> Γεώργιος Σουρής

 

- Γεγονότα, Hμερολόγιο -

 

.

Ο Γεώργιος Σουρής (1853 - 1919) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους σατιρικούς ποιητές της νεότερης Ελλάδας, έχοντας χαρακτηριστεί ως «σύγχρονος Αριστοφάνης».

Γεννήθηκε το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρου. Η οικογένειά του ήταν εύπορη και ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει παπά. Όταν η οικογένειά του χρεοκόπησε, ο πατέρας του τον έστειλε υπάλληλο στο κατάστημα ενός θείου του σιτέμπορου στη Ρουμανία. Ο Σουρής βέβαια, που μόνο για έμπορος δεν έκανε, έγραφε κρυφά τους στίχους του στα κατάστιχα και μετά δύο μήνες αποχώρησε. Όταν ήλθε στην Αθήνα γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή. Δεν κατόρθωσε ωστόσο να πάρει πτυχίο λόγω οικονομικών προβλημάτων. Για να βγάλει τον επιούσιο παρέδιδε μαθήματα και δημοσιογραφούσε.

Στις 2 Απριλίου 1883 έβγαλε το πρώτο φύλλο του «Ρωμηού», που ήταν μια έμμετρη εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα. Τον Αύγουστο έδωσε έξετάσεις στο Πανεπιστήμιο, αλλά κόπηκε «μετά πολλών επαίνων», όπως σατιρίζει, στη μετρική. Ο «Ρωμηός» κυκλοφόρησε ως το 1918, λίγο πριν το θάνατο του Σουρή, για 36 χρόνια και 8 μήνες, σε 1.444 συνολικά τεύχη. Το 1900, στο Δημοτικό Θέατρο των Αθηνών, παρουσιάστηκαν με επιτυχία οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνους, σε έμμετρη απόδοσή του. Έγραψε και αρκετές έμμετρες κωμωδίες οι οποίες καυτηρίαζαν τα κακώς κείμενα της εποχής.

Το έργο του χαρακτηριζόταν από την ποιητική του γονιμότητα και την πληθώρα των στίχων του. Έγραφε πάντα καλοπροαίρετα σχολιάζοντας το λαό, τους άρχοντες, τους Βασιλείς, χωρίς ωστόσο να βρίζει. Συχνά αυτοσαρκαζόταν και έξοχο δείγμα αυτοσαρκασμού είναι το ποίημα «Η Ζωγραφιά μου». Η γλώσσα του είναι μικτή. Χρησιμοποιεί πολύ τη δημοτική, αλλά συχνά στα ποιήματά του υπάρχουν αρκετές λόγιες λέξεις και φράσεις, για λόγους είτε μετρικούς είτε σατιρικούς. Βεβαίως, κάποιοι τον είπαν στιχοπλόκο και κατηγόρησαν το έργο του υποστηρίζοντας πως στερείται ποιητικής αξίας ή ότι είναι εντελώς επιφανειακό. Πέθανε το 1919 στο Φάληρο, και κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού.


Η ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ

Μπόι δυο πήχες, κόψη κακή, γένια με τρίχες εδώ κι εκεί.
Κούτελο θείο λίγο πλατύ, τρανό σημείο του ποιητή.
Δυο μάτια μαύρα, χωρίς κακία, γεμάτα λαύρα, μα και βλακεία.
Μακρύ ρουθούνι, πολύ σχιστό, κι ένα πηγούνι σαν το Χριστό.
Πηγάδι στόμα, μαλλιά χυτά... γεμίζεις στρώμα μόνο μ' αυτά..
Μούρη αγρία και ζαρωμένη, χλωμή και κρύα σαν πεθαμένη.
Κανένα χρώμα δεν της ταιριάζει, και τώρ' ακόμα βαφές αλλάζει.
Δόντια φαφούτη, όλο σχισμάδες, ύφος τσιφούτη για μαστραπάδες.

Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919). Λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκ. Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, K. Παλαμάς (στο κέντρο) και Γ. Σουρής.

Ο ΡΩΜΙΟΣ

Στον καφενέ απ' έξω σαν μπέης ξαπλωμένος
του ήλιου τις ακτίνες αχόρταγα ρουφώ,
και στων εφημερίδων τα νέα βυθισμένος,
κανένα δεν κοιτάζω, κανένα δεν ψηφώ.
Σε μια καρέκλα τόνα ποδάρι μου τεντώνω,
το άλλο σε μιαν άλλη, κι ολίγο παρεκεί
αφήνω το καπέλο, και αρχινώ με τόνο
τους υπουργούς να βρίζω και την πολιτική.
Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι ουρανός! τι φύσις!
αχνίζει εμπροστά μου ο καϊμακλής καφές,
κι εγώ κατεμπνευσμένος για όλα φέρνω κρίσεις,
και μόνος μου τις βρίσκω μεγάλες και σοφές.
Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσους, και όποιους άλλους θέλω
και στρίβω το μουστάκι μ' αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαβόλου στέλλω
τον ίδιο εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.
Φέρνω τον νου στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι απάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.
Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
απάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ...
Εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλασφήμιες ξέρω αρχίζω να τη πω.
Στον καφετζή ξεσπάνω... φωτιά κι εκείνος παίρνει,
αμέσως άνω κάτω τον κάνω τον μπουφέ,
τον βρίζω και με βρίζει, τον δέρνω και με δέρνει,
και τέλος... δεν πληρώνω δεκάρα στον καφέ.


Ο ΔlΟΓΕΝΗΣ

Ο Διογένης έρχεται κυλώντας το πιθάρι του
κι ανάβει το φανάρι του.
Συ, που ταπείνωσες κι αυτόν τον μέγαν Μακεδόνα,
καλώς μας ήλθες, κυνικέ, σε τούτον τον αιώνα.
Πάλι για νάβρεις άνθρωπο με το φανάρι βγήκες...
τον άνθρωπο που γύρευες ακόμη δεν τον βρήκες;
Εγώ και χοίρους γνώρισα, που γίνηκαν ανθρώποι,
και τώρα πάνε κι έρχονται μεσ' από την Ευρώπη.

Ο Ρωμηός
Ο Ρωμιός στον παράδεισο
Η ζωγραφιά μου
Η παπαδιά
Του παλατιού η πυρκαγιά
Εις τα Θεμέλια του Φρενοκομείου
Το Παραπαίον Γήρας
Στηριγμένος στο ραβδί μου…
Σ'έπιασα στα πράσσα …
Λέει γειτόνισσα σε κάποιαν άλλη…
Καθένας την τιμή του κελαϊδεί…
Λοιπόν τι μένει πλέον; φθίνει και το πλατάνι…

Έλληνες

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World - Scientific Library

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License