρους ανά τα χωρία οικίας. Ενταύθα, λοιπόν, ελθόντες οι στρατιώται επέδραμον με μεγάλην των ευχαρίστησιν και πολλάς κραυγάς ανά τας οικίας και τα τρόφιμα (ρεμούλα). Όσοι δε, πρωτήτερα από αυτούς επιδραμόντες, έκαυσαν από ανόητον γενναιότητα και αναίδειαν τας οικίας, (εις τας οποίας είχαν εισέλθη), ετιμωρήθησαν ως επιδείξαντες άνανδρον εν αυταίς διαγωγήν.

Εντεύθεν απέστειλαν την νύκτα με άνδρας Δημοκράτην τον εκ Τήμνου εις τα όρη, όπου οι εκεί διεσκορπισμένοι (εκ του στρατοπέδου) είχαν είπη ότι έβλεπαν λάμποντα πυρά. Διότι ο Δημοκράτης ούτος είχεν ήδη εξακριβώση και πρωτήτερα πολλά τοιαύτα, τα αληθινά ως αληθινά (ελέγχων) και τα ψευδή ως ψευδή.

Πορευθείς, λοιπόν, είπεν ότι τα μεν πυρά δεν είδεν, επανήλθεν όμως με κάποιον, ον καθ' οδόν συνέλαβε, φέροντα τόξον Περσικόν και φαρέτραν και δίστομον πέλεκυν, οποίον και αι Αμαζόνες φέρουν.

Ερωτηθείς ο άνθρωπος ούτος: ποίος ήτον, απεκρίθη ότι ήτο Πέρσης και ότι έρχεται από το στρατόπεδον του Τιριβάζου, διά να λάβη τρόφιμα. Οι δε Έλληνες τον ηρώτων: πόσος ήτον ο στρατός του και διά ποίον σκοπόν τον είχε συναθροίση.

Ούτος δε είπεν ότι ο Τιρίβαζος ευρίσκετο εκεί (που) με όλον τον στρατόν του, και με μισθοφόρους Χάλυβας και Ταόχους. Ότι είχε παρασκευασθή με την πρόθεσιν να υπερβή το όρος προς το μέρος των στενών του (από της κλεισούραις του), από το οποίον και μόνον υπήρχε διάβασις, και ότι εις το μέρος τούτο ακριβώς θα επετίθετο αιφνιδίως κατά των Ελλήνων.

Μόλις ήκουσαν ταύτα οι στρατηγοί αμέσως απεφάσισαν να συναθροίσουν τον στρατόν. Και παρευθύς, αφήσαντες φρουράν και ως στρατηγόν της ορίσαντες Σοφαίνετον τον Στυμφάλιον, επορεύοντο έχοντες ως οδηγόν τον συλληφθέντα Πέρσην.

Άμα δε ούτοι υπερέβησαν τα όρη, οι πελτασταί, αφού επροχώρησαν αρκετά και παρετήρησαν λεπτομερώς το στρατόπεδον, δεν εκρατήθησαν αναμένοντες τους (όπισθεν αυτών) οπλίτας, αλλ', ανακράξαντες (ξεφωνίσαντες), έτρεχαν κατ' επάνω του μ' ορμήν. Οι δε βάρβαροι, ακούσαντες τον θόρυβον, δεν αντέστησαν, αλλ' ετράπησαν πάντες εις φυγήν. Εν τούτοις εφονεύθησαν καί τινες των βαρβάρων και ίπποι ως είκοσι τον αριθμόν συνελήφθησαν και η του Τιριβάζου σκηνή εκυριεύθη, εντός της οποίας ευρέθησαν αργυρόποδες κλίναι και διάφορα αγγεία με ποτά, προς δε και όσοι έλεγαν ότι ήσαν οι αρτοκόποι και οινοχόοι του σατράπου. Αφού δ' εξήτασαν και έμαθαν όλα αυτά (από τους πελταστάς) οι στρατηγοί των οπλιτών, ενόμισαν φρόνιμον ν' απέλθουν εις το στρατόπεδόν των όσον το δυνατόν ταχύτερον, μη τυχόν γείνη καμμία επίθεσις κατά της εκεί καταλειφθείσης προς φύλαξιν φρουράς. Και ευθύς αμέσως προσκαλέσαντες διά της σάλπιγγος όλον τον στρατόν, ανεχώρησαν και έφθασαν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.

Κεφάλαιον πέμπτον.


Την δ' επομένην ενόμισαν ότι το φρονιμώτερον ήτον αμέσως ν' αναχωρήσουν, βαδίζοντες όσον ηδύναντο ταχύτερον, πριν ή ανασυνταχθούν και πάλιν οι πολέμιοι και καταλάβουν τα στενά. Ευθύς δ' ετοιμάσαντες τας αποσκευάς των επορεύοντο διά μέσου πυκνοτάτης χιόνος, έχοντες οδηγούς πολλούς. Και αυθημερόν υπερπηδήσαντες την κορυφήν του όρους, από την οποίαν έμελλε να επιτεθή ο Τιρίβαζος, εστρατοπέδευσαν κάπου εκεί προχείρως.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα πέντε και φθάνουν εις τον Ευφράτην ποταμόν, τον οποίον και διέρχονται, βρεχόμενοι σχεδόν μέχρις ομφαλού, και του οποίου αι πηγαί ελέγετο ότι δεν ήσαν και πολύ μακράν.

Εντεύθεν επορεύοντο διά μέσου πεδιάδος, χιονιζόμενοι, σταθμούς τρεις, παρασάγγας πέντε. Ο τρίτος όμως σταθμός υπήρξε δι' αυτούς ταλαιπωρότατος. Βορράς έπνεε καταντικρύ των φοβερός (κατάμουτρα), καθολοκληρίαν κατακαίων όλα και ξεπαγιάζων τους ανθρώπους. Όπου κάποιος εκ των μάντεων είπε να προσφέρουν σφάγια (θυσίαν) εις τον Θεόν του ανέμου. Αμέσως δε και προσφέρονται τοιαύτα. Όλοι δε είδαν ολοφάνερα ότι (αμέσως) το κακόν του ανέμου εμετριάσθη. Ήτο δε το βάθος της χιόνος έως μίαν οργυιάν. Ώστε και από τα υποζύγια και από τους αιχμαλώτους πολλοί καθ' οδόν απέθαναν και εκ των στρατιωτών περί τους τριάκοντα.

Επέρασαν δε την νύκτα ανάπτοντες (διαρκώς) φωτιάν και θερμαινόμενοι. Ξύλα δε ήσαν εις τον σταθμόν ουκ ολίγα. Τα οποία όμως δεν επήρκουν και διά τους κατόπιν ερχομένους. Οι δε ελθόντες πρωτήτερα και θερμαινόμενοι ήδη δεν άφηναν τους αργοπορήσαντας να πλησιάσουν στη φωτιά των, εάν δεν τους έδιδαν σίτον ή ό,τι δήποτε άλλο είχαν επάνω των φαγώσιμον.

Τότε, λοιπόν, ό,τι είχεν έκαστος έδωκεν εις τον άλλον. Όπου δε ήτο φωτιά αναμμένη, αναλυομένης, (ως εκ της θερμότητος), της χιόνος, εσχηματίζοντο μεγάλοι λάκκοι μέχρι του εδάφους. Όπου και ήτο δυνατόν να καταμετρήση τις το βάθος της χιόνος.

Εντεύθεν δε, καθ' όλην την επιούσα ημέραν, επορεύοντο εν μέσω χιόνων, πολλοί δε εκ των στρατιωτών έπαθαν από εξάντλησιν των δυνάμεών των εκ της μαστιζούσης αυτούς μεγάλης πείνας («βουλιμίας»). Ο δε Ξενοφών, οπισθοφυλακών και συγκρατών (προφθάνων) τους πίπτοντας εκ των στρατιωτών, ηγνόει οποία τις ήτον η αρρώστιά των.

Όταν δε κάποιος από τους γνωρίζοντας τα τοιαύτα του είπεν ότι προφανώς έπαθαν από μεγάλην εκ της ασιτίας των εξάντλησιν, ότι δε, εάν φάγουν κάτι, (έστω και ελάχιστον), θα αναζωγονηθούν, τότε, περιερχόμενος (τριγυρίζων) τα υποζύγια, όπου ήθελεν εύρη τίποτε φαγώσιμον το εμοίραζε και παντού απέστελλε τους δυναμένους να περιτρέχουν (προς εξεύρεσιν τροφής), οίτινες (ό,τι εύρισκαν) το έδιδαν αμέσως εις τους πάσχοντας. (43)

Πράγματι δε, μόλις έτρωγαν κάτι, ανεζωογονούντο και επορεύοντο. Ενώ δ' επορεύοντο, ο μεν Χειρίσοφος φθάνει (κοντοφτάνει), ότι ήρχισε να σκοτεινιάζη, εις κάποιο εκεί χωρίον, έμπροσθεν δε του τειχίσματός του συναντά εκ του χωρίου ερχομένας γυναίκας τινας και κόρας να υδροφορούν από κάποια εκεί πηγήν.

Αύται, λοιπόν, τους ηρώτων: ποίοι είναι. Ο δε διερμηνεύς απήντησεν εις Περσικήν γλώσσαν, ότι έρχονται εκ μέρους του βασιλέως προς τον σατράπην. Εκείναι δε απεκρίθησαν ότι δεν είναι ενταύθα (εις το χωρίον), αλλ' ότι απουσιάζει μακράν του ένα παρασάγγην. Ούτοι δε, επειδή ήτον αργά, έρχονται μαζή με τας υδροφόρους προς τον κωμάρχην, εντός του τειχίσματος.

Και ο μεν Χειρίσοφος και όσοι ηδυνήθησαν εκ του στρατεύματος εστρατοπέδευσαν ενταύθα, οι δε μη δυνάμενοι εκ των άλλων στρατιωτών να διανύσουν την (μέχρι του χωρίου) οδόν διενυκτέρευσαν (εις το ύπαιθρον) χωρίς να φάγουν τίποτε και χωρίς φωτιά. Επίσης και εδώ απέθανάν τινες εκ των στρατιωτών από το ψύχος.

Τους ηκολούθουν δε (τους κατεδίωκον) όπισθεν αθροίσματά τινα (μπουλούκια) εκ των βαρβάρων, αρπάζοντα όσα ζώα εύρισκαν εξησθενημένα καθ' οδόν και περί της κατοχής των αναμεταξύ των συμπλεκόμενα. Έμεναν δ' ακόμη οπίσω και όσοι εκ των στρατιωτών είχαν εκ της χιόνος τυφλωθή και εκείνοι των οποίων τα δάκτυλα των ποδών είχαν σαπίση από το ψύχος.

Ανεκουφίζοντο δε ουκ ολίγον από το κακόν της χιόνος οι οφθαλμοί, εάν προ αυτών εκράτει τις τίποτε μαύρον, ενώ επορεύετο. Ως προς τους πόδας δε, εάν τις εκινείτο διαρκώς και δεν ησύχαζε (δεν εκοιμάτο) διόλου και καθ' όλην την νύκτα είχεν αυτούς ελευθέρους από τα υποδήματα.

Δι' όσους όμως εκοιμώντο μ' αυτά (με τα παπούτσια), εισήρχοντο τα λουριά («ιμάντες») εις τους πρησμένους από το ψύχος πόδας, και τα υποδήματα ολοτρόγυρα επάγωναν (εκοκκάλιαζαν). Διότι, επειδή είχαν ήδη φθαρή (λυώση) προ πολλού τα παλαιά των υποδήματα, τα είχαν αντικαταστήση με ακατέργαστα μονόπετσα τσαρούχια, καμωμένα από τα δέρματα βοών προσφάτως εκδαρέντων.

Ως εκ των ταλαιπωριών των, λοιπόν, αυτών έμεναν (ακόμη) οπίσω τινές εκ των στρατιωτών. Οίτινες (μάλιστα) ιδόντες κάποια εκεί που τοποθεσίαν να μαυρίζη, διότι δεν υπήρχε χιών εις το μέρος τούτο, ενόμισαν (προς στιγμήν) ότι (εκεί) αύτη είχεν ήδη λυώση. Πράγματι δε και είχε λυώση ένεκα θερμής τινος πηγής, η οποία ήτον εκεί που πλησίον, εντός δασώδους φάραγγος. Προς το μέρος αυτό τραπέντες οι στρατιώται εκείνοι εκάθηντο και δεν ήθελαν διόλου να βαδίσουν.

Ο δε Ξενοφών, επειδή ωπισθοφυλάκει (και, συνεπώς, ήτον εις θέσιν ν' αντιλαμβάνεται καλλίτερον τα συμβαίνοντα), άμα ως έμαθε περί τίνος πρόκειται, τους παρεκάλει επιτηδείως και με τρόπον να μη μένουν οπίσω (από το στράτευμα), λέγων εις αυτούς ότι έρχονται όπισθεν πολλοί πολέμιοι συγκεντρωμένοι (μαζεμμένοι). Εν τέλει δε (βλέπων τούτους αρνουμένους), και εξωργίσθη. Ούτοι όμως τον παρεκάλουν να τους φονεύση (του έλεγαν ότι καλλίτερον δι' αυτούς θα ήτο να τους φονεύση παρά να προχωρήσουν). Διότι τους είναι απολύτως αδύνατον να βαδίσουν.

Τότε ενόμισαν ότι έπρεπε να εκφοβίσουν, ει δυνατόν, τους ακολουθούντας όπισθεν πολεμίους, διά να μην επιτεθούν κατά των ασθενών και κουρασμένων. Και ήτο μεν ήδη σκότος, ούτοι δε (οι πολέμιοι) τους επλησίασαν με μεγάλον θόρυβον, φιλονεικούντες περί του τις πρώτος θα επιτεθή εναντίον των.

Τότε, λοιπόν, οι οπισθοφύλακες, ως υγιαίνοντες, εξεγερθέντες επετέθησαν κατά των πολεμίων. Οι δε ασθενείς, αναβοήσαντες όσον ηδύναντο περισσότερον, εκτύπησαν τας ασπίδας προς τα δόρατα. Οι δε πολέμιοι φοβηθέντες άφησαν εαυτούς να φέρωνται επί της χιόνος προς την φάραγγα (ετράπησαν εις φυγήν), και ουδείς πλέον ουδαμού έκαμε λόγον περί αυτών.

Και ο μεν Ξενοφών με τους ιδικούς του, αφού είπαν εις τους ασθενείς ότι την επομένην θα τους επισκεφθούν τινες (εκ των στρατιωτών του), βαδίζοντες, πριν ή ακόμη διανύσουν τέσσαρα στάδια, συναντούν εις τον δρόμον κοιμωμένους, καθ' ολοκληρίαν δε από την χιόνα σκεπασμένους, τους (υπολειφθέντας από τους περί τον Χειρίσοφον) στρατιώτας. Είδαν δε ότι ούτε ίχνος καν φρουράς είχε τοποθετηθή (προς φρούρησίν των). Και τους παρεκίνουν να επιστρέψουν. Ούτοι δε έλεγαν ότι, όσοι είναι έμπροσθεν (όσοι προχωρούν) δεν πρέπει να υποχωρούν.

Ο δε Ξενοφών, αφού επροσπέρασεν, απέστειλε προς αυτούς τους ισχυροτέρους των πελταστών με την διαταγήν να εξετάσουν ποίον είναι το αίτιον που τους εμποδίζει να τον ακολουθήσουν. Ούτοι δε, (επιστρέψαντες), του ανήγγειλαν: διότι όλον το στράτευμα επεθύμει να ησυχάση (να κοιμηθή) εκεί, όπως ευρίσκετο.

Τότε και οι περί τον Ξενοφώντα διενυκτέρευσαν ενταύθα (εις το ύπαιθρον) χωρίς φωτιά και άδειπνοι, εγκαταστήσαντες οίας ηδύναντο φρουράς. Αφού δε εξημέρωσεν, ο μεν Ξενοφών, αποστείλας προς τους ασθενούντας τους νεωτάτους (των οπισθοφυλάκων), τους διέταξεν, αφού τους σηκώσουν (από τον ύπνον των), να τους εξαναγκάσουν να βαδίσουν.

Εν τούτω δε τω μεταξύ ο Χειρίσοφος αποστέλλει τινάς εκ των εν τω χωρίω στρατοπεδευμένων στρατιωτών του, διά να εξετάσουν εις ποίαν κατάστασιν ευρίσκονται οι τελευταίοι (οι περί τον Ξενοφώντα). Ούτοι δε, ιδόντες (αυτούς) με ευχαρίστησίν των, τους μεν ασθενούντας παρέδωσαν εις αυτούς, διά να τους φέρουν εις το στρατόπεδον, αυτοί δε επορεύοντο και, πριν διανύσουν είκοσιν εν όλω στάδια, έφθασαν εις το χωρίον, όπου εστρατοπέδευεν ο Χειρίσοφος.

Αφού δε συνηντήθησαν, ενόμισαν ότι θα ήσαν εν πλήρει ασφαλεία, εάν κατεσκήνου κατά κώμας ο στρατός. Και ο μεν Χειρίσοφος έμενεν ενταύθα. Οι δε άλλοι, μοιρασθέντες προς αλλήλους όσας είχαν προ των οφθαλμών των κώμας (όσα έφτανε το μάτι των χωριά), επορεύοντο έκαστος με τους ιδικούς του εις ο έτυχεν εις αυτόν χωρίον.

Τότε, λοιπόν, ο λοχαγός Πολυκράτης ο Αθηναίος τους παρεκάλεσε να τον αφήσουν ελεύθερον εις τας ενεργείας του. Και λαβών τους ευζώνους ορμά κατά του χωρίου, το οποίον έτυχεν εις τον Ξενοφώντα, και καταλαμβάνει απροόπτως όλους τους κατοίκους του με τον αρχηγόν των και δέκα επτά πώλους συντηρουμένους, διά να σταλούν ως φόρος εις τον βασιλέα, και την θυγατέρα του κωμάρχου, μόλις προ εννέα ημερών νυμφευθείσαν, της οποίας ο σύζυγος, επειδή επήγε την ημέραν εκείνην να κυνηγήση λαγούς, δεν συνελήφθη μαζή με τους άλλους από τον Πολυκράτην.

Αι δε οικίαι ήσαν υπόγειοι και είχαν την θύραν στενήν καθώς το στόμα φρέατος, προς τα κάτω δ' ευρείαι. Αι δε είσοδοι διά μεν τα ζώα ήσαν εσκαμμέναι, οι άνθρωποι όμως κατέβαιναν διά (χωματίνης) κλίμακος. Εντός δε των οικιών συνδιαιτώντο μαζή με τα μικρά των αίγες, χοίροι, βόες, όρνιθες.

Τα δε κτήνη συνετηρούντο με ξηρόν χόρτον. Ήσαν δ' ακόμη και σίτος και κριθαί και όσπρια και οίνος κρίθινος (μπύρα) μέσα εις αγγεία, επίτηδες προωρισμένα διά κέρασμα («κρατήρας»), εντός των οποίων υπήρχον και αυταί αι κριθαί, επιπλέουσαι μέχρι του χείλους των αγγείων. Ακόμη δε και άχυρα υπήρχον εντός αυτών, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα, χωρίς κόμβους.

Ένεκα τούτου δε, όταν τις εδίψα, έπρεπε να τον απομυζεί (ρουφάη) από τον κρατήρα με κλειστά τα χείλη. Ήτο δε πάρα πολύ δυνατός δι' εκείνον που τον έπινε χωρίς νερό. Πάρα πολύ δε γλυκύς δι' εκείνον που τον είχε συνηθίση.

Ο δε Ξενοφών εδείπνησε μαζή με τον άρχοντα του χωρίου και του συνίστα να έχη θάρρος, διαβεβαιών αυτόν ότι και των τέκνων του δεν θα στερηθή και από την οικίαν του θ' αναχωρήσουν, αφού πρώτα την ξαναγεμίσουν με νέας τροφάς, (44) εάν είχε την διάθεσιν να του υποδείξη κανένα χρήσιμον πράγμα διά το στράτευμα, έως ότου φθάσουν εις άλλο Έθνος.

Ούτος δε του το υπεσχέθη αμέσως και, φιλοφρονούμενος, του έδειξεν ως τοιούτον οίνον εις ο μέρος ήτον εντός καταχώστων αγγείων («αμφορέων») αποτεθειμένος. Ταύτην μεν, λοιπόν, την νύκτα ούτω ανά τας διαφόρους κώμας διανεμηθέντες εκοιμήθησαν, έχοντες τα πάντα εν αφθονία, όλοι οι στρατιώται, φυλάσσοντες δε τον κωμάρχην και τα τέκνα του ούτως ώστε να τους βλέπουν.

Την δ' επομένην ο Ξενοφών, παραλαβών τον κωμάρχην, επορεύετο προς τον Χειρίσοφον. Από οιονδήποτε δε χωρίον διήρχετο, διηυθύνετο προς τους χωρικούς και συνήντα παντού (στρατιώτας) ευωχουμένους και ευθυμούντας, και από κανένα μέρος δεν τους άφηναν να φύγουν, χωρίς να τους παραθέσουν γεύμα.

Πανταχού δε, όπου και αν μετέβησαν, εις μίαν και την αυτήν τράπεζαν παρέθετον κρέατα αρνίσια, κατσικίσια, χοιρινά, μοσχαρίσια, ορνίθινα, μαζή με πολλούς άρτους, άλλους μεν σιταρένιους, άλλους δε κριθίνους.

Οσάκις δε ήθελε κανείς, φιλοφρονούμενος πρός τινα, να προπίη εις υγείαν του, τον έσυρε (σχεδόν διά της βίας) άνωθεν του κρατήρος, από τον οποίον ήτον υποχρεωμένος, αφού έσκυβεν από 'πάνω του, να πίνη ροφών σαν βώδι. Και εις τον κωμάρχην επέτρεψαν να λαμβάνη ό,τι ήθελεν η καρδιά του. (45) Ούτος δε δεν εδέχετο μεν απολύτως τίποτε, αλλ' όπου έβλεπε κανένα εκ των συγγενών του, πάντοτε τον έσυρε προς το μέρος του.

Αφού δε ήλθαν εις τον Χειρίσοφον, ηύραν και τους εκεί κατασκηνούντας (στρατιώτας) στεφανωμένους με στεφάνους, από ξηρόν χόρτον καμωμένους, παίδας δε Αρμενίους υπηρετούντας αυτούς με βαρβαρικάς στολάς, εις τους οποίους, σαν να ήσαν άλαλοι, υπεδείκνυαν διά νευμάτων παν ό,τι έπρεπε να κάμουν. (46)

Αφού δ' εχαιρετήθησαν ο Ξενοφών και ο Χειρίσοφος, από κοινού ηρώτων τον κωμάρχην διά του ομιλούντος την Περσικήν διερμηνέως «οποία τις ήτον η χώρα, εις ην ευρίσκοντο». Ούτος δ' έλεγεν «ότι ήτον η Αρμενία». Και πάλιν τον ηρώτων: «διά ποίον συνετηρούντο οι ίπποι». Και εκείνος απήντα ότι προωρίζοντο ως φόρος διά τον βασιλέα. Ότι δε οι κάτοικοι οι την γείτονα χώραν κατοικούντες ωνομάζοντο Χάλυβες». Περιέγραφε δε την άγουσαν εις την χώραν των οδόν.

Και τον μεν κωμάρχην τότε παραλαβών μαζή του ο Ξενοφών απήλθε προς τους υπηρέτας (του κωμάρχου). Κάποιον δε ίππον, τον οποίον είχεν αιχμαλωτίση προ πολλού, του τον προσφέρει (με την σύστασιν), αφού τον παχύνη, να τον θυσιάση, διότι είχεν ακούση ότι ήτον εκ των προς θυσίαν εις τον Ήλιον συντηρουμένων, φοβούμενος μήπως αποθάνη (ψοφήση) ένεκα των κακοπαθειών, τας οποίας είχεν υποστή εν τη οδοιπορία. Ο δε Ξενοφών λαμβάνει (δι' εαυτόν) ένα εκ των πώλων (των διά βασιλικόν φόρον προωρισμένων), δίδων επίσης από ένα και εις έκαστον των άλλων στρατηγών και λοχαγών του.

Οι δε εν τη χώρα ταύτη ίπποι ήσαν μικρότεροι μεν των Περσικών, κατά πολύ όμως θυμοειδέστεροι. Τότε, λοιπόν, και ο κωμάρχης τους εξηγεί (τους μαθαίνει) πώς να τυλίσσουν περί τους πόδας των ίππων και των υποζυγίων μικρούς σάκκους, όταν οδοιπορούν εν μέσω χιόνων, διότι χωρίς τους σάκκους αυτούς (θα) εβυθίζοντο (ίπποι και υποζύγια) μέχρι της κοιλίας,

Κεφάλαιον έκτον.


Μετά οκτώ δ' ημέρας ο Ξενοφών τον μεν οδηγόν (κωμάρχην) παραδίδει εις τον Χειρίσοφον, τους δε υπηρέτας του, χαριζόμενος, αφήνει εις την διάθεσίν του, πλην του υιού του, προ ολίγου μόλις εισελθόντος εις την εφηβικήν ηλικίαν, ον παραδίδει εις τον Επισθένην τον Αμφιπολίτην προς φύλαξιν, με την εντολήν όπως, εάν το νομίζη ορθόν, απέλθη κρατών (ως όμηρον) και τούτον. Εις δε την οικίαν του εισεκόμισαν (αντί των καταναλωθέντων υπ' αυτών τροφίμων) όσα ηδύναντο περισσότερα.

Και ανασυνταχθέντες επορεύοντο. Προηγείτο δ' αυτών βαδίζων διά της χιόνος ο κωμάρχης με λυτάς τας χείρας. Και ήδη ήσαν εις τον τρίτον σταθμόν, και ο Χειρίσοφος εξωργίσθη εναντίον του, διότι δεν τους ωδήγησεν εις χωρία. Ούτος δε, (δικαιολογούμενος), έλεγεν ότι δεν υπήρχον τοιαύτα εις τον τόπον τούτον. Ο δε Χειρίσοφος τον εκτύπησε μεν, δεν τον έδεσεν όμως.

Ως εκ τούτου δ' εκείνος, (ευρών ευκαιρίαν), κατώρθωσε να δραπετεύση την νύκτα, εγκαταλείψας τον υιόν του. Το γεγονός δ' αυτό υπήρξε το μόνον που έγεινε, καθ' όλον το διάστημα της οδοιπορίας, αφορμή ψυχρότητος μεταξύ του Χειρισόφου και του Ξενοφώντος: η κακομεταχείρισις δηλ. του κωμάρχου από τον Χειρίσοφον και η περί την φύλαξιν αυτού επιδειχθείσα αμέλεια. Ο δ' Επισθένης ηγάπησεν («ηράσθη») τον παίδα, και, αφού τον έφερεν εις την πατρίδα του, τον μετεχειρίζετο ως ερωμένην του (ως καταλληλότατον διά να αφροδισιάζεται).

Μετά ταύτα επορεύθησαν επτά σταθμούς, διανύοντες ανά πέντε παρασάγγας εκάστην ημέραν, και φθάνουν εις τον Φάσιν ποταμόν, έχοντα πλάτος ενός πλέθρου. Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας δέκα. Εις ο δε μέρος υπήρχεν η από των ορέων προς την πεδιάδα διάβασις, τους συνήντησαν οι των χωρών αυτών κάτοικοι, οι Χάλυβες και οι Ταόχοι και οι Φασιανοί. Ο δε Χειρίσοφος, αφού παρετήρησεν εις το μέρος τούτο της διαβάσεως τους πολεμίους, έπαυσε πλέον να βαδίζη, απέχων αυτής μέχρι τριάκοντα σταδίων, και τούτο, διά να μη πλησιάση τους πολεμίους οδηγών την φάλαγγα κατά κέρας. (47) Διέταξε δε και τους άλλους να παρατάξουν κατά παραγωγήν τους λόχους, διά να παρουσιασθή το στράτευμα όλον κατά μέτωπον.

Αφού δε ήλθαν οι οπισθοφύλακες, συνεκάλεσε τους στρατηγούς και λοχαγούς και είπε προς αυτούς τα εξής: «Οι μεν πολέμιοι, όπως βλέπετε, κατέλαβον την διάβασιν του όρους. Είναι δε καιρός να σκεφθώμεν πώς θ' αγωνισθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα.

»Εγώ μεν, λοιπόν, νομίζω ορθόν να διατάξωμεν μεν να γευματίσουν οι στρατιώται, ημείς δε να σκεφθώμεν αν σήμερον ή αύριον θ' αποφασίσωμεν να υπερβώμεν το όρος».

«Αλλ' όσον αφορά εμέ — είπεν ο Κλεάνωρ — φρονώ ότι, αφού ως τάχιστα γευματίσωμεν, πρέπει να βαδίσωμεν, εξοπλιζόμενοι ως τάχιστα, κατά των πολεμίων. Διότι, εάν αφήσωμεν να περάση η σημερινή ημέρα ασκόπως (εάν χρονοτριβήσωμεν σήμερον), και οι βλέποντες ήδη ημάς πολέμιοι θα γείνουν τολμηρότεροι, και άλλοι πολύ περισσότεροι, τούτων τολμηροτέρων γινομένων, θα προστεθούν βεβαίως εις αυτούς».

Μετά τον Κλεάνορα ο Ξενοφών είπεν: «Η δε ιδική μου γνώμη είναι η εξής: «Εάν μεν ήναι ανάγκη να πολεμήσωμεν, υπέρ παν άλλο οφείλομεν να φροντίσωμεν πώς να πολεμήσωμεν όσον το δυνατόν καλλίτερα. Εάν δε θέλωμεν να επιχειρήσωμεν την διάβασιν όσον το δυνατόν ευκολώτερα, υπέρ παν άλλο μου φαίνεται ότι τούτο πρέπει να σκεφθώμεν: πώς να υποστώμεν όσον το δυνατόν μεν ολιγωτέρας ζημίας, όσον το δυνατόν δε ολιγωτέρους να απολέσωμεν άνδρας.

»Και το μεν όρος, λοιπόν, είναι αυτό που βλέπετε, εκτεινόμενον εις έκτασιν μεγαλητέραν των εξήκοντα σταδίων. Ουδαμού δ' αλλού φαίνονται άνδρες παραμονεύοντες ημάς παρά μόνον όσοι είναι επί της προς αυτό αγούσης οδού, (ην έχομεν ενώπιόν μας). Θα ήτο, λοιπόν, πολύ προτιμότερον να προσπαθήσωμεν με κάθε τρόπον: και να υποκλέψωμεν απαρατήρητοι κανένα κομμάτι από το υπόλοιπον αφύλακτον («έρημον») όρος, και, αφού φθάσωμεν εις αυτό κρυφίως, να το αρπάσωμεν, εάν ημπορούμεν, εξ εφόδου, παρά να πολεμήσωμεν (εκ του συστάδην) προς οχυρά του όρους μέρη και άνδρας προς μάχην ήδη προετοιμασμένους.

»Διότι θα ήτο πολύ ευκολώτερον (ακινδυνότερον) να βαδίσωμεν αμαχητί ανηφορικόν δρόμον (μη έχοντες ενώπιον μας πολεμίους) παρά (να βαδίζωμεν δρόμον) ομαλόν, έχοντες όμως από το ένα μέρος και από το άλλο (δεξιά και αριστερά μας) τον εχθρόν. Και είναι προτιμότερον ακόμη να βαδίζη τις αμαχητί την νύκτα, βλέπων καλά (μόνον) τα προ των ποδών του, παρά να πολεμή την ημέραν (βλέπων καθ' όλον το μήκος της οδού). Η δε κρημνώδης γη είναι πλέον υποφερτή στους πόδας, εάν οι άνδρες βαδίζουν αμαχητί, παρά η ομαλή, εάν οι άνδρες κτυπώνται κατακέφαλα.

»Και δεν μου φαίνεται δα ότι είναι ακατόρθωτον το να υποκλέψωμεν κρυφίως κανένα σημείον (μέρος) του όρους, αφού είναι μεν δυνατόν να βαδίσωμεν νύκτα (κατά των πολεμίων), ώστε να μη μας ίδουν, είναι δε επίσης δυνατόν να προχωρήσωμεν επί τοσούτον, ώστε να μη μας καταλάβουν. Κατά την γνώμην μου δε, εάν προσποιηθώμεν ότι επιτιθέμεθα φανερά κατά των πολεμίων (εις ο μόνον μέρος ευρίσκονται ούτοι), θα δυνηθώμεν να χρησιμοποιήσωμεν υπέρ ημών περισσότερον αφύλακτον του όρους μέρος. Διότι, εν τοιαύτη περιπτώσει, οι πολέμιοι θα έμεναν περισσότερον μαζεμμένοι εις ην θέσιν ήδη ευρίσκονται.

»Αλλά τι σημασίαν έχει η περί κλοπής ιδική μου γνώμη και κατά τι θα ηδύνατο να συντελέση εις τον περί ου πρόκειται σκοπόν; Διότι εγώ, ω Χειρίσοφε, ακούω περί υμών των Λακεδαιμονίων και εν γένει περί όσων είναι ομότιμοι με σας (περί όλων των σπαρτιατιζόντων όπως σεις), ότι από της παιδικής ακόμη ηλικίας σπουδάζετε το κλέπτειν, και ότι δεν είναι εντροπή, τουναντίον μάλιστα ότι είναι άξιον επαίνου το να κλέπτη τις όσα δεν εμποδίζει ο νόμος.

»Διά να κλέπτετε δε όσον το δυνατόν καλλίτερα, καταβάλλετε κάθε προσπάθειαν να μη σας εννοούν (ενώ κλέπτετε). Διότι, συμφώνως με τα έχοντα ισχύν νόμου έθιμά σας, εάν τυχόν συλληφθήτε κλέπτοντες, τιμωρείσθε με μαστίγωσιν. Τώρα, λοιπόν, είπερ ποτέ είναι διά σε ευκαιρία να επιδείξης την τέχνην σου αυτήν και να προφυλαχθής, ώστε να μη συλληφθώμεν κλέπτοντες κανέν σημείον του όρους, διά να μη ξυλισθώμεν (διά να μη της φάμε)».

«Αλλ' όμως, είπεν ο Χειρίσοφος, κ' εγώ ακούω περί υμών των Αθηναίων ότι είσθε ικανώτατοι (φοβεροί) περί το κλέπτειν τα δημόσια, αν και ο (της τιμωρίας) κίνδυνος είναι μέγας διά τον κλέπτοντα, και μάλιστα ότι οι ικανώτατοι περί το κλέπτειν είναι και οι καλλίτεροί σας, εάν αληθώς εν Αθήναις κρίνωνται ως άξιοι να διευθύνουν τα δημόσια πράγματα (να διαχειρίζωνται τα δημόσια) οι καλλίτεροι».

«Εγώ μεν, λοιπόν, απήντησεν ο Ξενοφών, είμαι πάντοτε έτοιμος, έχων τους οπισθοφύλακας, να βαδίσω, ευθύς άμα δειπνήσωμεν, προς κατάληψιν του όρους. Έχω δε μαζή μου και οδηγούς. Διότι οι εύζωνοί μου, ενεδρεύοντες, συνέλαβόν τινας εκ των παρακολουθούντων το στράτευμα λωποδυτών (του τόπου). Τούτους ερωτήσας έμαθον ότι δεν είναι άβατον το όρος, αλλ' ότι βόσκεται από βόας και αίγας. Ώστε, όταν άπαξ καταλάβωμεν μέρος τι εξ αυτού, θα το έχωμεν ευδιάβατον (θα μας ήναι τότε ευδιάβατον) και εις τα ζώα μας.

» Ελπίζω δε ότι, όταν μας ίδουν οι πολέμιοι ευρισκομένους επί της κορυφής όπως αυτοί, δεν θα τολμήσουν να παραμείνουν (ανθιστάμενοι). Διότι και τώρα δεν τολμούν, κατερχόμενοι, να παρουσιασθούν ισόπαλοι ημών (να μετρηθούν μαζή μας)».

Ο δε Χειρίσοφος είπε: «Και διά ποίον λόγον πρέπει να βαδίσης συ (προς την κορυφήν), εκθέτων (εις την διάκρισιν του εχθρού) την οπισθοφυλακήν; (48) Άλλους ν' αποστείλης, αν δεν παρουσιασθούν τινες αφ' εαυτών (εκουσίως των) γενναίοι».

Μετά τους λόγους τούτους του Χειρισόφου έρχεται με οπλίτας μεν Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς, μ' ευζώνους δε Αριστέας ο Χίος και Νικόμαχος ο Οιταίος. Οίτινες συνεφώνησαν (με τον Ξενοφώντα και τον Χειρίσοφον), άμα ως καταλάβουν την κορυφήν του όρους, ν' ανάψουν πολλά πυρά επ' αυτού (προς είδησίν των).

Μετά ταύτα εγευμάτισαν. Και μετά το γεύμα επροχώρησεν (επλησίασεν) ο Χειρίσοφος με όλον του το στράτευμα προς τους πολεμίους περί τα δέκα στάδια, επί τω σκοπώ να τους εξαπατήση όσον το δυνατόν περισσότερον, ότι διά της φανεράς αυτής οδού και μόνον θα οδηγήση εναντίον των το στράτευμα.

Αφού δ' εδείπνησαν κ' ενύκτωσεν, όσοι μεν ωρίσθησαν (διά την κατάληψιν) ανεχώρησαν και καταλαμβάνουν (διά μυστικής οδού) το όρος. Οι δε υπόλοιποι έμειναν ενταύθα αναπαυόμενοι. Αλλ' οι πολέμιοι, μόλις ενόησαν ότι το όρος κατελήφθη, ηγρύπνουν και έκαιον πολλά πυρά καθ' όλην την νύκτα.

Άμα δ' εξημέρωσεν, ο μεν Χειρίσοφος, αφού προσέφερε θυσίαν εις τους Θεούς, εβάδισε διά της φανεράς (προς την διάβασιν) οδού κατά των πολεμίων. Οι δε καταλαβόντες ήδη τας κορυφάς του όρους ώρμησαν εναντίον των.

Εκ δε των πολεμίων πάλιν το μεν μεγαλείτερον μέρος έμεινε κατέχον την διάβασιν («υπερβολήν») του όρους, μέρος δε μόνον εξ αυτών εβάδισε κατά των καταλαβόντων τας κορυφάς (Ελλήνων). Πριν ή δ' ακόμη συγκρουσθή το μεγαλήτερον μέρος των πολεμίων προς τον διά της φανεράς οδού επερχόμενον Χειρίσοφον, έρχονται εις σύγκρουσιν επί των κορυφών («κατά τα άκρα») πολέμιοι και Έλληνες και νικούν οι δεύτεροι και τους καταδιώκουν.

Εν τω μεταξύ δε τούτω και εκ των εκ της πεδιάδος επερχομένων Ελλήνων οι μεν πελτασταί επιτίθενται δρομαίοι κατά των παρατεταγμένων (επί της διαβάσεως) πολεμίων, με ταχύ δε βήμα έρχεται κατόπιν των με τους οπλίτας του ο Χειρίσοφος.

Οι δε πολέμιοι, οι επί της διαβάσεως ταύτης (ευρισκόμενοι), (49) αφού είδαν ότι οι επί των κορυφών (με τους Έλληνας) συγκρουσθέντες ενικήθησαν, τρέπονται εις φυγήν. Και εφονεύθησαν μεν ουκ ολίγοι εξ αυτών, πλείσται δε όσαι πλεκταί ασπίδες κατελήφθησαν, τας οποίας κόψαντες με τας μαχαίρας των οι Έλληνες κατέστησαν αχρήστους.

Ευθύς δε άμα ανήλθον όλοι (Χειρίσοφος και πελτασταί και εύζωνοι και οπλίται) επί της (προς την πεδιάδα αγούσης) διαβάσεως, αφού προσέφεραν θυσίαν εις τους Θεούς και έστησαν επ' αυτής (εις ανάμνησιν της νίκης των) τρόπαιον, κατήλθον εις την πεδιάδα και κατεσκήνωσαν εις χωρία, γεμάτα από πολλά αγαθά (τρόφιμα).

Κεφάλαιον έβδομον.


Μετά ταύτα δε επορεύθησαν εις την χώραν των Ταόχων βαδίσαντες σταθμούς πέντε, παρασάγγας τριάκοντα. Και αι τροφαί εσώθησαν. Διότι οι Ταόχοι κατώκουν οχυρά μέρη, εις τα οποία, (απ' όλα τα πέριξ μεταφέροντες), είχαν συσσωρεύση όλας τας τροφάς.

Αφού δ' επλησίασαν εις μέρος, εις το οποίον ούτε πόλις υπήρχεν, ούτε οικία, και εις το οποίον είχαν συναθροισθή (ωχυρωμένοι) και άνδρες και γυναίκες και πολλά κτήνη, ο μεν Χειρίσοφος, ευθύς άμα έφθασε, κατηύθυνε κατ' αυτού την επίθεσίν του. Επειδή δε οι πρώτοι εκ των επιτεθέντων κατεβλήθησαν (απόστασαν), ήλθαν κατόπιν άλλοι και πάλιν άλλοι. Διότι δεν ήτο δυνατόν όλοι μαζή να τους περικυκλώσουν, επειδή το μέρος ήτον ολόγυρα απόκρημνον.

Αφού δε ήλθεν ο Ξενοφών με τους οπισθοφύλακας και τους πελταστάς και τους οπλίτας, τότε ο Χειρίσοφος του λέγει: «Εις καλήν ώραν ήλθατε. Διότι το μέρος αυτό είναι απόλυτος ανάγκη να κυριευθή. Διότι θα στερηθή ο στρατός των τροφίμων του, εάν δεν το καταλάβωμεν (διά πάσης θυσίας)».

Τότε, λοιπόν, από κοινού συνεσκέφθησαν. Και επειδή ο Ξενοφών ηρώτησε: «τι εμποδίζει ίνα εισβάλη τις εις το μέρος τούτο», ο Χειρίσοφος απήντησε: «Καθώς βλέπεις, ένα μόνον μονοπάτι υπάρχει (προς επίθεσιν). Όταν δε αποπειραθή τις να το προσπεράση, κυλίουν άνωθέν του (οι πολέμιοι) από του μεγάλου αυτού βράχου (τον οποίον βλέπεις) λίθους. Εκείνος δε ο οποίος ήθελε κτυπηθή, ιδού τι παθαίνει». Και συγχρόνως του έδειξεν ανθρώπους έχοντας συντετριμμένα και σκέλη και πλευράς. «Όταν δε τελειώσουν τους λίθους, είπεν ο Ξενοφών, υπάρχει τίποτε άλλο, το οποίον να μας εμποδίση να περάσωμεν; Τουναντίον μάλιστα! — δεν βλέπομεν (εκεί επάνω) παρά τους ολίγους αυτούς ανθρώπους, και εξ αυτών δύο ή τρεις μόνον ωπλισμένους.

»Το δε μέρος, το οποίον είναι ανάγκη να διέλθωμεν κτυπώμενοι, έχει, όπως και συ βλέπεις, έκτασιν ενός και ημίσεος μόλις πλέθρου. (50) Εξ αυτού δε (του μέρους) έκτασις ενός πλέθρου είναι δάσος από αραιά μεγάλα πεύκα, όπισθεν των οποίων ιστάμενοι οι άνδρες τι θα ηδύναντο να πάθουν από τους διευθυνομένους ή κυλιομένους εναντίον των λίθους; Ό,τι μένει, λοιπόν, είναι ήμισυ περίπου πλέθρον, το οποίον ταχέως θα διατρέξωμεν, όταν τους ολιγοστέψουν οι λίθοι».

«Αλλά μόλις — είπεν ο Χειρίσοφος — αρχίσωμεν να προχωρούμεν προς το δάσος, αμέσως τότε καταφέρονται πλείστοι όσοι λίθοι εναντίον μας. Αυτό δ' ακριβώς θα ήτο δι' ημάς και το επωφελέστερον. Διότι ταχέως ούτω θα καταναλώσουν τους λίθους. Αλλ' ας βαδίζωμεν (ή Λοιπόν ας βαδίζωμεν) προς εκείνο το μέρος του δάσους, από το οποίον ελάχιστον μόνον διάστημα θα έχωμεν να διατρέξωμεν, εάν ημπορούμεν, και, εξ άλλου, θα οπισθοχωρούμεν ευκολώτερα, εάν θέλωμεν».

Μετά ταύτα επορεύοντο ο Χειρίσοφος και ο Ξενοφών και ο Καλλίμαχος ο Παρράσιος, λοχαγός. Διότι ούτος κατ' εκείνην την ημέραν είχε την αρχηγίαν εφ' όλων των λοχαγών της οπισθοφυλακής — οι δε άλλοι λοχαγοί έμειναν αμετακίνητοι (δεν το κούνησαν) — Με τον Καλλίμαχον, λοιπόν, επροχώρησαν σιγά υπό τα δένδρα έως εβδομήκοντα άνδρες. Και όχι όλοι μαζή, αλλ' ένας-ένας, προφυλαττόμενοι έκαστοι όπως ηδύναντο.

Αγασίας δε ο Στυμφάλιος και Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς, λοχαγοί και αυτοί εκ των οπισθοφυλάκων, και άλλοι ακόμη, εστάθησαν (εκοντοστάθησαν) έξω των δένδρων. Διότι ήτον επικίνδυνον να σταθούν εντός της περιοχής των δένδρων περισσότεροι του ενός λόχου.

Τότε, λοιπόν, ο Καλλίμαχος μηχανάται το εξής: Αρχίζει να προτρέχη δύο-τρία βήματα από του δένδρου, όπισθέν του οποίου ευρίσκετο. Όταν δε ήρχιζαν οι πολέμιοι να τον λιθοβολούν, ευκολώτατα (ταχέως) υπεχώρει και πάλιν υπό το δένδρον. Εις έκαστον δε τρέξιμο του περισσότεραι από δέκα άμαξαι πετρών κατηναλίσκοντο.

Ο δε Αγασίας, καθώς βλέπει τον Καλλίμαχον να τολμά τοιαύτα, και το στράτευμα ολόκληρον να τον παρατηρή, φοβηθείς μήπως δεν φθάση αυτός πρώτος εις το μέρος (όπου ευρίσκοντο οι πολέμιοι), και χωρίς να καλέση εις βοήθειάν του ούτε τον πλησίον του ιστάμενον Αριστώνυμον, ούτε Ευρύλοχον τον Λουσιέα, αμφοτέρους ομοτίμους φίλους του, ούτε άλλον κανένα, προχωρεί μόνος του και προσπερνά όλους (τρέχων προς τα εμπρός).

Αλλ' ο Καλλίμαχος, μόλις τον είδε παρερχόμενον, τον πιάνει από την περιφέρειαν της ασπίδος του και τον σταματά. Εν τω μεταξύ δε τούτω παρατρέχει αυτούς (τους ξεπερνά) Αριστώνυμος ο Μεθυδριεύς και μετά τούτον Ευρύλοχος ο Λουσιεύς. Διότι όλοι αυτοί συνηγωνίζοντο τις να επιδειχθή περισσότερον γενναίος, ανταγωνιζόμενοι ούτω προς αλλήλους. Ούτω δ' ερίζοντες, κυριεύουν επί τέλους το περιμάχητον εκείνο μέρος. Διότι, αφού άπαξ εισέδραμον, καμμία πλέον πέτρα δεν ερρίφθη άνωθεν.

Και ήτο, λοιπόν, εδώ φοβερόν αληθώς το θέαμα! Διότι αι γυναίκες, αφού πρώτα έρριπτον κάτω τα παιδιά των, εκρημνίζοντο κατόπιν και αύται επάνω των, επίσης δε και οι άνδρες. Ενταύθα Αινείας ο Στυμφάλιος, λοχαγός, βλέπων κάποιον τρέχοντα προς τον κρημνόν, έχοντα όμως πολυτελή στολήν, τον πιάνει (τον προφθάνει) έξαφνα, προσπαθών να τον εμποδίση. Ούτος όμως τον σύρει όπισθέν του, ούτω δε, φερόμενοι κατά των πετρών, εξηφανίσθησαν και οι δύο φονευθέντες. Από το μέρος αυτό αιχμάλωτοι μεν πολύ ολίγοι συνελήφθησαν, βόες δε και όνοι και πρόβατα πολλά.

Εντεύθεν επορεύθησαν διά της χώρας των Χαλύβων σταθμούς επτά, παρασάγγας πεντήκοντα. Οι Χάλυβες ούτοι, διά μέσου των οποίων διήλθον, ήσαν πολεμικώτατοι, ήλθαν δε οπωσδήποτε και εις χείρας με τους Έλληνας (συνεπλάκησαν). Εφόρουν δε θώρακας λινούς μέχρι του υπογαστρίου. Αντί δε πτερύγων, (51) είχαν πυκνά σχοινιά στριμμένα από σπάρτα.

Εφόρουν δε και περικνημίδας και κράνη και παρά την ζώνην έφεραν μαχαίριον μακρόν όσον η προς το άκρον επικαμπής Λακωνική μάχαιρα, διά του οποίου έσφαζαν πάντα όστις ήθελε περιέλθη εις την εξουσίαν των (τους αιχμαλώτους των), των οποίων τας κεφαλάς, αφού τας απέκοπτον, εκράτουν ανά χείρας πορευόμενοι, οσάκις δ' έμελλε να τους ίδουν οι εχθροί των, εχόρευαν κ' ετραγουδούσαν μ' αυτάς ενώπιόν των. Εκράτουν δε και δόρυ μήκους δέκα πέντε πήχεων, με μίαν μόνον λόγχην προς τ' άνω.

Ούτοι, λοιπόν, ανέμεναν τους Έλληνας εις τα χωριά των. Αφού δ' επροσπέρασαν εκείνοι, τους ηκολούθουν πάντοτε, πότε με τους Έλληνας και πότε με τους εχθρούς των συμπλεκόμενοι. Κατώκουν δε εις τα πλέον οχυρά μέρη, εις τα οποία είχαν μεταφέρη και όλας τας τροφάς των. Ώστε να μη δυνηθούν οι Έλληνες να λάβουν τίποτε από την χώραν των φαγώσιμον, διά τούτο δε καθ' όλον αυτό το διάστημα της οδοιπορίας των συνετηρούντο με τα αιχμαλωτισθέντα από τους Ταόχους κτήνη.

Κατόπιν οι Έλληνες έφθασαν εις τον Άρπασον ποταμόν, έχοντα πλάτος τεσσάρων πλέθρων. Εντεύθεν επορεύθησαν διά της χώρας των Σκυθηνών σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσι, φθάσαντες διά μέσου πεδιάδος εις χωρία, εις τα οποία κατεσκήνωσαν τρεις ημέρας και από τα οποία επρομηθεύθησαν τροφάς.

Εντεύθεν, αφού διήλθον σταθμούς τέσσαρας, παρασάγγας είκοσιν, έφθασαν εις πόλιν μεγάλην, κατοικουμένην και πλουσίαν, ονομαζομένην Γυμνιάδα. Εκ της πόλεως αυτής ο της χώρας άρχων αποστέλλει εις τους Έλληνας οδηγόν, διά να τους οδηγήση διά μέσου της εχθρικής του χώρας.

Αφού, λοιπόν, προσήλθεν ούτος, τους υπόσχεται ότι θα τους φέρη εντός πέντε ημερών εις μέρος, από το οποίον θ' αντικρύσουν θάλασσαν. Άλλως τους έλεγε: να τον καταδικάσουν εις θάνατον. Γενόμενος, λοιπόν, οδηγός των, αφού εισέβαλεν εις την εχθρικήν του χώραν, τους παρεκάλει να την κάψουν και να την καταστρέψουν. Του είπαν δε τότε (του εφανέρωσαν) ότι δι' αυτόν τον λόγον μόνον προσήλθεν εις αυτούς, όχι από αγάπην προς τους Έλληνας.

Και φθάνουν την πέμπτην ημέραν εις το όρος, το οποίον ωνομάζετο Θήχης. Μόλις δ' επάτησαν επ' αυτού οι πρώτοι του στρατεύματος και είδαν πέραν, προς το βάθος, την θάλασσαν, έρρηξαν κραυγάς μεγάλας εκ χαράς.

Ακούσας δε ο Ξενοφών και οι οπισθοφύλακες, ενόμισαν ότι και άλλοι εχθροί εμπρός τους επετέθησαν. Διότι τους ηκολούθουν όπισθεν και οι από της καιομένης εχθρικής των Σκυθηνών χώρας πολέμιοι. Εξ αυτών οι οπισθοφύλακες κ' εφόνευσάν τινας και ηχμαλώτισαν, στήσαντες εις αυτούς ενέδραν, και πλεκτάς ασπίδας εκυρίευσαν περί τας είκοσι, κατασκευασμένας από πυκνότριχα ακατέργαστα δέρματα βοών.

Επειδή δε η βοή εγίνετο βαθμηδόν μεγαλητέρα και πλησιεστέρα (προς το όπισθεν ερχόμενον λοιπόν στράτευμα), οι δε συνεχώς κατόπιν επερχόμενοι έτρεχαν δρομαίοι προς τους διαρκώς κραυγάζοντας, ούτω δε η βοή εγίνετο ακόμη μεγαλητέρα, όσον περισσότεροι οι κραυγάζοντες εγίνοντο, υπέθεσεν ο Ξενοφών ότι κάτι τι σπουδαίον θα συμβαίνη, και, αναβάς αμέσως εις τον ίππον του και παραλαβών μαζή του τον Λύκιον και τους ιππείς, έτρεξε ταχέως εις βοήθειάν των.

Και τότε πλέον ευκρινώς ακούουν τους στρατιώτας όλους να φωνάζουν: ΘΑΛΑΣΣΑ! ΘΑΛΑΣΣΑ! και να διαβιβάζουν την κραυγήν αυτήν (αστραπιαίως) ο ένας εις τον άλλον. Τότε πλέον έτρεχαν (προς την κορυφήν) όλοι και οι οπισθοφύλακες, και τα υποζύγια εφέροντο τρέχοντα και οι ίπποι.

Αφού δ' έφθασαν όλοι εις την κορυφήν, τότε (οι στρατιώται) ενηγκαλίσθησαν αλλήλους και στρατηγούς και λοχαγούς δακρύοντες. Και αιφνιδίως, κάποιου εκεί από του ενός εις τον άλλον μεταδώσαντος ακαριαίως το σύνθημα εις όλους, όλοι οι στρατιώται φέρουν λίθους και κατασκευάζουν μέγα εις σχήμα λόφου ύψωμα.

Και επ' αυτού αφιέρωσαν πλήθος βοείων δερμάτων ακατεργάστων και ράβδους (οδοιπορικάς) και όσας πλεκτάς ασπίδας εκυρίευσαν. Ο δε οδηγός, ου μόνον έκοπτεν ο ίδιος εις τεμάχια τας ασπίδας, αλλά και τους άλλους προς τούτο παρεκίνει.

Κατόπιν οι Έλληνες τον αποστέλλουν εις την πατρίδα του, αφού του εδώρησαν όλοι από κοινού ένα ίππον και μίαν φιάλην αργυράν και μίαν Περσικήν ενδυμασίαν και δέκα δαρεικούς. Παρά ταύτα πάντα όμως, επειδή είχεν ιδιαιτέραν επιθυμίαν προς τους δακτυλίους, έλαβε και εξ αυτών πολλούς παρά των στρατιωτών. Αφού δε τους έδειξε κάποιο χωρίον, εις το οποίον να κατασκηνώσουν, και τον δρόμον, τον οποίον θ' ακολουθήσουν βαδίζοντες προς την χώραν των Μακρώνων, αφού πλέον εβράδυασεν, ανεχώρησεν, αρχομένης της νυκτός, εις την πατρίδα του.

Κεφάλαιον όγδοον.


Εντεύθεν επορεύθησαν οι Έλληνες διά της χώρας των Μακρώνων σταθμούς τρεις, παρασάγγας δέκα. Την πρώτην δε ημέραν έφθασαν εις τον (Άρπασον) ποταμόν, όστις εχώριζε την χώραν των Μακρώνων από την των Σκυθηνών.

Είχαν δε εκ δεξιών μέρη αγριώτατα και εξ αριστερών άλλον ποταμόν, εις τον οποίον εχύνετο ο χωρίζων τας δύο χώρας, (ον ανέφερα), και τον οποίον ήσαν ηναγκασμένοι να διαβούν. Ήσαν δε αι όχθαι του ποταμού αυτού (του «άλλου») δασώδεις από δένδρα ουχί μεν μεγάλα, αλλά πυκνά. Ταύτα, αφού επλησίασαν οι Έλληνες, ήρχισαν να κόπτουν, σπεύδοντες να εξέλθουν από το μέρος αυτό όσον το δυνατόν ταχύτερον.

Οι δε Μάκρωνες, φέροντες πλεκτάς ασπίδας και λόγχας και τριχίνους χιτώνας, ήσαν παρατεταγμένοι εις την απέναντι της διαβάσεως (του μέρους όθεν θα διέβαιναν οι Έλληνες) όχθην του ποταμού και παρώρμων αλλήλους (προς επίθεσιν) και λίθους εις τον ποταμόν έρριπτον. Διότι δεν έφθαναν μέχρι των Ελλήνων, ούτ' έβλαπτον εξ αυτών κανένα.

Τότε, λοιπόν, (εις την δύσκολον περίστασιν ακριβώς αυτήν) προσέρχεται εις τον Ξενοφώντα στρατιώτης τις εκ των πελταστών, όστις, καθώς έλεγεν, υπηρέτει ως δούλος εν Αθήναις και όστις εβεβαίου ότι εγνώριζε την γλώσσαν των ανθρώπων τούτων. «(Και τόσον καλά μάλιστα), ώστε — προσέθηκε — νομίζω πώς είναι η χώρα των πατρίς μου. (52) Εάν δε δεν εμποδίζη τίποτε, θα ήθελα να συνομιλήσω με αυτούς».

«Αλλ' ουδέν υπάρχει εμπόδιον, του είπεν ο Ξενοφών, δύνασαι δε ελευθέρως να συνομιλήσης και να μάθης πρώτον ποίοι είναι». Ερωτήσαντος δε του στρατιώτου, απήντησαν εκείνοι ότι είναι οι Μάκρωνες. «Ερώτησέ τους, λοιπόν, είπεν ο Ξενοφών, τι τους ηνάγκασε να αντιταχθούν εναντίον μας και διατί εκηρύχθησαν εχθροί μας».

Και πάλιν ερωτήσαντος εκείνου, ούτοι απεκρίθησαν: «Διότι και σεις εκστρατεύσατε ως εχθροί κατά της χώρας μας». Εις απάντησίν των διέταξαν οι στρατηγοί να τους βεβαιώση εκ μέρους των «ότι δεν έχουν κανένα απολύτως κακόν σκοπόν εναντίον των, αλλ' ότι, αφού επολέμησαν κατά του βασιλέως, απέρχονται ήδη εις την Ελλάδα και ότι ο πόθος των είναι πλέον να φθάσουν (το ταχύτερον) εις θάλασσαν».

Οι Μάκρωνες δε τους ηρώτων «εάν περί όσων λέγουν θα ηδύναντο να δώσουν εγγύησίν τινα (απόδειξιν)». Οι δ' Έλληνες απήντησαν: «ότι είναι ευχαρίστως έτοιμοι και να δώσουν τοιαύτην και να λάβουν». Κατόπιν τούτων οι μεν Μάκρωνες δίδουν (ως εγγύησιν ειρήνης μεταξύ των) βαρβαρικήν λόγχην εις τους Έλληνας, οι δ' Έλληνες εις εκείνους Ελληνικήν. Διότι διά της τοιαύτης ανταλλαγής των λογχών είπον ότι ομολογείται παρ' αυτοίς η μεταξύ των (περί ειρήνης) πίστις. Και τα δύο δε μέρη επεκαλέσθησαν τους Θεούς ως μάρτυρας της διαμειφθείσης αυτής ομολογίας των.

Μετά την οποίαν ευθύς οι Μάκρωνες έκοπτον μαζή με τους Έλληνας τα δένδρα από την ρίζαν και άνοιγαν διά του δάσους δρόμον, διά να τους διευκολύνουν εις την αντίπεραν όχθην την διάβασιν, με όλους τους στρατιώτας ανακατευόμενοι, και τροφάς παρείχον προς αγοράν, όσας ηδύναντο, και επί τρεις ημέρας τους συνώδευσαν, έως ου τους έφεραν εις τα όρια της Κολχίδος.

Ενταύθα ήτο όρος μέγα, ευδιάβατον δε. Και επί τούτου οι Κόλχοι ήσαν παρατεταγμένοι (έτοιμοι προς επίθεσιν). Και κατ' αρχάς μεν οι Έλληνες αντιπαρετάχθησαν κατά φάλαγγα (κατά μέτωπον), επειδή ούτω εσκέφθησαν να οδηγήσουν τον στρατόν προς το όρος. Έπειτα δε απεφάσισαν οι στρατηγοί, αφού συναθροισθούν, να σκεφθούν πώς θ' αγωνισθούν όσον το δυνατόν καλλίτερα.

Είπε, λοιπόν, ο Ξενοφών «ότι νομίζει φρόνιμον, αφού εγκαταλείψουν το σχέδιον της κατά φάλαγγα παρατάξεως, να παραταχθούν κατ' ορθίους λόχους (53) . Διότι η μεν φάλαγξ θα διασπασθή αμέσως. Επειδή θα εύρωμεν το όρος αλλού μεν έχον καλάς (διά την ανάβασιν) οδούς, αλλού δε όχι. Τούτο δ' ευθύς θα προξενήση αθυμίαν εις τους στρατιώτας, όταν, παρατεταγμένοι ούτω κατά φάλαγγα, ίδουν να διασπάται αύτη.

«Αλλ' εκτός τούτου, εάν μεν βαδίσωμεν παρουσιάζοντες με μέτωπον μεν μικρόν, με βάθος δε μεγαλήτερον την φάλαγγα, θα μείνουν εκατέρωθεν αυτής παραπανιστοί οι πολέμιοι, (54) και εν τοιαύτη περιπτώσει θα χρησιμοποιήσουν τους παραπανιστούς τούτους καθ' ημών, καθ' οιονδήποτε θελήσουν τρόπον. Εάν δε πάλιν βαδίσωμεν συντεταγμένοι με μέτωπον μεν μέγα, με βάθος δε μικρότερον, δεν θα ήναι διόλου απορίας άξιον, αν η φάλαγξ διασπασθή εξ επιθέσεως (κατ' αυτής) πολυαρίθμων ανθρώπων και βελών. Εις οιονδήποτε δε μέρος ταύτης ήθελε γείνη η διάσπασις, το πράγμα θα ήναι δι' όλην την φάλαγγα ολέθριον.

Νομίζω, λοιπόν, ότι, αφού παραταχθώμεν κατ' ορθίους (λόχους) και αφού αφήσωμεν μεταξύ αυτών διάστημα ανάλογον, να καταλάβωμεν με τους λόχους τόσον χώρον, ώστε οι τελευταίοι εξ αυτών να ευρεθούν έξω των εκατέρωθεν κεράτων του εχθρού. Τοιουτοτρόπως δε και οι τελευταίοι λόχοι θα ήναι έξω της φάλαγγος των πολεμίων, και το στράτευμα ούτω κατ' ορθίους (λόχους) οδηγούντες οι καλλίτεροι (των λοχαγών μας), πρώτοι αυτοί εξ όλων και θα πλησιάσουν τον εχθρόν, και εις ο μέρος του όρους ήθελεν είσθαι εύκολος η ανάβασις, δι' αυτού θα οδηγήση και έκαστος των λοχαγών τον λόχον του.

»Και ου μόνον εις τα εν τω μεταξύ διαστήματα των λόχων δεν θα ήναι εύκολον εις τους πολεμίους να εισχωρήσουν, αφού εκατέρωθεν αυτών (των διαστημάτων) θα υπάρχουν λόχοι, αλλά και να διασπάσουν, επίσης δεν θα ήναι εύκολον, λόχον όρθιον (κατά του εχθρού) βαδίζοντα. Και εάν κανείς εκ των λόχων στενοχωρηθή, θα προστρέξη αμέσως εις βοήθειαν του ο πλησίον (του). Και εάν ένας και μόνον εξ αυτών κατορθώση από οιονδήποτε του όρους μέρος ν' αναβή εις την κορυφήν του («άκρον»), δεν υπάρχει φόβος πλέον να παραμείνη εκεί ούτε ένας καν των πολεμίων».

Ταύτα πάντα (όσα ο Ξενοφών είπεν) ενεκρίθησαν, και αμέσως παρετάχθησαν κατ' ορθίους λόχους. Ο δε Ξενοφών, απελθών εις το αριστερόν κέρας εκ του δεξιού, (όπου όλοι οι αξιωματικοί είχαν συνέλθη περί τον Χειρίσοφον προς σύσκεψιν), είπεν εις τους στρατιώτας τα εξής: «Ω άνδρες, αυτοί τους οποίους βλέπετε (εκεί κάτω) είναι οι μόνοι πλέον που μας εμποδίζουν να φθάσωμεν εκεί όπου προ πολλού σπεύδομεν (να φθάσωμεν). Αυτούς, λοιπόν, πρέπει, αν μας ήναι δυνατόν, και ωμούς ακόμη να τους καταφάγωμεν».

Αφού δ' έκαστος των λοχαγών κατέλαβε την θέσιν του και παρέταξε κατ' ορθίους λόχους τον στρατόν, έγειναν λόχοι μεν εξ οπλιτών περί τους ογδοήκοντα, εκάστου λόχου έχοντος περί τους εκατόν άνδρας. Οι δε πελτασταί και οι τοξόται διηρέθησαν εις τρία τμήματα, παραταχθέντες άλλοι μεν έξω του αριστερού κέρατος, άλλοι δε έξω του δεξιού και άλλοι εις το μέσον, έκαστον δε τμήμα απετελείτο από εξακοσίους σχεδόν άνδρας.

Μετά ταύτα οι στρατηγοί διέταξαν από ανωτέρου εις κατώτερον (ιεραρχικώς) όλον τον στρατόν να προσευχηθή εις τους Θεούς. Αφού δε προσηυχήθησαν και επεκαλέσθησαν διά παιάνος (ύμνου εμβατηριακού) την βοήθειάν των, ήρχισαν βαδίζοντες. Και ο μεν Χειρίσοφος και ο Ξενοφών και οι μετ' αυτών πελτασταί εβάδιζαν, αφού εξήλθον της φάλαγγος των πολεμίων εκατέρωθεν (αφού υπερφαλάγγισαν τους πολεμίους και από τα δύο μέρη. Ο μεν Χειρίσοφος εκ δεξιών, ο δε Ξενοφών εξ αριστερών).

Οι δε πολέμιοι, μόλις τους είδαν, τρέχοντες παραλλήλως του μετώπου των Ελλήνων, εκατέρωθεν δε διευθυνόμενοι, οι μεν κατά του δεξιού, οι δε κατά του αριστερού των κέρατος, διεσπάσθησαν ανοίξαντες εν τω μέσω της φάλαγγος αυτών μέγα κενόν.

Οι δε Αρκάδες πελτασταί, των οποίων αρχηγός ήτον Αισχίνης ο Ακαρνάν, άμα τους είδαν ούτω παρεκκλίνοντας (αποσυρομένους), νομίσαντες ότι ετράπησαν εις φυγήν, έτρεξαν προς το όρος ξεφωνήσαντες με όλην των την δύναμιν (από χαράν). Και ήσαν οι πρώτοι ούτοι που ανέβησαν. Συνηκολούθουν δε αυτούς και οι οπλίται Αρκάδες, των οποίων αρχηγός ήτο Κλεάνωρ ο Ορχομένιος.

Οι δε πολέμιοι, αφού άπαξ ήρχισαν να τρέχουν, δεν εστάθησαν πλέον, αλλ' ετράπησαν άλλος εδώ και άλλος εκεί (καθ' όλας τας διευθύνσεις) εις φυγήν. Οι δ' Έλληνες αναβάντες εστρατοπεδεύθησαν εις πολλά χωρία, έχοντα τα προς συντήρησίν των αφθονώτατα.

Και εξ όλων μεν των άλλων, (τα οποία ενταύθα είδαν), ουδέν ιδιαίτερον υπήρχε, διά το οποίον να εκφράσουν θαυμασμόν. Τα σμήνη μόνον των μελισσών ήσαν άπειρα εδώ. Και όσοι εκ των στρατιωτών έφαγαν από τας κηρήθρας των (τας μελόπιτταις) απεμωραίνοντο και εξήμουν (εξερνούοαν) και από διάρροιαν κατελαμβάνοντο (τους 'πήγαινε από κάτω) και κανείς δεν ηδύνατο να σταθή ορθός (στα πόδια του), αλλ' όσοι μεν είχαν φάγη ολίγον ωμοίαζαν με στουππί («σφόδρα») μεθυσμένους, όσοι δε πολύ, άλλοι μεν με μαινομένους, άλλοι δε με νεκρούς.

Ως νεκροί δε ούτω κατέκειντο πολλοί χαμαί σαν να είχαν τραπή εις φυγήν υπό των πολεμίων και ευρίσκοντο ήδη μετ' αυτήν κατάκοποι εκ του καμάτου και του φόβου. (55) Ένεκα τούτου δε επεκράτει εις όλον το στράτευμα αθυμία. Την επομένην όμως, χωρίς κανείς των ν' αποθάνη, ανελάμβαναν όλοι τας φρένας των κατά την αυτήν περίπου ώραν (καθ’ ήν είχαν φάγη τας κηρήθρας). Και άλλοι μεν την τρίτην, άλλοι δε την τετάρτην ημέραν εσηκώνοντο, σαν να είχαν πάρη κανένα δυνατόν φάρμακον (καθάρσιον ή ναρκωτικόν) προηγουμένως.

Εντεύθεν επορεύθησαν σταθμούς δύο, παρασάγγας επτά και ήλθαν εις την παραθαλασσίαν Τραπεζούντα, πόλιν κατοικουμένην από Έλληνας και κειμένην εις τον Εύξεινον Πόντον, αποικίαν δε των κατοίκων της Σινώπης εις την χώραν των Κόλχων. Ενταύθα έμειναν περί τας τριάκοντα ημέρας, κατασκηνώσαντες εις τα Κολχικά χωρία.

Και εντεύθεν ορμώμενοι (έχοντες ταύτα ως ορμητήριον) ελεηλάτουν την Κολχίδα. Τροφάς δε προς αγοράν παρείχον εις το στρατόπεδον οι Τραπεζούντιοι, οίτινες και εδεξιώθησαν τους Έλληνας και δώρα τους έδωκαν φιλοξενίας, βους και σίτον και οίνον, αφθονώτατα.

Με κάθε τρόπον δε ενήργουν να τους εμπνεύσουν φιλικά αισθήματα και υπέρ των γειτόνων των Κόλχων, των εις την πεδιάδα προ πάντων κατοικούντων, αποτέλεσμα δε των ενεργειών των ήτο να έλθουν και παρ' αυτών εις τους Έλληνας ως δώρα βόες.

Μετά ταύτα δε ήρχισαν να προετοιμάζουν την θυσίαν, την οποίαν είχαν ήδη προ πολλού τάξη ότι θα προσέφερον εις τους Θεούς επί τη σωτηρία των. Προς τούτο δε τους ήλθαν ικανοί βόες, ίνα θυσιασθούν, ως απόδοσις του τάμματος εκείνου, εις τον Δία τον Σωτήρα και εις τον Ηρακλέα, προσφερόμενοι εις αυτούς διά το μέχρις εδώ κατευόδιόν των. Και εν γένει όσα είχαν ήδη τάξη και εις τους άλλους Θεούς προσέφεραν προθύμως. Ετέλεσαν δε και γυμνικούς αγώνας εις το όρος, εις ο μέρος ακριβώς εστρατοπέδευσαν. Εξέλεξαν δε Δρακόντιον τον Σπαρτιάτην, όστις από παιδί είχε φύγη από την πατρίδα του, διότι χωρίς να θέλη είχε φονεύση κάποιον συνομήλικόν του με μαχαίρι, διά να φροντίση περί του μέρους, εις το οποίον θα έτρεχαν οι αγωνιζόμενοι, και διά να αναλάβη εν γένει την προστασίαν των αγώνων.

Αφού δ' έγεινεν η θυσία, τα εκ των σφαγίων δέρματα παρέδωσαν εις τον Δρακόντιον, (διά να χρησιμεύσουν ως βραβεία εις τους νικητάς), και τον διέταξαν να τους οδηγήση εις το μέρος, το οποίον προετοίμασε διά την διεξαγωγήν των αγώνων. Αλλ' ο Δρακόντιος, δείξας ως τοιούτο τον λόφον, όπου έτυχαν ιστάμενοι, είπεν: «Ο λόφος αυτός είναι το καλλίτερον στάδιον, όπου δύναταί τις να τρέχη όπου θέλει». «Αλλά πώς» του απήντησαν «θα ημπορέσουν να παλαίσουν οι αγωνισταί εις μέρος τόσον δασύ και απότομον;». Εκείνος δε απήντησε: «(Τόσω το καλλίτερον). Αφού εκείνος που θα πέφτη χάμω θα . . . δυσαρεστήται (θα πονή) περισσότερον» (!)

Ηγωνίζοντο δε δρόμον μεν απλούν παιδία, των οποίων τα πλείστα ήσαν τέκνα αιχμαλώτων, δρόμον δε μακρόν άνω των εξήκοντα Κρητών διέτρεξαν. Άλλοι δε ηγωνίσθησαν εις την πάλην και την πυγμήν και το παγκράτιον, και ούτω απέβη το θέαμα παρά πολύ ενδιαφέρον. Διότι πολλοί είχαν κατέλθη εις το στάδιον, ίνα αγωνισθούν, και, επειδή (μεταξύ των άλλων) εθεώντο αυτούς κ' εταίραι, πολλή περί την νίκην άμιλλα είχε προκληθή.

Ηγωνίσθησαν δε και ίπποι, οι οποίοι έπρεπεν, αφού τρέξουν επί της κατωφερείας του λόφου, φθάσουν μέχρι της παραλίας κ' εκείθεν υποστρέψουν, να γυρίσουν και πάλιν άνω προς τον λόφον. Και κάτω μεν (επί του σταδίου) ηγωνίζοντο κυλιόμενοι οι αθληταί. Άνω δε, προς το μάλλον ανηφορικόν του όρους μέρους, επροχώρουν οι ίπποι, μόλις δυνάμενοι να βαδίζουν. Οπότε και μεγάλαι κραυγαί και γέλωτες και ξεφωνητά δυνατά προς παρακίνησιν αυτών (καθ' όλον το στάδιον) ηκούοντο.

ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ Α' ΤΟΜΟΥ

Σ Η Μ Ε I Ω Σ I Σ


Εις την μετάφρασιν αυτήν, δι' ην επιθυμώ πας τις να γνωρίζη ότι η χαρακτηριστικωτέρα της γραμμή είναι η ευσυνειδησία — ένα και αυτή από τα «φιλολογικά θαύματα» του Τόπου μας — εις την μετάφρασιν αυτήν ό,τι κυρίως λέγομεν «παρόραμα» διά τα μη έχοντα καμμίαν σχέσιν με την Ζωήν ή με την μουσικήν ευφωνίαν έργα δεν υπάρχει. Πρόκειται ή περί διορθώσεων μεταφραστικών του συγγραφέως ή περί απαιτήσεων ευφωνικών της φράσεως. Όχι περί τυπογραφικών αβλεψιών, από τας οποίας ελαχίστας θα ηδύνατό τις ν' ανεύρη εις αυτήν, και ταύτας επουσιωδεστάτας.

Έχομεν λοιπόν, πρώτον: παράλειψιν ευφωνικών ν εις λέξεις, ων έπονται άλλαι αρχόμεναι από φωνήεν, ως π. χ. αντί ήτο, ήτον. Έπειτα λέξεις, ας η ομιλία μας, προς το πνεύμα της οποίας, εφ' όσον ήτο δυνατόν εις γλώσσαν συμβατικήν, προσανατολίσθη η μετάφρασις, αλάφρωσε εδώ μεν από αυξήσεις, εκεί δε από αναδιπλασιασμούς, αλλού δε από πολλούς και διαφόρους άλλους πίνους, έπειτα λέξεις, λέγω, ως π. χ. παρασκευασμένος αντί παρεσκευασμένος, ο αναγνώστης οφείλει να μη καταλογίση ως «λάθη».

Αλλ' υπάρχουν και περίοδοι, παράγραφοι, σελίδες πολλαχού ολόκληροι εν τη μεταφράσει, απαιτούσαι κάποιαν αρχαιοπρεπή πνοήν εις την σύνθεσιν ή δαμαζόμενοι από κάποιο διαφυγόν τον συγγραφέα πνεύμα ύφους αρχαΐζοντος. Εις τα μέρη αυτά τα: παρασκευασμένος και τα: χωρίς και τα: λέγουν, διά να υπάρξη ομοιομορφία μεν εις το όλον, συνέπεια δε του όλου προς τα μέρη, μεταβάλλονται εις: παρεσκευασμένος, εις λέγουσιν, εις άνευ κ. λ. π.

Εις άλλα πάλιν μέρη πρόκειται καθαρώς περί υστερογενών διορθώσεων της μεταφράσεως επί το πιστότερον ή το ευφωνότερον. Και εις άλλα τέλος, περί συμπληρώσεων αυτής διά διαφυγουσών τον μεταφραστήν λέξεων ή φράσεων. Και τούτων και εκείνων ελαχίστων.

Με τας όπισθεν, λοιπόν, σημειουμένας διορθώσεις δίδεται η αρτιωτέρα της μεταφράσεως αυτής συμπλήρωσις, δεδομένου ότι ο αναγνώστης — έχων υπ' όψει του και ότι η σημείωσίς μου αυτή αναφέρεται και εις τα ενδεχόμενα «λάθη» του Β' τόμου — οφείλει να διορθώνη προηγουμένως εις το κείμενον, προ πάσης αναγνώσεως αυτού, όσα εις το τέλος εκάστου τόμου επανορθούνται, διά να έχη ούτω πλήρη την εικόνα της, ην εσημείωσα άνω, ευσυνειδησίας εκ της πολυπόνου εργασίας ταύτης, ήτις, με την πεποίθησιν ότι θα χρησιμεύση ως το φρονηματωδέστερον Ελληνικόν ανάγνωσμα, προσφέρεται μετά τιμών εις το Δημόσιον.

Δ Ι Ο Ρ Θ Ω Σ Ε Ι Σ

{Έχουν ληφθεί υπ' όψη και διαγραφεί}

Σημ. Παραλείπονται προσθήκαι ή αφαιρέσεις κομμάτων ή άλλων σημείων στίξεως ως επουσιώδεις. Επίσης καί τινες εσφαλμένοι συντάξεις του να ή θα με οριστικήν αντί με υποτακτικήν.

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΩΛΗΣΙΣ
ΛΑΔΙΑΣ ΚΑΙ Σια Ο.Ε.
ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 22 — ΤΗΛ. 614.686, 654.506


1) Νόμισμα χρυσούν, κοπέν υπό Δαρείου του Υστάσπου, εκ του ονόματος του οποίου και ωνομάσθη. Καλείται και δαρεικός στατήρ.

2) Εις την χώραν των Πισιδών. Ή άλλως Πισιδίαν καλουμένην.

3) Μέτρον οδοιπορικόν ισοδυναμούν προς 30 στάδια. Η λέξις περσική.

{Σύμφωνα με την σημείωση 26, το στάδιον αποτελείται από 185 μέτρα, άρα «ο ένας παρασάγγης» είναι 5,55 χιλιόμετρα}.

4) Έκαστον πλέθρον ισοδυναμεί προς 1/6 του σταδίου.

5) Δηλ. οι υπό τον Ξενίαν τον Παρράσιον εν τω Α' Κεφαλαίω μνημονευθέντες τριακόσιοι.

6) Έκαστος σίγλος =1 1/4 δραχμής.

7) Είδος μέτρου Βαβυλωνιακού.

8) Μέτρον Ελληνικόν.

9) Χάλκινα των μηρών καλύμματα.

10) Χαλκά καλύμματα του μετώπου και του στήθους.

11) Το χωρίον δύναται να μεταφρασθή και ως εξής: «Ο δε Κλέαρχος ηρώτα αν Θα γείνη η ειρήνη με μόνους τους άνδρας εκείνους του Ελληνικού στρατού, οι οποίοι θ' απέλθουν (οδηγούμενοι) προς προμήθειαν τροφών, διαρκούσης της ειρήνης μόνον μέχρι της επιστροφής των, ή και με όλον τον Ελληνικόν στρατόν;».

12) Η λογική του χωρίου αυτού, είναι σοφιστική.

13) Το χωρίον αυτό ερμηνεύεται και ούτω: «. . θα ηδυνάμεθα να παραταχθώμεν με τάξιν και φειδώ καθ' όσων εξ υμών θέλομεν να πολεμώμεν;»

14) Ή κατά λέξιν: «Και εκείνοι μεν πλησίον των οποίων προσεπάθει να είναι πρώτος (και καλύτερος) εις την φιλίαν, διαβάλλων μεταξύ των τους καλυτέρους εξ αυτών, διενοείτο ότι πρέπει ν' αποκτήσουν (εσκέπτετο ότι καλά και σώνει πρέπει ν' αποκτήσουν) την πανουργίαν ταύτην)».

15) Θεμελιωτο0 της Κυρηναϊκής Σχολής.

16) Είναι γνωστόν ότι ο Ξενοφών ήτο τότε μόλις 30 ετών.

17) Ή άλλως: οι άνδρες μας και να πληγωθούν και ν' αποθάνουν μαχόμενοι γνωρίζουν.

18) Κατ' άλλην ερμηνείαν: «Όταν δε καταστήσετε (βάλετε μέσα εις τας ψυχάς σας) τους αρχηγούς σας (το πνεύμα της αρχηγίας)».

19) Ρητορικός τρόπος του λέγειν, διά να παραστήση ο Ξενοφών, πόσον Θα ήτον επικίνδυνος διά τον βασιλέα η παραμονή των Ελλήνων εις την χώραν του, πρόθυμον, διά ν' απαλλαγή αυτών, να ενδώση και εις τας παραλογωτέρας ακόμη αξιώσεις των.

20) Κατά την περί εκλείψεων κρατούσαν τότε δοξασίαν.

21) Λίθον περιέχοντα τύπους κογχυλίων απολιθωμένα κογχύλια.

22) Ανακόλουθον το χωρίον προς τα επόμενα.

23)Το όλον σώμα των Ελλήνων απετέλει τετράπλευρον, ούτινος το μεν πρόσθεν μέρος ωνομάζετο μέτωπον, το δ' όπισθεν ουρά, τα δε πλάγια κέρατα.

24) Το χωρίον είναι από τα μάλλον δυσερμήνευτα του Ξενοφώντος. Έχων υπ' όψει τας εν τη εκδόσει του Πανταζίδου διαφόρους αυτού ερμηνείας και διορθώσεις, ηκολούθησα, και όσον αφορά την ερμηνείαν και όσον αφορά την διόρθωσιν, την μάλλον συνεπή και λογικήν, αρμοζομένην δε πλειότερον προς την απλότητα του ύφους του Ξενοφώντος.

25) Το οποίον ήδη είχε φθάση εις τον δεύτερον λόφον.

26) Ήτοι εις απόστασιν — προς 186 μέτρα το στάδιον — μέτρων 111,60.

27) Είναι εκείνοι οίτινες είχαν προκαταλάβει την προεξοχήν του όρους. («λόφον»).

28) Διά την συχνοτάτην επανάληψιν της λέξεως σημαινούσης τα προς συντήρησιν αναγκαία, την αφήνω ενίοτε αναπόδοτον.

29) Ενιαχού ενόμισα κατάλληλο, να παραθέτω παρά τας αποδοθείσας και τας αντιστοίχους εκ του κλασσικού κειμένου λέξεις.

30) Περί της οποίας έγεινε λόγος εις το αμέσως προηγούμενον Κεφάλαιον, από τον επιζήσαντα εκ των δύο του Ξενοφώντος οδηγών, όταν ηρωτήθη εάν υπάρχει κανέν «δύσβατον» μέρος.

31) Την εν τω κειμένω ονομαζομένην «υπερβολήν» η «έκβασιν», δηλ. την κορυφογραμμήν του όρους, ην, αφού υπερβή τις, κατέρχεται εις την άλλην αυτού πλευράν. Αύτη λέγεται και «φανερά έκβασις», ήγον δε προς αυτήν δύο οδοί, η ανηφορική μεν («ορθία»), αλλ' ευρεία, ην εβάδισαν οι περί τον Χειρίσοφον, και η εκ πλαγίου, η στενή μεν, αλλ' ομαλή, ην εβάδισαν οι εθελονταί και οι οπισθοφύλακες μετά του Ξενοφώντος.

32) Κατά παρέκτασιν της εννοίας του μέρους προς το όλον η «φανερά έκβασις = διάβασις λέγεται και «φανερά οδός», το τέρμα της οποίας απετέλει η «φανερά έκβασις».

33) Ον ο Ξενοφών ονομάζει εδώ «μαστόν».

34) Τούτον τον λόφον ονομάζει ο Ξενοφών «λόφον αντίπορον», ως δι' πόρου — φάραγγος — ίσως — χωριζόμενον υπό του μαστού.

35) Όχι ολίγαι των παρενθέσεων, όπως αυτή, είναι επεξηγηματικαί φράσεων ή λέξεων του κειμένου. Τοιαύτας επεξηγήσεις έθεσεν επίτηδες παραπλεύρως της μεταφράσεως ο μεταφραστής, διά να παρουσιάζη εις τον αναγνώστην συνεχεστέραν την έννοιαν αυτών προς την της μεταφράσεως.

36) Τόσον εις το Κεφάλαιον αυτό, όσον και εις το δ' του Γ' βιβλίου και εν γένει εις τα δυσκολώτερα χωρία της «Αναβάσεως» είχα υπ' όψει μου και τας επ' αυτής ερμηνευτικάς σημειώσεις και διορθώσεις του μακαρίτου Ι. Πανταζίδου, τηρών, εννοείται, πάντοτε ακεραίαν, παρά τον προς εκείνας σεβασμόν, και την προσωπικήν μου επ' αυτών γνώμην και αντίληψιν. Ομολογώ το βοήθημα, αλλά και δεν αποκρύπτω την καθ' όλην την πολύμοχθον μετάφρασιν αυτήν πρωτοβουλίαν μου.

37) Φρονώ ότι από τον πρωτόγονον αυτόν τρόπον του συνθέτειν, ομοίους του οποίου είναι απολύτως αδύνατον να νεωτεροποιήση τις, δι' ο και αφήνω αυτούς ως έχουν, και κατά τον οποίον ως μόνον συνδετικόν των προτάσεων χρησιμεύει ο δε, η σημερινή σύνθεσις είναι ανωτέρα υπό πάσαν έποψιν. Η «απλότης», η τόσον ευγενής και αρμονική εις την Σκέψιν, όσον και αν ήναι αύτη σοβαρά δείγματα δε της οποίας εις τους λόγους και τα διαλογικά μέρη των έργων του μας παρέχει αφθονώτατα ο Ξενοφών, αποτελούσα εκεί το ευγενέστερον του κλασσικισμού στοιχείον, η απλότης αύτη εις την περιγραφήν, την διήγησιν, τον μύθον και άλλα είδη του λόγου, αντικειμενικά απολύτως, νομίζω ότι αποτελεί μάλλον μειονέκτημα συγγραφικόν, του οποίου δεν ήτο και ο Ξενοφών απηλλαγμένος.

38) Και άλλος πρωτόγονος τρόπος του συνδέειν τας προτάσεις προς αλλήλας διά του και.

39) Του υπό τον Λύκιον.

40) Εκείνων οίτινες ήσαν παρατεταγμένοι επί των υψωμάτων, άνωθεν του ήδη διωκομένου βαρβαρικού ιππικού.

41) Ως θα ελέγαμεν σήμερα: να παρατάξουν κατά παραγωγήν».

42) Ο Ξενοφών είναι μόνος υπό έμπνευσιν σοβαρός «στρατιωτικός συγγραφεύς» της Αρχαιότητος. Προκείμενου λοιπόν ν' αποδοθή και η ελαχίστη στρατιωτική αυτού λεπτομέρεια σαφώς και επακριβώς, ο Αναγνώστης θα διείδε βέβαια ότι πάσαν κατεβάλομεν προσοχήν όπως δι' όσον το δυνατόν ακριβολογωτέρας και κυριολεκτικωτέρας φράσεως και λέξεως αποδώσαμεν την έννοιαν του κειμένου.

43) Ο Ξενοφών δεν είναι μόνον στρατηγός υπέροχος δι' όλης της Καταβάσεως αυτής. Αλλά και άνθρωπος. Άνθρωπος, ον θα ενόμιζέ τις ότι, 400 έτη προ Χριστού, είχε σφυρηλατήση η σφύρα της χριστιανικής αγάπης εις το τέλειον. Τοιαύτην «υπέρ των πεινώντων και των καμνόντων» μέριμναν, αμφιβάλλω αν θα ηδύναντο να επιδείξουν πολλοί εκ των είτε εν ειρήνη, είτε εν πολέμω στρατηγών του συγχρόνου χριστιανικού πολιτισμού. Ο Ξενοφών δύναταί τις να είπη ότι είναι ένας εκ των εξανθρωπιστών Χριστιανών των προ του Χριστιανισμού χρόνων προς αιωνίαν τιμήν της αιωνίας Πατρίδος που τον γέννησε.

44) Τας οποίας θα ελάμβαναν εξ άλλων χωρίων, αντί εκείνων τας οποίας, κατηνάλωσαν.

45) Εις μετάφρασιν, της οποίας η γλώσσα είναι συμβατική, η δημοτική, εν τούτοις, ζητεί κάποτε, παρά τους όρους της συμβάσεως, τα δικαιώματά της, εις μέρη προ πάντων, άτινα δεν είναι δυνατόν άλλως ή δι' αυτής να μεταφρασθούν — όπως εδώ.

46) Ή υπεδείκνυαν διά νευμάτων ό,τι εχρειάζοντο.

47) Στρέφων δηλ. αυτήν δεξιά ή αριστερά, ώστε να βαδίζη προηγουμένου του ενός κέρατος και τελευταίου ακολουθούντος του ετέρου (ίδε: Ξενοφώντος Ανάβασιν εκ διορθώσεως και ερμηνείας Ι. Πανταζίδου σελ. 818 σημ).

48) Το χωρίον: «Και τι δει σε ιέναι και λιπείν την οπισθοφυλακίαν;» μεταφράζεται κατά λέξιν: «Και τι σε αναγκάζει (ή: Και διατί πρέπει) να μεταβής συ και να εγκαταλείψης την οπισθοφυλακήν;» Αλλ' ο Ξενοφών είπεν ανωτέρω ότι είναι διατεθειμένος να μεταβή με τους οπισθοφύλακάς του. Διά την συνέπειαν λοιπόν του νοήματος μεταφράσαμεν ως ανωτέρω.

49) Καθ' ων ήδη επήρχοντο οι πελτασταί και οι περί τον Χειρίσοφον οπλίται.

50) Ή: δεν απέχει από μας παρά ενάμισυ μόλις πλέθρον.

51) Τα κατώτατα του Θώρακος, απολήγοντα εις δερματίνας λωρίδας, ουχί σπανίως κεκαλυμμένας από ελάσματα μετάλλινα.

52) Ή, κατ' άλλην ερμηνείαν: . . . όστις καθώς έλεγεν, είχεν εξαγορασθή ως δούλος εν Αθήναις και όστις εβεβαίου ότι εγνώριζε την γλώσσαν ανθρώπων τούτων. «Και αναμφιβόλως — προσέθηκεν — η χώρα αύτη θα ήναι η πατρίς μου . . .»

53) «Τάσσοντες δηλαδή τους 100 άνδρας του λόχου τον ένα μετά τον άλλον και αφήνοντες διαλείμματα μεταξύ των λόχων». Ίδε «Ξενοφ. Ανάβασιν εκ διορθώσεως και ερμηνείας I. Πανταζίδου· σελ. 286 σημ.

54) Ή θα καταστούν ισχυρότεροί μας οι πολέμιοι.

55) Το κείμενον ελέγει: «ώσπερ τροπής γεγενημένης». Το δε ξάνοιγμα της μεταφράσεώς του οφείλεται εις τον Πανταζίδην.

Κύρου Ανάβασις Τόμος Α' , Τόμος Β', Μετάφραση

Κείμενα

Hellenica World