.
ξεκρέμαστος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | ξεκρέμαστος | η | ξεκρέμαστη | το | ξεκρέμαστο |
| γενική | του | ξεκρέμαστου | της | ξεκρέμαστης | του | ξεκρέμαστου |
| αιτιατική | τον | ξεκρέμαστο | την | ξεκρέμαστη | το | ξεκρέμαστο |
| κλητική | ξεκρέμαστε | ξεκρέμαστη | ξεκρέμαστο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | ξεκρέμαστοι | οι | ξεκρέμαστες | τα | ξεκρέμαστα |
| γενική | των | ξεκρέμαστων | των | ξεκρέμαστων | των | ξεκρέμαστων |
| αιτιατική | τους | ξεκρέμαστους | τις | ξεκρέμαστες | τα | ξεκρέμαστα |
| κλητική | ξεκρέμαστοι | ξεκρέμαστες | ξεκρέμαστα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
ξεκρέμαστος < ξεκρεμώ ή ίσως από τον τύπο ξεκρεμάζω + -τος
Επίθετο
ξεκρέμαστος, -η, -ο
που δεν κρέμεται από κάποιο σημείο
έχει περάσει ένας μήνας από τότε που μετακομίσαμε και ακόμα όλοι οι πίνακες είναι ακόμα ξεκρέμαστοι
(μεταφορικά) που δεν έχει κάποιον/ κάτι να τον στηρίξει υλικά ή/και ηθικά
περιμένω να έρθεις στο δικαστήριο για μάρτυρας. Μη με αφήσεις ξεκρέμαστο
Μεταφράσεις
ξεκρέμαστος
Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Creative Commons Attribution/Share-Alike License· μπορεί να ισχύουν και πρόσθετοι όροι. Δείτε τους Όρους Χρήσης για λεπτομέρειες.
