ξεκάθαρος
Ελληνικά
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ξεκάθαρος | ξεκάθαρη | ξεκάθαρο |
| γενική | ξεκάθαρου | ξεκάθαρης | ξεκάθαρου |
| αιτιατική | ξεκάθαρο | ξεκάθαρη | ξεκάθαρο |
| κλητική | ξεκάθαρε | ξεκάθαρη | ξεκάθαρο |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ξεκάθαροι | ξεκάθαρες | ξεκάθαρα |
| γενική | ξεκάθαρων | ξεκάθαρων | ξεκάθαρων |
| αιτιατική | ξεκάθαρους | ξεκάθαρες | ξεκάθαρα |
| κλητική | ξεκάθαροι | ξεκάθαρες | ξεκάθαρα |
Ετυμολογία
ξεκάθαρος < ξεκαθαρίζω
Επίθετο
ξεκάθαρος, -η, -ο
που διακρίνεται πολύ καλά, που δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες ή παρανοήσεις
Μεταφράσεις
ξεκάθαρος
γαλλικά : clair (fr)
σερβικά : ведар (sr)
Hellenica World - Scientific Library
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org και el.wiktionary.org/. Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


