Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | γαμψώνυχος | η | γαμψώνυχη | το | γαμψώνυχο |
| γενική | του | γαμψώνυχου | της | γαμψώνυχης | του | γαμψώνυχου |
| αιτιατική | τον | γαμψώνυχο | τη | γαμψώνυχη | το | γαμψώνυχο |
| κλητική | γαμψώνυχε | γαμψώνυχη | γαμψώνυχο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | γαμψώνυχοι | οι | γαμψώνυχες | τα | γαμψώνυχα |
| γενική | των | γαμψώνυχων | των | γαμψώνυχων | των | γαμψώνυχων |
| αιτιατική | τους | γαμψώνυχους | τις | γαμψώνυχες | τα | γαμψώνυχα |
| κλητική | γαμψώνυχοι | γαμψώνυχες | γαμψώνυχα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχέ | ||||||
Ετυμολογία
γαμψώνυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαμψώνυχος < γαμψός + ὄνυξ
Προφορά
ΔΦΑ : /ɣamˈpso.ni.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : γαμ‐ψό‐νυ‐χος
Επίθετο
γαμψώνυχος, -η, -ο
που έχει γαμψά νύχια
ο γαμψώνυχος δρυοκολάπτης
Συγγενικά
→ δείτε τις λέξεις γαμψός και νύχι
Μεταφράσεις
γαμψώνυχος
Αρχαία ελληνικά (grc)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ, ἡ γαμψώνυχος | τὸ γαμψώνυχον | οἱ, αἱ γαμψώνυχοι | τὰ γαμψώνυχα |
| Γενική | τοῦ, τῆς γαμψωνύχου | τοῦ γαμψωνύχου | τῶν γαμψωνύχων | τῶν γαμψωνύχων |
| Δοτική | τῷ, τῇ γαμψωνύχῳ | τῷ γαμψωνύχῳ | τοῖς, ταῖς γαμψωνύχοις | τοῖς γαμψωνύχοις |
| Αιτιατική | τὸν, τὴν γαμψώνυχον | τὸ γαμψώνυχον | τοὺς, τὰς γαμψωνύχους | τὰ γαμψώνυχα |
| Κλητική | γαμψώνυχε | γαμψώνυχον | γαμψώνυχοι | γαμψώνυχα |
| Πτώσεις | Δυικός | |||
| Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική | γαμψωνύχω | |||
| Γενική-Δοτική | γαμψωνύχοιν | |||
Ετυμολογία
γαμψώνυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γαμψώνυχος < γαμψός + ὄνυξ ὀνυχ- + -ος με ωμέγα (συνθετική έκταση)
Επίθετο
γαμψώνυχος, -ος, -ον
που έχει γαμψά νύχια, γαμψώνυχος (για πουλιά)
Συνώνυμα
γαμψῶνυξ (ουσιαστικό, αρσενικό ή θηλυκό)
Συγγενικά
→ δείτε τις λέξεις γαμψός, ὀνύχιον και ὄνυξ
Πηγές
γαμψώνυχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Hellenica World - Scientific Library
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org και el.wiktionary.org/. Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


