ξέμπλεκος
Ελληνικά
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ξέμπλεκος | ξέμπλεκη | ξέμπλεκο |
| γενική | ξέμπλεκου | ξέμπλεκης | ξέμπλεκου |
| αιτιατική | ξέμπλεκο | ξέμπλεκη | ξέμπλεκο |
| κλητική | ξέμπλεκε | ξέμπλεκη | ξέμπλεκο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ξέμπλεκοι | ξέμπλεκες | ξέμπλεκα |
| γενική | ξέμπλεκων | ξέμπλεκων | ξέμπλεκων |
| αιτιατική | ξέμπλεκους | ξέμπλεκες | ξέμπλεκα |
| κλητική | ξέμπλεκοι | ξέμπλεκες | ξέμπλεκα |
Ετυμολογία
ξέμπλεκος < ξεμπλέκω < ξε + μπλέκω
Επίθετο
ξέμπλεκος,η,ο
που δεν είναι μπλεγμένος
Μεταφράσεις
ξέμπλεκος
Hellenica World - Scientific Library
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org και el.wiktionary.org/. Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


