Ο Μαγικός Αυλός


O Μαγικός Αυλός, KV 620 (γερμ. Die Zauberflöte) είναι γερμανική όπερα σε δύο πράξεις του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, βασισμένη σε λιμπρέτο του Εμάνουελ Σικανέντερ (1751-1812). Το έργο είναι γραμμένο στη μορφή του γερμανικού ζίνγκσπιλ (singspiel[1]) και συντέθηκε το 1791, κατά το τελευταίο έτος ζωής του Μότσαρτ. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 30 Σεπτεμβρίου 1791 στο θέατρο του Βίντεν (Theater auf der Weiden), στη Βιέννη, όπου σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Χαρακτηρίζεται ως η τελευταία όπερα του συνθέτη, αν και το μεγαλύτερο μέρος της συντέθηκε πριν το έργο Η Μεγαλοψυχία του Τίτο (La clemenza di Tito), το οποίο ωστόσο παρουσιάστηκε νωρίτερα. Ο Μαγικός Αυλός, έργο πλούσιο σε συμβολισμούς για το οποίο έχουν προταθεί πολυάριθμες ερμηνείες, διαπνέεται από τις ιδέες του Διαφωτισμού και του Τεκτονισμού ενσωματώνοντας παράλληλα στοιχεία παραμυθιού.

Σύνοψη

Χαρακτήρες

* Πρίγκηπας Ταμίνο (τενόρος)
* Παπαγκένο (βαρύτονος), κυνηγός πουλιών
* Βασίλισσα της Νύχτας (υψίφωνος)
* Πριγκίπισσα Παμίνα (υψίφωνος), κόρη της βασίλισσας
* Σαράστρο (βαθύφωνος), αρχιερέας του Ναού του Ήλιου, της Ίσιδας και του Όσιρη
* Τρεις νεράιδες (υψίφωνοι και μέτζο σοπράνο), συνοδοί της Βασίλισσας
* Μονόστατος (τενόρος), Μαυριτανός στην υπηρεσία του Σαράστρο
* Τρία νεαρά αγόρια (καλά πνεύματα) (υψίφωνοι)
* Παπαγκένα (υψίφωνος), αγαπημένη του Παπαγκένο
* Αφηγητής του ναού (βαθύφωνος)
* Δύο ιερείς (τενόρος, βαθύφωνος)
* Δύο άνδρες με πανοπλία (τενόρος, βαθύφωνος)

Πρώτη πράξη

Η πλοκή της όπερας υπονοείται πως εκτυλίσσεται στην αρχαία Αίγυπτο, ωστόσο δεν προσδιορίζεται με σαφήνεια η εποχή ή ο τόπος. Η πρώτη σκηνή διαδραματίζεται σε ένα βραχώδες τοπίο, ενώ στο βάθος διακρίνεται ένας ναός. Κατά τη διάρκεια του κυνηγιού, ο πρίγκηπας Ταμίνο ζητά βοήθεια (μέρος 1ο, Zu Hilfe! zu Hilfe!...) καθώς καταδιώκεται από ένα τερατόμορφο ερπετό και σώζεται από τρεις νεράιδες που έχουν σταλεί από τη Βασίλισσα της Νύχτας. Την ίδια στιγμή ο «κυνηγός πουλιών» Παπαγκένο αναγγέλλει την άφιξη του μέσω μίας εύθυμης άριας (μέρος 2ο, Der Vogelfaenger bin ich, ja, stets lustig, heissa! Hopsass...). Πείθει τον Ταμίνο πως εκείνος τον έσωσε από το ερπετό αλλά οι τρεις νεράιδες τον τιμωρούν κλείνοντας το στόμα του με ένα χρυσό λουκέτο, ζητώντας επιπλέον από τον Ταμίνο να ελευθερώσει την κόρη της Βασίλισσας της Νύχτας, πριγκίπισσα Παμίνα, η οποία βρίσκεται φυλακισμένη στο κάστρο του μάγου Σαράστρο. Όταν εκείνος αντικρίζει ένα πορτρέτο της πριγκίπισσας, την ερωτεύεται και αποφασίζει να αναλάβει τη διάσωσή της (μέρος 3ο, Dies Bildnis ist bezaubernd schön...). Ακολουθεί η εμφάνιση της βασίλισσας (ρετσιτατίβο και άρια, μέρος 4ο, O zitt're nicht, mein lieber Sohn!...), η οποία εκλιπαρεί τον Ταμίνο να σώσει την κόρη της. Μετά την έξοδο της βασίλισσας, ο Παπαγκένο εισάγει το κουιντέτο της πρώτης πράξης (μέρος 5ο, Hm! Hm! Hm!...) ενώ οι νεράιδες αφαιρούν το λουκέτο όταν υπόσχεται πως δεν θα πει ποτέ ξανά ψέμα. Στο κλείσιμο της σκηνής, ο Ταμίνο και ο συνοδός του Παπαγκένο εφοδιάζονται για την προστασία τους με ένα μαγικό αυλό και μαγικές καμπάνες αντίστοιχα. Η σκηνή μεταφέρεται σε ένα από τα διαμερίσματα του κάστρου τού Σαράστρο όπου ο Μαυριτανός φύλακας του ναού βλέπει την αιχμάλωτη Παμίνα με ανήθικες διαθέσεις. Ο Παπαγκένο ανακαλύπτει την πριγκίπισσα τη στιγμή που ο δούλος Μονόστατος επιχειρεί να τη βιάσει (τρίο, μέρος 6ο, Du feines Taübschen, nur herein...). Τρομαγμένος, ο Μονόστατος εγκαταλείπει τη σκηνή και ο Παπαγκένο αποκαλύπτει στην πριγκίπισσα τον έρωτα του Ταμίνο προς το πρόσωπό της καθώς και την πρόθεσή του να τη σώσει. Τα δύο πρόσωπα εγκαταλείπουν τη σκηνή τραγουδώντας ένα ντουέτο που ενσωματώνει το ηθικό δίδαγμα του έργου (μέρος 7ο, Bei Maennern, welche Liebe fuehlen...).

Στο κλείσιμο της πρώτης πράξης (μέρος 8ο, Zum Ziele führt dich diese Bahn...), το σκηνικό αλλάζει και αποκαλύπτεται ένα μικρό δάσος και τρεις ναοί, της Σοφίας, της Λογικής και της Φύσης. Η επόμενη σκηνή ακολουθεί την άφιξη του Ταμίνο στο κάστρο. Κατευθύνεται αρχικά στους ναούς της λογικής και της φύσης, ωστόσο μία φωνή του υπαγορεύει να οπισθοχωρήσει. Χτυπώντας την πόρτα του ναού της Σοφίας, αποκρίνεται μία φωνή που αποκαλύπτει στον Ταμίνο πως ο Σαράστρο είναι αρχιερέας του Ναού του Ήλιου, της Ίσιδας και του Όσιρη. Ο Παπαγκένο και η Παμίνα, που έχουν στο μεταξύ δραπετεύσει από το κάστρο, αιχμαλωτίζονται από τον Μονόστατο και τους βοηθούς του αλλά οι καμπάνες του Παπαγκένο τους μαγεύουν και αρχίζουν να χορεύουν ασταμάτητα, καθοδηγώντας παράλληλα τον Ταμίνο προς το μέρος τους. Ξαφνικά ο ήχος τρομπετών αναγγέλλει την άφιξη του πρωθιερέα Σαράστρο. Η Παμίνα του εξηγεί πως με τη φυγή της δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει το κάστρο του αλλά να προστατευτεί από τον Μονόστατο. Ο Σαράστρο αποκρίνεται ως έντιμος και σοφός άνθρωπος, είναι συγκαταβατικός μαζί της, ωστόσο αρνείται να αφεθεί ελεύθερη εξαιτίας της αρνητικής επιρροής τής μητέρας της. Την ίδια στιγμή εμφανίζεται ο Μονόστατος με αιχμάλωτο τον Ταμίνο, ο οποίος συναντάται για πρώτη φορά με την πριγκίπισσα Παμίνα. Ο Σαράστρο διατάζει την τιμωρία του Μονόστατου και την είσοδο των δύο νέων στο ναό για να εξαγνιστούν.

Δεύτερη πράξη

Η αρχή της δεύτερης πράξης διαδραματίζεται σε ένα δάσος με ασημένιους φοίνικες. Ο Σαράστρο, μαζί με τους ιερείς, κάνει επίκληση στις θεότητες να βοηθήσουν τους νέους να περάσουν επιτυχώς τις διαδικασίες μύησής τους, οι οποίες περιλαμβάνουν τις δοκιμασίες της σιωπής, της φωτιάς και του νερού (άρια και χορωδία, μέρος 10ο, O Isis und Osiris, schenket...). Στη δεύτερη σκηνή, ο Ταμίνο μαζί με τον τρομαγμένο Παπαγκένο βρίσκονται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο του ναού. Προειδοποιούνται από τους δύο ιερείς πως πρέπει να προσέχουν ορισμένα μειονεκτήματα των γυναικών και αποχωρούν (μέρος 11ο, Bewahret euch vor Weibertücken...). Ξαφνικά εμφανίζονται οι τρεις νεράιδες που τους ενημερώνουν ότι η βασίλισσα θα τους σώσει από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκονται (κουιντέτο, μέρος 12ο, Wie? wie? wie? Ihr an diesem Schreckensort?...). Ο Παπαγκένο πείθεται αλλά ο Ταμίνο τον σωπαίνει. Τελικά οι γυναίκες αποτυγχάνουν στους σκοπούς τους και εξαφανίζονται ενώ ξεσπούν κεραυνοί. Ο Μονόστατος επιχειρεί εκ νέου να βιάσει την κοιμώμενη Παμίνα ενώ παράλληλα αναρωτιέται αν ένας μαύρος δούλος έχει δικαίωμα να αποζητά τις χαρές της ζωής (άρια, μέρος 13ο, Alles fühlt der Liebe Freuden...). Στη σκηνή εμφανίζεται η Βασίλισσα της Νύχτας η οποία σε διάλογο με την Παμίνα αποκαλύπτει τα κίνητρά της, προστάζοντας την κόρη της να σκοτώσει τον Σαράστρο με ένα μαχαίρι που της παραδίδει, τραγουδώντας μία από τις δυσκολότερες άριες του λυρικού ρεπερτορίου (μέρος 14ο, Der Hölle Rache...). Μετά την αποχώρησή της, ο Μονόστατος αποσπά το μαχαίρι και αρχίζει να εκβιάζει την Παμίνα, απειλώντας πως θα μαρτυρήσει στον Σαράστρο όσα είδε αν εκείνη δεν του παραδοθεί. Την ίδια στιγμή, εμφανίζεται ο αρχιερέας, ο οποίος διώχνει τον δούλο και δίνει πίσω στην Παμίνα το μαχαίρι, δηλώνοντας πως γνωρίζει όλη την αλήθεια και πως σύντομα η εκείνη θα βρίσκεται με τον αγαπημένο της και η μητέρας της στο κάστρο της, αφού η εκδίκηση δεν έχει θέση στο ναό παρά μόνο η αγάπη (μέρος 15ο, In diesen heil'gen Hallen...). Σε μία από τις αίθουσες του ναού, ο Παπαγκένο συνεχίζει να φλυαρεί παρά τον όρκο της σιωπής που έδωσαν. Όταν ζητά λίγο νερό, εμφανίζεται μπροστά τους μία άσχημη ηλικιωμένη γυναίκα πρόθυμη να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Στο διάλογό της με τον Παπαγκένο, πριν εξαφανιστεί ξαφνικά, αποκαλύπτει πως είναι 18 ετών και πως ο αγαπημένος της ονομάζεται Παπαγκένο. Τα τρία πνεύματα εμφανίζονται να αιωρούνται στη σκηνή και επιστρέφουν στους δύο άνδρες το μαγικό αυλό και τις καμπάνες, τραγουδώντας ένα τρίο. Ο Ταμίνο παίζει τον μαγικό αυλό και τον ήχο του ακολουθεί η Παμίνα, η οποία προσπαθεί να μιλήσει στον πρίγκηπα. Εκείνος δεν αποκρίνεται, στις ερωτήσεις της, τηρώντας τον όρκο σιωπής του, γεγονός που απελπίζει την Παμίνα, η οποία τραγουδά μία θλιμμένη άρια.

Στη συνέχεια το σκηνικό μεταφέρεται στο θόλο μίας πυραμίδας, όπου ο αφηγητής και ορισμένοι ιερείς τραγουδούν ένα χορωδιακό για τον εορτασμό τη μύησης του Ταμίνο, ο οποίος τοποθετείται μπροστά στο Σαράστρο. Εκείνος προστάζει την άφιξη της Παμίνα, η οποία κάνει νέες ερωτήσεις τις οποίες φροντίζει να απαντήσει ο Σαράστρο (τρίο, μέρος 19ο, Soll ich dich, Teurer, nicht mehr seh'n?...). Η ηλικιωμένη γυναίκα εμφανίζεται εκ νέου μπροστά στον Παπαγκένο και του ζητά να παντρευτούν. Όταν εκείνος απαντά καταφατικά, εκείνη μεταμορφώνεται σε μία όμορφη κοπέλα, ωστόσο οι ιερείς δεν του επιτρέπουν να την αγγίξει διότι δεν τήρησε τον όρκο σιωπής. Ενώ το σκηνικό μας μεταφέρει στην τοποθεσία δύο βουνών, η Παμίνα, μαζί με τον αγαπημένο της, ετοιμάζονται να περάσουν τις δοκιμασίες της φωτιάς και του νερού. Το κατορθώνουν με τη βοήθεια του μαγικού αυλού που τους προστατεύει και στη συνέχεια, έχοντας ολοκληρωθεί η διαδικασία μύησή τους, φθάνουν στην πύλη του ναού της Ίσιδας όπου γίνονται δεκτοί με εύθυμες φωνές (χορωδία, Triumph! Triumph! Du edles Paar!...). O Παπαγκένο μονολογεί για την ατυχία του και απελπισμένος σκέφτεται να αυτοκτονήσει, αλλά την ίδια στιγμή τα τρία πνεύματα τού θυμίζουν τις καμπάνες. Οι μαγικές ιδιότητές τους φέρνουν πίσω την Παπαγκένα και οι δύο ερωτευμένοι φεύγουν μαζί τραγουδώντας ένα εύθυμο ντουέτο (Papageno! Papagena!). Στο κλείσιμο της δεύτερης πράξης, οι δυνάμεις του κακού, ο Μονόστατος, η Βασίλισσα της Νύχτας και οι τρεις συνοδοί της, προσπαθούν να φτάσουν στο ναό, κρατώντας μαύρους δαυλούς. Ξαφνικά, εκτυφλωτικές δέσμες φωτός διαχέονται μέσα στο σκοτάδι, με αποτέλεσμα να χάσουν τις δυνάμεις τους και να χαθούν στα έγκατα της γης. Στην τελευταία σκηνή, που εκτυλίσσεται στο Ναό του Ήλιου, παρουσιάζονται ο Σαράστρο, η Παμίνα και ο Ταμίνο με ιερατικά άμφια, οι ιερείς και τα τρία πνεύματα. Ο Σαράστρο τραγουδά πως «οι ακτίνες του ήλιου έδιωξαν τη νύχτα και τις δυνάμεις του κακού» για να ακολουθήσει ο χορός των ιερέων που επαινεί τους μυημένους.

Εκτελέσεις

Η όπερα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στις 30 Σεπτεμβρίου του 1791 στη Βιέννη, υπό τη διεύθυνση του Μότσαρτ και με τον Σικανέντερ στο ρόλο του Παπαγκένο. Αναφέρεται πως ο Μότσαρτ αστειευόταν μαζί του στη διάρκεια της άριας τής δεύτερης πράξης, αλλάζοντας τον τόνο του glockenspiel που έπαιζε ο ίδιος[2]. Το έργο σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία και ακολούθησαν συνολικά είκοσι παραστάσεις στη διάρκεια ενός μήνα. Μετά το θάνατο του Μότσαρτ εκτελέστηκε επίσης στην Πράγα (1792), στη Λειψία, στο Μόναχο και στη Δρέσδη (1793), στο Βερολίνο (1794), καθώς και σε άλλες γερμανικές πόλεις. Το 1797 παρουσιάστηκε στην Αγία Πετρούπολη ενώ αργότερα παίχθηκε επίσης στο Παρίσι, με τον τίτλο Τα μυστήρια της Ίσιδας (1801) και στο Λονδίνο (1811). Οι πρώτες εκτελέσεις επί βρετανικού εδάφους έγιναν στην ιταλική γλώσσα. Ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ο Μαγικός Αυλός αποτελούσε μέρος του ρεπερτορίου των σημαντικότερων θεάτρων. Μεταφράστηκε για πρώτη φορά το 1799, στα ολλανδικά, ενώ αργότερα ακολούθησαν μεταφράσεις στη Γαλλική και Ρωσική γλώσσα (1801). Ο Σικανέντερ συνέθεσε μία συνέχεια της όπερας, με τίτλο Ο Λαβύρινθος (Das Labyrinth, 1798), σε μουσική του Πίτερ Γουίντερ. Κάτι ανάλογο επιδίωξε και ο Γκαίτε με το έργο Die Zauberflöte zweiter Teil, το οποίο ωστόσο έμεινε ημιτελές.

Μουσική και λιμπρέτο

Η μουσική της όπερας βρίσκεται σε αρμονική συμφωνία με το λιμπρέτο του Σικανέντερ και αποδίδει τα νοήματα και τα θέματα του έργου. Πλαισιώνεται από πολλά διαφορετικά είδη που συνέθεσε ο Μότσαρτ, όπως λαϊκά και κωμικά τραγούδια που εκτελεί κυρίως ο Παπαγκένο, ευγενικές ή λυρικές άριες του Ταμίνο, κολορατούρα άριες της Βασίλισσας της Νύχτας, δραματικά ρετσιτατίβι, καθώς και τελετουργική μουσική, όπως εντοπίζεται στις άριες του Σαράστρο ή τα επιβλητικά χορωδιακά που ανήκουν στην κατηγορία της μασονικής μουσικής του Μότσαρτ με τον επίσημο και ιερουργικό τόνο έξαρσης[3]. Το γερμανικό ζίνγκσπιλ συνυπάρχει με στοιχεία από την ιταλική κωμική όπερα (opera buffa) και το λαϊκό θέατρο της Βιέννης, ειδικότερα το είδος της λεγόμενης «κωμωδίας των μηχανών» (Machinen-Komödie). O Μότσαρτ ξεκίνησε τη σύνθεση της μουσικής κατά την άνοιξη του 1791 και ενώ παράλληλα επεξεργαζόταν το κοντσέρτο για πιάνο σε σι ύφεση μείζονα Κ.595, το κοντσέρτο για κλαρινέτο Κ.622, το κουαρτέτο εγχόρδων σε μι μείζονα K.641, και λίγο μεταγενέστερα την όπερα La clemenza di Tito και το ρέκβιεμ Κ.626. Οι πρώτες αναφορές στη μουσική του έργου χρονολογούνται στις 11 Ιουνίου 1791, στην αλληλογραφία του Μότσαρτ με τη σύζυγό του Κονστάντζ. Η τονικότητα της μι ύφεσης μείζονας στην οποία είναι γραμμένο το μεγαλύτερο μέρος του έργου θεωρείται κατεξοχήν μασονική, καθώς οι τρεις υφέσεις στον οπλισμό της ερμηνεύονται ως συμβολικές των τριών βαθμών της μασονικής ιεραρχίας. Η τονικότητα τής φα μείζονος συναντάται επίσης στο εμβατήριο αρ. 9 και στην άρια αρ. 10 της όπερας, κατά τη μύηση του ήρωα Ταμίνο, και κατά μία ερμηνεία, ο μοναδικός οπλισμός της συμβολίζει το βαθμό του Μαθητή[4].

Το λιμπρέτο συνέθεσε ο θεατρικός επιχειρηματίας, ηθοποιός, τραγουδιστής και συγγραφέας Εμάνουελ Σικανέντερ, παλιός φίλος του Μότσαρτ από την περίοδο που αποτελούσαν και οι δύο μέλη της Βιεννέζικης Τεκτονικής Στοάς της Αγαθοεργίας. H πατρότητα της σύνθεσης αμφισβητήθηκε το 1849, όταν ο Julius Cornet, στο έργο του Die Oper in Deutschland und das Theater der Neuzeit, ανέφερε ως πραγματικό συγγραφέα τον Καρλ Λούντβιχ Γκίζεκε (1761-1833) — γνωστός και ως Σερ Καρλ Λιούις Μέτζλερ — ο οποίος είχε ολοκληρώσει διασκευές ποιημάτων για την όπερα, ενώ αργότερα ακολούθησε σταδιοδρομία μεταλλειολόγου στο πανεπιστήμιο του Δουβλίνου. Κατά τον Cornet, που μετέφερε διήγηση του ίδιου του Γκίζεκε, ο Σικανέντερ «απλώς τροποποίησε, περιέκοψε και ανασύνθεσε» το λιμπρέτο του, και «έδωσε στον εαυτό του τον τίτλο του συγγραφέα»[5]. Η υπόθεση της πλαστής πατρότητας του έργου αμφισβητήθηκε έντονα το 1901 από τον Egon von Komorzynski, στην πραγματεία Emanuel Schikaneder. Ein Beitrag zur Geschichte des deutschen Theaters (β' έκδοση 1951) και αργότερα από τον Otto Rommel, στη μελέτη Die Alt-Wiener Volkskomödie (Βιέννη, 1952), όπου τονίζεται μεταξύ άλλων το γεγονός πως καμία άλλη αναφορά δεν επιβεβαιώνει την αναφορά του Cornet[6], με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του Γκίζεκε να μην θεωρούνται μέχρι σήμερα αξιόπιστοι[2].

Ως προς το περιεχόμενό του, το λιμπρέτο χαρακτηρίζεται από μία μεγάλη ποικιλία σημείων αναφοράς και πολλά έργα έχουν προταθεί ως πιθανές πηγές στη βάση των οποίων στηρίχθηκε ο Σικανέντερ για τη σύνθεσή του. Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη συλλογή παραμυθιών Dschinnistan (Τζινιστάν, α' τόμος 1786) του Γερμανού λογοτέχνη Κρίστοφ Μάρτιν Βίλαντ (1733-1813) και ειδικότερα στην εξιστόρηση του Γιάκομπ Λάιμπσκιντ, Lulu oder Die Zauberflote που περιείχε και η οποία πιθανότατα πρόσφερε τον τίτλο της όπερας. Ως άλλες επιδράσεις αναφέρονται συχνά τo μυθιστόρημα Σέθος[7] (1731) του Αββά Ζαν Τερασόν, το δραματικό έργο Θάμος, Βασιλιάς της Αιγύπτου του Τόμπιας Φίλιπ φον Γκέμπλερ και το λιμπρέτο της όπερας Όμπερον του Γκίζεκε που παρουσιάστηκε με μουσική του Πάουλ Βρανίτζκι το 1789. Πολλές ακόμα δευτερεύουσες πηγές έχουν προταθεί ως σημεία αναφοράς για το λιμπρέτο του Μαγικού Αυλού, ωστόσο παραμένει ισχυρή η άποψη πως κυριότερη πηγή για τη σύνθεσή του υπήρξε το τεκτονκό τελετουργικό, όχι μόνο ιδωμένο στην τυπική του έκφραση, αλλά μέσα από τον ευρύτερο συμβολισμό του[8].

Θέματα και συμβολισμοί

Το κεντρικό θέμα που αναπτύσσεται στο Μαγικό Αυλό είναι η δύναμη της αγάπης για τον άνθρωπο, θέτοντας ως πρότυπα τους κύριους χαρακτήρες του Ταμίνο και της Παμίνα, οι οποίοι κατορθώνουν χάρη στην αγάπη και με τη βοήθεια της μουσικής να ξεπεράσουν τις δοκιμασίες τους[9]. Σχεδόν κάθε σκηνή και διάλογος μπορεί να ιδωθεί ως μία συμβολική αντιπαράθεση του καλού και ενάρετου με το κακό, ενώ την ίδια σύγκρουση, που δραματοποιείται έντονα χάρη στη μουσική, μεταφέρουν στο θεατή και οι εκ διαμέτρου αντίθετοι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες της Βασίλισσας της Νύχτας και του Σαράστρο. Η μάχη του καλού εναντίον του κακού, της αλήθειας έναντι του ψέματος, καθώς και η αναζήτηση των μεγάλων ιδανικών της ζωής προβάλλονται ως κύρια ηθικά διδάγματα. Η αρχική αποστολή του Ταμίνο μετατρέπεται σταδιακά σε μία ανάγκη βαθύτερης αναζήτησης της γνώσης και της διαφώτισης, η οποία όμως ικανοποιείται μόνο μέσα από δοκιμασίες, πριν φθάσει στην οριστική ανύψωση σε ένα ανώτερο επίπεδο ευτυχίας.

Η κριτική ερμηνεία του Μαγικού Αυλού εστιάζει στη σχέση του έργου με τις ιδέες του Ελευθεροτεκτονισμού και είναι ευρύτερα αποδεκτό πως περιέχει πληθώρα σχετικών συμβολισμών. Οι ερμηνείες του έργου υπό το πρίσμα του Τεκτονισμού χρονολογούνται ήδη από το 1794[10] και αρκετοί μουσικολόγοι έχουν διατυπώσει την άποψη πως πολλά από τα δρώμενα της όπερας βασίζονται σε πραγματικά τεκτονικά σύμβολα και τελετουργικά, τα οποία ήταν γνωστά τόσο στον Μότσαρτ όσο και στον Σικανέντερ. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν τα χορωδιακά μέρη του Σαράστρο με τους ιερείς ή η τελετή μύησης του πρωταγωνιστή Ταμίνο[11]. Ο μυστικισμός του Μαγικού Αυλού αποδίδεται εξίσου στους Μότσαρτ και Σικανέντερ[12], καθώς έχει υποστηριχθεί πως οι μασονικοί συμβολισμοί του έργου δεν περιορίζονται μόνο στο λιμπρέτο, αλλά διαπνέουν επίσης τη μουσική του, αναγνωρίζοντας έτσι ως συνειδητή επιλογή τον αριθμό των προσώπων που χρησιμοποίησε ο Μότσαρτ ή ακόμα τους ρυθμούς, τα μέτρα των σκηνών και τις τονικότητες[13]. Ο μασονικός συμβολισμός θεωρείται ορατός στην έμφαση που δίνεται στον αριθμό τρία[14], στο σκηνικό που παραπέμπει στην Αρχαία Αίγυπτο, από την οποία αντλεί στοιχεία η μασονική τελετουργία, στα μυστήρια που συχνά συνδέονται με τη μύηση των μελών των τεκτονικών στοών, καθώς και στο χαρακτικό της πρώτης έκδοσης του λιμπρέτου.

Η πλοκή του Μαγικού Αυλού χαρακτηρίζεται παράλληλα από στοιχεία παραμυθιού, όπως αυτά εκπροσωπούνται κυρίως από τις νεράιδες συνοδούς της Βασίλισσας, τα τρία καλά πνεύματα που βοηθούν τον Ταμίνο και τον Παπαγκένο, καθώς και από τις μαγικές ιδιότητες που αποδίδονται στον μαγικό αυλό του πρώτου και τις καμπάνες του δεύτερου. Αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αποτελούν επίσης οι έντονα δραματικές μεταμορφώσεις των χαρακτήρων. Μέχρι το τέλος της πρώτης πράξης του έργου, οι θεατές αντιλαμβάνονται τον πρωθιερέα Σαράστρο ως έναν εκπρόσωπο των δυνάμεων του κακού, ωστόσο στην εξέλιξη της υπόθεσης αποδεικνύεται ενάρετος και σοφός, σε αντίθεση με τη Βασίλισσα της Νύχτας, που αν και αρχικά εμφανίζεται ως ευγενής και ενάρετος χαρακτήρας, στη συνέχεια αποκαλύπτεται η αληθινή φύση της. Κατά μία ερμηνεία, η ριζική αλλαγή στην πλοκή οφείλεται σε αναθεώρηση του λιμπρέτου, από τον Μότσαρτ και τον Σικανέντερ, για την οποία έχουν προταθεί πολυάριθμες πιθανές εξηγήσεις, χωρίς ωστόσο να υπάρχει βεβαιότητα για κάποια από αυτές. Ο χαρακτήρας της Βασίλισσας ταυτίζεται σύμφωνα με μία εκδοχή με την αυτοκράτειρα Μαρία Θηρεσία, γνωστή για την αντίθεσή της στον Τεκτονισμό, ο πρωταγωνιστής του έργου Ταμίνο με τον αυτοκράτορα Ιωσήφ Β', που εξέδωσε διάταγμα προστασίας των Τεκτόνων και ο Σαράστρο με τον βαρόνο Ιγνάτιο φον Μπορν, Μέγα Διδάσκαλο της στοάς Zur wahren Eintracht. Σε ένα ανώνυμο Βιενέζικο φυλλάδιο του 1794, αναγνωρισμένο ως δημιουργία του Joseph Valentin Eybel, ο Μαγικός Αυλός περιγράφηκε ως μία αλληγορία της Γαλλικής επανάστασης με την Βασίλισσα να αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία των Ιακωβίνων και τους Παμίνα και Ταμίνο ως σύμβολα της Δημοκρατίας και της ελπίδας της Γαλλίας αντίστοιχα[15] αποδίδοντας έτσι ένα κοινωνικοπολιτικό περιεχόμενο στο έργο.

Μουσικά κομμάτια

Παραπομπές

1. ↑ Όρος που περιγράφει ένα είδος λυρικού θεάτρου, μία μορφή της γερμανικής όπερας, που αναπτύχθηκε κατά το 18ο αιώνα, συνήθως εύθυμης ή συναισθηματικής πλοκής.

2. ↑ 2,0 2,1 Julian Rushton, "Die Zauberflöte", Grove Music Online, Oxford University Press, ανακτήθηκε 7 Ιουνίου 2007

3. ↑ Γ. Βασιλειάδης, Μότσαρτ: χρόνια ωριμότητας (1783-1791), 1991, σελ. 66-67.

4. ↑ βλ. K. Thomson, Μότσαρτ, ο τεκτονικός μίτος στο έργο του, εκδ. Γκοβόστης, 1995, σελ. 53

5. ↑ όπως παρατίθεται στο Matheus Franciscus Maria van den Berk, The Magic Flute: Die Zauberflöte : an Alchemical Allegory, Brill Academic Publishers, 2004, σελ. 377

6. ↑ βλ. Branscombe, 87-88

7. ↑ K. Thomson, ό.π., σελ. 189

8. ↑ βλ. J. Chailey, The Magic Flute Unveiled: Esoteric Symbolism in Mozart's Masonic Opera, Inner Traditions International, 1971, σελ. 37

9. ↑ K. Thomson, ό.π, σελ. 194

10. ↑ Eisen, Keefe, 551

11. ↑ Fisher, 15

12. ↑ Eisein, Keefe, 552

13. ↑ Γεώργιος Δρόσος, Μότσαρτ 1: η ζωή, το έργο, η εποχή του, ο κατάλογος Kέχελ, Ζαχαρόπουλος, 1989, σελ. 502

14. ↑ Στους χαρακτήρες περιλαμβάνονται τρεις νεράιδες και τρία καλά πνεύματα, ενώ συνολικά υπάρχουν τρία διακριτά ζευγάρια προσώπων (Ταμίνο και Παμίνα, Παπαγκένο και Παπαγκένα, Βασίλισσα της Νύχτας και Σαράστρο). Τονίζεται επίσης το άκουσμα τριών ομάδων συγχορδιών από την ορχήστρα κατά τα πρώτα μουσικά μέτρα του έργου. Βλ. και J. Rushton, ό.π.

15. ↑ Βλ. Branscombe, 219. Πρβλ. Eise, Keefe, 551

Βιβλιογραφία

* Peter Branscombe, W. A. Mozart: Die Zauberflote, Cambridge University Press, 1991

* Burton D. Fisher, Mozart's the Magic Flute: Die Zauberflote, Opera Journeys Publishing, 2005

* Cliff Eisen, Simon P. Keefe, The Cambridge Mozart Encyclopedia, Cambridge University Press, 2006

* Katharine Thompson, Μότσαρτ, ο τεκτονικός μίτος στο έργο του, εκδ. Γκοβόστης, 1995

* Nicholas Till, Mozart and the enlightenment: truth, virtue, and beauty in Mozart’s operas, London: Faber and Faber, 1993

Εξωτερικοί σύνδεσμοι

* Λιμπρέτο και σύνοψη του έργου

* Νίκος Κανελλόπουλος, "Ο Μαγικός Αυλός", ανάλυση της όπερας

* Ειρήνη Κρίκη, Wolfgang Amadeus Mozart: Μαγικός Αυλός, Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη Λίλιαν Βουδούρη

* The Magic Flute Project

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License