εωσφορικός
Ελληνικά
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | εωσφορικός | εωσφορική | εωσφορικό |
| γενική | εωσφορικού | εωσφορικής | εωσφορικού |
| αιτιατική | εωσφορικό | εωσφορική | εωσφορικό |
| κλητική | εωσφορικέ | εωσφορική | εωσφορικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | εωσφορικοί | εωσφορικές | εωσφορικά |
| γενική | εωσφορικών | εωσφορικών | εωσφορικών |
| αιτιατική | εωσφορικούς | εωσφορικές | εωσφορικά |
| κλητική | εωσφορικοί | εωσφορικές | εωσφορικά |
Ετυμολογία
εωσφορικός < Εωσφόρος + -ικός
Επίθετο
εωσφορικός
που έχει σχέση με τον Εωσφόρο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον χαρακτηρίζει
Συνώνυμα
σατανικός
Συγγενικές λέξεις
εωσφορικά
→ δείτε τη λέξη Εωσφόρος
Μεταφράσεις
εωσφορικός
Hellenica World - Scientific Library
Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org και el.wiktionary.org/. Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License


