- Art Gallery -

 

.

Οι Φαέθοντες [i] είναι θαλάσσια, πελαγικά πτηνά της οικογενείας των Φαεθοντιδών, που απαντούν στις τροπικές θάλασσες των τριών σημαντικοτέρων ωκεανών της υφηλίου. Η επιστημονική ονομασία του γένους είναι Phaethon και περιλαμβάνει 3 είδη. [2][3]

Ονοματολογία

Φαέθων (πτηνό)
Συστηματική ταξινόμηση
Βασίλειο: Ζώα (Animalia)
Συνομοταξία: Χορδωτά (Chordata)
Ομοταξία: Πτηνά (Aves)
Τάξη: Φαεθοντόμορφα (Phaethontiformes)
Οικογένεια: Φαεθοντίδες (Phaethontidae) (Brandt, 1840) [1]
Γένος: Φαέθων (Phaethon) (Linnaeus, 1758) M
Είδος: 3 είδη (βλ. Κείμενο)

Η λατινική επιστημονική ονομασία Phaethon είναι αντιδάνεια και, παραπέμπει στην αρχαία ελληνική οντότητα του Φαέθοντος [4] και τον γοητευτικό μύθο του. Ο Φαέθων, ήταν γιος του Ηλίου, αλλά ανατράφηκε από την μητέρα του Κλυμένη, χωρίς να γνωρίζει ποιος ήταν ο πατέρας του. Όταν, το πληροφορήθηκε, ζήτησε «χειροπιαστές» αποδείξεις και ο πατέρας του, τού δάνεισε το χρυσό άρμα του υπό τον όρο να ακολουθήσει δρομολόγιο σε συγκεκριμένο ύψος έτσι, ώστε να μην καεί ούτε να παγώσει η γη των Ανθρώπων. Εκείνος όμως, παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του, δεν τήρησε το δρομολόγιο, προκάλεσε μεγάλες καταστροφές και ο Δίας αναγκάστηκε να τον κατακεραυνώσει πάνω από τον ποταμό Ηριδανό. [5][6]

Ετυμολογικά, η λέξη φαέθων-οντος είναι η ουσιαστικοποιημένη μετοχή του ρήματος φαέθω «λάμπω, ακτινοβολώ» και η πρωταρχική, αρχαία ελληνική του σημασία παρέπεμπε στον ίδιο τον Ήλιο, «ο Ακτινοβολών», [7] παρόλο που, τελικά, επικράτησε η μυθολογική εκδοχή για τον γιο του, Φαέθοντα.

Το πτηνό πήρε την ονομασία του, πιθανότατα, λόγω των θερμών, ηλιόλουστων, περιοχών όπου απαντά, είτε από το κατάλευκο, λαμπερό φωτεινό χρώμα του, είτε από τις διαρκείς περιπλανήσεις του πάνω από τη θάλασσα, όπως το άρμα του Ηλίου που οδηγούσε ο Φαέθων.

Η γενική αγγλική ονομασία για τα 3 μέλη του γένους είναι tropicbirds «πουλιά των τροπικών», με σαφή αναφορά στα -μεσαία- γεωγραφικά πλάτη όπου απαντούν. Στην παλαιά βιβλιογραφία κατονομάζονται ως boatswains «λοστρόμοι», λόγω των δυνατών σφυριγμάτων που αρθρώνουν. [8]
Συστηματική Ταξινομική

Το γένος περιγράφηκε για πρώτη φορά από τον Λινναίο το 1758 [9] και ανήκει στην μονοτυπική οικογένεια Φαεθοντίδες, δηλαδή είναι το μόνο γένος της οικογενείας, η οποία περιγράφηκε από τον Γερμανό φυσιοδίφη Γιόχαν Μπραντ (Johann Friedrich von Brandt, 1802-1879), το 1840. [10]

Οι φαέθοντες κατατάσσονταν παραδοσιακά στην τάξη Πελεκανόμορφα (Pelecaniformes), μαζί με τους πελεκάνους, τους κορμοράνους κ.α. Αργότερα, σύμφωνα με την ταξινομική των Sibley-Ahlquist, η τάξη αποτέλεσε μεγάλο τμήμα της τάξης Πελαργόμορφα (Ciconiiformes), ωστόσο αυτη η αντιμετώπιση δεν έγινε ευρέως αποδεκτή και, μάλιστα, η τάξη αποδείχθηκε να είναι μαζικά παραφυλετική (λείπουν οι πλησιέστεροι συγγενείς των μακρινών σχετιζομένων με αυτήν ταξινομικών μονάδων), με αποτέλεσμα να διασπαστεί ξανά. Πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι αρτίγονοι Φαεθοντίδες μαζί με την προϊστορική οικογένεια Προφαεθοντίδες (Prophaethontidae) συγκροτούν την ξεχωριστή τάξη, Φαεθοντόμορφα (Phaethontiformes), μη στενά συνδεδεμένη με άλλα αρτίγονα πτηνά. Τελευταίες μελέτες πρότειναν κάποια μακρινή σχέση με τα Ρινοτρυπόμορφα (Procellariiformes), [11][12] αλλά από το 2004 και μετά, η τάξη έχει τοποθετηθεί στην υπερτάξη Metaves, ή σε κάποιον γενεαλογικό κλάδο χωρίς συγγένειες με τα Ρινοτρυπόμορφα, σύμφωνα με μοριακές μελέτες των ετών 2004-2012. [13][14][15][16]

Εντός του γένους, τα είδη Phaethon rubricauda και P. lepturus είναι οι πλησιέστεροι συγγενείς, με το P. aethereus «αδελφικό» taxon αυτού του ζεύγους. Τα Phaethusavis και Heliadornis, υπήρξαν προϊστορικά γένη φαεθόντων που περιγράφονται από απολιθώματα.
Γενικά μορφολογικά στοιχεία

Οι φαέθοντες είναι όμορφα, κομψά πτηνά των τροπικών θαλασσών, με μέσο μέγεθος (75εκ.-1. μ.) και εκπέτασμα πτερύγων. Το πτέρωμά τους είναι κυρίως λευκό, με πολύ χαρακτηριστικά επιμηκυσμένα κεντρικά φτερά της ουράς και μεγάλο, ελαφρά καμπυλωτό ράμφος. Έχουν τα τέσσερα δάκτυλα των ποδιών τους συνδεδεμένα με μεμβράνη και, πολύ πίσω στο σώμα τους, καθιστώντας δύσκολο έως αδύνατο το περπάτημα, πολλές φορές μάλιστα σέρνονται με την κοιλιά και υποβοηθούν με το ράμφος. Όταν επιπλέουν στην επιφάνεια του νερού, η ουρά είναι ανασηκωμένη ψηλά.

(βλ. λεπτομέρειες στα επί μέρους λήμματα).
Τροφή

Οι φαέθοντες συχνά συλλαμβάνουν το θήραμά τους με «αιώρηση» (hovering) και κατάδυση, συνήθως μόνο στο επιφανειακό στρώμα του νερού. Εφαρμόζουν τεχνική, ανάλογη με εκείνη των σουλών, εποπτεύοντας την επιφάνεια του νερού και πραγματοποιώντας κάθετη εφόρμηση προς το θήραμα, με μισόκλειστες πτέρυγες και από ύψος που μπορεί να φθάνει τα 25μ. Η βασική διατροφή είναι ψάρια, μεγέθους 10-20 εκ., περίπου, καθώς και καλαμάρια. Τα ψάρια συλλαμβάνονται λίγο κατω από την επιφάνεια του νερού αλλά, πολλές φορές, όταν οι φαέθοντες κυνηγούν χελιδονόψαρα (Exocoetus volitans, Oxyporhamphus micropterus), η σύλληψή τους πραγματοποιείται εναερίως, χωρίς να γίνεται επαφή με το νερό.
Αναπαραγωγή

Οι φαέθοντες ωριμάζουν σεξουαλικά σε ηλικία 3-4 ετών. Ενώ απαντούν μοναχικά ή κατά ζεύγη μακριά από τα εδάφη αναπαραγωγής, περιπλανώμενοι και αναπαυόμενοι στην ανοικτή θάλασσα, δεν έρχονται στη στεριά παρά μόνο για να ζευγαρώσουν. Εκεί, φωλιάζουν κατά χαλαρές αποικίες που βρίσκονται σε τροπικά νησιά, σε ορθοπλαγιές απρόσιτες στα περισσότερα αρπακτικά ή σε ερημικές ακτές, μέσα στην βλάστηση. Στο Νησί των Χριστουγέννων οι φωλιές βρίσκονται πάνω σε δένδρα, ακόμη και στα ηπειρωτικά του νησιού. Η περίοδος φωλιάσματος ποικίλλει και, μπορεί να είναι σε οποιαδήποτε εποχή του έτους, αλλά συνήθως, την άνοιξη και το καλοκαίρι.

Οι φαέθοντες φημίζονται για τα τελετουργικά ερωτοτροπίας κατά το ζευγάρωμα, συμμετέχοντας σε θεαματικές επιδείξεις, όπου επιδεικνύουν τα μακριά φτερά της ουράς τους. Το ζευγάρι ανεβαίνει ψηλά και, κατόπιν, πραγματοποιεί καθοδικές αερολισθήσεις (glides) αρκετών εκατοντάδων μέτρων, με τα μέλη να βρίσκονται το ένα κάτω από το άλλο. Ο εταίρος που βρίσκεται ψηλότερα συνήθως χαμηλώνει τις πτέρυγές του, ενώ εκείνος που βρίσκεται από κάτω, τις ανυψώνει, με αποτέλεσμα αυτές σχεδόν να ακουμπάνε τις άκρες τους. Τα μακριά, σαν σερπαντίνες, [17] κεντρικά φτερά της ουράς ανεμίζουν με χάρη και ακουμπούν μεταξύ τους, επίσης. Κατόπιν, οι σύντροφοι μπορεί να εναλλάσσουν τις θέσεις τους στον αέρα. Τελικά, προσγειώνονται στην επιθυμητή θέση φωλιάσματος και ζευγαρώνουν σχεδόν αμέσως μετά την προσγείωση.

Η φωλιά βρίσκεται στο έδαφος ή σε τρύπες στα βράχια και δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο υλικό επίστρωσης. Εάν η αποικία έχει πολλά μέλη, μπορεί να επακολουθήσουν αψιμαχίες για τις θέσεις φωλιάσματος. Επίσης, εάν δεν υπάρχει κάτι διαθέσιμο, οι φαέθοντες μπορεί να καταλάβουν τις θέσεις φωλιάσματος άλλων πουλιών.

Τα θηλυκά εναποθέτουν ένα (1) αβγό που μπορεί να ποικίλλει πολύ σε εμφάνιση (λευκό, γκρίζο, καφέ, κόκκινο, με κηλίδες ή όχι). Επωάζεται και από τους δύο εταίρους για 40-46 ημέρες, περίπου. Ο εκκολαφθείς νεοσσός σιτίζεται απ’ ευθείας με μισοχωνεμένη τροφή που μεταφέρεται μέσω του ράμφους. Ο νεοσσός, πολλές φορές παραμένει μόνος στην φωλιά για μεγάλο χρονικό διάστημα, ενόσω οι γονείς αναζητούν τροφή. Πτερώνεται στις 70-90 ημέρες, περίπου, οπότε αφήνει την φωλιά του οριστικά, ακόμη και αν δεν πετάει καλά.
Προσδόκιμο ζωής

Το προσδόκιμο ζωής των φαεθόντων δεν είναι επακριβώς γνωστό αλλά, σε κάθε περίπτωση, ξεπερνάει τα 20 έτη.
Απειλές

Οι φαέθοντες είχαν, ανέκαθεν, θηρευτεί από τους ιθαγενείς των τροπικών περιοχών όπου απαντούν, ως τροφή αλλά και για τα όμορφα, μακριά φτερά της ουράς τους. Την ίδια τύχη είχαν και τα αβγά τους που, ακόμη και σήμερα, συλλέγονται. Στο Νησί των Χριστουγέννων, επήλθε μεγάλη καταστροφή στους πληθυσμούς των πουλιών , μέχρις ότου εφαρμόστηκαν αυστηροί νόμοι για την προστασία του είδους, από το 1977 και μετά.

Ωστόσο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος υπήρξε -και ακόμη υπάρχει- η εισαγωγή ξενικών προς το ιθαγενές οικοσύστημα ειδών, κυρίως θηλαστικών που έφεραν μαζί τους οι ναυτικοί, Γάτες και ποντίκια λυμαίνονται, πολλές φορές, τις φωλιές των πουλιών και προξενούν μεγάλες απώλειες. Μάλιστα, στην ατόλλη Κoύρε (Kure), έξω από την Χαβάη, η καταστροφή πλησίασε το 100%, εξ αιτίας του τρωκτικού Rattus exulans, που μεταφέρθηκε εκεί με τα πλοία.
Είδη

Φαέθων με κόκκινο ράμφος (Phaethon aethereus)
Φαέθων με κόκκινη ουρά (Phaethon rubricauda)
Φαέθων με λευκή ουρά (Phaethon lepturus)

Σημειώσεις

i. ^ Η κλίση του ουσιαστικού είναι: ο Φαέθων, του Φαέθον-τ-ος [18] και όχι, του Φαέθον-ος, όπως λανθασμένα καταγράφεται σε κάποια συγγράματα, διότι προέρχεται από την μετοχή φαέθων του ρήματος φαέθω (βλ. Ονοματολογία). Αυτό φαίνεται και από την οικογένεια του πτηνού, Φαεθοντίδες και, όχι Φαεθονίδες, όπως θα ήταν στην άλλη περίπτωση
Παραπομπές

Howard and Moore, p. 88
Howard and Moore, p. 88
http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=174672
http://en.wiktionary.org/wiki/Phaethon
ΠΛΜ, 59:113
ΠΛ, 12:661
ΠΛ, 12:661
Green
Howard and Moore, p. 88
http://www.itis.gov/servlet/SingleRpt/SingleRpt?search_topic=TSN&search_value=174671
Mayr
Bourdon et al
Fain & Houde
Ericson et al
Hackett eta al
Naish
PLM

ΠΛ, 12:661

Πηγές

IUCN. 2014. The IUCN Red List of Threatened Species. Version 2014.2. Available at: www.iucnredlist.org.
Πάπυρος Λαρούς, εκδ. 1963 (ΠΛ)
Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, εκδ. 1996 (ΠΛΜ)
Bourdon, E. et al. (2005) Earliest African neornithine bird: A new species of Prophaethontidae (Aves) from the Paleocene of Morocco. J. Vertebr. Paleontol., 25(1):157-170.
Ericson, G.P. et al. (2006) Diversification of Neoaves: integration of molecular sequence data and fossils. Biol Lett., 2(4):543–547.
Fain, M.G. & Houde, P. (2004) Parallel radiations in the primary clades of birds. Evolution, 58(11):2558-73.
Green, J.F. (1887). Ocean Birds. London: R.H. Porter. p. 52.
Hackett, S. et al. (2008) A Phylogenomic Study of Birds Reveals Their Evolutionary History. Science, 320(5884):1763-1768.
Mayr, G. (2003) The phylogenetic affinities of the Shoebill (Balaeniceps rex). Journal für Ornithologie, 144(2):157-175.
Naish, D. (2012). "Birds." Pp. 379-423 in Brett-Surman, M.K., Holtz, T.R., and Farlow, J. O. (eds.), The Complete Dinosaur (Second Edition). Indiana University Press (Bloomington & Indianapolis).
Schreiber, E.A. (1991). Forshaw, Joseph, ed. Encyclopaedia of Animals: Birds. London: Merehurst Press. p. 63. ISBN 1-85391-186-0.

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License