- Art Gallery -

 

.


				

Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό, κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και οι αριθμοί τους περικλείονται σε ().


Εξώφυλλο

ΤΡΥΦΩΝΟΣ Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟΥ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ

ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

(1828 — 1831)
ΜΕΤΑ 60 ΕΙΚΟΝΩΝ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ — Π. Ε. ΖΑΝΟΥΔΑΚΗΣ — ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΗΣ

1894


ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΟΥ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ

ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

(1828 — 1831)

ΜΕΤ' ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ — ΠΟΛΛΩΝ ΕΙΚΟΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΓΟΜΕΝΩΝ

ΤΡΥΦΩΝΟΣ Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

«Δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω
εις την Ελλάδα το γηραλέον σαρκίον
μου». [Καποδίστριας].

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΝ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ Π. Ε. ΖΑΝΝΟΥΔΑΚΗ

1894


ΤΩ ΕΠΑΞΙΩΣ
ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΦΕΡΟΝΤΙ


ΓΕΩΡΓΙΩ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ


ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εξακολουθούντες το ούπερ από διετίας προκατηρξάμεθα έργον της συγγραφής της Εθνικής Ιστορίας μονογραφικώς, σπεύδομεν εις την έκδοσιν της Ιστορίας του πρώτου της νεωτέρας Ελλάδος κυβερνήτου, του αοιδίμου κόμητος Ιωάννου Καποδιστρίου, του ανδρός εκείνου, όστις τας εν Ρωσία τιμάς και μεγαλεία καταλιπών και υπό της χήρας αυτοκρατείρας του αυτοκράτορος πασών των Ρωσιών Αλεξάνδρου (1827) παρακαλούμενος να παραμείνη εν Πετρουπόλει, εν ρωσική υπηρεσία, είπε το λόγιον εκείνο, όπερ εν προμετωπίδι του παρόντος έργου προυτάξαμεν : «Δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω εις την Ελλάδα το γηραλέον σαρκίον μου».

Την ιστορίαν του Καποδιστρίου διττώς θεωρούμεν αναγκαίαν· πρώτον μεν, διότι αυτός υπήρξεν ο ανήρ εκείνος, όστις εν τη ελληνική αυτού καταγωγή ετίμησε το Ελληνικόν όνομα, μέγα διαδραματίσας, κατά τας τρεις πρώτας δεκαετηρίδας του προς το τέρμα δολιχοδρομούντος ΙΘ' αιώνος, πρόσωπον, γενόμενος ο διαιτητής της Ευρώπης, ο Βίσμαρκ της εποχής αυτού· δεύτερον δε, διότι αυτόν, πάντων των συγχρόνων Ελλήνων άριστον διπλωμάτην γενόμενον, εξέλεξεν η τρίτη εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις (2 Απριλίου 1827) ως πρώτον της ελευθερουμένης Ελλάδος κυβερνήτην, εις χείρας αυτού εμπιστευθείσα τους οίακας του υπό της αλλοπροσάλλου διπλωματίας κλυδωνιζομένου εθνικού σκάφους. Και όντως, πόσας αναμνήσεις δεν διεγείρει το όνομα του Καποδιστρίου ! Το όνομα του Μπάρμπα-γιάννη, ως απεκάλει τον σεπτόν γέροντα Κυβερνήτην ο ελεύθερος Ελληνικός λαός, όστις νυχθημερόν εν τω εν Αιγίνη εισέτι περισωζομένω μεγάρω της Κυβερνήσεως ειργάζετο υπέρ του εθνικού μεγαλείου, υπέρ της ευρύνσεως των στενών μέχρις αποπνιγμού της αναγεννωμένης Ελλάδος ορίων, άπερ η ανθελληνική διπλωματία των περί τον Μέττερνιχ επέβαλεν αυτή.

Πλείσθ' όσα έχουσι γραφή περί του πρώτου της Ελλάδος κυβερνήτου παρά τε ημετέρων και ξένων και ίσως πολλά άλλα θα γραφώσιν εν τω μέλλοντι, διότι η ιστορία εισέτι δεν εφιλοτέχνησε το αληθινόν και αθάνατον του ανδρός εκείνου μνημείον, όστις πρώτος αυτός έθηκε τα θεμέλια της εν Ελλάδι ελευθέρας πολιτείας, αλλά και δεν ενόμισε πρέπον να οινοχοήση άκρατον την ελευθερίαν προς άνδρας χώρας επί μακρόν ταλαιπωρηθείσης, ής το μεν ήμισυ κατείχετο εισέτι υπό των Τούρκων, το δ' έτερον είχε καταστή έρμαιον εσωτερικών πολέμων και ολεθρίων αντεγκλήσεων.

Ο βίος του Ιωάννου Καποδιστρίου δύναται να διαιρεθή εις τρεις ιδίως περιόδους, καθ' άς ανεφάνη, ανεπτύχθη και ωρίμασεν ο έξοχος εκείνος νους της Ελλάδος. Και εν μεν τη πρώτη υπηρετεί το κρατίδιον, εν ώ εγεννήθη, άρτι ανακύψαντι της μακράς βενετικής δουλείας, εν δε τη δευτέρα, εν τοις ευρωπαϊκοίς συνεδρίοις παρακαθήμενος παρά τοις διασημοτέροις των πολιτικών και διπλωματικών ανδρών της εποχής, συσκέπτεται περί των τυχών των λαών, εν δε τη τρίτη δημιουργεί την πολιτικήν Ελλάδα, ής πολλοί μεν παρεσκεύασαν την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν αντί πάσης θυσίας, αλλ' εκείνος εδημιούργησεν, ως επιτήδειος αρχιτέκτων το πολιτικόν οικοδόμημα αυτής.

Τοιούτου γενομένου του κυβερνήτου Καποδιστρίου, και ως βάσιν της εργασίας ημών πάσας τας μέχρι τούδε περί αυτού εκδεδομένας ιστορικάς πραγματείας ημετέρων τε και ξένων λαβόντες, προβαίνομεν επί την έκδοσιν της ιστορίας του κυβερνήτου (1828 — 1831), τα μεν από της γεννήσεως αυτού μέχρι του 1828, εν τη Εισαγωγή συντόμως διεξερχόμενοι, τα δε από του θανάτου αυτού, ήτοι από του 1831 μέχρι της αντιβασιλείας, εν παραρτήματι δια βραχέων διεξιόντες.

Έγραφον εν Αιγίνη κατ' Αύγουστον 1893.

ΤΡΥΦΩΝ Ε. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΙΩΑΝΝΟΥ Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

«Είτε υπό τινος πόλεως επιθυμείς τιμάσθαι,
την πόλιν ωφελητέον, είτε υπό της Ελλάδος
πάσης αξιοίς επ' αρετή θαυμάζεσθαι, την
Ελλάδα πειρατέον ευ ποιείν».

[Ξενοφώντος Απομνημονεύματα Β'. 1.]

Πριν ή περί του πρώτου της αναγεννωμένης Ελλάδος άρχοντος τον λόγον ποιησώμεθα, ανάγκη να είπωμεν ολίγα τινά περί του τις ήτο ο Ιωάννης Καποδίστριας, εις όν η εν Τροιζήνι Γ' Εθνική Συνέλευσις ενεπιστεύθη τας τύχας των υπό του μακρού πολέμου καταπεπονημένων Ελλήνων και οποία τις ήτο η κατάστασις της Ελλάδος, κατόπιν του εξαετούς πολέμου, ήν εκλήθη να κυβερνήση, πρώτος αυτός Έλλην κυβερνήτης μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως και την καταστροφήν του Βυζαντινού Κράτους γενόμενος.

Ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας εγεννήθη εν Κερκύρα τη 31η Ιανουαρίου 1776 (1) εν τω παρά την Σπιανάδαν, κατά την παραλίαν, κειμένω οικογενειακώ μεγάρω (2). Πατήρ αυτού ην ο Αντώνιος Μαρίας Καποδίστριας, μήτηρ δε η Αδαμαντίνη Χριστοδούλου Γονέμη. Η οικογένεια Καποδιστρίου είναι αρχαιοτάτη, αναγομένη μέχρις αυτού του ΙΓ' αιώνος μ. Χ. Πρόγονός τις αυτής ανδραγαθήσας κατά το 1250 παρά τω αυτοκράτορι της Γερμανίας Φρειδερίκω τω Β' έλαβε τον τίτλον και την κομητείαν της Ιουστινουπόλεως, της είτα υπό των Βενετών ως πρωτευούσης καταστάσης της υπ' αυτών καταληφθείσης Ιστρίας (3) «Καποδίστριας» κληθείσης (Capo d' Istria = πρωτεύουσα της Ιστρίας). Δύο δε αδελφοί — πιθανόν οι τούτου υιοί — Βίκτωρ και Νικόλαος Βιττόρη (Καποδίστριαι) αφίκοντο τω 1329 ή 1373, κατ' άλλους, εις Κέρκυραν καταδιωκόμενοι παρά του υπερισχύσαντος εν τη πόλει Καποδίστρια κόμματος του Πατριάρχου της Ακυληίας, ούτινος επί κεφαλής ίστατο η κραταιά οικογένεια Γουέρκη, ήτις, τη αρωγή του πατριάρχου, επεδίωκε την κυριαρχίαν της πόλεως Καποδίστριας (4). Εν Κερκύρα αποκαταστάντων των δύο τούτων αδελφών, ο Βίκτωρ ενυμφεύθη την μονογενή θυγατέρα του πλουσίου και ευγενούς Κερκυραίου κόμητος Κονδόκαλη· εκ του γάμου δε τούτου έλκει το γένος η οικογένεια Βιττόρη η είτα Καποδιστρίου επικληθείσα (5). Το γένος τούτο τω 1477 προσεγράφη μεταξύ των ευγενών οικογενειών της Κερκύρας και εν έτει 1689 έλαβε τον τίτλον των ευπατριδών: Κόμητος (6) παρά του Καρόλου Εμμανουήλ, Δουκός της Σαβοΐας και επιτίμου βασιλέως της Κύπρου. Ουτωσί τιμηθείσης της οικογενείας ταύτης (7), ο Νικόλαος Καποδίστριας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν προς εξαγοράν Ελλήνων αιχμαλώτων, τω δε 1690 ο Γεώργιος, Αλοΐσιος και Σταύρος Καποδίστριαι ηγούμενοι Χειμαρριωτών, ιδία δαπάνη στρατολογηθέντων, αντεπεξήλθον γενναίως κατά των Τούρκων. Βραδύτερον δε (1716) ο Φραγκίσκος και ο Βίκτωρ Καποδίστριαι διεκρίθησαν εν τη πολιορκία της Κερκύρας και τέλος ο Αντώνιος Μαρίας Καποδίστριας πατήρ του Ιωάννου Καποδιστρίου, του δοξάσαντος το γένος αυτών, διάσημος νομολόγος γενόμενος, κατέλαβεν ύψιστα αξιώματα εν Κερκύρα γενόμενος μάλιστα πρεσβευτής της Γερουσίας, σταλείς μετά του Νικολάου Γρεναδίνου Σιγούρου εις Κωνσταντινούπολιν προς επικύρωσιν του νέου Ιονίου συντάγματος υπό της Υψηλής Πύλης. Η πρεσβεία ανεχώρησε λαβούσα ως γραμματέα αυτής τον νεώτατον των υιών του Καποδιστρίου Αυγουστίνον.


Κέρκυρα


Το φρούριο της Κέρκυρας

Είναι δε περίεργος η υποδοχή, ής ηξιώθησαν οι δύο εκείνοι Έλληνες έκτακτοι απεσταλμένοι της Ιονικής Γερουσίας, κατά την εις Βυζάντιον άφιξιν αυτών προς επικύρωσιν του συμφώνως τη υπό του Σουλτάνου Σελίμ του Γ', του Τσάρου Παύλου και του βασιλέως της Αγγλίας, 21 Μαρτίου 1800, υπογραφείση συμβάσει γενομένου Συντάγματος. Της επικυρώσεως του Βυζαντιανού συντάγματος επικληθέντος γενομένης εν τη Υψηλή Πύλη, ο Σουλτάνος ανέθηκεν αυτοίς, όπως εγχειρίσωσι το Σύνταγμα εκείνο προς τον πρόεδρον της Ιονικής γερουσίας ήδη διά του τίτλου Ηγεμόνος τιμηθέντος και προσπαθήσωσι να εφαρμοσθή οριστικώς. Λίαν δε συγκινητική υπήρξεν η σκηνή, καθ' ήν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας εν θριάμβω έφερε την Ιονικήν σημαίαν, σημαίαν ελευθέρου ελληνικού κρατιδίου, μετά τετρακοσιετή τουρκικήν δουλείαν, από της Υψηλής Πύλης μέχρι του εν Φαναρίω Πατριαρχικού ναού, παρακολουθούμενος υπό των απεσταλμένων και πολλού χριστιανικού πλήθους. Ο Πατριάρχης Νεόφυτος ο Ζ', το δεύτερον τότε πατριαρχεύων, ψαλείσης δοξολογίας, ηυλόγησε την σημαίαν, ήν αύθις αναλαβών ο Αυγουστίνος εν πομπή έφερεν εις το εφ' ού επέβαινον οι απεσταλμένοι πλοίον, όπερ ο ναύαρχος του τουρκικού στόλου εχαιρέτησε δι' είκοσι και ενός κανονοβολισμών (8).

Κατά την εκ Κωνσταντινουπόλεως της εκτάκτου πρεσβείας εις Κέρκυραν επιστροφήν, ο πατήρ του Ιωάννου Καποδιστρίου, διωρίσθη παρά της Υψηλής Πύλης τη 25 Οκτωβρίου 1800 (19 Τζεμάζιουλ Αχήρ 1215) Αυτοκρατορικός επίτροπος μετά του Νικολάου Σιγούρου κόμητος Δεσύλλα προς διοργάνωσιν των Επτά νήσων συμφώνως προς το επιβληθέν Βυζαντιανόν Σύνταγμα. Αλλά περί τούτων μεν άλις· επανέλθωμεν δε εις τον ημέτερον ήρωα.

Ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας αυξηθείς την ηλικίαν εσπούδασε το μεν πρώτον εν τοις σχολείοις της Κερκύρας, τοσαύτην δ' επεδείξατο μάθησιν και ευφυίαν, ώστε προσείλκυσε την προσοχήν Κερκυραίου τινός, όστις λέγεται, ειπών : «Κρίμα ότι είναι Έλλην !» Βραδύτερον δε δεκαεπταέτης γενόμενος (1794) απελθών εις Ιταλίαν ενεγράφη εν τοις μητρώοις του Πανεπιστημίου Παταβίου, εν ώ εσπούδασε την ιατρικήν. Περί δε το τέλος του 1797 αποπερατώσας τας σπουδάς αυτού επέστρεψεν εις Κέρκυραν, περιηγηθείς πρότερον διαφόρους πόλεις της Ιταλίας και επισκεψάμενος τα επισημότερα αυτής Νοσοκομεία. Εν Κερκύρα αποκαταστάς μετήρχετο το επάγγελμα αυτού υπέρ των ενδεών τους εαυτού πόρους διατιθέμενος. Αλλ' ότε επέστρεψεν εις Κέρκυραν ο Ιωάννης, δεν εύρε πλέον την πατρίδα εν ομαλαίς περιστάσεσι. Κατά το έτος 1797 η Κέρκυρα ευρίσκετο εν δειναίς μεταπολιτευτικαίς περιπλοκαίς, διότι οι Δημοκρατικοί Γάλλοι του Ναπολέοντος πολεμούντες την Ενετικήν Αριστοκρατίαν, έθηκαν τέρμα εις την ύπαρξιν αυτής, και, κυριεύσαντες την Ενετίαν και τας κτήσεις αυτής, ήλθον και εις τας Ιονίους νήσους και εις Κέρκυραν, αίτιοι πολλών κακών γενόμενοι, ζητούντες διά πυρός και σιδήρου να υποτάξωσι και αναγκάσωσι πάντας, μάλιστα δε τους αριστοκρατικούς, οίτινες επί Ενετοκρατίας είχον προνόμιά τινα, να ασπασθώσι τας δημοκρατικάς αυτών αρχάς. (Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο, 17 Οκτωβρίου 1797). Ανηρπάγησαν περιουσίαι, εφυλακίσθησαν αδίκως έντιμοι πολίται, απεγυμνώθησαν ναοί και μοναστήρια, εφονεύθησαν αθώοι πολίται. Μεταξύ των φυλακισθέντων, ήτο και ο πατήρ του Ιωάννου Καποδιστρίου κατηγορούμενος ότι μετ' άλλων αντέπραττε κρυφίως κατά των Γάλλων. Μετά παρέλευσιν δύο ετών (1799) συμμαχήσασαι η Ρωσία και η Τουρκία επολέμησαν από κοινού κατά των Γάλλων, ούς εκδιώξασαι των Ιονίων νήσων, έλαβον αυτάς υπό την κατοχήν και την προστασίαν αυτών. Η Κέρκυρα όμως των εν αυτή Γάλλων μη υποχωρούντων, αλλ' επί τέσσαρας σχεδόν μήνας εναντιουμένων, πολιορκηθείσα τέλος ηναγκάσθη ένεκεν ελλείψεως τροφών, να παραδοθή τοις συμμάχοις. Αρχηγοί των στρατιών των δύο συμμάχων δυνάμεων ήσαν ο ρώσος ναύαρχος Ουζακώφ και ο τούρκος ναύαρχος Κατήρ Μπέης. Αλλ' εκάτερος αξιών να εξουσιάζη της Κερκύρας, υπέθαλπε μεταξύ των Κερκυραίων την διχόνοιαν, επί ιδία εθνική ωφελεία.


Ιωάννης Καποδίστριας

Εν τούτοις, ότε ο ναύαρχος Ουζακώφ, αρχηγός των συνηνωμένων δυνάμεων Τουρκίας και Ρωσίας, μετά την άλωσιν της Κερκύρας, ενησχολήθη εις την διοργάνωσιν του τόπου, ο Ιωάννης Α. Καποδίστριας ήρξατο γινόμενος γνωστότερος. Ο ναύαρχος μάλιστα Κατήρ Βέης διώρισεν αυτόν αρχίατρον του Στρατιωτικού Τουρκικού Νοσοκομείου, και ως τοιούτος ανεγνωρίσθη και παρά της προσωρινής Γερουσίας διά θεσπίσματος αυτής (5 Σεπτεμβρίου 1799).

Αι παρά των πρακτόρων του Γαλλικού Διευθυντηρίου συστάσαι νομαρχιακαί και δημοτικαί διαχειρίσεις κατηργήθησαν, η δε κυβέρνησις των Ιονίων νήσων ανετέθη εις το συμβούλιον των Ευγενών, ανορθωθέν μεν, ως υπήρχεν επί Ενετών, αλλ' έχον πολύ ευρυτέραν δικαιοδοσίαν, διότι η εν τω συμβουλίω τούτω είσοδος εγένετο μάλλον προσιτή διά μέτρων τεινόντων να καταστήσωσιν ευκολωτέραν την εις το σώμα των ευγενών κατάταξιν πάντων των απολαυόντων υπολήψεως ένεκα της ικανότητος ή του πλούτου αυτών.

Αλλά το πολίτευμα τούτο ήτο προσωρινόν· αι κυβερνήσεις της Ρωσίας και της Πύλης επεφυλάχθησαν το δικαίωμα να ρυθμίσωσιν οριστικώς, εκ συμφώνου, την τύχην των Ιονίων. Εγένετο δε τούτο, ως είπομεν, διά συμβάσεως υπογραφείσης εν Κωνσταντινουπόλει (21 Μαρτίου 1800). Διά της συμβάσεως ταύτης, αι νήσοι Κερκύρας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Λευκάδος, Ιθάκης, Παξών, Κυθήρων, ως και άπασαι αι νήσοι, μικραί και μεγάλαι, κατωκημέναι και ακατοίκητοι, κείμεναι απέναντι των παραλίων της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, απετέλεσαν, υπό το όνομα «Δημοκρατία των ηνωμένων επτά νήσων», πολιτείαν κατά πάντα ομοίαν προς την της Ραγούζης, τουτέστιν υποκειμένην τίτλω υποτελείας εις την Υψηλήν Πύλην, αλλά κυβερνωμένην ελευθέρως υπό των προκρίτων της χώρας. Ούτω δε πρώτην ταύτην φοράν η Επτάνησος υπεβλήθη υπό την επικυριαρχίαν της Τουρκίας.


Η οδός Νικηφόρου εν Κερκύρα

Εν τούτοις, η από 21 Μαρτίου 1800 σύμβασις εδημοσιεύθη και αι διάφοροι νήσοι εξελέξαντο τους αντιπροσώπους αυτών, επιτετραμμένους να υποβάλωσιν εις την επιδοκιμασίαν των αυλών Πετρουπόλεως και Κωνσταντινουπόλεως το προ έτους υπό του Ουζακώφ δημοσιευθέν σύνταγμα. Αλλ' οι αντιπρόσωποι παραβιάζοντες την εντολήν αυτών συνήλθον ίνα συντάξωσιν άλλο σχέδιον συντάγματος πολλώ ήττον φιλελεύθερον του εν ισχύι προσωρινού· διότι πάσα εξουσία δι' αυτού ανετίθετο εις την αρχαίαν αριστοκρατίαν και ουδείς πλέον ηδύνατο να εισχωρήση εις τας τάξεις αυτής, καθότι αι προς τον σκοπόν τούτον παραχωρηθείσαι ευκολίαι ανεκλήθησαν. Το σύνταγμα τούτο παρουσιάσθη εις Κωνσταντινούπολιν ως η ομόθυμος έκφρασις της ευχής των Ιονίων νήσων, επικυρωθέν δε υπό του υπουργού των εξωτερικών (Ρεΐζ — Εφένδη), εκηρύχθη σύνταγμα της πολιτείας και αμέσως εφηρμόσθη (Βυζαντιανόν σύνταγμα). Διοργανωθείσης της τοπικής της Κερκύρας κυβερνήσεως υπό των αυτοκρατορικών επιτρόπων Καποδιστρίου και Νικολάου Γρεναδίνου Σιγούρου, ο έτερος των αυτοκρατορικών επιτρόπων Αντώνιος Μαρίας Καποδίστριας δικαιούμενος να διορίση αντικαταστάτην προς διοργάνωσιν και των άλλων νήσων, διώρισε τον υιόν αυτού Ιωάννην, όστις μετά την αποπεράτωσιν του έργου επανέκαμψεν εις Κέρκυραν, ένθα εξήσκει το ιατρικόν επάγγελμα. Αύτη είναι η πρώτη, μετά τον διορισμόν αυτού ως αρχιάτρου του στρατιωτικού τουρκικού νοσοκομείου, δημοσία υπηρεσία του ημετέρου Ιωάννου Καποδιστρίου, εν ή έδειξεν ου μόνον ζήλον αλλά και διορατικότητα μεγίστην, τιμήσασαν αυτόν (9).

Το δημοτικόν όμως κόμμα ηρνήθη να αποδεχθή το σύνταγμα τούτο, όπερ παρέδιδε τας Ιονίους νήσους εις την δεσποτείαν ολιγαρχίας παραπλησίας της Ενετικής αριστοκρατίας. Μεταξύ των δύο κομμάτων εξερράγη εμφύλιος πόλεμος· η Λευκάς, η Ιθάκη και η Κεφαλληνία συνέταξαν ίδια πολιτεύματα. Η Ζάκυνθος προέβη περαιτέρω· απωθήσασα τα στρατεύματα, άπερ κατ' αυτής απέστειλεν η, δυνάμει του βυζαντιανού συντάγματος, ιδρυθείσα κυβέρνησις, απεχωρίσθη της Ιονίου Ομοσπονδίας, αποβαλούσα δε την Ρωσικήν προστασίαν, εζήτησεν εν ετέρα δυνάμει την ελευθερίαν, ής εισέτι δεν είχεν απολαύσει, και τη 7η Φεβρουαρίου 1801, οι Ζακύνθιοι ανεπέτασαν την βρεττανικήν σημαίαν.

Επί τοσούτον δε προέβη η αναρχία, ώστε η Γερουσία ηναγκάσθη να συγκαλέση εθνικήν συνέλευσιν. Αύτη συνήλθε κατά Νοέμβριον 1801 και παρεδέξατο σύνταγμα συνάδον προς το δημοκρατικόν πνεύμα. Η μεταξύ αριστοκρατών και δημοκρατών πάλη υπήρξε διαρκής, των μεν υποστηριζόντων το βυζαντιανόν σύνταγμα, των δε το της Αξιοτίμου (Onoranda), δι' ής επικλήσεως διεκρίνετο η συνέλευσις του 1801.

Τα πολιτικά πραξικοπήματα και αι μεταβολαί διεδέχοντο αλλήλας. Τέλος κατά Σεπτέμβριον 1802, οι Ρώσοι γενόμενοι αποκλειστικοί προστάται της Δημοκρατίας απεφάσισαν να δώσωσι πέρας εις την κατάστασιν ταύτην, ήν οι πάντες απέστεργον. Προς τούτο δε εδόθη ήδε η ευκαιρία. Η Γερουσία της Δημοκρατίας ωφεληθείσα της ευκαιρίας της εις τον θρόνον αναβάσεως του Αυτοκράτορος πασών των Ρωσιών Αλεξάνδρου Α', απέστειλεν εις Πετρούπολιν έκτακτον απεσταλμένον, όστις έμελλε πρώτον μεν να προσφέρη τα συγχαρητήρια της Δημοκρατίας, έπειτα δε να ζητήση την επάνοδον του ρωσικού στρατού, όστις είχεν αναχωρήσει, συντηρουμένου αναλώμασι της Δημοκρατίας. Απεσταλμένος τοιούτος εστάλη ο Ζακύνθιος κόμης Γεώργιος Μοτσενίγος, γνωστός τοις Ρώσοις και υιός του άλλοτε πρέσβεως της Ρωσίας εν Φλωρεντία και εν ενεργεία σύμβουλος της Επικρατείας (22 Μαΐου 1801). Ο απεσταλμένος αφίκετο εις Μόσχαν, ένθα έμενεν ο αυτοκράτωρ, προς όν παρουσιασθείς ωνομάσθη πληρεξούσιος υπουργός της Ρωσίας· παρά τη εν Επτανήσω Πολιτεία και Αρχηγός του αποσταλησομένου επικουρικού στρατού. Ο στρατός ούτος έμελλε να μεταβεί εις Κέρκυραν εκ Νεαπόλεως δι' εξόδων της «Αυτού Σικελιανής Μεγαλειότητος», επειδή όμως αύτη τότε δεν ευρίσκετο εν ευαρέστω οικονομική θέσει, ως εκ τούτου, η άφιξις του στρατού και του Μοτσενίγου παρετάθη μέχρι τέλους Αυγούστου του 1802.

Μόλις αφίκετο εις Κέρκυραν ο επικουρικός στρατός, και η Γερουσία διελύθη και η εξουσία αυτής έμεινε τω ηγεμόνι Σπυρίδωνι Γεωργίω Θεοτόκη, όστις την 1ην Σεπτεμβρίου (1802) διά θεσπίσματος διώρισε τους επτά αντιπροσώπους αυτού εν ταις επτά νήσοις. Επειδή δε η Κεφαλληνία ην εν εξαιρετική θέσει, και μέχρι της εκείσε μεταβάσεως του διορισθέντος αντιπροσώπου, απέστειλε προσωρινόν αντιπρόσωπον τον Ιωάννην Καποδίστριαν, εις όν και ο Μοτσενίγος ως αρχηγός του ρωσικού στρατού ενεπιστεύθη την αρχηγίαν της σταλείσης φρουράς υπό την διοίκησιν του συνταγματάρχου Σωροκίν. Ο Καποδίστριας διέμεινεν εν Κεφαλληνία μέχρι μέσων Οκτωβρίου, και μεταβάς εις Ιθάκην αφίκετο εις Κέρκυραν περί τα τέλη του αυτού μηνός, όπου διέτριβεν ιδιωτεύων μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1803, ότε συνέστη προσωρινή τις Γερουσία, ήτις διώρισεν αυτόν Γραμματέα της Επικρατείας, μόλις το εικοστόν έβδομον έτος της ηλικίας άγοντα.

Εν τω μεταξύ όμως ο φιλοτιμότατος εκείνος νέος δεν κατέτριβε τον πολύτιμον χρόνον αυτού εφ' ά μη έδει, αλλ' ησχολείτο περί πολλών τε άλλων και περί της ελληνοπρεπούς διαπαιδαγωγήσεως των Ελλήνων, οίτινες ως εκ της μακραιώνου ξενοκρατίας απέστησαν, κατά πολλά, των πατρίων. Οπαδός δ' ων της σοφωτάτης θεωρίας ότι «έπρεπε πρώτον να μορφωθώσιν Έλληνες και είτα να ιδρυθή Ελλάς», κατά Μάιον του 1802 συνενωθείς μετά 10 ή 12 συνομηλίκων φίλων, οι οποίοι βραδύτερον διεκρίθησαν διά την παιδείαν αυτών, παρεκίνησε τούτους να συστήσωσι, και συνέστησαν, ιδιωτικόν φιλολογικόν σύλλογον υπό τον τίτλον «Εταιρίας των φίλων», εν τω καταστήματι του οποίου συνερχόμενοι εμελέτων και διεσκέπτοντο περί πολλών και ωφελίμων τη πατρίδι πραγμάτων, μάλιστα δε περί του τρόπου της επιδόσεως και προαγωγής των ελληνικών γραμμάτων. Εκ του συνεταιρισμού τούτου προήλθεν ο μετ' ολίγον συστάς και περιώνυμος καταστάς Εθνικός Ιατρικός Σύλλογος, ούτινος η σύστασις αποδίδοται τω Καποδίστρια εκλεγέντι αμέσως και Γραμματεί του Συλλόγου. Ενώπιον του Συλλόγου τούτου ανέγνω διάφορα επιστημονικά μελετήματα, άτινα είχε γράψει ιταλιστί. Σπουδαιότερα δε πάντων τούτων εκρίθησαν υπό των αρμοδίων το «Περί της αρχής των ατομικών διαφορών τον οργανισμού» αναγνωσθέν κατά Μάιον του 1803, και το «Επί τη περιπτώσει του τοκετού Ισραηλίτιδος γεννησάσης ομού 5 επταμηνιαία τέκνα,» όπερ ανεγνώσθη κατά το 1806.

Η τοιαύτη του νέου Κερκυραίου δραστηριότης και το άγαν φίλεργον, έδωκαν αυτώ, ως είπομεν, την θέσιν του γραμματέως της Επικρατείας, θέσιν ήτις εθεωρείτο μέγιστον απόκτημα εν ιονίω Πολιτεία.

Πρώτον του Καποδιστρίου μέλημα εν τω νέω υπουργήματι υπήρξεν η διευθέτησις της Γραμματείας της Επικρατείας, συμφώνως προς τον πρό του διορισμού αυτού ψηφισθέντα «Οργανισμόν της Γραμματείας της Επικρατείας.» Την δε πρώτην Ιουνίου, επειδή η Γερουσία διά θεσπίσματος αυτής διώρισεν Επιτροπήν, ίνα ακολουθήση τω πληρεξουσίω της Ρωσίας Μοτσενίγω επισκεπτομένω τας νήσους, ής μέλη διωρίσθησαν ο εκ Ζακύνθου Γερουσιαστής Σπυρίδων Ναράντσης, ο Σπυρίδων Βατάλιας ευπαίδευτος πολίτης Κερκυραίος και ο Ύπαρχος εκάστης νήσου, εν ή διέτριβεν ο πληρεξούσιος, ο Καποδίστριας ως Γραμματεύς της Επικρατείας ηκολούθησεν αυτή, ίνα εκτελή παρ' αυτή τα καθήκοντα Γραμματέως της Επικρατείας ως και παρά τη Γερουσία.

Πάνθ' όσα ενήργησαν εν ταις νήσοις η Επιτροπή, ο Καποδίστριας και ο Μοτσενίγος καθυπέβαλον αυτά τη Γερουσία δι' εκτεταμένων εκθέσεων.

Ο δε Καποδίστριας επανελθών εις Κέρκυραν μετά του πληρεξουσίου και της Γερουσιαστικής Επιτροπής εξηκολούθει εκτελών τα καθήκοντα του Γραμματέως της Επικρατείας, ότε τη 12 Νοεμβρίου 1803 ετελεύτησεν ο ηγεμών και η Γερουσία ενετείλατο αύτω να εκφωνήση τον επικήδειον λόγον, ούτινος η αξία και η εντύπωσις, ήν ενεποίησεν εις το κοινόν, υπήρξε μεγίστη διά τε την ευγλωττίαν και την άλλην οικονομίαν (10).

Ο Καποδίστριας έμεινε Γραμματεύς της Επικρατείας μέχρι της 15 Μαΐου 1806, ότε διεδέξατο αυτόν ο Σπυρίδων Βατάλιας· διότι η Γερουσία διά θεσπίσματος αυτής (7 Απριλίου 1806) διώρισε τον Καποδίστριαν επιτετραμμένον παρά τη Αυλή της Πετρουπόλεως, αντί του τότε παραιτηθέντος Δημητρίου Ναράντση Ζακυνθίου, αλλά την 18 Ιουνίου, διά διακοινώσεως του πληρεξουσίου της Ρωσίας, προς την Γερουσίαν, εγνωστοποίει αυτή, ότι : «η Αυλή της Πετρουπόλεως εδέχετο μεν ευχαρίστως τον διορισμόν του Καποδιστρίου ως διαδόχου του Ναράντση, αλλ' ότι η θέσις αύτη είναι ασυμβίβαστος μετά της του επιτίμου Συμβούλου, ήν ο Αυτοκράτωρ είχεν απονείμει πρότερον προς τον Καποδίστριαν.»

Συνεπεία της διακοινώσεως ταύτης η Γερουσία απήλλαξε τον Καποδίστριαν της θέσεως ταύτης διά του από 30 Ιουνίου του αυτού έτους θεσπίσματος αυτής, ότε διωρίσθη «Επιθεωρητής των προσωρινών σχολείων της Τενέδου» (11), θέσιν, ήν διετήρησε μέχρι της 15ης Μαρτίου 1807, ότε η Γερουσία διά θεσπίσματος επέτρεψεν αύτω ιδιωτεύοντι ν' απάρη της νήσου προς διάσωσιν της Λευκάδος απειλουμένης υπό του Αλή-Πασά, και διώρισε προσωρινόν επιθεωρητήν, διαρκούσης «της βραχείας απουσίας αυτού », τον Εμμανουήλ Θεοτόκην.


Αλή Πασάς

Ανεχώρησεν ο Καποδίστριας μετά πολλών Κερκυραίων περί τα μέσα Μαρτίου (12) διευθυνόμενος εις Λευκάδα και αναλαβών τα της Γερουσίας και του πληρεξουσίου Μοτσενίγου εμπιστευθέντα αύτω υψηλά καθήκοντα, εξετέλεσε ταύτα μετά μεγίστου εθνικού αισθήματος, πατριωτισμού και αυταπαρνήσεως, νυχθημερόν εργαζόμενος μετά των περί αυτόν εν τω Ιονικώ στρατοπέδω, όπερ συνεκροτείτο εξ Ελλήνων αρματωλών και κλεφτών (13) εκ τε της Ακαρνανίας, του ηρωικού Σουλίου και της Πελοποννήσου υπέρ του Ιερού αγώνος κατά του Αλή Πασά, υπό των Γάλλων βοηθουμένου, προσδραμόντων. Μεταξύ των ανδρείων εκείνων μαχητών υπήρξαν και οι μετέπειτα εν τω κατά των Τούρκων μεγάλω εθνικώ αγώνι διαπρέψαντες στρατηλάται: ο Οδυσσεύς, ο Βότσαρης, ο Τσόγκας, ο Μακρής, ο Τσαβέλλας, ο Νικήτας, ο Κολοκοτρώνης, οίτινες εθαύμασαν την ανδρείαν και τον άκρον του Καποδιστρίου υπέρ της ελευθερίας ενθουσιασμόν και έκτοτε ήρξαντο να ανορώσιν εν αυτώ τον μέλλοντα συναγωνιστήν εν τη μελλούση απελευθερώσει της πατρίδος. Δυστυχώς όμως τας αμοιβαίας ταύτας συμπαθείας των εν Λευκάδι συναγωνιστών διέκοψεν ο μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας πόλεμος, όστις κατέληξεν εις την εν Τίλσιττ συνθήκην (14) (25/7 Ιουλίου 1807).

Διά της Συνθήκης ταύτης η Ρωσία παρεχώρει την προστασίαν της Επτανήσου προς τον Αυτοκράτορα Ναπολέοντα, όστις απέστειλεν εις Κέρκυραν τον αυτού υπασπιστήν αντισυνταγματάρχην Τερριέ (28 Ιουλίου), ίν' αναγγείλη τη Γερουσία την πολιτικήν ταύτην μεταβολήν της Επτανήσου, τη 29 δε Ιουλίου ο Πληρεξούσιος Μοτσενίγος ανήγγειλεν επισήμως τη Γερουσία ότι: «διά της αυτής Συνθήκης η Πολιτεία της Επτανήσου τίθεται υπό την προστασίαν της Α. Μ. του Αυτοκράτορος Ναπολέοντος και ότι γαλλικός στρατός φρουρήσει τας νήσους».


Ναπολέων ο Α'

Συνεπεία των συμβάντων τούτων, η Γερουσία εξέδοτο (31 Ιουλίου) θέσπισμα, δι' ού διέταττε τον Καποδίστριαν να διαλύση την πολιτοφυλακήν, ν' αποπέμψη τα ναυλωθέντα πλοία, και να καταλίπη την Λευκάδα.

Ο Καποδίστριας επανελθών τη 31 Αυγούστου εκ Λευκάδος παρέμενεν έκτοτε εν Κερκύρα ιδιωτεύων και συχνάζων εις την κατ' εκείνην την εποχήν αυτόθι ιδρυθείσαν, ταις ενεργείαις αυτού και βραδύτερον (1824) διοργανισθείσαν υπό του λόρδου Γκίλφορδ «Ιόνιον Ακαδημίαν», ής μέλη ετύγχανον αυτός τε και οι αδελφοί αυτού Βιάρος και Γεώργιος (15), περί τα τέλη δε του έτους 1808 ανεχώρησεν εις Ρωσίαν, μη στέρξας την υπό του Μεγάλου Ναπολέοντος διά του αντιστρατήγου Καίσαρος Βερτιέ και του Δονζελό προσενεχθείσαν αυτώ υπηρεσίαν εν τη οικεία πατρίδι «ως ακροατού εν τω της Επικρατείας Συμβουλίω». Και δεν είχεν άδικον ο Καποδίστριας μη αποδεξάμενος την νέαν υπό την γαλλικήν προστασίαν θέσιν, εν ή οι Γάλλοι υπέσχοντο αυτώ λαμπρόν στάδιον διότι διά ταύτης αι υπό των Γάλλων εν έτει 1797 εις δημοκρατίαν ανυψωθείσαι Ιόνιοι νήσοι ήδη διά των γαλλικών και αύθις όπλων απώλεσαν την εθνικήν αυτών κυβέρνησιν και υπήχθησαν υπό την γαλλικήν σημαίαν.

Τοιαύτα είναι της αλλοπροσάλλου διπλωματίας τα τεχνάσματα και ούτως αι τύχαι των λαών κανονίζονται υπό των ισχυρών της γης!

Όπως ποτ' αν η, ο Καποδίστριας μη ανεχόμενος την συντελεσθείσαν εν τη πατρίδι πολιτικήν μεταβολήν, προς δε και διακαιόμενος υπό της θρησκευτικής και πολιτικής της εποχής κείνης ιδέας, ότι η δεδουλωμένη Ελλάς έμελλε να σωθή διά των ρωσικών όπλων, απεφάσισε να αναχωρήση εις Ρωσίαν, οπόθεν, ενόμιζεν, ηδύνατο να υπηρετήση κάλλιον τη πατρίδι. Ούτω δε, ως έφθημεν ειπόντες, περί τα τέλη του 1808, ότε ανεχώρησαν παντάπασι και τα ρωσικά πλοία, ήτοι έν έτος μετά την των Ιονίων νήσων τοις Γάλλοις υπαγωγήν, καθ' ό ο Καποδίστριας ιδιωτεύων επεδόθη όλως εις την μελέτην και την σπουδήν, ανεχώρησεν εκ Κερκύρας και κατ' Ιανουάριον έφθασεν εις την ωραίαν πρωτεύουσαν πασών των Ρωσιών, εις Πετρούπολιν.

Εκεί προσελήφθη αμέσως ως σύμβουλος της αυλής, εν τω τμήματι του Υπουργείου των Εξωτερικών· υπό τας διαταγάς του κατά το έτος εκείνο αρχιγραμματέως της αυτοκρατορίας Ρωμαντσώφ. Ενταύθα διαμείνας επί διετίαν, έσχε την ευκαιρίαν να μελετήση καλώς τον χαρακτήρα του ρωσικού λαού καθ' όλας αυτού τας διαστάσεις και να βολιδοσκοπήση τα πνεύματα των εν τοις πράγμασιν, οίτινες εβάδιζον επί τοις ίχνεσι των σχεδίων του Μεγάλου Πέτρου. Εις τούτο δε μεγάλως υπεβοήθησαν αυτώ η ευφυία και η λαμπρά συμπεριφορά του νέου διπλωμάτου, όστις εντός μικρού είχε κατακτήσει τας καρδίας πάντων των αυλικών. Ακριβώς δε κατά το έτος εκείνο (1809), κατά παράδοξον σύμπτωσιν, είχεν εισέλθει εις ρωσικήν υπηρεσίαν καταταχθείς εν τω στρατώ ως ανθυπολοχαγός και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης δεκαεξαέτης μόλις, μεθ' ού βραδύτερον τοσούτον συνειργάσθη υπέρ της εθνικής παλιγγενεσίας. Μεγάλως δε ωφέλησε τω Καποδιστρία και η φιλία του Αλεξάνδρου Στούρτσα συναδέλφου αυτού εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών, μεγάλην δε έχοντος επιρροήν εν τω πόλει του Πέτρου, χάρις εις την αδελφήν αυτού Ρωξάνην δεσποινίδα της τιμής εν τη αυτοκρατορική αυλή. Διά του Στούρτσα επεξέτεινε τον κύκλον των εν Ρωσία φίλων, ιδίως δ' ηδυνήθη να συστηθή προς τον μέγα τότε ισχύοντα ναύαρχον και Υπουργόν των Ναυτικών Τσιτσακώφ, όστις μεγάλως ευηργέτησε τον Καποδίστριαν, ως θέλομεν ιδεί. Ενταύθα επίσης εγνώρισε και τον είτα γραμματέα αυτού ιδιαίτερον γενόμενον και μέγαν του έθνους ευεργέτην Ιωάννην Δομπόλην ή Τομπόλην, άνδρα ηπειρώτην εκ των άγαν φιλοπατρίδων, μεθ' ού συναπεφάσισε την διάδοσιν της δημοσίας παιδεύσεως εν Ελλάδι, ως λέγει αυτός ούτος ο Δομπόλης εν τη διαθήκη αυτού γραφείση τη (4 Φεβρουαρίου 1849 (16):

«Ότε τω 1809 εγνώρισα τον μακαρίτην κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν, υπεσχέθημεν αλλήλοις να μεταχειρισθώμεν παν μέσον προς διάδοσιν της δημοσίας παιδεύσεως εν Ελλάδι. Έκτοτε ο σταθερός σκοπός της ζωής μου υπήρξε να κατορθώσω να εκπληρώσω πρεπόντως την δοθείσαν υπόσχεσιν. Προς τούτο προσεπάθησα ν' αυξήσω τα κεφάλαιά μου ουχί διά κερδοσκοπίας, αλλά διά των κόπων μου και μάλιστα διά μεγάλης οικονομίας. Το συναχθέν μοι κεφάλαιον εκ ρουβλίων αργυρών 285,744, ορίζω εις εκπλήρωσιν της υποσχέσεώς μου, δηλονότι εις διάδοσιν της δημοσίας παιδεύσεως εν Ελλάδι. Τα χρήματα ταύτα κατατεθήσονται επί τόκω εν πιστωτικοίς καταστήμασι της Ρωσίας μέχρι της 1 Ιανουαρίου 1906, αι δε ληφθησόμεναι ομολογίαι της καταθέσεως ταύτης τηρηθήσονται εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών (της Ρωσίας). Εις την ορισθείσαν εποχήν, δηλονότι τω 1906, η ρωσική κυβέρνησις θέλει φροντίσει να συνεννοηθεί μετά της ελληνικής προς μεταφοράν εις την Ελλάδα ολοκλήρου του κεφαλαίου τούτου μετά και των τόκων προς ανίδρυσιν εν Αθήναις ή εν οιαδήποτε άλλη πόλει, ήτις έσται πρωτεύουσα της Ελλάδος τω 1906, Πανεπιστημίου ονομασθησομένου «Καποδιστριακού». Εις την οικοδομήν του Πανεπιστημίου τούτου μετά παρεκκλησίου ορθοδόξου, βιβλιοθήκης καί τινων επιστημονικών συλλογών ορίζω το 1)4 ή το πολύ το 1)3 του όλου κεφαλαίου του αθροισθησομένου μέχρι της 1 Ιανουαρίου 1906, τα δε υπόλοιπα 3)4 ή 2)3 προσδιορίζω εις αγοράν ακινήτων εν Ελλάδι, των οποίων τα εισοδήματα χρησιμεύσουσιν ανεξαιρέτως εις συντήρησιν των καθηγητών, των σπουδαστών και εν γένει ολοκλήρου του «Καποδιστριακού Πανεπιστημίου». Το χρυσούν ωρολόγιον του Κυβερνήτου μετά των εμβλημάτων και της επιγραφής της πόλεως Γενεύης δωρηθέν μοι υπό των αδελφών του μακαρίτου κόμητος Ιωάννου Καποδιστρίου, ως και η χρυσή ταμβακοθήκη, δωρηθείσα μοι υπό του κόμητος Αυγουστίνου Καποδιστρίου, να φυλαχθώσιν εν τω Υπουργείω των Εξωτερικών (της Ρωσίας) μέχρι της αποστολής του κεφαλαίου μου εις την Ελλάδα, τότε δε συναποσταλώσι και κατατεθώσιν εν τη συλλογή των περιέργων αντικειμένων του «Καποδιστριακού Πανεπιστημίου».

Εν τούτοις δύο παρήλθον από της εν Ρωσία αποκαταστάσεως αυτού έτη και ο Έλλην διπλωμάτης βαρυνθείς τον απράγμονα εκείνον βίον εζήτησε την θέσιν συμβούλου εν τη εν Βραζηλία αυτοκρατορική αποστολή, αλλά χάρις τω Στούρτσα αντί της εις το έτερον ημισφαίριον απομακρύνσεως κατώρθωσε μετά διετίαν (1811) να διορισθή υπεράριθμος υπάλληλος της εν Βιένννη ρωσικής πρεσβείας, διευθυνομένης υπό του βαρώνου Στάκκελβεργ, ένθα ηυδοκίμησε μεγάλως (17). Μετά έν έτος (1812) διωρίσθη εν τη ρωσική στρατιά των παραδουναβίων ηγεμονιών διευθυντής του διπλωματικού γραφείου. Εις την νέαν ταύτην θέσιν προσεκλήθη υπό του διαδεξαμένου τον εν ταις ηγεμονίαις στρατηγόν Κουτούζωφ ναυάρχου Τσιτσακώφ, γνόντος, ως είδομεν, την διπλωματικήν δεινότητα του Έλληνος διπλωμάτου, ευθύς άμα τω πρώτη συναντήσει αυτού μετά του Αλεξάνδρου Στούρτσα. Ο Καποδίστριας έφθασεν εις Βουκουρέστιον και εμφανισθείς προς τον Τσιτσακώφ παρουσίασεν αυτώ Υπόμνημα περιέχον πληροφορίας περί των χωρών, άς διήλασεν από Βιέννης μέχρι Βουκουρεστίου. Το νέον τούτο δείγμα της ευφυίας αυτού κατέστησεν αυτόν αγαπητότερον παρά τω ναυάρχω. Μετ' ου πολύ όμως, της Κρήνης επελθούσης μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας, ο Τσιτσακώφ διετάχθη να συνενωθή προς την μεγάλην των συμμάχων στρατιάν. Ο Καποδίστριας απεφάσισε να ακολουθήση τω προστάτη αυτού, αλλ' εκείνος απέτρεψεν αυτόν, ειπών ότι ο αποχωρισμός ως εκ της εις ξένας χώρας μεταθέσεως ήτο αναπόφευκτος. Συνεστήθη όμως πατρικώς υπ' αυτού προς τον νέον αρχηγόν κόμητα Βαρκλαί Δετολλύ ενώπιον πάντων των αξιωματικών του Επιτελείου ως νέος ευφυής και δραστήριος, κατά πάντα δυνάμενος να υπηρετήση ευδοκίμως παρ' αυτώ. Εν τούτοις ο Καποδίστριας κεκμηκώς εκ των καμάτων της εκστρατείας του 1812, καθ' ήν επεδείξατο ζήλον εν τη υπηρεσία ανυπέρβλητον, ακολουθών τω στρατώ ως άλλος πιστός στρατιώτης, ασθενήσας παρέμεινεν εν Βρόνβεργ νοσηλευόμενος. Ευτυχώς εν βραχεί ανακτησάμενος την κλονηθείσαν προς στιγμήν υγείαν, μετέβη εις Σέφφενβουργ έδραν του στρατοπέδου του Βαρκλαί Δετολλύ, όστις εδέξατο αυτόν ευμενώς και ανέθηκεν αυτώ την ήν και παρά τω Τσιτσακώφ εξετέλει υπηρεσίαν.

Εντεύθεν η τύχη του Καποδιστρίου μεταβάλλεται επί τα κρείττω. Η διπλωματική ικανότης, ήν επεδείξατο πρότερόν τε διατηρών την πολιτικήν αλληλογραφίαν μεταξύ Βιέννης, Κωνσταντινουπόλεως, Σερβίας και των ανωτάτων συμβουλίων των Παραδουναβίων ηγεμονιών, και νυν εν τη μετά του Βαρκλαί Δετολλύ αποστολή, διήγειρε την προσοχήν του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, όστις αμείβων τας υπηρεσίας του Καποδιστρίου ωνόμασεν αυτόν πραγματικόν σύμβουλον της Επικρατείας και εξέφρασεν αυτώ την υψηλήν ευαρέσκειαν αυτού.


Αλέξανδρος ο Α' αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών

Νυν μάλιστα, ότε ο Δετολλύ μετέβη εις την επί του Μάιν Φραγκφούρτην, εδόθη ευκαιρία εις το κατόπιν ευρύ στάδιον του Έλληνος διπλωμάτου. Μετά την κατά του Ναπολέοντος, ούτινος τας στρατιάς διεσκόρπισαν οι ηνωμένοι στρατοί, πάλην, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος αφικόμενος εις Φραγκφούρτην έπηξεν αυτόθι το στρατόπεδον. Εντεύθεν εξεδόθη τη 30η Νοεμβρίου 1813 η περιβόητος προκήρυξις προς το Γαλλικόν έθνος, δι' ής οι Γάλλοι προσεκαλούντο να χωρίσωσι τα εαυτών συμφέροντα των του Ναπολέοντος. Ο Βαρκλαί Δετολλύ αφίκετο ίνα συγχαρή τω κυρίω αυτού επί ταις νίκαις, ότε μεταξύ ομιλών ο αυτοκράτωρ εξέφρασε την επιθυμίαν να έχη διπλωμάτην τινά πεπειραμένον και ικανόν δυνάμενον να διαπραγματευθεί μετά των ελβετικών τοπαρχιών και να αποσπάση αυτάς της μετά του Ναπολέοντος συμπράξεως.

Ο στρατηγός αντί παντός άλλου συνέστησε τω αυτοκράτορι τον ημέτερον Καποδίστριαν, όστις, καθά αυτός τε έγνω και κατά τας συστάσεις του ναυάρχου Τσιτσακώφ, ήτο δραστηριώτατος και εν τη επιτελέσει των δυσχερεστάτων διπλωματικών αποστολών. Ο αυτοκράτωρ ακούσας ταύτα και εκ φήμης γινώσκων τον Έλληνα διπλωμάτην, εδέξατο την σύστασιν επειπών: «Καλώς, αποστείλατε αυτόν παρ' εμοί, διότι θέλω να γνωρίσω αυτόν και προσωπικώς» (18).

Ο στρατηγός ανήγγειλε τω Καποδιστρία την επιθυμίαν του αυτοκράτορος, ο δε επί τη απροσδοκήτω ταύτη διαταγή σπεύσας παρουσιάσθη προς τον Αλέξανδρον ευσεβάστως. Ο Τσάρος εκπλαγείς επί ταις μεγίσταις αρεταίς του διευθυντού της πολιτικής αλληλογραφίας του κόμητος Δετολλύ, συνεπάθησε προς τον Καποδίστριαν, όν διέταξε να εξακολουθήση την υπηρεσίαν εν τω ιδίω γενικώ στρατοπέδω, παρά τω άρτι τον Ρωμαντσώφ διαδεξαμένω υπουργώ των Εξωτερικών κόμητι Νέσσελροδ. Ο Καποδίστριας και εν τη νέα ταύτη θέσει δεν εφάνη κατώτερος των του Αυτοκράτορος προσδοκιών· τουναντίον μάλιστα επεδείξατο ικανότητα διπλωματικήν τοιαύτην, ώστε πασών των εις αυτόν ανατεθεισών ακανθωδών υποθέσεων την λύσιν διεξήγεν υπέρ του υψηλού κυρίου αυτού. Ούτως, ότε βραδύτερον τω 1814 η ειρήνη αποκατέστη εν απάση σχεδόν τη Ευρώπη, ο Τσάρος ωνόμασε τον Καποδίστριαν έκτακτον απεσταλμένον και πληρεξούσιον υπουργόν παρά τη Ελβετική ομοσπονδία μετά της λεπτής αποστολής να συμφιλιώση προς άλληλα τα από του 1803 διεστώτα κόμματα εν Ελβετία, τη χώρα ταύτη της κατ' εξοχήν ελευθερίας. Ο Καποδίστριας διέγραψε το σχέδιον των μελλουσών ενεργειών και υποβαλών αυτό τω Τσάρω, έσχε το ευτύχημα να εγκρίνη αυτό ολοσχερώς ο υψηλός αυτού κύριος. Ο Έλλην διπλωμάτης ανεχώρησεν εις Ελβετίαν. Φθας εις Ζυρίχην επελήφθη της ακανθώθους αποστολής αυτού, έχων συνεργάτην τον ιππότην Λεβζέλτερν. Τοσούτον δε ευφυώς ενήργησεν, ώστε κατέστησε δυνατήν την ουδετερότητα της Ελβετίας, αλλ' αίφνης ο συνεργάτης αυτού λαμβάνει διαταγάς να ζητήσωσι παρά της ομοσπονδίας άδειαν ελευθέρας διαβάσεως των συμμαχικών στρατευμάτων. Η είδησις αύτη κατεθορύβησε τον Καποδίστριαν φωρώμενον ούτω ψευδόμενον, αλλ' εν τη πολιτική αυτού περινοία, παρά την διαταγήν του αυτοκράτορος, υπέγραψε την διακοίνωσιν του Λεβζέλτερν και ευθύς ανεχώρησε μεταβαίνων εις το στρατόπεδον του Τσάρου. Μετ' ου πολύ τα αυστριακά στρατεύματα διήλθον τον Ρήνον, ο δε Καποδίστριας παρέστη προς τον αυτοκράτορα ως ένοχος παραβάσεως μεν του γράμματος, ουχί όμως και του πνεύματος των οδηγιών αυτού. Ως εκ τούτου δε, εγκριθέντος του ευστόχου και αξιοπρεπούς της διαγωγής του Έλληνος διπλωμάτου, απεστάλη και αύθις εις Ελβετίαν, ένθα μετά τοσαύτης επιτυχίας διεξήγαγε τα της διπλωματικωτάτης αποστολής, ώστε εφείλκυσε την γενικήν των Ελβετών ευγνωμοσύνην, δύο δε ή κατ' άλλους τρεις εκ των ομοσπόνδων πόλεων η Γενεύη, η Βω και η Λωζάνη, ίνα την προς αυτόν ευγνωμοσύνην διατρανώσωσιν, έδωκαν αυτώ τω 1815 δικαίωμα πολίτου της Ελβετίας διά του εξής διπλώματος:

«Τω προσφιλεστάτω και τετιμημένω συμπολίτη, πιστώ συμβούλω του μεγάλου Αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, τω τιμώντι την απελευθερωθείσαν Επτάνησον, τω ευγενεί απογόνω των Φαιάκων, τω υπό της Αθηνάς εμπνευσθέντι το ευ πράττειν και την σοφίαν, απονέμομεν το δίπλωμα τούτο, εις μνήμην της νέας αυτού πατρίδος» (19).


Το Συνέδριον της Βιέννης του 1814

Περαιώσας την εν Ελβετία αποστολήν αυτού ο Καποδίστριας ανεκλήθη υπό του Τσάρου, όπως λάβη μέρος εν ταις συνεδρίαις του εν Βιέννη συγκληθέντος συνεδρίου. Έκτοτε δε το όνομα του περιφανούς Έλληνος διπλωμάτου Καποδιστρίου πασίγνωστον καταστάν ανά τον ευρωπαϊκόν κόσμον συνδέεται μετά της ιστορίας των από της εποχής ταύτης μέχρι του θανάτου αυτού συνυπογραφεισών συμβάσεων και συνθηκών των διαφόρων κρατών της Αγίας Συμμαχίας των αφορωσών την ευρωπαϊκήν ισορροπίαν. Το εν Βιέννη Συνέδριον συνεκλήθη. Τα βλέμματα της Ευρώπης ήσαν προσηλωμένα εις την μεγαλοπρεπή ταύτην σύνοδον, ήτις ήρξατο των συνεδριών αυτής την 1 Νοεμβρίου 1814 και επελάβετο του δυσχερούς έργου της ρυθμίσεως των επί εικοσιπενταετίαν όλην διαταραχθέντων πραγμάτων της Ευρώπης. Η τύχη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων προύκειτο να ορισθή· αι αξιώσεις, ευχαί και ελπίδες των εθνών και ηγεμόνων, ιδίως των στερηθέντων της κυριαρχικής εξουσίας αυτών, οίτινες ουδεμίαν έλαβον αποζημίωσιν να πληρωθώσι, να διαταχθώσι τα προς θεραπείαν των ανεωγμένων πληγών· να τεθώσι βάσεις εις κρείττονα και μάλλον προς τον χρόνον ανάλογα πολιτεύματα και να συσφιγχθώσι στενώτερον και επωφελέστερον οι μεταξύ αρχόντων και αρχομένων και οι μεταξύ διαφόρων εθνών δεσμοί. Εις λύσιν λοιπόν τοιούτων δυσκόλων προβλημάτων συνήλθον εν Βιέννη οι αυτοκράτορες της Ρωσίας και Αυστρίας, οι βασιλείς της Πρωσσίας, Δανίας, Βαυαρίας και Βυρτεμβέργης και πλήθος υποδεεστέρων ηγεμόνων, πλείους των οποίων ουδέποτε άλλοτε είδον επί ταυτώ συνηγμένους· συν τούτοις δε και οι πρωτεύοντες πολιτικοί άνδρες της Ευρώπης, εν οίς διέπρεπον ο πρίγκηψ Μέττερνιχ, ο Γάλλος Ταλλεϋράνδ, ο Ρώσος Νέσσελροδ, ο πρίγκηψ Ραζουμόφσκη μετά των συμβοηθών αυτού κόμητος Ιωάννου Καποδιστρίου και του Άρδενμπεργ, ο Πρώσσος Αλέξανδρος Ούμβολδ, ο Άγγλος δουξ Ουέλλιγκτων, ο Δανός Βερνστόρφ, ο Βάγερν, ο Βαυαρός στρατηγός Βρεδ, ο κόμης Μύνστερ και άλλοι. Αι μυστικαί διαπραγματεύσεις περιεπλάκησαν τα μέγιστα και αι δυσκολίαι συνεσωρεύθησαν ότε, προκειμένου να συμφωνήσωσι περί των πρώτων βάσεων του νέου πολιτικού οικοδομήματος, ήρξαντο να επικρατώσιν εν τη συνόδω φιλαυτία, πλεονεξία και διαφωνία. Η επήρεια του Ταλλεϋράνδ εντός αυτής ην τα μάλιστα ολεθρία. Καθ' υπαγόρευσιν αυτού το κυριώτερον υποκείμενον των έργων και σκέψεων αυτής εγένετο ουχί η ελευθερία και η παραγωγή της ευδαιμονίας των εθνών, αλλ' η αποκατάστασις και το απεριόριστον των ηγεμονικών οίκων, κατά την υπ' αυτού επινοηθείσαν αρχήν της νομιμότητος. Αι διαπραγματεύσεις προέβαινον βραδέως και απεφασίσθη μόνον η αποζημίωσις της Αυστρίας, η αποκατάστασις του βασιλείου των Κάτω Χωρών, υπό την αραυσικήν δυναστείαν, η αύξησις της Σαρδηνίας διά της Γενούης, η προαγωγή του Αννοβέρου εις βασίλειον και η αναγνώρισις της Κρακοβίας ως ελευθέρας πόλεως. Τας μεγίστας δε δυσκολίας απετέλουν αι απαιτήσεις της Πρωσσίας και της Ρωσίας των κυριωτέρων προμάχων της ελευθερίας της Ευρώπης, εξ ών εκείνη μεν εζήτει την Σαξωνίαν, αύτη δε την Πολωνίαν.


Μέττερνιχ

Εν τω συνεδρίω τούτω κατεδείχθησαν όντως άπασαι αι διπλωματικαί αρεταί του ημετέρου Καποδιστρίου. Ούτος ζητών να φανή άξιος της εμπιστοσύνης του Τσάρου, ουδαμώς επαύσατο προσέχων τον νουν εις τα υπό της πολιτικής του Μέττερνιχ τεκταινόμενα, εναντίον των οποίων αντεπεξήρχετο επιτηδειότατα· ουδ' επί στιγμήν έλειψε να συνηγορή υπέρ των υποθέσεων της Ελβετίας μετά του ενδόξου βαρώνου Στάιν και των άλλων της Γερμανίας πρέσβεων. Τοσαύτην δ' επεδείξατο ευφυίαν εν τη περιστάσει ταύτη, ώστε υπέδειξε τω συνεδρίω την ανάγκην, όπως αι διάφοροι συνθήκαι επικυρώνται ευθύς αμέσως μετά την αποδοχήν των βάσεων των συμφωνιών και να μη μένωσιν ανεπικύρωτοι μέχρι της αποπερατώσεως του συνεδρίου, ότε έμελλον πάσαι αι πράξεις να επικυρώνται. Την πρότασιν ταύτην του Έλληνος διπλωμάτου τινές μεν αντέκρουσαν, αλλ' οι ηγεμόνες· απεδέξαντο αυτήν, χάρις δε τω Καποδιστρία, ότε ο Ναπολέων φυγών εκ της νήσου Έλβας απεβιβάζετο εις τον κόλπον Ζουάν παρά τας Κάννας (1η Μαρτίου 1815), αι κυριώτεραι συνθήκαι του συνεδρίου της Βιέννης ευρέθησαν επικεκυρωμέναι.


Βαρόνος Στάιν

Μεταξύ των πολλών, ως είδομεν ανωτέρω, ζητημάτων, άτινα απησχόλησαν την προσοχήν του Βιενναίου συνεδρίου, ήν και το Επτανησιακόν Ζήτημα, όπερ κατ' εξοχήν ενδιέφερε και τον Έλληνα, Κερκυραίον διπλωμάτην Καποδίστριαν.

Η Ιόνιος Γερουσία εν εγγράφω αυτής προς αυτόν αποσταλέντι τη 9)21 Μαΐου 1814 έλεγε τάδε:

«Η Αγγλία επιτεθείσα κατέλαβέ τινας των νήσων· αλλ' οιαδήποτε υπήρξεν η τυχαία των συμβάντων επήρεια, η Γερουσία δεν έπαυσε θεωρούσα τας διαφόρους ταύτας της χώρας κατοχάς ως απλώς στρατιωτικάς, επιβληθείσας υπό των περιστάσεων και υπ' ουδεμίαν έποψιν διαφερούσας των ταυτοχρόνως εις τα άλλα της Ευρώπης μέρη ληφθέντων προσωρινών μέτρων. Η Γερουσία έσχε πάντοτε την πεποίθησιν, ότι μετά το τέλος του πολέμου, η χώρα αυτής ήθελε κενωθή και αποδοθή, ως αι των άλλων εθνών.

«Μετά τα εν Γαλλία συμβάντα, καθ' ήν στιγμήν πρόκειται να συγκροτηθή γενική σύνοδος, ίνα συζητήση και διαρρυθμίση τα συμφέροντα της Ευρώπης απάσης, και ίνα προσδιορίση τας βάσεις μονίμου ειρήνης, η Γερουσία, εν ονόματι του επτανησιακού έθνους, διακηρύττει ενώπιον των συμμάχων δυνάμεων, ότι ο μόνος σκοπός αυτού είναι:

«α' Να αναγνωρισθή επισήμως η Δημοκρατία της Επτανήσου ανεξάρτητος και ελευθέρα πάσης οιασδήποτε υποτελείας.

«β' Να ενωθώσι και συσσωματωθώσι μετά της Δημοκρατίας αι άλλοτε Ενετικαί πόλεις Πρέβεζα, Πάργα και Βόνιτσα, προς δε η περιφέρεια Βουθρωτού, συν τοις επί της τουρκικής ηπείρου εξαρτήμασιν αυτών.

«Είναι αντάξιον της δικαιοσύνης και της γενναιότητος των Ευρωπαϊκών δυνάμεων να διατηρήσωσι την πολιτικήν ύπαρξιν λαού εξησθενημένου μεν εκ των περιπετειών, ών εγένετο έρμαιον, αλλ' ουδόλως την καταγωγήν αυτού διαψεύδοντος
».

Ο Καποδίστριας παρουσίασε το υπόμνημα τούτο προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον, ικετευόμενον υπό των Ιονίων να υποστηρίξη την υπόθεσιν αυτών παρά τοις άλλοις μονάρχαις.

Η θέσις όμως και τα σχέδια του ηγεμόνος τούτου δεν ήσαν πλέον, τω 1814, οποία κατά το 1805 και 1806. Ο πόλεμος του 1812, η φοβερά πάλη εν ή τέλος κατέβαλε την ισχύν του Ναπολέοντος, είχεν εξαντλήσει τας δυνάμεις της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Δεν διελογίζετο πλέον να εξεγείρη τους Έλληνας και να εφορμήση κατά της Τουρκίας· όθεν η προστασία των Ιονίων νήσων ήτο του λοιπού αδιάφορος διά την πολιτικήν αυτού. Αφ' ετέρου δε οι πόθοι αυτού διηυθύνοντο αλλαχού. Εγλίχετο της Πολωνίας, και ίνα απολαύση αυτής, ήτο έτοιμος να ποιήση απείρους παραχωρήσεις προς την Αυστρίαν και την Αγγλίαν.

Η απαίτησις των Ιονίων λοιπόν έφθανεν εν στιγμαίς αντιξόοις, η δε παρ' αυτών ζητουμένη υποστήριξις δεν έμελλε να δοθή κατεσπευσμένως. Ο Καποδίστριας προσεπάθησε, διά της παρ' αυτού προς την Γερουσίαν Κερκύρας δοθείσης απαντήσεως, να υποκρύψη όσον οίον τε την ψυχρότητα του κυρίου αυτού γράψας αυτή: «Εάν υπάρχη τι δυνάμενον να γλυκάνη την τύχην του μακράν της πατρίδος του ζώντος, είναι βεβαίως η ευτυχία του εργάζεσθαι δι' αυτήν, και η ελπίς του ν' αξιωθή της επιδοκιμασίας αυτής· τα αισθήματα ταύτα, κύριοι, μετά της υπάρξεώς μου συνταυτιζόμενα, με συνετήρησαν και με συντηρούσιν αφ' ής ημέρας διάγω μακράν υμών. Εκρίνατε πρέπον να τιμήσητε αυτά, αναθέντες μοι διά των γραμμάτων υμών τα συμφέροντα της πατρίδος. Η προς υμάς ευγνωμοσύνη μου εξισούται προς τον ζήλον και την αφοσίωσίν μου υπέρ της τιμής της γενετείρας ημών γης, μεθ' ής συνδέονται αι προσφιλέστεραι αναμνήσεις μου, αι γλυκύτεραι των ελπίδων μου και τα ιερώτερα καθήκοντά μου. Ο μεγάθυμος Ηγεμών, όστις ηυδόκησε να με έχη υπό την εύνοιαν αυτού, εκορύφωσε τας ευεργεσίας, επιτρέψας μοι να εκπληρώσω τας διαταγάς υμών και να γίνω συγχρόνως παρά τοις συμμάχοις Αυτού το όργανον της ευμενείας, εν η Αυτοκρατορική Αυτού Μεγαλειότης εις την ημετέραν πατρίδα επεδαψίλευσεν».

Αλλ' η Αγγλία είχεν εξ ολοκλήρου ρίψει το προσωπείον· δεν ωμίλει πλέον περί της ανεξαρτησίας και της ελευθερίας των Ιονίων νήσων. Ως επιχείρημα δε έχουσα την εν Τίλσιτ συνθήκην, ήτις κατήργησε την Δημοκρατίαν, ηξίου την άνευ όρων κατοχήν της χώρας αυτής, τίτλω κατακτήσεως (20). Ήρξαντο διαπραγματεύσεις· διακοινώσεις, πρωτόκολλα και σχέδια συνθηκών αντηλλάγησαν. Αλλ' η εν Βιέννη συνθήκη αφήκεν άλυτον το ζήτημα των Ιονίων νήσων· πριν ή όμως η σύνοδος διαλυθή, τη 30 Μαΐου 1815, οι πληρεξούσιοι της Ρωσίας προύτειναν:

«Αι Ιόνιοι νήσοι και τα εν τω θαλάσση και επί της αντικρύ ηπείρου εξαρτήματα αυτών, οία η Πάργα και αι λοιπαί περιφέρειαι, να εγκατασταθώσιν εκ νέου κράτος ελεύθερον υπό την επωνυμίαν Δημοκρατία της Επτανήσου· επειδή δε, αφ' ενός μεν τα όπλα της Αυτού Μεγαλ. ηλευθέρωσαν έξ των νήσων, αφ' ετέρου δε συνεπεία της εν Παρισίοις συνθήκης η Κέρκυρα (η πρωτίστη νήσος) απεσπάσθη ωσαύτως της γαλλικής δεσποτείας, αι συνυπογράψασαι την εν Σιωμόν συνθήκην δυνάμεις, τουτέστιν η Μεγάλη Βρεττανία, η Αυστρία, η Ρωσία και η Πρωσσία, να επιφυλάξωσιν εαυταίς το δικαίωμα του να αποδεχθώσιν εκ συμφώνου, μετά τον παρόντα πόλεμον, τα καταλληλότερα μέτρα όπως εξασφαλισθή η εσωτερική ησυχία της ειρημένης δημοκρατίας, προστατευθή δε και εγγυηθή η ελευθερία και η ανεξαρτησία αυτής».

Αλλ' εις το σχέδιον τούτο των Ρώσων πληρεξουσίων η Αυστρία αντέταξε νέαν αξίωσιν, υποστηριζομένην και υπό της Αγγλίας. Κατ' αυτήν, αι Ιόνιοι Νήσοι μετά των εξαρτημάτων αυτών, Βουθρωτού, Πάργας, Πρεβέζης και Βονίτσης, αποτελέσασαι μέρος της Ενετικής Επικρατείας, δεν ηδύναντο ν' ανήκωσιν άλλω τινί ειμή τω διαδεξαμένω τα της Ενετικής Δημοκρατίας δικαιώματα, ήγουν τω Αυτοκράτορι της Αυστρίας Φραγκίσκω. Ώφειλον επομένως να τεθώσιν υπό την προστασίαν αυτού. Ο Αυτοκράτωρ, άλλως τε, υπεχρεούτο να διατηρήση τας ελευθερίας και τους νόμους του τόπου, ονομαστί δε την ελευθερίαν της θρησκευτικής λατρείας και του εμπορίου, εις ήν υπήρχον κατάστασιν κατά τας εν Επτανήσω ισχυούσας θεσμοθεσίας. Τέλος, προσέθετον οι Αυστριακοί πληρεξούσιοι, ότι ως προς τα ληφθησόμενα μέτρα διά την εκπλήρωσιν των υπό της αγγλικής κυβερνήσεως δοθεισών υποσχέσεων, ο Αυτοκράτωρ ήθελε σπεύσει να συνεννοηθή εν προκειμένω μετά του Βασιλέως της Μεγάλης Βρεττανίας. Αλλ' η αξίωσις αύτη της Αυστρίας ήτο πάντη ανυπόστατος· διότι η τε σύμβασις της Κωνσταντινουπόλεως (21 Μαρτίου 1800) και αι εν Αμβιανώ και Τίλσιτ συνθήκαι είχον προ πολλού αποχωρίσει τας Ιονίους νήσους των άλλων Ενετικών κτήσεων. Η Αυστρία όμως έχουσα το πλεονέκτημα να επιφέρη την περί απαραδέκτου ένστασιν κατά των προτάσεων της Ρωσίας, υπεστηρίχθη προθύμως υπό της Αγγλίας. Πλην, μετά μικρόν, η αυστριακή πρότασις ετέθη εκτός συζητήσεως, η δε Αγγλία υποστηριζομένη υπό της Αυστρίας ήγειρε τας αληθείς αυτής αξιώσεις.


Φραγκίσκος Β' της Αυστρίας

Εν τούτοις, έφθασεν εις Βιέννην υπόμνημα, αγνώστου εισέτι πηγής, απόρροια πιθανώς των εν ταις νήσοις ευαρίθμων φίλων της αγγλικής δεσποτείας, διά του οποίου εξεφράζετο: «εν ονόματι του όλου Ιονίου λαού», ο πόθος του διαμείναι υπό την προστασίαν της Αγγλίας. Τοσαύτην δε πίστιν έδωκεν εις αυτό η Σύνοδος, ώστε οι Ρώσοι πληρεξούσιοι επί τέλους εδήλωσαν «ό,τι ο Αυτοκράτωρ Αλέξανδρος, κύριον σκοπόν προθέμενος να πράξη υπέρ των Ιονίων ό,τι εις την νησιωτικήν αυτών θέσιν ήτο μάλλον ωφέλιμον και αρμόδιον, ενόμιζεν ότι ώφειλε να υποστηρίξη την παρ' αυτών εκδηλωθείσαν ευχήν του διαμείναι υπό την αγγλικήν προστασίαν».

Της δηλώσεως ταύτης γενομένης τη εσπέρα της 4 Ιουνίου 1815, εν τη τελευταία της Συνόδου συνεδριάσει, συνεφωνήθη να αναβληθή πάσα οριστική απόφασις μέχρι της προσεχούς συνελεύσεως των πληρεξουσίων εν Παρισίοις.

Επαναληφθεισών τέλος των διαπραγματεύσεων κατ' Αύγουστον 1815, μετά την μάχην του Βαρτελώ και την δευτέραν εις Γαλλίαν είσοδον των συμμάχων, η αμοιβαία θέσις των διαφόρων δυνάμεων δεν ήτο πλέον η αυτή. Ένεκα της επιτυχίας των αγγλικών όπλων οι αντιπρόσωποι της βρεταννικής κυβερνήσεως υπερίσχυον εν ταις συζητήσεσιν. Ήλλαξαν τόνον, και ηύξησαν απαιτήσεις αυτών. Τη δε 4 Αυγούστου, οι Άγγλοι προύτειναν τοις πληρεξουσίοις των άλλων δυνάμεων το εξής σχέδιον συνθήκης:

«Αι νήσοι της Κερκύρας, Ζακύνθου, Κεφαλληνίας, Παξών, Λευκάδος, Ιθάκης και Κυθήρων, μετά των εξαρτημάτων αυτών, συμπεριλαμβανομένων όλων των, είτε επί της ηπείρου, είτε αλλαχού, όπως δήποτε εις τας νήσους ταύτας ανηκόντων τόπων, θέλουσι κατέχεσθαι και κρατείσθαι διά παντός υπό της Αυτού Βρεττανικής Μεγαλειότητος και υπό των κληρονόμων και διαδόχων αυτής, οίτινες θέλουσιν εκ αυτών εξασκεί πλήρη και απεριόριστον κυριαρχίαν. Η Αυτού Βρεττανική Μεγαλειότης, εκ συμφώνου μετά των προκρίτων των νήσων τούτων και των άνω μνησθέντων εξαρτημάτων αυτών, υπόσχεται να εγκαθιδρύση πολίτευμα εγγυώμενον τοις λαοίς τούτοις την ελευθέραν εξάσκησιν της θρησκείας αυτών, την προσήκουσαν αστικήν ελευθερίαν και το ακώλυτον του εμπορίου. Επειδή δε όλα τα προς κυβέρνησιν των ειρημένων νήσων και των εξαρτημάτων αυτών έξοδα και τα προς συντήρησιν της προσδιορισθησομένης να προστατεύη αυτάς φρουράς θέλουν είσθαι εις βάρος των κατοίκων, η Αυτού Μεγαλειότης ο Βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ιρλανδίας υπόσχεται να παραχωρήση τοις μνησθείσι κατοίκοις τα αυτά εμπορικά προνόμια, άτινα απολαύουσι και οι λοιποί της Αυτού Μεγαλειότητος υπήκοοι, επιφυλαττόμενος να εκδώση προς το τέλος τούτο, και εφ' όσον η ανάγκη το απαιτήση, κανονισμούς ικανούς να συναρμολογήσωσι την θέσιν και τα προνόμια αυτών προς τους νόμους της βρεττανικής Αυτοκρατορίας.»

Η αξίωσις αύτη ήτο υπέρογκος, οι δε πληρεξούσιοι της Ρωσίας, εν οίς και ο ημέτερος Καποδίστριας, ηρνήθησαν να αποδεχθώσιν αυτήν. Η αποποίησις αυτών, άλλως τε, δεν ηρείδετο επί των δικαίων και των ευχών του Ιονίου λαού, αλλά μόνον επί πολιτικών λόγων της ευρωπαϊκής ισορροπίας, επί του φόβου του να παραδώσωσι την Κέρκυραν αποκλειστικώς εις τας χείρας των Άγγλων. Αντέταξαν δε τάδε: «Αν ήναι αδιαφιλονείκητον, έλεγον, ότι έξ των Ιονίων νήσων κατελήφθησαν υπό μόνων των αγγλικών όπλων, τουλάχιστον καθ' όσον αφορά την νήσον Κέρκυραν, είναι βέβαιον ότι, κατά τους όρους των εν Παρισίοις και εν Σιωμόν συνομολογηθεισών συνθηκών του 1814, αύτη ώφειλε να παραδοθή εις τας συμμάχους δυνάμεις συλλήβδην. Άρα, η Κέρκυρα, υπό την στρατιωτικήν και πολιτικήν έποψιν είναι μία των φοβερωτέρων θέσεων της Ευρώπης· εθεωρήθη δε πάντοτε ως το προπύργιον τον Αδριατικού πελάγους, και η πρωτεύουσα των Ιονίων νήσων».

Συνεπεία της διακοινώσεως ταύτης, οι Ρώσοι πληρεξούσιοι συντάξαντες σχέδιον συνθήκης, επέδοσαν αυτό τοις πράκτορσι των άλλων κυβερνήσεων (8 Σεπτεμβρίου) Δι' αυτού αι Ιόνιοι νήσοι εκηρύττοντο «ελεύθεραι και ανεξάρτητοι» υπό την προστασίαν της Αγγλίας. Η εσωτερική κυβέρνησις και διαχείρισις των νήσων απεδίδετο εις το Ιόνιον έθνος· η δε προστάτις δύναμις, αντιπροσωπευομένη υπό πληρεξουσίου υπουργού, ώφειλε μόνον, επί τα πρώτα δέκα έτη, να επαγρυπνή εκ του πλησίον επί των εσωτερικών της Επτανήσου υποθέσεων, να φροντίση δε όπως διά της αμέσου αυτού επιρροής διοργανωθεί η μηχανή της νέας κυβερνήσεως. Επί τέλους το υπό της Ρωσίας προταθέν σχέδιον υπερίσχυσεν. Εχρησίμευσε δε ως βάσις της από 9 Νοεμβρίου 1815 εν Παρισίοις υπογραφείσης συνθήκης, δι' ής ερρυθμίσθη οριστικώς η τύχη των Ιονίων.

Εν τη Συνθήκη ταύτη εκηρύττετο μεν η Επτάνησος «Κράτος ελεύθερον και ανεξάρτητον», αλλά την ανεξαρτησίαν αυτής εκόλαζον άρθρα τινά καθιερώσαντα τον θεσμόν εκείνον τον και εν τω Συντάγματι του έτους 1806 εισαχθέντα, τουτέστι την επέμβασιν της προστάτιδος Δυνάμεως εν τω σχηματισμώ του Συντάγματος και της Νομοθεσίας, δικαιουμένης επίσης να επαγρυπνή επί της γενικής εσωτερικής διοικήσεως του Κράτους και να διορίζη τον Πρόεδρον. Ωσαύτως δε η Συνθήκη εκείνη διελάμβανεν ότι «η στρατιωτική δύναμις του Ηνωμένου Κράτους έσται και αύτη υπό τας διαταγάς του αρχηγού του αγγλικού στρατού». Οι τοιούτοι θεσμοί, εννοείται ότι απήρεσκον τοις πλείστοις των Επτανησίων και την γνώμην ταύτην της πλειονότητας συνεμερίζετο και ο υπογράψας την συνθήκην Καποδίστριας, όστις μετά ενδεκαετή εκ της πατρίδος αυτού απουσίαν επανελθών εις Κέρκυραν τη 10 Ιουνίου 1819 προς επίσκεψιν του γέροντος πατρός και των συγγενών, παρετήρησεν εκ του πλησίον ότι το δοθέν παρά της Αγγλίας Σύνταγμα εβασίζετο επί εσφαλμένης ερμηνείας της Συνθήκης, δι' ό απέστειλε προς το αγγλικόν υπουργείον υπόμνημα υποστηριχθέν και παρά του ρωσικού υπουργείου περί της ορθής ερμηνείας της Συνθήκης· αλλ' ο Άγγλος αρμοστής Μαίτλανδ, υπερήσπισεν εαυτόν και τα της συνθήκης ενώπιον υπουργού, διά του εις Λονδίνον σταλέντος επιτρόπου αυτού Ιωάννου Καπάδοκα. Του αρμοστού Μαίτλανδ δικαιωθέντος, το τερατώδες εκείνο Σύνταγμα ίσχυσεν εν Επτανήσω, ως είχε, μέχρι του 1849.

Η εν Παρισίοις υπογραφείσα τω 20 Νοεμβρίου 1815 Συνθήκη, εν ή περιελαμβάνοντο πάσαι αι επανορθωτικαί συνομολογήσεις, είναι κατ' εξοχήν έργον του ημετέρου διπλωμάτου Καποδιστρίου, επιδείξαντος εν τη περιστάσει ταύτη ακάματον όντως καρτερίαν και σπανίαν περίνοιαν, δι' άς ο Τσάρος διώρισεν αυτόν γραμματέα της Επικρατείας. Επειδή δε ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος είχε πλέον πίστιν εις τας πολιτικάς συνθήκας και αυτάς τας διπλωματικώτατα συνωμολογημένας, απεφάσισε να ιδρύση την επικληθείσαν ιεράν συμμαχίαν. Και όντως οι της Ευρώπης βασιλείς, οίτινες κατά τον κατά του Ναπολέοντος πόλεμον εξείχον των άλλων, ως ο Αλέξανδρος της Ρωσίας, ο Φραγκίσκος της Αυστρίας και ο Γουλιέλμος της Πρωσσίας, εννοήσαντες, μετά την καταπολέμησιν της πολλών κακών αιτίας επαναστάσεως, ότι υψηλοτέρα τις δύναμις προΐστατο αυτών παρήγορος και αρωγός, και εκ της επιγνώσεως ταύτης εμπνεόμενοι και συγχρόνως χάριτας προς τον Ύψιστον οφείλοντες, διενοήθησαν, κατ' εισήγησιν ιδίως του υπό την οδηγίαν της θρησκομανούς κυρίας Κρύδενερ (21) διατελούντος Αλεξάνδρου, την μεγαλουργόν γνώμην της συστάσεως ευρωπαϊκού δεσμού, έχοντος ως βάσιν ουχί την άστατον ανθρωπίνην πολιτικήν, αλλά την εξ ουρανού, την στηριζομένην επί της χριστιανικής θρησκείας. Της συμμαχίας ταύτης τους όρους εσχεδίασεν, ως λέγεται, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος διά μολυβδίδος ιδία χειρί, βραδύτερον δε ο Καποδίστριας κατέστρωσεν αυτήν πανομοιοτύπως, εξέφρασεν όμως απαισιοδοξίαν τινά περί της επιτυχίας αυτής. Εντεύθεν η συμμαχία αύτη κλεισθείσα τη 26 Σεπτεμβρίου του 1815 ωνομάσθη ιερά συμμαχία. Μετέσχον δε ταύτης Ρωσία, Αυστρία και Πρωσσία, απέσχον δε Αγγλία, Βόρειος Αμερική, Γαλλία και Παπικόν Κράτος. Και η μεν Αγγλία και Αμερική απέσχον, διότι εν αύτη διέβλεπον την αυταρχίαν, ξένην ούσαν του πολιτεύματος αυτών· η δε Γαλλία, διότι εκεί η βουλή ήν η πολιτεία και ουχί έν πρόσωπον· ο δε πάπας, διότι πλην εαυτού ουδείς άλλος ηδύνατο να η ο φύλαξ της θείας αληθείας· ουδείς άρα άλλος κατά τον πάπαν ηδύνατο να η αρχηγός επί της γης συμμαχίας ιεράς. Αλλ' η Γαλλία επί τέλους τω 1818 επί τη αποχωρήσει του συμμαχικού στρατού εκ Παρισίων μετέσχε της ιεράς συμμαχίας βουλήσει και ενεργεία του Λουδοβίκου του ΙΗ'. Ούτω δε απέσχον της ιεράς συμμαχίας μέχρι τέλους ο πάπας και η Αγγλία. Και οι μεν ηγεμόνες της συμμαχίας ταύτης εζήτουν υπό το πρόσχημα της ιερότητος την αμοιβαίαν κραταίωσιν των θρόνων αυτών τουναντίον δε οι λαοί ηβούλοντο ν' απολαύσωσιν ελευθεριών μειζόνων κατά της αυταρχίας των ηγεμόνων. Εντεύθεν κατά τους χρόνους τούτους προέκυψαν κατά το παράδειγμα του συνταγματικού της Αγγλίας πολιτεύματος διάφοροι φατρίαι ή τα κοινώς λεγόμενα κόμματα, τα μεν μάλλον αριστοκρατικά υπέρ εαυτών και των αρχόντων, τα δε δημοκρατικά υπέρ του λαού. Ανθρακείς δε (καρβονάροι), ριζοσπάσται, φιλελεύθεροι και οι τούτων αντίδοξοι συντηρητικοί, δουλόφρονες και ει τις τούτοις όμοιος, είναι διάφοροι φατρίαι προσκείμεναι αι μεν τοις αριστοκρατικοίς, αι δε τοις δημοκρατικοίς. Εκ των αγώνων δε των φατριών τούτων προς αλλήλας και ιδία των δημοκρατικών προς τους άρχοντας προήλθον αι πολιτικαί μεταβολαί αρξάμεναι αμέσως από της ιδρύσεως της ιεράς συμμαχίας· διότι οι λαοί εν τη συμμαχία ταύτη, ως είρηται, διέβλεπον την ροπήν των αρχόντων εις κραταίωσιν της εξουσίας αυτών επί βλάβη της ελευθερίας των αρχομένων. Συμπολίτευσις άρα υπέρ των αρχόντων και του καθεστώτος εν γένει και αντιπολίτευσις υπέρ του λαού και πάσης πολιτικής κινήσεως είναι η στρόφιγξ, περί ήν γοργότερον στρέφονται πάντες οι πολιτικοί αγώνες από της ιδρύσεως της ιεράς συμμαχίας. Ο σκοπός λοιπόν αυτής περί κοινής δήθεν συμπράξεως οικτρώς απέτυχεν, οι δε λαοί, έκαστος το επ' αυτόν, ανεπτύχθησαν πολιτικώς ως ηδύνατο έκαστος, ως η πατρίς ημών, η Ελλάς.


Ιουλία Κρύδενερ


Λουδοβίκος ο ΙΗ'

Αλλά μεθ' όλον τον θρίαμβον, όν ήρατο ο Καποδίστριας εν τε τω συνεδρίω της Βιέννης και τω δευτέρω συνεδρίω των Παρισίων, όστις δύναται να θεωρηθεί ο πρώτος πολιτικός θρίαμβος του ανδρός, δεν ηδύνατο να ησυχάση, αν δεν συνετέλει και υπέρ της ελληνικής της τε πνευματικής και πολιτικής παλιγγενεσίας, εφ' ώ και ενήργησε μεγάλως, ως λέγει ο Α. Σούτσος εν τη Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (σελ. 12) παρά τη αγία Συμμαχία, όπως επέλθη αρωγός τη εν Αθήναις τω 1814 ιδρυθείση «Εταιρία των Φιλομούσων», ής σκοπός ην η ανά το ελληνικόν διάδοσις της παιδείας. Της εταιρίας ταύτης εγένετο και αυτός μέλος ένθερμον. Δεν είναι όμως ωρισμένως βέβαιον, αν εμυήθη και εις τα της εν έτει 1814 εν Οδησσώ ιδρυθείσης Φιλικής Εταιρίας· εάν όμως κρίνωμεν εκ του αδελφού αυτού Βιάρου, όστις κατά Φιλήμονα (22) ήτο μεμυημένος, εκ του ότι έδρα της εταιρίας ην η Ρωσία και ότι ο Καποδίστριας κατήλθεν εις Κέρκυραν κατά τας αρχάς του 1819 ουχί μόνον χάριν της υγείας, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι και ο Ιωάννης Καποδίστριας ην μεμυημένος εις τα των Φιλικών.

Όπως ποτ' αν η, ο Καποδίστριας μεγάλως συνετέλεσε, διά θέσεως ήν κατείχεν, εις την Ελληνικήν επανάστασιν, χάριν της οποίας, ως θέλομεν ιδεί, κατέλιπε και την εν Ρωσία υψίστην θέσιν αυτού.

Ο Έλλην διπλωμάτης μετά την εν Παρισίοις συνθήκην, των βασιλέων και των άλλων διπλωματών απελθόντων εις τα ίδια, διετάχθη υπό του Τσάρου να απέλθη εις Πετρούπολιν. Εις μάτην ηγωνίσθη να μεταπείση τον αυτοκράτορα, ότι ωφελιμώτερον ήθελεν υπηρετήσει την Ρωσίαν εν τω εξωτερικώ ή εν τω εσωτερικώ. Ο Αλέξανδρος επέμενε και ο Καποδίστριας ανεχώρησεν εις Πετρούπολιν. Μετά την των Παρισίων ειρήνην η Ρωσία είχε φθάσει εις το άκρον άωτον της ισχύος και της πολιτικής και διπλωματικής αυτής επί της Ευρώπης επιρροής, ο δε Καποδίστριας του πανισχύρου Τσάρου έχων την υψηλήν εύνοιαν διέτριβεν εν τη πρωτευούση της Ρωσίας ασχολούμενος εν τοις περί της ευρωπαϊκής ειρήνης σχεδίοις από κοινού μετά του υπουργού των Εξωτερικών κόμητος Νέσελροδ, ανδρός χρηστού και αβρόφρονος, μεγάλην ενδείξαντος εκτίμησιν των έργων του συνεργάτου αυτού Καποδιστρίου. Ο Έλλην διπλωμάτης εν τη μετριοφροσύνη αυτού έφερε τον τίτλον βοηθού ή υφυπουργού των Εξωτερικών. Αυτός μετά του Νέσελροδ είχον την πολιτικήν αλληλογραφίαν μεθ' όλων των ανακτοβουλίων του κόσμου· δις δε της εβδομάδος συνειργάζοντο μετά του Τσάρου, όστις ιδιαιτέραν τρέφων στοργήν προς τον Καποδίστριαν ενεπιστεύθη αυτώ και τας υποθέσεις της νέας κτήσεως της Ρωσίας, της Βεσσαραβίας, ήν κατέστησε χώραν ευνομουμένην, και της Πολωνίας. Ιδιαιτέρας δε μνείας αξία του Καποδιστρίου είναι η προς την Γαλλίαν ενδειχθείσα συμπάθεια, ενεργήσαντος όπως ελαττωθή ο εξ 150,000 ανδρών συμμαχικός στρατός της κατοχής της Γαλλίας, ήτις επεβαρύνετο ως εκ τούτου μεγάλως, σύναμα δε όπως μειωθώσιν αι υπό της Γαλλίας οφειλόμεναι αποζημιώσεις τη μικτή των συμμάχων δυνάμεων επιτροπή κατά 600,000,000 και πλέον. Βραδύτερον δε, ότε συνεκλήθη το εν Ακυϊσγράνω συνέδριον κατ' Οκτώβριον του 1818, θέλομεν ίδει ότι αυτός είπερ τις και άλλος ειργάσθη υπέρ της γνώμης, όπως τα συμμαχικά της κατοχής της Γαλλίας στρατεύματα αναχωρήσωσιν εκ του Γαλλικού εδάφους.

Τοιαύτη ήτο η ισχύς του Έλληνος διπλωμάτου και τοιαύτη η υψηλή θέσις, ήν κατέσχεν εν Ρωσία. Τούτο όμως δεν έβλεπον μετ' ευχαριστήσεως οι Ρώσοι και εφθόνουν τους Έλληνας ως παραγκωνίζοντας τους ιθαγενείς. Τον φυσικόν τούτον φθόνον φοβούμενος και ο Καποδίστριας απέστερξεν όπως και ο κατά το 1816 εις Πετρούπολιν μεταβάς αδελφός αυτού Βιάρος Καποδίστριας λάβη θέσιν τινά εν τη αυλή προσφερομένην υπό του αυτοκράτορος ειπών τω Βιάρω: «Αν συ αποφασίσης τούτο, εγώ αύριον δίδω την παραίτησίν μου, διότι, επιθυμώ να γίνωμεν ου μόνον ημείς οι δύο αδελφοί, αλλά και άπαντες οι εν Ρωσία Έλληνες αντικείμενον φθόνου εκ μέρους των Ρώσων, και απολέση ούτω το έθνος ημών έν άσυλον, πολλάκις εν ανάγκη χρησιμεύσαν αυτώ». Ο Βιάρος επείσθη και την επαύριον απήλθεν εσπευσμένως εκ Πετρουπόλεως. Πράγματι η Ρωσία αείποτε μεν παρέσχεν ικανήν φιλοξενίαν και προστασίαν τοις εις το Κράτος αυτής προσφεύγουσιν ομογενέσι, τινάς μάλιστα τούτων περιέθαλψε και ευηργέτησεν εξόχως. Μετά δε την αποκατάστασι του Καποδιστρίου εν Ρωσία η ευμενής διάθεσις της ομοδόξου ταύτης δυνάμεως, υπέρ των εις το κράτος αυτής καταφευγόντων Ελλήνων ηύξησε μεγάλως. Ιδιαιτέραν όμως ευμένειαν έδειξε κατά το 1818 τοις εν Μαριανουπόλει προ χρόνων εκρωσισθείσι σχεδόν ομογενέσιν, επιδαψιλεύσασα αυτοίς επικερδή τινα προνόμια. Οι Μαριανουπολίται, γινώσκοντες, ότι τα προνόμια ταύτα παρεχωρήθησαν τη συνηγορία του Καποδιστρίου, έπεμψαν προς αυτόν πρεσβείαν ίνα εκφράση μεν την ευγνωμοσύνην αυτών, προσφέρη δε σύναμα και ποσόν τι χρημάτων, ως υλικόν τεκμήριον ευγνωμοσύνης, αλλ' ο Καποδίστριας έμεινεν αμετάπειστος να δεχθεί το δώρον επιμενόντων δε των Μαριανουπολιτών και θεωρούντων τούτο ως προσβολήν, ο Καποδίστριας ηρώτησέ τινας της επιτροπής, αν ηννόουν την μητρικήν γλώσσαν, την ελληνικήν. Επί τη αρνητική δε απαντήσει ανέκραξε: «Δέχομαι το δώρον, αλλ' υπό τον όρον να καταθέσητε τα χρήματα ταύτα παρά τινι Τραπέζη και διά των τόκων να διατηρήτε του λοιπού εν τη πόλει διδάσκαλον διδάσκοντα την μητρικήν γλώσσαν· διότι είναι αίσχος, Έλληνες όντες την καταγωγήν και το φρόνημα, ν' αγνοήτε την ευγενεστέραν του κόσμου γλώσσαν, ήν διδάσκονται ήδη και πολλοί αλλόφυλοι.»

Τοιούτος ην ο Καποδίστριας και τοιαύτην επιρροήν είχεν επί των συγχρόνων πολιτικών γεγονότων, ών διαιτητής εκλήθη πλειστάκις. Συνελθόντων δε βραδύτερον των ηγεμόνων της Ευρώπης, κατ' Οκτώβριον του 1818, εν Ακυισγράνω (Aix la Chapelle), ίνα αποφασίσωσι τα περί της περαιτέρω κατοχής της Γαλλίας διά στρατευμάτων συμμαχικών, ο Καποδίστριας ηκολούθησε τω αυτοκράτορι ως ιδιαίτερος αυτού σύμβουλος και διευθυντής του αυτοκρατορικού γραφείου, εν ώ τοσαύτη πλησμονή εργασίας επεσωρεύθη, ώστε πλην των σπουδαίων διπλωματικών υποθέσεων, εστάλησαν προς τον αυτοκράτορα και οκτώ χιλιάδες ιδιαίτεροι αναφοραί και απαιτήσεις, εις άς ώφειλε να απαντήση ο Καποδίστριας. Ο Έλλην διπλωμάτης διά να δύνηται να αποπερατοί την συσσωρευθείσαν πολλήν εργασίαν, ηναγκάσθη να μεταλλάξη βίον ουδαμώς μεταβαίνων εις συναναστροφάς, ως πρότερον, και από της 23 Σεπτεμβρίου μέχρι της 22 Νοεμβρίου 1818 εκοιμάτο κατά τας δύο μετά το μεσονύκτιον και ηγείρετο περί την 6 π. μ. ώραν. Ήτο λοιπόν πολύ φυσικόν ως εκ της υπερανθρώπου ταύτης εργασίας να ίδη μετ' ου πολύ την υγείαν κλονουμένην. Εν τω συνεδρίω παρήσαν ο Τσάρος, ο αυτοκράτωρ της Αυστρίας, ο βασιλεύς της Πρωσσίας, ως πληρεξούσιοι των μεγάλων δυνάμεθα, ο Ουέλιγκτων και ο της Γαλλίας δουξ Ρισελιέ και άλλοι πράκτορες των δευτερευόντων κρατιδίων. Εν αυτώ ο Καποδίστριας ην της γνώμης, ήτις και εγένετο δεκτή, όπως τα στρατεύματα της κατοχής της Γαλλίας αποχωρήσωσιν. Οι στρατοί ανεχώρησαν, ο δε δουξ Ρισελιέ, κατά πρότασιν του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου ΙΗ' έσπευσε να προσφέρη ευγνωμονών ποσότητά τινα χρημάτων, αλλ' ο Καποδίστριας δεν εδέξατο την πρότασιν, επειπών ότι τα μεν χρήματα δεν δέχεται, παρακαλεί όμως τον βασιλέα να δώση αυτώ ανά έν σώμα εκ των διπλών εν ταις βιβλιοθήκαις των Παρισίων βιβλίων, όπως δι' αυτών ιδρύση βιβλιοθήκας εν Ελλάδι: «Το περιττόν σας, είπε, θα γείνη κεφάλαιον της βιβιοθήκης, ήν επιθυμώ να συστήσω εν τη πατρίδι μου».
 
Οποία η αφιλοχρηματία και οποίος ο πατριωτισμός του ανδρός! Και όμως ουδ' αύτη η μικρά αίτησις του Καποδιστρίου εξεπληρώθη υπό της υπ' αυτού σωθείσης Γαλλίας, ως εκ της εν τω μεταξύ πτώσεως του υπουργείου Ρισελιέ· ο δε Καποδίστριας ουδέ καν ηξίωσε την πλήρωσιν αυτής. Τοιαύτην λεπτότητα είχεν ο Έλλην εκείνος διπλωμάτης!

Διαλυθέντος του εν Ακυϊσγράνω συνεδρίου, ο μεν Τσάρος απήλθεν εις Πετρούπολιν, ο δε Καποδίστριας μετέβη εις Μόναχον προς επίσκεψιν του βασιλέως της Βαυαρίας Μαξιμιλιανού Ιωσήφ και επίλυσιν της μεταξύ Βαυαρίας και Βάδης αναφυείσης οροθετικής διαφοράς.

Εκ Μονάχου μετέβη εις Βιέννην, προς συνάντησιν του εκείσε μεταβάντος επίσης Τσάρου. Ήτο πλέον καταβεβλημένος εκ των πολλών εργασιών και εκ των συνεδρίων ο Καποδίστριας. Η τοσαύτη εργασία και προγενέστεραι ουκ ολίγαι κακουχίαι εν εκστρατείαις και αδιαλείπτοις διπλωματικαίς μερίμναις, εκλόνησαν σπουδαίως την υγείαν αυτού, και ηνάγκασαν αυτόν να αιτήσηται άδειαν απουσίας, ίνα φροντίση περί της υγείας, ήν δεν ίσχυσαν να επαναφέρωσι τα διάσημα ιαματικά λουτρά του Κάρλσβαδ και επισκεφθή τον γέροντα πατέρα αυτού. Ο αυτοκράτωρ συγκατένευσε μεν μετά λύπης ν' αποχωρισθή, έστω και προσωρινώς, τοιούτου συμβούλου, αλλ' εις ένδειξιν της προς αυτόν τιμής και εκτιμήσεως, έδωκεν αυτώ την δε την αυτόγραφον προς τον πατέρα επιστολήν και τιμαλφή δώρα:

Προς τον Κόμητα
Αντώνιον Μαρίαν Καποδίστριαν
Ιππότην του τάγματος του Αγ. Ιωάννου της Ιερουσαλήμ.

«Ο παρ' εμοί από πολλών μεν ετών, αλλά μετ' αυξούσης αείποτε αμοιβαίας ευχαριστήσεως υπηρετών υιός υμών επεφορτίσθη όπως εγχειρίση υμίν τήν δε την επιστολήν. Και η μεν έλευσις αυτού θέλει ευχαριστήσει βεβαίως την πατρικήν υμών στοργήν, αλλ' η εμή ευχαρίστησις είναι να μοι πέμψητε και αύθις όσον τάχος τον υιόν αναρρώσαντα υπό τον πάτριον ουρανόν. Θέλει γίνει δε, ελπίζω, διερμηνεύς των υπέρ υμών αισθημάτων μου και θα σας ανακοινώση την ήν είχον ευχαρίστησιν να ίδω παρ' εμοί και τον αδελφόν αυτού. Τούτο δε παρέχει υμίν το αλάνθαστον τεκμήριον της εμής υπέρ της οικογενείας υμών ευνοίας.

«Περιστάσεις ευνοϊκαί δεν μοι επιτρέπουσι να παράσχω υμίν πλείονα δείγματα της προσωπικής μου υπολήψεως, αλλά παρακαλώ υμάς να δεχθήτε την όσον ειλικρινή τόσον και περιπαθή διαβεβαίωσιν αυτής.

Εν Βιέννη τη 10)22 Δεκεμβρίου 1818.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ.»

Η εις Κέρκυραν αύτη μετάβασις του Καποδιστρίου διήγειρε τας υποψίας του αντιπάλου αυτού Μέττερνιχ και της Αγγλίας, ήτις εφοβείτο την εν τη ιδία πατρίδι επιρροήν του εξόχου της Ρωσίας διπλωμάτου. Επί τούτω δε, του Καποδιστρίου την Ιταλίαν περιηγουμένου, η μυστική της Αυστρίας αστυνομία ετέθη επί τα ίχνη αυτού (23). Ουχ ήττον ο κόμης καταλιπών τη 3)25 Ιανουαρίου την Βενετίαν τη συνοδία των φίλων αυτού Δ. Νεράντζη και Α. Μουστοξύδου έλαβε την εις Ρώμην και Νεάπολιν άγουσαν, οπόθεν μετ' ου πολύ, κατά το πρώτον δεκαήμερον του Μαρτίου 1819 (24), αφίκετο εις την ιδιαιτέραν πατρίδα αυτού, την περίφημον νήσον των Φαιάκων, την ανθοστεφή Κέρκυραν.

Την άφιξιν αυτού εγκαρδίως εχαιρέτησαν οι οικείοι και οι άλλοι Έλληνες, αλλ' οι Άγγλοι έβλεπον αυτόν υπόπτως, και περιδεχθέντες αυτόν μετά φαινομενικής τινος προσηνείας και είτα, κατά την αναχώρησιν αυτού, προσενεγκόντες αυτώ αγγλικήν φρεγάταν. Εν τη πατρίδι μόνον επί τρεις μήνας έμεινεν ο Καποδίστριας· και τούτους δεν εδαπάνησεν εις μάτην· τουναντίον μάλιστα ημέρα σχεδόν δεν παρήρχετο να μη πράξη τι είτε υπέρ της ιδιαιτέρας πατρίδος, είτε υπέρ του δυστυχούς έθνους, είτε και υπέρ του Κράτους, όπερ πιστώς εξυπηρετεί. Συχνάκις ελάμβανεν εκ Πετρουπόλεως έγγραφα εμπιστευτικά του αυτοκράτορος· άπαξ μάλιστα εκόμισεν αυτά ο Κ. Παπαρρηγόπουλος άλλοτε δε ηρωτάτο παρά διαφόρων μελών της Φιλικής Εταιρίας περί των τότε διαδιδομένων και άλλοτε ηνωχλείτο, ως είπομεν, και παρ' αυτού του Αλή πασά να μεσιτεύση υπέρ αυτού προς τον αυτοκράτορα, ίνα σώση αυτόν από της οργής του Σουλτάνου, ή να συνδράμη αυτόν όπως κηρυχθή ανεξάρτητος. Εκ τοιαύτης δέ τινος ευνοϊκής περιστάσεως μάλιστα ωφελήθη ο Καποδίστριας, ίνα απαλλάξη εκ των φυλακών του Αλή Πασά την διάσημον οικογένειαν του εξ Άρτης Μόστρα.

Οι οπλαρχηγοί, οι άλλως καπεταναίοι λεγόμενοι των κλεφτών και των αρματωλών, μαθόντες την άφιξιν αυτού έσπευσαν όπως συγχαρώσι τω Καποδιστρία, αναχωρούντες δε ελάμβανεν έκαστος μεθ' εαυτού και έν αντίγραφον της προς τον πατέρα του Καποδιστρίου φιλόφρονος αυτογράφου επιστολής του Τσάρου, ήν επεδείκνυον τοις απανταχού Έλλησιν ως δείγμα της μεγάλης εκτιμήσεως, ής απήλαυεν ο Καποδίστριας παρά τω Αλεξάνδρω της Ρωσίας. Ως γνωστόν δε κατά την εποχήν εκείνην, οι απόστολοι της «Φιλικής Εταιρίας»· περιέτρεχον την Ανατολήν προς διάδοσιν των δοξασιών αυτής και προπαρασκευήν του αγώνος. Και δεν είναι μεν επισήμως αποδεδειγμένον, ως είπομεν, αν ήτο τότε μεμυημένος ο Καποδίστριας· αλλά δεν δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι μέχρι της εποχής εκείνης η ρωσική κυβέρνησις ηγνόει την ύπαρξιν μυστικής εταιρίας, εν τω Κράτει αυτής τω 1814 σχηματισθείσης και πολλούς των εν τω εξωτερικώ υπαλλήλων αυτής εταίρους αριθμούσης. Και η ρωσική κυβέρνησις λοιπόν και ο Καποδίστριας εγίνωσκον τα τεκταινόμενα τότε εν τη Ανατολή και πολύ πιθανόν ο διπλωμάτης ούτος να μη ήλθεν εις Κέρκυραν μόνον χάριν της πασχούσης υγείας. Άλλως και ο αιφνίδιος αυτού και κρύφιος έκπλους και ο μέγας κύκλος προς επάνοδον εις Πετρούπολιν όν έκαμε, παριστώσι πιθανωτέραν την εικασίαν ταύτην. Ο βιογράφος του Καποδιστρίου Βρετός λέγει ότι: «ίνα μη προξενήση λύπην εις τον πατέρα του επέβη κρυφίως επί αγγλικής φρεγάτας τεθείσης υπό τας διαταγάς αυτού, και απήλθεν εις Βενετίαν, αντί της Νεαπόλεως, όπου είχε προαποφασισθή να θεραπευθή διά μεταλλικών υδάτων. Εκ Βενετίας μετέβη εις Βαρλέτταν και είτα εις Βαλδάνιαν (τόπον παρά την Βιτσέντσαν), ένθα διέτριψεν επί μήνα χρώμενος τοις μεταλλικοίς ύδασι του Ρεκοάρου. Ενταύθα διήγε βίον ιδιώτου, αλλ' ειργάζετο όμως δραστηριώτατα έχων παρ' εαυτώ τον γραμματέα Μύλλερ, τον Μουστοξύδην και τον Ροδόσταμον. Οι Αυστριακοί όμως κατάσκοποι, ούς ο Μέττερνιχ κατόπιν του κόμητος απέστελλε, νυχθημερόν παρακολουθούν τα διαβήματα του ανδρός, όν παντοιοτρόπως εζήτουν να διακωμωδήσωσιν αποκαλούντες την διαγωγήν του Καποδιστρίου «αγυρτείαν» και άλλα κατ' αυτού εκτοξεύοντες υβρεολόγια.

Εν τούτοις, ο Καποδίστριας ανακτησάμενος τας δυνάμεις ανεχώρησε διά Παρισίους, όπου έφθασε τη 10 Ιουλίου και κατέλυσεν εν τω μεγάρω του αυτόθι πρέσβεως της Ρωσίας Πότσο-Διβόργο. Η είδησις όμως της αφίξεως αυτού προυξένησε μεγίστην αίσθησιν εν τοις διπλωματικοίς κύκλοις της μεγαλουπόλεως της Γαλλίας. Ενταύθα διαμείνας έσχε πολλάς και πολυώρους συνεντεύξεις μετά του βασιλέως Λουδοβίκου ΙΗ' και των υπουργών αυτού, «και, πλην του διπλωματικού σώματος, ουδένα σχεδόν έβλεπεν ένεκα της υγείας αυτού», έγραφεν ο «Χρόνος» του Λονδίνου. Πολλάκις δε και μυστικάς συνεντεύξεις έσχε τότε και μετά του Δουκός Ρισελιέ, μετά του Κόμητος Μολέ και μετά του Πότσο — Διβόργο. Μετά μηνιαίαν περίπου διαμονήν εν Παρισίοις ανεχώρησεν εις Λονδίνον τη 12 Αυγούστου. Ενταύθα επίσης περί τον μήνα διατρίψας ησχολήθη περί του Ιονικού ζητήματος, περί ού εν τοις έμπροσθεν είπομεν. Αλλ' εις ουδέν ευνοϊκόν κατέληξεν αποτέλεσμα. Εκ Λονδίνου διά ρωσικής φρεγάτας, ανεχώρησε διά Κοπεγχάγης εις Δάντσικ (2 Οκτωβρίου), εκείθεν δε εις Βαρσοβίαν, ένθα διέτριβεν ο αυτοκράτωρ ένεκεν των εργασιών της Πολωνικής Διαίτης. Ο αυτοκράτωρ εδέξατο τον Έλληνα διπλωμάτην ευμενέστατα και ηρώτησεν αυτόν περί των κατά την απουσίαν αυτού. Ο Καποδίστριας περιέγραψε ζωηρώς και πραγματικώς τα κατά την περιοδείαν εν Ευρώπη και ιδίως τα εν Ιταλία, Γαλλία και Αγγλία, άπερ εις τοσαύτην τον αυτοκράτορα πασών των Ρωσιών ενέβαλον αθυμίαν, ώστε την τοσαύτην αυτού τέως προς τας φιλελευθέρους ιδέας τάσιν εις άγαν συντηρητικόν πνεύμα μετέτρεψαν. Εξ όσων παρά του Καποδιστρίου ήκουσεν, εσχημάτισε την ιδέαν, ότι η διατήρησις της ειρήνης δεν ήτο εφικτή.

Αλλ' ήλπιζεν εισέτι επί την τετραπλήν συμμαχίαν, και ενόμιζεν ότι, δι' αυτής, θα ηδύνατο να κατορθώση ό,τι οι καιροί ήτο αδύνατον. Εστενοχωρείτο δε μεγάλως βλέπων την Πολωνίαν αφηνιάζουσαν, και μη θέλουσαν να δεχθεί και αυτάς ακόμη τας ευεργεσίας αυτού. Έβλεπε λοιπόν, ημέρα τη ημέρα, αποτυγχανούσας τας ευγενείς προσπάθειας αυτού, και, απογοητευόμενος, ήρχισεν, ως είπομεν, ν' αποκλίνη εις το αντίθετον σημείον, ήτοι εις την άκραν απολυτοφροσύνην και εις την άκραν αυταρχίαν, κατά το σύστημα των παλαιών μοναρχιών. Ηγάπα μεν την ειρήνην, αλλ' ηγάπα επίσης και την δικαιοσύνην και την πρόοδον, και εξ αυτών προσεδόκα την σωτηρίαν της μητρός Ελλάδος. Μεθ' όλην όμως την προς τας γνώμας του αυτοκράτορος διάστασιν, ο αυτοκράτωρ ουδέ στιγμήν επαύσατο τιμών τον Έλληνα διπλωμάτην ως και πρότερον, αλλά δεν εισηκούετο, ως άλλοτε, παρ' αυτού.

Τω 1820 συνέβη μεγάλη στρατιωτική επανάστασις εν Μαδρίτη, ής αποτελέσματα υπήρξαν η αιχμαλωσία του αδυνάτου βασιλέως Φερδινάνδου, αναγνωρίσαντος βιαίως την νέαν εγκαθίδρυσιν του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος (Κορτών). Αι αποτελούσαι την τετραπλήν συμμαχίαν Δυνάμεις, εκτός της Ρωσίας, αντί να οργισθώσιν επί τω ακούσματι, ως η Ρωσία ήλπιζε, χαριεντιζόμεναι, συνεχάρησαν τω Φερδινάνδω, επί τη σωτηρία.

Συγχρόνως σχεδόν ανεκηρύχθη το συνταγματικόν πολίτευμα και εν Νεαπόλει. Ο Μέττερνιχ εταράχθη μεγάλως, και ηθέλησε να πέμψη στρατόν εις βοήθειαν της βασιλικής οικογενείας της Νεαπόλεως· αναθεματίζουσα ό,τι την προτεραίαν είχεν εγκρίνει, η πονηρά διπλωματία και πάλιν κατέφυγεν εις τον συνήθη ιατρόν. Και πάλιν προυκλήθη συνδιάσκεψις. Η Ευρώπη εθεωρήθη ως νοσούσα βαρέως, και τόσον, όσον, ως ο αββάς δε Πραδ έλεγε, τα ιατρικά συμβούλια επολλαπλασιάζοντο. Ταις δυσχερείαις ταύταις προσετίθετο, ιδίως εν Ρωσία, και άλλη τις, ανησυχούσα μεγάλως την ευρωπαϊκήν ισορροπίαν. Από πολλού ο Πάπας είχεν επιτείνει τας περί προσηλυτισμού προσπάθειας εν τω Ρωσία διά των Ιησουιτών, γην και θάλασσαν κινούντων ίνα ένα ποιήσωνται προσήλυτον. Και είχον μεν επί Πέτρου του Μεγάλου εκδιωχθή, αλλά πάλιν επανήλθον τολμηρότεροι επί Παύλου του Α'. Ηναγκάσθη λοιπόν νυν και ο Αλέξανδρος να διατάξη εκ Ρωσίας απέλασιν αυτών. Ο Καποδίστριας, όστις είχε μείνει πάντη ξένος των θρησκευτικών τούτων ερίδων, διετάχθη του αυτοκράτορος να δικαιολογήση προς την παπικήν κυβέρνησιν το αυστηρόν αυτό μέτρον. Αυτός ο ίδιος μάλιστα, από του 1816, είχεν επιφορτισθή την διεξαγωγήν των διαπραγματεύσεων περί της εξομαλύνσεως των εν Ρωσία σχέσεων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, και ιδίως μάλιστα περί των σχέσεων αυτής μετά της εκκλησίας της Πολωνίας. Τα αναπτυχθέντα εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυταίς ζητήματα ήσαν ακανθώδη, και όμως ο Έλλην διπλωμάτης διά την άκραν δεξιότητα δι' ής εις πέρας ήγαγε την δυσχερεστάτην υπόθεσιν, κατορθώσας να επιτευχθεί πλήρης συνεννόησις μεταξύ της ρωσικής κυβερνήσεως και της παπικής εθαυμάσθη δικαίως. Εν τούτοις, τα εν Ιταλία απησχόλουν την Αυστρίαν αποστείλασαν δύο μεγάλα στρατιωτικά σώματα προς τα σύνορα, η δε Ρωσία επίσης εφαίνετο ζητούσα ευκαιρίαν να επέμβη, αλλά περιμένουσα εν τω μεταξύ να ίδη οποία τα αποτελέσματα της Εθνικής συνελεύσεως, ήν ο γέρων Φερδινάνδος των δύο Σικελιών είχε συγκαλέσει.

Η Αυστρία όμως σπεύδουσα υπεχρέωσε τους άλλους ηγεμόνας της Αγίας Συμμαχίας να συνέλθωσιν εις συνέδριον. Η πόλις αυστριακής Σιλεσίας Τρόππαου ωρίσθη ως τόπος συνεντεύξεως, και εκεί συνήλθον εκ νέου οι ηγεμόνες και οι διπλωμάται, εν οίς και οι δύο αντίζηλοι ο Καποδίστριας και ο Μέττερνιχ. Ο Καποδίστριας δεν ησύχαζεν όπως προκαλέση τας υπό του Αλεξάνδρου ελπιζομένας συνεπείας της Ιεράς Συμμαχίας, αλλ' εις μάτην. Ό,τι απ' αρχής εφρόνει περί αυτής, τούτο και συνέβη. Ο Μέττερνιχ υποστηριζόμενος υπό των λοιπών διπλωματών, παρέστησεν ως απειλητικήν κατά της ευρωπαϊκής ειρήνης την επανάστασιν της Νεαπόλεως.

Και η μεν Αυστρία είχε δίκαιον, αλλά, προκειμένου να επέμβωσι πάσαι αι Δυνάμεις, από κοινού, εις την υπόθεσιν της Νεαπόλεως, ο Καποδίστριας αντέτεινε, λέγων, ότι η Ρωσία δεν έπρεπε να περιπλακή εις υπόθεσιν όλως ξένην των συμφερόντων αυτής. Επρότεινε δε να προκληθή η μεσολάβησις του Πάπα, και η πρότασις εγένετο αποδεκτή. Αλλ' ο Πάπας, εμβρόντητος εκ του επαναστατικού πνεύματος, απεποιήθη. Τότε ο Τσάρος, φοβούμενος μη συντελέση εις την εξασθένησιν της Ιεράς Συμμαχίας, διά της ηθικής αποχωρήσεως αυτού, υπεσχέθη σύμπραξιν προς τον αυτοκράτορα της Αυστρίας. Ο βασιλεύς της Νεαπόλεως προσεκλήθη εις Λάυβαχ, και εκεί μετέβησαν επίσης και οι σύμμαχοι ηγεμόνες και οι διπλωμάται αυτών, όπως συσκεφθώσι περί των μελλόντων γενέσθαι.

Η επανάστασις της Νεαπόλεως κατεστάλη τάχιστα. Αλλ' άλλη εν τω μεταξύ εξερράγη· η εν Τουρίνω. Ενώ δε χρόνω οι σύμμαχοι και οι διπλωμάται, προσηλωμένους είχον τους οφθαλμούς επί την Ιταλίαν, και η συνδιάσκεψις ενησχολείτο πώς να εξεύρη τρόπους κατευνάσεως του επαναστατικού πνεύματος του λαού, του αναπτυχθέντος εν ταις ιταλικαίς ιδίως χώραις, ταχυδρόμος απροσδόκητος φέρει τοις συνδιασκεπτομένοις την είδησιν της ενάρξεως της Ελληνικής επαναστάσεως εν Δακία υπό του Αλεξάνδρου Υψηλάντου. Ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος εταράχθη μεγάλως· διότι ο Υψηλάντης ήτο ιδιαίτερος υπασπιστής αυτού. Τούτο ενοχοποίει την ρωσικήν πολιτικήν. Και ο μεν αυτοκράτωρ απεδοκίμασε την διαγωγήν αυτού, ο δε Καποδίστριας εγένετο αντικείμενον υπονοιών, κακολογίας και μίσους. Επιμελώς δε εφρόντισεν, όπως μη ο αυτοκράτωρ συμπεριλάβη εν τη οργή και το τυραννούμενον Ελληνικόν έθνος, και όπως αναβάλη πάσαν οριστικήν απόφασιν μέχρι της εις την Ρωσίαν επανόδου όπου θα ήτο ελεύθερος ξένων επιρροών. Όταν δε και η Πελοπόννησος επανέστη, τότε πλέον η μανία των αντιπάλων του Καποδιστρίου υπερέβη παν όριον, και αι κατ' αυτού πανουργίαι έφθασαν μέχρις εχθρότητος. Το στάδιον της κακεντρεχείας υπήρξεν ομαλώτατον. Συγχρόνως σχεδόν τη επαναστάσει της Ισπανίας, της Νεαπόλεως, του Τουρίνου, τη εξάψει των πνευμάτων καθ' όλην την Ιταλίαν, τη δολοφονία του δουκός του Βερρύ, ταις αντιρρήσεσι του Καποδιστρίου κατά της προτάσεως περί κοινών αναγκαστικών μέτρων κατά της Νεαπόλεως, συνέβη αφ' ενός μεν η επανάστασις του Υψηλάντου εν Δακία, αφ' ετέρου δε και η της Πελοποννήσου. Πάσαι αύται αι απροσδόκητοι συμπτώσεις καθίστων πιθανήν την ενοχήν του Έλληνος διπλωμάτου της Ρωσίας, και μάλιστα εις τα όμματα του Μέττερνιχ, φθονούντος αυτόν εμπαθώς διά τε την φημιζομένην ικανότητα και διά τον εντιμότατον χαρακτήρα, υπώπτευον δε ότι, ενόσω ο Έλλην ούτος απελάμβανε της ευνοίας του Τσάρου, η λοιπή Ευρώπη δεν θα ηδύνατο να διαθέση, ως αύτη εδόκει, τα της Τουρκίας. Γνωστός δε είναι ο κατά την εποχήν εκείνην μισορρωσισμός απάσης της Ευρώπης, έχων κυρίως την πηγήν εν τοις διαφημιζομένοις σχεδίοις του Μεγάλου Πέτρου και της Αικατερίνης της Β'.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, διελύθη η εν Λάυβαχ συνδιάσκεψις, βασιλείς δε και διπλωμάται απήλθον έκαστος εις τα ίδια, τεθλιμμένοι διά τα παρόντα και ανήσυχοι διά τα μέλλοντα.

Κλείσαντες ενταύθα τα της εν Λάυβαχ συνδιασκέψεως σκοπούσης, ως είδομεν, την κατάσβεσιν του αναπτυχθέντος φιλελευθέρου των ευρωπαϊκών λαών πνεύματος και την περιστολήν των εν Ιταλία και αλλαχού εκραγεισών στάσεων, σπεύδομεν να είπωμεν ολίγα τινά περί της Ελληνικής επαναστάσεως, ήτις τοιαύτην επί του ήρωος ημών έσχεν επίδρασιν, ώστε εγκατέλιπε την εν Ρωσία υψηλήν αυτού θέσιν, ίνα ως ιδιώτης δυνηθή επί μάλλον να φανή χρήσιμος τω μεγάλω εθνικώ αγώνι.

Ήδη αρχομένων των μέσων της δευτέρας δεκαετηρίδος του προς το τέρμα αυτού δολιχοδρομούντος ΙΘ' αιώνος, ενθουσιώδης οργασμός κατείχε τα πνεύματα των Ελλήνων· οι θούριοι του εθνομάρτυρος Ρήγα, υπό των Αυστριακών τοις Τούρκοις παραδοθέντος και ευρόντος εν Βελιγραδίω αλγεινόν τον θάνατον, εφέροντο ανά τα στόματα πάντων και ενέπνεον ακράτητον ενθουσιασμόν· βιβλία και φυλλάδια υπό των λογίων εξεδίδοντο καλούντα τους Έλληνας εις τα όπλα, μία φωνή πανταχού ηκούετο, ως εγερτήριον σάλπισμα, καλούσα πάντα Έλληνα εις ένδοξον υπέρ πατρίδος αγώνα. Ουδέν το παράδοξον επομένως εάν τω 1814 τρεις Έλληνες εν Οδησσώ, άνδρες πρακτικοί και θαρραλέοι, απεφάσισαν την ιδρύσιν εταιρίας προς κατήχησιν των σπουδαιοτέρων ανδρών, διοργάνωσιν ενιαίου κινήματος και συγκέντρωσιν της διευθύνσεως αυτού. Οι άνδρες ούτοι είναι ο Τσακάλωφ, ο Σκουφάς και ο Ξάνθος, οίτινες ίδρυσαν την Εταιρίαν των Φιλικών.

Του χρόνου προϊόντος, προσετέθησαν και άλλοι φιλοπάτριδες άνδρες, μετά πάροδον δ' έξ ετών από της ιδρύσεως αυτής, η εταιρία κατώρθωσε να έχη μέλη άνδρας εξέχοντας, ως τον κρεμασθέντα πατριάρχην Γρηγόριον τον Ε', τον Αλέξανδρον Υψηλάντην, τον άρχοντα της Μάνης Πετρόβεην Μαυρομιχάλην, τον ηγεμόνα της Βλαχίας Μιχαήλ Σούτσον, τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον, τον ημέτερον υφυπουργόν των Εξωτερικών της Ρωσίας κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν και άλλους. Εν ταις επαρχίαις είχον συστηθή εφορείαι και επιτροπαί, απόστολοι διέτρεχον πάσας τας χώρας του Ελληνισμού ως κήρυκες της ελευθερίας και η εγγραφή των μεμυημένων πανταχού οσημέραι ηύξανεν. Επιτυχώς δ' οι εταίροι διέδιδον, ότι δρώσι κατά τας οδηγίας αποκρύφου και μυστηριώδους τινός «Αρχής», αφίνοντες να υπονοήται ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Αλέξανδρος ο Α', υπεδείκνυον δε δι' όλων των μέσων ότι σοβαρά επικουρία επελεύσεται άνωθεν άμα τη ενάρξει του αγώνος.

Και ιδρύθη μεν η Φιλική Εταιρία και ειργάζετο όσον ην δραστηρίως προς προπαρασκευήν των πνευμάτων διά τον μέλλοντα αγώνα, αλλ' έλειπεν ο αρχηγός αυτής και ως τοιούτον εζήτησαν τον Καποδίστριαν. Επί τούτω δε εστάλη εις Πετρούπολιν ο Καμαρινός φέρων γράμματα του Μαυρομιχάλη αποκαλύπτοντα τα της Εταιρίας, αλλ' ο Καποδίστριας δεν εδέξατο την αρχηγίαν ειπών ότι υπουργός ων της Ρωσίας δεν ηδύνατο να πράξη άλλως, αλλ' ούτε καν να συμμετάσχη του μέλλοντος κινήματος. Ο Καμαρινός απήλθεν άπρακτος, μετ' ου πολύ δε απεστάλη ο Ξάνθος, αλλά και ούτος ουδέν ηδυνήθη να πράξη, του Καποδιστρίου επιμένοντος εν τη αρνήσει. Τέλος απετάθησαν προς τον υπασπιστήν του Τσάρου Αλέξανδρον Υψηλάντην, παρακαλούντες αυτόν να δεχθή την αρχηγίαν, αλλά και ούτος το μεν πρώτον ηρνήθη διά τον αυτόν οίον και Καποδίστριας λόγον, τέλος όμως ενέδωκε, του Έλληνος διπλωμάτου ειπόντος αυτώ: «αρκεί η εμφάνισις ολίγων χιλιάδων επαναστατών κατά την Ελλάδα, όπως η Ρωσία συνδράμη εκ των ενόντων», και εδέξατο την αρχηγίαν.

Τη 24 Απριλίου 1820 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανεκηρύσετο αρχηγός της Φιλικής Εταιρίας και μετά πάροδον εννέα μηνών, η προπαρασκευή των πνευμάτων είχε συντελεσθή καθ' άπασαν την έκτασιν των ελληνικών χωρών και η εν Πελοποννήσω έκρηξις της επαναστάσεως από στιγμής εις στιγμήν ανεμένετο, κατήρξατο του αγώνος μετά των δύο αδελφών αυτού Νικολάου και Δημητρίου Υψηλαντών· και στρατιωτικού τινος σώματος κρύφα συγκεντρωθέντος επί του ρωσικού εδάφους, και διελθών τον Προύτον τη 22 Φεβρουαρίου του 1821 εξέδωκε προκήρυξιν προς τους εν Μολδαυία και Βλαχία Έλληνας και λοιπούς Χριστιανούς καλών πάντας υπό τα όπλα:

Έλληνες!

«Ιδού μετά τόσων αιώνων οδύνας απλόνει ο Φοίνιξ της Ελλάδος μεγαλοπρεπώς τας πτέρυγάς του και προσκαλεί υπό την σκιάν αυτού τα γνήσια και ευπειθή τέκνα της! Ιδού η φίλη ημών πατρίς Ελλάς ανυψόνει μετά θριάμβου τας προπατορικάς της σημαίας. Ο Μωρέας, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, η Σερβία, η Βουλγαρία, τα νησία του αρχιπελάγους, εν ενί λόγω η Ελλάς άπασα έπιασε τα όπλα διά να αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν των βαρβάρων και ενατενίζουσα το μόνον νικητήριον όπλον των ορθοδόξων, τον τίμιον, λέγω, και ζωοποιόν Σταυρόν, κράζει μεγαλοφώνως υπό την προστασίαν μεγάλης και κραταιάς Δυνάμεως: εν τούτω τω σημείω νικώμεν, ζήτω η ελευθερία! Και εις τας δύο ταύτας φιλικάς μας επαρχίας σχηματίζεται σώμα πολυάριθμον ανδρείων συμπατριωτών διά να τρέξη εις τα ιερόν έδαφος της φίλης ημών πατρίδος. Όθεν όσοι εύχονται να ονομασθώσι σωτήρες της Ελλάδος και είναι διεσκορπισμένοι εις διάφορα καντιλίκια, ας τρέξωσιν εις τους δρόμους, όπου ακούουσιν ότι διαβαίνει το σώμα τούτο διά να συνενωθώσι με τους συναδέλφους των. Όσοι όμως γνήσιοι Έλληνες είναι άξιοι να πιάσωσι τα όπλα και μολοντούτο να γίνωσιν αδιάφοροι, ας ηξεύρωσιν ότι θέλουσιν επισύρει εις τον εαυτόν των την μεγάλην ατιμίαν και ότι η πατρίς τους θεωρεί ως νόθους και αναξίους του ελληνικού ονόματος!»

Αλλ' εκεί μεν η Επανάστασις κατεστάλη εν τη γενέσει, καταστραφέντος του ιερού λόχου εν Δραγατσανίω, αλλ' όμως περί τον αυτόν ακριβώς χρόνον, καθ' όν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ενήργει εν Μολδοβλαχία, εν Πελοποννήσω, η ελληνική επανάστασις εκηρύσσετο. Την 23 Μαρτίου οι κάτοικοι των Πατρών προέβαινον εις το πρώτον αυτών επαναστατικόν κίνημα. Οι Τούρκοι θέντες πυρ εις την οικίαν ενός των αρχόντων της πόλεως του Παπαδιαμαντοπούλου εκλείσθησαν εν τω πύργω της πόλεως. Οι Έλληνες κατώρθωσαν να κατασβέσωσι το πυρ, ανύψωσαν την σημαίαν του Σταυρού εφ' όλων των τεμενών, επτακόσιοι δε χωρικοί υπό την οδηγίαν του μητροπολίτου Πατρών Γερμανού, ενέκλεισαν καταδιώξαντες τους Τούρκους εις το φρούριον. Τη αυτή ημέρα ο Πετρόβεης Μαυρομιχάλης κατελάμβανε τας Καλάμας. Ταυτοχρόνως οι Τούρκοι χωρικοί των πεδιάδων κατεδιώκοντο υπό των Χριστιανών, η Σπαρτιάτις Κωνσταντίνα Ζαχαριά ύψωσε λευκήν σημαίαν μετά κυανού σταυρού και προσεκάλει άνδρας και γυναίκας εις εκδίκησιν κατά των τυράννων, ηγουμένη δε πολλών κατέλαβε το παρά τον Ευρώταν Λεοντάριον και κατέστρεψε τα τεμένη· το Νησίον και τα πλησιόχωρα υψούσι την σημαίαν της επαναστάσεως· η άνω Αρκαδία συνταράσσεται υπό της γενναίας φωνής του φιλοπάτριδος Κανέλλου Δηλιγιάννη, ευπατρίδου της χώρας, όστις εκδιώκει τους Τούρκους εκ της κοιλάδος του Αλφειού καταλαβών την Καρύταιναν· οι Οθωμανοί των Καλαβρύτων εγκαταλείπουσι τας εστίας και αναχωρούσιν· ο Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της επαναστάσεως τη 25 Μαρτίου 1821 ημέρα ορισθείση υπό της Φιλικής εταιρίας διά την έναρξιν του αγώνος, και τη επαύριον (26 Μαρτίου), ο αυτός μετά του Προκοπίου επισκόπου Καλαβρύτων και των αρχόντων Ανδρέου Ζαΐμη, Ανδρέου Λόντου, Παπαδιαμαντοπούλου και Σωτηράκη υπογράψαντες επιδίδουσι δήλωσιν προς τους εν Πάτραις προξένους των Δυνάμεων κηρύττουσαν ότι: «Οι Έλληνες μη δυνάμενοι πλέον να υποφέρωσι την αύξουσαν τυραννίαν των Τούρκων απεφάσισαν ν' αποθάνωσιν ή ν' αποτινάξωσι τον ζυγόν αυτών και λαμβάνουσι τα όπλα προς διεκδίκησιν των δικαίων αυτών, πεποιθότες ότι αι χριστιανικαί Δυνάμεις της Ευρώπης θ' αναγνωρίσωσι το δίκαιον του αγώνος των και θα παράσχωσιν αυτοίς πάσαν επικουρίαν, αναμιμνησκόμενοι τας υπό των προπατόρων των παρασχομένας τη ανθρωπότητι εκδουλεύσεις».


Κανέλλος Δηλιγιάννης

Εν τω μεταξύ όμως, οι Τούρκοι όπως καταβάλωσι την Ελληνικήν επανάστασιν απηγχόνιζον τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον Ε' και άλλους επισκόπους και προύχοντας, και άνευ διακρίσεως ηλικίας ή φύλου, ενόπλων ή αόπλων, αθώων ή πταιστών, κατέσφαζον αναριθμήτους Πελοποννησίους και άλλα πολλά φρικώδη διέπραττον. Ο Καποδίστριας αδυνατών πλέον να μένη απαθής θεατής τοσούτων και τοιούτων σκληροτήτων, εναντίον αδελφών Ελλήνων διαπραττομένων, κατώρθωσε να πείση τον Αλέξανδρον αν ουχί να ευνοήση την επανάστασιν μεταβάλλων γνώμην, τουλάχιστον να επιτρέψη αυτώ την συνταξιν Υπουργικής διακοινώσεως προς την Πύλην, διά της οποίας να διαταχθή αύτη, ίνα ποιήται διάκρισιν μεταξύ αθώων και υποκινητών της επαναστάσεως. Πράγματι δε επεδόθη τότε παρά του εν Κωνσταντινουπόλει Ρώσου Πρέσβεως Κόμητος Στρογανώφ προς το Διβάνιον, η από 8 Ιουλίου 1821 διακοίνωσις, ήτις διαλαμβάνουσα τα κατά της Τουρκίας παράπονα της Ρωσίας, ειδοποιεί συγχρόνως την άμεσον εκ Κωνσταντινουπόλεως του Ρώσου Πρέσβεως αναχώρησιν, εν ή περιπτώσει δεν εδίδετο παρά του Διβανίου εντός οκταημέρου προθεσμίας απάντησις· Επειδή όμως το Διβάνιον αφήκε να παρέλθη η ταχθείσα προθεσμία, ο Στρογανώφ αφείς το Βυζάντιον ανεχώρησεν εις Οδησσόν.

Μετ' ολίγον δ' ο πρίγκηψ Μέττερνιχ και ο Λόρδος Καστελρή, επιθυμούντες ίνα η Αυστρία και η Αγγλία εξασφαλίσωσι την επιρροήν αυτών εν τη Ανατολή και αφ' ετέρου δώσωσι καιρόν τη Τουρκία να εξοντώση τους αγωνιζομένους Έλληνας, ούς ο πρώτος των δύο διπλωματών ωνόμαζε «Ταραχοποιούς», προεσχεδίασαν νέον συνέδριον εν Βιέννη, μέλλον να ενασχοληθή περί των πραγμάτων της Ανατολής, και ιδίως των Ελληνικών. Βεβαιούται δε ότι, τότε, προς τον παραστήσαντα τω Μέττερνιχ τα εν Ελλάδι γινόμενα υπό φιλανθρωπικήν έποψιν και ειπόντ' αυτώ περί των εμποδίων, ά προέβαλλεν εις τα Ελληνικά πράγματα, ότι διηυκόλυνεν ούτω τους Τούρκους να εξαφανίσωσι το Ελληνικόν έθνος, ούτος απήντησεν αποτόμως, ότι: «ο θάνατος ενός ή δύο εκατομμυρίων ανθρώπων ολίγον ζημιόνει τον κόσμον», και «ότι η διατήρησις της ειρήνης είναι μάλλον αναγκαία».

Τοιαύτη ήτο η πολιτική του Αυστριακού Μέττερνιχ, συμπαρασύραντος και την Αγγλίαν. Ευτυχώς η Ελληνική επανάστασις ήρξατο εν χρόνοις ευνοϊκοίς· εις ταύτην δε προέβησαν θαρραλέως, άμα ως οι Έλληνες είδον ψευδομένας εν τω συνεδρίω της Βιέννης (1814 — 1815) τας παρά της Ευρώπης προσδοκίας αυτών. Ενθαρρυνόμενοι δε υπό των επαγγελιών του Αυτοκράτορος της Ρωσίας, παρεσκεύαζον κίνημα, στηριζόμενον επί των ιδίων αυτών δυνάμεων. Την έκρηξιν δ' αυτού επέσπευσεν επεισόδιον, στενώτατα συνδεόμενον προς την Ελληνικήν επανάστασιν, ήτοι η από του Σουλτάνου αποστασία του σατράπου των Ιωαννίνων Αλή πασά. Ο σατράπης ούτος, ού το αλλοπρόσαλλον και η θηριωδία εισίν εκ των σπανιωτάτων παραδειγμάτων της παγκοσμίου Ιστορίας, ενώ κατ' αρχάς αυστηρότατα κατέστειλεν εξέγερσίν τινα των εν Ηπείρω αρματωλών, ίνα ούτως αποκτήση την εύνοιαν του Διβανίου, αναθέσαντος εις αυτόν την διοίκησιν της επαρχίας Ιωαννίνων, περιεποιήθη κατόπιν το ελληνικόν στοιχείον, ένεκα των ιδίων ανταρτικών αυτού κατά της κυβερνήσεως σχεδίων, και ενεθάρρυνε τας ελπίδας των Ελλήνων. Ότε δε η Τουρκική κυβέρνησις, απολέσασα την απομονήν έπαυσε τον σατράπην, και προεκήρυξε την κεφαλήν αυτού, προσκαλέσασα τους Χριστιανούς ίνα εκδικηθώσιν αντί των τόσων βιαιοπραγιών, ας παρ' αυτού εδοκίμασαν, και συντελέσωσιν εις την τιμωρίαν αυτού, ο πονηρός Αλής κατά την τελευταίαν στιγμήν εκολάκευσεν αύθις τους Έλληνας, υποσχεθείς σύμπραξιν και συμμαχίαν. Και πράγματι αι επαγγελίαι αύται εδελέασαν τους Έλληνας, οίτινες λησμονήσαντες τας ανεκδιηγήτους βασάνους, ας υπέστησαν υπ' αυτού ηνώθησαν μετά του σατράπου και η επανάστασις ως ταχύ πυρ εξηπλώθη από της Πίνδου μέχρι του Ταϋγέτου. Ο Αλής όμως δεν εσώθη διά της συμμαχίας, καθότι οι Σουλιώται, και οι λοιποί Ηπειρώται εγκαταλειφθέντες υπ' αυτού, σωθέντος το πρώτον τη συνδρομή αυτών, εγκατέλιπον και ούτοι εκείνον εις την ιδίαν τύχην και οι απεσταλμένοι της Υψηλής Πύλης εκόμισαν επί τέλους την κεφαλήν του αποστάτου Αλή Πασά προς τον Σουλτάνον.

Συγχρόνως δε σχεδόν προς την Πελοπόννησον εξηγέρθησαν και η Ανατολική Ελλάς και αι νήσοι, μετ' ολίγον δε η Δυτική Ελλάς, ούτως ώστε, ότε εν αρχή του 1822 παρεδόθη το τελευταίον ο Αλή πασάς και έμεινε διαθέσιμος ο πολεμών αυτώ οθωμανικός στρατός, η Ελληνική επανάστασις ου μόνον είχεν οπωσούν ασφαλισθή διά των εν Βαλτετσίω και περί τας Θερμοπύλες μαχών και της πυρπολήσεως οθωμανικού δικρότου εν Ερισσώ της Μιτυλήνης και της αλώσεως της Μονεμβασίας, της Πύλου και της Τριπόλεως, αλλά και η προσωρινή Κυβέρνησις συγκροτήσασα την πρώτην Εθνικήν των Ελλήνων Συνέλευσιν εν Επιδαύρω, είχεν ανακηρύξει δι' αυτής (1 Ιανουαρίου 1822) «ενώπιον Θεού και ανθρώπων την πολιτικήν του Ελληνικού έθνους ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν».

Οι Κλέφται κατήρχοντο εκ των βουνών της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, οι δε ναυτικοί κάτοικοι των νήσων Σπετσών, Ύδρας και Ψαρρών μετέβαλλον τα σκάφη αυτών από εμπορικών εις πολεμικά. Οι Τούρκοι προσεπάθησαν παντί σθένει να καταστείλωσι την επανάστασιν· οι δε Έλληνες αισθανόμενοι το άνισον της πάλης είχον απευθυνθή προς τας χριστιανικάς αυλάς, επιζητούντες την προστασίαν αυτών, αλλ' οι βασιλείς, φοβούμενοι την επικράτησιν των ανατρεπτικών ιδεών, εκώφευον εις τας επικλήσεις ταύτας· και αυτός δ' ο Αλέξανδρος της Ρωσίας υπείκων εις τας συμβουλάς του Νέσσελροδ και του ανθελληνικωτάτου αντιπάλου του Καποδιστρίου Αυστριακού Μέττερνιχ, ηρνήθη πάσαν υποστήριξιν εκείνοις, ούς αυτός είχεν εξωθήσει εις την επανάστασιν. Αλλ' ο επιβλαβέστατος εχθρός των Ελλήνων και το κυριώτερον αίτιον των διαφόρων αυτών αποτυχιών ήν η διηνεκής διχόνοια, η μεταξύ των αρχηγών υφισταμένη, η διόλου του μακρού, αλλ' ηρωικού εκείνου αγώνος, ως μη ώφελε, παρατηρηθείσα.

Κατά την εποχήν ταύτην· άρχεται δυστυχώς σειρά όλη θλίψεων και δοκιμασιών διά τον Καποδίστριαν. Το επαναστατικόν κίνημα του Αλεξάνδρου Υψηλάντου εγένετο, ως είδομεν, από των ρωσικών μεθορίων, οι πάντες δε απέδωκαν αυτό εις την Ρωσίαν, και εθαύμαζον πώς ήτο δυνατόν Δύναμις συνδεθείσα, προ μικρού, διά της Ιεράς Συμμαχίας, να υποτρέφη και υποκινή επαναστάσεις. Η θέσις της τε Ρωσίας και ιδίως του Καποδιστρίου κατέστη τότε δυσχερεστάτη και μετά συντριβής καρδίας ηναγκάσθη ο φιλόπατρις Καποδίστριας να υπογράψη την επίσημον αποδοκιμασίαν του κινήματος του Υψηλάντου. Αλλ' ούτε τότε ούτε η μετ' ου πολύ εξέγερσις σύμπαντος του χριστιανικού στοιχείου κατά του τουρκικού επήρκεσαν το παράπαν να πείσωσι την Δύσιν ότι ο ελληνικός αγών και αν δεν προπαρεσκευάζετο διά της «Φιλικής Εταιρίας» ήτο αναπόφευκτος σύγκρουσις του καταδεδουλωμένου χριστιανικού προς το τουρκικόν στοιχείον, ή άλλαις λέξεσι διαμάχη, ήν και αν ήθελε, δεν ηδύνατο να καταπνίξη η Ρωσία, ήν δήθεν ενόμιζον ότι υπέθαλπε την Ελληνικήν επανάστασιν.

Τότε ο ευσυνείδητος Καποδίστριας, καίπερ ευνοούμενος αείποτε του Τσάρου, ίνα απαλλάξη την Ρωσίαν της μομφής, ότε δι' αυτού συνδαυλίζει την ελληνικήν επανάστασιν, έσπευσε να υποβάλη την παραίτησιν αυτού πάσης επισήμου υπηρεσίας εν τη Ρωσική αυτοκρατορία, εθυσίασε την δόξαν και το μέλλον αυτού χάριν της πατρίδος. Ο αυτοκράτωρ την μεν παραίτησιν του Καποδιστρίου δεν απεδέξατο, αλλ' έδωκεν αυτώ απεριόριστοι άδειαν απουσίας, ίνα απέλθη εις το εξωτερικόν προς ανάρρωσιν. Δύο μήνας προ της εις Βιέννην μεταβάσεως του Τσάρου, ότε τα μέγιστα ηυχαριστήθη ο Μέττερνιχ ιδών τον Αλέξανδρον μόνον άνευ του Έλληνος διπλωμάτου και εκείθεν εις το εν Βερώνη συνέδριον, ήτοι κατ' Αύγουστον του 1822, ο Καποδίστριας παρέστη, κατά το σύνηθες, εν τω υπουργικώ συμβουλίω, εν ώ ο Τσάρος εγνώρισε τοις περί αυτόν την πορείαν, ήν υπηγόρευσαν αυτώ αι περιστάσεις. Ο Τσάρος εν τω συμβουλίω τούτω στραφείς προς τον Καποδίστριαν ανέθετο αυτώ την σύνταξιν υπομνήματος περί της νέας πολιτικής της αυτοκρατορικής κυβερνήσεως. Την στιγμήν εκείνην ο Καποδίστριας ουδεμίαν έφερεν αντίρρησιν, αλλ' εξερχομένων των υπουργών εκ του συμβουλίου, απηυθύνθη προς ένα εξ αυτών, λέγων: «Η Υμετέρα εξοχότης θα ευαρεστηθή να με αναπληρώση εν τη εργασία, περί ής μοι εποιήσατο λόγον ο αυτοκράτωρ». Ο υπουργός ακούσας ταύτα εξεπλάγη, ο δε Καποδίστριας εξηκολούθησε λέγων: «Θέλω εξηγήσει προς την Αυτού Μεγαλειότητα τους λόγους τους υπαγορεύσαντάς μοι την αποποίησιν ταύτην»· και παραχρήμα εζήτησε παρά του αυτοκράτορος ακρόασιν ιδιαιτέραν. Ούτος ηκροάσατο αυτού επί μίαν ώραν λαλούντα, ουδαμώς διακόψας τον Καποδίστριαν. Ωμίλησε δε μετά τοσαύτης παρρησίας, ώστε ο αυτοκράτωρ έμεινεν έκθαμβος, και, εγερθείς, είπεν αυτώ: «Αν ήμην Καποδίστριας, ήθελον ίσως αποφασίσει, ως συ απεφάσισες περί σεαυτού, αλλ' ως αυτοκράτωρ, και συ θα απεφάσιζας να βαδίσης την οδόν, την οποίαν εγώ οφείλω να προτιμήσω. Εντοσούτω, μη παύσης να παρευρίσκησαι εν τοις υπουργικοίς συμβουλίοις, ενασχολήθητι δε περί των ήδη αρξαμένων υποθέσεων, και έσο βέβαιος ότι δεν θα ζητήσωσι παρά σου πράγματα απάδοντα εις τας πεποιθήσεις σου». Και πράγματι, εξηκολούθησεν επί δύο έτι μήνας, Αύγουστον και Σεπτέμβριον, παρευρισκόμενος εν τοις υπουργικοίς συμβουλίοις, μετά την περαίωσιν δε των ήδη αρξαμένων εργασιών, επανέλαβε την αίτησιν αυτού περί της από της ρωσικής υπηρεσίας οριστικής παραιτήσεως και τον σκοπόν αυτού περί της εις Γενεύην, ής ήτο επίτιμος πολίτης, μεταβάσεως. Ο Αλέξανδρος συνήνεσε, και εναγκαλιζόμενος αυτόν, είπεν: «Αγαπητέ μου κόμη, η υπόληψίς μου θα σε συνοδεύση και μακράν της ρωσικής υπηρεσίας, αλλά δεν δύναμαι να δεχθώ την παραίτησίν σου». Ένεκα της θελήσεως ταύτης του αυτοκράτορος, ο Καποδίστριας, κατά τα τέσσαρα έτη της εν Γενεύη διατριβής ετήρησεν, εν Πετρουπόλει, το μέγαρον εν ώ κατώκει, υπουργός ων. Ο Καποδίστριας ανεχώρησεν εκ Πετρουπόλεως, ίνα μη διαταράξη την εν έτει 1815 εν Παρισίοις υπογραφείσαν ειρήνην, μετέβη εις Εμς και απήλθεν εις Γενεύην της Ελβετίας. Καθ' όλον το τετραετές διάστημα της εν Γενεύη διαμονής, δεν ενησχολήθη περί άλλο τι ή περί παντός ό,τι συντελεστικόν εις την ελληνικήν ανεξαρτησίαν, εις την περίθαλψιν των εν Ευρώπη καταφυγουσών ελληνικών οικογενειών ό,τι εις την εκπαίδευσιν των τέκνων αυτών. Ποτέ δεν επειράθη, κατά το διάστημα τούτο, να προσεγγίση και πάλιν τον αυτοκράτορα, και, μεθ' όλην την προς αυτόν ειλικρινή αφοσίωσιν, δεν έγραψεν αυτώ ουδεμίαν άλλην επιστολήν, ή μόνον τας συνήθεις συγχαρητηρίους επί ταις εορταίς της αυτοκρατορικής οικογενείας. Ήτο δε αδύνατον ρώσος υπάλληλος να διαβή της Γενεύης, και να μη επισκεφθή αυτόν, ως αν ήτο εισέτι εν ενεργία υπουργός της Ρωσίας. «Εν Γενεύη, ως λέγει η συγγραφεύς Καρλότα Δε — Στώρ, κατώκει εις δύο μικρά δωμάτια ευτελούς τινος οικίας κατέναντι του μεγάρου Εϋνάρδου· έζη μετά της μεγαλειτέρας οικονομίας, εργαζόμενος από πρωίας μέχρι πέραν του μεσονυκτίου προς διέγερσιν της συμπαθείας της Δύσεως υπέρ των ηρωικώς μαχομένων τέκνων της Ελλάδος. Ημέραν τινά οικογενειακής συναναστροφής μοι είπε: «Σας φαίνεται ίσως παράδοξον, Κυρία, το να κατοικώ ούτως ενταύθα, αλλ' εικάζετε, ότι εφ' όσον κρούω τας θύρας των Δυνάμεων να ελεήσωσι τους πεινώντας και σφαζομένους αδελφούς μου, δεν μοι επιτρέπεται να δαπανώ, συν τω υπηρέτη μου, πλειότερα των πέντε φράγκων την ημέραν»· και τα δάκρυα αμέσως ύγραναν τους οφθαλμούς του» (25).

Ούτω δε ζων εν Γενεύη ο Καποδίστριας, ουδέποτε διέλαθε την προσοχήν ούτε της Ευρώπης ούτε των αγωνιζομένων συμπατριωτών αυτού. Και σύμπαντα μεν τα φιλελληνικά κομητάτα της Δύσεως απ' αυτού σχεδόν ελάμβανον τας εμπνεύσεις είτε προς σύστασιν, είτε προς χρήσιν των δωρημάτων, είτε προς διευθέτησιν των ενεργειών αυτών, ών κοινή έδρα, κατά σύστασιν του Καποδιστρίου, υπήρξαν οι Παρίσιοι. Ούτως ειργάζετο, εν τω ταπεινώ εκείνω οικίσκω ο πρώην υπουργός της Ρωσίας, ο διά τας φιλελευθέρους αρχάς «ελευθερωτής και υπερασπιστής των ελευθεριών της Ευρώπης» αποκληθείς.

Εν τούτοις, η Ελληνική επανάστασις εξηκολούθει, αι νίκαι και αι ήτται των αντιπάλων ισοφάριζον αλλήλαις τω 1823 και ουδείς ηδύνατο να προΐδη την έκβασιν του ιερού αγώνος. Η μεν Αγγλία εδείκνυτο εχθρά τοις Έλλησιν, η δ' Αυστρία αναφανδόν εβοήθει τοις πολεμίοις αυτών, αλλ' η Ρωσία δεν επαύετο εγκαρδιούσα τους Χριστιανούς, έστω και διά κενών υποσχέσεων, έχουσα στρατόν εξ 100,000 ανδρών παρατεταγμένον παρά τα τουρκικά μεθόρια. Πλην ο Σουλτάν Μαχμούτ, διά των ενθαρρύνσεων Δυνάμεών τινων, και μάλιστα της Αυστρίας, παρεχούσης αυτώ παντοειδείς προμηθείας, εσχημάτισε στερράν απόφασιν όπως, μεθ' όλην την παρά τω λαώ και τοις Γενιτσάροις διαχυθείσαν αθυμίαν, παλαίση μέχρις εσχάτων κατά των απηυδηκότων Ελλήνων, χάρις δε τη μεσιτεία της Αγγλίας και Αυστρίας εύρε πολύτιμον σύμμαχον εκείνον, όν ως εχθρόν υπώπτευε τέως, ήτοι τον σατράπην της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλήν.

Ο Μεχμέτ Αλής κατείχε θέσιν ανεξαρτήτου ηγεμόνος εν Αιγύπτω και διά της εκτάκτου δραστηριότητος αυτού επέτυχε να εισαγάγη τάξιν τινά εν τη χώρα εκείνη, τη στερουμένη άχρι τούδε παντός πολιτικού διοργανισμού. Διά των Γάλλων αξιωματικών, ούς μεγάλως περιεποιήθη, εσχημάτισε κατ' ευρωπαϊκόν πρότυπον, ισχυρόν στρατόν, διά δε των εν τοις γαλλικοίς νεωρίοις αγοραζομένων πλοίων συνεκρότησε στόλον αξιόμαχον, τα προς συντήρησαν τούτων απαιτούμενα χρήματα ποριζόμενος εκ καταθλιπτικής φορολογίας των υπηκόων του. Τούτον λοιπόν τον σύμμαχον έσπευδε να προσοικειωθή ο Σουλτάν Μαχμούτ, αποτρέπων μεν από της ιδίας αυτού επικρατείας την ακόρεστον φιλοδοξίαν εκείνου αντιτάσσων δε τας σημαντικάς εκείνου δυνάμεις κατά των Ελλήνων· προς ζωηροτέραν δε ανάφλεξιν της φιλοδοξίας του Αιγυπτίου σατράπου προσήνεγκεν αυτώ το πασαλίκιον της Πελοποννήσου, επί τω όρω όμως μετά την κατάκτησιν αυτής (1824). Ο Μεχμέτ Αλής δεξάμενος το έργον, το μεγαλύναν την φήμην και την περιωπήν αυτού, έπεμψε τον υιόν Ιβραήμ μετά στρατού εκ 17,000 ανδρών εις Πελοπόννησον· αλλά καθ' οδόν ο σύμμαχος τουρκο — αιγυπτιακός στόλος συναντηθείς υπό του Έλληνος ναυάρχου Μιαούλη διεσκορπίσθη, ματαιωθείσης ούτω της εκστρατείας. Το επιόν έτος (1825) ο Ιβραήμ υπήρξεν ευτυχέστερος, δυνηθείς ν' αποβιβάση εις Μεθώνην στρατόν. Η πειθαρχία και ο ευρωπαϊκός διοργανισμός των Αιγυπτίων και η αριθμητική υπεροχή του συμμαχικού στρατού αφ' ενός, η εξακολουθούσα δε διχόνοια, ως είπομεν, των Ελλήνων οπλαρχηγών και αι εξ Ευρώπης αποθαρρυντικαί ειδήσεις αφ' ετέρου, επήνεγκον διαφόρους αποτυχίας των Ελλήνων, απολεσάντων βαθμηδόν διαφόρους οχυράς θέσεις της Πελοποννήσου· κατά θάλασσαν όμως εξηκολούθουν νικώντες οι στόλαρχοι των Ελλήνων, αντισταθμίζοντες πως τας επί της ξηράς συμφοράς.


Μιαούλης

Εν τούτοις, η επιμονή και εγκαρτέρησις των Ελλήνων αφ' ενός, αφ' ετέρου δε αι ενέργειαι του θύματος της μεττερνιχείου πολιτικής, του Καποδιστρίου, ήρξαντο κλονούσαι την αδιαφορίαν των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και εκκαίουσαι τας συμπαθείας των λαών, και δύο μεγάλαι δυνάμεις η Ρωσία και η Αγλία, επί τέλους, επελήφθησαν του έργου της μεσιτείας μεταξύ του Σουλτάνου και των επαναστατών Ελλήνων. Ήδη δ' αποθανόντος του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, ο νέος αυτοκράτωρ της Ρωσίας Νικόλαος, ανήρ αποφασιστικός και δραστήριος, δεν ηκολούθησε την μετριοπαθή πολιτικήν του πατρός [αδελφού] αυτού, αλλά διεκαίετο υπό του πόθου του να πραγματοποιήση τας εντολάς του προγόνου αυτού Πέτρου του Μεγάλου και εθεώρει τους Έλληνας ως αφορμήν καταλλήλου επεμβάσεως εις τα της Τουρκίας, ής τινος εζήτει τον διαμελισμόν. Ο Καποδίστριας βλέπων ότι τα των Ελλήνων έβαινον οπωσούν καλώς, δι' επιστολών επιτυχών έπεισεν, ως είπομεν, την μεγάλην ψυχήν του εκ των Ουίγων πρωθυπουργού της Αγγλίας Γεωργίου Κάνιγγ να συμπαθήση προς τον ελληνικόν αγώνα και εντός μικρού υπεγράφη πρωτόκολλον εν Πετρουπόλει μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας, το περίφημον πρωτόκολλον της 4 Απριλίου 1826, πρώτον τούτο περί των Ελληνικών πραγμάτων. Αντί πάσης δ' αναλύσεως αυτού παρέχομεν αυτό τούτο το πρωτόκολλον έχον ώδε:


Γεώργιος Κάνιγγ

Π ρ ω τ ό κ ο λ λ ο ν

περί των πραγμάτων της Ελλάδος, υπογραφέν εν Πετρουπόλει

την 23 Μαρτίου (4 Απριλίου) 1826 μεταξύ Ρωσίας

και της Μεγάλης Βρεττανίας.

«Η Βρεττανική Α. Μ., επειδή παρεκλήθη παρά των Ελλήνων να μεσολαβήση εις την μεταξύ αυτών και της Οθωμανικής Πύλης συνδιαλλαγήν, αφ' ού επρόβαλεν εις την ρηθείσαν Δύναμιν την μεσιτείαν της, επιθυμούσα να συμφωνήση μετά της Α. Μ. του Αυτοκράτορος πασών των Ρωσιών περί των επί τούτω μέτρων της Κυβερνήσεώς της, επιθυμίαν την οποίαν επίσης έχει και η Αυτοκρατορική Α. Μ. να καταπαύση ο κατά την Ελλάδα και το Αιγαίον πέλαγος πόλεμος διά συμβιβασμού αρμόζοντος εις τας αρχάς της θρησκείας, της δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας·

«Οι υποφαινόμενοι ώρισαν:

«Α') Ο εις την Πύλην προβληθησόμενος συμβιβασμός, εάν η Κυβέρνησις αύτη δεχθή την προταθείσαν μεσιτείαν, σκοπόν έχει να σχετίση τους Έλληνας προς την Οθωμανικήν Πύλην ως ακολούθως:

«Η Ελλάς θέλει εξαρτάσθαι από την Πύλην, και οι Έλληνες θέλουν πληρόνει εις αυτήν ετήσιον φόρον, το ποσόν του οποίου θέλει προσδιορισθή διά κοινής συγκαταθέσεως. Θέλουν κυβερνώνται από αρχάς, τας οποίας θέλουν διορίζει οι ίδιοι, αλλ' εις τον διορισμόν των η Πύλη θέλει ενασκεί κάποιαν επίδρασιν.

«Εις τοιαύτην κατάστασιν, οι Έλληνες θέλουν απολαμβάνει τελείαν ελευθερίαν συνειδήσεως, ολόκληρον ελευθερίαν εμπορίου, και θέλουν κανονίζει αφοριστικώς την εσωτερικήν αυτών κυβέρνησιν.

«Διά να εκτελεσθή δε πλήρης διαχώρισις μεταξύ των ατόμων των δύο εθνών και να εμποδισθούν αι συγκρούσεις, συνέπεια άφευκτος τόσον μακροχρονίου πολέμου, οι Έλληνες θέλουν αγοράσει τας εις την ήπειρον και εις τας νήσους της Ελλάδος κειμένας τουρκικάς κτήσεις.

«Β') Αφ' ού γίνη δεκτή η αρχή της μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων μεσιτείας, κατά συνέπειαν των επί τούτω γενομένων εν Κωνσταντινουπόλει παρά του πρέσβεως της Βρεττανικής Α. Μ. διαβημάτων, η Αυτοκρατορική Α. Μ. θέλει μεταχειρισθή καθ' όλας τας περιστάσεις την επιρροήν της διά να επιταχύνη τον σκοπόν της μεσιτείας ταύτης. Ο δε τρόπος και ο χρόνος καθ' όν η Αυτοκρατορική Α. Μ. θέλει συμμεθέξει εις τας μετέπειτα με την Οθωμανικήν Πύλην διαπραγματεύσεις, αίτινες θέλουν είναι η συνέπεια ταύτης της μεσιτείας, θέλουν προσδιορισθή ακολούθως με την συγκατάθεσιν των Κυβερνήσεων της Βρεττανικής Αυτοκρατορικής Α. Μεγαλειότητος.

«Γ') Οψέποτε η Πύλη δεν δεχθή την παρά της Βρεττανικής «Α. Μ προταθείσαν ες αυτήν μεσιτείαν, οποιαδήποτε και αν ήθελεν είναι η φύσις των προς την Τουρκικήν Κυβέρνησιν σχέσεων της Βρεττανικής Α. Μ., η Βρεττανική και Αυτοκρατορική Α. Μ. θέλουν φυλάξει πάντοτε τους εις το άρθρ. Α' του παρόντος πρωτοκόλλου παραδεχθέντες όρους του συμβιβασμού, ως βάσιν οποιασδήποτε συνδιαλλαγής μεταξύ της Πύλης και των Ελλήνων, και δεν θέλουν παραβλέψει καμμίαν αρμοδίαν ευκαιρίαν να μεταχειρισθούν την προς τα δύο διαμαχόμενα μέρη επιρροήν των, διά να κατορθώσουν την συνδιαλλαγήν κατά τας ανωτέρω βάσεις.

«Δ') Η Βρεττανική και η Αυτοκρατορική Α. Μ. επιφυλάττονται να παραδεχθούν μετέπειτα τα αναγκαία μέτρα διά να προσδιορίσουν τα καθέκαστα της περί ής ο λόγος συνδιαλλαγής, καθώς και τα σύνορα της γης, και τα ονόματα των νήσων του Αιγαίου πελάγους, αίτινες θέλουν συμπεριληφθή εις τα μέρη εκείνα, τα οποία θέλουν προταθή εις την Πύλην να γνωρίζη υπό το όνομα Ελλάς.

«Ε') Εις τον συμβιβασμόν τούτον, η Βρεττανική και η Αυτοκρατορική Α. Μ. δεν θέλουν ζητήσει καμμίαν αύξησιν γης, ούτε καμμίαν αποκλειστικήν επιρροήν ή πλεονέκτημα εις το εμπόριον των υπηκόων των, το οποίον να μη απολαμβάνουν επίσης και τα άλλα έθνη.

«ΣΤ') Η Βρεττανική και η Αυτοκρατορική Α. Μ., επιθυμούσαι να συμμετάσχουν και οι σύμμαχοί των εις τον οριστικόν συμβιβασμόν, του οποίου το παρόν πρωτόκολλον περιέχει το σχέδιον, θέλουν κοινοποιήσει εμπιστευτικώς την παρούσαν συνθήκην εις τας Αυλάς της Βιέννης, των Παρισίων και του Βερολίνου, και θέλουν προτείνει εις αυτάς το να στέρξουν να εγγυηθούν, μετά του Αυτοκράτορος της Ρωσίας, την συνθήκην, διά της οποίας θέλει εκτελεσθή η μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων συνδιαλλαγή, επειδή η Α. Βρεττανική Μεγαλειότης δεν δύναται να εγγυηθή παρομοίαν συνθήκην.

«Εν Πετρουπόλει, τη 4 Απριλίου (23 Μαρτίου) 1826.

ΟΥΕΛΛΙΓΚΤΩΝ, ΝΕΣΕΛΡΩΔ, ΛΙΕΒΕΝ.

Εν τούτοις η μετά Ρωσίας και Τουρκίας συναφθείσα τη 24)6 Οκτωβρίου 1826 προς διευθέτησιν διαφόρων εκκρεμών ζητημάτων συνθήκη του Άκερμαν μετέβαλε σημαντικώς υπέρ της Ρωσίας την του Βουκουρεστίου, αναγράψασα ως όρον την: «ελευθεροπλοΐαν του ρωσικού στόλου και πάσης άλλης ευρωπαϊκής σημαίας εν τω Ευξείνω, ανάμιξιν εν τη διοικήσει των παριστρίων ηγεμονιών, αίτινες περιήρχοντο εις το προ του 1821 καθεστώς, επανόρθωσιν των διά της συνθήκης του 1812 καθιερωθέντων προνομίων της Σερβίας, δι' ών οι Τούρκοι μόνον τα φρούρια εδικαιούντο να κατέχωσι, και σπουδαίας αποζημιώσεις υπέρ Ρώσων υπηκόων, ών τα εμπορικά σκάφη υπεχρεούτο να προστατεύη η Τουρκία κατά των Βερβερίνων πειρατών», η δε Αγγλία, ής εξηγέρθησαν, διά της συνθήκης εμπόριο ταύτης, αι κατά της Ρωσίας υπόνοιαι, μη θέλουσα ν' αφήση τοις Ρώσοις μόνοις ελεύθερον το στάδιον της υπέρ των Ελλήνων επεμβάσεως, απεφάσισε να επέμβη υπέρ αυτών, και διέταξε τον εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτήν ίνα μεσιτεύση παρά τη Πύλη.

Ο Καποδίστριας βλέπων την Γαλλίαν, ήν αυτός διά της εν Ακυισγράνω (Αιξ — λα — Σαπέλ) τω 1818 συνθήκης έσωσεν, αδιαφορούσαν προς την τον υπέρ όλων αγώνα αγωνιζομένων Ελλάδα, αφείς την Γενεύην επορεύθη, κατά Μάρτιον 1827, εις Παρισίους, ίνα εξεγείρη την συμπάθειαν του γαλλικού υπουργείου, παρ' ού έλαβε διαβεβαίωσιν περί της τελέσεως των παρακλήσεων αυτού. Επειδή δε η τουρκική κυβέρνησις απέκρουσε τας προτάσεις του Άγγλου πρεσβευτού περί μεσιτείας, αι τρεις δυνάμεις Αγγλία, Ρωσία και Γαλλία υπέγραψαν τη 24)Ιουλίου 1827 συνθήκην εν Λονδίνω, δι' ής παρείχον τη Πύλη μηνιαίαν προθεσμίαν ίνα συνάψη μετά των Ελλήνων ανακωχήν, κατά την οποίαν ήθελον τεθή αι βάσεις της ειρήνης, και ου ιδιαίτερον και μυστικόν άρθρον διέτασσεν όπως, εν περιπτώσει αρνήσεως, εκβιασθή η απόφασις αύτη:

ΣΥΝΘΗΚΗ ΜΕΤΑΞΥ ΑΓΓΛΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣ
ΠΕΡΙ ΕΙΡΗΝΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.

«Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος

«Η Α. Μ. ο βασιλεύς του Ηνωμένου βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας, και Ιρλανδίας, η Α. Μ. ο βασιλεύς της Γαλλίας και Ναβάρρας, και η Α. Μ. ο Αυτοκράτωρ Πασών των Ρωσιών, γνωρίζοντες την ανάγκην του να επιθέσωσι τέλος εις τον αιματώδη πόλεμον, ο οποίος παραδίδων τας Ελληνικάς επαρχίας και τας νήσους του Αρχιπελάγους εις όλας τας αταξίας της αναρχίας, προξενεί καθ' εκάστην νέα εμπόδια εις το εμπόριον των Ευρωπαϊκών Επικρατειών, και δίδει αφορμήν εις πειρατείας, αι οποίαι όχι μόνον εκθέτουσι τους υπηκόους των Υψηλών συμφωνουσών Δυνάμεων εις σημαντικάς ζημίας, αλλά καθιστώσιν άφευκτον την ανάγκην του να λαμβάνωνται μέτρα πολυέξοδα διά την υπεράσπισιν του εμπορίου και την κατάσχεσιν της πειρατείας.

Και επειδή η Α. Μ. ο Βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας, και η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Γαλλίας και Ναβάρρας, έλαβον, προς τούτοις, εκ μέρους των Ελλήνων την θερμήν παράκλησιν του να μεσολαβήσωσι προς την Οθωμανικήν Πύλην, και επειδή έχουν αι Αυτών Μεγαλειότητες, ως και η Α. Μ. ο Αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών, την επιθυμίαν του να στήσουν την χύσιν του αίματος, και να εμποδίζουν τα κακά παντός είδους, τα οποία ειμπορούν να προέλθουν από την εξακολούθησιν τοιαύτης στάσεως των πραγμάτων.

Απεφάσισαν να ενώσουν τας δυνάμεις των, και να ρυθμίσουν τας περί τούτου εργασίας των δι' επισήμου συνθήκης με τον σκοπόν του να ανακαλέσουν την ειρήνην μεταξύ των διαμαχομένων μερών διά συμβιβασμού, τον οποίον υπαγορεύει επίσης η φιλανθρωπία και το συμφέρον της ησυχίας της Ευρώπης.

»Διά τούτο διώρισαν πληρεξουσίους Των να συζητήσουν, εγκρίνουν και υπογράψουν την ρηθείσαν συνθήκην· δηλαδή:

»Η Α. Μ. ο Βασιλεύς του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεττανίας και Ιρλανδίας, τον εντιμότατον Ουιλλιέλμον υποκόμητα Δύδλεϋ, εκ των Ομοτίμων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρεταννίας και Ιρλανδίας, μέλος του μερικού Συμβουλίου της Βρεττανικής Α. Μ , και πρώτον Γραμματέα της Επικρατείας επί των εξωτερικών υποθέσεων.

Η Α. Μ. ο Βασιλεύς της Γαλλίας και Ναβάρρας, τον Πρίγκηπα Ιούλιον, Κόμητα Πολιγνάκ εκ των Ομοτίμων της Γαλλίας, Ιππέα των ταγμάτων της Χρ. Α. Μ., υποστράτηγον των Στρατευμάτων Του μέγαν σταυροφόρον του Τάγματος του Αγίου Μαυρικίου της Σαρδηνίας, και Πρέσβυν Του παρά τη Βρεττανική Α. Μ.

Και η Α. Μ. ο Αυτοκράτωρ πασών των Ρωσιών τον Χριστόφορον Πρίγκηπα του Λίβεν, στρατηγόν του πεζικού των στατευμάτων της Α. Α. Μ., Γενικόν ανθυπασπιστήν Του, Ιππέα των ταγμάτων της Ρωσίας, και των του Μαύρου και Κοκκίνου Αετού της Πρωσσίας, και του Τάγματος των Γουέλφων του Ανοβέρου, Διοικητήν μέγαν σταυροφόρον του Τάγματος της Σπάθης και του Αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, έκτακτον Πρέσβυν και πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. παρά τη Βρεττανική Α. Μ.

»Οι οποίοι κοινοποιήσαντες προς αλλήλους τα πληρεξούσια των, και ευρόντες αυτά εν καλή τάξει, εσυμφώνησαν κατά τα εξής:

»Άρθρ. 1. Αι συμφωνούσαι Δυνάμεις θέλουν προσφέρει την μεσιτείαν των εις την Οθωμανικήν Πύλην, με σκοπόν του να κατορθώσουν συμβιβασμόν μεταξύ Αυτής και των Ελλήνων.

»Αυτή η προσφορά της μεσιτείας θέλει γείνει προς την ειρημένην Δύναμιν (την Πύλην) αμέσως μετά την επικύρωσιν της παρούσης συνθήκης διά δηλοποιήσεως εγγράφου, υπογεγραμμένης συμφώνως από τους εν Κωνσταντινουπόλει πληρεξουσίους των συμμάχων Δυνάμεων, και ταυτοχρόνως θέλει ζητηθή και από τα δύο διαμαχόμενα μέρη άμεσος ανακωχή μεταξύ αυτών, ως προειδοποιητική αναπόφευκτος συμφωνία διά την έναρξιν οποιασδήποτε διαπραγματεύσεως.

»Άρθρ. 2. Ο προβληθησόμενος εις την Οθωμανικήν Πύλην συμβιβασμός θέλει επιστηριχθή εις τας ακολούθους βάσεις:

»Οι Έλληνες θέλουν γνωρίζει την υπεροχήν του Σουλτάνου, ως υπερέχοντος κυρίου (superieur lord suzerain), και κατά συνέπειαν αυτής της υπεροχής θέλουν πληρώνει εις το Οθωμανικόν Βασίλειον φόρον ετήσιον (relief), του οποίου το ποσόν θέλει διορισθή άπαξ διά παντός, διά κοινής συγκαταθέσεως· θέλουν κυβερνάσθαι από τας Αρχάς, τας οποίας αυτοί οι ίδιοι θέλουν εκλέγει και διορίζει· αλλ' εις τον διορισμόν αυτών η Πύλη θέλει έχει προσδιωρισμένην τινά ψήφον.

»Διά να κατορθωθεί εντελής διαχώρισις μεταξύ των προσώπων των δύο εθνών, και διά να προληφθώσιν αι συγκρούσεις, αι οποίαι είναι το αναπόφευκτον επόμενον τόσον πολυχρονίου σφαγής, οι Έλληνες θέλουν κατασταθή κύριοι της Τουρκικής ιδιοκτησίας, της τε επί της Στερεάς και της επί των νήσων της Ελλάδος κειμένης επί συμφωνία του να αποζημιώσουν τους πρώην κτήτορας, ή διά της πληρωμής ετησίας τινός ποσότητος, ήτις θέλει προστεθή εις τον φόρον τον πληρωθησόμενον εις την Πύλην, ή δι' άλλης τινός συμφωνίας της αυτής φύσεως.

» Άρθρ. 3. Τα μερικώτερα αυτού του συμβιβασμού, και τα όρια της γης επί της Στερεάς, και ο προσδιορισμός των νήσων του Αρχιπελάγους, εις τας οποίας θέλει προσαρμοσθή ο συμβιβασμός ούτος, θέλουν αποφασισθή εις επομένην διαπραγμάτευσιν μεταξύ των Υψηλών Δυνάμεων, και των δύο αντιφερομένων μερών.

»Άρθρ. 4. Αι συμφωνούσαι Δυνάμεις υποχρεούνται να εξακολουθήσωσι το σωτήριον έργον της ειρηνεύσεως της Ελλάδος επί των βάσεων, αι οποίαι εξετέθησαν εις τα προηγούμενα άρθρα, και να δώσουν άνευ της ελάχιστης αναβολής εις τους εν Κωνσταντινουπόλει Αντιπροσώπους Των όλας τας αναγκαίας οδηγίας διά την εκτέλεσιν της ήδη υπογραφομένης συνθήκης.

»Άρθρ. 5. Αι συμφωνούσαι Δυνάμεις δεν θέλουν ζητήσει εις αυτάς τας συμφωνίας, οποιανδήποτε αύξησιν ορίων γης, οποιανδήποτε αποκλειστικήν επιρροήν, οποιονδήποτε εμπορικόν πλεονέκτημα διά τους υπηκόους των, το οποίον οι υπήκοοι οποιουδήποτε άλλου έθνους να μη ειμπορούν επίσης ν' απολαύουν.

«Άρθρ. 6. Αι συμφωνίαι του συμβιβασμού και ειρήνης, αι οποίαι τελευταίον ήθελον εγκριθή μεταξύ των διαφερομένων μερών, θέλουν ασφαλισθή δι' εγγυήσεως εκείνων των Δυνάμεων, από τας υπογράφουσας την παρούσαν συνθήκην, αι οποίαι ήθελον κριθή ωφέλιμοι, ή ικαναί να δεχθώσιν αυτήν την υποχρέωσιν.

«Το είδος των αποτελεσμάτων αυτής της εγγυήσεως, θέλει γείνει αντικείμενον επομένων συμφωνιών μεταξύ των Υψηλών Δυνάμεων.

«Άρθρ. 7. Η παρούσα συνθήκη θέλει επικυρωθή, και αι επικυρώσεις θέλουν αλλαχθή εις δύο μήνας, ή ολιγώτερον, ει δυνατόν.

«Εις πίστωσιν τούτων οι αμοιβαίοι πληρεξούσιοι υπέγραψαν και επεσφράγισαν το παρόν.

«Εγράφη εν Λονδίνω, την 6 Ιουλίου 1827.
(υπογρ .) ΔΥΔΛΕΥ, ΠΡΙΓΚΗΨ ΠΟΛΙΓΝΑΚ, ΛΙΒΕΝ

Άρθρον συμπληρωτικόν και μυστικόν.

«Εάν η Οθωμανική Πύλη δεν ήθελε δεχθή εντός διαστήματος ενός μηνός την προβληθησομένην μεσιτείαν, αι Υψηλαί συμφωνούσαι Δυνάμεις, συμβιβάζονται εις τα ακόλουθα μέτρα:

«1). Θέλει δηλοποιηθή από τους εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώπους Των εις την Πύλην, ότι τα δυσάρεστα επακόλουθα και τα δεινά, τα οποία δεικνύονται εις την φανεράν συνθήκην, ως αχώριστα από την κατάστασιν των πραγμάτων, η οποία διαρκεί εις την Ανατολήν κατά τα τελευταία έξ έτη, και της οποίας καταστάσεως το τέλος διά των μέσων, τα οποία ειμπορεί να μεταχειρισθή η Υψηλή Πύλη, φαίνεται ακόμη μακράν, υποχρεώνουν τας Υψηλάς συμφωνούσας Δυνάμεις να λάβουν άμεσα μέτρα προσεγγίσεως με τους Έλληνας.

»Πρέπει να εννοηθή ότι αυτή η προσέγγισις θέλει γείνει διά της συστάσεως εμπορικών σχέσεων με τους Έλληνας, αποστελλομένων προς αυτούς επ' αυτώ τω σκοπώ, και αντιπεμπομένων εκ μέρους αυτών προξένων, καθ' όσον καιρόν ήθελον υπάρχει παρά τοις Έλλησιν αρχαί αρμόδιαι εις την συντήρησιν παρομοίων σχέσεων.

«2). Εάν εν τω ρηθέντι διαστήματι του ενός μηνός η Πύλη δεν ήθελε δεχθή την ανακωχήν, την προβαλλομένην εις το 1ον άρθρον της φανεράς συνθήκης, ή εάν οι Έλληνες αρνηθώσι την εκτέλεσιν αυτού του άρθρου, αι Υψηλαί συμφωνούσαι Δυνάμεις θέλουν δηλώσει εις εκείνο των διαμαχομένων μερών, το οποίον ήθελεν επιθυμήσει την εξακολούθησιν των εχθροπραξιών, ή και εις τα δύο μέρη, αν ήναι ανάγκη, ότι αι ρηθείσαι Υψηλαί Δυνάμεις έχουν σκοπόν να βάλουν εις πράξιν όλα τα μέσα, τα οποία αι περιστάσεις ημπορούν να υπαγορεύσουν εις την φρόνησίν Των, διά να απολαύσουν το άμεσον αποτέλεσμα της ανακωχής, την οποίαν επιθυμούν, προλαμβάνουσαι καθ' όσον δύνανται κάθε σύγκρουσιν μεταξύ των αντιφερομένων μερών και τω όντι, αμέσως μετά την ρηθείσαν δήλωσιν, αι συμφωνούσαι Υψηλαί Δυνάμεις θέλουν μεταχειρισθή συμφώνως όλα των τα μέσα διά την εκτέλεσιν τούτου του σκοπού, χωρίς όμως να πάρουν οποιονδήποτε μέρος εις τας μεταξύ των δύο διαφερομένων μερών εχθροπραξίας.

«Επομένως αι Υψηλαί συμφωνούσαι δυνάμεις αμέσως μετά την υπογραφήν του παρόντος συμπληρωτικού και μυστικού άρθρου, θέλουν πέμψει οδηγίας συμπτωματικάς συμφώνους με όσα κατά πρόβλεψιν εσυμφωνήθησαν, προς τους Ναυάρχους τους κυβερνώντας τους στόλους των εις τας θαλάσσας της Ανατολής.

»3). Τελευταίον, εάν, εναντίον πάσης προσδοκίας, αυτά τα μέτρα δεν ήθελον αρκέσει εις το να κάμουν την Οθωμανικήν Πύλην να δεχθή τα προβλήματα των Υψηλών συμφωνουσών Δυνάμεων, ή εάν πάλιν οι Έλληνες απορρίψουν τας υπέρ αυτών συμφωνίας, τας γενομένας εις την σημερινήν συνθήκην, αι Υψηλαί Δυνάμεις ουχ ήττον θέλουν εξακολουθήσει το έργον της ειρηνοποιήσεως επάνω εις τας μεταξύ Αυτών συμφωνηθείσας βάσεις, και κατά συνέπειαν δίδουν από του νυν την άδειαν εις τους αμοιβαίους εν Λονδίνω Αντιπροσώπους Των, να συζητήσουν και προσδιορίσουν τα μετά ταύτα μέτρα, εις τα οποία ειμπορεί να γείνη χρεία να καταφύγουν.

»Το παρόν συμπληρωτικόν και μυστικόν άρθρον, θέλει έχει την αυτήν ισχύν, ως αν ήτο κατακεχωρημένον κατά λέξιν εις την σημερινήν Συνθήκην· θέλει δε επικυρωθή, και αι επικυρώσεις του θέλουν αλλαχθή συγχρόνως μετά της ρηθείσης συνθήκης.

»Εις πίστωσιν τούτων οι αμοιβαίως οι πληρεξούσιοι υπέγραψαν και εσφράγισαν αυτό».

Εγράφη εν Λονδίνω, την 6 Ιουλίου 1827.
(υπογρ.) ΔΥΔΛΕΥ, ΠΡΙΓΚΗΨ ΠΟΛΙΓΝΑΚ, ΛΙΒΕΝ.

Τοιαύτη ήτο η προσωρινή σωτηριώδης διά την Ελλάδα συνθήκη της 24)6 Ιουλίου 1827, δυνάμει της οποίας αι τρεις ευεργέτιδες δυνάμεις Ρωσία, Γαλλία και Αγγλία απέστειλαν τελεσίγραφον προς την Τουρκίαν προσκαλούσαι αυτήν εις την μετά των Ελλήνων ανακωχήν πολέμου.

Αλλά το περί τούτου επιδοθέν αυτή τελεσίγραφον η Πύλη ουδ' απαντήσεως ηξίωσε, και μικρόν μετά ταύτα νέος Αιγυπτιακός στόλος εξ ογδοήκοντα και εννέα πλοίων απεβίβασε 5,000 ανδρών εις Πελοπόννησον, ίνα δι' αυτών κατενεχθή το τελευταίον κατά της Ελληνικής επαναστάσεως τραύμα. Εν τω μεταξύ όμως, 2)14 Απριλίου 1827, η εν Τροιζήνι Τρίτη Εθνική Συνέλευσις εξέλεξε τον Ιωάννην Α. Καποδίστριαν Κυβερνήτην της Ελλάδος (26) διά του υπ' αριθμόν ΣΤ' ψηφίσματος αυτής ως εξής:

Αριθμός ΣΤ'.

>Η Γενική Τρίτη των Ελλήνων Συνέλευσις

Θεωρούσα ότι η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την πολιτείαν και φέρειν προς ευδαιμονίαν τα έθνη, η εξωτερική και εσωτερική πολιτική, απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Έλληνας.

Θεωρούσα ότι απαιτείται επί κεφαλής της Ελληνικής πολιτείας ο κατά πράξιν και θεωρείαν πολιτικός Έλλην διά να την κυβερνήση κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας

Ψηφίζει:

Α'. Ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας εκλέγεται παρά της συνελεύσεως ταύτης, εν ονόματι του Ελληνικού Έθνους, Κυβερνήτης της Ελλάδος και εμπιστεύεται την νομοτελεστικήν αυτής εξουσίαν.

Β'. Ως τοιούτος θέλει κυβερνήσει την Ελληνικήν πολιτείαν κατά τους καθεστώτας νόμους.

Γ. Η διάρκεια της επιτροπείας παρά του έθνους εις αυτόν εξουσίας προσδιορίζεται διά επτά χρόνους, αρχομένους από της σήμερον.

Δ'. Να ειδοποιηθή δι' έγγραφου ενυπογράφου από όλους τους πληρεξουσίους του έθνους προσκαλούμενος να έλθη εις την πατρίδα διά να αναλάβη τας ηνίας της Κυβερνήσεως.

Ε'. Διορίζεται τριμελής επιτροπή γνωριζομένη υπό το όνομα η αντικυβερνητική επιτροπή (27) διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του και θέλει παύσει άμα φθάση ο Κυβερνήτης εις την Ελλάδα.

ς' . Το παρόν ψήφισμα να καταχωρηθή εις τον Κώδικα των ψηφισμάτων και κοινοποιηθή διά του τύπου.

Εν Τροιζήνι τη 2 Απριλίου 1827.

Ο Πρόεδρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΙΣΣΙΝΗΣ.

(Έπονται αι υπογραφαί των λοιπών πληρεξουσίων τον αριθμόν 115). (28)

(Τ. Σ.) «Ο γραμματεύς της Συνελεύσεως
N. Σπηλιάδης

Ως εκ του άνω ψηφίσματος της Εθνοσυνελεύσεως, εμφαίνεται, ο Ιωάννης Καποδίστριας εθεωρήθη ως ο μόνος Έλλην ο δυνάμενος να κυβερνήση χρηστώς το έθνος, ούτινος ετάχθη κυβερνήτης, εφ' ώ και μετά έξ ημέρας παρέσχεν αυτώ την πληρεξουσιότητα να συνάψη μετά του εξωτερικού δάνειον· διότι ο τότε πόλεμος είχεν εξ ολοκλήρου εξαντλήσει το έθνος χρηματικώς. Το ψήφισμα δε δι' ου επληρεξουσιοδοτείτο ο κυβερνήτης είχεν ώδε:

Αριθμός ΙΒ'.

Η εθνική τρίτη των Ελλήνων Συνέλευσις.

Θεωρούσα ότι ο πόλεμος απαιτεί χρήματα διά να ευτυχήση·

Θεωρούσα ότι το έθνος ένεκα των εκ του πολέμου δεινών δεν έχει κατά το παρόν πόρον χρημάτων εσωτερικώς ανάλογον των επειγουσών αναγκών της πατρίδος·

Θεωρούσα ότι διά τα έξοδα του πολέμου έχει ανάγκην από δάνειον εξωτερικόν.

Ψηφίζει:

Α'. Το Ελληνικόν έθνος ανοίγει και δέχεται μέχρι πέντε μιλλιουνίων διστήλων ταλλήρων πραγματικών ήτοι εκκαθαρισμένων δι' υποθήκης της εθνικής γης προς ασφάλειαν των δανειστών.

Β'. Επιτρέπεται η πληρεξουσιότης προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος κόμητα Ιωάννην Καποδίστριαν να πραγματευθή, όθεν κρίνει συμφερώτερον, το τρίτον τούτο δάνειον (29) άνευ ζημίας των δανειστών του Α' και Β' δανείου, καθόσον αποβλέπει το δικαίωμα της υποθήκης επάνω εις την εθνικήν γην της Ελλάδος.

Γ'. Ανατίθεται εις τον πατριωτισμόν του Κυβερνήτου ο τρόπος των συμφωνιών του τρίτου τούτου δανείου.

Δ'. Από το τρίτον δάνειον θέλει πληρόνει τον τόκον των δύο προλαβόντων δανείων.

Ε'. Το παρόν ψήφισμα να καταχωρηθή εις τον κώδικα των ψηφισμάτων και κοινοποιηθή διά του τύπου.

Εξεδόθη τη 8 Απριλίου, εν Τροιζήνι.

Ο Πρόεδρος

ΓΕΩΓΙΟΣ ΣΙΣΙΝΗΣ.
(Έπονται αι υπογραφαί των λοιπών πληρεξουσίων τον αριθμόν 104).

(Τ. Σ.) Ο γραμματεύς της Συνελεύσεως
Ν. Σπηλιάδης.

Κατά τον Βρετόν, ο Καποδίστριας, παρά τας δύο ταύτας ακαταμαχήτους ενδείξεις και τας δύο ταύτας επισήμους μαρτυρίας εμπιστοσύνης, ήν το Ελληνικόν έθνος παρέσχεν αυτώ διά των ψηφισμάτων, εφάνη ενδοιάζων αν έπρεπε να αποδεχθή ή να αρνηθή την υψίστην θέσιν εις ήν το έθνος εκάλεσεν αυτόν. Αλλ' ο τοιούτος αυτού ενδοιασμός προήρχετο εκ της πλήρους γνώσεως της αθλίας καταστάσεως εν ή διετέλει η Ελλάς, καταστάσεως, ήν προυκάλεσαν οι οιόμενοι είναι αναγεννήτορες αυτής. Προς τούτοις δε έβλεπε και την αβεβαιότητα και αδιαφορίαν σχεδόν των μεγάλων ανακτοβουλίων της Ευρώπης ως προς το Ελληνικόν ζήτημα· διότι εισέτι δεν είχεν υπογραφή η σύμβασις του Λονδίνου υπό της Γαλλίας, Ρωσίας και Αγγλίας (24]6 Ιουλίου 1827), η αβεβαιότης εβασίλευεν επί των Ελληνικών πραγμάτων, ο δε ορίζων της Ελλάδος ην κεκαλυμμένος υπό πυκνοτάτων νεφών επαπειλούντων ισχυράν καταιγίδα. Διότι μεθ' όλων την υπό της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως εκλογήν του Καποδιστρίου, μετά την διάλυσιν αυτής, η συμμορία των ολίγων εκείνων, οίτινες δεν επεθύμουν να έχωσιν επί κεφαλής τον Καποδίστριαν ουχί δι' άλλον λόγον ειμή μόνον διότι, του Καποδιστρίου ερχομένου εις Ελλάδα, δεν ήθελον έχει πλέον την ήν είχον επιρροήν εν τοις λαοίς της Ελλάδος, τα πάντα μετήλθον όπως την του κυβερνήτου εκλογήν ματαιώσωσιν, επί τούτω δε προσελκύσωσι, διά παντός μέσου, τους ισχύοντας τότε εκ των Ελλήνων και δι' αυτών να καταλύσωσι τα ήδη υπό του έθνους καλώς πεπραγμένα. Είς μάλιστα των βουλευτών της μερίδος αυτών ετόλμησεν εν μέση τη Βουλή να μέμψηται της αντικυβερνητικής επιτροπής επί ανυπάρκτοις καταχρήσεσιν εθνικών πραγμάτων και επεκαλείτο την Βουλήν όπως ενεργήση ανακρίσεις επί των καταγγελλομένων. Ταύτα δε λέγων ο υποβεβλημένος εκείνος βουλευτής είχεν εν νω να ζητήση την κατάργησιν της υπό της εθνικής πλειονοψηφίας δημιουργηθείσης Αντικυβερνητικής Επιτροπής, και ταύτης τελεσθείσης τον διορισμόν νέας εκ του αντικαποδιστριακού κόμματος αντικυβερνητικής επιτροπής, ήτις συγκαλούσα νέαν Εθνικήν Συνέλευσιν να ζητήση την κατάργησιν του ΣΤ' ψηφίσματος της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως, δι' ου ο Καποδίστριας εξελέγετο επί επταετίαν Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ευτυχώς όμως το βουλευτικόν σώμα, ού προΐστατο ανήρ ευθύφρων και πατριώτης ο Νικόλαος Ρενιέρης, απέρριψε περιφρονητικώς την πρότασιν εκείνην και ούτως εματαιώθησαν ολοσχερώς τα αντεθνικά σχέδια της αντιπολιτεύσεως ζητησάσης προς στιγμήν να γεννήση τους εσωτερικούς σπαραγμούς, οίτινες καθ' όλον τον αγώνα ελυμαίνοντο την Ελλάδα.

Εν τούτοις ο Καποδίστριας μόλις μαθών εν Παρισίοις εξωδίκως τον εαυτού διορισμόν, αμέσως έσπευσε να αναχωρήση εις Πετρούπολιν, όπως, ως λέγει ο βιογράφος αυτού Στούρτσας (30), ίδη τον τάφον του Αλεξάνδρου, συγχαρή τω νέω Τσάρω και εκφράση ελπίδας και φόβους αυτού περί της Ελλάδος, ής τινος αι τύχαι είπερ ποτέ και άλλοτε νυν αυτώ εναπέκειντο. Καθ' οδόν διήλθε διά Φράγκφουρτ (1 Μαΐου 1817), και εκείθεν διά Βέιμαρ όπως ίδη τον φίλον και συναγωνιστήν ιππότην Στάιν. Εκ Βέιμαρ μετέβη εις Βερολίνον και εκείθεν εις Πετρούπολιν. Άμα τη αφίξει απουσιάζοντος του Νικολάου εις περιοδείαν, επεσκέψατο το μέγαρον Πετρο — Παυλόφσκη, εν ώ εθάπτοντο οι Τσάροι της Ρωσίας και έχυσε δάκρυα θαλερά επί του τάφου του ευεργέτου αυτού Αλεξάνδρου του Α'. Μετ' ολίγον δε καταφθάς εις την πρωτεύουσαν ο Τσάρος Νικόλαος εδέξατο τον Καποδίστριαν, τον πιστόν και αφωσιωμένον υπουργόν του αδελφού, μετά μεγάλης χαράς και πολλών τιμών.

Επίσης μετ' ιδιαιτέρας χαράς είδον αυτόν και τα άλλα μέλη της αυτοκρατορικής οικογενείας και ιδίως η πρώην αυτοκράτειρα, ήτις και εξώρκισεν αυτόν λέγουσα: «Μη διά το όνομα Θεού υπάγητε εις την Ελλάδα, κύριε κόμη, διότι ηδύναντο εκεί να αποπειραθώσι κατά της ζωής σας. Σεις δε γνωρίζετε με ποίον τρόπον οι Έλληνες κατατρώγουσιν αλλήλους διά την επιθυμίαν του να εξουσιάζωσι πάντες, αλλά να μη υποτάσσηται ουδείς». Εις ταύτα όμως ο Καποδίστριας απεκρίθη τα εξής: «Κυρία, εάν εγώ αρνηθώ και η Ελλάς καταπέση, τι θα είπωσι περί εμού; Ιδού ο ανήρ ο οποίος ηδύνατο να την σώση ο οποίος προετίμησεν επιφανή θέσιν εις την Ρωσίαν της σωτηρίας της πατρίδος του, η οποία και εχάθη . . . Άλλως τε, Κυρία μου, καθώς αφιέρωσα την νεότητά μου εις την υπηρεσίαν του ενδόξου ευεργέτου μου μακαρίτου υιού της Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητός Σας, ομοίως δύναμαι κάλλιστα να προσφέρω εις την Ελλάδα θυσίαν το γηραλέον σώμα μου». Οι λόγοι της αυτοκράτειρας προφητικώ τινι τρόπω επηλήθευσαν δυστυχώς.

Εν Πετρουπόλει μένων έλαβε διά του αδελφού αυτού Βιάρου Καποδιστρίου αντίγραφα των ψηφισμάτων της εν Τροιζήνι Γ' εθνικής συνελεύσεως, ολίγω δε βραδύτερον επισήμως και παρ' αυτής της Εθνοσυνελεύσεως. Καθ' εκάστην σχεδόν εν Πετρουπόλει μένων ο Έλλην διπλωμάτης εγίνετο αντικείμενον ιδιαιτέρων προκλήσεων εν τοις ανακτόροις, κατά δε την πέμπτην συνέντευξιν μετά του αυτοκράτορος Νικολάου ζητήσας επιμόνως την από της ρωσικής υπηρεσίας παραίτησιν, άνευ της οποίας αδύνατον ην αυτώ να τηρήση ανεπηρέαστον την εν Ελλάδι νέαν θέσιν, έλαβεν αυτήν διά αυτοκρατορικού Ουκαζίου (διατάγματος), όπερ ο Τσάρος απηύθυνε προς την διευθύνουσαν Γερουσίαν, ίνα καταστήση αυτήν επισημοτέραν, ήτις και εδημοσίευσεν αυτήν εν τη Εφημερίδι της Ρωσικής Κυβερνήσεως ως εξής:

Τσαρσκοέσελο, τη 12 Ιουλίου 1827.

«Καθ' ήν εξέφρασε προς Ημάς ευχήν ο ιδιαίτερος Ημών σύμβουλος κόμης Καποδίστριας ηυδοκήσαμεν να δώσωμεν αυτώ την από της Ημετέρας υπηρεσίας πλήρη και τελείαν παραίτησιν. Είναι ευχάριστον Ημίν να εκφράσωμεν αυτώ, επί τη ευκαιρία ταύτη, πάσαν Ημών την ευγνωμοσύνην διά τον πεφωτισμένον ζήλον μεθ' ού εξεπλήρωσε τα χρέη αυτού, διά την προς τα συμφέροντα και την δόξαν της Ρωσίας αφοσίωσιν αυτού και διά την αγάπην προς το σεβαστόν πρόσωπον του αγαπητού ημών αδελφού αοιδίμου αυτοκράτορος Αλεξάνδρου, ού η μνήμη είναι ένδοξος, ούτινος πάντοτε εδικαίωσε την προς αυτόν εμπιστοσύνην.

»Ευδοκούμεν δε να διαβεβαιώσωμεν αυτόν περί της προς αυτόν αμετατρέπτου Ημών ευμενείας.

»Υπεγράφη ιδία χειρί της Α. Α. Μεγαλειότητος

ΝΙΚΟΛΑΟΣ.

Ο αυτοκράτωρ συν τη αποδοχή της από της ρωσικής υπηρεσίας παραιτήσεως του Έλληνος διπλωμάτου ηυδόκησε να απονείμη αυτώ σύνταξιν ισόβιον εξ 60,000 φράγκων, αλλ' ο αγέρωχος Καποδίστριας φρονίμως σκεπτόμενος απεποιήθη αυτήν θέλων να έχη πλήρη την από της ρωσικής επιρροής ανεξαρτησίαν και ο Νικόλαος θαυμάσας την αφιλοχρηματίαν του ανδρός εδικαίωσεν αυτόν. Ούτω λοιπόν ο Καποδίστριας ανεγνωρίσθη υπό της ευεργέτιδος Ρωσίας ως κυβερνήτης της Ελλάδος, τούτ' αυτό δε έπραξαν και τα ανακτοβούλια των Παρισίων και του Λονδίνου. Πολλά δε και επανειλημμένως λαλήσας προς τον αυτοκράτορα περί της μελλούσης πορείας αυτού, υπέβαλεν, επί τέλους, αυτώ και Υπόμνημα σπουδαίον και πειστικόν, δι' ού περιγράφων την τότε κατάστασιν της Ελλάδος και τας περί αυτής αντιζηλίας των Δυνάμεων, στέργει μεν την παραχωρηθείσαν ημιανεξαρτησσίαν, αλλ' αν οι Έλληνες, λέγει, «λάβουν καί τινας βοηθείας, εξ ών σκεπάζοντες τας πικροτέρας των στερήσεις, θέλουσιν εισαγάγει τάξιν τινά και εις την διοίκησιν και οικονομίαν των. Αν τούτο όμως στερηθώ το καταπειστικώτατον μέσον, άμα ασθενώς υποκρατούμενος επί του τόπου, ίσως οι Έλληνες δεν μοι δώσωσιν ήν θέλω τους ζητήσει πληρεξουσιότητα και παρασυρόμενοι από παραινέσεις ξένας της πολιτικής των επεμβαινουσών αυλών, ίσως και επιμείνωσιν εις το της παντελούς ανεξαρτησίας των. Τούτου γενομένου, η απόφασίς μου θέλει είσθαι, ή μάλλον ήδη και είναι, να μη λάβω ουδέν μέρος εις τα πράγματά των, αλλά ν' αποτρέξω εις την εστίαν μου κατά την γενέθλιον γην, και προβλέπων αναπολείπτους συμφοράς, ν' αρκεσθώ εις εκπλήρωσιν των καθηκόντων της θρησκείας και της φιλανθρωπίας περί το εσόμενον πλήθος των δυστυχών.

»Και ικετεύω την Υ. Μεγαλειότητα, ν' αποδεχθή την παρούσαν ανομολόγησιν, και να πιστεύση ότι ουδέποτε θέλω από ταχθή από τα εν αυτή. Εγώ δε μετά του φόρου της αϊδίου ευγνωμοσύνης μου επί ταις ευεργεσίαις Αυτής, συντάττω και τον του βαθυτάτου σεβασμού μεθ' ού ειμί κτλ.» (31)

Το έγγραφον τούτο, δημοσιευθέν βραδύτερον, και περιέχον παράγραφον, δι' ής διακηρύττει ότι σκοπός και αγών του μέλλοντος βίου αυτού έσεται το ευγνωμονείν, αλλά δικαιώσαι συνάμα την εμπιστοσύνην των Ελλήνων, το υπόμνημα, λέγομεν, τούτο εσχολίασαν ουχί ορθώς διάφοροι συγγραφείς, ών προεξάρχει ο Γερβίνος (32), ισχυριζόμενος, ότι δι' αυτού ο Καποδίστριας τη μεν Ρωσία ωμολόγει τρόπον τινά όρκον πίστεως εις τα ρωσικά συμφέροντα, εαυτώ δε εξησφάλιζεν ηγεμονίαν, συγκειμένην μεν εκ της Πελοποννήσου καί τινων νήσων, εξαρτωμένην δε από της Τουρκίας, ώσπερ η Σερβία, η Μολδαυία και η Βλαχία, και ουδέν μέλλον έχουσαν. Αλλ' ο Γερβίνος φωράται ψευδόμενος, ως πας τις αναγνούς το υπόμνημα τούτο δύναται να κρίνη.

Όπως ποτ' αν η, ο Καποδίστριας απήλθε της ρωσικής πρωτευούσης τη 28 Ιουλίου 1827 ουδέν άλλο αποκομίζων εκ Ρωσίας και δι' ουδενός άλλου δεσμού προς αυτήν συνδεόμενος ή διά του της ευγνωμοσύνης, ήν πας τίμιος και χρηστός ανήρ πρέπει να οφείλη προς τους ευεργέτας αυτού. Έκτοτε δε δεν είδε πλέον την πρωτεύουσαν των Τσάρων, την κονίστραν του ενδόξου διπλωματικού σταδίου, δι' ού και την Ελλάδα ετίμησε και εαυτόν εις το απόγειον της δόξης ανεβίβασεν.

Ο Καποδίστριας τη 4 Αυγούστου κατέφθασε και αύθις εις Βερολίνον, ένθα εγένετο δεκτός μετά χαράς υπό της βασιλικής οικογενείας, παρ' ή απήλαυεν ιδιαιτέρας όλως αγάπης. Εντεύθεν δε έγραψε προς τον εν τη εν Βέιμαρ επαύλει αυτού διαμένοντα στενώτατον αυτού φίλον Στάιν την εξής ωραίαν επιστολήν:

«Εν μέσω ενδείας φοβεράς και συμφορών αναριθμήτων, εν μέσω λαού πεινώντος και υπό της κακοδαιμονίας μαστιζομένου, υπό της οθωμανικής δε ρομφαίας απειλουμένου, μέχρι τελείας καταστροφής, και απηλπισμένου να εύρη την δέουσαν βοήθειαν, όπως οδηγηθή εις το πέρας των αγώνων του, υπέρ του οποίου όμως πάσα γενναία ψυχή θα αισθάνεται αιωνίως συμπάθειαν βαθυτάτην, ως μη παύσαντος πώποτε να εμπνέη ζωηρότατον ενδιαφέρον εις όλους τους ανθρώπους, τους συγκινουμένους εκ των ιερών ονομάτων της θρησκείας, της πατρίδος και της ανθρωπότητος, το έργον μου, βεβαίως, θα ήναι δυσχερέστατον. Αν δε τολμώ ν' αποπειραθώ την εκτέλεσίν του, τούτο προέρχεται εκ της συνειδήσεως των εμών καθηκόντων, εκ της σταθεράς θελήσεως του να εκπληρώσω αυτά, και εκ της ελπίδος προσέτι ότι ο Θεός, εν τη δικαιοσύνη και εν τη ευσπλαγχνία του, και οι δυνατοί της γης, εν τη χριστιανική αυτών καλοκαγαθία, δεν θα με αφήσωσιν εγκαταλελειμμένον.»

Εκ Βερολίνου ανεχώρησε και τη 10 του αυτού μηνός έφθασεν εις Χάμβουργ, οπόθεν επιβάς του αγγλικού ατμοπλοίου «Βο Σόλιφε» ανεχώρησεν εις Λονδίνον.

Ενταύθα ήλπιζεν επί την καλοκαγαθίαν του φιλέλληνος πρωθυπουργού της Αγγλίας Γεωργίου Κάνιγγ, δι' ού και μόνου ήλπιζε να νικήση πάντα τα επιπροσθούντα εν τω μέλλοντι σταδίω προσκόμματα· αλλ' εις μάτην. Διότι ο Καποδίστριας κατέφθασεν εις Λονδίνον καθ' ήν ημέραν ενεταφίαζον τον αληθή φιλέλληνα Κάνιγγ! Ο θάνατος αυτού ην καίριον τω κόμητι τραύμα· Μόνον εν τω χρηματιστηρίω η άφιξις του Καποδιστρίου επήνεγκε λαμπρά αποτελέσματα, ως λέγει ο «Χρόνος» του Λονδίνου (33). Η ανωτέρα διπλωματία προσηνέχθη αυτώ ψυχρώς· ο Βέλλιγκτον την αυτήν ετήρησε διαγωγήν ο δε λόρδος Γρέυ δεν έστερξε να ίδη αυτόν. Αλλά την ψυχρότητα πάντων υπερέβαλεν η του βασιλέως της Αγγλίας Γεωργίου του Δ', ως διηγήθη αυτήν αυτοπροσώπως ο Καποδίστριας τω Σπυρίδωνι Τρικούπη: «Φθάσας ο Κυβερνήτης εις Αγγλίαν, εζήτησε να προσκυνήση τον βασιλέα και μετά πολλάς ημέρας αφιχθείς κατά διαταγήν αυτού εις Βινδσώρην, όπου διέτριβεν, εισήχθη εις την πινακοθήκην του παλατίου· μετά πολλήν δε ώραν ηνεώχθη άλλη θύρα, εισήλθεν άνθρωπος υψηλού αναστήματος, ιδιωτικώς και αμελώς ενδεδυμένος, έκλεισε την θύραν και ήρχισε να παρατηρή τας ανακειμένας εικόνας και να προχωρή, όπου ίστατο ο Καποδίστριας. Ούτος και εκ του προσώπου και εκ του αναστήματος επείσθη ότι ήτο ο βασιλεύς, όν είχεν άλλοτε ιδεί, συνοδεύων εις Αγγλίαν τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· απορών δ' επί τω παραδόξω τούτω τρόπω της εντεύξεως, ανέμενε το αποβησόμενον όρθιος, άφωνος και ακίνητος. Προχωρών ο βασιλεύς, κατήντησεν, όπου ίστατο ο Καποδίστριας, και ως αν τον συνήντησεν απροσδοκήτως ανεφώνησεν· Ah! vous êtes ici, mosier le comte! je suis bien aise de vous voir. (Α! είσθε εδώ, κύριε κόμη, είμαι πολύ ευχαριστημένος, διότι σας είδον). Ταύτα είπε και μηδ' απάντησιν αναμείνας απεχαιρέτησεν, απεμακρύνθη ησύχως, παρατηρών τας λοιπάς εικόνας και εξήλθε, δι' ής είχεν εισέλθει θύρας· τούτου γενομένου ήνοιξέ τις την θύραν, δι' ής εισήχθη ο Καποδίστριας, και τον προέπεμψεν εις την άμαξάν του, ως λαβούσης χώραν της μετά του βασιλέως συνεντεύξεώς του. Ο τρόπος ούτος εξεικόνισεν αποχρώντως την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος» (34).


Σπυρίδων Τρικούπης

Τούτο και μόνον είναι, καθ' ημάς, ικανόν να δείξη το μέγεθος της αφοσιώσεως του Καποδιστρίου εις τα συμφέροντα της Πατρίδος του· διότι διπλωμάτης οξυδερκής οίος εχρημάτισεν εφ' άπαντα αυτού τον βίον, ο Καποδίστριας δεν ήτο δυνατόν να μη ηννόησε την έννοιαν της υποδοχής εκ μέρους του Γεωργίου Α'. Εγίνωσκε, λοιπόν, άριστα ο Καποδίστριας τα τε αίτια και τα αποτελέσματα της τοιαύτης υποδοχής· αλλά χάριν της πατρίδος εγένετο εκούσιον θύμα και ήχθη ως πρόβατον επί σφαγήν (35). Περιττόν ίσως δεν είναι να προσθέσωμεν, ότι και εν Αγγλία υποσχέσεις μόνον έλαβεν, αλλ' ουδέν ούτε περί δανείου, ούτε περί άλλης βοηθείας χρηματικής κατώρθωσεν.

Η τοιαύτη δυσαρέσκεια των Άγγλων κατά του κυβερνήτου Καποδιστρίου παραχωρήσαντος υπό την προστασίαν αυτών κατά το 1814 την Επτάνησον, περί ού έγραφεν ο «Χρόνος» του Λονδίνου της 23 Αυγούστου 1830: «Εδέχθημεν την προστασίαν της Επτανήσου τη αιτήσει ενός Ρώσου υπουργού, καταγωγήν έχοντος ελληνικήν» προήρχετο εκ της μη εκλογής του Λεοπόλδου, όν η Αγγλία εζήτει, και εκ της αποδοχής του Καποδιστρίου του τίτλου: Κυβερνήτου της Ελλάδος, δι' ού κατέστρεψε τα αγγλικά σχέδια.

Εκ Λονδίνου απηύθυνεν ο Καποδίστριας και τα πρώτα αυτού έγγραφα προς τον πρόεδρον της Εθνοσυνελεύσεως Γεώργιον Σισσίνην και τον πρόεδρον της προσωρινής Κυβερνήσεως, έχοντα ώδε:

Προς τον Πρόεδρον της Εθνικής Συνελεύσεως

Εν Λ ο ν δ ί ν ω, την 11]23 Αυγούστου 1827.

     Κύριε!

»Ενώ ητοιμαζόμην ν' αναχωρήσω εκ της ρωσικής πρωτευούσης, έλαβον, διά του αδελφού μου την διακοίνωσιν της Υμετέρας Εξοχότητος και των πληρεξουσίων του έθνους, δι' ής μ' εγνωστοποιήθησαν δύο ψηφίσματα, το μεν περί της εκλογής εμού, ως προέδρου της ελληνικής κυβερνήσεως, το δε περί της διδομένης εις εμέ πληρεξουσιότητος, όπως διαπραγματευθώ εθνικόν δάνειον.

»Από του Μαΐου, άμα αφίχθην εις Πετρούπολιν, εφημερίδες και ιδιωτικαί επιστολαί μ' έκαμαν γνωστήν την τοσούτον κολακευτικήν και τοσούτον επίσημον διαβεβαίωσιν της εθνικής προς εμέ εμπιστοσύνης.

»Δεν θέλω κάμει λόγον προς την Υμετέραν Εξοχότητα και προς τους συναδέλφους υμών, ούτε περί των αισθημάτων εξ ών εμπνέομαι, υπ' όψει έχων τα περί ών ο λόγος ψηφίσματα, ούτε περί των ευχών ας απευθύνω προς τον Ύψιστον όπως επιδαψιλεύση και προς Υμάς, και προς εμέ επίσης, την δύναμιν, ίνα φθάσωμεν εις τον σκοπόν των μακρών και αιμοφύρτων θυσιών, εις άς το Ελληνικόν έθνος υπεβλήθη, και υποβάλλεται ήδη, επί τη ελπίδι της απολυτρώσεώς του.

»Θέλω λοιπόν περιορισθή, σήμερον, να Σας δώσω λόγον των μέχρι τούδε μικρών μου προσπαθειών, συγχρόνως δε και το μέτρον της εις το μέλλον πλήρους αφοσιώσεώς μου.

»Πληροφορηθείς την καταστροφήν των Αθηνών, τας χρηματικάς δυσχερείας της προσωρινής κυβερνήσεως, και την θλιβεράν ανάγκην εις την οποίαν ευρέθη αύτη όπως ζητήση την συνομολόγησιν δανείου, εν Επτανήσω, ικανού μόνον διά τινας ημέρας, έσπευσα, αντί πάσης απαντήσεως, ν' αποστείλω προς τον αδελφόν μου μέρος της μετριωτάτης περιουσίας μου, και τον παρήγγειλα να λάβη μετοχήν εις το δάνειον αυτό, αν τω όντι εγένετο, άλλως, να καταθέση, εις τας χείρας της προσωρινής κυβερνήσεως, δύο χιλιάδας λίρας στερλίνας. Συγχρόνως κατέφυγα προς τους εν τη αλλοδαπή πλουσίους ομογενείς, παρακαλέσας αυτούς ν' ακολουθήσωσι το παράδειγμα τούτο, και συντρέξωσι και αυτοί το κατά δύναμιν.

»Η προσπάθειά μου αύτη έτυχε, και η προσωρινή κυβέρνησις θα ευκολυνθεί ούτω, επί του παρόντος, προς θεραπείαν των μάλλον κατεπειγουσών αναγκών. Είπον επί του παρόντος, διότι ελπίζω, τη βοηθεία του Θεού και της συνέσεως υμών, το ημέτερον έθνος να λάβη ταχέως άλλην τινά ισχυροτέραν βοήθειαν.

»Κατά την ενεστώσαν των πραγμάτων κατάστασιν, η βοήθεια αυτή, διά να κατασταθεί ζωτική, δέον να έχη διπλούν σκοπόν. Δέον να εξαγάξη την Ελλάδα εκ της ολεθρίας απομονώσεώς της, και προσέτι να θέση αυτήν εις συνάφειαν μετά των κυριωτέρων ευρωπαϊκών Δυνάμεων. Δέον η ισχυροτέρα αυτή βοήθεια να προμηθεύση εις αυτήν τα μέσα της υπάρξεως και της υπερασπίσεως, μέχρις ότου η κυβέρνησις δυνηθή να αποκαταστήση τάξιν τινά εν τη διοικήσει του έθνους, και ευρεθή τούτο εις κατάστασιν να επαρκή αφ' εαυτού εις τας ανάγκας του.

»Διά τούτο, εξαιρετικώς επεμελήθην τα μέγιστα ταύτα συμφέροντα, και θα εξακολουθήσω επιμελούμενος αυτά. Ένεκα δε τούτου, προτού αφιχθώ αυτόθι, θεωρώ αναγκαίον να διέλθω και εκ Παρισίων.

»Αν η Θεία Πρόνοια ευλογήση, και εις το μέλλον, τας προσπαθείας μου, τολμώ να ελπίσω ότι θα δυνηθώ να Σας παράσχω παρηγορίαν τινά, το δε έθνος, πιστεύω, δεν θα μου αρνηθή την εξουσίαν εκείνην, την οποίαν θα του ζητήσω, όπως κανονισθώσιν, εν τη νομίμω ενασκήσει των προταθέντων μοι σπουδαιοτάτων καθηκόντων όλα τα συνδιαλλακτικά μέτρα μετά των ευρωπαϊκών Αυλών, αίτινες θα παρέμβωσιν υπέρ της εθνικής σωτηρίας.

»Ουδέ στιγμήν μίαν θ' αφήσω να παρέλθη άπρακτος. Από την εις την άλλην ημέραν, ημπορεί ν' αποφασισθή περί της Ελλάδος το μέγα ζήτημα της ζωής ή του θανάτου. Τι θα γίνη μόνος ο Θεός το γνωρίζει. Αλλ' ας μην αποκρύψωμεν, κύριοι, ότι από υμάς εξαρτάται να έλθωσιν αι περιστάσεις ευνοϊκαί υπέρ του έθνους· και θα έλθωσιν (εστέ βεβαιότατοι περί τούτου), αν, ακλόνητοι μένοντες επί των αμεταβλήτων αρχών της αγίας ημών θρησκείας εργασθήτε εν σύμπνοια, και εν αγαθοπιστία εις το έργον της κοινής σωτηρίας, οι μεν εξ υμών φέροντες τα όπλα, όχι μόνον μετ' αφοσιώσεως και ανδρίας, αλλά και μετά αυστηράς πειθαρχίας εις τας διαταγάς των ανωτέρων σας, οι δε διοικούντες τον τόπον υπέρ του τόπου και όχι υπέρ ή κατά των δείνα συμφερόντων.

» Ενταύθα, κύριοι, παύω τον λόγον, αφίνων εις την υμετέραν σύνεσιν και εις την φιλοπατρίαν σας την φροντίδα του να καταμετρήσητε την μεγίστην ευθύνην την βαρύνουσαν τας υμετέρας κεφαλάς. Θεωρώ δε τιμήν το να συμμερισθώ μαζί σας την ευθύνην ταύτην, αλλά δεν διστάζω παντάπασι να επαναλάβω και ενταύθα ότι αδύνατον μου είναι να συμμερισθώ αυτήν προτού με ακούσετε, και προτού συγκατατεθήτε να μοι δώσετε όλην σας την εμπιστοσύνην, την οποίαν αισθάνομαι την ανάγκην να εμπνεύσω εις τας καρδίας σας.

«Μετά των διαπύρων ευχών μου, δεχθήτε την διαβεβαίωσιν της εξαιρέτου μου υπολήψεως.

Αυθημερόν δε έγραψε και προς τον πρόεδρον της προσωρινής κυβερνήσεως τάδε:

Προς τον Πρόεδρον της προσωρινής κυβερνήσεως της Ελλάδος.

Εν Λονδίνω, την 14]26 Αυγ. 1827.

     Κύριε!

«Δεν ηδυνάμην ν' απαντήσω πληρέστερον εις την επιστολήν, ήν η Υμ. Εξοχότης μ' έκαμε την τιμήν να με διευθύνη, παρά μεταβιβάζων προς υμάς ανοικτήν, την προς τον Πρόεδρον της εθνικής συνελεύσεως σημερινήν επιστολήν μου.

Μακρυτέρας εξηγήσεις δεν θα προήγαγον επί τα πρόσω το έργον υπέρ της τελέσεως του οποίου οφείλομεν να μεταχειρισθώμεν και όλον τον χρόνον μας και όλας τας προσπαθείας μας.

Ας εργασθώμεν υπέρ του ενδόξου αυτού έργου. Ας εργασθώμεν εν αγαθή πίστει, μετ' αφιλοκερδείας, συμπνοίας και συνέσεως. Η κοινή αύτη υποχρέωσις είναι η πρωτίστη των ιδικών μας υποχρεώσεων, και αν ο Θεός μεθ' ημών, η πατρίς θα σωθή.

Μετά την εις την Ελλάδα άφιξίν μου, διαφυλάττομαι να κάμω τη Υμετέρα Εξοχότητι γνωστοποιήσεις υψίστου συμφέροντος, συνοψιζούσας το μέλλον, και, κατά τας ελπίδας μου, την σωτηρίαν της ημετέρας πατρίδος.»

Αι επιστολαί αύται, της εθνοσυνελεύσεως διαλυθείσης ήδη, μετά χαράς ανεγνώσθησαν εν τη Βουλή και προυξένησαν μεγίστην παρηγορίαν και διεβεβαίωσαν περί της προσεχούς αφίξεως του Κυβερνήτου, περί του οποίου τινές διέδιδον ότι δεν απεδέξατο την υψηλήν της πατρίδος πρόσκλησιν. Εκ της πρώτης μάλιστα επιστολής μανθάνομεν ότι το εκ της πωλήσεως των επίπλων αυτού ποσόν εις 2,000 λιρών αγγλικών ανερχόμενον απέστειλε προς τον εν Κερκύρα διαμένοντα αδελφόν Βιάρον όπως εγχειρίση αυτάς τη προσωρινή κυβερνήσει και ότι έγραψε προς τους εν τω εξωτερικώ (Μόσχαν, Οδησσόν, Λιβόρνον, Τεργέστην και Βενετίαν) Έλληνας, οίτινες έπεμψαν εις Ελλάδα περί τας 100,000 φράγκων, όπως επαρκέσωσιν εις τας πρώτας ανάγκας της πατρίδος, την αντικυβερνητικήν επιτροπήν της οποίας διαβεβαίωσεν ότι προσεχώς αι ευεργέτιδες δυνάμεις θα εφρόντιζον περί του δανείου.

Προς τούτοις, ο Καποδίστριας εν Λονδίνω διαμένων τη 31 Αυγούστου 1827 απηύθυνε προς τα τρία ανακτοβούλια των την σύμβασιν της 24]6 Ιουλίου υπογραψασών δυνάμεων το επόμενον Υπόμνημα δι' ού εξαιτείται χρηματικάς βοηθείας, όπως δυνηθή να ενεργήση τα προς διευθέτησιν των της Ελλάδος. Το Υπόμνημα τούτο έχει ώδε:

«Η εν Λονδίνω συνθήκη της 6 Ιουλίου αναγγέλλει ότι η χύσις του αίματος και τα δυστυχήματα όσα από του 1821 ερημούσι τα προς Ανατολάς, και βάλλουσιν εις κίνδυνoν τα μέγιστα συμφέροντα, θα παύσωσι, και επομένως δεν θα διαταραχθή εκ τούτων η ειρήνη, την οποίαν η Ευρώπη απολαύει διότι προς τον σκοπόν τούτον αι δυνάμεις της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας προσφέρουσι διά της μεσιτείας και εγγυήσεώς των, προς μεν τον Σουλτάνον έντιμον με την Ελλάδα ειρηνοποίησιν, προς δε τους Έλληνας τον τρόπον του ν' απαλλαγώσιν από την ολεθρίαν απομόνωσίν των, να βελτιώσωσι την ενεστώσαν κατάστασίν των και τέλος να ελπίσωσιν ευτυχέστερον μέλλον. Αλλά τα μυστικοσυμβούλια αυτών, μελετώντα τας περιστάσεις όσαι δύνανται να βραδύνωσιν ή να επενέγκωσι δυσνίκητα εμπόδια εις την κατορθώσιν της σωτηριώδους όλα θέσεώς των, και ζητούντα να προλάβωσιν ή να υπερνικήσωσιν όλα ταναντία, θα καταπεισθώσιν ότι δεν θα φθάσωσι τον σκοπόν των δυνάμεων ευτυχώς πως, ειμή μόνον απαλλάττοντα την Ελλάδα όσον τάχιον από την αθλιωτάτην και αξιοθρήνητον κατάστασιν, εις την οποίαν έφθασεν εξ αιτίας του οκταετούς εξολοθρευτικού πολέμου και των εξ αυτού συμφορών.

Εν υποθέσει ότι οι Τούρκοι αποδέχονται ή απορρίπτουσι την μεσιτείαν των Δυνάμεων, θα εξετάσωμεν εν συντόμω με ποίον τρόπον αι Δυνάμεις αύται θα κατορθώσωσιν, ώστε να πληρωθώσιν αι ευχαί των και αι ευχαί της Ευρώπης και της ανθρωπότητος. Εν υποθέσει ότι οι Τούρκοι και οι Έλληνες αποδέχονται την συνθήκην της 6 Ιουλίου, ότε ήρχισαν αι πραγματικαί διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών, και τέλος έγεινε σύμβασις διά της μεσιτείας και υπό την εγγύησιν των τριών Δυνάμεων. Εις την παρούσαν κατάστασιν της Ελλάδος, και καθ' ήν θα ευρεθή αύτη αφ' ού παύσωσιν αι εχθροπραξίαι, ποίαν ηθικήν ή υλικήν εγγύησιν θα δυνηθή να προσενέγκη αμοιβαίως εις τας Δυνάμεις η Κυβέρνησίς της, και πώς θα τολμήση να τας βεβαιώση ότι θα εκπληρώση τα υπεσχημένα; Και αν θα υποσχεθή με τον επισημότερον τρόπον κατά τούτο, ποίους τρόπους έχει εις την διάθεσίν της, ώστε να δυνηθή να τα εκπληρώση; Προ τριών οι Έλληνες δεν υπάρχουσιν, ουδέ πολεμούσιν, ειμή διά των βοηθημάτων, τα οποία χρεωστούσιν εις την ελεημοσύνην των Χριστιανών της Ευρώπης. Αι γαίαι των εις τε την Πελοπόννησον και εις την Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα είναι αγεώργητοι, αφ' ότου οι Τούρκοι φέρουσιν εκεί την ερήμωσιν και τον θάνατον διότι οι γεωργοί φέρουσι τα όπλα, και αι οικογένειαί των ή ηχμαλωτίσθησαν ή διεσκορπίσθησαν εις τας νήσους, ή κατέφυγον εις βράχους απροσίτους. Αι κώμαι, τα χωρία και αι πόλεις της Ελλάδος κατεστράφησαν και κατήντησαν ερείπια και ερημίαι· άλλο δεν έμεινεν εις τους κατοίκους της, ειμή ο αρχαίος χαρακτήρ αυτών, και η ομόφωνος και αμετάθετος απόφασίς των, να μη υποκύψωσιν εις τον ζυγόν του Τούρκου ή άλλου τινός ξένου. Αλλ' οι ούτως ευγενώς διατεθειμένοι Έλληνες, λαός και αρχηγοί, εξ αιτίας του πολέμου, και των εξ αυτού δεινών και της αναρχίας δεν θέλουσι να κατασταθή Κυβέρνησις ισχυρά, και δυναμένη να διομολόγηση και να εκπληρώση τα διωμολογημένα σύμφωνα με την συνθήκην της 6 Ιουλίου, και την απόφασιν των μεσιτευουσών Δυνάμεων. Και από ποίαν εντόπιον πηγήν ηθικήν ή χρηματικήν οποιαδήποτε Κυβέρνησις θα εξαρτύση εις την Ελλάδα σήμερον την επιρροήν της, την υπόληψίν της, την εξουσίαν της, και τους τρόπους να ενεργήση τα χρέη της; Είναι το αυτό ή ως αν ήθελε να μη γνωρίση τις την φύσιν των ανθρώπων, ή να κρίνη προκατειλημμένως και αδίκως περί του φονικού πολέμου των Ελλήνων, αν θελήση να τους ονειδίση διά την εξ αυτών αθλίαν κατάστασίν των; ή να βάλη βάσιν εις εγγύησίν τινα συνισταμένην εις πράξιν υπογεγραμμένην από την Κυβέρνησίν του, Κυβέρνησιν πολιορκουμένην από παντοίας επειγούσας ανάγκας, και κατακυριευμένην από την αυτογνώμονα θέλησιν παληκαρίων, των οποίων η κακομοιρία αποτελεί την δύναμιν, και των οποίων η απελπισία δικαιώνει πολλάκις τας καταχρήσεις. Και όμως ποίαν εγγύησιν ηδύναντο αι δυνάμεις να λάβωσιν από την Ελλάδα διά να εγγυηθώσιν ωσαύτως εκ μέρους των εις τους Τούρκους, ότι οι Έλληνες θα εκτελέσωσι τας αποφάσεις, τας οποίας θα κάμωσι μεσολαβούσαι; Άλλον τρόπον δεν έχουσι προς τούτο, ειμή να καταλάβωσι στρατιωτικώς ωχυρουμένας τινάς θέσεις, ή κανέν φρούριον, ή καμμίαν νήσον. Αλλά τούτο δεν συμβιβάζεται με την συνθήκην της 6 Ιουλίου και με τον ειρηνοποιόν σκοπόν των. Οι αυτοί στοχασμοί γίνονται εναργέστεροι εν υποθέσει ότι η Πύλη θ' απορρίψη την μεσιτείαν των.

«Είμεθα πεπεισμένοι ότι οι Έλληνες θα προθυμηθώσι να συναινέσωσιν εις την ειρημένην συνθήκην, έχοντες εντελή εμπιστοσύνην εις τους χριστιανικούς και καλοκάγαθους σκοπούς των συμμάχων Δυνάμεων.

«Αλλά εις την παρούσαν κατάστασίν των όλως γυμνοί και άποροι όντες θα παρέβαινον το πρώτον και ιερώτερον χρέος των, αν δεν εζήτουν από τους βασιλείς βοήθειάν τινα, διά ν' αποφύγωσι τους απείρους κινδύνους, εις τους οποίους τους ρίπτουσιν αφ' ενός η παντελής έλλειψις τροφών, και αφ' ετέρου αι προσπάθειαι των Τούρκων να κατακτήσωσι την Πελοπόννησον, εν ώ χωρίς της ετοίμου βοηθείας των Δυνάμεων θ' απολεσθώσιν ήδη, ότε αύται απεφάσισαν να τους σώσωσιν. Είναι δε πιθανόν να τους φυλάξη και τώρα η θεία Πρόνοια θαυματουργούσα· πλην αυτοί θα εξακολουθήσωσι παλαίοντες εναντίον τριών εχθρών επίσης φοβερών, της παμπτωχείας, της αναρχίας και των Τούρκων, αλλ' όχι βέβαια μη προξενούντες λίαν δεινά και κινδυνώδη αποτελέσματα τόσον δι' εαυτούς, όσον και διά την διατήρησιν της ειρήνης εις τον Βόσπορον. Και αν δε οι συμμαχικοί στόλοι εμποδίσωσι τον Ιμπραχίμ να λάβη νέας δυνάμεις από την Αίγυπτον, τάχα δεν είναι φόβος μη λάβη από την Ήπειρον και την Αλβανίαν βοήθειαν στρατευμάτων, διά ν' εξακολουθήση ακμαίως τον πόλεμον, και να καταθραύση τα λείψανα των λαών, των καταφυγόντων υπό τα τείχη του Ναυπλίου και δύο άλλων φρουρίων, και τότε να παραδοθώσιν εις αυτόν αι πεινώσαι φρουραί παραδίδουσαι τα φρούρια αυτά; Εν υποθέσει τέλος ότι, ο Ιμπραχίμ θα βιασθή να σταθή ή και να φύγη από την Πελοπόννησον, τάχα τα φρούρια όσα μένουσιν εις την εξουσίαν των Τούρκων είναι δυνατόν να παραδοθώσιν επί συνθήκη εις την Κυβέρνησιν, μη δυναμένην να τους υποχρεώση εις τούτο, και ως εκ των προτέρων μη έχουσαν καμμίαν υπόληψιν εις τους πλουσίους και δυνατούς των Τούρκων, οίτινες είναι τα νεύρα των φρουρών των; μενόντων άρα φρουρίων εν τη Πελοποννήσω εις την εξουσίαν των Τούρκων, δύνανταί ποτε να ελπίσωσιν αι Δυνάμεις να εκτελεσθή διά μέσου διαπραγματεύσεων το β' άρθρον της συνθήκης, το ορίζον παντελή διαχωρισμόν των δύο εθνών προς αποφυγήν νέων μεταξύ αυτών συγκρούσεων;

«Αν αφ' ετέρου οι Τούρκοι ισχυρογνωμούντες εξακολουθήσωσι τον κατά των Ελλήνων πόλεμον, και αν νέαι καταστροφαί εφελκύσωσι την συμπάθειαν της Ευρώπης επί τους Έλληνας, δεν θα αναγκασθώσιν αι Δυνάμεις να παραδεχθώσι δραστηριώτερα μέτρα, τα οποία θα αποτελέσωσιν ό,τι αύται επιθυμούσι να αποφύγωσιν, ό εστι τον πόλεμον;

«Αλλ' αι Δυνάμεις δεν έχουσι να φοβηθώσι τοιούτον τι, αν προμηθεύσωσιν ολίγα βοηθήματα εις τους Έλληνας, ώστε να δυνηθώσιν ούτοι να συστήσωσι κυβέρνησιν, δυναμένην να ενεργή σταθερώς και προς ένα σκοπόν αμετάτρεπτον τα τε στρατιωτικά και ιδιωτικά χρέη της, ήτις, αφ' ού ανακαλύψη εις το έθνος τους κεκρυμμένους πόρους του, να τω χορηγήση τους τρόπους του να επαρκέση εντός ολίγου εις εαυτό, και να εκπληρώση εντίμως ό,τι αν ήθελεν υποσχεθή η Κυβέρνησίς του, καίτοι εξακολουθούσα τον κατά των Τούρκων πόλεμον.

«Αφ' όλα τα εκβιαστικά μέτρα, όσα απαιτούνται να εκπληρωθεί η συνθήκη της 6 Ιουλίου, το να δώσωσιν εις τους Έλληνας διά τινων βοηθημάτων την δύναμιν να την εκτελέσωσι, θα ήτο το μόνον όπερ συνάδει παντελώς με το πνεύμα και με τον σκοπόν της. Τούτο μόνον θα καταπείση τον Σουλτάνον ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις θέλουσιν αφεύκτως την ειρήνην της Ανατολής διά της σωτηρίας των Ελλήνων. Τούτο μόνον δύναται να βιάση τους Τούρκους να συναινέσωσιν εις ό,τι θέλουσιν αι Δυνάμεις, και επομένως να μη χρειασθώσιν αύται άλλα μέτρα, τα οποία δύνανται να κινήσωσιν εις αμέσους εχθροπραξίας την Αγγλίας, Γαλλίαν, Ρωσίαν και Τουρκίαν.
 
«Τούτου δοθέντος, τα Μυστικοσυμβούλια των συμμάχων θα έκρινον εύλογον να δηλοποιήσωσιν εις την Πύλην ότι αι Δυνάμεις σέβονται τας αποφάσεις της, και δεν θέλουσι να την βιάσει να τας μεταβάλει· πλην διά τους αυτούς λόγους δεν μεταβάλλουσα και αύται τας ιδικάς των, και επομένως θα εκπληρώσωσι τα της συνθήκης πιστώς, διατηρούσαι φιλικάς σχέσεις με τους Έλληνας. Αν δε τούτο θεωρηθή από την Πύλην ως εχθροπραξία, αύτη δύναται να κηρύξη τον πόλεμον εις τας μεσολαβούσας Δυνάμεις και τότε θα λάβωσι και αύται αμυντικά μέτρα υπέρ εαυτών· αλλ' είναι δυνατόν να υποτεθή ότι ετυφλώθη τόσον, ώστε να κηρύξη τω όντι πόλεμον κατά της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, και ούτω να εκθέση την μητρόπολίν της εις το να πάθη υπό της πείνης εντός ολίγου και ίσως να προκαλέση την πτώσιν της αυτοκρατορίας; τι άρα μέλλει να πράξη; ή θα φυλάξη σιωπήν, ή θ' αποκάμη απαιτούσα να παύσωσιν αι τοιαύται σχέσεις, και τούτο θα συντελέση επί πλέον να διατηρηθή η ειρήνη εις τον Βόσπορον· ο δε χρόνος θα δώση τέλος εις τα της συνθήκης και ίσως θα δώση τέλος αναγκάζων και όλας τας Δυνάμεις της Ευρώπης να συναινέσωσιν εκουσίως εις αυτήν.

«Αλλά χορηγούσαι εις τους Έλληνας τ' απαιτούμενα βοηθήματα αι Δυνάμεις δεν λαμβάνουσι τάχα πραγματικώς μέρος ενεργόν εις τας μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξίας, αντιβαίνουσαι εις την συνθήκην, και δεν εκτρέπονται από τον οποίον εχάραξαν εις εαυτάς όρον, επ' ελπίδι να υποχρεώσωσι τους Τούρκους να δεχθώσι την μεσιτείαν των; Η παρουσία εις το Αρχιπέλαγος των συμμαχικών στόλων, και η εκ τούτων συνάφεια και αι σχέσεις των Δυνάμεων με τους Έλληνας απαντώσιν εις αυτάς τας ενστάσεις, και μάλιστα φαίνεται ότι νομιμοποιούσιν εις τα όμματα των Τούρκων την οποίαν οι Έλληνες επικαλούνται βοήθειαν. Πλην και διατί αι Δυνάμεις δεν δηλοποιούσιν εις τους Τούρκους, ότι θέλουσι να επιτύχωσι τον σκοπόν, θέλουσι σταθερώς και αμεταθέτως τα προς τον σκοπόν αυτόν φέροντα, και ότι επομένως εχορήγησαν βοηθήματα εις τους Έλληνας, είτε διά να τους βάλωσιν εις θέσιν να εκπληρώσωσι προς την Πύλην αυτήν (αν δεχθή την μεσιτείαν) ό,τι αν υποσχεθώσι δυνάμει της συνθήκης, είτε διά να τους προμηθεύσωσι τους τρόπους του να υπάρξωσι και υπερασπίσωσιν εαυτούς εις περίπτωσιν, καθ' ήν η Πύλη τυφλώττουσα ως προς τα διά της συμφέροντα, ήθελεν απωθήσει την οποίαν αι Δυνάμεις τη ορέγουσι χείρα βοηθείας;

«Η αλήθεια, αν και λυπηρά, πλήττει όλας τας διανοίας, και οι Τούρκοι αυτοί, τέλος πάντων, θα την γνωρίσωσιν, ώστε, αν ήναι τρόπος να τους βιάσει να υποχωρήσωσιν εις την ανάγκην χωρίς πολέμου, άλλος τρόπος δεν φαίνεται ειμή μόνος ο παρ' ημών προβαλλόμενος· ούτως αι σύμμαχοι Δυνάμεις με ένα μόνον λόγον και διά τινος βοηθείας, ήτις θα τας επιβάλη θυσίας ακαριαίας και μη ανάλογους με τους οποίους θα προκαταλάβη κινδύνους, θ' αποσκεδάσωσι τους φόβους του πολέμου εις τον Βόσπορον, και θα σώσωσι την Ελλάδα. Εξηγούμεν τον στοχασμόν μας. Τραπεζίται αξιοσέβαστοι είναι έτοιμοι να συμφωνήσωσι με την Ελλάδα δάνειον ενός εκατομμυρίου λιρών στερλινών προς ογδοήντα ή ογδοήντα πέντε καθ' εκατόν και με τόκον προς πέντε καθ' εκατόν· όμως απαιτούσι την εγγύησιν της Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας διά τα επιμερίσματα του αυτού δανείου. Αν λοιπόν αι Δυνάμεις δώσωσι την εγγύησίν των, θα υποχρεωθώσι να πληρώσωσιν είκοσι χιλιάδας λίρας κατ' έτος εκάστη, και εκτός των τόκων χρεώλυτρον προς έν καθ' εκατόν, και η δόσις αυτή δεν θ' απαιτήται εις χρήματα, διότι οι Τραπεζίται δανεισταί υπόσχονται να την πληρώνωσιν αυτοί, λαμβάνοντες αναγραφάς ισαξίας επί του μεγάλου βιβλίου του Δημοσίου χρέους εκάστης κυβερνήσεως. Το δ' εκ τούτου κεφάλαιον εις την διάθεσιν της Ελλάδος τιθέμενον, αφ' ενός μεν θα χρησιμεύση εις εξόφλησιν των δύο δανείων του Λονδίνου, αφ' ετέρου δε θα χορηγήση εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τα μέσα να διευθετήση τα προς άμυναν της Ελλάδος, και να βάλη εις ενέργειαν τους πόρους της.

«Η δε διάρκεια της εγγυήσεως αυτών θα είναι πραγματικώς ολιγοετής· διότι δεν θα επεκταθή ειμή άχρι της ημέρας εκείνης, καθ' ήν η Ελλάς απολαύουσα πάλιν δημοσίας πίστεως και χρήσιμα τα σημαντικά πλούτη των γαιών της κατασταίνουσα, θα εύρη ευκόλως τους τρόπους να συμφωνήση υπό την ιδίαν της εγγύησιν νέον δάνειον, ότε και θα εκπληρώση τας υποχρεώσεις της προς τας Δυνάμεις. Αν όμως προτιμήσωσιν αύται να δανείσωσιν αμέσως εις τους Έλληνας ποσότητά τινα, άπαξ πληρωτέαν, και να λάβωσιν ευλογοφανή τόκον και εγγύησιν οποίαν εγκρίνουσι, τότε η ποσότης αύτη, διά να επαρκέση εις τας σημερινάς ανάγκας και εις τους ανωτέρω εκτεθειμένους σκοπούς, δεν πρέπει να είναι ολιγωτέρα των εννεακοσίων χιλιάδων λιρών στερλινών, τριακοσίων δηλαδή χιλιάδων δι' εκάστην δύναμιν. Αν τέλος πάντων αι Δυνάμεις δεν δέχονται ούτε το έν ούτε το άλλο, πάλιν ευεργετούσι την Ελλάδα μεγάλως, αν παραδεχθώσιν από της σήμερον την ανάγκην και το κατεπείγον βοηθείας τινός χορηγηθησομένης εις αυτήν, και θελήσωσι να δηλοποιήσωσιν εις το πρωτόκολλον των συνδιαλέξεων των εν Λονδίνω πληρεξουσίων των ότι, αφ' ού δεχθώσιν οι Έλληνες την συνθήκην της 6 Ιουλίου, τους δανείζουσιν ομού και αι τρεις την ποσότητα . . . . ή προσφέρουσιν εις την Κυβέρνησίν των το υποστήριγμα της ιδίας αυτών πίστεως διά να τους βάλωσιν εις θέσιν να συμφωνήσωσι νέον δάνειον. Η δηλοποίησίς των θα μένη προς ώρας μυστική γενομένη δε προς το ενδεχόμενον δεν θα βάλη εις κίνδυνον ουδενός τα συμφέροντα, και η ελληνική κυβέρνησις θα την μεταχειρισθή είς τινας τραπεζίτας τιμίους και διακριτικούς, να λάβη παρ' αυτών άμεσα βοηθήματα, τα οποία ήδη ήθελον συντελέσει ουσιωδώς εις την σωτηρίαν των Ελλήνων. Τούτων μη γενομένων, άλλο δεν μένει εις αυτούς ειμή να επικαλεσθώσι την Θείαν πρόνοιαν, και ν' αφεθώσιν εις την τύχην των· αλλά τότε δεν θα βαρύνη επ' αυτούς ουδεμία ευθύνη συνεπείας της παντελούς στερήσεως και απελπισίας των. Αποφεύγομεν τους λόγους, δι' ών θα απεδεικνύομεν πόσον θα ωφέλει, αν εδίδετο σήμερον βοήθεια τις εις τους Έλληνας και μόνον λέγομεν ότι θα προελάμβανε μεγαλειτέρας θυσίας τόσον εις την περίπτωσιν, καθ' ήν ούτοι δεχθέντες μεσιτείαν, δεν θα ευρίσκοντο εις κατάστασιν να εκπληρώσωσιν ό,τι υποσχεθώσιν, όσον εις την περίπτωσιν καθ' ήν αι Δυνάμεις θα ηναγκάζοντο να καταφύγωσιν εις άμεσα εκβιαστικά μέτρα ώστε να υποχρεώσωσι την Πύλην να δεχθή την μεσιτείαν. Αποφεύγομεν τέλος ν' αναπτύξωμεν όλας τας ωφελείας, όσαι θα πηγάσωσι μετ' ολίγον από την τοιαύτην βοήθειαν, και μόνον λέγομεν ότι αύτη θα επενέγκει τας εκ της συνθήκης της 6 Ιουλίου εμπορικάς σχέσεις μεταξύ των μεγάλων Δυνάμεων και της Ελλάδος.»

Μετά ταύτα δε μεταβάς εκ Λονδίνου εις Βρυξέλλας εκείθεν εις Παρισίους τη 20 Σεπτεμβρίου 1827 απηύθυνε προς τα μυστικοσυμβούλια των τριών Δυνάμεων την επομένην διακοίνωσιν:

«Αι Αυλαί της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, την μεσιτείαν των προσφέρουσαι εις τους Τούρκους τους Έλληνας, κατά την συνθήκην της 6 Ιουλίου, επρότειναν και άμεσον ανακωχήν όπλων. Και οι μεν Έλληνες εδέχθησαν την μεσιτείαν, ειπόντες ότι ήσαν έτοιμοι να συμφωνήσωσι μετά των Τούρκων περί της ανακωχής αυτής. Η δε Πύλη απέρριψε τας προτάσεις των αντιπροσώπων των μεσιτευουσών αυλών, ο Αιγυπτιακός στόλος συγκείμενος από ογδοήντα τέσσαρα πλοία, εξ ών τα σαράντα Αυστριακά, έφθασε την 28 Αυγούστου, εις Νεόκαστρον. Αι σύμμαχοι αυλαί προνοούσαι, εφρόντισαν από τον Ιούνιον να εμποδίσωσι διά φιλικών εισηγήσεων τον Αιγυπτιακόν στόλον εις τον λιμένα της Αλεξανδρείας· αλλ' ο στόλος αυτός απέπλευσε, και χιλιάδες Αράβων υπάγουσι να συντελέσωσι της Πελοποννήσου τον όλεθρον, καθ' όν καιρόν οι συμμαχικοί στόλοι έλαβον διαταγάς να περιπλέωσιν ηνωμένοι τα παράλια της Ελλάδος, διά να τον προλάβωσι. Το Διβάνιον έχει υπ' όψιν την συνθήκην και την ομόφωνον δηλοποίησιν των αντιπροσώπων Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας. Όθεν ειξεύρει ότι και ο περίπλους των ειρημένων στόλων ηδύνατο να βιάση την Πύλην, ηθικώς τε και φυσικώς, να δεχθή την μεσιτείαν των, και ήδη γαυριά ότι υπεξέφυγε πάσαν βίαν διά της επιμονής, και μάλιστα διά της αυθαιρεσίας, δι' ής ο Σατράπης της Αιγύπτου ηδυνήθη να ματαιώση τα κινήματα των πρακτόρων της τριπλής συμμαχίας. Πώς λοιπόν να υποθέσωμεν ότι εις το εξής η Πύλη, υπείκουσα εις τας συμβουλάς των Δυνάμεων, θα κλίνη τον αυχένα; Τούτου μη διδομένου, πώς θα δυνηθώσι να ανθέξωσιν οι Πελοποννήσιοι Έλληνες; Αν δε κατ' αυτήν την ώραν υποκύπτωσι, πώς είναι δυνατόν να ελπίσωσιν αι Δυνάμεις να φθάσωσι τον σκοπόν της συνθήκης των, φυλλάττουσαι την ειρήνην, ή τουλάχιστον μη λαμβάνουσαι μέτρα, άτινα ως εκ των περιστάσεων ήθελον προκαλέσει τον πόλεμον, τον οποίον θέλουσι ν' αποφύγωσι; Δεν ανήκει εις ημάς να συζητήσωμεν αυτά τα βαρέα ζητήματα, ειμή κατά μόνην την έποψιν, ήν κατεδείξαμεν εις το υπόμνημα της 31 Αυγούστου.

Και δυνάμεθα να βεβαιώσωμεν ότι, καίτοι έλαβεν ο Ιμπραχίμ νέας δυνάμεις αξιολόγους, δύναται ακόμη και η Πελοπόννησος να σωθή και η Πύλη να βιασθή βραδύτερον να δεχθή την μεσιτείαν των Δυνάμεων χωρίς πόλεμον, αν αύται χορηγήσωσιν από της σήμερον εις τους Έλληνας τα ζητηθέντα χρηματικά βοηθήματα. Λέγομεν δ' από της σήμερον, διότι το παν συνίσταται εις τον αρμόδιον καιρόν· και τούτο αποδεικνύεται εναργώς από την άφιξιν των Αιγυπτίων εις τα Μεθοκόρωνα, οίτινες δεν θα ήρχοντο, αν οι στόλοι της Αγγλίας και της Γαλλίας ήρχιζον να περιπλέωσι διά να τους εμποδίσωσιν, άμ' αφ' ού η Πύλη διεδήλωσεν επισήμως ότι δεν εδέχετο ποτέ μεσιτείαν ξένων εις τα της Ελλάδος· ότε και ο Μεχμεταλής φειδόμενος της απαιτουμένης διά την εκστρατείαν ταύτην δαπάνης, δεν θα επέτρεπε να εκπλεύση ο στόλος του από τον λιμένα της Αλεξανδρείας, και τα Αυστριακά πλοία δεν θα προσεφέροντο ευκόλως εις την υπηρεσίαν του υπό ναύλον. Όθεν αι σύμμαχοι Δυνάμεις, εφαρμόζουσαι την παρατήρησιν ταύτην εις τας παρούσας περιστάσεις, θα καταπεισθώσιν ότι δεν είναι δυνατόν να εκπληρωθή η συνθήκη εν ειρήνη, έκτος αν παραιτήσωσι την τύχην της Ελλάδος εις το επί τοσούτον αβέβαιον και κινδυνώδες του χρόνου, καθόσον οι Έλληνες δεν υπάρχουσι την σήμερον, ειμή διά των ολίγων βοηθημάτων, τα οποία τους έστειλαν, μετά την πτώσιν των Αθηνών, οι εις τα ξένα ομογενείς των, και καθ' όσον τα μένοντα εισέτι φρούρια είν' εφωδιασμένα μόλις δι' ολίγας ημέρας. Αφ' ού δε οι Άραβες θερίσωσι τα γεννήματα των Ελλήνων, τότε ποία ελπίς μένει να πολεμήση προς τόσον ανωτέρας δυνάμεις και να νικήση αυτός ο κακόμοιρος λαός; αλλά και αν, ως διά θαύματος, σωθή, διατηρούμενος υπό τα τείχη του Ναυπλίου, της Μονεμβασίας και της Κορίνθου, ο τόπος πάλιν θα κατερημωθή και θα μείνη διά πολύν καιρόν άφορος. Και όμως από μόνην αυτού του τόπου την ύπαρξιν εξαρτάται το πλήρωμα των συντηρητικών σκοπών, οίτινες χαρακτηρίζουσι την γενομένην διά της συνθήκης της 6 Ιουλίου συμμαχίαν.

Αν μας ερωτήσωσι πώς εις την παρούσαν κρίσιν των πραγμάτων τα ζητούμενα υπέρ της Ελλάδος δύνανται να την προμηθεύσωσι τους τρόπους, να εξέλθη νικήτρια από το στάδιον του πολέμου; αποκρινόμεθα ότι, αφ' ού μεταχειρισθώμεν μέρος αυτών των βοηθημάτων εις το να συλλέξωμεν λόχους τινάς αγαθών Ελβετών, διά να την βοηθήσωσι με τους βραχίονάς των και με την τάξιν των, βοηθουμένη άλλως τε ατό τους συμμαχικούς στόλους ως εμποδίζοντας την συγκοινωνίαν του Ιμπραχίμ με την Αίγυπτον, η Ελλάς, όχι μόνον θα αντιτάξη αντίστασιν ισχυράν εις τα στρατεύματά του, αλλά και θα τα βιάση να ρίψωσι κάτω τα όπλα. Η δε συλλογή των Ελβετών θα εκτελεσθή ευκόλως και αμέσως, αν αι μεσιτεύουσαι Δυνάμεις υποστηρίξωσιν εμπιστευτικώς διά της επιρροής των τας περί τούτου ενεργείας της Ελληνικής Κυβερνήσεως εις την Ελβετίαν. Τελεστώντες επικαλούμεθα και αύθις τας μεσολαβούσας Δυνάμεις να λάβωσιν εις σκέψιν τας παρατηρήσεις όσας εκτίθεμεν είς τε το υπόμνημα και εις ταύτην την διακοίνωσίν μας. Παρακαλούμεν δε να τας δεχθώσιν ευμενώς διά τε το συμφέρον του δυστυχούς Ελληνικού Έθνους και διά την διατήρησιν της ειρήνης»·

Μετά το εκ Λονδίνου υπόμνημα και την εκ Παρισίων διακοίνωσιν ο φιλόπατρις Καποδίστριας εις την ανάγκην της εξευρέσεως δανείου αποβλέπων, τη 1η Οκτωβρίου απηύθυνε τήν δε την διακοίνωσιν προς τα ανακτοβούλια των τριών ευεργετίδων δυνάμεων:

«Η Ελλάς ήδη τεθειμένη, καθ' ό δεχθείσα την συνθήκην της 6 Ιουλίου, υπό την σκέπην της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, ελπίζει να απολαύση εντός ολίγου τας εκ της συνθήκης αυτής παρεπομένας σχέσεις με τας ειρημένας Δυνάμεις· αλλά πιεζομένη από τας ανάγκας, τας οποίας οφείλει να θεραπεύση όσον τάχος, καθυποβάλλει από τούδε τας ευχάς εις τα τρία μυστικοσυμβούλια αυτών, θαρρούσα ότι αι Δυνάμεις εν τη ευμενεία των θα μεριμνήσωσι να τας εκπληρώσωσι. Μη θέλουσα, μηδέ δυναμένη πλέον να προσδράμη εις τας φιλελληνικάς εταιρίας, αίτινες προ έξ ετών συνεστήθησαν εις την Ευρώπην και την εβοήθησαν, θα παραδεχθή ως αρχήν και κανόνα της πολιτείας της απαράτρεπτον τα να εντείνη όλας τας προσπαθείας της, διά να εξασφαλίση εις εαυτήν μόνας τας βοηθείας των τριών μεσιτευουσών Δυνάμεων, και όλων των άλλων, όσαι θελήσωσιν εφεξής να γίνωσιν ωσαύτως μεσίτριαι και να φανή αξία των επικουριών των. Απ' αυτήν την αρχήν η Ελλάς ορμωμένη, ελπίζει να λάβη από σήμερον την συνδρομήν των τριών Δυνάμεων, αν η Ελληνική Κυβέρνησις θελήση να διαπραγματευθεί προς τους Ελβετούς στρατιωτικήν τινα σύμβασιν. Την δε σημερινήν συνδρομήν των δύνανται να ενεργήσωσιν οι πράκτορες αυτών, εμπιστευτικώς εξηγούμενοι προς τους σχετικούς των, εις τας συναναστροφάς περί ως ειρημένης συμβάσεως· αρκεί δε να έχωσιν άδειαν να φανερώσωσιν ότι οι Βασιλείς των ευχαρίστως θ' ακούσωσιν ότι οι Ελβετοί προσφέρουσιν όλας τας ευκολίας εις τα της συμβάσεως, και μάλιστα θα τους γνωρίσωσι χάριν διά τούτο· ούτω θα ενεργήσωσι δραστηρίως οι φιλέλληνες, θα συμπράξωσι θαρρήσαντες και όσοι δειλοί, και θ' αρθώσιν εκ μέσου πολλά μικρά εμπόδια τα οποία είναι ενδεχόμενον να παρεμπέσωσι και ν' αντικόψωσιν ή να βραδύνωσι την έκβασιν της συμβάσεως».

Θεωρήσας δε ως ανεπαρκή την ανωτέρω διακοίνωσιν αυθημερόν (1 Οκτωβρίου) πέμπει και την εξής:

«Εν ώ αι Δυνάμεις ασχολούνται αναμφιβόλως να διορίσωσιν αντιπροσώπους των εις την Ελλάδα, ίσως συμφέρει να θεωρηθή τούτο ως προς την σκοπόν αυτών. Εις την ενεστώσαν κατάστασιν των πραγμάτων ο σκοπός των δεν αφορά επί του παρόντος να οργανώσωσι διά των αντιπροσώπων των εμπορικάς σχέσεις, αλλά να λάβωσιν όλα τα μέτρα, διά να θέσωσι την Ελλάδα εις κατάστασιν να τους συστήση επωφελώς διά τε εαυτήν και τας ειρημένας Δυνάμεις. Δεν πρέπει διά τούτο να διορίσωσι προξένους, αλλά να διορίσωσι πολιτικούς πράκτορας, προς ούς θα διαπιστεύσωσιν εις το εξής αύται τους στοχασμούς και τους σκοπούς των. Αν δε τους ονομάζωσιν αντιπρέσβεις ή επιτετραμμένους τας υποθέσεις των, θα πράξωσιν άξια ευχής και θα ωφελήσωσι· διότι οι Έλληνες θα γνωρίσωσι διά των τίτλων αυτών πράκτορας, έχοντας εντολήν να επαγρυπνώσιν εις την εκτέλεσιν της συνθήκης, και προσέτι θα νομίσωσι δυνατόν ν' αντιπροσωπευθώσι και αυτοί παρά τρισί Δυναμέσι παρά τινων ομογενών των, δυναμένων να εκπληρώσωσιν αυτά τα χρέη αξιοπρεπώς με ευχαρίστησιν των αυλών και της ιδίας πατρίδος των. Ο τίτλος του προξένου ίσως εις την αρχήν θα βλάψη ως προς την υπόληψιν, την οποίαν πρέπει να απολαύωσιν οι ξένοι πράκτορες, οι μέλλοντες να έλθωσιν εις την Ελλάδα· διότι οι Έλληνες έχουσι προ πολλού συνειθισμένους τους τοιούτον τίτλον φέροντας πράκτορας, ό εστι τους προξένους. Διά την αυτήν αιτίαν ο τίτλος αυτός δεν αρκεί ίσως να υποχρεώση τους Έλληνας, όσοι ευρίσκονται εις την αλλοτρίαν ν' αφήσωσι τας υποθέσεις των και να υπάγωσιν εξ ιδίων δαπανώντες εις το Λονδίνον, εις τους Παρισίους και εις την Πετρούπολιν.

Η δε Ελλάς πτωχή ούσα δεν δύναται να πληρώση πράκτορας εις το εξωτερικόν, εν ώ η παρουσία τούτων είναι αναγκαία, διότι τα συμφέροντα του δυστυχούς έθνους, άνευ αυτών δεν θα υπεξαιρεθώσιν από την επιρροήν των ιδιωτών».

Ταύτα δε γράφων ο κυβερνήτης εφρόνει ότι η Ελλάς, ήτο ανάγκη να πέμπη και να δέχηται πρέσβεις, ών το πρακτικόν αποτέλεσμα εγίνωσκεν εκ των προτέρων διπλωματικώτατος αυτός γενόμενος, ως είδομεν εν τοις έμπροσθεν. Διό και εγκαίρως φροντίζων περί τούτου, έγραψε μετ' ολίγον προς τον εν Βουκουρεστίω διαμένοντα Έλληνα έμπορον Χριστόφορον Σακελλάριον τάδε:

«Πολλάς μεν έχει σήμερον η Ελλάς ανάγκας, αλλ' έχει ουχ ήττον ανάγκην και ανθρώπων τινών να την αντιπροσωπεύσωσι και να την υπερασπίσωσιν εις το εξωτερικόν και παρά ταις συμμάχοις Αυλαίς. Υμείς, επειδή ο θεός σας εχάρισε πλούτη, δύνασθε να την υπερασπίσητε εντιμότατα άνευ αντιμισθίας· διά δε της εξόχου υπολήψεως, την οποίαν απολαύετε δικαιότατα εις τον εμπορικόν κόσμον, θα δυνηθήτε να διευθετήσητε ωφελίμως τα του χρέους, της δημοσίας πίστεως, όθεν και του προορισμού της Ελλάδος. Και γνωρίζετε ότι άνευ πίστεως δεν υπάρχουσι χρήματα, και άνευ πολλών χρημάτων ουδεμία βελτίωσις των πραγμάτων ελπίζεται εις την Ελλάδα, στειρευθείσαν ήδη και καταξηρανθείσαν από τον πόλεμον και από την αναρχίαν» .

Φοβούμενος δε μη τυχόν αι Δυνάμεις δεν αποφασίσωσι ταχέως περί της εκδόσεως του αιτουμένου δανείου διά τε του υπομνήματος και των διακοινώσεων αυτού της 1 Οκτωβρίου, έγραψεν επίσης και ετέραν διακοίνωσιν, ως συμπληρωματικήν τρόπον τινά του υπομνήματος, δι' ής ζητεί πρόχειρόν τι δάνειον διά τας ανάγκας της πατρίδος, εις ήν έσπευδε να κατέλθη· διότι η επί εννέα μήνας βραδύτης του εκλεγέντος κυβερνήτου της Ελλάδος Καποδιστρίου, καθ' ούς περιερχόμενος τας Αυλάς της Ευρώπης εζήτει δάνεια δι' ών κατερχόμενος εις Ελλάδα να δυνηθή να διοικήση καλώς αυτήν, έδωκαν λαβήν εις διαδόσεις ήκιστα αληθείς περί της μη αποδοχής του Καποδιστρίου της κυβερνήσεως της Ελλάδος και περί της μη μελλούσης καθόδου αυτού εις Ελλάδα· αι τοιαύται δε φήμαι διεδίδοντο υπό των φίλα φρονούντων τω Αλεξάνδρω Μαυροκορδάτω, όν εσκέπτοντο πολλοί να εκλέξωσι Κυβερνήτην· διότι δυστυχώς οι χρυσοί εκείνοι λόγοι οι αποτελούντες το δικαιολογητικόν της του Καποδιστρίου εκλογής ως κυβερνήτου εγράφοντο μεν, δεν ετηρούντο όμως· πολλοί μεταξύ των υπογραψάντων το ψήφισμα εκείνο, ίνα μη είπωμεν πάντες σχεδόν, ταχέως ελησμόνησαν τα ορθότατα αυτών έπη, ελησμόνησαν ότι η πολιτική επιστήμη απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία φυσικώς οι πλείστοι αυτών εστερούντο, διότι ο βάρβαρος Τούρκος δεν επέτρεψε τοις Έλλησι να αποκτήσωσι, και εγένοντο οι λυσσώδεις του κυβερνήτου αντιπολιτευόμενοι, ούτως ώστε μετά τινας μήνας «ο κατά πράξιν και θεωρίαν Έλλην πολιτικός» εκηρύσσετο αδίκως ανίκανος να κυβερνήση την Ελλάδα. Ουχ ήττον ο καλός καγαθός Καποδίστριας εξηκολούθει την ανά την Ευρώπην, προς όφελος της Ελλάδος, περιοδείαν αυτού, ελπίζων να εξεύρη δάνειόν τι, άνευ του οποίου, ως ενόμιζεν εικότως, δεν ήτο δυνατόν να διοικήση την καθόλου εξηντλημένην χώραν. Εν άπασι δε τοις εκτεθείσιν εγγράφοις του Καποδιστρίου, ως είδον οι αναγνώσται, και εν απάσαις αυτού ταις προσπαθείαις και εν τη παρά πόδας διακοινώσει, διαλάμπει η άγαν του ανδρός φιλοπατρία:


Μαυροκορδάτος

«Και αν γίνη δεκτόν από τας τρεις Αυλάς ότι, η Ελλάς έχει κατεπείγουσαν ανάγκην ετοίμης χρηματικής βοηθείας, και κριθή δίκαιον, ίσως και υποχρεωτικόν, να την βοηθήσωσι, πλην ενδέχεται ν' αντιλέξωσιν ότι εις την συνθήκην της 6 Ιουλίου δεν προείδον το πράγμα, και διά τούτο είν' αδύνατον σήμερον να λάβωσι το νέον τούτο μέτρον διά το κατεπείγον της ανάγκης άνευ κοινής των μυστικοσυμβουλίων προηγουμένης συνδιασκέψεως. Ενδέχεται ν' αντιλέξωσιν ότι η Ελληνική Κυβέρνησις δεν συνεστήθη εισέτι κατά τας πράξεις της εν Τροιζήνι συνελεύσεως, και δεν γνωρίζουσιν εις ποίας χείρας θα διαπιστεύσωσι την χρηματικήν βοήθειαν. Αλλ' αι Αυλαί δύνανται και τας δύο ταύτας δυσκολίας να υπερπηδήσωσιν, εις το κατεπείγον των περιστάσεων αποβλέπουσαι, δύνανται να διορίσωσιν ευθύς κατά την συνθήκην τους αντιπρέσβεις των, και να τους στείλωσιν την Ελλάδα φέροντας χρήματα, και έχοντας άδειαν να χωρηγώσιν εξ αυτών προσωρινώς εις την Κυβέρνησίν της οσάκις γνωρίσωσι την αναπόδραστον ανάγκην του να την βοηθήσωσιν».

Εκ Λονδίνου, ένθα ουδέν περί του δανείου κατώρθωσεν, αλλά μόνον την υπόσχεσιν του τον Κάνιγγ διαδεξαμένου πρωθυπουργού λόρδου Γκόδεριχ έλαβεν, ο Καποδίστριας μετέβη τη 20 Σεπτεμβρίου 1827, ως είπομεν, εις Βρυξέλλας και εκείθεν εις Παρισίους τη 27 του αυτού μηνός, ένθα διέτριψεν επί ένα και πλέον μήνα και δι' άλλους μεν σπουδαίους υπέρ του έθνους λόγους, ίσως δε και επί τη ελπίδι να εξευμενίση εκείθεν την Αγγλίαν διά των φίλων αυτού και ιδίως διά του φιλανθρώπου και αληθούς φιλέλληνος βασιλέως Καρόλου του Γ, τον βασιλέα Γεώργιον τον Δ'. Αλλά τα πάντα δυστυχώς απέβησαν εις μάτην· διότι αμφότεραι αι Κυβερνήσεις της Δύσεως δεν είδον μετ' ευχαριστήσεως την εκλογήν του Καποδιστρίου ως κυβερνήτου της Ελλάδος. Ενταύθα διαμένων συνενοήθη μετά των διαφόρων φιλελληνικών κομιτάτων και των άλλων συνηγόρων του Ελληνισμού. Αλλά και ενταύθα αποτυχών των περί δανείου διαπραγματεύσεων, υπέρ ών ειργάζοντο και οι της Ελλάδος προστάται, ηναγκάσθη να αρκεσθή εις γλίσχρα τινά χρηματικά ποσά, δι' ών έμελλε να κυβερνήση την αναγεννωμένην Ελλάδα. Εκ Παρισίων ο Καποδίστριας διηυθύνθη, κατά τας αρχάς Νοεμβρίου, εις Βασιλείαν, Ζυρίχην Βέρνην και εκείθεν εις Γενεύην ένθα διέμεινεν επτά περίπου ημέρας. Αποχαιρετήσας δε τους φίλους και συστήσας εις την εύνοιαν αυτών την Ελλάδα, ανέθηκεν εις την φροντίδα του καθηγητού Αλεξ. Ι. Ραδινού (36) τριάκοντα ορφανούς ελληνόπαιδας, αναλώμασιν ιδιαιτέρου ταμείου συστηθέντος υπό των φίλων του Καποδιστρίου παρακαλέσας τον φίλον αυτού Χ. Βερνέ να συντάξη σχέδιον ποινικού Νόμου και πολιτικής δικονομίας και Εμπορικού, το μεν κατά τον πρωσσικόν νόμον, τα δε κατά τον Γαλλικόν, απήλθεν εις Βενετίαν, ένθα διά νέων προσφορών των ομογενών, ών το πρώτιστον παράδειγμα έδωκαν οι παρεπιδημούντες εκεί Κερκυραίοι, συνέστησε δεύτερον ταμείον προς περίθαλψιν και διάσωσιν των ανά την Ιταλίαν άνευ προστασίας περιπλανωμένων ενδεών Ελλήνων, την δε διαχείρισιν του ταμείου τούτου ενεπιστεύθη τω φιλογενεί εμπόρω Αλεξίω Νικολαΐδη. Ιδρύσας δε αυτόθι και Σχολείον Ελληνικόν, όπερ επλούτησε και διά βιβλιοθήκης, μετέβη εις Τουρίνον και Βολωνίαν προς συνάντησιν του Ανδρέου Μουστοξύδου και εκείθεν μετέβη εις Αγκώνα (20 Νοεμβρίου) οπόθεν εξητήσατο παρά του εν Επτανήσω αρμοστού Αδάμ την άδειαν να μεταβή διά του Ιονίου ατμοπλοίου η «Επτάνησος» εις Κέρκυραν και εκείθεν εις την Ελλάδα· αλλ' ο αρμοστής ηρνήθη τούτο, προφασιζόμενος, ότι το Ιονικόν ατμόπλοιον, αν τεθή εις τας διαταγάς αυτού, ώφειλε ν' ανυψώση την ελληνικήν σημαίαν, ήτις ούτε ανεγνωρισμένη εισέτι ήτο και ερεθισμόν μέγαν ήθελε προξενήσει εν Κερκύρα. Η άρνησις αύτη ήτο, καθ' ημάς, δευτέρα τις ειδοποίησις προς τον Κυβερνήτην της Ελλάδος περί της δυσαρεσκείας της Αγγλίας· αλλ' ο Καποδίστριας, αποβλέπων μόνον εις το καθήκον, προσεποιήθη ότι δεν ενόησε την άρνησιν ταύτην.

Εν τω μεταξύ όμως τα εν Ελλάδι ολονέν έβαινον επί τα χείρω· διότι η Τουρκία μη υπακούσασα εις το υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων τη 24)6 Ιουλίου 1827 από κοινού γενόμενον προς αυτήν πρωτόκολλον περί της μετά των Ελλήνων ανακωχής, έστειλεν, ως είδομεν, στρατόν και στόλον εις Ελλάδα. Το τοιούτον εθεωρήθη ως προσβολή και κατά το μυστικόν άρθρον του πρωτοκόλλου εκείνου απεφάσισαν να εκβιάσωσι την Πύλην εις την παραδοχήν της ανακωχής.

Οι εν τω Αιγαίω περιπλέοντες στόλοι των τριών μεγάλων δυνάμεων, Ρωσίας υπό τον ναύαρχον Έιδεν, Αγγλίας υπό τον ναύαρχον Εδουάρδον Κόδριγκτον και Γαλλίας υπό τον αντιναύαρχον Δεριγνύ κατέπλευσαν πάραυτα εις τον όρμον του Ναυαρίνου, ένθα είχον αποβιβασθή οι Αιγύπτιοι, παρά την διακοίνωσιν των οικείων Κυβερνήσεων, και υπεχρέωσαν αυτούς να δεχθώσιν ανακωχήν μέχρις επιστροφής των απεσταλμένων, ούς ο Ιβραήμ είχεν αποστείλει εις Κωνσταντινούπολιν και εις Αλεξάνδρειαν αιτούμενος οδηγίας· ότε δε ο Ιβραήμ, αθετήσας την δοθείσαν υπόσχεσιν, εξηκολούθει καταδιώκων τους επαναστάτας, οι ναύαρχοι εισήλθον εντός του όρμου, ελπίζοντες να πείσωσι διά φιλικής γλώσσης αυτόν ίνα δεχθή τας προτάσεις των οικείων κυβερνήσεων άνευ περαιτέρω αιματοχυσίας.


Κόδριγκτον

Αι διαπραγματεύσεις έβαινον καλώς και ο σκοπός ήθελεν επιτευχθή, ίσως άνευ συγκρούσεως, ότε συνέβη τόδε το απρόοπτον γεγονός: Τη 8)20 Οκτωβρίου 1827, ότε η λέμβος αγγλικής τινος φρεγάτας εστάλη, ίνα προσκαλέση τουρκικόν πυρπολικόν να μένη εις απόστασιν, οι Τούρκοι επυροβόλησαν κατ' αυτής. Το πυρ εξηκολούθει και καθ' ετέρας αγγλικής λέμβου, σταλείσης προς βοήθειαν της πρώτης, και αυτή δε η γαλλική φρεγάτα προσεβλήθη υπό σφαίρας. Τούτο ιδόντες οι σύμμαχοι και την προσγενομένην υπό των Τούρκων προσβολήν ζητούντες ν' εκπλύνωσιν, ήρξαντο πυροβολούντες. Το πυρ ήρξατο τότε όλην την γραμμήν και ο όρμος του Ναυαρίνου εγένετο θέατρον ναυμαχίας, καθ' ήν τα πλοία, ως εκ του στενού του χώρου, εμάχοντο σχεδόν εκ του συστάδην, του συμμαχικού στόλου διατελούντος υπό τας διαταγάς του άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτον· μετά τρίωρον πάλην, η νίκη έκλινε προς τον συμμαχικόν των Χριστιανών στόλον. Αλλά το γεγονός τούτο το σώσαν από μεγάλου κινδύνου την Ελλάδα, ηδύνατο συνάμα ν' επενέγκη και τον θρίαμβον της Ρωσίας· διά τούτο εν Αγγλία υπεδέχθησαν την περί τούτου είδησιν μετά κατηφείας, και ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ', κατά την έναρξιν Κοινοβουλίου, εχαρακτήρισεν αυτό ως αξιοθρήνητον συμβάν. Την τοιαύτην του Τουρκικού στόλου καταστροφήν ήκουσε μετ' ευχαριστήσεως ο Καποδίστριας εν Τουρίνω ευρισκόμενος και ολονέν επετάχυνε την εις Ελλάδα κάθοδον μη παραμελών, εν τούτοις, να φροντίζη αείποτε περί εξευρέσεως πόρων παρά τε των ομογενών και των ξένων φιλελλήνων.


Η ναυμαχία του Ναυαρίνου


Μνημείον των Γάλλων εν Ναυαρίνω

Ο Καποδίστριας αφίκετο, ως είπομεν, εις Αγκώνα τη 8]20 Νοεμβρίου 1827 συνοδευόμενος υπό του Γεωργίου Δουρούτη απελθόντος εις Σενεγαλλίαν μετά του υιού αυτού Κωνσταντίνου προς προϋπάντησιν του Κυβερνήτου κατά την επιστολήν του μητροπολίτου Άρτης Ιγνατίου του Σκαλιόρα και κατέλυσαν εν τω Ξενοδοχείω της Ειρήνης.

Η σονοδεία του κυβερνήτου συνέκειτο εκ του Ιακώβου Ρίζου του Νερουλού, του Ιταλού Γεωργίου Μπέτσου, του ελβετού Σ. Μπετάν, του Νικολάου Μαυρομμάτη, του Σταματίου Βούλγαρη, του είτα μεγάλου εθνικού ευεργέτου γενομένου Ιωάννου Δομπόλη ή Τομπόλη ηπειρώτου, καταλιπόντος εν Ρωσία τω 1850 285,744 ρουβλίων αργυρών όπως τω 1906 ιδρυθή Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον εν τη τότε πρωτευούση της Ελλάδος, περί ού εγράψαμεν τα εικότα (37), του θαλαμηπόλου Φεδερίκου και του υπηρέτου Νικολέτου.

Του κυβερνήτου εις Αγκώνα ελθόντος, βαρύς επεκράτησε χειμών. Η πόλις και τα πέριξ εκαλύφθησαν υπό παχείας χιόνος, ο δ' Αδρίας εξαγριωθείς εμαίνετο επί μακρόν κωλύων την των πλοίων εις Αγκώνα προσέγγισιν. Η αδημονία του Καποδιστρίου οσημέραι ηύξανε· μετά παρέλευσιν δ' εικοσαημέρου, της τρικυμίας καταπαυσάσης και του προσδιορισθέντος Αγγλικού πλοίου μη καταπλέοντος, η ανυπομονησία του κυβερνήτου εκορυφώθη εις τοσούτον, ώστε καθ' εκάστην επεσκέπτετο τον εκεί άγγλον πρόξενον Ερρίκον Κεν, ίνα μάθη τι περί του αναμενομένου αγγλικού πλοίου και ανερχόμενος είτα επί της υψηλής πλατείας του ναού του Αγίου Κυριακού, πολιούχου του Αγκώνος παρετήρει ανά το αχανές πέλαγος διά του τηλεσκοπίου μη τυχόν ίδη το αναμενόμενον πλοίον. Την τοιαύτην δε αδημονίαν του κυβερνήτου εν Αγκώνι επί τοσαύτας ημέρας αργούντος, της πατρίδος ήδη αγωνιζομένης, περιέγραψεν άριστα ο συνοδεύων αυτώ Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός εν τω εξής ποιήματι αυτού: «Ο κυβερνήτης εν Αγκώνι» διά των δε των στίχων:

Τι τάχα; θα περάσωμεν ερημιτών χειμώνα
Εις όχθην Αδριατικήν, 'στον βροχερόν Αγκώνα;
Από τα ύψη των κρημνών και των χαρακωμάτων
Θα βλέπωμεν 'στο πέλαγος τους λόφους των κυμάτων;
Κι' από την γην θ' ακούωμεν με βάσιν στηριγμένην
Την θάλασσαν 'στα σύννεφα υπερτινασσομένην;
Δεν θέλομεν ασφάλειαν τοιαύτην ολεθρίαν
Αισχράν μισούμεν των δειλών φιλαύτων ησυχίαν.
Με ηδονήν του θεωρεί κινδύνους καταιγίδος
Όστις ορμά 'στό πέλαγος δι' έρωτα πατρίδος.
Τις ήχος τόσον λιγυρός, μελών τις αρμονία
'Στην ακοήν του φαίνεται τόσον βαθμόν γλυκεία,
Ή όταν τάρμενα ηχούν και τα κατάρτια τρίζουν
Κι' εις τα πανιά οι άνεμοι οι πτερωτοί συρίζουν;

Πού είσαι και δεν φαίνεσαι δελφινοδρόμον πλοίον,
'Σ' το ιερόν ταξείδι σου το εναντίον ποίον;
Τάχα Κροάτης Αίολος, και αν λυσσά κι αφρίζη
Την τόλμην σου, την τέχνην σου ποτέ την εμποδίζει;
Οξύπτερον, ατρόμητον, θαλασσινόν ιεράκι
Ωκεανούς δεν τρόμαξες, θα φοβηθής αυλάκι;
Στον ναύτην τον αγέρωχον της κραταιάς Αγγλίας
Ωσάν λεκάνη φαίνεται ο κομπαστής Αδρίας.
Ελθέ λοιπόν, ω Πάραλε, 'στόν Δωρικόν Αγκώνα
Στήσε και συ μιαν εποχήν 'στόν τωρινόν αιώνα.
Ο Ουρανός είν' ευμενής, ο Ποσειδών φιλέλλην
Κι' ο μέλλων επιβάτης σου πρώτος Ελλήνων Έλλην. (38)

Ουχ ήττον εν Αγκώνι μένων ο Καποδίστριας και της εκ της αργίας ανίας θέλων να κατισχύση, εφρόντισε περί της εκπαιδεύσεως των εκεί εγκατοίκων και προσφύγων Ελλήνων, ών οι παίδες δεν ετύγχανον της δεούσης μορφώσεως ελλείψει μέσων· διότι, καίπερ οι αυτόθι έμποροι από του 1823 επέβαλλον εαυτοίς, καθώς και οι εν Βενετία και Λειψία και Τεργέστη δικαίωμα της Εκκλησίας 1 0)0 επί των κατά παραγγελίαν αγοροπωλησιών, εν τούτοις, οι πόροι της κοινότητος δεν εξήρκουν διά την συντήρησιν σχολείου. Ο Καποδίστριας όμως συστήσας πενταμελή επιτροπήν, ανέθηκε τω πρεσβυτέρω αυτής Γεωργίω Φραγκιάδη, Χίω πρόσφυγι, την εποπτείαν του σχολείου, χορηγήσας τη επιτροπή 300 δίστηλα και πολλά διδακτικά βιβλία, υποσχεθείς να παρέχη το αυτό ποσόν κατ' έτος, δι' ών διωρίσθησαν διδάσκαλοι ο Λέσβιος Δημ. Βρανάς, ο Ιωσήφ Γκινάκας και ο Ιταλός Δομένικος Ρέκης.

Αλλά και περί της εκκλησίας επιμέλειαν εποιήσατο ο Κυβερνήτης, γράψας εις Βαρλέτταν και ζητών τον εκεί εφημέριον Νεόφυτον Βιάντην, παραιτηθέντος του τέως τοιούτου εν Αγκώνι και περί αποστολής τροφίμων εις Ελλάδα διά του παπικού πλοίου «Νίκη» αξίας 2,550 διστήλων.

Τέλος του αναμενομένου πλοίου καταφθάσαντος, ανεχώρησε τη 26η Δεκεμβρίου εις Μελίτην διά της αγγλικής φρεγάτας «Λύκου» (39), υπό τον πλοίαρχον Χίες, ακολουθούμενος υπό μικράς συνοδείας, ως είπομεν, προσώπων, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Κερκυραίος Σταμάτιος Βούλγαρης, λοχαγός του Γαλλικού Επιτελείου, όν προσέλαβεν όπως αναθέση αυτώ διαφόρους υπηρεσίας αναγομένας εις τον οικείον κλάδον. Το πλοίον περιπλέν την νησίδα Σαζένον μεταξύ Οτράντου και Αυλώνος, συνηντήθη μετά δικρότου, όπερ προς μείζονα τιμήν ο Άγγλος ναύαρχος Κόδριγκτον έστειλεν όπως επιβιβασθή ο Κυβερνήτης. Εν μέσω δε της θαλάσσης ο Καποδίστριας από της φρεγάτας μεταβιβασθείς εις το επί του μεσαίου ιστού έχον αναπεπταμένην την Ελληνικήν σημαίαν, δίκροτον «Ουάρσπιτ» (40) υπό τον πλοίαρχον Πάρκερ έφθασεν εις Μελίτην περί τα τέλη του αυτού μηνός (28 Δεκεμβρίου) εν μέσω των κανονιοβολισμών των φρουρίων. Εν Μελίτη έτυχεν επισήμου υποδοχής υπό της Διοικήσεως, ήτις χάρις αυτού απηλευθέρωσεν 100 περίπου Έλληνας, οίτινες ως υπόδικοι πειρατείας κατεκρατούντο προς εκδίκασιν.

Αυτόθι η αγγλική διοίκησις είχε παρασκευάσει αυτώ ανάλογον κατάλυμα, αλλ' ο Καποδίστριας, ευχαριστήσας αυτή προυτίμησε να καταλύση παρά τω Έλληνι εμπόρω Α. Κοντοσταύλω. Παρέμεινεν αυτόθι επί πενθήμερον, καθ' ο εγένετο αντικείμενον πολλών περιποιήσεων και τιμών εκ τε των Άγγλων και των Ελλήνων. Εις τιμήν δ' αυτού απελύθη προσέτι και το Ελληνικόν βρίκιον «Έκτωρ» του εκ Ψαρρών ιδιώτου Νικολάου Γιαννίτση το υπό της αντικυβερνητικής επιτροπής αποσταλέν προς παραλαβήν του Καποδιστρίου, όπερ οι έμποροι ως εθνικόν υπολαβόντας είχον κατάσχει. Τέλος ο κυβερνήτης αναχωρήσας εκ Μελίτης επί του «Ουάρσπιτ» συνοδευομένου και υπό δύο φρεγατών τη 2)14 Ιανουαρίου 1828 εντός πέντε ή έξ ημερών, ως εκ των επικρατουσών τρικυμιών κατέφθασε προ του γενναίου της Πελοποννήσου προμαχώνος, του Ναυπλίου, κωλυθέντος του πλοίου να πλεύση προς την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν.

Τοιαύτη υπήρξεν, εν ολίγοις, η ιστορία του Ιωάννου Καποδιστρίου κατά τον, προ της εκλογής και μετά την εκλογήν αυτού ως κυβερνήτου, μέχρι της μετά εννεάμηνον καθόδου αυτού εις Ελλάδα, μακρόν χρόνον, ήν εν είδει Εισαγωγής ανεγράψαμεν. Ήδη εισερχόμεθα εις την κυρίως ιστορίαν του κυβερνήτου Καποδιστρίου (6 Ιανουαρίου 1828 — 27 Σεπτεμβρίου 1831) μεθ' ήν θέλομεν, ως εν Παραρτήματι, συνεχίσει την ιστορίαν του έθνους ημών, κατά την ολεθρίαν, μετά την δολοφονίαν του Κυβερνήτου, αναρχίαν μέχρι της αφίξεως του πρώτου βασιλέως ημών Όθωνος του Α', ούτινος πέρυσιν εξεδώκαμεν την ιστορίαν, εις ήν παραπέμπομεν τους ημετέρους αναγνώστας, ως συνεχίζουσαν την παρούσαν ιστορίαν.

ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΟΥ
ΚΥΒΕΡΝΗΤΟΥ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Άφιξις Κυβερνήτου εις Ναύπλιον. — Ελεεινή του Ναυπλίου ιδίως και εν γένει της Ελλάδος κατάστασις. — Εισβολή Στερεοελλαδιτών εις Πελοπόννησον — Απαιτήσεις του Θ. Γρίβα και φόβος των Ναυπλιέων. — Έγκαιρος άφιξις Καποδιστρίου προς πρόληψιν των εμφυλίων σπαραγμών. — Ανακούφισις Ναυπλιέων επί τη αφίξει του Κυβερνήτου. — Αποβίβασις Καποδιστρίου εις Ναύπλιον. — Χαρά του λαού. — Επίσκεψις των κατεχόντων τα φρούρια Ναυπλίου Γρίβα και Στράτου και των άλλων προυχόντων. — Συμφιλίωσις αυτών. — Επιστολαί Καποδιστρίου προς τε τον Γρίβαν, τον Στράτον και τον Κωλέττην. — Αναχώρησις Καποδιστρίου διά την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την Αίγιναν. — Η εν Αιγίνη υποδοχή του Κυβερνήτου. — Πανηγυρικός λόγος Θεοφίλου Καΐρη. — Υποδοχή των Γραμματέων.

Η έκτη Ιανουαρίου του 1828 είναι μεγίστης μνήμης αξία διά τον Ελληνισμόν σύμπαντα· διότι άνευ της αφίξεως του εννεαμήνου, από της εκλογής αυτού, αναμενομένου Μεσσίου του κυβερνήτου Καποδιστρίου, η τύχη της Ελλάδος θα ήτο κατεστραμμένη. Την επαύριον ακριβώς της αφίξεως αυτού, 7 Ιανουαρίου, εσκόπει ο τα φρούρια του Ναυπλίου κατέχων Θ. Γρίβας να λεηλατήση και διαρπάση την πόλιν. Ήτο ημέρα εορτής του «Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου» και ο κόσμος άπας εν εορτασίμω περιβολή περιέμενε την εκ του πλοίου έξοδον του Κυβερνήτου. Άμα τη ημέρα εν μέσω των πυκνών κανονιοβολισμών του τε Αγγλικού «Ουάρσπιτ» χαιρετώντος την εν τω μέσω ιστώ ελληνικήν σημαίαν, του γαλλικού και του ρωσικού πλοίου και του φρουρίου του Ναυπλίου, ο Καποδίστριας απεβιβάσθη εις την ξηράν. Ο λαός σύσσωμος έσπευσεν εις υποδοχήν αυτού εν ευφημίαις και ζητωκραυγαίς κρατών κλάδους ελαίας εις ένδειξιν της επελθούσης ειρήνης. Ο Κυβερνήτης ωδηγήθη εις τον ναόν του Αγίου Γεωργίου και ψαλείσης της επί τη οσία ελεύσει αυτού δοξολογίας ως και υπέρ των τριών ευεργετίδων δυνάμενων, επορεύθη εις τον ευπρεπέστερον του Ναυπλίου οίκον, τον του Εμμανουήλ Ξένου, εν ώ εδέξατο τους θέλοντας να ίδωσιν αυτόν. Ο Γρίβας δεν κατήλθε του Παλαμηδίου αλλ' είς των του Ναυπλίου προυχόντων, ο Σ. Σκούφος αφανισθείς προ του Κυβερνήτου, είπεν αυτώ: «Ότι ο Γρίβας δεν τολμά να εμφανισθή προ της Υ. Εξοχότητος· εν τούτοις είναι εις τας διαταγάς σας· έχετε εις την διάθεσίν σας αυτόν τε και τους υπ' αυτόν. Εάν μοι είναι επιτραμμένον να εκφράσω μίαν ευχήν, παρακαλώ την Υ. Εξοχότητα να ευδοκήση να με καταστήση εντολοδόχον αυτής· διότι κολακεύομαι ότι γινώσκω τον Γρίβαν ειπέρ τις και άλλος κάλλιον».

Ο Κυβερνήτης ηρνήθη την αυτεπάγγελτον του Σ. Σκούφου προσφοράν και απεκρίθη ότι επιθυμεί να ίδη αυτοπροσώπως τον Γρίβαν και συνομιλήση μετ' αυτού άνευ μεσίτου τινός. Ο Γρίβας παρουσιάσθη προς τον Καποδίστριαν ευσεβάστως και εγένετο δεκτός λίαν φιλοστόργως και ενθαρρυντικώς παρά του Κυβερνήτου, εις ού τας χείρας παρέδωκε τας κλεις των φρουρίων, καταληφθέντων αμέσως υπό φρουράς εκ νησιωτών αποτελουμένης. Ομοίως υπεδέξατο τον Στράτον και τον Κωλέττην και πάντας όσοι επεθύμουν να επισκεφθώσιν αυτόν και είτα επεβιβάσθη επί του Ουάρσπιτ, οπόθεν την επαύριον, 8 Ιανουαρίου, έγραψε προς τε τον Γρίβαν και τον Στράτον τάδε: «Δέχομαι ευγνωμόνως την οποίαν μου εδώκατε υπόσχεσιν εκάτερος υμών ου να φυλάξητε την ησυχίαν και ευταξίαν και να αφήσητε ελευθέρους όσους έχετε φυλακισμένους ένεκα της εις Άργος γενομένης ρήξεως». Προς δε τον Ιωάννην Κωλλέττην έγραψεν αυθημερόν τα εξής: «Είσαι ρουμελιώτης και έχεις φιλίαν με τους εμπιστευμένους τα φρούρια ταύτα και την ασφάλειαν των κατοίκων· επειδή θέλεις να παύσωσιν αι αταξίαι και επειδή, ως μοι εξηγήθης, έχεις επιρροήν εις αυτούς τους δύο φρουράρχους, δεν αμφιβάλλω ότι θα συνεργήσης να παύσωσιν αι αταξίαι και να ησυχάσωσιν ασφαλιζόμενοι οι κάτοικοι της πόλεως ταύτης και επαρχίας ως και των πέριξ επαρχιών».

Ούτω δε συμβιβάσας τα διεστώτα εν Ναυπλίω διά της πατριωτικής αυτού φρονήσεως, ής πρώτον τούτο σημείον κατέδειξεν άμα τη εις Ελλάδα καθόδω ο Κυβερνήτης και του σφοδροτάτου εναντίου ανέμου κοπάσαντος, τη επαύριον 9 Ιανουαρίου επί του αυτού αγγλικού Ουάρσπιτ επιβαίνων και παρακολουθούμενος και υπό πολλών άλλων πλοίων απέπλευσεν εν μέσω των κανονιοβολισμών και επευφημιών του λαού δι' Αίγιναν, καταλιπών εν Ναυπλίω τον Σταμάτιον Βούλγαρην μετά διαταγών να ανακαινίση την πόλιν ερείπια ούσαν, και ένεκα των ανυποφόρων μιασματικών αναθυμιάσεων της ατμοσφαίρας αυτής ακατοίκητον, να θεμελιώση το προάστειον, όπερ και θεμελιωθέν ωνομάσθη Πρόνοια, εις ένδειξιν της ήν επεδείξατο προνοίας να κτίση στρατώνας και οικήματα διά τας πολυαρίθμους πτωχάς οικογενείας, άς ο της Τουρκικής αιχμαλωσίας φόβος και τα δεινά της επαναστάσεων ηνάγκασαν να συγκεντρωθώσιν εν μια μόνον πόλει, εν ή πολλοί απέθνησκον ή εκ πείνης, ή εκ της αναπτυχθείσης κακής ατμοσφαίρας. Ταύτα δε πάντα ο Βούλγαρης κατά γράμμα εκπληρώσας εστάλη μετά ταύτα εις Πάτρας, ίνα και ταύτας ανακαινίση. Τότε δε προς τοις άλλοις εποίησε και το λαμπρότατον σχέδιον της ωραίας πόλεως των Πατρών, επί τη βάσει του οποίου έτι και σήμερον οικοδομείται η νέα δευτερεύουσα του Κράτους πόλις.


Η Πρόνοια του Ναυπλίου

Μετά διήμερον πλουν ο Κυβερνήτης κατέπλευσεν εις την έδραν της αντικυβερνητικής επιτροπής, την νήσον του Αιακού Αίγιναν, εν ή, κατά την μαρτυρίαν των συγχρόνων, επέκεινα των 100,000 ψυχών είχον συγκεντρωθή. Το πλοίον ώρμισε περί λύχνων αφάς εν τω ορμίσκω της νήσου· τη επαύριον δε 12 Ιανουαρίου άπαντα τα πολεμικά Ελληνικά σκάφη και η γαλλική φρεγάτα Ήρα εχαιρέτησαν την επί του μεσαίου ιστού του Ουάρσπιτ κυματίζουσαν κυανόλευκον Ελληνικήν σημαίαν.

Τα τρία μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αυτός εκείνος, όστις μετά τρία έτη έμελλε να απόστειλε εις τον Άδην τον εκλεκτόν της εν Τροιζήνι Γ' Εθνικής συνελεύσεως, ο Ι. Μιλαΐτης και ο Ι. Νάκος, οι γραμματείς του Κράτους, και η Δημογεροντία ανήλθον επί του Αγγλικού πλοίου ίνα προσφέρωσι τω Κυβερνήτη την υποταγήν αυτών.

Περί την 11ην δε της πρωίας ο Καποδίστριας συνοδευόμενος υπό τε του πλοιάρχου του αγγλικού Ουάρσπιτ Πάρκερ, του Γαλλικής Ήρας Λεβλάν και του της ρωσικής «Ελένης» Πέτροβιτς, άνευ ουδενός στρατιωτικού ακολούθου (41), απεβιβάσθη εν μέσω κανονιοβολισμών εις Αίγιναν επί λέμβου Ελληνικού πολεμικού πλοίου, φέροντος την δίχρουν Ελληνικήν σημαίαν. Άμα τη αποβιβάσει εγένετο δεκτός υπό της Βουλής και του απανταχόθεν της νήσου προσδραμόντος πλήθους εν ευφημίαις και ζητωκραυγαίς μέχρι του καθεδρικού ναού της Παναγίας (Βουλευτηρίου) ένθα, ψαλείσης επισήμου δοξολογίας επί τη αισία αφίξει του αναμενομένου Μεσσίου της αναγεννωμένης Ελλάδος, ο διάσημος της εποχής ιεροκήρυξ Θεόφιλος Καΐρης εξ υπογύου εξεφώνησε τόν δε τον πολυσήμαντον και ρητορικώτατον πανηγυρικόν:

«Ουκ άρξω εγώ, ουκ άρξει ο υιός μου εν υμίν,
Κύριος άρξει υμών, Κύριος κυβερνήσει υμάς».
                          (Κριτών Κεφάλαιον ΙΓ', 23).

«Εις τοιαύτην λαμπράν και επίσημον ημέραν, Κυβερνήτα της Ελλάδος, κατά την οποίαν σε υπήντησε και σε υπεδέχθη η πατρίς, εν τω μέσω ανεκφράστου χαράς και αγαλλιάσεως, εις τοιαύτην λαού των Ελλήνων ομήγυριν, εν ώ υψώνει φωνήν ευχαριστήριον προς τον Ύψιστον διά την τόσην επιθυμητήν και ευκταίαν έλευσίν σου, ποίαν αγγελίαν πλέον χαροποιάν ηδύνατο τις να φέρη εις το μέσον εκ μέρους σου, σύμφωνον τω όντι με τα φρονήματα της ψυχής σου, με τα συναισθήματα της καρδίας σου, με τας εγκαρδίους ευχάς όλων των αληθινών τέκνων της Ελλάδος και με τας μεγάλας ελπίδας, τας οποίας έχουσιν εις σε! Τι άλλο ηδύνατο να αναγγείλη πλέον χαρμόσυνον, κατάλληλον μάλιστα εις τας παρούσας της πατρίδος περιστάσεις, και εχέγγυον της διά σου ελπιζομένης ευτυχίας της, παρ' ό,τι αρχηγός λαού ελευθέρου, ελευθέρως εκλεχθείς υπ' αυτού, και υπέσχετο προς αυτόν τον ίδιον και επροσπάθησε να φέρη εις έκβασιν!

» Ακούσατε λοιπόν, λειτουργοί του Υψίστου , ακούσατε, σεβάσμιε Πρόεδρε και Βουλευταί, ακούσατε, πολιτικοί, στρατιωτικοί, όλος ο λαός της Ελλάδος, ακούσατε: «Κύριος άρξει υμών Κύριος κυβερνήσει υμάς». Δεν θέλουσιν εξουσιάσει εις το εξής πλέον ολέθρια πάθη, όχι χαμερπείς ιδιοτέλειαι, όχι ραδιουργίαι, όχι οικείος, εάν δεν είναι άξιος, όχι συγγενής, εάν είναι ανεπιτήδειος, όχι φίλος του Κυβερνήτου, εάν δεν έχη ικανότητα, αλλ' η ιερά δικαιοσύνη και οι αιώνιοι και αμετάβλητοι νόμοι του Θεού, οι προς κυβέρνησιν ελευθέρου ανθρώπου διορισθέντες, θέλουσι κυβερνά.

»Το συμφέρον της πατρίδος, η ευνομία της, η ευτυχία της, η δόξα της, ο θρίαμβος της θέλουσι διευθύνει και τον νουν και την καρδίαν και τους σκοπούς και τους λόγους και τας πράξεις του Κυβερνήτου: «Κύριος άρξει υμών Κύριος κυβερνήσει υμάς».

» Όσοι είδετε την γην της γεννήσεώς σας πυρποληθείσαν και καταστραφείσαν, τους γεννήτορας σφαγέντας έμπροσθέν σας, τα φίλτατά σας από τας αγκάλας σας αρπαγέντα και αιχμαλωτισθέντα, όσοι εγείνατε θύματα της παρανομίας και της αναρχίας των ιδίων αδελφών σας, ακούσατε και χαίρετε. Χαίρετε, διότι παύουσιν εις το εξής τα δεινά μας· διότι θέλομεν ιδεί την δικαιοσύνην ισχύουσαν, τους νόμους ενεργουμένους, την κακίαν τιμωρουμένην, την αρετήν βραβευομένην και ευδαιμονούσαν εις τα έσω, τροπαιούχον και θριαμβεύουσαν εις τα έξω· την πίστιν όχι πενθούσαν αλλά λαμπροφορούσαν και χαίρουσαν.

»Χαίρε και συ Κυβερνήτα της Ελλάδος· διότι μετά τοσούτον πολυχρόνιον αποδημίαν επιστρέφεις εις την κοινήν πατρίδα, την βλέπεις, την χαιρετάς όχι πλέον δούλην και στενάζουσαν υπό τον ζυγόν, αλλ' ελευθέραν, αλλά δεχομένην σέ κυβερνήτην και περιμένουσαν να σε ίδη να οδηγήσης τα τέκνα της εις την αληθινήν ευδαιμονίαν και εις την αληθινήν δόξαν. Ζήθι! αλλ' έχων ιερόν έμβλημα: «ο Θεός και η Δικαιοσύνη κυβερνήσουσι την Ελλάδα». Ζήθι! αλλά κυβερνών ούτως, ώστε να αισθανθή η πατρίς, να καταλάβωμεν και ημείς, να επαναλάβη η αδέκαστος ιστορία, να αντηχήσωσιν όλοι οι αιώνες ότι ου συ, ουδέ ο υιός σου, ουδέ ο οικείος σου, ουδέ ο φίλος σου, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ' αληθώς αυτός ο νόμος του Θεού, αυτό το δίκαιον, αυτοί της Ελλάδος οι θεσμοί κυβερνήσουσι την Ελλάδα διά σου.

Και τω όντι, εάν οποιονδήποτε έθνος διά να υπάρχη ελεύθερον, διά να συντηρήται κραταιούμενον, διά να ευτυχή βελτιούμενον είναι ανάγκη να κυβερνάται διά μόνων των νόμων, τους οποίους ο θεός διέταξεν ως κανόνας ελευθέρας ελευθέρου λαού κυβερνήσεως, πολύ μεγαλειτέραν ανάγκην έχει σήμερον η Ελλάς να διευθύνηται υπό μόνων των τοιούτων νόμων διά σου.

»Αλλ', ω σεβάσμιε Πρόεδρε και βουλευταί, ω ευτυχή της Ελλάδος λαέ! τι άρα γε δύναται να δικαιώση την τοσαύτην χαράν μας | Τι να υποστηρίξη τας ελπίδας μας! τι να μας παραστήση τον άνδρα, εις τον οποίον η πατρίς επιστεύθη την υποστήριξιν και ενέργειαν των νόμων της! Τι να μας δείξη την επιρροήν, την οποίαν θέλει μεταχειρισθή προς εκτέλεσιν όλων όσα και εις την γενικήν και εις την μερικήν ενός εκάστου ευδαιμονίαν συντείνουσιν!

»Η πολιτική σύνεσίς του και εμπειρία, ο λαμπρός δρόμος, τον οποίον εις τον πολιτικόν κόσμον διέτρεξεν, ο υψηλός βαθμός τον οποίον εις ένα των δυνατωτέρων θρόνων της οικουμένης είχε και τον οποίον διά την πατρίδα παρέβλεψεν, η προς αυτήν αγάπη και αφοσίωσίς του μας βεβαιόνουσι τα πρώτα· το δε τελευταίον μας πιστοποιούσι και άλλα μεν πολλά, και μάλιστα δε όσα εις την εν Τροιζήνι συνέλευσιν συνέβησαν.

»Τίποτε αληθώς δεν ημπορεί να παραστήση λαμπρότερον την προς αυτόν όλου του έθνους μεγάλην και υπόληψιν και πεποίθησιν, παρά το αξιομνημόνευτον εκείνο ψήφισμα, διά του οποίου ομοφώνως εκλήθη Κυβερνήτης της Ελλάδος.

»Όσοι ευρέθητε εις την Εθνικήν εκείνην συνέλευσιν, ενθυμείσθε ακόμη ποια άγρια πάθη ηγέρθησαν διά να καταστρέψωσιν ό,τι η μανία των τυράννων ή παρέβλεψεν ή δεν ηδυνήθη να αφανίση. Ποία φλοξ διχονοιών εξήφθη διά να κατακαύση όσα το εχθρικόν πυρ δεν ημπόρεσε να καταφλέξη· πώς ο Έλλην κατά του Έλληνος, ο συγγενής κατά του συγγενούς, ο αδελφός κατά του αδελφού καθωπλίζετο και ο άσπλαχνος και αδυσώπητος εμφύλιος πόλεμος ητοιμάζετο να καταφέρη εις την πνέουσαν τα λοίσθια πατρίδα πληγήν. Τότε μόλις το όνομα προφέρεται του Καποδίστρια και όλα καταπραΰνονται· η ορμή των αγρίων παθών κατέπαυσε και τα ολέθρια των διχονοιών αποτελέσματα ημποδίσθησαν. Φέρετε ακόμη κατά νουν πόσην χαράν επροξένησεν η εκλογή του, με ποίαν αγαλλίασιν την εδέχθησαν οι εκεί ευρεθέντες, πόσην ταχύτητα διεδόθη εις όλον το έθνος και ποίας ελπίδα του ενέπνευσεν.

»Αλλ' αν, ω κυβερνήτα της Ελλάδος, αι λαμπρότεραι στιγμαί της εις αυτήν πολιτικής ζωής σου εφάνησαν από την εν Τροιζήνι Συνέλευσιν, το μεγαλείτερον όμως του βίου σου κατόρθωμα αρχίζει από την σήμερον και μέλλει ακόμη να κατορθωθή.

»Και είναι η κατάπαυσις των διχονοιών, η διάλυσις των φατριών, η ορθή, η δικαία, και μη ψευδομένη το όνομα κυβέρνησις της Ελλάδος, η αναγέννησις ανθρώπων, η ανάπλασις αληθινών Ελλήνων. Κατόρθωμα, τω όντι, όσον δύσκολον, όσον εργώδες, όσον μέγα, αλλά τόσον περιφανές, λαμπρόν, ένδοξον. Διά να επιτύχης δε τον υψηλόν τούτον και μόνον σκοπόν, άκουσον την αλήθειαν και από άνθρωπον, όστις δεν έχει καμμίαν πρόφασιν να σε είπη ψεύδος.

»Αφού αποβλέψης πρώτον εις εκείνον, όστις κυβερνά τα σύμπαντα, αφού στοχασθής όσα η μετ' επιμελείας έρευνα του και της καρδίας του ανθρώπου, και μάλιστα του Έλληνος, όσα η ακριβή παρατήρησις της ιστορίας των ελευθέρων εθνών, η αρχή, η πρόοδος, η ακμή και παρακμή των, τα αίτια της επιτυχίας ή αποτυχίας των, της δόξης ή αδοξίας των, της κακοδαιμονίας ή ευδαιμονίας των, όσα τέλος αι βαθείαι πολιτικαί σου γνώσεις σε υπαγορεύουσιν, αφού συλλογισθής όλα τα αναγκαία μέσα, τα οποία πρέπει να βάλης εις πράξιν διά την καλήν έκβασιν του μεγάλου αυτού εγχειρήματος, ενθυμού προσέτι, ότι αν στρέψης ολίγον μόνον τους οφθαλμούς προς το μέρος τούτο, βλέπεις την γην του Σόλωνος και του Αριστείδου· εάν προς εκείνο, την γη του Λυκούργου και του Λεωνίδα· ότι ευρίσκεσαι εις το μέρος εκείνο της Ελλάδος, όπου ηφανίσθησαν όλαι του μεγαλειτέρου τυράννου του κόσμου αι δυνάμεις, ετάφησαν όλαι της τυραννίας αι ελπίδες και εστερεώθη η φαεινή, η λαμπρά της ελευθερίας κρηπίς, εις την οποίαν όποιον έθνος θέλει αναβαίνει και μένει ελεύθερον· ότι το έδαφος το οποίον πατείς, είναι ερείπια επισήμου και ελευθέρας πόλεως της Ελλάδος· αυτή την οποίαν τώρα βλέπεις, ανηγέρθη παραδόξως από την τέφραν τόσων υπέρ της ελευθερίας πυρποληθεισών πόλεων· ο λαός όστις σε περικυκλόνει έμεινεν άπολις και άοικος δι' αυτήν.

»Ενθυμού, ότι έμπροσθεν του Θεού, όλων των ανθρώπων όλων των αιώνων, αυτής της συνειδήσεώς σου, ανεδέχθης να κυβερνήσης τους αδελφούς σου, το έθνος σου, έθνος τα οποίον πρώτον εδίδαξε τους ανθρώπους ότι έχουσι δικαιώματα και πρώτον έδειξεν εις αυτούς ότι είναι δυνατόν να ζώσιν ελεύθεροι και ευτυχείς, το οποίον εις τον καιρόν της ελευθέρας κυβερνήσεώς του εγέννησε τους μεγαλειτέρους άνδρας όλου του κόσμου και το οποίον όλας τας δυστυχίας και τας συμφοράς ημπορεί να υποφέρη, όχι όμως και να μένη διά παντός δεδουλωμένον.

»Φέρε πάντοτε κατά νουν, ότι προ ολίγων ήδη ετών συνέτριψε τας αλύσεις με τας οποίας ήτο δεμένον και ετίναξε τον βαρύτερον της δουλείας ζυγόν, ότι απεφάσισεν ή να ζήση αυτόνομον και ανεξάρτητον, ή να ταφή υπό τα ερείπια της επισημοτέρας διά την ελευθερίαν γης του κόσμου, ότι διά να την αναλάβη πάλιν, είδε τους ιερείς της ιεράς θρησκείας του κρεμαμένους και συρομένους εις την γην ως καταδίκους, την Σμύρνην, πολλαί της Ασίας, της Ευρώπης και τας των περί αυτάς νήσων χώρας, βαμμένας με το αίμα των τέκνων του, τας Κυδωνίας, πρώτην των ελληνίδων πόλεων, θύμα γενομένην της μανίας των τυράννων, πυρποληθείσας και καταστραφείσας. Από την Θράκην έως την Ήπειρον, και από την Ήπειρον έως εις το έσχατον της Πελοποννήσου ακρωτήριον, τας επισημοτέρας πόλεις και κωμοπόλεις κατηδαφισμένας και ηρημωμένας, ότι με όλας τας ταλαιπωρίας, με όλας τας ελλείψεις και τας πολυειδείς εναντιώσεις, με όλην την φρίκην, την οποίαν εμπνέουσιν αι τρομεραί σκηναί των πυρπολήσεων, των αναστατώσεων, του ανδραποδισμού, των σφαγών, εθριάμβευσε και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν· και διά την ανδρίαν του στρατιωτικού και ναυτικού του, έσεισεν εκ θεμελίων τον θρόνον του Σουλτάνου, και το θαυμασιώτερον, ότι εν τω μέσω των φλογών και της συγκρούσεως των παθών, εσυλλογίσθη και ηδυνήθη να συντάξη πολιτικόν Σύνταγμα, κατά το οποίον ηθέλησε να πολιτεύηται και το οποίον με το αίμα του απεφάσισε να υπερασπίζηται.

»Μη λησμονήσης ποτέ, ότι έπειτα το ψεύδος, η διαβολή, αι συκοφαντίαι, η ύπουλος και ραδιούργος αντενέργεια, αι κατά χάριν και κατά βίαν γενόμεναι εκλογαί, η παράβασις αυτού του ιδίου συντάγματος, οι εμφύλιοι πόλεμοι μας έκαμαν να θρηνήσωμεν διά την Χίον, να κλαύσωμεν διά την Κρήτην, διά την Κάσσον, διά τα Ψαρρά, διά το Νεόκαστρον, να στενάζωμεν ακόμη πικρά διά το Μεσολόγγι και διά τας Αθήνας, να χύνωμεν δάκρυα δι' όσα εις την Στερεάν Ελλάδα και εις την Πελοπόννησον συνέβησαν και συμβαίνουσι κακά, βλέπομεν εκ του ενός μέρους τον Αιγύπτιον και εκ του άλλου τους Τούρκους, περιφερομένους, πυρπολούντας, αιχμαλωτίζοντας, σφάζοντας και το χειρότερον και το πολλής λύπης και αθυμίας και πολλών δακρύων άξιον ως να επρόκειτο αγών όχι της ελευθερίας και της σωτηρίας της πατρίδος, όχι της δόξης, αλλά της αρπαγής, της καταδυναστείας των ιδίων αδελφών μας, να βλέπωμεν εν ταυτώ αυτούς εκείνους εις των οποίων την δύναμιν και επιρροήν και σύνεσιν είχομεν τας ελπίδας μας, συνεριζομένους τις τίνα να υποσκελίση, τις τίνα να καταβάλη και να αφανίση· αυτούς εκείνους εις των οποίων τον βραχίονα και την ανδρίαν ηλπίζομεν· φιλοτιμουμένους τις τίνα να υπερβή κατά την κακουργίαν και κατά την εις τους νόμους απείθειαν, τας δε συμφοράς της πατρίδος να κορυφωθώσι τόσον και τας πληγάς της να γίνωσι τόσον αφόρητοι και η δόξα και η τιμή και η λαμπρότης του υπέρ πάντας τους υπέρ ελευθερίας αγώνας ιερωτέρου και δικαιοτέρου αγώνος μας, να αμαυρωθή τόσον, ώστε ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος εις σέ μόνον να αποβλέπη και σέ από ημέρας εις ημέραν και από στιγμής εις στιγμήν να περιμένη διά να φθάση, να παύσης τα δεινά του, να θεραπεύσης τας πληγάς του, να το εκβάλης από το χάος της αναρχίας και ακοσμίας, διά του οποίου περιεκαλύφθη και να το αναδείξης ευνομούμενον, λαμπρόν και περίδοξον.

»Έχε λοιπόν πάντοτε προ οφθαλμών ότι όσον αι συμφοραί του είναι δειναί, αι πληγαί του δυσίατοι, ο κίνδυνος προφανής, όσον η διά την εκλογήν σου χαρά μας, η διά την έλευσίν σου αγαλλίασίς μας, αι εις σέ ελπίδες μας υπάρχουσι μεγάλαι, τόσον μεγαλειτέρας και προσοχής και προφυλακής είναι χρεία, μην εύρη χώραν εις την ψυχήν, εις την καρδίαν σου, εις τας πράξεις σου, εις τας εκλογάς τας οποίας μέλλεις να κάμης των διαφόρων υπουργών σου, καμμία από τας ολεθρίας εκείνας αφορμάς διά τας οποίας εκινδύνευον να ματαιωθώσι βέβαια όλαι αι θυσίαι, όλοι οι αγώνες, όλα τα αίματα, τα οποία εχύθησαν υπέρ της ελευθερίας του έθνους μας, εάν μεγάλαι και σεβασταί δυνάμεις δεν το ευσπλαγχνίζοντο και δεν το ελάμβανον υπό την ιδίαν προστασίαν και υπεράσπισιν.

»Μη συγχωρήσης εις κανένα να πράξη μηδέ το παραμικρόν όσα έκαμαν να κινδυνεύη να σπαραχθή η Ελλάς και εν τω των υπέρ αυτής θριάμβων αυτών των σεβαστών μεγάλων δυνάμεων.

»Ενθυμού τελευταίον, ότι η Ευρώπη, όλος ο κόσμος, όλοι οι φίλοι της δικαιοσύνης, της ανθρωπότητος, αυτή εκείνη η Ελλάς διευθύνουσιν εις σε τα όμματα, ως εις το ωραιότερον, το λαμπρότερον και ενδοξότερον στάδιον κατά της βαρβαρότητος της ανομίας πρωταγωνιζόμενον.

»Εάν ταύτα και τα τοιαύτα ενθυμούμενος κατορθώσης, ώστε να παύσωσιν αι διχόνοιαι, να διαλυθώσιν αι φατρίαι, να ενεργώνται και να ισχύωσιν οι νόμοι, να ασφαλισθή εκάστου η ζωή, η τιμή, η ιδιοκτησία· εάν εμπνεύσης την ομόνοιαν, την συμφωνίαν και την προς την πατρίδα αγάπην· εάν οδηγήσης τους πολιτικούς της εις τα αληθινά αυτής συμφέροντα και τους πολεμικούς της εις την αληθινήν αυτής δόξαν· εάν κάμης ώστε να ευδαιμονή εσωτερικώς ευνομουμένη και να θριαμβεύσωσι τα όπλα κατά του ασπόνδου εχθρού της, να μένη ασάλευτος και ακλόνητος η ανεξαρτησία της, άθικτος η αυτονομία της, ω, ποία δόξα τότε!, αλλά τότε και μόνον σε περιμένει, ποίοι στέφανοι σου ετοιμάζονται! ποίοι αιώνες θέλουσι παραλάβει το όνομά σου!

»Εάν άνθρωπος δεν ανεδέχθη ακόμη κυβέρνησιν έθνους με οποίας και εις οποίας περιστάσεις αναδέχεσαι συ την κυβέρνησιν του Έθνους σου, ήξευρε ότι και άνθρωπος δεν εδοξάσθη ακόμη, ως συ μέλλεις να δοξασθής, εάν κατορθώσης το μέγα τούτο κατόρθωμα . . . .

»Αλλ, ω κυβερνήτα του παντός! σε από το βάθος της καρδίας επικαλούμεθα! διαφύλαξε τον κυβερνητών ημών καθαρόν από το ολέθριον των φατριών, μίασμα! φώτισέ τον να μάθη όλας τας αληθινάς των μεγάλων δυστυχιών και συμφορών μας αιτίας και να τας εξαλείψη· να γνωρίση όλας τας πληγάς μας και να τας θεραπεύση· να μη απατάται από τους λόγους μηδέ από το φαινόμενον, αλλά να ερευνά και τους σκοπούς και τα έργα και την ικανότητα όλων εκείνων, εις τους οποίους μέλλει να εμπιστευθή τα ιερά της πατρίδος υπουργήματα, ενίσχυέ τον να βάλη εις πράξιν όλα όσα εις την ευνομίαν και αληθινήν αυτής ευδαιμονίαν συντείνουσιν. Αξίωσε δε και ημάς να ίδωμεν τελευταίον τας τόσον επιθυμητάς και ευκταίας ημέρας της δικαίας και αληθινής κυβερνήσεως, την πατρίδα αληθώς ελευθέραν, αυτόνομον ανεξάρτητον και να καυχώμεθα ότι ουχί πάθος χαμερπές, ουδ' ιδιοτέλεια, ουδέ πνεύμα φατρίας, αλλ' αυτό το δίκαιον, αυτό της Ελλάδος το πολιτικόν Σύνταγμα, αυτός συ κυβερνάς την Ελλάδα διά του αυτής Κυβερνήτου. Γένοιτο» (42).

Τοιούτος τις ήτο ο πανηγυρικός λόγος του διασήμου της εποχής φιλοσόφου Θεοφίλου Καΐρου και τοιαύτην εντύπωσιν ενεποίησε τώ τε κυβερνήτη, τοις πολιτικοίς και τοις λοιποίς κλησιαζομένοις Έλλησιν, ώστε οι πάντες εν συγκινήσει προήρχοντο εκ του ναού υπό την ζωηράν επιρροήν του λόγου διατελούντες.

Μετά την εκφώνησιν του λαμπρού και φιλοσοφικού τουτού όντως λόγου του Καΐρου, ο Καποδίστριας εξήλθε του ιερού ναού συνοδευόμενος υπό της αυτής ακολουθίας και σύμπαντος σχεδόν του Αιγιναίου λαού μέχρι της προς κατοικίαν αυτού ορισθείσης μικράς οικίας της μόλις τότε ηρξαμένης οικοδομείσθαι πόλεως της Αιγίνης.

Ο Καποδίστριας ηθέλησεν ίνα η τελετή γίνη ως απλουστάτη. «Πάσα πομπή, είπε, συνεπαγομένη δαπάνας είναι ασυμβίβαστος προς την δυστυχή κατάστασιν της Πατρίδος. Αν δυνάμεθα να διαθέσωμεν χρήματά τινα, έχομεν πολλάς πληγάς να επουλώσωμεν». Εκ του προοιμίου τούτου φανερά γίνεται η κατάστασις του Κράτους, όπερ ανελάμβανε να συντάξη. Επτά έτη πολέμου και εσωτερικής ανωμαλίας κατέλιπον την Ελλάδα έρμαιον τριακοντακισχιλίων περίπου στρατιωτών διεσπαρμένων και είκοσι σχεδόν χιλιάδων ναυτών άνευ εργασίας. Τα οικονομικά ήσαν κατεστραμμένα. Στερεά και Πελοπόννησος ουδεμίαν παρείχον πρόσοδον· ό,τι δε ηδύνατο το Κράτος να συναγάγη εν τω Αιγαίω είχεν εκ των προτέρων καταναλωθή προς εκτέλεσιν σχεδίων ήκιστα συναρμοζομένων προς τα γενικά συμφέροντα της Ελλάδος. «Ο λαός, έγραφεν ο Καποδίστριας τω ναυάρχω Δε Ρινύ, υφίσταται τα πάνδεινα· ο στρατιώτης, χωρίς να μάχηται, κατατρώγει τα προς το ζην αναγκαία αυτώ· ο ναύτης καταθλίβει αυτόν διά των συνεπειών πειρατείας. Μεγάλη ευθύνη βαρύνει, επ' εμέ, και κατά τοσούτον βαρυτέρα, καθ' όσον εκουσίως ανέλαβον αυτήν. Όσω και αν είναι απεριόοιστος η εμπιστοσύνη δι' ής με τιμά το έθνος, η δοκιμή ήν επιχειρώ, δεν δύναται ν' αχθή εις πέρας, εάν δεν ευρεθώ ταχέως εις θέσιν να πληρώνω τακτικώς τον στρατόν και το ναυτικόν, και παράσχω μέσα τινά εις τον καταλιπόντα τας εστίας αυτού λαόν, όπως επαναγάγω ούτω τον γεωργόν εις τα μόνα έργα, άπερ δύνανται να παράσχωσι βάσιν εις πραγματικόν κοινωνικόν οργανισμόν».

Τοιαύτη ήτο η απαίτησις του Κυβερνήτου, όπως η τελετή γίνη απλουστάτη, αλλ' ο λαός, ο ενθουσιώδης λαός επέδειξε και αύθις τα καταφλέγοντα αυτόν αισθήματα υπέρ του πρώτου της αναγεννωμένης Πατρίδος Κυβερνήτου.

Της μέχρις αποθεώσεως ταύτης υποδοχής αποπερατωθείσης και των πάντων εις τα ίδια απελθόντων και μόνων των γραμματέων (υπουργών) της Κυβερνήσεως απομεινάντων παρ' αυτώ, ο Καποδίστριας και εξ όσων είδεν εν Ναυπλίω έκρινεν αμέσως περί της οικτράς καταστάσεως εν ή ευρίσκετο η Ελλάς, και περί ής διεβεβαίωσαν αυτόν οι γραμματείς.

Και ο μεν γραμματεύς του τμήματος των Εσωτερικών και της Αστυνομίας Α. Λόντος είπε προς αυτόν: «Εξοχώτατε, το Κράτος δεν είναι άλλο ειμή η Αίγινα, ο Πόρος, η Σαλαμίς, η Ελευσίς και τα Μέγαρα. Έχομεν ακόμη καί τινας νήσους εις το Αρχιπέλαγος, αλλ' εις μικράς σχέσεις μεθ' ημών ευρίσκονται οι εκεί Νομάρχαι· διότι οι Ολυμπιείς και οι πειραταί έγιναν πραγματικοί δεσπόται αυτών των νήσων».


Σαλαμίς

Ο Γραμματεύς του τμήματος των Οικονομικών, Π. Ν. Λοιδωρίκης: «Εξοχώτατε, όχι μόνον χρήματα δεν υπάρχουσιν εις το ταμείον, αλλ' ούτε ταμείον είναι· ουδέποτε υπήρξεν. Η οικονομική διαχείρισις δεν συνίσταται παρά μόνον εις κονδύλια απλά. Μη θαυμάση η Υψηλότης Σας, εάν εις τα βιβλία μου δεν είναι όλα γεγραμμένα. Πολλά πράγματα έγιναν εν καλή τη πίστει, άλλως τε και αι περιστάσεις εμπόδισαν να βάλη τις εις τάξιν τα κατάστιχα. Πρέπει να προσθέσω, ότι ηναγκάσθημεν να προπωλήσωμεν την δεκάτην εις το Αρχιπέλαγος προ του έτους. Τα μέλη του Νομοθετικού Σώματος ήθελον τους μισθούς των, αλλ' ημείς δεν είχομεν άλλο μέσον διά να τους πληρώσωμεν. Επί τέλους, το λέγω με εντροπήν, δεν ήμην εις θέσιν να πληρώσω εις τους κτίστας και τους ξυλουργούς, τα έξοδα των επισκευών, αίτινες έγιναν εις το οίκημα το οποίον κατέχει η Υψηλότης Σας και παρακαλώ αυτήν να λάβη οίκτον περί των ανθρώπων τούτων, οίτινες απαιτούσι τα ημερομίσθιά των.

Ο δε γραμματεύς των στρατιωτικών Α. Βλαχόπουλος: «Δεν έχομεν στρατόν, είπεν, ουδέ πολεμεφόδια· διότι το Ναύπλιον και ο Ναύσταθμος ευρίσκονται εις τας χείρας του Γρίβα. Δεν έχω λοιπόν τίποτε να είπω προς την Υ. Εξοχότητα, όσον αφορά το υπουργείον, όπερ εγώ διευθύνω».


Ναύπλιον

Η προφορική έκθεσις του γραματέως των Ναυτικών και των Εξωτερικών Γ. Γλαράκη, υπήρξε λακωνικωτέρα: «Η φρεγάτα «Ελλάς» ευρίσκεται εν Πόρω καθώς και η κορβέττα «Ύδρα» αμφότεραι άνευ εξαρτημάτων».

Ο γραμματεύς της Δικαιοσύνης Μ. Σούτσος ουδέν είχε να είπη· διότι δεν υφίσταντο ούτε δικαστήρια ούτε δικασταί.

Ως προς δε τον επί των Εξωτερικών γραμματέα Γ. Γλαράκην το μόνον έγγραφον όπερ ηδυνήθη να διασώση εν τοις αρχείοις αυτού, ήτο η επιστολή των Ναυάρχων (43).

Τοιαύτη ήτο η κατάστασις, εν ή ευρίσκετο η Ελλάς και τοιούτον το χάος εξ ού έμελλε να εξαγάγη αυτήν η ισχυρά χειρ του Καποδιστρίου.

Αυθημερόν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής έσπευσαν να υποβάλωσι την οικείαν παραίτησιν συμφώνως τω άρθρω 5 του ΣΤ' ψηφίσματος της Γ' εν Τροιζήνι συνελεύσεως λέγοντι: «Διορίζεται τριμελής επιτροπή γνωριζομένη υπό το όνομα Αντικυβερνητική Επιτροπή, διά να κυβερνήση την Ελλάδα εν απουσία του και θέλει παύσει άμα φθάση ο κυβερνήτης εις την Πατρίδα», διά διακηρύξεως αυτών προς το Πανελλήνιον, εν ή λέγουσιν ότι χαίρουσιν ότι παραδίδουσι τας ηνίας της Κυβερνήσεως εις χείρας ανδρός σεβαστού, εμπείρου και μόνου δυναμένου να φέρη το Έθνος εις την απόλαυσιν των αγαθών της διά τοσούτων αιμάτων κτηθείσης ελευθερίας, αλλ' ο Καποδίστριας ανέβαλε την παραδοχήν της παραιτήσεως μέχρι της εκδόσεως Ψηφίσματος υπό της Βουλής, τροποποιούντος κατά τι το Σύνταγμα εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως.

Και όντως ο Καποδίστριας κατελθών εις Ελλάδα εύρεν ισχύον το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος» (Μάιος 1827),όπερ συνέταξεν η Γ' εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις εις αντικατάστασιν του «Νόμου της Επιδαύρου» (Απρίλιος 1823). Και κατά μεν τον Νόμον της Επιδαύρου, όσον αφορά τον τρόπον του προσδιορισμού του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού εισήχθη η καθολική ψηφοφορία διά την εκλογήν του βουλευτικού, αλλά κατά σύστημα εκλογής εμμέσου, συνεστήθη τουτέστιν εκλογή εκλεκτόρων· κατ' επαρχίας, οίτινες συνερχόμενοι επί το αυτό εξέλεγον του Βουλευτικού τα μέλη. Όσον αφορά το Εκτελεστικόν και πάλιν εις υπερίσχυσιν της δημοτικής ιδέας εν τω πολιτεύματι τούτω, ο Νόμος της Επιδαύρου προσδιώριζε την εκλογήν αυτών, ουχί αμέσως υπό του λαού, αλλ' από της θελήσεως του Βουλευτικού.

Ο Νόμος της Επιδαύρου εκράτησεν ως πολίτευμα τύπου τουλάχιστον, μέχρι του 1827. Η ιστορία διδάσκει ημάς ότι η περίοδος αύτη από του 1823 — 1827, βρίθει εμφυλίων σπαραγμών και στάσεων, επομένως το πολίτευμα τούτο δεν ηδύνατο να λειτουργήση απροσκόπτως ούτε επί τη βάσει των κανόνων αυτού. Το τοιούτο δε φαίνεται, ότι εδημιούργησε την ιδέαν της αναγκαίας ελαττώσεως της δημοκρατικής Αρχής εν τω πολιτεύματι και της δημιουργίας εν αυτώ παράγοντος, έστω και επικουρικού μόνον, μοναρχικού. Εντεύθεν κατεδείχθη η ανάγκη νέας Συντακτικής Συνελεύσεως, ήτις συνελθούσα εν Τροιζήνι, εψήφισεν, όπως αντί του εκτελεστικού του εκ της εκλογής του βουλευτικού πηγάζοντος, εκλέγηται έν μόνον φυσικόν πρόσωπον υπό το όνομα του «Κυβερνήτου», είς άνθρωπος, επί επτά έτη, και ως τοιούτον εξέλεξε, διά την πρώτην επταετίαν, τον απόντα τότε εν Ελβετία αοίδημον (44) Ιωάννην Καποδίστριαν.

Ήτο επόμενον, ότι δημιουργουμένου εν τω πολιτεύματι του μοναρχικού παράγοντος, εχρειάζετο ολοκλήρου του πολιτεύματος πλέον η τροποποίησις, όπως συναρμολογηθώσιν αι δημοκρατικαί του πολιτεύματος διατάξεις προς την ιδέαν του μοναρχικού παράγοντος, έστω και επικουρικώς ενεργούντος. Επελήφθη λοιπόν η Συντακτική της Τροιζήνος Συνέλευσις της συντάξεως τοιούτου πολιτεύματος, και συνέταξε τοιούτον, όπερ περιέλαβεν εν εννέα κεφαλαίοις υπό τον τίτλον: Πολιτικόν Σύνταγμα Ελλάδος».

Το πρώτον των κεφαλαίων αφεώρα τα θρησκευτικά, και περιελάμβανεν ως και το προσωρινόν πολίτευμα και ο Νόμος της Επιδαύρου την επικρατούσαν ορθόδοξον Εκκλησίαν και ανεξιθρησκείαν, την ανοχήν τουτέστι παντός άλλου δόγματος.

Το πρώτον άρθρον, όπερ απαντά εν παντί ελληνικώ πολιτεύματι, εκ των προ και μετά την επανάστασιν γενομένων, είναι το περί θρησκείας. Η θρησκεία μία των αιτιών, δι' ήν εμάχοντο τότε, αδελφή της ελευθερίας και του Ελληνισμού, ήτο η μόνη παρηγορία εις τον απεγνωσμένος μαχόμενον λαόν, και προς ταύτην ητένιζον, επικαλούμενοι την εξ ύψους βοήθειαν. Η θρησκεία, ήτις σήμερον υπό τινων μεν αγνοείται και παραγνωρίζεται υπ' άλλων δε καταφρονείται ως αναξία πεπολιτισμένων ανθρώπων, η θρησκεία ήτις επί τοσούτους αιώνας δουλείας, παλαίουσα κατά βαρβάρων και φανατικών λαών, διετήρησε τον εθνισμόν ημών και παρεσκεύασε την μεγάλην του 1821 επανάστασιν και προς ήν έτι οφείλομεν, αν μη τι άλλο, ευγνωμοσύνην τουλάχιστον, η θρησκεία ευλόγως εθεωρείτο ως η κρηπίς παντός ελληνικού, ως ο θερμός εκείνος χιτών, εντός του οποίου έδει να καλύψη τα γυμνά της μέλη και να επουλώση κατά το μάλλον και ήττον τας πληγάς αυτής η υπέρ της ελευθερίας και της τιμής παλαίουσα παρθένος Ελλάς. Δεν ήσαν όμως και φανατικοί οι Έλληνες, και διά τούτο μετά του ορισμού της ανατολικής Ορθοδόξου πίστεως ως της μόνης επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας εκηρύττετο και η ανεξιθρησκεία.

Εν τω δευτέρω κεφαλαίω ωρίζετο η Ελληνική χώρα κατά τρόπον όλως πρωτότυπον, ωρίζετο ως Ελληνική χώρα όλη η έκτασις εκείνη, ήτις ήθελε κατακτηθή διά των όπλων των Ελλήνων, προς τούτοις δε το αδιαίρετον αυτής.

Το τρίτον κεφάλαιον περιελάμβανε τα «περί δημοσίου δικαίου των Ελλήνων» και καθίστα πρώτον την αρχήν, ότι η κυριαρχία κείται παρά τω λαώ και ότι εκ του λαού εκπορεύονται άπασαι αι εξουσίαι, και εκανόνιζε τα της Ελληνικής ιθαγενείας. Επίσης περιελάμβανε διαφόρους αρχάς θεμελιώδεις, αφορώσας εγγυήσεις δικαιωμάτων περιλαμβανομένων εν τη προσωπική ελευθερία. Μεταξύ των αρχών τούτων υπήρχον καί τινα δικονομικά αξιώματα. Ούτω λ. χ. το εν λόγω κεφάλαιον περιελάμβανε την αρχήν, ότι «ουχί δις επί το αυτό (non bis in idem). Την αρχήν, «ο νόμος δεν πρέπει να είναι οπισθενεργός»· την αρχήν, ότι «ο κατηγορούμενος μέχρι της οριστικής αυτού καταδίκης τεκμαίρεται αθώος» και διαφόρους άλλας. Περιελάμβανεν όμως και καινοτομίαν τινά ενδιαφέρουσαν υπό τον τίτλον του δημοσίου των Ελλήνων, την αφαίρεσιν τουτέστι των πολιτικών δικαιωμάτων από των κληρικών, εξαιρουμένων μόνον των πρεσβυτέρων, αγάμων τουτέστιν ιερέων, οίτινες έχουσι το δικαίωμα του εκλέγειν.

Το επόμενον κεφάλαιον, το τέταρτον, αφορά την απόκτησιν της Ελληνικής ιθαγενείας διά πολιτογραφήσεως, το δ' επόμενον κεφάλαιον, το πέμπτον, την σύνταξιν της πολιτείας, διαιρουμένης εις Νομοθετικήν, νομοτελεστικήν και δικαστικήν.

Το έκτον κεφάλαιον αφορά την διακόσμησιν της νομοθετικής εξουσίας· η νομοθετική εξουσία ασκείται κατά το πολιτικόν Σύνταγμα του 1827 υπό Βουλής κατά σύστημα αμέσου εκλογής, καταρτιζομένης επί τριετίαν, κατ' έτος ανανεουμένης κατά το αυτής, προσδιοριζομένων των εξερχομένων βουλευτών δι' εκλογής μη δυναμένων δε να εκλεγώσιν εκ νέου. Δεν επέρχεται λοιπόν ανανέωσις της Βουλής διά μιας, αλλά καθ' έκαστον έτος· ώστε δεν υπήρχον, κατά το σύνταγμα τούτο, ουδέποτε γενικαί εν τω Κράτει εκλογαί εις ανανέωσιν πλήρη του κοινοβουλίου.

Το επόμενον έβδομον κεφάλαιον διακοσμεί τον θεσμόν του Κυβερνήτου, περιλαμβάνει δε τάδε:

α') Εις τον Κυβερνήτην εμπιστεύεται η νομοτελεστική εξουσία.

β') Ο Κυβερνήτης είναι απαραβίαστος.

γ') Οι γραμματείς της Επικρατείας είναι υπεύθυνοι διά τας δημοσίας πράξεις των.

δ') Ενεργεί τους νόμους διά των Γραμματέων της Επικρατείας καθ' όλην την Επικράτειαν.

ε') Όλα τα διατάγματα υπογράφονται από τον Κυβερνήτην, προσυπογράφονται από τον Γραμματέα της Επικρατείας, εις του οποίου τον κλάδον ανήκουσι, και σφραγίζονται με την σφραγίδα της αυτής Γραμματείας.

ς') Κινεί τας κατά γην και θάλασσαν δυνάμεις.

ζ') Προβάλλει σχέδια νόμων εις την Βουλήν κατά το 75 άρθρον διορίζων ένα ή πλειοτέρους εκ των Γραμματέων της Επικρατείας να παρευρίσκωνται εις την περί τούτων συζήτησιν, την γινομένην εις την Βουλήν. Εις ταύτην δε την συζήτησιν εξάπαντος πρέπει, να παρευρίσκηται μετά των άλλων κ' εκείνος ο Γραμματεύς της Επικρατείας, εις του οποίου τον κλάδον ανήκει ο προβαλλόμενος νόμος.

η') Φροντίζει περί της εσωτερικής και εξωτερικής ασφαλείας του Έθνους.

θ') Διορίζει και αλλάσσει τους Γραμματείς της Επικρατείας και όλα τα υπουργήματα και αξιώματα της διοικήσεως, και προσδιορίζει τα καθήκοντα εκάστου αυτών.

ι') Ανταποκρίνεται εις τας ξένας δυνάμεις.

ια') Κηρύττει πόλεμον, κλείει ειρήνην, συνδέει συνθήκας κατά το 95 άρθρον.

ιβ') Πέμπει Πρέσβεις, Προξένους, Πράκτορας κτλ. εις τας ξένας Επικρατείας, και δέχεται παρ' αυτών παρομοίως.

ιγ') Ημπορεί να συγκαλεί την Βουλήν εις έκτακτον Σύνοδον ή συνεδρίασιν, όταν η χρεία το καλή, και να την παρατείνη κατά τας χρείας της Επικρατείας περισσότερον των τεσσάρων μηνών.

ιδ') Φροντίζει διά την ακριβή των νόμων εκτέλεσιν.

ιε') Χρεωστεί να φροντίζη διά να εκτελώνται αι αποφάσεις των δικαστηρίων.

ις') Χρέος έχει να δώση νόμου σχέδιον περί συστάσεως πολιτικού στρατεύματος.

ιζ') Ο Κυβερνήτης δεν έχει είσοδον εις την Βουλήν, ειμή εις την έναρξιν και παύσιν των Συνόδων.

ιη') Εις πάσαν Συνόδου έναρξιν ομιλεί διά τας εξωτερικάς σχέσεις, διά την εσωτερικήν της Επικρατείας κατάστασιν, μάλιστα διά τους πόρους και τα έξοδα, διά τας μελλούσας χρείας του ερχομένου έτους, και διά τας δυνατάς βελτιώσεις των κοινών πραγμάτων.

ιθ') Η εκλογή του Κυβερνήτου θα κανονισθή από ιδιαίτερον νόμον, ο οποίος θα γείνη από την Βουλήν του παρόντος έτους.

κ) Η διάρκεια του Κυβερνήτου είναι επταετής.

κα') Ο Κυβερνήτης εκλεχθείς ορκίζεται δημοσίως ενώπιον της Βουλής, ότι θα προστατεύσει και διασώζη το πολίτευμα της Ελλάδος κατά τον Κυβερνητικόν όρκον.

κβ') Ο Κυβερνήτης επικυρόνει και δημοσιεύει τους νόμους κατά το 73 άρθρον.

κγ') Ο Κυβερνήτης διά φιλανθρωπίαν και διά λόγους ισχυρούς ημπορεί να μεταβάλλη την κεφαλικήν ποινήν, αφ' ού συμβουλευθή τους Γραμματείς της Επικρατείας, κατά σύστασιν του δικαστηρίου.

Είναι απολύτως απηγορευμένον εις τον Κυβερνήτην και εις την Βουλήν να συγκατατεθώσιν εις οποιανδήποτε συνθήκην, σκοπόν έχουσαν την κατάργησιν της πολιτικής του Έθνους υπάρξεως και ανεξαρτησίας.

Το επόμενον όγδοον κεφάλαιον αφορά την διακόσμησιν της νομικής ευθύνης των υπουργών πολυτελεστάτη αλληλουχία διατάξεων, υπάρχει περί νομικής των υπουργών ευθύνης, εν τω κεφαλαίω τούτω.

Τέλος το έννατον κεφάλαιον περιλαμβάνει τα της διακοσμήσως της ασκήσεως της δικαστικής εξουσίας, καθιεροί αρχάς τινας εξ εκείνων, αι οποίαι παρέμειναν εν τοις Ελληνικοίς πολιτεύμασι, την αρχήν τ. έ. της απαγορεύσεως δικαστικών επιτροπών, την της δημοσιότητος των συνεδριάσεων και των αποφάσεως· ορίζει διά διατάξεως αυτού, ότι τα δικαστήρια ενασκούσιν από πάσης οιασδήποτε θελήσεως και εξουσίας ανεξαρτήτως το καθήκον αυτών του δικάζειν, και καθιεροί εν ταις ποινικαίς δίκαις την εισαγωγήν του ορκωτικού συστήματος. Εν παραρτήματι δε από του 147 και εντεύθεν αφορά τα σύμβολα και τας Ελληνικάς σημαίας τα διά των προηγουμένων πολιτευμάτων καθιερωθέντα. Έτερον δε ψήφισμα της αυτής Συνελεύσεως καθιεροί το και σήμερον εν χρήσει εν τη ημετέρα πολιτεία διακριτικόν, το παράσημον τον Σωτήρος.

Τοιούτον ήτο το Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος εν περιλήψει, όπερ η εν Τροιζήνι Γ' Εθνική Συνέλευσις συνέταξε και επεφόρτισε τω εκλεγέντι κυβερνήτη της Ελλάδος να εφαρμόση πιστώς και ανελλιπώς. Αλλ' όμως ότε ο Καποδίστριας κατελθών εις Ελλάδα, ανέγνω το πολίτευμα υπό τους όρους, ούς ηξίουν οι συντάκται και ο Ελληνικός λαός να μετάσχη της κυβερνήσεως της Ελλάδος, απεποιήθη κατηγορηματικώς, και τοσούτον μάλιστα εντόνως, ώστε η Βουλή η εκ του πολιτεύματος εκείνου προελθούσα διά πράξεως αυτής από 18 Ιανουαρίου 1828 αφελέστατα κατήργησε το τέως πολίτευμα, κατέστησε δε τον Κυβερνήτην άκρατον μοναρχικόν παράγοντα εν τω πολιτεύματι και ανέθηκεν αυτώ πάσας τας εξουσίας δίκην δικτάτορος, αλλ' ίνα αναπαύση την συνείδησιν της Συνελεύσεως ο Κυβερνήτης, υπέδειξεν αυτή, ότι δύναται να ανεχθή παρ' αυτώ, σωματείον προσδιοριζόμενον υπ' αυτής της συντακτικής συνελεύσεως, τη συμπράξει και υποδείξει αυτού είκοσιν επτά μελών· το σωματείον τούτο ωνόμασεν, ως θέλομεν ιδεί, Πανελλήνιον, μόνον γνωμοδοτικήν εξουσίαν έχον, αν ενόμιζεν ενδεδειγμένον ο Κυβερνήτης να έχη την γνώμην αυτού, και ουδέν πλέον.

Εν τούτοις, πάντα ταύτα εγένοντο υπό τον τύπον της προσωρινότητος, διότι απεφασίσθη η σύγκλησις νέας συνελεύσεως, ήτις, καίπερ προκηρυχθείσα διά τον Απρίλιον 1828, συνήλθεν εν Άργει, κατ' Ιούλιον 1829. Προς την συνέλευσιν ταύτην, ωμολόγησεν, εν τέλει, εαυτόν υπεύθυνον διά την δικτατορικήν δράσιν ο Κυβερνήτης. Το Πανελλήνιον μετωνομάσθη Γερουσία υπό της συνελεύσεως εκείνης, και ανετέθη μεν η εκλογή των μελών της Γερουσίας τω Κυβερνήτη, εδόθη όμως τη Γερουσία και δικαιοδοσία τις νομοθετική, ως λ. χ. προκειμένου περί φορολογικών νόμων η έγκρισις εναπέκειτο αύτη, συγχρόνως όμως η Συντακτική Συνέλευσις, ως θέλομεν ιδεί, επεφόρτισε τον Κυβερνήτην μετά της Γερουσίας, ίνα επί τη βάσει των προηγηθέντων τριών πολιτευμάτων του προσωρινού, του Νόμου της Επιδαύρου, και του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος σκεφθή περί συντάξεως οριστικού πολιτεύματος, κατ' αντίθεσιν προς εκείνα τα πολιτεύματα, πολιτεύματος περιλαμβάνοντος και Γερουσίαν, αλλά δυστυχώς ο απρόοπτος θάνατος του Κυβερνήτου, εκώλυσε την πραγματοποίησιν της εντολής, ήν είχε λάβει μετά της Γερουσίας προς σύνταξιν μονίμου πολιτεύματος.

Τοιαύται ήσαν αι εύλογοι απαιτήσεις του νεήλυδος Κυβερνήτου, ως προς το Πολιτικόν Σύνταγμα των Ελλήνων, και δεν ηδύνατο μάλιστα να πράξη άλλως· διότι ως δεινός διπλωμάτης δεν ηδύνατο να ορκισθή ότι θα διατηρήση την ακεραιότητα Κράτους, (Πρωτόκολλον της 23 Μαρτίου 1826 και της συνθήκης της 24)6 Ιουλίου 1827), συγκειμένου μεν, κατά το Σύνταγμα εκείνο, εκ πασών των επαρχιών και νήσων, όσαι έλαβον κατά της Τουρκίας τα όπλα, αλλά μη ανεγνωρισμένου εισέτι, και έχοντος ήμισυ περίπου της επαναστατησάσης χώρας κατεχόμενον έτι των Οθωμανών. Το Σύνταγμα εκείνο είχε, προς τούτοις, και άλλας διατάξεις, άς δεν ηδύνατο ο Κυβερνήτης να αναγνωρίση και επομένως να ορκισθή, ότι θα τηρήση· διότι τούτο αντέβαινεν είς τε την συνείδησιν και εις αυτά ίσως τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα του έθνους. Ανέβαλε λοιπόν την αποδοχήν της εξουσίας μέχρις ού συνεννοηθή μετά των σημαινόντων και εκδοθή το μνησθέν ψήφισμα.

Εις τας παρατηρήσεις ταύτας του Κυβερνήτου απιδούσα η και συνελθούσα εν τω άμα, απεφάσισεν ομοφώνως πλην του Δημητρίου I. Κριεζή, να αποθέση τα νομοθετικά χρέη αυτής χάριν της κοινής σωτηρίας και να ψηφίση τα παρά του Κυβερνήτου προταθέντα, άπερ εψήφισεν αυθωρεί εκδούσα τον επόμενον ΝΗ' Νόμον:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Η Βουλή των Ελλήνων

Επειδή ο παρά του Ελληνικού έθνους εμπεπιστευμένος τας ηνίας της Κυβερνήσεως κύριος Ιωάννης Α. Καποδίστριας έφθασεν εις την Ελλάδα,

Επειδή αι δειναί της πατρίδος περιστάσεις και η διάρκεια του πολέμου δεν εσυγχώρησαν, ούτε συγχωρούσι την ενέργειαν του εν Τροιζήνι επικυρωθέντος και εκδοθέντος πολιτικού Συντάγματος καθ' όλην αυτού την έκτασιν,

Επειδή η σωτηρία του έθνους είναι υπέρτατος πάντων των Νόμων και,

Επειδή η Βουλή ανεδέχθη παρά των λαών την πρόσκαιρον εντολήν της εαυτών σωτηρίας,

Η Βουλή μόνον σκοπόν έχουσα το να σωθή η Ελλάς ως ιερώτερόν της χρέος θεωρούσα τούτο, και την ευδαιμονία του Ελληνικού έθνους του οποίου ενεπιστεύθη την φροντίδα,

Και επειδή ο Κυβερνήτης επρόβαλε σχέδιον μεταβολής διοικήσεως προσωρινής,

Ψηφίζει:

Α'. Ο Κυβερνήτης μετά της Βουλής συγκαλούσι τον Ελληνικόν λαόν εις Εθνικήν Συνέλευσιν κατά τον παρ. Δ' της ΚΣΤ' συνεδριάσεως της εν Τροιζήνι Τρίτης Εθνικής συνελεύσεως.

Β'. Η προσωρινή διοίκησις της Επικρατείας κανονίζεται κατά τα εφεξής άρθρα:

Έν συμβούλιον συγκείμενον από μέλη . . . και ονομαζόμενον Πανελλήνιον μετέχει μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος των έργων και του υπευθύνου της Κυβερνήσεως έως της συγκροτήσεως της Εθνικής Συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει εντός Απριλίου μηνός 1828.

2. Το Πανελλήνιον διαιρείται εις τρία τμήματα.

Το α' έχει αντικείμενον την οικονομίαν.

Το β' την διοίκησιν των εσωτερικών καθ' όλους αυτών κλάδους.

Το γ' την ωπλισμένην δύναμιν ξηράς και θαλάσσης κτλ.

Γ'. Αποτίθεται η Βουλή το οποίον ανέλαβε χρέος της εξουσίας (45).

Εν Αιγίνη τη 18 Ιανουαρίου 1828.

Ο Πρόεδρος Ν. ΡΙΝΙΕΡΗΣ. (Έπονται αι των Βουλευτών υπογραφαί).
(Τ. Σ.) Ο Α' Γραμματεύς Χ. Αινιάν.

Τοιαύτη ήτο η πρώτη κυβερνητική απάντησις του Καποδιστρίου, ήν έσπευσε να ικανοποιήση η Βουλή, ομοφώνως καταδεικνύουσα τα προς αυτόν αγαθά αυτής αισθήματα, αλλ' ευθύς αμέσως δεν έλειψαν οι εχθροί αυτού να διαδώσωσιν ότι ο Κυβερνήτης προκατήρξατο του έργου παραβιάζων το Σύνταγμα της Τροιζήνος, πλην αι διαδόσεις αύται των αντιπολιτευομένων προς ουδέν ίσχυσαν και ο Κυβερνήτης επελήφθη γενναίως του έργου της αναμορφώσεως και του διοργανισμού των κακώς εχόντων. Οποίος δε τις έμελλε να η, διετράνωσε θαυμασίως εν τη διακηρύξει αυτού της 20 Ιανουαρίου, ήτις ετοιχοκολλήθη εις διάφορα μέρη της πόλεως, εδημοσιεύθη διά του τύπου και διενεμήθη εις πάσας τας Ελληνικάς πόλεις.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

Διακηρύττει προς τους Έλληνας

«Εάν ο Θεός μεθ' ημών ουδείς καθ' ημών»

«Τέλος πάντων είμαι εν μέσω υμών, και διά τούτο αποδίδω χάριτας προς τον Ύψιστον.

«Η διάχυσις της ψυχής, με την οποίαν με υπεδέχθητε, και τα δείγματα της εμπιστοσύνης, με τα οποία ευαρεστείσθε να με περιστοιχήτε, νύττουν βαθέως την καρδίαν μου. Και δεν βλέπω την στιγμήν να σας δώσω όλον, ολόκληρον το μέτρον της σιώσεως και της ευγνωμοσύνης μου.

«Θέλετε το λάβει, ελπίζω, ευθύς, αφού οι Αντιπρόσωποί σας, νομίμως κατασταθέντες εις εθνικήν Συνέλευσιν, θέλουν γνωρίσει τας διακοινώσεις, τας οποίας οφείλω να κάμω προς αυτούς.

»Τότε θέλετε ειμπορέσει να βεβαιωθήτε ότι τα ταξείδιά μου ως και αι προσπάθειαί μου από τον Μάιον μήνα, είχον μόνον και εξαίρετον σκοπόν, να εξάξουν την αγαπητήν μας Πατρίδα από την ολεθρίαν μονήρη θέσιν, εις την οποίαν εισέτι ευρίσκεται, να την καταστήσουν, ώστε ν' απολαύη χωρίς αργοπορίαν τ' αγαθά, όσα την υπόσχεται ο πρώτος παράγραφος του προσθέτου άρθρου της εν Λονδίνω συνθήκης της 6 Ιουλίου του παρελθόντος έτους, και να την προμηθεύσουν ακόμη χρηματικά τινα μέσα εκ μέρους όλων ανεξαιρέτως των Δυνάμεων, αίτινες υπέγραψαν την συνθήκην αυτήν.

«Αι τιμαί της 12[24 του παρόντος μηνός, έχουσαι αντικείμενον την σημαίαν Σας, και την καθιέρωσιν της νέας Κυβερνήσεώς Σας, θέλουν Σας ενθαρρύνει να πιστεύσητε μετ' εμού, ότι, εάν ο ανωτέρω σκοπός δεν κατορθωθή ακόμη, θέλει κατορθωθή την στιγμήν, καθ' ήν εσωτερική Διοίκησις, ισχύουσα μόνον διά των νόμων, θέλει δυνηθή να σας διασώση από την φρικτήν αναρχίαν, και ούτω βαθμηδόν να σας οδηγήση εις την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής αναγεννήσεώς σας.

«Τότε μόνον θέλετε δυνηθή να αποδώσητε εις τους συμμάχους Μονάρχας τα δι' αυτούς απαραίτητα ενέχυρα, ώστε να μην αμφιβάλλουν πλέον περί της οδού, την οποίαν θέλετε γνωρίσει και δυνηθή να οδεύσετε, προς εκπλήρωσιν των σωτηρίων σκοπών οίτινες εγέννησαν την πράξιν της 6 Ιουλίου και την εις αιώνα αξιομνημόνευτον ημέραν της 8[20 Οκτωβρίου.

«Πριν τούτου δεν έχετε το δίκαιον να ελπίσητε τας οποίας υπέρ υμών επεκαλέσθην βοηθείας, ούτε καμμίαν άλλην συνδρομήν, διά να δυνηθήτε να εύρετε τα μέσα να εισάξετε την εσωτερικήν ευταξίαν, και να φυλάξετε την υπόληψίν Σας εις τον έξω κόσμον.

«Τοιαύτα συλλογιζόμενος αισθάνομαι ζωηράν θλίψιν, ότι η εν Τροιζήνι Εθνική Συνέλευσις δεν εφωδίασε την Βουλήν με αποχρώσας δυνάμεις, διά να έχη την εξουσίαν να κυρώση τα μέτρα, άτινα η κοινή σωτηρία αποκαθιστά εις το εξής εξ ανάγκης κατεπειγούσης απαραίτητα.

«Νέα Εθνική Συνέλευσις δεν ειμπορεί να συνέλθη παντελώς προ του Απριλίου μηνός. Αλλ' εν τω μεταξύ τούτω εξακολουθούσα η ενεστώσα κρίσις ειμπορεί να μηδενίση όλας τας ελπίδας Σας, και, ν' αποστερήση τους καρπούς των υπέρ του ιερού αγώνος απείρων θυσιών, αγώνος, τον οποίον με τοσαύτην ανδρίαν και καρτερίαν υπεστηρίξατε.

«Πεπεισμένος με πόσην ανυπομονησίαν επιθυμείτε να τρυγήσητε τους καρπούς των θυσιών τούτων, και να πιστεύσετε την προσδοκίαν των συμμάχων Δυνάμεων, ως και την υπέρ υμών πρόνοιαν με την οποίαν ο χριστιανικός και πολιτευμένος κόσμος Σας τιμά, αποφασίζω να Σας προμηθεύσω το κατ' εμέ μόνον μέσον προς τον σκοπόν, συγκαλών Εθνικήν Συνέλευσιν τον Απρίλιον μήνα, και έως της συγκροτήσεως αυτής δεχόμενος σύστημα προσωρινής Κυβερνήσεως, θεμελιωμένον εν τοσούτω επάνω εις τας βάσεις των πράξεων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος.

«Δεν εδέχθην μόλα ταύτα το σύστημα τούτο, ειμή αφ' ού έλαβα την γνώμην της Βουλής και των μεταξύ Σας πλέον φωτισμένων από τα φώτα της πείρας. Ούτε βάλλω τούτο εις εκτέλεσιν χωρίς της συμπράξεως του ενός και του άλλου, και μάλιστα εκείνων, οίτινες διά των ψήφων των επαρχιών της επικρατείας ανέβησαν ήδη εις τον έντιμον βαθμόν της πρώτης Αρχής ή της Αντιπροσωπείας του Έθνους.

«Κοινωνούντες μετ' εμού, θέλουν μεθέξει των αγώνων και του υπευθύνου μου. Περί τούτων δε θέλει κρίνει η Εθνική Συνέλευσις.

«Ολόκληρος η ζωή μου, το δημόσιον στάδιον το οποίον διέτρεξα πλέον των τριάκοντα χρόνων, η εύνοια την οποίαν εντεύθεν απήλαυσα εις πολλούς της Ευρώπης τόπους, Σας προμηνύουν, ότι ο μόνος σκοπός της αποφάσεώς μου ταύτης είναι, να καταταχθήτε τέλος υπό την αιγίδα των Νόμων, και να διαφυλαχθήτε από τας ολεθρίας συνεπείας Κυβερνήσεως αυθαιρέτου.

«Εν Αιγίνη τη 20 Ιανουαρίου 1828.

Ο Κυβερνήτης
I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ».

Αυθημερόν δε εξέδωκε και τήν δε προς τους δημογέροντας των επαρχιών της Επικρατείας έχουσαν ώδε:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

Προς τους δημογέροντας των επαρχιών της επικρατείας

»Με πλήρη πεποίθησιν εις την θείαν βοήθειαν ιδού αναδέχομαι τας ηνίας της εθνικής κυβερνήσεως, τας οποίας αυτό το έθνος με ενεπιστεύθη, και αφοσιούμενος εις την εκπλήρωσιν των ιερών χρεών μου, προτίθεται μόνον και κύριον σκοπόν την σωτηρίαν και ευδαιμονίαν της φίλης Πατρίδος.

»Κανείς δεν αμφιβάλλει, ότι των νόμων η πραγματική ενέργεια είναι το μόνον, το οποίον θέλει φέρει την εσωτερικήν ευταξίαν, και εν ταυτώ θέλει προμηθεύσει εις το έθνος την εσωτερικήν υπόληψιν· απαιτείται λοιπόν από το μέρος όλων υμών αμετάτρεπτος αφοσίωσις εις τους νόμους, και ένθερμος προσπάθεια εις την δραστήριον και ακριβή εκτέλεσιν των διαταγών της Κυβερνήσεως.

»Είμαι πεπεισμένος εις το φιλόπονον και φιλοπάτριόν σας, και διά τούτο δεν αμφιβάλλω, ότι ως φέροντες το πρόσωπον των λαών, θέλετε σπεύσει να εμπνεύσητε εις άπαντας την προς τους νόμους υποταγήν, την πειθαρχίαν και την προς αλλήλους ομόνοιαν.

»Ο επισυναπτόμενος κανονισμός θέλει αποτελεί το σύστημα της προσωρινής κυβερνήσεως, μέχρις ού συγκροτηθεί η εθνική Συνέλευσις κατά το πνεύμα της ήδη εκδοθείσης διακηρύξεως, αντίτυπα των οποίων κλείονται διά να δημοσιευθώσιν εις όλην την περιοχήν.»

Εν Αιγίνη την 20 Ιανουαρίου 1828.

Ο Κυβερνήτης
I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ».

Ίνα δε παροτρύνη πατρικώς και τους στρατιωτικούς να εμμείνωσιν εν ταις τάξεσιν αυτών, εξέδωκεν αυθημερόν προς αυτούς τήν δε την εγκύκλιον :

Προς τους στρατιωτικούς Έλληνας.

«Πλήρης ελπίδος εις την θείαν αντίληψιν ανέλαβα τας ηνίας της παρά του έθνους εμπιστευθείσης μοι κυβερνήσεως, και αφωσιωμένος εις την εκπλήρωσαν των ιερών μου χρεών, ένα και μόνον σκοπόν έχω, την σωτηρίαν και ευδαιμονίαν της αγαπητής μας πατρίδος.

»Επειδή δε ουδείς αμφιβάλλει ότι μόνη η πραγματική ισχύς των νόμων δύναται να προμηθεύση εις το έθνος την εσωτερικήν ησυχίαν και ευταξίαν, διά τούτο είναι απαραίτητον έκαστος υμών να υπακούη και ευπειθεί αδιαπτώτως εις τους νόμους και τας διαταγάς της κυβερνήσεως, δεικνύων χαρακτήρα χρηστού πολίτου.

«Γνωρίζω την ανδρίαν και καρτερίαν σας, και πέποιθα ότι και εις το εξής καλώς αγωνιζόμενοι θέλετε επισφραγίσει την μέχρι τούδε αποκτηθείσαν δόξαν. Αλλά το χρέος μου απαιτεί να σας παραινέσω πατρικώς, καθώς και σας παραινώ, να μένετε εις άς ευρίσκεσθε θέσεις υπέρ της πατρίδος μαχόμενοι, και να μη τας αφίνετε άνευ προστάγματος των κατά νόμον ανωτέρων σας. Και ούτω ποιούντες, θέλετε δώσει το πρώτον δείγμα της εις τους νόμους ευπειθείας και υποταγής σας.

«Σας συνάπτεται διάταγμα το κανονίζον την σύστασιν της προσωρινής κυβερνήσεως μέχρι της συγκαλέσεως της εθνικής συνόδου κατά την έννοιαν της εκδεδομένης προκηρύξεως, της οποίας και σας στέλλω αντίτυπα διά να δημοσιευθώσιν εις όλην την περιοχήν σας.

«Εν Αιγίνη την 20 Ιανουαρίου 1828

Ο Κυβερνήτης
I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ».

Η προς τους Έλληνας προκήρυξις αύτη, ως και η προς τους δημογέροντας και τους στρατιωτικούς, ως εικός, διέχυσεν απανταχού μεγίστην χαράν και ιδίως παρά τω λαώ, όστις δι' αυτής ετίθετο εν ασφαλεία απέναντι των αυθαιρεσιών των προυχόντων των πολεμαρχών, ών οι απειθείς στρατιώται συνήχθησαν εν τω πεδίω της Τροιζήνος. Ο Κυβερνήτης γινώσκων αφ' ετέρου ότι οι οπλαρχηγοί (καπεταναίοι) εθεωρούντο ως ιδιαιτέρα τις τάξις ενασκούσα προνόμιά τινα, εζήτησε, θωπεύων την φιλαυτίαν αυτών, να κοινοποιήση αυτοίς τα καθήκοντα, άπερ είχον απέναντι της νέας τάξεως των πραγμάτων. Προς τούτο δε απηύθυνεν αυτοίς την άνω μνημονευθείσαν εγκύκλιον, ήτις εγένετο δεκτή παρ' απάντων ενθουσιωδώς.

Παρατηρητέον δ' ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας εν τη ιδιότητι αυτού ως Κυβερνήτου της Ελλάδος, αφήρεσε, κατά το Πολιτικόν Σύνταγμα, τον τίτλον αυτού Κόμητος, τίτλον κληρονομικόν εν τη οικογενειακή γενεαλογία αυτού, και αντικατέστησεν αυτόν διά του πατρωνυμικού αυτού: I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ. Η τοιαύτη του τίτλου αυτού αποκοπή ήτο λίαν φυσική διά τον Καποδίστριαν , όστις, αφ' ής ημέρας παρητήσατο της εν Ρωσία αρχής ιδιώτευεν απλώς εν Ελβετία και ουδέποτε έκτοτε έφερε παράσημόν τι εκ των πολλών απονεμηθέντων αυτώ υπό των ηγεμόνων της Ευρώπης κατά το μακρόν επιτυχές αυτού διπλωματικόν στάδιον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Πρώται κυβερνητικαί πράξεις του Καποδιστρίου: — Ίδρυσις του Πανελληνίου — Δημιουργία του Γραμματέως της Επικρατείας. — Διορισμός των μελών του Πανελληνίου. — Υπουργικόν Συμβούλιον. — Όρκος Κυβερνήτου. — Μέτρα κατά της πειρατείας της τε Γραμβούσης των βορείων Σποράδων. — Εξάλειψις της πειρατείας διά του ναυάρχου Α. Μιαούλη. — Πρόσκλησις των αδελφών του Κυβερνήτου Βιάρου και Αυγουστίνου Καποδιστρίου. — Ιωάννης Γεννατάς. Οικονομικά νομοθετήματα του Κυβερνήτου. — Αποστολή βοηθημάτων Ρωσίας και Γαλλίας. — Γενική Γραμματεία. — Ίδρυσις εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης — Φορολογικά. — Νομισματικά.

Ο Κυβερνήτης πριν ή προβή εις τον διορισμόν των μελών του Πανελληνίου, εδημιούργησε θέσιν γραμματέως της επικρατείας, επιφορτισμένου να συνυπογράφη δίκην πρωθυπουργού πάντα τα εξερχόμενα έγγραφα του Κράτους. Εις την υψίστην ταύτην διώρισε τον πολύν Σπυρίδωνα Τρικούπην, πατέρα του νυν πρωθυπουργού, πρώην ιδιαίτερον γραμματέα του κόμητος Γκίλφορδ είτα (1829) υπό του Ν. Σπηλιάδου αντικατασταθέντα. Ο Τρικούπης άμα διορισθείς προέβη εις πολλού λόγου αξίαν πράξιν επιδοκιμασθείσαν και υπ' αυτού του Κυβερνήτου, ζητήσας να δικαιώση τας απαιτήσεις των ευρωπαίων εμπόρων, οίτινες ζημιωθέντες υπό των πειρατών ανηνέχθησαν μεν εις τα εν Ναυπλίω δικαστήρια, αλλά δεν εδικαιώθησαν.

Είτα ο Καποδίστριας προέβη εις τον διορισμόν των μελών του Πανελληνίου, όπερ το κατ' αρχάς εξ εννέα μελών συγκείμενον, κατόπιν απετελέσθη εξ είκοσι και επτά μελών. Τα πρώτα διορισθέντα μέλη αυτού ήσαν οι: Γ. Κουντουριώτης, πρόβουλος (πρόεδρος) εν τω τμήματι των Οικονομικών, Νικόλαος Σπηλιάδης και Ανδρ. Παπαδόπουλος μέλη ή γραμματείς εν τω αυτώ τμήματι, Ανδρέας Ζαΐμης, πρόβουλος εν τω των Εσωτερικών, Γεώργιος Ψύλλας και Χριστόδουλος Αινιάν μέλη· και Πέτρος Μαυρομιχάλης, πρόβουλος εν τω των Στρατιωτικών και Κ. Ζωγράφος και Χ. Κλωνάρης μέλη. Βραδύτερον προσετέθησαν ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, ο Τάτσης Μαγγίνας, ο Ανδρέας Μεταξάς και ο Αποστόλης Ν. Αποστόλη, και έτι βραδύτερον προσετέθησαν ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Γ. Σταύρος, ο Αλ. Κοντόσταυλος, ο Γρ Σούτσος, ο Γ. I. Γεννατάς και ο Βιάρος Καποδίστριας. Υπουργούς δ' επί των λοιπών υπουργείων μετεχειρίζετο αυτούς τούτους τους προβούλους και τα μέλη του Πανελληνίου, πάσαν δε του υπουργείου των Εξωτερικών υπηρεσίαν είχεν αυτοπροσώπως ο Καποδίστριας. Εκ του σχηματισμού του Πανελληνίου, ως φαίνεται, ο Κυβερνήτης μετεχειρίσθη μετ' επιφυλάξεως τους εξόχως διακριθέντας επί ικανότητι εν τω αγώνι. Είναι μεν αληθές ότι τινές τούτων είχον ενοχοποιηθή διά τας εμφυλίους στάσεις, αλλ' ουχ ήττον τους άνδρας τούτους ηκολούθει το έθνος και δεν έπρεπεν εξ αρχής να δυσπιστήση προς αυτούς ο Κυβερνήτης. Τούτο όμως δεν εμείωσε την επιθυμίαν πάντων προς βελτίωσιν των κακώς εχόντων· τουναντίον μάλιστα πάντες ειργάσθησον μετά πολλού του ζήλου.

Πλην του Πανελληνίου, ο Κυβερνήτης είχε περί εαυτόν και το Υπουργικόν Συμβούλιον, αποτελούμενον εκ των πρώτων γραμματέων των τμημάτων του Πανελληνίου και του γραμματέως της Επικρατείας. Ουδέν δε μέλος του Πανελληνίου ηδύνατο να παρακαθήση εν τω συμβουλίω τούτω άνευ ειδικής αδείας του Κυβερνήτου, η δε αλληλογραφία μεταξύ αυτού και του Πανελληνίου εγίνετο διά των πρώτων γραμματέων των τμημάτων.

Ούτω διαθέσας τα του διοργανισμού της Κυβερνήσεως ο Καποδίστριας, τη 26 Ιανουαρίου μεταβάς επισήμως εις τον καθεδρικόν ναόν, ωρκίσθη τον όρκον τούτον: Εν ονόματι της αγιωτάτης και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να εκπληρώσω κατά τας οποίας αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος έθεσαν βάσεις τα εμπιστευθέντα μοι χρέη παρά του έθνους. Ορκίζομαι να τα εκπληρώσω μέχρι συγκαλέσεως της εθνικής συνελεύσεως κατά τους κανόνας διά της καταστάσεως της προσωρινής κυβερνήσεως ορισθέντας μόνον σκοπόν έχων να πράξω την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής ανακαινίσεως της Ελλάδος, ώστε να δυνηθή όσον τάχιστα ν' απολαύση των πνευματικών ωφελειών, τας οποίας η εν Λονδίνω συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 τη επαγγέλλεται. Καθίστημι εμαυτόν υπεύθυνον δι' όλας τας πράξεις της διοικήσεώς μου και εγγυώμαι να υποβάλω αυτάς εις την κύρωσιν της εθνικής συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει τον Απρίλιον μήνα» (46). Επίσης ωρκίσθησαν όρκον πίστεως και τα μέλη του Πανελληνίου και ο γραμματεύς της Επικρατείας.

Εννοείται ότι πάντα ταύτα τα έργα δι' ών προκατήρξατο της κυβερνήσεως ο Καποδίστριας, εθεωρήθησαν ως πραξικοπήματα των αντιπολιτευομένων, αλλ' ο λαός απεδέξατο αυτά μετά μεγάλου ενθουσιασμού.

Ο Καποδίστριας ορκισθείς ανέλαβε την ανόρθωσιν των κακώς εχόντων· και δυστυχώς ουδέν ην ηνωρθωμένον· τα πάντα εκείντο χαμαί· επανάστασις, διοίκησις, ηθική, στρατιωτική πειθαρχία ήσαν εν πλήρει παραλύσει· ήκμαζον δε πάντα τα πάση επαναστάσει συμπαρομαρτούντα κακά· η δε πειρατεία (47) ελυμαίνετο το εμπόριον και κατήσχυνε το ηρωικόν της Ελλάδος ναυτικόν παρά τοις έθνεσι και εξήγειρε την αγανάκτησιν των ευεργετίδων, προ πάντων, δυνάμεων, κατά των εκ της Γραμβούσης της Κρήτης και των βορείων Σποράδων εξορμούντων πειρατών. Την απαλλαγήν εκ πάντων τούτων των δεινών ανέμενε το έθνος παρά του Καποδιστρίου· προς αυτόν απέβλεπεν άπας ο ελληνισμός. Το έργον άρα του Καποδιστρίου ην μέγα, δυσχερέστατον· ώφειλε να εγείρη σύμπαν το έθνος εκ των δεινών της δουλείας και της επαναστάσεως και κατατάξη αυτό εις την χορείαν των πεπολιτισμένων εθνών. Προς τούτο ώφειλεν ο Κυβερνήτης να υψώση πανταχού την σημαίαν της επαναστάσεως, εξώση τον εχθρόν και καταστήση το έθνος ανεξάρτητον.

Πρωτίστως λοιπόν εφρόντισε περί της λυμαινομένης την χώραν πειρατείας και ληστείας· διώρισε δε εις καταδίωξιν των ενεργούντων αυτάς τον ναύαρχον Α. Μιαούλην. Ο Μιαούλης εν βραχεί διαστήματι χρόνου απήλλαξε σχεδόν, καθ' ολοκληρίαν τας Ελληνικάς θάλασσας της πειρατείας· ο δε Μαυροκορδάτος ουδέποτε ηρνήθη την συνδρομήν των φώτων και της εμπειρίας αυτού· και ο Κωλέττης δ' αυτός μετά προθυμίας απήλθε το μεν πρώτον ως υγειοφύλαξ ή υγειονόμος εις Σπέτσας, έπειτα δε ως έκτακτος απεσταλμένος εις Σάμον. Ο Γρίβας, ο Στράτος, ο Τσαβέλλας και άλλοι, καίπερ αντιμαχόμενοι προ της ελεύσεως του Κυβερνήτου, ευθύς όμως άμα τω κατάπλω αυτού, παρέδωκαν αυτώ τα τε φρούρια και εαυτούς. Αλλά δεν ήρκουν μόνον ούτοι διά την υπηρεσίαν και εγένετο χρεία προσκλήσεως προσώπων ειδικωτέρων και ιδίως χαιρόντων την απόλυτον εμπιστοσύνη του Καποδιστρίου· ως τοιούτους δε προσεκάλεσεν εκ Κερκύρας τους δύο αδελφούς αυτού Βιάρον (24 Μαρτίου) και Αυγουστίνον και τον φίλον αυτού Ιωάννην Γεννατάν, διακεκριμένον νομομαθή, ούς διώρισεν εις όλως εμπιστευτικάς υπηρεσίας· και τω μεν Βιάρω και Γεννατά ανέθηκε τα της δικαιοσύνης και των Εσωτερικών, τον δ' Αυγουστίνον πληρεξούσιον αντιπρόσωπον επί των Στρατιωτικών.


Κωλέτης

Μετά ταύτα πρώτιστον και κύριον μέλημα του Καποδιστρίου ήν η εξεύρεσις πόρων, επειδή δε δεν ηδυνήθη να προσκτήσηται τοιούτους, διέθηκεν υπέρ του στρατού και στόλου τας 300,000 φράγκων, άς έφερε μεθ' εαυτού εξ Ευρώπης, λαβών αυτάς παρά των Ελλήνων και φιλελλήνων προς εξαγοράν αιχμαλώτων Επειδή δ' απέτυχον τελείως αι περί συνομολογήσεως, τη μεσιτεία του Εϋνάρδου, εξωτερικού δανείου εξ 1,000,000 φράγκων διά να δυνηθή, να θεραπεύση τας πρώτας ανάγκας του Κράτους, ίδρυσεν, ως θέλομεν ειπεί, την Εθνικήν Χρηματιστικήν Τράπεζαν, εξ ής, κατά τον προϋπολογισμόν του 1829, εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον 678,220 φράγκων. Αλλ' η τοιαύτη της Τραπέζης ανακούφισις ήτο προσωρινή, άνευ δε μειζόνων πόρων ήθελεν επέλθει το οικονομικόν του Καποδιστρίου ναυάγιον, ότε κατά το θέρος του 1828 κατέφθασαν εκ Ρωσίας και Γαλλίας αι πρώται συνδρομαί, κατόπιν των πολλών παρακλήσεων και υπομνημάτων του Κυβερνήτου, όστις γράφων προς τας Δυνάμεις δι' υπομνήματος έλεγε μεταξύ των άλλων και τάδε:


I. Γ. Εϋνάρδος

«1ον) Να δανείσωσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν όσα βοηθήματα είναι της δυνάμεώς των εις ζωοτροφίας, εις πολεμεφόδια και εις αργύριον. Ταύτα δε ανάγκη να μη ήναι κατώτερα αξίας 100,000 ταλλήρων κατά μήνα, εάν μέλλωσι να επαμύνωσιν οπωσούν εις τας χρείας και να παρασκευάσωσι καλήν τινά έκβασιν.

»2ον) Αποκλείοντες έτι στενώτερον διά των στόλων τα τε Μεσσηνιακά φρούρια και την Αττικήν και τους κόλπους Βόλου Άρτης, ίσως ηδύναντο να ποοσελκύσωσιν εις συνδιαλέξεις τον τε Ιμβραήμ πασάν και τον Κιουταχήν και τον εις Αθήνας Οθωμανόν φρούραρχον, κατά τας οποίας οι κάτοικοι της Πελοποννήσου ήθελον προφθάσει να θερίσωσι, πράγμα τόσον ουσιώδες, ώστε, ει χρεία, και η ελληνική κυβέρνησις το συνέτρεχε παραδεχομένη τους απεσταλμένους της Πύλης και ακούουσα τας προτάσεις αυτών, αν τω όντι έχωσί τι να τη προτείνωσιν.

»3) Η Κυβέρνησις διατηρεί στολίσκον τινά παρά την Σάμον προς καθησύχασιν των κατοίκων, φοβουμένων δικαίως τους Τούρκους μετά την πτώσιν της Χίου. Αν λοιπόν οι ναύαρχοι των συμμάχων Δυνάμεων επιχειρήσωσιν εκείσε περιπολίαν τινά (έχοντες μάλιστα βοηθόν το γράμμα της συνθήκης), προφυλάττοντες την Σάμον πάσης επιδρομής, θέλουσιν ανακουφίσει και την Ελληνικήν Κυβέρνησιν της δαπάνης προς διατήρησιν στολίσκου.

»4) Τέλος, εάν, ό μη γένοιτο η πανώλης διαδοθή και εις το Αιγαίον, η μεν Ελληνική κυβέρνησις πάντως επανδρισθήσεται προς εγκατάστασιν της δεούσης κατά θάλασσαν υγειονομικής επιμελείας, άλλως όμως δεν θέλει το κατορθώσει, ειμή έχουσα συμβοηθούς και τους ναυάρχους των τριών προστατίδων Δυνάμεων μετά τινων πλοίων, εις τούτο το υπηρέτημα πραττομένων».

Αι δεήσεις του Κυβερνήτου ευτυχώς εισηκούσθησαν εν μέρει· και ο μεν αυτοκράτωρ της Ρωσίας έπεμψεν εις συναλλαγματικάς μεν 500,000 φράγκων, εις είδη δε, ετέρας 100,000. Το παράδειγμα τούτου εμιμήθη και ο αληθώς φιλάνθρωπος και φιλέλλην βασιλεύς της Γαλλίας Κάρολος ο Ι', πέμψας 500,000 φράγκων εις χρυσόν, η δε Αγγλία έπεμψε βραδύτερον (1830) μόνον 500,000 φράγκων, δι' ών ο Καποδίστριας ηδυνήθη να επαρκέση μικρόν εις τας πρώτας ανάγκας του Κράτους.

Προς τούτοις ο Καποδίστριας συνέστησε και την λεγομένη Γενικήν Γραμματείαν, περί ήν συνεπήχθησαν πάσαι αι υποθέσεις· η γραμματεία αύτη έχουσα επί κεφαλής τον Σπυρ. Τρικούπη απετελείτο εκ τώνδε των δέκα προσώπων: Γ. Πραΐδη, Σ. Σκούφου, Γ. Καραγιαννοπούλου Τισαμενού, Ν. Καρόρη, Π. Σπανοπούλου, Ν. Δραγούμη (48), Λιβερίου Λιβεροπούλου, Ν. Λουριώτη, Θ. Σχινά, Ν. Ολλανδού. Τούτων οι μεν έξ ήσαν συντάκται ή συνθέται (μεταφρασταί), των δ' άλλων ο μεν ην αρχειοφύλαξ διεκπεραιωτής, ο δε λογιστής, ο δε αντιγραφεύς, ο δε επί των αναφορών και των άλλων ποικίλης ύλης εγγράφων, και είχον μισθόν οι μεν έξ συντάκται και οι άλλοι τρεις, πλην του αντιγραφέως, 400 γρόσια, ο δε Τρικούπης 500 (200 δραχμάς). την γραμματείαν ταύτην συνεκέντρωσεν ο Καποδίστριας πάσαν την υπηρεσίαν της διοικήσεως· βραδύτερον δε, ότε ανεπτύχθησαν τα του Κράτους, συνεκροτήθη και η λεγομένη Επιτροπή της οικονομίας, ήτις διώκει τα της μετ' ολίγον σχηματισθείσης Χρηματιστικής Τραπέζης και το Γενικόν Φροντιστήριον, εις ό είχον ανατεθή τα του στρατού και του ναυτικού, αλλ' αι δύο αύται αρχαί είχον περιωρισμένα καθήκοντα. Επειδή δε τα πάντα τότε ήσαν ασύντακτα, οι πάντες ειργάζοντο σχεδόν νυχθημερόν, πρώτου του Καποδιστρίου δόντος το παράδειγμα, μικρόν μόνον αναπαυόμενοι, ως λέγει ο Δραγούμης εν ταις Ιστορικαίς Αναμνήσεσιν αυτού. Ούτοι αείποτε τω Κυβερνήτη συνοδεύοντες, κατά τας συχνάς αυτού περιοδείας, συνειργάζοντο μετ' αυτού και ως τα του τόπου κάλλιον επιστάμενοι, τα μέγιστα συνεβάλλοντο εις το έργον, ούτινος επελήφθη ο Καποδίστριας.

Επειδή δε πρωτίστως ησθάνθη την ανάγκην χρημάτων, απεφάσισεν, ως είπομεν, την ίδρυσιν της Εθνικής Χρηματιστικής Τραπέζης, διότι κατά την έκθεσιν του επί των οικονομικών γραμματέως, ως είδομεν, το δημόσιον ταμείον ην κενόν (49) και τα έσοδα του Κράτους ελάχιστα, εθνικόν δε χρέος 3,000,000 λιρών αγγλικών, πλην των διά μισθόν του τε κατά γην και κατά θάλασσαν στρατού και των αποζημιώσεων, άς παρά της κυβερνήσεως απήτουν, δικαίως, αι κοινότητες και ιδιώται διά τας άς υπέστησαν απωλείας διαρκούντος του μακρού πολέμου, επεβάρυνε το έθνος. Φαντασθήτε ότι μόνοι οι Υδραίοι απήτουν 18,000,000 φράγκων. Και περιέμενε μεν τα υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων υπεσχημένα χρήματα είτε τίτλω βοηθημάτων είτε τίτλω δανείων, αλλ' επειγόμενος υπό των καθ' εκάστην αναγκών υπέρ της συντηρήσεως του τε κατά γην και κατά θάλασσαν στρατού, εποιήσατο έκκλησιν εις τα φιλογενή αισθήματα των Ελλήνων των εχόντων εισέτι χρήματα, και ιδίως προς τους έχοντας εμπορικούς οίκους εν ταις κυριωτέραις ευρωπαϊκαίς πόλεσι, παρακαλών αυτούς να γίνωσι μέτοχοι της Τραπέζης, ήτις ήτο τρόπον τινά η πρώτη εθνική ελληνική Τράπεζα. Εν τη εκκλήσει εκείνη ανέλυε τους λόγους, δι' ούς επείσθη να συστήση την Τράπεζαν εν στιγμαίς λίαν κινδυνώδεσι διά την Ελλάδα, παρείχεν εγγυήσεις διά τα κατατιθέμενα χρήματα, προς 8 — τα του Κράτους έσοδα και εκήρυττεν ότι τα χρεώγραφα εκείνα έμελλον να εξαργυρωθώσιν εντός έτους απέναντι των οφειλομένων φόρων.

Πράγματι οι όροι ούτοι του Καποδιστρίου έσχον ευάρεστα αποτελέσματα, πάντες δε οι δυνάμενοι επί την χρηστότητα του Κυβερνήτου αποβλέποντες, ενεγράφησαν μέτοχοι. Ούτω δε εντός μηνός 100,000 γροσίων ισπανικών (525,000 φράγκων) κατεβλήθησαν παρά διαφόρων, εν οίς πρώτος αυτός ο Καποδίστριας, πολλά μέλη του Πανελληνίου, πολλοί Υδραίοι και Σπετσιώται, και φιλέλληνες τινες, εν οίς πρωτίστην κατέχει θέσιν ο προσωπικός του Κυβερνήτου φίλος ιππότης Εϋνάρδος, ο και πολλών άλλων ευεργεσιών αίτιος γενόμενος τη Ελλάδι, ούτινος την προτομήν βλέπει τις σήμερον μνήμης χάριν εν τω ανακτορικώ κήπω κατά την δυτικήν πλευράν αυτού.

Η τράπεζα αύτη εξέδωκεν 6,472 μετοχάς, ών εκάστη ετιμάτο 83 1)3 ταλήρων (Κολονάτων) και έμελλε να διατηρηθεί μέχρι της 1 Απριλίου 1835, ήτοι μέχρι της λήξεως της επταετούς κυβερνήσεως του Καποδιστρίου. Αι μετοχαί αύται απέφερον τω φέροντι 8 — ετησίως. Επειδή δε δεν είχε ληφθή πρόνοια, όπως οι μέτοχοι απέναντι των χρημάτων αυτών ασφαλισθώσι δι' εθνικών γαιών, η πίστις του πιστωτικού εκείνου καθιδρύματος βαθμηδόν εξέλιπε· την πίστιν δε ταύτην θέλων να ανυψώσι τη 3 Φεβρουαρίου 1830 διά διατάγματος εδίδοντο τοις μετόχοις εις υποθήκην οι επί της Αχαϊκής ακτής σταφιδαμπελώνες, οι ελαιώνες της Κορίνθου και Αμφίσσης, η σμύρις και αι αλυκαί της Νάξου και τα λατομεία και αι αλυκαί της νήσου Μήλου. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η πίστις δεν ηδραιώθη και ολονέν επί τα χείρω βαίνουσα ως εκ της αδιαφορίας του λαού, ζητούντος την ανεξαρτησίαν της Τραπέζης από της Κυβερνήσεως, διετηρήθη εν μαρασμώδει καταστάσει, έως ού τω 1834 η αντιβασιλεία έθηκε τέρμα εις την ιδανικήν αυτής ύπαρξιν και μόλις μετά πολλάς διαπραγματεύσεις (25 Ιανουαρίου 1836), κατά το 1841 (Μαρτίου 13) ιδρύθη, το πρώτον, υπό του Γεωργίου Σταύρου η πρώτη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, διατηρουμένη εν ακμή μέχρι σήμερον.

Επειδή δε τα φορολογικά του Κράτους ως εκ του μακρού πολέμου διετέλουν εν οικτρά καταστάσει, τούτο μεν εκ της ανεχείας του φορολογουμένου λαού, τούτο δ' ως εκ της υφαρπαγής φόρων παρά των συντηρούντων μαχητάς οπλαργηγών, ο κυβερνήτης επέστησε την προσοχήν και επί του θέματος τούτου. Ο έγγειος φόρος ην 10 0)0 επί των ιδιοκτήτων και 30 0)0 επί των εθνικών γαιών, όνπερ καθίστα έτι βαύτερον, ως είπομεν, εισπράξεως και της φορολογίας τρόπος, καθ' όν ελαμβάνετο η δεκάτη (το δέκατον) από της ακαθαρίστου των γαιών προσόδου υπό των ανηλεών εκμισθωτών αυτής (δεκατιστών) ών λαμπράν εικόνα παρέσχεν, εν τοις καθ' ημάς, ο καθηγητής Αλέξανδρος Μωραϊτίδης εν τω εν τη «Νέα Εφημερίδι» (50) δημοσιευθέντι «Δεκατιστή» αυτού. «Ούτοι ως οι επί της Τουρκοκρατίας ουσουρτζίδες (δεκατισταί) παρά της κυβερνήσεως εκμισθούντες την δεκάτην, τα πάντα μετήρχοντο κατά των δυστυχών χωρικών, όπως εισπράξωσι τον επιβεβλημένον αυτοίς φόρον, εξ ού πολλάκις ούτοι δεν συνεκόμιζον τους καρπούς αυτών, προτιμώντες την ανέχειαν μάλλον ή τας πανουργίας των εκμισθωτών. Τούτο δε δεν συνέβαινε μόνον επί του εγγείου φόρου, αλλά και επί των τελωνείων, άτινα εξεμισθούντο υπό του Κράτους εις ιδιώτας, οίτινες ως οι δεκατισταί τον νόμον καταστρατηγούντες εν ανοχή των αρχών της επαναστατικής εκείνης εποχής εκέρδαινον αμύθητα, ουδενός σχεδόν ή μικρού κέρδους εισερχομένου εις το δημόσιον ταμείον. Ταύτα ιδών ο Κυβερνήτης φρίξας επί ταις καταδολιεύσεσι και καταστρατηγήσεσι των κειμένων νόμων, εξ ών το μεν Κράτος ουδαμώς ωφελείτο, εθησαύριζον δε ολίγοι τινές, διέταξε την ακύρωσιν των εκμισθώσεων της πρότερον κυβερνήσεως και νέαν ενήργησε δημοπρασίαν, εξ ής προσεγένετο τω κράτει κέρδος εκ 30.000 ταλλήρων.

Επειδή δε μετά την κατάπαυσιν του πολέμου έπρεπε να γίνη οριστική διάκρισις των ιδιοκτήτων γαιών από των πρότερον μεν τω Τουρκικώ Κράτει και τοις βακουφίοις (κτήμασιν αφιερωμένοις εις τεμένη) ανηκουσών, αίτινες απετέλουν τα 4]10 μέχρι του ημίσεος της όλης της Ελλάδος εκτάσεως, και επί τη βάσει ταύτη να γίνη η νυν έγγειος φορολογία, διά τούτο ο Καποδίστριας συνέστησε μεν κτηματολογικήν επιτροπήν προς κτηματικήν της χώρας απογραφήν, αλλ' αύτη, καίπερ καλώς ανταμειβομένη, ουδέν έπραξεν. Αλλά μη θαυμάσωμεν διά τούτο· διότι έκτοτε μεθ' όλον το μεσολαβήσαν μέγα χρονικόν διάστημα, καθ' ο δύο εβασίλευσαν δυναστείαι, ουδέν κατωρθώθη, εν Γαλλία δε μόλις προ ολίγων δεκαετηρίδων ήχθη εις πέρας το κτηματολόγιον αυτής και παρ' ημίν μόλις από διετίας η επί τούτω προσκληθείσα αυστριακή γεωδαιτική επιτροπή ασχολείται περί την σύνταξιν της κτηματικής της Ελλάδος απογραφής. Η επιτροπή εκείνη του Καποδιστρίου αν δεν έπραξεν άλλο τι, τουλάχιστον υπελόγισεν ότι εκ του μακρού πολέμου και των δηώσεων του Ιβραήμ η Πελοπόννησος είχεν απολέσει τα 9]10 της καλλιεργουμένης επιφανείας αυτής.


Ιβραχήμ Πασάς

Ο εξ Ήλιδος Ν. Πονηρόπουλος υπέβαλε τω Καποδιστρία σχέδιον εξειργασμένον, καθ' ό αι μεν εν Ελλάδι οικογένειαι, μετά τον πόλεμον, ανήρχοντο εις 159,000, ών μόνον αι 68,000 ήσαν γεωργικαί, προς άς έδει να παραχωρηθώσιν ανά 100 στρέμματα γης εθνικής προς 30 φράγκα κατά στρέμμα, εξ ών το δημόσιον έμελλε να εισπράξη 204,000.000, φράγκων εντός τριάκοντα ετών επί τόκω 6 0)0, εξ ού η κυβέρνησις πλην της διά της καλλιεργείας αυξήσεως του εγγείου φόρου των ιδιωτικών γαιών, ήθελεν έχει ετήσιον εισόδημα εξ 20,400,000 φράγκων, αλλ' ο Κυβερνήτης απέναντι του σχεδίου τούτου όπερ μεγάλως ήθελεν ωφελήσει το τότε πτωχόν ελληνικόν Κρατίδιον, αντέταξεν, ως εκ των πολλών και παραλόγων απαιτήσεων των Ελλήνων, απαιτούντων άμεσον την διανομήν των εθνικών γαιών, σκληράν, τη αληθεία, την αδιαφορίαν, ήν μόνον καθίστα ανεκτήν παρά τω λαώ η δι' επιτηδείων υποσχέσεων περί μελλούσης διανομής υπεκφυγή αυτού ήτις προυκάλεσεν ου σμικράν κατ' αυτού δυσαρέσκειαν.

Αλλ' ο Καποδίστριας, εις έν μόνον αποβλέπων, εις το να κυβερνήση δικαίως και μετριοπαθώς, ουδαμώς ενέδιδεν εις την διανομήν των εθνικών γαιών και μόνον κατά την διασαλπισθείσαν εκλογήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως βασιλέως της Ελλάδος, ήτις επέβαλεν αυτώ δημοτικωτέραν πολιτικήν διά διαγγέλματος προσεκάλεσε την το Πανελλήνιον διαδεξαμένην Γερουσίαν να ενεργήσωσιν από κοινού τα της διανομής, ήτις εν παρόδω ειρήσθω, ουδέποτε εγένετο, ούτε μετά τας εν Ύδρα και Μάνη στάσεις ότε είχε ρίψει επιτηδείως εις το μέσον το ζήτημα της διανομής ήτις και αύθις μη γενομένη, ως έδει, μεθ' όλους τους προεκδοθέντας νόμους: Ι', ΙΔ', ΛΖ', Λθ', ΜΒ', ΜΓ, ΜΔ', επέφερεν, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, την αθλιότητα ήτις καθ' όλον το μακρόν της του Όθωνος βασιλείας διάστημα εταλαιπώρει το τάλαν έθνος και τας συνεπείας της οποίας αισθάνεται μέχρι σήμερον το τε Κράτος και τα άτομα. Η διαγωγή αύτη του Καποδιστρίου έβλαψεν αυτόν τε και την Ελλάδι, ως παρατηρεί δε ολίγον υπερβολικώς ο Γερβίνος εν τη ιστορία του 19ου αιώνος: «Ενώπιον της μεγίστης ταύτης αμελείας, πάντα τα υπέρ των συμφερόντων της χώρας έργα του Κυβερνήτου, ουδέν άλλο εισίν ή παιγνιώδεις διατριβαί μόνον οικτράς διοικητικής ανικανότητος».


Λεοπόλδος

Βραδύτερον (Μάρτιος 1830), ο Καποδίστριας εσκέφθη και αύθις περί της μεταβολής του τρόπου της του φόρου καταβολής, διατάξας την πληρωμήν αυτών εις χρήματα αντί του είδους 10 — 25 0)0 αναλόγως της ποιότητος και ποσότητος των προϊόντων. Αλλ' η τοιαύτη διάταξις του Κυβερνήτου μεγάλως εζημίου τους παραγωγούς εμπεσόντας, προς καταβολήν των φόρων, εις χείρας αισχρών τοκογλύφων, εφ' ώ και αύθις (1 Μαρτίου 1831) η φορολογία επανήλθεν εις το πρώην καθεστώς, εις την εις είδος τουτέστι 10 0)0 μεν επί των ιδιοκτήτων, 25 0)0 δ' επί των εθνικών γαιών, αλλά και αύθις νέα παρουσιάσθησαν παράπονα των παραγωγέων διά την αυθαιρεσίαν των ενοικιαστών των φόρων και διά την νέαν διάταξιν, καθ' ήν πας παραγωγεύς ώφειλε να φέρη δωρεάν εις πεντάωρον απόστασιν τους τελουμένους υπ' αυτού φόρους, αι νέαι δ' αύται διατάξεις μεγάλως εμείωσαν τας εκ του εγγείου φόρου εισπράξεις.

Επίσης προέβη και εις μεταρρύθμισιν των εμμέσων φορών δι' υψώσεως των τελωνειακών δασμολογίων από 2 — 3 0)0, εις 6 μεν διά το εξαγωγικόν τέλος, εις 10 0)0 δε διά το εισαγωγικόν, ούτως ώστε κατά το 1830 απέφερον 1,200,000 φοινίκων. Βραδύτερον όμως ιδών ότι διά της των τελών αυξήσεως ουδαμώς εγένετο αύξησις των τελωνιακών εισπράξεων, ηύξησεν έτι μάλλον τον εισαγωγικόν φόρον των ξένων εμπορευμάτων, και ούτω πλην του 10 0)0 επεβλήθη και πρόσθετος φόρος 6 0)0 διά τα εις το εσωτερικόν της Ελλάδος διαπεμπόμενα ξένα εμπορεύματα και βραδύτερον (θέρος του 1831) ηύξησεν έτι μάλλον τα τελωνιακά τέλη διά μεν την εξαγωγήν εις 8 0)0, διά δε την εισαγωγήν εις 12 0)0.

Ίνα δε προλάβη και την λυμαινομένην το Κράτος κιβδηλίαν των ποικίλων ειδών ξένων νομισμάτων, άπερ εκυκλοφόρουν εν Ελλάδι, ο Καποδίστριας έθηκεν εις ενέργειαν το Ζ' ψήφισμα τις Δ' εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως το την 31 Ιουλίου εκδοθέν, καθ' ό αναγκαίου θεωρηθέντος του εθνικού νομίσματος, απεφασίσθη η ίδρυσις Εθνικού Νομισματοκοπείου, κατά το υπό του Πανελληνίου καταστρωθέν σχέδιον, όπερ ώριζε την τιμήν, τα σύμβολα και την επιγραφήν των νομισμάτων. Και απεφασίσθη μεν η εκκοπή χρυσών, αργυρών και χαλκίνων, αλλά μόνον εκ των δύο τελευταίων εκόπησαν εν τω εθνικώ εν Αιγίνη νομισματοκοπείου, όπερ διηύθυνεν ο πατήρ του πρώην υπουργού των Εξωτερικών Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, τη προτάσει ακριβώς του οποίου εγένετο η εκκοπή των εθνικών νομισμάτων διότι, εν όσω εκυκλοφόρει ο τουρκικός Παράς εντός της Ελλάδος, ου μόνον ήτο αδύνατον να υπάρξη και διατηρηθεί επί πολύ η κατ' αξίαν διατίμησις των ευρωπαϊκών νομισμάτων, ήν είχε συντάξει ο Κοντόσταυλος και ήτις εδημοσιεύθη ανά σύμπαν το Κράτος, αλλά και η κυκλοφορία αυτού ήθελεν εξακολουθεί να παραλύη και το μικρόν της Ελλάδος εμπόριον. Απεστάλη λοιπόν εις Μελίτην, ο άλλοτε μεγαλέμπορος αυτόθι, εν τω μεγάρω του οποίου κατέλυσεν ο Κυβερνήτης κατά την εκ Μελίτης διάβασιν αυτού, Κοντόσταυλος, προς εξαγοράν νομισματοκοπτικής μηχανής και εξαργύρωσιν των 500 χιλιάδων φράγκων συναλλαγματικών πληρωτέων εις Λονδίνον των του Τσάρου αποσταλεισών. Εκεί ο Κοντόσταυλος σχετισθείς μετά του πρώτου γραμματέως της διοικήσεως Σερ Φρέδερικ Χένκεϋ κατώρθωσεν αντί ευτελούς ποσού εκατόν λιρών αγγλικών αγοράν του νομισματοκοπείου του κατά το τέλος της παρελθούσης εκατονταετηρίδας διαλυθέντος τάγματος των ιπποτών της Μελίτης.


Α. Κοντόσταυλος

Ο Κοντόσταυλος επέστρεψεν εις Αίγιναν συναποκομίζων και νομισματοκοπτικάς μηχανάς, αλλά μόλις έφθασε και γνωσθέντος του ευτελούς ποσού ανθ' ού ηγόρασεν αυτάς, αμέσως ήρξατο να διαδίδηται ότι ουδαμώς θέλουσι δυνηθή δι' αυτών να κόψωσι νομίσματα. Τέλος όμως ο Κοντόσταυλος κατώρθωσε, τη 28 Ιουλίου 1829 να πέμψη προς την εν Άργει εθνοσυνέλευσιν τα πρώτα νεοελληνικά νομίσματα, ένα αργυρούν φοίνικα και χάλκινα μονόλεπτα, πεντάλεπτα και δεκάλεπτα. Έκτοτε, ως είπομεν, γενομένου δεκτού του τύπου των νομισμάτων, διετάχθη η εκκοπή αυτών, υπό την επιστασίαν και επαγρύπνησιν του Κοντοσταύλου μέχρι της 15 Σεπτεμβρίου 1829, αλλά βραδύτερον, άλλως της εσωτερικής διοικήσεως της Ελλάδος οργανωθείσης, το Νομισματοκοπείον προσέλαβεν ίδιον οργανισμόν συνενωθέν μετά της Επιτροπής της Οικονομίας (51).

Τα εκκοπέντα νομίσματα έφερον αφ' ενός μεν τα γράμματα· ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ και τα σύμβολα: το μυθολογικόν πτηνόν φοίνικα, όπερ αναγεννάται εκ της τέφρας αυτού και όπερ αλληγορικώς εσήμαινε την αναγέννησιν της Ελλάδος, ως δηλοί και η κάτωθι αυτού χρονολογία: αωκα'. Άνωθεν δε του φοίνικος Σταυρόν, το σύμβολον της ιεράς επαναστατικής σημαίας, της Εταιρίας των Φιλικών, και προς τα αριστερά μικρόν ύπερθεν της δεξιάς πτέρυγος του φοίνικος την εκκλησιαστικήν παράστασιν της επιφοιτήσεως του αγίου Πνεύματος, ως βλέπει τις εν τω εν τη προμετωπίδι του παρόντος βιβλίου παρατεθέντι φοίνικι. Αφ' ετέρου δε τα γράμματα: ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ και το έτος της εκκοπής· εντός δε συμπλέγματος κλάδου ελαίας και δάφνης κάτωθεν μεν προσδεδεμένου διά ταινίας, άνωθεν δε ανοικτού, αναγράφεται η αξία του νομίσματος. Και η μεν χρονολογία των χαλκίνων νομισμάτων άρχεται από του 1829 και λήγει τω 1831, η δε του αργυρού φοίνικος έχοντος μέγεθος φράγκου και διαιρουμένου ως εκείνο εις 100 λεπτά, ήτο αμετάβλητος 1828, όπως σημαίνη το ευτυχές έτος της εις Ελλάδα καθόδου του αναγεννήσαντος αυτήν Κυβερνήτου.


Νομίσματα κοπέντα επί Καποδιστρίου

Δυστυχώς εν τη εκκοπή των φοινίκων δεν ελήφθη φροντίς όπως από της μεταλλικής αξίας εκάστου αργυρού νομίσματος αφαιρώνται τα έξοδα της εκτυπώσεως, ούτως ώστε η έκδοσις αυτών αντί να πλουτίση το Κράτος, ως έδει, εζημίωσεν αυτό. Το τοιούτον εγέννησε μέγα σκάνδαλον εν τω Κράτει, ο δε Κυβερνήτης ίνα προλάβη την αισχύνην και την κακοπιστίαν των ενεργησάντων αυτό, εκάλυψε το πράγμα, καίτοι η αναλαβούσα την εξεχνίασιν του δράστου επιτροπή της Οικονομίας ήρξατο των ανακρίσεων αυτής. Έκτοτε δε το νομισματοκοπείον της Αιγίνης, όπερ μέχρι προ ολίγων ετών έκειτο εική εν τω προαυλίω του μεγάρου του Κυβερνήτου (Σπίτι του Μπαρμπαγιάννη, ως λέγουσιν Αιγινήται), δεν έκοψε πλέον αργυρά νομίσματα ειμή μόνον χαλκά, μονόλεπτα, πεντάλεπτα, δεκάλεπτα και βραδύτερον εικοσάλεπτα εκ των κατά την επανάστασιν κατακτηθέντων Τουρκικών τηλεβόλων. Κατά τινα έκθεσιν φοίνικες μεν εκόπησαν εν συνόλω 12,000, αλλ' ως εκ του γενομένου, ως είπομεν, λάθους κερδοσκόποι καρπωθέντες αυτούς απέσυραν της κυκλοφορίας· διότι αναλύσαντες αυτούς επώλησαν ως άργυρον ή εξήγαγον εις το εξωτερικόν, ούτως ώστε εντός ελαχίστου χρόνου, ο φοίνιξ κατέστη ιδανικόν νόμισμα, εκπροσωπούμενον εν τη αγορά διά των λεπτών, των χαλκίνων τουτέστι νομισμάτων, εξ ών εντός ετών εκόπησαν 1,000,000 φοινίκων αξίας.

Ο Κυβερνήτης πριν ή επιτρέψη την ανά το Κράτος κυκλοφορίαν διά διατάγματος αυτού εκδοθέντος κατά Ιανουάριον του 1830 υπεχρέου τους οφειλέτας εις απόδοσιν της δανεισθείσης ονομαστικής ποσότητος και εις πληρωμήν του χρέους διά του νομίσματος του κυκλοφορούντος κατά την εποχήν της αποδόσεως του δανείου, ήτοι δι' εθνικών νομισμάτων, φοινίκων και λεπτών αντί των τουρκικών γροσιών και παράδων, οίτινες ήσαν εισέτι εν χρήσει προς διευκόλυνσιν του εμπορίου μεταξύ της ελευθέρας και της δούλης Ελλάδος. Βραδύτερον δε, κατ' Ιούλιον του 1831 εδημοσίευσε και απαγόρευσιν της ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας παντός ξένου νομίσματος, ιδίως του τουρκικού και αυτών έτι των εν Ελλάδι κοπέντων από του 1826 — 1828.

Τοιαύται ήσαν αι νομισματικαί μεταρρυθμίσεις του Κυβερνήτου και τοιαύτα τινά έφερον αποτελέσματα, ώστε εντός ολίγου επεκράτησε καθ' άπασαν την Ελλάδα, το ελληνικόν εθνικόν νόμισμα, πρώτον τούτο της νέας Ελλάδος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Αστυνομικά. — Στρατιωτικός διοργανισμός, — Διαίρεσις του στρατού εις χιλιαρχίας. — Παραλαβή των φρουρίων Ναυπλίου. — Προσωρινή διοικητική της χώρας διαίρεσις. — Έκτακτοι επίτροποι. — Δημογεροντίαι. — Πληθυσμός Πελοποννήσου και νήσων — Σύστασις στρατoδικείων. Σχολή των Ευελπίδων. — Ναυτικά. — Γεωργικά. — Δημόσια καταστήματα. — Δικαστικά. — Εκπαιδευτικά.


Ο Καποδίστριας επιθυμών να εδραιώση και την σαλευομένην δημοσίαν ασφάλειαν, σύστημα αστυνομικόν αυστηρότατον κατά το τελειότερον πρότυπον των ευρωπαϊκών, όπερ όμως διά των λίαν αυστηρών οργάνων αυτού συλλαμβανόντων πάντα ύποπτον και μη φίλα φρονούντα τω Κυβερνήτη, μεγάλην κατά του Κυβερνήτου εξήγειρε κατακραυγήν, ιδίως δε μετά την εις τον ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του είτα βασιλέως του Βελγίου αναγορευθέντος Λεοπόλδου πρίγκηπος του Κοβούργου. Προς τούτοις δε επέβαλε και τα λεγόμενα διαβατήρια, άπερ εν τοις μοναρχικοίς κράτεσιν ιδίως νυν εν Ρωσία και Τουρκία ήσαν εν χρήσει προς εύκοπον σύλληψιν παντός δράστου εγκλήματος τίνος οιουδήποτε. Κατά τας περί διαβατηρίων διατάξεις, ουδείς ηδύνατο να εισέλθη εις το Ελληνικόν έδαφος, αν μη έφερε διαβατήριον προσωπικόν καθ' όλους τους τύπους συντεταγμένον, αλλά και ο φέρων πάλιν τοιούτον αλλοδαπός ώφειλε να δηλώση τη αστυνομία τους λόγους της αφίξεως αυτού και να παράσχη εγγύησιν ότι θα υπακούση εις τους νόμους του Κράτους και ότι ηδύνατο να πορίζηται τα προς το ζην. Αν δε ταύτα πάντα εξετελούντο, τότε εξεδίδετο διαμονητήριον· ισχύον προσωπικώς μόνον διά τον προς όν εξεδίδετο επί μίαν εβδομάδα ή μήνα ή έτος.

Η διάταξις αύτη όσον και αν φαίνεται ευθύς εξ αρχής απολυταρχική όσον αν εκώλυσε την εις Ελλάδα κάθοδον ξένων, υπήρξε σωτηριώδης διά την Ελλάδα, ήν ελυμαίνοντο τότε παντός είδους κακούργοι, λησταί και άλλοι καθ' εκάστην παρέχοντες πράγματα τη δημοσία ασφαλεία· επί τοσούτω δε διά του θεσμού τούτου επαγιώθη η τάξις και η ασφάλεια, ώστε κατέστη παροιμιώδης:

«Δεν έχω ανάγκην, έλεγεν αφελώς ο ποιμήν, να φυλάττω εκ του σύνεγγυς το ποίμνιόν μου, διότι υπό την ουράν της προβατίνας είναι ο Μπαρμπαγιάννης».

Ίνα δε ο Καποδίστριας μάθη εκ του σύνεγγυς τον τόπον, όν έμελλε να κυβερνήση, περιήλθε διάφορα μέρη της Ελλάδος· ούτω μέχρις Απριλίου, ότε προύκειτο να συγκληθή Εθνοσυνέλευσις, ο Κυβερνήτης επεχείρησε διαφόρους αποδημίας. Επιβάς του Αγγλικού Ουάρσπιτ, εφ' ού κατήλθεν εκ Μελίτης 11 Φεβρουαρίου 1828, συνοδευόμενος και υπό του Γενικού γραμματέως και της γενικής Γραμματείας επιβαινούσης επί της εκ Σπετσών γολέττας του Δ. Ορλώφ και συνοδευόμενος και υπό των πλοίων των δύο άλλων ευεργετίδων δυνάμεων, απέπλευσεν εις Πόρον προς σύνταξιν του ατάκτου τέως στρατού εις χιλιαρχίας.

Κατά τον νέον οργανισμόν αυτού πάντα τα άτακτα στρατιωτικά σώματα α') διηρέθησαν εις χιλιαρχίας, ών εκάστη συνεκροτείτο εκ 1100 ανδρών, ήγουν εξ ενός χιλιάρχου, δύο πεντακοσιάρχων υποκειμένων τω χιλιάρχω, δέκα εκατοντάρχων υποκειμένων ανά πέντε τοις πεντακοσιάρχοις, είκοσι πεντηκοντάρχων ανά δύο τοις εκατοντάρχοις, τεσσαράκοντα εικοσιπεντάρχων ανά δύο τοις πεντηκοντάρχοις, ογδοήκοντα δωδεκάρχων ανά δύο τοις εικοσιπεντάρχοις, εκατόν εξήκοντα πεντάρχων ανά δύο τοις δωδεκάρχοις, οκτακοσίους στρατιώτας ανά πέντε τοις πεντάρχοις, ένα υπασπιστήν, ένα γραμματέα, ένα ιερέα, ένα ιατρόν, ένα ταμίαν και ένα φροντιστήν, δύο σημαιοφόρους και δύο σαλπιγκτάς ή τυμπανιστάς, ανά ένα εκάστη πεντακοσιαρχία· β') οι στρατιωτικοί ελάμβανον σιτηρέσιον και μηνιαίον μισθόν αναλόγως της θέσεως αυτών, εξ ών το μεν σιτηρέσιον καθ' εκάστην, ο δε μισθός εδίδετο κατά τριμηνίαν· γ') οι βαθμοί των πεντάρχων και δεκάρχων εδίδοντο υπό του χιλιάρχου, οι δε ανώτεροι υπό της κυβερνήσεως προτεινόμενοι υπό του αρχηγού της εκστρατείας· δ) ο χιλίαρχος και οι υπ' αυτόν αξιωματικοί ώφειλον να επιθεωρώσι τους υπό την οδηγίαν αυτών στρατιώτας, καθ' εκάστην δ' εβδομάδα να υποβάλλωσι κατάλογον των υπό την οδηγίαν αυτών ε') ουδενί επετρέπετο να μεταβαίνη από χιλιαρχίας εις χιλιαρχίαν, ουδέ εγένετο δεκτός άνευ εγγράφου αδείας του χιλιάρχου, ώ υπήγετο· ς) ουδείς αξιωματικός ή στρατιώτης ηδύνατο να καταλείπη την τάξιν άνευ εγγράφου αδείας του ιδίου αυτού αρχηγού· ζ') οι στρατιωτικοί ώμνυον τον όρκον τόνδε:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν σταλαγματιάν του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν και την ελευθερίαν της κοινής πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου και των αρχηγών, υπό την οδηγίαν των οποίων ήθελε με διορίσει.

»Ορκίζομαι να μη πράξω ουδεμίαν βλάβην εναντίον των συμπολιτών μου, των ομοπίστων μου και κανενός άλλου ανθρώπου.

»Ορκίζομαι να μη φονεύσω, να μη κλέψω, να μη αρπάξω και να μη δείρω.

»Ορκίζομαι να μη φύγω άνευ αδείας του αρχηγού της εκστρατείας, ουδέ να παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον και να υπόκημαι εις όλην την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

η) Τον όρκον επί του ιερού Ευαγγελίου, παρόντων ιερέων και του Κυβερνήτου και απόντος αυτού ενώπιον του ανωτέρου αρχηγού, ώμνυον πάντες εν γένει οι στρατιωτικοί· θ') πας λιποτάκτης, εάν μεν ήτο αξιωματικός, εστερείτο του βαθμού και μετέβαινεν εις την τάξιν του απλού στρατιώτου, εάν δε στρατιώτης, κατεδικάζετο εις εργασίαν αναλόγως του αμαρτήματος επί ένα μήνα ενός έτους εν τω στρατοπέδω άοπλος, άμισθος, λαμβάνων μόνον άρτον· ι') ο προδότης κατεδικάζετο εις θάνατον· ια') πας αξιωματικός άρπαξ, κλέπτης, ή πρόξενος φθοράς ή ζημίας εις κατοικίαν ή εις κτήματα των κατοίκων ή εις τούτο παροτρύνας τους αυτού στρατιώτας εστερείτο του βαθμού αυτού, μετέβαινεν εις την τάξιν των στρατιωτών, υποχρεούμενος ναποτίση και την ζημίαν· ο δε απλούς στρατιώτης τα αυτά πράττων αφοπλισθείς ενώπιον του χιλιάρχου κατεδικάζετο ναποδώση το πράγμα ή την αξίαν αυτού και εργασθή εν τω στρατοπέδω επί μόνω άρτω· ιβ') ο φονεύς κατεδικάζετο εις θάνατον· ιγ') ο βιαστής γυναικός κατεδικάζετο εις φυλακήν τριών μηνών μέχρις ενός έτους και εις χρηματικήν ποινήν 100 γροσιών μέχρις 600· ει δε παρθένος η βιασθείσα, εις διπλασίαν ποινήν σωματικήν και χρηματικήν· Εάν δε συν τη βία επήρχετο και θάνατος τη γυναικί, κατεδικάζετο εις θάνατον· ιδ') ο του πραγματικού αριθμού στρατιώτη μείζω ψευδώς γράφων εν τοις καταλόγοις, ή αδικών τινα στρατιώτην εστερείτο του βαθμού και κατεδικάζετο να αποδώση όσα δολίως έλαβε· ιέ) ο απειθής εστερείτο του βαθμού· εάν δε ήτο στρατιώτης, υπεβάλλετο υπηρεσία εν τω στρατοπέδω· ις') ο επιβαλών χείρα τω ανωτέρω αυτού κατεδικάζετο εις φυλάκισιν μέχρις έξ μηνών κατά τον βαθμόν του προσβληθέντος· ιζ') οι εκ γήρατος ή ασθενείας ή πληγών αναγκαζόμενοι να παραιτώνται της στρατιωτικής υπηρεσίας ελάμβανον ολόκληρον τον μισθόν, αι δε χήραι αυτών αποθανόντων το ήμισυ· ιη') οι αναδειχθέντες ανδρείοι, πειθαρχικοί, τίμιοι, οι επισπώμενοι επί τούτω την αγάπην των κατοίκων ηξιούντο χρηματικών αμοιβών, προβιβασμών και τιμών· ιθ') ο στρατάρχης ώμνυε τον όρκον τούτον:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αγίας και αδιαιρέτου Τριάδος να χύσω και την υστερινήν ρανίδα του αίματός μου υπερασπιζόμενος εναντίον των εχθρών την ιεράν ημών ορθόδοξον πίστιν την ελευθερίαν της πατρίδος και υποστηρίζων τους νόμους της.

»Ορκίζομαι να υποτάσσωμαι εις τας διαταγάς του εξοχωτάτου Κυβερνήτου.

»Ορκίζομαι μήτε να συγχωρήσω, μήτε να λάβω μέρος εις κανενός είδους κατάχρησιν και να διατηρήσω την δυνατήν ευταξίαν εις τα υπό την οδηγίαν μου στρατεύματα· αν δε παραβώ εις το παραμικρόν τον ιερόν τούτον όρκον, να υπόκημαι εις την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων».

Αι διατάξεις αύται εθεμελιούντο επί του οργανισμού μέλλοντος να ισχύση μέχρι της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως (52). Ούτω καταρτισθέντος του στρατού, εγένετο επιθεώρησις αυτού τη 16 Φεβρουαρίου 1828 εν Δαμαλά ενώπιον των ξένων στρατιωτικών Πάρκερ, Λεβλάν, Πέτροβιτς, ελθόντων εκ Ναυπλίου και των εκεί Ρουμελιωτών· μετ' αυτήν εν χαρά εγένετο συμπόσιον, εν ώ παρεκάθησαν ο Δημήτριος Υψηλάντης και οι αρχηγοί των σωμάτων. Τη επαύριον δε 17 απελθών εκείθεν επί του Ουάρσπιτ συνοδευομένου και υπό των φρεγατών Ήρας, Ελένης, Κάστορος και των βρικίων Μουσκίτο και Ρέβελ, αφίκετο (20 του αυτού) εις Ναύπλιον, ότε παρέδωκε το Παλαμήδιον αναιμωτί ο Θεόδωρος Γρίβας, ού την διοίκησιν μετά του υλικού πολέμου ανέλαβεν ο βαυαρός συνταγματάρχης Άιδεκ, ό ύστερον επί Όθωνος είς των μελών της αντιβασιλείας γενόμενος (53) και το Ιτς Καλέ ο Στράτος, όν διεδέχθη ο Μύλλερ, Βυρτεμβέργιος στρατιωτικός και ο ρώσος Ράυκοφ. Συγχρόνως δε διωρίσθη και φρουρά εκ των ναυτικών νήσων της μεν Ακροναυπλίας ο Νικόλαος Γουδής μετά Σπετσιωτών ανδρών, του δε Παλαμηδίου ο Γ. Σαχτούρης μετά Υδραίων και εν τοις Πυροβολαστασίοις της πόλεως ο Ψαρριανός Κ. Νικόδημος μετά Ψαρριανών ανδρών, πάντων υπό τον Συνταγματάρχην Άιδεκ, ως είπομεν, διατεθέντων. Μετά ταύτα δε (26 Φεβρ.) διετάχθησαν αύθις οι Ρουμελιώται να βαδίσωσι προς τον Δαμαλάν, ένθα απήλθε διά ξηράς ο Καποδίστριας μετά του Γρίβα και Στράτου· διοργανίζει και τους Ρουμελιώτας εις χιλιαρχίας, ών στρατάρχην ανέδειξε τον Δημήτριον Υψηλάντην, όν αποστέλλει προς την Ανατολικήν Ελλάδα, τον δε Θεόδωρον Γρίβαν αποστέλλει μετά 300 ανδρών υπό τον Τσουρτς εις Αίγιον (Βοστίτσαν). Τη 3 Απριλίου ο Καποδίστριας επιβάς επί Αγγλικού πλοίου απέπλευσεν εις Καλαμάκιον, οπόθεν διευθυνθείς εις Κόρινθον, εν ή εφρούρει ο Ν. Τσαβέλας παρέλαβε το φρούριον, εν ώ εγκατέστησε φρουράν εκ του τακτικού στρατού. Εκ Κορίνθου μετέβη εις Άγιον Γεώργιον, είτα εις Άργος και εκείθεν εις Ναύπλιον, ένθα κατέλυσεν εν τω οίκω του Εμμανουήλ Ξένου.


Το Παλαμήδι


Κόρινθος

Ενταύθα διαμείνας ενησχολήθη περί την προσωρινήν διοικητικήν της χώρας διαίρεσιν, ιδίως της Πελοποννήσου και των νήσων, της Στερεάς κατεχομένης εισέτι υπό των Τούρκων. Η διαίρεσις αύτη κατά Νομούς (θέματα ή τμήματα) γενομένη είχεν, ώδε: εν μεν Πελοποννήσω τμήματα: α') Αχαΐα, εν ή επαρχίαι Βοστίτσα, Καλάβρυτα και Παλαιαί Πάτραι· β') Ήλις, εν ή επαρχία Γαστούνη και Πύργος· γ') Άνω Μεσσηνία, εν ή Αρκαδία, Νεόκαστρον, Μεθώνη και Κορώνη· δ) Κάτω Μεσσηνία, εν ή Νησίον, Καλαμάτα, Εμπλάκια, Ανδρούτσα, Λεοντάριον, Μικρομάνη και δυτική Σπάρτη· ε') Λακωνία, εν ή Μονεμβασία Μιστράς, Πραστός, ανατολική Σπάρτη· ς') Αργολίς, εν ή αι επαρχίαι Άργους, Ναυπλίου, Κάτω Ναχαγέ και Κορίνθου· ζ) Αρκαδία, εν αίς Φανάριον, Καρύταινα, Τριπολιτσιά και Άγιος Πέτρος. Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις έξ τμήματα: α') βόρειοι Σποράδες, εν αίς Σκιάθος, Σκόπελος, Σκύρος, Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· β') ανατολικαί, εν αίς Σάμος, Κάλυμνος, Λέρος, Πάτμος και η Ικαρία· γ') δυτικαί, εν αίς Ύδρα, Σπέτσαι, Πόρος, Αίγινα, Σαλαμίς· δ') βόρειοι Κυκλάδες, εν αίς Σύρος, Σέριφος, Θερμιά, Κέα, Άνδρος, Τήνος, Μύκωνος· έ) κεντρικαί, εν αίς Νάξος, Πάρος, Ίος, Σίκυνος, Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, Σίφνος· ς') νότιοι, εν αίς Σαντορίνη, Ανάφη, Αστυπαλαία, Κάσσος και Κάρπαθος. Και εν εκάστω μεν των τριών και δέκα τμημάτων διωρίσθησαν είς έκτακτος επίτροπος της μεν Αργολίδος ο Νικόλαος Καλλέργης, της δ' Αχαΐας ο Γεώργιος Μαυρομμάτης, της Ήλιδος ο Σπυρίδων Καλογερόπουλος, της Άνω Μεσσηνίας ο Αντώνιος Τσούνης, της Κάτω Μεσσηνίας ο Γεώργιος Ψύλλας, της Λακωνίας ο Ιωάννης Γενοβέλης, της Αρκαδίας ο Αλέξανδρος Βλαχόπουλος· δημογεροντίαι δε κατ' επαρχίας, πόλεις, κώμας και χωρία. Ο πληθυσμός της Ελλάδος επί των πρώτων μηνών της αρχής του Καποδιστρίου είχεν ώδε εν σχέσει προς τον του 1821, πλην της Στερεάς, κατεχομένης, ως είπομεν, υπό των Τούρκων:

1821 1828 Ελλάττωσις
Χριστιανοί Τούρκοι Χριστιανοί Τούρκοι   πληθυσμού
Χριστιανών
Πελοπόννησος 458,000 42,750 400,000 58,000
Νήσοι 169,300 . . . 169,100 . . . 200
Το όλον 628,100 42,750 569,100 . . . 58,200
Γεν. πληθυσμός 670,850 569,100 58,200

Εκ του πίνακος τούτου προκύπτει, αν παραδεχθώμεν ως ακριβείς τας άνω πληροφορίας, ότι ο Χριστιανικός πληθυσμός ηλαττώθη κατά το διάστημα των επτά ετών του πολέμου κατά 58,200 ψυχών, εν μόνη τη Πελοποννήσω και ταις νήσοις.

Βραδύτερον δε και κατά τας παρουσιαζομένας εκάστοτε ανάγκας ο Καποδίστριας μετερρύθμισε και τον ήδη από του 1822 υφιστάμενον στρατόν συγκείμενον, περί το τέλος του 1828, εκ 2,612 ανδρών πολλάς τας ελλείψεις, κακόν ιματισμόν και ατελή οπλισμόν εχόντων. Αρχηγός δ' αυτού διωρίσθη ο Γάλλος στρατηγός Τρεσέλ (11 Αυγούστου 1829). Επί του στρατηγού τούτου όπως δήποτε εβελτιώθη το τακτικόν έχον καί τινας, λίαν αξίους λόγου αξιωματικούς, ως τον Πελλιόν, συγγραφέα Ιστορίας των χρόνων τούτων του Καποδιστρίου, τον Γκαρνό, τον Πεϋτιέ, τον Πουρσί και άλλους. Διεκρίνετο δε ο τακτικός στρατός των ατάκτων πλην του ειδικού οργανισμού και κατά την σύνθεσιν· διότι εκείνου έχοντος και επιμελητήριον, ού προΐστατο ο Σαιν-Μαρτάν, ούτοι διηρούντο εις τάγματα και ίλας, ών έκαστον απετέλει ίδιον σώμα αυτοτελές· συνέστησε δε επί τη βάσει της συντάξεως τακτικού στρατού και δύο διαρκή Στρατοδικεία, μέχρι τούδε υφιστάμενα επί εδραιοτέρων βάσεων και έν αναθεωρητικόν ( = Εφετείον Στρατιωτικόν ει έξεστιν ειπείν) εν Ναυπλίω. Επειδή δε πάντες οι υποπίπτοντες εις στρατιωτικά παραπτώματα στρατιωτικοί δεν ηδύναντο να μετενεχθώσιν ευκόλως εις Ναύπλιον, διωρίζετο εκάστοτε το λεγόμενον Πειθαρχικόν συμβούλιον, θεσμός, ός μέχρι τούδε διατηρείται, δικάζων τα πλημμελήματα. Απόπειρά τις όμως γενομένη προς μετάφρασιν των γαλλικών στρατιωτικών διαταγμάτων απέτυχε (1 Μαΐου 1828). Βραδύτερον δε επί του Γάλλου στρατηγού Ζεράρ (2 Οκτωβρίου 1829) μετεβλήθησαν αι ήδη σχηματισθείσαι χιλιαρχίαι εις είκοσιν ελαφρά τάγματα, ών έν έκαστον υποδιηρέθη εις τέσσαρας λόχους και συν αυταίς και αι στρατιωτικαί ονομασίαι των διοικούντων αυτάς, ών ο μεν αρχηγός τάγματος απεκλήθη ταξιάρχης, οι δε χιλίαρχοι προυβιβάσθησαν εις στρατηγούς· ο ιματισμός όμως παρέμεινεν ο αυτός. Προς τούτοις, συνέστη και πρότυπον τάγμα τι εξ επιλέκτων ανδρών, εξ ού παρελαμβάνοντο οι διδάσκαλοι του στρατού. Αλλ' ο τοιούτος σχηματισμός δυσηρέστησε τους Έλληνας εις τοιούτον τινα βαθμόν, ώστε, ότε προσεκλήθησαν παρά τω εν Άργει θεάτρω προς κατάταξιν, μόλις είκοσι παρουσιάσθησαν! Επίσης κατά Δεκέμβριον συνέστη και η μέχρι σήμερον σωζομένη και αγλαούς καρπούς παρέχουσα Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων, κατά πρότασιν του Βαυαρού συνταγματάρχου Άιδεκ υπό την διεύθυνσιν του γάλλου Πωζιέ. Εν Σχολή, ταύτη κατετάγησαν το μεν πρώτον οι υιοί των επιφανεστέρων οικογενειών της αναγεννωμένης Ελλάδος, όπως ούτως η Σχολή εξυψωθή· αλλά τοιαύτη ήν η κατά του τακτικού στρατού απέχθεια των αυτοχθόνων προυχόντων, ώστε ουδείς ενέδωκε ταις παρακλήσεσι του Κυβερνήτου· εφ' ώ και βλέπομεν ότι πάντες οι νέοι οι φοιτώντες εις την Σχολήν μέχρι της επαναστάσεως του Οκτωβρίου, εκτός ολιγίστων εξαιρέσεων, ήσαν εκ των ετεροχθόνων, των αυτοχθόνων μόλις κατά τα 1833 αρξαμένων να φοιτώσιν εις αυτήν.

Και αύται μεν ήσαν αι περί των στρατιωτικών της ξηράς φροντίδες του Κυβερνήτου, όστις όμως, επειδή δεν ήτο στρατιωτικός, έμελλε να ναυαγήση εν τη κυβερνήσει χώρας ως εκ της φύσεως αυτής απαιτούσης άνδρας στρατιωτικούς. Την τοιαύτην δε του Καποδιστρίου αποτυχίαν προείδε τρόπον τινά, λέγει ο Βαρθόλδυς, ο Γκαίτε γράφων προς τον Έκκερμαν τη 2 Απριλίου 1829: «Θα σας αποκαλύψω πολιτικόν τι μυστικόν, όπερ θάττον ή βράδιον θέλει καταστή γνωστόν. Ο Καποδίστριας δεν δύναται εις τέλος να κρατήση την διοίκησιν των Ελληνικών πραγμάτων διότι στερείται του απαραιτήτου προς τούτο προσόντος· δεν είναι στρατιώτης. Ουδέν δ' έχομεν παράδειγμα ότι διπλωμάτης ηδυνήθη να διοργανώση Κράτος επαναστατών και να υποτάξη στρατιωτικούς και πολεμάρχους!»

Και περί των ναυτικών δε πραγμάτων της χώρας εφρόντισεν, εικός, ο Κυβερνήτης. Η ναυτική της Ελλάδος δύναμις συνέκειτο άμα τη καθόδω αυτού εκ της φρεγάτας Ελλάδος, τριών ατμοπλοίων, αγορασθέντων εκ των χρημάτων του δανείου, μιας κορβέττας, Ύδρας αιγυπτίου αλώματος του Κόχραν, μιας γολέτας της Αθηναΐδος και τριών κανονιοφόρων, ναυπηγηθεισών δαπάναις φιλελλήνων, τα δε λοιπά πλοία, άπερ τοσαύτα κατά θάλασσαν διεπράξαντο κατορθώματα, ήσαν ιδιωτικά Σπετσιωτών, Υδραίων και Ψαρριανών. Το εμπορικόν ναυτικόν ην πολυαριθμότερον, αλλά μέχρι της στιγμής εκείνης, η κυβέρνησις, ένεκεν των επικρατουσών ανωμαλιών, δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήση αυτό. Ο πόλεμος είχεν επιφέρει βαθείας πληγάς εις το εμπόριον και οι νησιώται μόλις απέζων. Αλλ' ίνα μη απολεσθή η ναυτιλία, η προκάτοχος κυβέρνησις είχε λάβει το απαίσιον μέτρον της εκδόσεως καταδρομικών αδειών εις εμπορικά πλοία, δι' ών επισημοποιήθη η πειρατεία, ήν μόλις ο Καποδίστριας διά του ναυάρχου Μιαούλη κατώρθωσε να εξαφανίση εκ τε των Βορείων Σποράδων και των παραλίων της Κρήτης. Τον μικρόν στολίσκον, περί ού ανωτέρω είπομεν, διώκει ως ναύαρχος ο λόρδος Κόχραν εν δεσποτική αυθαιρεσία, όστις και βαθμούς, εική, απένειμεν άνευ κυβερνητικής αδείας. Επειδή δε το μέλλον της Ελλάδος ενέκειτο εν τω ναυτικώ, ως άλλοτε λίαν προσφυώς το μάντευμα εκείνο είπεν: εν τοις ξυλίνοις τείχεσιν, ο Κυβερνήτης έν των κυριωτάτων αυτού μελημάτων εθεώρησε και το του ναυτικού, αλλ' ήκιστα ειργάσθη υπέρ αυτού· απεφάσισεν αντί των ιδιοκτήτων των ναυτικών νήσων Ύδρας και Σπετσών, την εξάρτησιν εθνικού στόλου, δυναμένου εν ανάγκη, άνευ της συνδρομής ιδιωτικών, να προασπισθή την χώραν. Προέβη λοιπόν και εις τας ναυτικάς μεταρρυθμίσεις. Εκανόνισε τα εξωτερικά διακριτικά σημεία του εμπορικού ναυτικού και την λιμενικήν αστυνομίαν μέχρι των ελαχίστων αυτής λεπτομερειών (Γενική Εφημερίς της 3 Μαρτίου 1828) και εζήτησε να χωρίση, λίαν αντεθνικώς, ως εκ των υστέρων απεδείχθη, το πολεμικόν ναυτικόν του Υδραϊκού ναυτικού, του θαυματουργήσαντος κατά θάλασσαν, ως εκ του οποίου εγεννήθησαν τοσαύται διχόνοιαι καταλήξασαι εις το μοιραίον τέλος του εν Ναυπλίω δυστυχήματος της 27 Σεπτεμβρίου 1831. Και το χείριστον δε πάντων, ο Καποδίστριας, μετά την αποχώρησιν του ναυάρχου Κόχραν, τείνων εις το προσχεδιασθέν συγκεντρωτικόν αυτού σύστημα, απεπλανήθη τοσούτον, ώστε προυβίβασεν εις αρχιναύαρχον τον αδελφόν Βιάρον Καποδίστριαν, άνδρα μηδεμιάς ναυτικής ικανότητος και πείρας, ούτινος αι αποφάσεις προυκάλουν διηνεκώς την αγανάκτησιν των εμπειροπολέμων ναυτικών, οίος ο Μιαούλης και ο Σαχτούρης.

Ό,τι όμως δεν κατώρθωσεν εν τω ναυτικώ ο Κυβερνήτης, προσεπάθησε να αγάγη εις πέρας εν τη Γεωργία και τη αναπτύξει των πόρων του αναγεννωμένου Κράτους.

Ευθύς αμέσως άμα καθόδω αυτού διένειμεν έν τε Αιγίνη και εν Πόρω και εν Ναυπλίω και αλλαχού της Πελοποννήσου τα προς το ζην εις ενδεείς λιμώττοντας, υποχρεώσας αυτούς να γεωργώσι την γην κατά διάφορόν τινα τρόπον.

Εκόμισεν εξ Ιταλίας και Ελβετίας μεγάλας ποσότητας γεωμήλων, άπερ διένειμε τοις γεωργοίς προς φυτείαν και μετεγκλιμάτισιν του αγνώστου τούτου εν Ελλάδι καρπού, την διδασκαλίαν της φυτείας του οποίου ανέθηκε τω εν Ελλάδι παρεπιδημούντι Ιρλανδώ Στίβενσον. Ούτος λαβών άδειαν να αναζητήση πρόσφορον αγρόν εξελέξατο τον λεγόμενον της «Απαθείας» απέναντι του Πόρου κείμενον. Ο αγρός ούτος ήτο εθνικόν κτήμα, αλλ' εν έτει 1825 ηγοράσθη υπό των Κουντουριωτών, παρ' ών νυν αφήρεσε παρανόμως άνευ αποζημιώσεως, ως επέτασσεν η της Επιδαύρου Εθνοσυνέλευσις, και άνευ τινός ειδοποιήσεως των νομίμων κατόχων. Επίσης ο Ιρλανδός αγρονόμος ενετάλη να φυτεύση χρήσιμα δένδρα παρά την λεωφόρον του Πόρου και κατά μήκος των αυτόθι εθνικών γαιών. Διέταξε την εκ Πελοποννήσου μεταφύτευσιν εν Αιγίνη καρπών προς εμψύχωσιν της άλλοτε μεν ακμαζούσης εν Ελλάδι, ήδη δε, κατά τον μακρόν πόλεμον, καταστραφείσης μεταξοσκωληκοτροφίας· εκόμισεν εκ Κρήτης χιλιάδας καστανέων, ας εφύτευσεν εν τε Πόρω και Αιγίνη. Αλλά δυστυχώς η τάσις αύτη της Κυβερνήσεως δεν επεξετάθη καθ' όλην την τότε ελευθέραν Ελλάδα, ήν έδει να καλύψη διά δασών και άλλης καρπίμου δενδροφυτείας, η δε βάρβαρος συνήθεια των τότε ως και των νυν Ελλήνων του να καίωσι τα δάση προς παραγωγήν χλόης διά τα ποίμνια, δεν κατεστάλη, και ούτως η Ελλάς έμεινεν έκτοτε ψιλή δασών, καίπερ έχουσα τόπους και βουνούς δασωσίμους. Μετεπέμψατο εξ Ελβετίας και Βελγίου άροτρα κατά τον νέον τρόπον, όπως δυνηθή να θέση εις αχρηστίαν το ησιόδειον και αρχέγονον εν μικρογραφία, ως δύναταί τις ειπείν, και οι Έλληνες εχρώντο και χρώνται μέχρι σήμερον τω αρότρω τω πατροπαραδότω. Ίδρυσε παρά την Τίρυνθα γεωργικήν Σχολήν (Αγροκήπιον), ήτις έμελλε να διδάξη τα της γεωργίας και μέχρι τινός εσώζετο εν αυτή η ροδοδάφνη, ήν ο Καποδίστριας είχεν εμφυτεύσει ιδία χειρί. Εκ του αγροκηπίου εκείνου ούτε φυτώριον έλειπεν ούτε κηπουρική σχολή, ούτε γένος ισπανικού προβάτων, ούτε τεχνητός και υπόστεγος πορτοκαλλεών. Διεδόθη μεγάλως η πηκτή (ζελατίνα) του Γιμβερνάτη ως γενικόν θρεπτικόν μέσον και ιδρύθη και πριονόμυλος εν Λέρνη.

Δυστυχώς όμως μεθ' όλας ταύτας τας προσπαθείας του Κυβερνήτου, αίτινες, εάν άλλως εγίνοντο, ηδύναντο να επενέγκωσι μέγαν καρπόν, ουδέν δύναταί τις να είπη ότι ετελεσφόρησε διότι φύσει ο Έλλην ρέπει μάλλον προς την εμπορίαν ή την γεωργίαν, και έδει ο Καποδίστριας προς αυτήν να στρέψη άπασαν την προσοχήν αυτού, προλειαίνων αυτήν διά της συγκοινωνίας· διότι ποία η ωφέλεια θα ήτο, εάν η γη παρείχεν εν αφθονία τα πάντα και έλειπον τα μέσα της συγκοινωνίας, οίον οδοί, γέφυραι και τα τοιαύτα; Ποίον το κέρδος, ως λέγει ο Βαρθόλδυς, αν η Αρκαδία ηφθόνει σίτου, ότε εν Ναυπλίω οι άνθρωποι εχρώντο αραβοσιτίνω άρτω; Μόνη δε οδός, ήτις κατά την κυβέρνησιν του Καποδιστρίου κατεσκευάσθη, και αύτη υπό των Γάλλων, είναι η από Ναυαρίνου εις Μεθώνην άγουσα. Δυστυχώς ο Καποδίστριας κατά τους χρόνους εκείνους της λειψανδρίας δεν έστερξε να ζητήση την διοργάνωσιν τής τε γεωργίας και της άλλης αναπτύξεως της χώρας δι' αποικίσεως ξένων, οίτινες νέαν ζωήν θα έδιδον εις τους εκ των πολέμων κεκμηκότας Έλληνας. Η τοιαύτη εποίκισις θα είχε πολύ πρακτικόν αποτέλεσμα· θα αφύπνιζεν η επιτυχία εκείνων τους ημετέρους από της απαθείας. Πλην ο Κυβερνήτης ου μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά και ηρνήθη εταιρία τινί Ολλανδών σκοπούντων την ίδρυσιν υποθητικής Τραπέζης την συναίνεσιν αυτού, αρνηθέντος να δεχθή και εποίκισίν τινα Αμερικανών.

Και παρεχώρησε μεν τω πράκτορι των αμερικανικών συλλόγων Δρ. Χόους ατελείς επί πενταετίαν γαίας παρά την Κόρινθον (Εξαμίλι), ένθα ίδρυσε και αποικίαν τινά την «Ουασιγκτωνίαν», αλλ' είτα μεταμεληθείς δεν απεδέξατο την αιτηθείσαν επέκτασιν του παραχωρηθέντος χώρου του προωρισμένου κατ' αρχάς προς υποδοχήν προσφύγων Κυδωνιέων, Συρίων και Αθηναίων και τοσαύτα ενέβαλε προσκόμματα, ώστε ο Χόους παρητήθη του περί εποικίσεως εκατόν οικογενειών αρχικού σχεδίου αυτού ούτως, ώστε η εκ τεσσαράκοντα μόνον οικογενειών «Ουασιγκτωνία» ολονέν φθίνουσα διελύθη κατά την αναρχικήν περίοδον του 1831-32.

Αλλ' αν εις ολίγα τινά τοιαύτα ο Κυβερνήτης απέτυχε, και τούτο, διότι δεν ήθελε να εμπιστευθή εις χείρας ξένων, ουχ ήττον όμως κατέδειξεν ότι μεθ' όλας τας παρομαρτούσας τη κυβερνήσει αντιξόους περιστάσεις, αυτός ηδυνήθη να τελέση έργα, άπερ και σήμερον εισέτι καθορώμενα εμποιούσιν ημίν και θαυμασμόν και έκπληξιν. Ο Καποδίστριας ολονέν τα του Κράτους μεταρρυθμίζων και καθιδρύων εφρόντισε και περί ιδρύσεως κυβερνητικών ιδρυμάτων, τούτο μεν προς εγκαθιδρύσιν της κυβερνήσεως τούτο δε προς στρατωνισμόν του κατά γην στρατού και ναυστάθμου και ναυτικών αποθηκών προς επισκευήν τών τε πολεμικών και ιδιωτικών σκαφών, και εναποθήκευσιν ναυτικών ειδών. Ίδρυσε το εν Αιγίνη μέγαρον της Κυβερνήσεως (54) (Σπήτι του Μπαρμπαγιάννη), το εν Ναυπλίω κυβερνητικόν ανάκτορον, το οπλοστάσιον και τον στρατώνα, τον εν Πόρω ναύσταθμον, τους εν Άργει, Κορίνθω, Πάτραις και Ναυπάκτω στρατώνας χωρητικότητος πεντακισχιλίων ανδρών και ουκ ολίγα άλλα δημόσια καταστήματα.

Μεγάλην επίσης κατέβαλε προσοχήν και περί την συγκρότησιν δικαστηρίων, ίνα ούτως εξαγάγη την δικαιοσύνην εκ του χάους εν ώ ήτο βεβυθισμένη καθ' όλην την μακράν διάρκειαν της επαναστάσεως μεθ' όλα τα ψηφίσματα των τριών Εθνοσυνελεύσεων, άπερ ως αντιφατικά αλλήλων δεν εφηρμόζοντο πρεπόντως και συνέστησε προσωρινόν δικαστήριον τριμελές, πρόεδρον μεν έχον τον αδελφόν αυτού Βιάρον και παρέδρους τον Αλέξανδρον Μαυροκορδάτον και τον Ε. Τομπάζην, πάντας μέλη του Πανελληνίου. Το δικαστήριον τούτο ησχολήθη εις την εκδίκασιν των εν Πόρω επί πειρατεία κατηγορουμένων και μετά την αποπεράτωσιν των εργασιών αυτού διελύθη. Βραδύτερον δε ο Κυβερνήτης εσκέφθη περί ιδρύσεως δικαστηρίων και συντάξεως νόμων συμφώνως προς τας εθνικάς απαιτήσεις. Διότι το έθνος μετά την μοιραίαν πτώσιν της εν Βυζαντίω αυτοκρατορίας ημών τυχόν πολλών προνομίων (55) διωκείτο κατά την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν, ήν συνέταμεν ο νομικός Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος, ούτινος η σωτηριώδης και αναμφισβήτητος επιρροή, ήν εξήσκησεν επί των τυχών του έθνους ημών από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως μέχρι της ευτυχούς εν μέρει αποσείσεως του πιέζοντος τον τράχηλον της πατρίδος ημών ζυγού, είναι αναμφίλεκτος. Η νομοθεσία αυτού υπό τον τίτλον Εξάβιβλος, παρηκολούθησε πάσας τας περιπετείας της πολιτικής ημών καταστάσεως, συνετέλεσε τα μέγιστα εις την ενότητα και σύσφιγξιν των εθνικών δεσμών κατά τον μακρόν και πολύδακρυν εκείνον της δουλείας χρόνον και διετήρησεν εν ισχύι την Ρωμαϊκήν Νομοθεσίαν. Το Ελληνικόν έθνος κύψαν τον αυχένα εις την Τουρκικήν κατάκτησιν και απολέσαν την Εθνικήν αυτονομίαν, διετήρησεν ένεκα πολλών λόγων προς τη γλώσση και τη ιερά αυτού θρησκεία, ως είπομεν, ουκ ολίγα προνόμια, εσωτερικήν τινα αυτοδιοίκησιν πολιτικήν τινα νομοθεσίαν, ήν εξήσκουν οι παρά του λαού εκλεγόμενοι Δημογέροντες και Προεστοί, και οι εκάστοτε Μητροπολίται, Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι, οίτινες ηκολούθουν προς λύσιν των μεταξύ των Χριστιανών αναφυομένων διαφορών τα επικρατήσαντα έθιμα και συνεβουλεύοντο διηνεκώς την Εξάβιβλον του Αρμενοπούλου. Ούτω δ' αι εν τη Εξαβίβλω περιληφθείσαι διατάξεις των Βυζαντινών αυτοκρατόρων καθιερώθηκαν υπό της κοινής συνηθείας και συνεχωνεύθησαν προς τα ήθη και έθιμα του ελληνικού έθνους, όπερ μέχρι σήμερον επί τη βάσει αυτού εν τε δούλη και τη ελευθέρα Ελλάδι πολιτεύεται αστικώς (56).


Ε. Τομπάζης


Γ. Τομπάζης

Η Βουλή μετά την διάλυσιν της εν Τροιζήνι Εθνοσυνελεύσεως επεχείρησε να συντάξη νόμον περί δικαστηρίων, αλλά το έργον αυτής παρέμεινεν ατελές μόνον δέκα και οκτώ άρθρων συζητηθέντων. Ούτως είχον τα πράγματα, ο δε Κυβερνήτης επόμενος των προκατόχων παραδείγμασι, διώρισε και αυτός ειδικάς επιτροπάς, άμα δε και προέτρεπε τους διαφερομένους να υποβάλλονται εις την κρίσιν των διαιτητών, τούθ' όπερ δεν παρημέλησε να κηρύξη ότι πρέπει να γίνηται και μετά την σύστασιν δικαστηρίων τακτικών.

Δεν ηθέλησεν ευθύς αμέσως να προβή εις εφαρμογήν δικαστικών συστημάτων, κατά θεωρίαν μεν ορθών αλλ' απροσφυών διά λαόν οίος ο Ελληνικός, όστις από τετρακοσίων ετών ήτο συνειθισμένος εις τας συνοπτικάς διαδικασίας των δημογερόντων, της δημεύσεως της σπάθης του κυριάρχου. Την τοιαύτην δ' αυτού διάθεσιν έδειξε και προς το Πανελλήνιον διά των διαγγελμάτων αυτού της 24 και 26 Οκτωβρίου 1828. Ενόμιζε, πολύ δικαίως, ότι αι διατυπώσεις, αι ενστάσεις, τα προδικαστικά, τα παρεμπίπτοντα ζητήματα και οι τόσοι δικαστικοί τύποι, ούς ύστερον η αντιβασιλεία, κατά τον βαυαρικόν νόμον, ενέγραψεν εν τη δικαστική νομολογία, ηδύναντο αντί ωφελείας βλάβης να γένωνται πρόξενοι και να παρέχωσιν αφορμάς διηνεκείς εις στρεψοδικίας και δόλον. Επεθύμησε λοιπόν πρώτον να μελετήση τον νηπιάζοντα ελληνικόν λαόν και να κανονίση μετέπειτα την οδόν, ή τινι έμελλε να ακολουθήση εν τη δικαστική νομολογία. Ως εκ τούτου βλέπομεν τον Κυβερνήτην διηνεκώς ενδοιάζοντα περί του πρακτέου, διορίζοντα εκτάκτους επιτρόπους και προσωρινούς διοικητάς και περιοδεύοντα την Ελλάδα βήμα προς βήμα. Μόλις δε περί το τέλος του 1828, συμφώνως ταις επαγγελίαις αυτού να διοικήση κατά τας υπό των Εθνοσυνελεύσεων τεθειμένας αρχάς, υιοθέτησε τον οργανικόν νόμον της Κορίνθου και εξέδοτο τον «Διοργανισμόν της πολιτικής εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης» εξ άρθρων τριάκοντα και εννέα, καθ' ά η διαχείρισις ανετίθετο εις προσωρινά μεν αλλά τακτικώτερα δικαστήρια, και ταύτα διά τινας μόνον επαρχίας, εν αίς δεν υπήρχε πόλεμος. Μόλις δε μετά παρέλευσιν ενός έτους ωρίσθησαν τακτικά δικαστήρια, συνετάχθησαν εντελέστεροι διοργανισμοί και πολιτική και ποινική δικονομία και νόμος περί συμβολαιογράφων (μνημόνων) και άλλαι διατάξεις συμπληρωτικαί.

Τα δικαστήρια διηρέθησαν εις έξ είδη: Ειρηνοδικεία, Πρωτόκλητα, Έκκλητα, Ανώτατα, Εμποροδικεία και Εξαιρετικά. Συνέστη δε και Ειδικόν Δικαστήριον διά την εν δημοσίαις οδοίς ληστείαν, αλλά τούτου αι αποφάσεις εφεσιβάλλοντο εις το Ανώτατον. Εν τοις Εξαιρετικοίς εδικάζοντο αι κατηγορίαι των εν τέλει και τα εγκλήματα καθοσιώσεως. Είτα δε συνειδώς ο Καποδίστριας τας ποικίλας ελλείψεις του «Απανθίσματος των Εγκληματικών της Β' των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως». (Α. Ζ. Μάμουκα, Τα κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Β', σελ. 81, 83 — Τόμ. Γ, σελ. 73, 81), όπερ εις τρία τμήματα διαιρούμενον, ήν ο ποινικός της εποχής εκείνης νόμος συνεπλήρωσέ τινα των κενών αυτού εκδούς ιδιαίτερον νόμον περί κιβδηλείας (17]29 Φεβρουαρίου 1831), επελήφθη δε συνάμα της καταρτίσεως νέου ποινικού κώδικος, αλλ' ο αιφνίδιος αυτού θάνατος εματαίωσε την αποπεράτωσιν του έργου τούτου, ούτως ώστε, και της αντιβασιλείας ιδρυθείσης, ίσχυεν εισέτι το Απάνθισμα, όπερ μόνον τη 19 Απριλίου 1834 κατηργήθη, τεθέντος εις ενέργειαν του νυν ισχύοντος ποινικού νόμου, δημοσιευθέντος τη 18)30 Δεκεμβρίου 1833.

Επειδή δε και οι νέοι ούτοι νόμοι του Κυβερνήτου δεν ήσαν επαρκείς, τα δικαστήρια παρηγγέλθησαν να προστρέχωσι και εις τους νόμους των Βυζαντιακών αυτοκρατόρων, τον Αρμενόπουλον, τον ορθόν λόγον και την επιείκειαν.

Αλλ' η τελευταία αύτη προσθήκη: «ορθόν λόγον και επιείκειαν» εγένετο αφορμή του εξής κωμικού επεισοδίου, όπερ εν παρενθέσει αναγράφομεν ώδε· δικαστού τινος του Πρωτοκλήτου δικαστηρίου γράψαντος προς την επί της Δικαιοσύνης Γραμματείαν ότι: «Αρμενόπουλον μεν και Απάνθισμα των εγκληματικών νόμων ευρών ηγόρασεν, επιείκειαν όμως και ορθόν λόγον, ει και ηρεύνησεν επιμελώς εν άπασι τοις βιβλιοπωλείοις δεν εύρεν»!

Ουδαμώς δε κατώτερος των δικαστικών ενεργειών αυτού εφάνη ο Κυβερνήτης και εν τω ζητήματι της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η φιλομάθεια του έθνους ην μεγάλη, ο δε Καποδίστριας απέβλεψε κυρίως εις την δημοτικήν εκπαίδευσιν και προ τούτου εις την περισυλλογήν των τε δε κακείσε περιφερομένων ορφανών, ών οι πατέρες έπεσαν ενδόξως υπέρ πατρίδος. Απεφάσισε λοιπόν την ίδρυσιν του μέχρι τούδε σωζομένου λαμπρού εν Αιγίνη οικοδομήματος, όπερ εχρησίμευσε μεν άλλοτε ως Ορφανοτροφείον, νυν δε ως Φυλακαί. Το οικοδόμημα τούτο όπερ υπήρξεν η αφετηρία της αλληλοδιδακτικής μεθόδου (λαγκαστριανής), ής εισηγητής υπήρξεν ο υπό της πανώλους αποθανών διδάσκαλος Γ. Κλεόβουλος, ωκοδομήθη υπό των πολυπληθών εν Αιγίνη ατυχών ανθρώπων πάσης ηλικίας και γένους, οίτινες δι' αυτού εύρον εργασίαν επί τινα χρόνον. Και πράγματι εν Αιγίνη είχον συρρεύσει απανταχόθεν της Ελλάδος ιδίως δ' εξ Ελευσίνος και Αθηνών πολλοί, φεύγοντες τα δεινά του πολέμου· οι ατυχείς ούτοι υπό της πείνης και των κακουχιών κατατρυχόμενοι έζων βίον αθλιέστατον, μόλις αποζώντες και οικούντες εν σπηλαίοις, ταις οπαίς της γης και τοις αρχαίοις τάφοις. Τούτους λοιπόν πάντας, διά των χρημάτων άπερ ο Κυβερνήτης είχε λάβει, διερχόμενος διά Τεργέστης, Αγκώνος και Μελίτης παρά των ομογενών, εχρησιμοποίησεν εις την ανοικοδόμησιν του Ορφανοτροφείου, καταστήματος φιλανθρωπικού δυναμένου να περιλάβη περί τας δύο χιλιάδας ορφανών (1 Νοέμβριου 1829). Και όντως ο Καποδίστριας διέταξεν όπως περισυλλέξωσιν άπαντας τους αλητεύοντας εν τε τοις στρατοπέδοις και εν ταις πόλεσιν ορφανούς πεντακοσίους τον αριθμόν παίδας και εισήγαγεν αυτούς εις το Ορφανοτροφείον, σώσας της διαφθοράς και της εξαχρειώσεως. Διέταξε την ίδρυσιν δημοτικών Σχολείων ούτω δε από του Φεβρουαρίου μέχρι Μαΐου του 1828 ιδρύθησαν μόνον εν ταις νήσοις του Αιγαίου πελάγους 22 αλληλοδιδακτικά σχολεία· περί δε τα τέλη του 1829 εν πληθυσμώ 693,000 υπήρχον 15,000 μαθητών, περί δε το τέλος του 1830 εν μεν ταις νήσοις υπήρχον 48 δημοδιδασκαλεία, 55 εν Πελοποννήσω και ο μόνον εν τη εκτός του Ισθμού Ελλάδι. Ελληνικά δε σχολεία 44 επί των νήσων και 38 εν Πελοποννήσω. Ο Γάλλος Δυτρόν ως μέλος της επί της δημοσίας εκπαιδεύσεως επιτροπείας προύτεινε την σύστασιν και ανωτέρων παιδευτηρίων· αλλ' ο Καποδίστριας αντέστη έχων μάλλον προ οφθαλμών την ανάπτυξιν των ηθών παρ' Έλλησιν. Εν Αιγίνη πλην του Ορφανοτροφείου, ούτινος τον οργανισμόν ανέθετο τω διδασκάλω του Γένους Γεωργίω Γενναδίω, εν ώ διητώντο, ως είπομεν, τα ορφανά μειράκια, ιδρύθη το Κεντρικόν σχολείον, όπερ έμελλε να καταστή πρότυπον των άλλων σχολείων, όπερ βραδύτερον διηύθυνεν ο αυτός Γεννάδιος, το Διδασκαλείον (Ιούλιος 1830), εν ώ έμελλον να παρασκευάζονται διδάσκαλοι, η στρατιωτική σχολή των Ευελπίδων εν Ναυπλίω, Γεωργικόν εν Τίρυνθι και εν Πόρω το εκκλησιαστικόν εκ των εισοδημάτων μονής της Ζωοδόχου Πηγής συντηρούμενον, όπερ επί βραχύν χρόνον έχον δύο διδασκάλους και 15 μαθητάς επί τέλους διελύθη.

Επίσης ανεκαίνισε και την προ αυτού υπάρχουσαν Μουσικήν σχολήν την διευθυνομένην μεν παρά του μουσικοδιδασκάλου Γεωργίου Λεσβίου, εφορευομένην δε υπό των μητροπολιτών Άρτης Πορφυρίου, Καρύστου Νεοφύτου και του Νικολάου Δραγούμη (16 Μαρτίου). Τοιαύτη ην η φροντίς του Καποδιστρίου περί ιδρύσεως δημοτικών σχολείων και τοιούτον το αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτού. Ο Κυβερνήτης, όν είδομεν και εν Ευρώπη συνιστάντα το εν Γενεύη «Ορφανοτροφείον» υπό τον Αλέξανδρον Ροδινόν εν Βενετία, και εν Αγκώνι έτρεφε μεγάλην ιδέαν περί της δημοτικής εκπαιδεύσεως και σχεδόν υπέρ αυτής καθ' εκάστην ειργάζετο μέχρι των ελαχίστων κατερχόμενος της κατοικίας, της τροφής, της ενδυμασίας, της καθαριότητος, ως φαίνεται εν τη επιστολή, ήν απέστειλε προς τον εν Πόρω διδάσκαλον Α. Παπαδόπουλον: «Στέλλω σοι ενδύματα διά τα υπό την διεύθυνσίν σου παιδία, ήτοι μίαν φουστανέλλαν, δύο υποκάμισα, δύο βρακία, ζεύγος εμβάδων, φέσιον, καπόταν και ζώνην. Πριν όμως ενδύσης τα παιδία, να κείρης και λούσης αυτά καλώς, να αλλάζωσιν υποκάμισον και βρακίον καθ' εβδομάδα κτλ. ...»

Ιδού πάλιν τι έγραφε προς τον διδάσκαλον της εν Ναυπλίω αληλοδιδακτικής Σχολής τη 5 Απριλίου 1830:

«Πέμπομεν προς σε τα νομισματικά βραβεία, δι' ών η κυβέρνησις τιμά τους ευδοκιμήσαντας εις τας τελευταίας εξετάσεις μαθητάς σου, όσοι κατονομάζονται εις τον επισυναπτόμενον κατάλογον· οι δε τούτων αξιωθέντες θέλουν φέρει επί του στήθους προσαρτημένα με δέμα εθνικού χρώματος.

«Την πρώτην ταύτην αμοιβήν της περί τα καλά προθυμίας διανέμων εις αυτούς εκ μέρους της κυβερνήσεως, δύνασαι να τους βεβαιώσης, ότι θέλουν λάβει τους τόπους των εξερχομένων από του κεντρικού σχολείου υποτρόφων της κυβερνήσεως, εάν δίδωσιν ακολούθως δείγματα της αυτής προθυμίας· τους δε λοιπούς των μαθητών σου θέλεις προτρέψει να καταβάλωσι πάσαν σπουδήν διά ν' αξιωθώσι τα αυτά παράσημα και προνόμια.

«Ηδέως εκφράζομεν προς σε την ευγνωμοσύνην μας διά τον οποίον έδειξας ζήλον και επιμέλειαν διά την εκτέλεσιν των χρεών της εμπιστευθείσης υπηρεσίας, της οποίας το αντικείμενον είναι το σπουδαιότατον πάντων αναμφιβόλως, το να παρασκευάση δηλονότι πολίτας αγαθούς, ωφελίμους εις την πατρίδα διά την περί τα θεία ευσέβειαν, διά την αρετήν των ηθών διά την παιδείαν.

«Επιθυμούντες δε να δώσωμεν προς σε και πραγματικά δείγματα της ευγνωμοσύνης μας, διετάξαμεν να συγκαταλεχθή της σήμερον εις τους μαθητάς του κεντρικού σχολείου ο αδελφός σου, όστις συνέπραξε με πολλήν προθυμίαν και ικανότητα εις την πρόοδον των μαθητών σου, και δίδει χρηστάς ελπίδας ότι θέλει κατασταθή άξιος της αλληλοδιδακτικής διδάσκαλος, τελειοποιηθείς εις το κεντρικόν της Αιγίνης σχολείον».

Την τοσαύτην δ' υπέρ της εκπαιδεύσεως φροντίδα αυτού συνεπλήρωσε και διά της ιδρύσεως Μουσείου αρχαιοτήτων, λιθογραφείου και τυπογραφείου, όπως τυπώνται τα διά την διδασκαλίαν βιβλία και τα διά τας άλλας χρείας του Κράτους έγγραφα και τας εν Αιγίνη εκδιδομένας εφημερίδας: Αιγιναίας και Ελληνικού Ταχυδρόμου υπό του διοργανωτού των εν Αιγίνη εκπαιδευτηρίων και φίλου προσωπικού του Καποδιστρίου Ανδρέου Μουστοξύδου. Όσον δ' αποβλέπει εις την εκκλησίαν, ουδέν εγένετο. Η εκκλησία της επαναστάσης Ελλάδος επαύσατο υπείκουσα τη εν Κώνσταντινουπόλει Μεγάλη Εκκλησία και ουδ' ήτο άλλως δυνατόν να γίνη· διότι οι εν Ελλάδι μητροπολίται και ιερείς συν τω σταυρώ έφερον και την σπάθην ίνα καθαγιάσωσι την επανάστασιν. Τεχνηέντως δ' απέκρουσεν ο Κυβερνήτης πάσαν ανάμιξιν του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εν τοις πράγμασι της Ελλάδος, ού ένεκα και η υπό του πονηρού Σουλτάν Μαχμούτ αποστολή κατά Μάιον (1828) εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ελλάδα των επισκόπων Ιωαννίνων, Λαρίσης, Χαλκηδόνος και Νικαίας προς ειρήνευσιν των στασιασάντων ραγιάδων! απέτυχε· διότι ούτοι φθάσαντες εις Άρταν και γράψαντες προς τον Καποδίστριαν ίνα διαγράψη αυτοίς τον ασφαλέστερον τρόπον να κατέλθωσιν εις Αίγιναν, έλαβον απάντησιν ότι δεν εξηρτάτο πλέον από των ελλήνων να ακούσωσι τας προτάσεις αυτών και ότι, κατ' ακολουθίαν, ώφειλον να αποταθώσι προς τας τρεις ευεργέτιδας Δυνάμεις τας αναγνωρισάσας την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.

Ουχ ήττον όμως οι τέσσαρες εκείνοι ιεράρχαι συνοδευόμενοι και υπό του μεγάλου πρωτοσυγγέλου των Πατριαρχείων κατώρθωσαν να τύχωσι συνεντεύξεως μετά του Ιβραχήμ Πασά, όστις ωδήγησεν αυτούς εις Λακεδαίμονα, διασπείραντας καθ' οδόν λόγους υποταγής προς τον Σουλτάνον. Είτα έφθασαν εις Τρίπολιν, πλην ο ενταύθα έκτακτος επίτροπος Α. Βλαχόπουλος δεν επέτρεψε μεν αυτοίς την είσοδον, διότι προήρχοντο εκ χωρών προσβεβλημένων εκ πανώλους, απέστειλεν όμως προς αυτούς τον γραμματέα αυτού Δ. Κ. Βυζάντιον, όστις ώρισεν αυτοίς τόπον συνεντεύξεως την ονομαζομένην Πύλην του Ναυπλίου.

Ιδού δε πώς περιγράφει την συνέντευξιν ταύτην ο Αμβρόσιος Φραντζής εν τη Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος (Τόμ. Γ, σελ. 58):

«Απελθών δε ο γραμματεύς και λαβών έντευξιν μετ' αυτών, παρετήρησε μεγάλην μεν από το μέρος των δυσαρέσκειαν διά την παρεμπόδισίν των του να εισέλθωσιν εις την πόλιν, αφ' ετέρου δε πάλιν βαδίζοντας εις τον σκοπόν των με ήπιον τρόπον, και ομιλούντας (καθ' άς είχον οδηγίας) τα υπέρ του Σουλτάνου και του Ιμπραχήμ Πασά φρονήματά των, επί προσθήκη, ότι δεν συνέφερε πλέον να ήναι οι Έλληνες εις τοιαύτην κατάστασιν, και άλλα τοιαύτα, και ότι έπρεπε να γνωρίσουν τα συμφέροντά των, και να υποκύψωσι τον αυχένα υπό το σκήπτρον του κραταιοτάτου Σουλτάνου (57)· ο δε γραμματεύς ακούσας τους λόγους αυτών, τους οποίους έλεγον δημοσίως παρόντων περί τον γραμματέα 500 περίπου Ελλήνων, τοις απήντησεν όσα δεν ήλπιζον· ούτω δε διανυκτερεύσαντες όλην εκείνην την νύκτα εις την πεδιάδα το πρωί της επιούσης μετέβησαν εις το Ναύπλιον, εφοδιασθέντες με επίσημα έγγραφα της εκτάκτου επιτροπείας, και συνοδευθέντες απ' ολίγους τινάς στρατιώτας της πολιτοφυλακής· φθάσαντες δε εις το Ναύπλιον, εκείθεν μετέβησαν εις τον Πόρον, όπου λαβόντες έντευξιν μετά του Κυβερνήτου της Ελλάδος, τω ενεχείρισαν την παρά του Πατριάρχου συνοδικήν επιστολήν, προς την οποίαν ο Κυβερνήτης απήντησε καταλλήλως».

Η επιστολή αύτη του Κυβερνήτου της Ελλάδος προς τον εθνάρχην των υπό δουλείαν ημετέρων αδελφών είχεν ώδε:

Αριθμός 2683.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ο Κυβερνήτης της Ελλάδος

Προς τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, και την περί αυτόν αγίαν Σύνοδον.

«Η προς τους προύχοντας, Κληρικούς, προκρίτους και λοιπούς χριστιανούς κατοίκους της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου πελάγους εκάστης τάξεως και βαθμού διεθυνθείσα παρά της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου επιστολή του Φεβρουαρίου μηνός είχε φανή και εις τας εφημερίδας όλης της Ευρώπης, και αυτής ακόμη της Ελλάδος, ότε εσχάτως οι άγιοι Αρχιεπίσκοποι και Μητροπολίται Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσσης, και Ιωαννίνων μετά του μεγάλου πρωτοσυγκέλλου έφθασαν εις την νήσον του Πόρου, όπου κατά το παρόν και ημείς διατρίβομεν.

«Επροσκλήθησαν την ακόλουθον της αφίξεώς των ημέραν να έλθωσι προς ημάς. Συνήλθομεν κατά την 22 Μαΐου (3 Ιουνίου), παρόντων εγκρίτων αξιωματικών των ναυτικών Δυνάμεων, οι οποίοι διαμένουν εις τα παράλια ταύτα κατά βούλησιν των συμμάχων Αυλών.

«Όσων ολίγων ελπίδων και αν ήτον η προσδοκία μας, δεν δυνάμεθα να υποκρύψωμεν εις την υμετέραν Παναγιότητα την ανέκφραστον λύπην, την οποίαν ησθάνθημεν, όταν εβεβαιώθημεν, ότι η αποστολή των ιεραρχιών τούτων σκοπόν μόνον είχε το να εγχειρίσωσι προς ημάς την ιδίαν του Φεβρουαρίου μηνός επιστολήν, και να μας προτρέψωσιν εν ταυτώ καθ' όλους τους κατεπείγοντας τρόπους, ώστε να τους δώσωμεν καν ελπίδας, ότι το ελληνικόν έθνος ήθελε παραδεχθή τας νουθεσίας της υμετέρας Παναγιότητος.

»Οι ίδιοι ημείς δεξάμενοι παρά των ιδίων αυτών την επιστολήν, είπομεν μεθ' όλης της παρρησίας τα αίτια, διά τα οποία το βήμα τούτο ούτε συνέπειάν τινα ηδύνατο να έχη, ούτε καρπούς παντελώς να φέρη αναλόγους με τας επιθυμίας της υμετέρας Παναγιότητος.

«Επειδή οι εμπεπιστευμένοι τα της αποστολής ταύτης παρά της υμετέρας Παναγιότητος Αρχιεπίσκοποι εκοίνωσαν εις ημάς, ότι επεθύμουν κομισταί να γενώσι τινός απαντήσεως, δεν δυσκολευόμεθα να την δώσωμεν διά της παρούσης μας· περιέχει αύτη μετ' ακριβείας τας προς αυτούς διά ζώσης φωνής παρατηρήσεις μας κατά την επί της 22 Μαΐου (3 Ιουνίου) συνέντευξίν μας.

«Βαθύτατα αισθανόμεθα ό,τι οφείλομεν εις την θέσιν και της μεγάλης εκκλησίας, και της υμετέρας Παναγιότητος, διά τούτο και δεν εγκρίνομεν να ανακεφαλαιώσωμεν το περιέχον της Συνοδικής επιστολής, ούτε ακριβώς να εξετάσωμεν τους συμβιβαστικούς τρόπους, την εκπλήρωσιν των οποίων η υμετέρα Παναγιότης θεωρεί ως προμηνύουσαν εις ωφέλειαν των Ελλήνων μέλλον ανάλογον με τα πολυχρόνια δεινά των, μέλλον παρέχον προ πάντων ησυχίας και ασφαλείας εχέγγυα.

«Περιοριζόμεθα να προσηλώσωμεν την προσοχήν και της υμετέρας Παναγιότητος και της ιεράς Συνόδου εις όσα εκ των τοιούτων εχεγγύων απήλαυσεν ήδη η Ελλάς από την δικαιοσύνη και την χριστιανικήν ευμένειαν των βασιλέων και Α. Α. Μ. Μ. του βασιλέως της μεγάλης Βρεττανίας, του βασιλέως της Γαλλίας, και του αυτοκράτορος της Ρωσίας. Παρακαλούμεν επίσης την υμετέραν Παναγιότητα να μελετήση εν ευσεβεί κατανύξει τα τεράστια, δι' ών ο πολυεύσπλαγχνος Κύριος έσωσε τον λαόν αυτού και εν παντί καιρώ και εις τους εσχάτους τούτους χρόνους.

«Περικυκλούμενος ο λαός ούτος εξ ενός μέρους από φοβερά στρατόπεδα, πλανώμενος αφ' ετέρου αφ' όλας τας γοητείας, δι' ών η κακοβουλία και απιστία απατώσι την ανθρωπίνην αδυναμίαν, ακολουθών τας συμβουλάς της απειρίας, ωθούμενος συχνάκις έως του χείλους της αβύσσου, ο λαός ούτος υπάρχει ακόμη, και υπάρχει, διότι ο Θεός εξαπέστειλεν εις αυτόν την χάριν του να εύρη εις την χριστιανικήν Πίστιν το κράτος του πολεμείν, την ισχύν του εγκαρτερείν εις τα δεινά, και την απόφασιν του ν' απολεσθή μάλλον, ή να υποκύψη εις τον ζυγόν τον οποίον οι πατέρες του εβάστασαν, αλλά ποτέ δεν παρεδέχθησαν. Η τύχη λοιπόν της Ελλάδος είναι έργον της θείας προνοίας, και οι άνθρωποι οφείλουν να ευλαβώνται τας θείας βουλάς της· οι Έλληνες είναι κατά τούτο πληρέστατα πεπεισμένοι, και σήμερον μάλιστα παρ' άλλοτε, διότι εγγίζει το τέλος των τόσων δυστυχημάτων, και το πλήρωμα των επιθυμιών και των ελπίδων των.

«Ομόφωνος και γενική είναι η πεποίθησις αύτη· ούτε οι προύχοντες, ούτε ο Κλήρος, ούτε οι πρόκριτοι, προς τους οποίους η υμετέρα Παναγιότης διευθύνεται, έχουσιν, ούτε δύνανται να έχωσιν άλλην παρ' αυτήν την πεποίθησιν, χωρίς να εξαχρειωθώσι, και να παύσωσι του να ήναι άνθρωποι και χριστιανοί.

«Πάμπολυ αίμα εχύθη· πάμπολαι ουσίαι εφθάρησαν εις διάστημα οκτώ ετών πολέμου και δυστυχιών, καθ' ούς ο τόπος ούτος κατηφανίσθη, ώστε όλως διόλου αδύνατος είναι να επανέλθη εις οποιανδήποτε κατάστασιν πραγμάτων, βάσιν έχουσα το παρελθόν.

«Άλλως πως συνέβαιναν, το μαρτύριον του Παναγιωτάτου Πατριάρχου Γρηγορίου, πολλών εγκρίτων της ιεράς Συνόδου και άλλων εκ των πρωτίστων του έθνους, δεν ήθελε διδάξει την Ελλάδα, τι εχρεώστει η ιδία εν εαυτή διά ν' αποφύγη τον εξολοθρευμόν, ο οποίος δεν έπαυσε του να επαπειλή από τον μήνα Απρίλιον του αωκά', μέχρι της 6 Ιουλίου του παρελθόντος έτους.

«Η απελπισία την εφώπλισεν, αλλά και ούτως υπερησπίσθη· οι εχθροί της συνώμοσαν την απώλειάν της, αλλ' όλαι αι μηχανουργίαι των συνέτειναν μόνον εις την σωτηρίαν της· ο κάλαμος της κατ' αυτής εξολοθρευτικής αποφάσεως ήτον εν των βάπτεσθαι (διότι μη παρασαλεύουσα από τους νόμους τους οποίους επέταττεν εις αυτήν η θέσις της, ηγγυήθη πανδήμως ενώπιον Θεού και ανθρώπων να ζήση ελευθέρα υπό την προστασίαν των δικαίων της), και ιδού η Συνθήκη του Λονδίνου επικυροί έτι μάλλον των εγγυήσεών της το απαραβίαστον.

«Δεν δυνάμεθα περαιτέρω το περί ού ο λόγος να σαφηνίσωμεν· η αλήθεια των πραγμάτων είναι ορατή πλέον καθ' όλον τον κόσμον, και περιττή πάσα άλλη διασάφησις.

«Οφείλομεν εξ' ονόματος και εκ μέρους όλου του έθνους, το οποίον ενεπιστεύθη εις ημάς την διεύθυνσιν των συμφερόντων του, να παρακαλέσωμεν την υμετέραν Παναγιότητα να μας χαρίση την ευλογίαν της, πεπεισμένη, ότι αμεταθέτως είμεθα προσηλωμένοι εις τας αρχάς της ιεράς ημών Πίστεως.

«Μακάριοι εσμέν, οσάκις ευδοκήσει ο πανάγαθος Θεός, ώστε να δυνηθή η Υ. Παναγιότης να γίνη εις ημάς πρόξενος των αγαθών, τα οποία οφείλει ως κεφαλή της αγίας Εκκλησίας εις όλα τα τέκνα της.

«Εγχειρίζομεν την παρούσαν μας εις τους αγίους Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτας Νικαίας, Χαλκηδόνος, Λαρίσης, Ιωαννίνων, και μέγαν πρωτοσύγκελλον, και παύομεν, επαναλαμβάνοντες και πάλιν, πόσον λυπούμεθα μη δυνάμενοι ν' αποδείξωμεν καρποφόρους, όσους οι σεβάσμιοι ιεράρχαι κατέβαλον αγώνας εις εκτέλεσιν των διαταγών της Υ. Παναγιότητος.

«Εν Πόρω την 28 Μαΐου (9 Ιουνίου) 1828.

Ο Κυβερνήτης
Ι. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας.

Σ. Τρικούπης.

Την επιστολήν ταύτην του Κυβερνήτου λαβόντες οι αρχιερείς ανεχώρησαν άπρακτοι εις τα ίδια, μόνον δε βραδύτερον, μετά την εν Άργει Εθνοσυνέλευσιν, ότε και οι καταστραφέντες ναοί ανεκτίζοντο και άλλοι νέοι ωκοδομούντο, τα της Εκκλησίας εγένοντο θέμα συντονωτέρας φροντίδος του Καποδιστρίου. Εκ δε των συνδιαλέξεων αυτού και της μετά των Πατριαρχών Ανθίμου και Κυρίλλου ανταποκρίσεως του Κυβερνήτου, μανθάνομεν ότι τα περί Εκκλησίας επεθύμει να συνταγώσι τη συναινέσει της εν Κωνσταντινουπόλει Εκκλησίας, ή μάλλον επεθύμει να μη κοπή ο δογματικός δεσμός των δύο Εκκλησιών, αλλ' ο διοικητικός, ως εγένετο βραδύτερον επί της βασιλείας. Αλλ' εφοβείτο ο φιλόθρησκος εκείνος Έλλην ίνα μη, διαλυομένου του δεσμού τούτου, παρεισφρήση καί τις διατάραξις και εις τον πρώτον ένεκα των περί την πίστιν νεωτεριζόντων και ούτω διακινδυνεύση και ο εν τη θρησκεία ενσεσαρκωμένος Ελληνισμός. Προανήγγειλε μάλιστα ο Καποδίστριας, ότι έμελλε να στείλη προς την μητέρα Εκκλησίαν πρεσβευτήν ίνα συνεννοηθή περί του πρακτέου, αλλ' όμως βραδύτερον μετεμελήθη φοβηθείς μη τυχόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας εις το αρχαίον καθεστώς επανελθούσης, η Υψηλή Πύλη βιάση την Μεγάλην Εκκλησίαν να πράξη ό,τι και κατά τας αρχάς της Επαναστάσεως. Τοιαύται ήσαν αι περί της Εκκλησίας φροντίδες του Κυβερνήτου, ας όμως δεν ηδυνήθη να πραγματοποιήση. Τοιαύτα τα περί της εσωτερικής της χώρας αναπτύξεως νομοθετήματα αυτού και τοιαύται αι μεταρρυθμίσεις άς επέφερεν εν τω ασυντάκτω τότε Ελληνικώ Κράτει, όπερ, ως εν τω Προλόγω είπομεν, προπαρεσκεύασαν μεν πάντες οι επί επταετίαν όλην τον ύστατον αγωνιζόμενοι Έλληνες, αλλ' εδημιούργησεν, ως καλός αρχιτέκτων, ο Ιωάννης Καποδίστριας, ούτινος το όνομα αρρήκτοις συνεδέθη δεσμοίς προς την ιστορίαν του Ελληνικού έθνους κατά τας τρεις πρώτας δεκαετηρίδας του προς το τέρμα τείνοντος ΙΘ' αιώνος.

Ότε ο Κυβερνήτης κατήλθεν εις Ελλάδα, η επανάστασις εξηκολούθει, ευρίσκετο εις το όγδοον έτος αυτής. Προς ευόδωσιν δε αυτής και ανάπτυξιν των στρατιωτικών εν γένει ο Καποδίστριας ανέλαβεν, ως είπομεν, την μεταρρύθμισιν των πολεμικών της Ελλάδος.

Είδομεν ότι εξαπέστειλε τας μεν υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην ως στρατάρχην της Ανατολικής Ελλάδος, χιλιαρχίας εις Ελευσίνα, δύο δ' άλλας ατελείς εις την Δυτικήν υπό τον εκεί αρχιστράτηγον Τσουρτς, ώπερ επετράπη και των εκεί στρατευμάτων ο οργανισμός εις χιλιαρχίας· των δε φρουρίων την αρχήν επέτρεψε τω βαυαρώ συνταγματάρχη Άυδεκ. Αλλά πριν ή έτι τακτοποιηθώσι τα του ελληνικού στρατού, ο Ιβραήμ Πασάς από της εν Ναυαρίνω ναυμαχίας έπαυσεν όσον ενήν τας εναντίον των Πελοποννησίων καταδρομάς και καταδιώξεις, διότι είχε καταντήσει εις απελπισίαν, μάλιστα περιμένων να ίδη το αποτέλεσμα του Σουλτανικού ΧάτιΣερίφ· παρά πάσαν όμως ελπίδα πληροφορηθείς ότι έφθασεν εις Ναύπλιον ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας και γνωρίζων καλώς οποίος τις ήτο ο ανήρ εκείνος, δεν ηδύνατο να πεισθή, εάν τω όντι ήτο αληθής η διαδοθείσα αύτη είδησις, ήτις εξέπληξεν αυτόν, αλλά πληροφορηθείς μετά βεβαιότητος, ότι αληθώς κατήλθεν εις Ελλάδα ο Καποδίστριας, εξεστράτευσε πανστρατιά εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας προς Β. και την 9ην Φεβρουαρίου (1823) εις Τρίπολιν, κατηδάφισε το περιτείχισμα και τα οχυρά της Τριπόλεως. και επυρπόλησε δε και κατέστρεψε πάσας τας εν αυτή οικίας, υπό τον ήχον σαλπίγγων και τον κρότον των τυμπάνων κατά την έγγραφον λεπτομερή έκθεσιν, ήν έπεμψαν τότε εις την Ελληνικήν κυβέρνησιν οι εις τα πέριξ της Τριπόλεως παρευρεθέντες Έλληνες, έχουσα ώδε:


Δημήτριος Υψηλάντης

Προς τον επί των Εσωτερικών γραμματέα της Επικρατείας.

«Εις τας 6 του τρέχοντος Φεβρουαρίου ήλθε προς το εσπέρας η εμπροσθοφυλακή του Ιμπραχήμ από τα φρούρια της Μεσσηνίας εις την Τριπολιτζάν· εις δε τας 7 ήλθε και ο ίδιος· άμα έφθασε, μετά δύο ώρας, έλαβε τον πέλεκυν εις τας χείρας, και ως μαινόμενος πρώτος αυτός ώρμησεν εις έν μέρος του φρουρίου συνεπομένων και πολλών στρατιωτών, και εκρήμνισεν έν μέρος εκείνην την ημέραν. Αποστείλας δε κατέβασεν από την ονομαζομένην θύραν του Ναυπλίου την επ' αυτής γεγραμμένην πλάκα του κτίτορος, εις δε τας 10 ανεχώρησε διά τα φρούρια ο Σουλεϊμάν μπέης μ' όλην την πρώτην φρουράν και αιχμαλώτους· ο δε Ιμπραχήμης μείνας εις Τριπολιτζάν με τον καλήτερον στρατόν, τον οποίον έφερεν εκ των φρουρίων της Μεσσηνίας, όντα περίπου των 8,000, εξ ών αι τρεις ιππικόν, από τας 10 του μηνός έως τας 15 έβαλεν όλην την προθυμίαν να καταστρέψη εκ θεμελίων όλον τον περίβολον του τείχους και ν' αναποδογυρίση δι' υπονόμων τας επάλξεις, τα ντζαμία, εκκλησίας, ξενοδοχεία, τα λοιπά δημόσια κτίρια· εις τόσην δε μανίαν ήλθεν, ώστε και τας βρύσεις και δύο εκκλησίας έξω της πόλεως θολωτάς (την του αγίου Νικολάου, και της αγίας Βαρβάρας) δι' υπονόμων ανέστρεψε και καθ' όλας αυτάς τας ημέρας έκαιε σποράδην και οικίας· κρημνίζων δε μέρος του φρουρίου, τας οικίας και λοιπά, τα κατηδάφισε μετ' ήχου των τυμπάνων, και μετά τον χαλασμόν αυτών έκαμε την συνήθη προσευχήν προς τον Μωάμεθ, πυροβολούντες εν ταυτώ και με τουφέκια· εις τας 16 περί τας δύο ώρας ημέρας έβαλε φωτίαν εις όλας τας εναπολειφθείσας οικίας, και ανεχώρησεν εις τα Μεσσηνιακά φρούρια, αφήσας ακατάστρεπτον μόνην την εν Τριπολιτζά πύλην του Λεονταρίου από την οποίαν και εξήλθε μεθ' όλου του στρατού του, (την πρόληψιν αυτήν, δι' ήν εγκατέλιπεν ο Ιμπραχήμης ακατάστρεπτον την πύλην του Λεονταρίου, αυτός μόνος γνωρίζει)· υποκρυφθέντες δε περί τας 2,000 ιππείς έσωθεν της πόλεως, και έξωθεν εις τα κοιλώματα της πεδιάδος, ηχμαλώτισαν περί τους 80 όλους χωρικούς, εξ ών καί τινας γυναίκας, οι οποίοι έτρεξαν προθύμως εις την πόλιν, και ούτως υπήγε και το εναπολειφθέν τούτο στράτευμα κατά τα Μεσσηνιακά φρούρια· εμβήκαμεν λοιπόν κατά την ημέραν ταύτην και είδομεν την αθλίαν πόλιν ως άλλην Τρωάδα, δυσώδη και ακάθαρτον, ερριμένους κατά γης τους τοίχους των οικιών, εκτός εκείνων αι οποίαι εκάησαν την υστέραν ημέραν· τα πάντα ένα κυκεώνα, και συρφετόν ακαθαρσιών, και το περιεργότερον ότι τα πολλά μέρη είχον και άλας διεσπαρμένον· μόνος ένας οικίσκος κατά του Ναυπλίου την θύραν ενός πτωχού αγωγιάτου εσώθη, διότι δεν επίασεν η φωτία, και ένα κατώγαιον ενός οίκου· σώζονται και τα λουτρά της Ώρας του Τεφτέρ Κεχαγιά, ολίγαι κάμαραι των ξενοδοχείων, και των έξωθεν του αγίου Βασιλείου εργαστηρίων, και το διδασκαλείον, το οποίον είναι έμπροσθεν του αγίου Δημητρίου· κανόνια ευρέθησαν εις τα ερείπια του μεγάλου κανονοστασίου σώα 5 ορειχάλκινα, και 1 σιδηρούν, και τα λοιπά κατακομματιασμένα· καμμία άλλη ύλη, ή είδος δεν ευρέθη μέχρι βελόνης.

«Ο ανδρείος Κορέλλας (από το της Καρυταίνης χωρίον Αρκουδόρρευμα) αναγκασμένος και πνέων εκδίκησιν, ώρμησε κατά του Ιμπραχήμη, και τον εκτύπησεν, επειδή εν ώ ήρχετο αυτός εκ των φρουρίων προς το μέρος του Νησίου, ο γενναίος Κορέλλας έστειλε τους στρατιώτας του εις ενέδραν και του ήρπασαν 15 μουλάρια, και ελθόντες με την ιδίαν προθυμίαν να κάμουν το ίδιον και εις της Τζακώνας το χάνι, εζωγρήθησαν και απεκεφαλίσθησαν 8· κατά την εκ Τριπολιτζάς λοιπόν ανεχώρησίν του, τού έκαμαν ακροβολισμόν εις το Βαλτέτζι, ώστε εάν εβιάζετο ένεκα τούτου να διορίση το εις Τρίπολιν ενεδρεύον ιππικό να έλθη προς βοήθειάν του, ήθελε πιάσει πολλούς αθώους, οίτινες έτρεξαν εις την πόλιν αμέσως, διά να προκαταλάβουν τας ιδιοκτησίας των από την πυρκαϊάν.
 
«Κρημνίσαντες δε το τείχος, μετά την προσευχήν των, εφώναξαν ελληνικά, διά να τους ακούσουν οι εις τας ακρωρείας Έλληνες.

«Και το Ανάπλι είθε ούτω».

«Τοιαύτα είναι τα μνημεία τα οποία ο θηριώδης ούτος βάρβαρος αφίνει εις την γην, την οποίαν εις μάτην ηγωνίσθη τρία έτη, ελπίζων να κατεξουσιάση.»

Οι παρευρεθέντες Έλληνες εις τα πέριξ Τριπολιτζάς.

Ούτως ο Ιβραχήμ κατακαύσας την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου Τρίπολιν (Τριπολιτσάν) απήλθεν εις νότια Μεσσηνιακά φρούρια, ένθα είχε προαποστείλει υπό τον Σουλεϊμάν Μπέην τον στρατόν, τους αιχμαλώτους και τα πολεμεφόδια.

Ο Καποδίστριας σκοπών κυρίως την όσον τάχος ελευθέρωσιν της Πελοποννήσου και την επιθεώρησιν του στρατού, απεφάσισε να αναβάλη την κατ' Απρίλιον σύγκλησιν της Εθνοσυνελεύσεως, εφ' ώ και έγραψε προς το Πανελλήνιον ζητών την γνώμην αυτού περί της αναβολής ένεκεν της μη προπαρασκευής εντός τριμήνου των αναφορών και των σχετικών νόμων περί ών ήθελεν αποφασίσει η Εθνοσυνέλευσις (2 Απριλίου). Το δε Πανελλήνιον τη 5 του αυτού μηνός απαντήσαν τω εγγράφω του Κυβερνήτου έγραφεν ότι είναι σύμφωνον καθ' όλα προς την γνώμην αυτού και αναβάλλεται η Εθνοσυνέλευσις δι' ευθετωτέραν περίστασιν, του μεταξύ χρόνου εις πολεμικάς προπαρασκευάς καταναλισκομένου εις την εκδίωξιν των Αράβων εκ της Πελοποννήσου, οίτινες μετέδωκαν την ολεθρίαν πανώλη εις το διαμέρισμα της Γαστούνης, εν Ύδρα και Σπέτσαις και αλλαχού και επαπειλούσαν να διαδοθή και εις άλλα μέρη, άπερ εμάστιζεν ο τύφος και η ευφλογία, ως το Ναύπλιον και την Νάξον και εις την καταπολέμησιν αυτής δι' όλων των δυνατών μέσων, οίον καθαριότητος, καθαρτηρίων, υγειονομικών ζωνών και άλλων αντιμολυσματικών μέσων, άπερ τέως ήσαν άγνωστα εν Ελλάδι. Ο Καποδίστριας επί τούτω επεσκέψατο (26 Απριλίου) τας Σπέτσας και τη 28 του αυτού την Ύδραν αυτοπροσώπως καταγινόμενος εις τας περί υγειονομίας, ως ιατρός, διατάξεις. Τη 2 δε Μαΐου ο αδελφός του Κυβερνήτου Βιάρος ως πληρεξούσιος της Κυβερνήσεως, αφίκετο εις Ύδραν μετά στρατού εκ του εκ Χίου επιστρέψαντος σώματος του Φαβιέρου και περιεκύκλωσε την νήσον διά ζώνης στρατιωτικής απαγορευούσης την μετά της Πελοποννήσου συγκοινωνίαν και απομονούσης τους προσβαλλομένους. Τοσαύτην όμως επεδείξατο αυστηρότητα επιβαίνων οτέ μεν του Αντζήλου, ότε δε του Νέλσωνος και κεραυνοβολών προκηρύξεις, ώστε μάλλον έβλαψε τον αδελφόν, ως διοικητής των νήσων εκείνων, ή ωφέλησε συντελέσας εις την καταστολήν της επιδημίας. Συνέβησαν μεν και σποραδικά τινα κρούσματα εν Αιγίνη, αλλά το κακόν προυλήφθη ταχέως, άνευ λήψεως ουδενός κατασταλτικού μέτρου, εξ ού οι αντίθετοι αυτού έλεγον, ότι ο Καποδίστριας επενόηοε λοιμόν ίνα επιτύχη την αναβολήν της Εθνοσυνελεύσεως! Του κακού όπως δήποτε καταπολεμηθέντος, ο Κυβερνήτης επεσκέψετο την 18 Ιουνίου την Μονεμβασίαν, εν ή έθηκε φρούραρχον τον δαφνοστεφή Κωνσταντίνον Κανάρην, ενήργησεν όπως οι κυβερνήται του συμμαχικού στόλου επισκέψωνται τον Ιβραήμ Πασάν και πείσωσιν αυτόν, ίνα παύση τας δηώσεις της Πελοποννήσου. Ουχ ήττον όμως οικτρώς είχον τότε και τα των Αιγυπτίων και των εν Κορώνη Αλβανών, εξ ών 2,500 στερούμενοι τροφών δραπετεύσαντες τη 2 Ιουνίου και προσβληθέντες υπό του Ιβραήμ εν τω στενώ του Κλειδίου ητήσαντο παρά των Ελλήνων ίνα επιτρέψωσιν αυτοίς την εκ της Πελοποννήσου αποχώρησιν· και δεκτού τούτου γενομένου υπό την φυλακήν του Κολοκοτρώνη, Αυγουστίνου Καποδιστρίου και άλλων οπλιταρχών, εξήλθον της Πελοποννήσου, απήλθον εις Μέγαρα και εκείθεν φοβηθέντες τους εκεί εστρατοπεδευμένους Έλληνας μετέβησαν εις Ρίον, ένθεν, μετά τον φόνον του φρουράρχου αυτού Δελή Αχμέτ συμπαραλαβόντες και τους εκεί ομοφύλους απήλθον, δι' Αντιρρίου, εις τα ίδια απαλλάξαντες την Πελοπόννησον της μυσαράς αυτών παρουσίας. Ο δε Καποδίστριας αφείς την Μονεμβασίαν μετέβη εις Μεθώνην, την εκ Μεθώνης δ' απέπλευσεν εις Κανδύλαν, εν ή επεσκέψατο το υπό τον Τσουρτς στρατόπεδον, είτα τον Κάλαμον, το Δραγαμέστον και τέλος απέβη τη 8 Ιουλίου και έφθασεν εις Αλμυρόν, οπόθεν επεσκέψατο το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τρίπολιν, τους Μύλους του Ναυπλίου (13 Ιουλίου), και τα Μέγαρα. Τούτων γινομένων, άγγελμα ευάρεστον κατέφθασε τοις Έλλησιν εκ της φιλελευθέρου Γαλλίας, ότι στρατός ητοιμάζετο, όπως ελθών εκδιώξη τους Τούρκους εξ Ελλάδος. Και όντως εν Τουλώνι 14,000 Γάλλων μετά 1500 ίππων διηρημένοι εις τρεις μοίρας (58) υπό τους μοιράρχους Τιβούρτιον Σεβαστιάνην, Χυγονέ και Σνέιδερ απέπλευσαν εκ Γαλλίας συμφώνως τω εν Λονδίνω πρωτοκόλλω τη 7)19 Ιουλίου 1828, δι' ού αι ευεργέτιδες δυνάμεις συνεφώνησαν εις την αποστολήν εις Ελλάδα γαλλικού στρατού «διά να πολιορκήση αυστηρώς τα στρατεύματα τον Ιβραχήμ». Του αρχιστρατήγου Μαιζών ειπόντος τάδε: «Μέγα και ευγενές έργον ανατίθησιν ημίν ο βασιλεύς, συνευδοκούντων των αυτού συμμάχων. Πέμπεσθε όπως απαλλάξητε της κακώσεως ενδοξότατον λαόν. Το έργον τούτο τιμών την Γαλλίαν και καθιστών αυτήν αξίαν ευφημιών πάντων των γενναία φρονούντων ανδρών ανοίγει υμίν δόξης στάδιον. Υμείς γινώσκετε τίνι τρόπω μέλλετε να διανύσητε αυτό το φρόνημα υμών και ο ενθουσιασμός παρέχουσί μοι πάσαν εγγύησιν. Μετά τον δέκατον τρίτον αιώνα το πρώτον ήδη μετ' ου πολύ αι γαλλικαί σημαίαι εμφανισθήσονται κατά τας ακτάς της Ελλάδος εις ελευθέρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λαμπρότητα αναμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των υμετέρων θριάμβων· όπως και αν ώσι τα καθ' υμάς, μη αμνημονήσητε οία τιμαλφή συμφέροντα επετράπησαν υμίν στερήσεις και κακουχίας έξετε· υπομενείτε ταύτας γενναίως· οι αρχηγοί δώσουσιν υμίν το παράδειγμα».


Κανάρης

Κατέπλευσαν δ' αι μεν δύο μοίραι τη 17 Αυγούστου υπό τον Μαιζών εις το παρά την Κορώνην Πεταλίδι, τη δε 20 του αυτού και η υπό τον Σνέιδερ.

Σημειούσθω δ' ότι η γαλλική αύτη υπό τον Μαιζών κατοχή της Πελοποννήσου απεφασίσθη συνεπεία της κηρύξεως του μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας πολέμου του καταλήξαντος εις την συνθήκην της Αδριανουπόλεως της αναγνωρισάσης την Ελλάδα ανεξάρτητον της Τουρκίας συμφώνως προς το πρωτόκολλον της 7)19 Ιουλίου. Αιτία δε του ρωσο-τουρκικού τούτου πολέμου υπήρξεν ήδε:

Ο αυτοκράτωρ της Ρωσίας Νικόλαος μεμνημένος της προσβολής της περιγενομένης τη σημαία αυτού κατά την ναυμαχίαν του Ναυαρίνου, προφασιζόμενος δ' αφ' ετέρου και την μη υπό Πύλης εκτέλεσιν των εν τη συνθήκη του Άκκερμαν (24]6 8βρίου 1826), εκήρυξε τη Τουρκία τον πόλεμον τη 20 Απριλίου 1828, μικρόν δε μετά ταύτα (26 Απριλίου) ο εξ 100,000 ανδρών Ρωσικός στρατός διέβη τον Προύτον, εισήλασεν εις Ιάσιον και Βουκουρέστιον, εν ώ εν Ασία ο στρατηγός Κούνεβιτς κατέλαβε την Έρζρουμ. Επειδή δε ο Σουλτάν Μαχμούτ απέμενεν αποκρούων πάντα μετά των Ελλήνων συμβιβασμόν, αι δε δυτικαί δυνάμεις συμφέρον είχον να μη αφήσωσι το πεδίον ελεύθερον εις μόνην την Ρωσίαν, απεφασίσθη, ως είπομεν, η υπό Γαλλικού στρατού κατοχή της Πελοποννήσου, και τη 5 Αυγούστου (1828) ο στρατηγός Μαιζών μετά 14,000 Γάλλων και 1500 ίππων απεβιβάζετο εις Πεταλίδι· ο Ιμβραήμ δεν ετόλμησε ν' αντιστή και μετ' ου πολύ εξεκένωσε την Πελοπόννησον και έφυγεν εις Αλεξάνδρειαν, καίπερ λαμβάνων εκ Κωνσταντινουπόλεως διαταγάς να μη απέλθη, (14-26 Σεπτεμβρίου), δυνάμει της τη 6]18 Αυγούστου 1828 μεταξύ του Μεχμέτ Αλή Βεζύρου της Αιγύπτου, και του υποναυάρχου Ε. Κόδριγκτων γενομένης Συνθήκης, ήτις είχεν ως εφεξής:

«Αι αλλεπάλληλοι αναφοραί του Ιμπραχήμ Πασά αρχιστρατήγου του εν Πελοποννήσω αιγυπτιακού στρατεύματος καταπείσασαι τον Βεζύρην της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλήν, ότι είναι απολύτως αδύνατον να διαμείνη ο υιός του πλειότερον καιρόν εις την φρικτήν θέσιν, εις την οποίαν κατήντησαν τα στρατεύματά του, εξ αιτίας της παντελούς ελλείψεως των προς το ζην αναγκαίων, τον έβαλον συγχρόνως εις την λυπηράν ανάγκην να διατάξη τον Ιμπραχήμ Πασάν να συνέλθη εις διαπραγμάτευσιν μετά των Ε. ναυάρχων των εν ταις θαλάσσαις της Ανατολής στόλων των συμμάχων Δυνάμεων, διά να επιτύχη συνθήκην έντιμον δι' αυτόν, διά τα στρατεύματά του, και διά τα συμφέροντα της υψ. οθωμανικής Πύλης, την οποίαν διετάχθη να υποστηρίξη και υπερασπισθή εις την Πελοπόννησον.

»Δυνάμει της αδείας ταύτης ο Ιμπραχήμ Πασάς έλαβε την 6 του παρελθόντος Ιουλίου συνέντευξιν μετά των Ε. ναυάρχων Δεριγνύ και Εϊδήνου, και του μοιράρχου Κάμπελ. Εις την συνέντευξιν ταύτην ο Ιμπραχήμ Πασάς ωμολόγησεν επισήμως, ότι ήτον έτοιμος ν' αναχωρήση εκ του τόπου, αλλά δεν ήθελεν εισβή ούτ' αυτός, ούτε τα στρατεύματά του, ειμή εις πλοία τουρκικά.

»Υπεσχέθη να μη πάρη αιχμαλώτους Έλληνας με τα στρατεύματά του, ανεβόησε κατά του ζητήματος, το οποίον έγεινε προς αυτόν του ν' απολύση τους αιχμαλώτους τους μετά την εν Νεοκάστρω ναυμαχίαν μεταφερθέντας εις Αίγυπτον, λέγων, ότι τούτο δεν εξήρτητο από αυτόν, ούτε είχε την εξουσίαν να το κάμη· ουδείς λόγος έγεινε περί των φρουρίων των από τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατεχομένων, περί της τύχης των οποίων έμελλε να αποφασισθή, όταν ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων ήθελεν ανταμώσει εις Κέρκυραν τους συναδέλφους του.

»Συμβουλίου συγκροτηθέντος παρά του Ιμπραχήμ Πασά, απεφασίσθη να υπάγη ο ναύαρχος Κόδριγκτων εις Αλεξάνδρειαν, να διαπραγματευθώσιν οριστικώς μετά του Μεχμέτ Αλή Πασά τας προτιθεμένας ήδη συνθήκας, αίτινες δεν ετελειώθησαν εις την συνέντευξιν της 6 Ιουλίου, και να συμφωνήσωσι περί των επιτηδείων μέτρων εις αποπραγμάτωσιν της αναχωρήσεως.

»Και τω όντι σήμερον την 6 Αυγούστου 1828 ο Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων παρουσιασθείς εις τον Μεχμέτ Αλή Πασάν εν ιδιαιτέρα συνεντεύξει, παρόντων μόνον των ΚΚ. Δροβέτση Γεν. Προξένου της Χ. Α. Μ. και Βάρκερ Προξένου της Β. Α. Μ., του Μοιράρχου Κάμπελ, του Καπετάν Ριχάρδ, του Κ. Ε. Κούρζον, και του Κ. Α. I. Κόδριγκτων, αφ' ού ικανόν διελέχθησαν περί των κυριωτέρων άρθρων της αναχωρήσεως των αιγυπτιακών στρατευμάτων εκ των εν Πελοποννήσω παρ' αυτών κρατουμένων φρουρίων, και της απολυτρώσεως των Ελλήνων αιχμαλώτων των μετά την ναυμαχίαν Νεοκάστρου μεταφερθέντων εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον, κατά την οποίαν συνδιάλεξιν ο Βεζύρης εσπούδασε, προ πάντων, ν' αποδείξη την αφροσύνην με την οποίαν οι εφημεριδογράφοι της Αγγλίας και της Γαλλίας εμεγάλυναν τον αριθμόν των αιχμαλώτων τούτων, και τας ταλαιπωρίας, τας οποίας υπέφερον εις την Αίγυπτον, συνεφωνήθη ν' αναχωρήσωσιν εκ της Πελοποννήσου τα αιγυπτιακά στρατεύματα κατά τα εξής.

»α'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασάς υπόσχεται ν' απολύση τους αιχμαλώτους Έλληνας τους μετά την ναυμαχίαν του Νεοκάστρου μεταφερθέντας εκ Πελοποννήσου εις Αίγυπτον.

»Όσον δε περί εκείνων, οίτινες ευρίσκονται εις την εξουσίαν, ιδιαιτέρων, η Α. Υ. υπόσχεται να μεσιτεύση δραστηρίως, ώστε οι Κύριοι Πρόξενοι των συμμάχων Δυνάμεων να δυνηθούν να εξαγοράσωσι τους πλειοτέρους εξ αυτών και με τας όσον το δυνατόν καλητέρας συμφωνίας· ο δε Ε. ναύαρχος Κόδριγκτων υποχρεούται πάλιν να ενεργήση την απαλλαγήν όλων των στρατιωτών, ή υπηκόων Αιγυπτίων, των ευρισκομένων αιχμαλώτων παρά τοις Έλλησι, καθώς και των αξιωματικών, και ναυτών της αιγυπτιακής Κορβέτας της υπό των Ρώσων συλληφθείσης εις τα παράλια της Μεθώνης.

«β'. Ο Υ. Μεχμέτ Αλή Πασσάς να στείλη όσον τάχιστα όλα τα υπό την εξουσίαν του πολεμικά και φορτηγά πλοία, διά να υπάγουν εις Νεόκαστρον να λάβουν όλα τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία θέλουν αναχωρήσει ολοτελώς εκ Πελοποννήσου όσον τάχιστα.

«γ'. Τα πολεμικά και φορτηγά πλοία θέλουν συνοδευθή από αγγλικά ή γαλλικά πλοία, και θέλουν έμβει μετ' αυτών εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ή εις άλλους λιμένας της Πελοποννήσου διά τον άνω ειρημένον σκοπόν.

«δ'. Τα πλοία ταύτα μετά τον εκ Νεοκάστρου απόπλουν των θέλουν συνοδευθή επίσης έως της εμφανίσεως του λιμένος της Αλεξανδρείας.

«ε'. Ούτε ο Ιμπραχήμ Πασσάς, ούτε κανείς αξιωματικός εκ της οικίας, ή του στρατεύματός του, τέλος πάντων κανείς εκ των αναχωρούντων δεν θέλει δυνηθή να πάρη κανένα Έλληνα, εκτός εάν αυτός εκείνος θέλη, είτε ανήρ, είτε γυνή, είτε παιδίον είναι.

«ς'. Ο Ε. Ιμπραχήμ Πασσάς αναχωρών εκ Πελοποννήσου, θέλει δυνηθή ν' αφήση εις τα φρούρια των Πατρών, Χλουμουτζίου, Μεθώνης, Κορώνης, και Νεοκάστρου φρουράν ικανήν εις υπεράσπισίν των.

Εγένετο εν Αλεξανδρεία της Αιγύπτου, ημέραν, μήνα, και έτος τ' ανωτέρω.

(Τ. Σ.) Σφραγίς του Πασσά.

ΕΔ. ΚΟΔΡΙΓΚΤΩΝ.

Αλλά και μετά την εν Ναυαρίνω (8]20 Οκτωβρίου 1827) σωστικήν διά την Ελλάδα ναυμαχίαν, ήτις θεωρείται αποκλειστικόν έργον του Άγγλου ναυάρχου Κόδριγκτων, η Πύλη πάλιν δεν ήθελε να υποχωρήση εις τα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου 1827, προσκληθείσα δε βραδύτερον τη 12 Νοεμβρίου των εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτών των ευεργετίδων δυνάμεων, να αναγνωρίση τα διά της συνθήκης εκείνης εύλογα δίκαια των Ελλήνων, απεποιήθη και αύθις, όθεν τη 26 Νοεμβρίου οι πρεσβευταί ανεχώρησαν εκ Κωνσταντινουπόλεως κατευθυνόμενοι εις Κέρκυραν, κατά διαταγήν των οικείων κυβερνήσεων, όπως από κοινού μετά του Κυβερνήτου (8 Απριλίου 1828) φροντίσωσι περί της οριστικής λύσεως του ελληνοτουρκικού ζητήματος κατά το πνεύμα της συνθήκης της 24]6 Ιουλίου. Αλλ' οι πρεσβευταί ούτοι γράψαντες προς τον Καποδίστριαν εζήτουν πληροφορίας στατιστικάς περί της Ελλάδος, ίνα έχωσιν αυτάς υπ' όψει κατά τας εν Πόρω μελλούσας συνδιασκέψεις αυτών, ως είχεν αναγγείλει τω Καποδιστρία ο Στ. Κάννιγγ. Επί τούτω ο κυβερνήτης απηύθυνεν εγκύκλιον προς τα μέλη του Πανελληνίου και τους εκτάκτους επιτρόπους των επαρχιών, δι' ών εζήτει τας παρά των ξένων πρεσβευτών αιτουμένας πληροφορίας εν συνόλω εις 28 ανερχομένας. Εζητήθη λ. χ. συνοπτική τις έκθεσις περί της εις τον αγώνα μετοχής των κατ' ιδίαν τμημάτων της Στερεάς και των νήσων παρείχετο δε ούτως ευκαιρία εις τον Καποδίστριαν να υπερμαχήση της θεωρίας των φυσικών ορίων συμπεριλαμβάνων και την Θεσσαλίαν. Εζητήθη οποίος ήτο ο σχετικός πληθυσμός Ελλήνων και Τούρκων κατά τε το 1821 και νυν, περί των προσφύγων, οίτινες συνεπεία των πολεμικών συμβάντων είχον κατέλθει εκ των πέραν του Ισθμού χωρών ζητούντες άσυλον, περί των βακουφίων, περί αγγαρειών και φόρων περί της εις τον Σουλτάνον περιελεύσεως αδεσπότων ή ακλήρων κτημάτων και της εθνικής εν γένει περιουσίας και τέλος περί των εις το Διβάνιον δοθέντων φόρων, περί εκκλησιαστικών δεκάτων, περί των πρώην τουρκικών κατά τόπους αρχών του τρόπου του διορισμού αυτών, και περί των δημοτικών δικαίων άτινα είχον απολειφθή τοις Έλλησιν υπ' αυτήν την τουρκικήν δεσποτείαν. Ο Καποδίστριας απαντών το τελευταίον ζήτημα, περί των γενομένων εις το ελληνικόν πολίτευμα μεταβολών από του 1821, εξέθηκεν, εν βραχεία συνόψει, τα έργα των τριών εθνικών συνελεύσεων, και συνεπέρανε πανηγυρίζων θερμώς το ίδιον αυτού κυβερνητικόν σύστημα, όπερ, ως παρετήρει, εκυρούτο διά της καθολικής ψηφοφορίας του έθνους. Αλλ' η βραδύτης της αποστολής των πληροφοριών αφ' ενός και η έλλειψις αφ' ετέρου τακτικής συγκοινωνίας έπεισαν τον Καποδίστριαν να σκεφθή περί ιδρύσεως επισήμου του Κράτους Ταχυδρομείου, εφ' ώ και κατά Σεπτέμβριον 1828 διά διατάγματος εκ Πόρου χρονολογουμένου συνίστα την ιδρυσιν Ταχυδρομείου και εξέθετε τον διοργανισμόν αυτού κατά τα πρότυπα των ευρωπαϊκών. Σημειωτέον όμως ότι το ταχυδρομείον τούτο διά τα εντός του Κράτους δεν ήτο υποχρεωτικόν, ο δε θέλων ηδύνατο να αποστείλη ό,τι ήθελε δι' άλλης προσφορωτέρας οδού· ουδεμίαν δε σύμβασιν είχε και μετά των εξωτερικών ταχυδρομείων, προς ά αι αποστολαί ενηργούντο δι' ιδιαιτέρων ευκαιριών. Ιδρύθησαν δε ταχυδρομικά γραφεία εν Άργει, εν Τριπόλει, εν Επιδαύρω και Σύρω, ών διευθυντάς διώρισε τους οικείους υγειονόμους. Εν δε τω εσωτερικώ της χώρας ένθα δεν υπήρχον υγειονόμοι, ανετέθη η διεύθυνσις αυτών ενί των δημογερόντων του τόπου. Δυστυχώς όμως εν τη λειτουργία των ταχυδρομείων μεγάλη κατεδείχθη επέμβασις της Κυβερνήσεως, ήτις έστιν ότι το απόρρητον των πεμπομένων επιστολών μη σεβομένη αποσφράγιζε και ανεγίνωσκεν αυτάς προς ζημίαν των αλληλογραφούντων. Ούτω δε διά της αποσφραγίσεως και παραβιάσεως των επιστολών, συνελήφθησαν πολλοί τε άλλοι επίσημοι Έλληνες και ο κληρικός Θεόκλητος Φαρμακίδης, όστις γράφων προς τον φίλον αυτού Μ. Ρούφον εξέφραζε την χαράν επί τω πρωτοκόλλω της 10]22 Μαρτίου 1829 και την κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν αυτού και εφυλακίσθη επί ολόκληρον εξάμηνον.

Εν τω μεταξύ οι πρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων κατέφθασαν εκ Κερκύρας εις Πόρον, όπου, ως επιτετραμμένος παρά τω Κυβερνήτη εστάλη υπό της Ρωσίας ο κόμης Μάρκος Βούλγαρης, ολίγον δε βραδύτερον και ο Εδουάρδος Δάουκινς, ως επιτετραμμένος της Αγγλίας παρά τω Καποδιστρία. Η αποστολή των αντιπροσώπων τούτων Αγγλίας και Ρωσίας ως και η αποστολή του Γαλλικού στρατού και του βαρώνου Ζουσσώ Δεσαινδενύ (59) ως επιτετραμμένου της Γαλλίας ήτο σημείον ευχάριστον, ότι ανεγνωρίσθη η προσωρινή κυβέρνησις της Ελλάδος υπό των τριών ευεργετίδων δυνάμεων. Εν τούτοις, διά της συνεννοήσεως των εν Πόρω πρέσβεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου 1828) εξηκολούθει η εις τον στρατόν της κατοχής παράδοσις των φρουρίων υπό του Ιβραχήμ. Παρεδόθησαν δε (24 Σεπτεμβρίου-18 Οκτωβρίου 1828) και τα φρούρια Νεοκάστρου, Κορώνης, Μεθώνης, Χλουμουτσίου, Πατρών και Ρίου, άπερ κατά την ήν ανεγράψαμεν ανωτέρα συνθήκην του Κόδριγκτων και Μεχμέτ Αλή κατείχοντο υπό Τούρκων και υψώθησαν επ' αυτών αι των συμμάχων σημαίαι.

Μετά την εκκένωσιν της Πελοπονήσου από των Αράβων οι πληρεξούσιοι των τριών δυνάμεων Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας υπέγραψαν το πρωτόκολλον τόδε:

«Πρωτόκολλον της εν τω Αρχείω των Εξωτερικών γενομένης συνδιαλέξεως τη 4)16 Νοεμβρίου 1828:

«Παρόντες: Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Ο πληρεξούσιος της Γαλλίας εκοινοποίησεν ότι η πολεμική εκστρατεία, ήτις απεφασίσθη υπό του πρωτοκόλλου της 7)19 του παρελθόντος Ιουλίου (60) επλήρωσε τον κατ' ευθείαν και άμεσον όρον αυτής, εμποδίζουσα όλως διόλου τας εχθροπραξίας εις την Πελοπόννησον και αναγκάζουσα τα τουρκικά αιγυπτιακά στρατεύματα να αναχωρήσουν εκείθεν. Καθυπέβαλεν επομένως εις συμβούλιον διάφορα σχέδια, άπερ εμπεριέχονται εν τω επισυναπτομένω υπό στοιχείων Α υπομνήματι και άπερ αποβλέπουσιν εις το να εξασφαλίσωσιν από νέας εχθρικής επιδρομής τα υπό της συμμαχίας ελευθερωθέντα μέρη, καθ' ήν στιγμήν τα Γαλλικά στρατεύματα ετοιμάζονται να αναχωρήσωσιν.

«Οι κκ. Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας και της Ρωσίας εξετάσαντες τα υπό του πληρεξουσίου της Γαλλίας παρουσιασθέντα σχέδια εγνωστοποίησαν, ο πρώτος διά του επισυναπτομένου υπό στοιχείον Β, και ο δεύτερος διά του υπό στοιχείον Γ, εγγράφου, οποίον σχέδιον νομίζουσι κάλλιον να αποδεχθώσι.

«Τότε οι τρεις πληρεξούσιοι συνεφώνησαν:

«Να αφήσωσιν εις την Γαλλικήν Κυβέρνησιν να κρίνη αν είναι αναγκαίον, μετά την αναχωρήσιν των Γαλλικών στρατευμάτων από της Πελοποννήσου, να μένη εκεί προς καιρόν εν σώμα στρατιωτικόν.

«Η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες να τεθώσιν υπό την προσωρινήν εγγύησιν των τριών Αυλών, έως ού απεφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος μετά της συγκαταθέσεως και της Πύλης, χωρίς να εννούν διά τούτου να προαποφασίσωσιν εις το παραμικρόν το περί των οριστικών ορίων της Ελλάδος ζήτημα, όπερ θέλει αποφασισθή εν ταις μετά της Τουρκίας νέαις διαπραγματεύσεσι.

«Και προς τούτοις εσυμφώνησαν να γνωστοποιήσουν αι τρεις Αυλαί άνευ αναβολής εις την Οθωμανικήν Πύλην, διά διακηρύξεως ήν θέλει προσκληθή ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής των Κάτω Χωρών να εγχειρίση, ότι λαμβάνουσι την Πελοπόννησον, τας παρακειμένας νήσους και τας Κυκλάδας υπό την προσωρινήν εγγύησίν των. Η γνωστοποίησις αύτη επισυνάπτεται εις το παρόν πρωτόκολλον.

Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν

Εν τω μεταξύ δε εν τω εκτός του Ισθμού Ελλάδι, ενώ μετά απόπειραν (11-13 Σεπτεμβρίου) περί καταλήψεως του Αμβρακικού κόλπου διά στολίσκου υπό τον Πασάνον επί τέλους τη 21 Σεπτεμβρίου εισήλθον εις τον κόλπον υπό τους ανδρείους Ανδρέαν Κωφόν, Κωνσταντίνον Θεοφίλου και Αναστάσιον Παρασκευάν, εβύθισαν εκ των 10 τουρκικών πλοίων μίαν κανονοφόρον, ηνάγκασαν να εξέλθη έν δικάταρτον εις Σαλαχώραν. Κατά γην δε ο στρατός υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον κατέλαβε το Λουτράκι και διέκοψε την συγκοινωνίαν μεταξύ Καρβασαρά, ός μόλις τη 13 Απριλίου 1829 παρεδόθη, και Πρεβέζης. Αι δε εις Μέγαρα εκ Τροιζήνος πεμφθείσαι χιλιαρχίαι καίπερ εις 8,000 πληθυνθείσαι επί επτά μήνας διετέλουν άεργοι. Επί τέλους εξεστράτευσαν (11 Αυγούστου 1828) η προπορεία υπό τον Κίτσον Τσαβέλα και Ιωάννην Στράτον, εκυρίευσαν των επαρχιών Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εκδιώξαντες τους εν αυταίς Τούρκους. Μάτην δ' επειράθησαν ο Αχμέτ Πρεβίστας κλεισθείς μέχρι της 22 Οκτωβρίου εν Λομποτινοίς και οι Οσμάν πασάς και Ασλάμ Μπέης σπεύσαντες εξ Υπάτης ναντιστώσιν. Ωσαύτως απέτυχε νικηθείς (22 Οκτωβρίου) και ο φρούραρχος Αμφίσσης Μεχμέτ Δέβολης εκστρατεύσας εις Αντίρριον κατά του Πανομάρα και του Μαστραπά. Μετά δύο δ' ημέρας (24 Οκτωβρίου) εξεστράτευσε και σύμπας ο εν Μεγάροις στρατός ηγουμένου του αρχιστρατήγου Δημητρ. Υψηλάντου. Η προπορεία αυτού ηνάγκασε (30 Οκτωβρίου) 200 Τούρκους κεκλεισμένους εν τη μονή του Αγίου Σεραφείμ (Δομπού) κειμένη επί των νοτίων υπωρειών του Ελικώνος να παραδοθώσι τυχόντες όρων επιεικεστάτων, ως και οι μετά δύο ημέρας εν Στεβενίκω παραδοθέντες κατά δήλωσιν αυτών τούτων γραφείσαν εν Στεβενίκω τη αυτή ημέρα της παραδόσεως (2 Νοεμβρίου 1828). Αυθημερόν δε ανεκτήθη υπό των Ελλήνων η υπό του Καραϊσκάκη δοξασθείσα Αράχωβα. Κατά τας ημέρας ταύτας (2-5 Νοεμβρίου) κατέλιπον τοις Έλλησιν αμαχητί και τον Ζεμενόν, την μονήν του Οσίου Λουκά, την Λεβαδείαν, την Σκρηπούν (Ορχομενόν), την επαρχίαν Αταλάντης, το Τουρκοχώρι, την Βουδωνίτσαν και είτα την Ιτέαν και την Άμφισσαν (17 Νοεμβρίου) αντιστάντων μόνον (9 Νοεμβρίου) των εν Κακή Σκάλα και Άμπλιανη Αλβανών, εξ ών επί τέλους εκείνοι μεν διεσκορπίσθησαν φονευθέντων τινών, ούτοι δε εισελθόντες εις Άμφισσαν παρεδόθησαν (17 Νοεμβρίου) διά συμβάσεως συν τη εν αυτή υπό τον Μεχμέτ Δέβολην φρουρά· είτα άπασα η Ανατολική Ελλάς ηλευθερώθη μέχρι Λαμίας εξαιρουμένων των Θηβών και της Αττικής. Εν δε τη Δυτική Ελλάδι μετά την αναχωρήσιν (23 Νοεμβρίου) των εν Καρπενησίω Τούρκων κατείχετο υπ' αυτών μόνον η Βόνιτσα, ήτις και αύτη εκυριεύθη (17 Νοεμβρίου) εξ εφόδου. Μετ' ου πολύ δε (23 του αυτού) η «Καρτερία» εκυρίευσε μεταξύ Στυλίδος και Ευβοίας μιας κανονιοφόρου και τριών εμπορικών πλοίων, εν δε τω Αμβρακικώ κόλπω ηφάνισαν όσα εκεί υπήρχον τουρκικά πλοία Έλληνες ναύται υπό τον Ανδρέαν Τενεκέν, όστις και έπεσεν ανδρείως πολεμήσας. Ενώ δε κατά γην, έν τε τη Πελοποννήσω και τη Στερεά Ελλάδι και κατά την περί την κυρίως Ελλάδα θάλασσαν υπεχώρουν οι Τούρκοι, τουναντίον εν Χίω και Κρήτη απεσβέννυτο τελέως η επανάστασις· και η μεν εν Χίω κατεστάλη λυθείσης (7 Μαρτίου 1828) της πολιορκίας του φρουρίου, ενώ λαβών 6,000 διστήλων ο Φαβιέρος παρά του Κυβερνήτου ηδύνατο να εξακολουθήση αυτήν. Εν δε Κρήτη μετά αψιμαχίας μικρού λόγου αξίας οι Έλληνες ηττήθησαν (18 Μαΐου 1828) παρά το Φραγκοκάστελλον, ότε έπεσε και ο ηρωικός ίππαρχος Χατζή-Μιχάλης, και απήλθον εκείθεν συνθηκολογήσαντες (21 του αυτού). Μετά ταύτα δε καίπερ ο μεν Μιαούλης κατέστρεψε (22 Μαΐου) τον τουρκικόν στόλον περί την Μιτυλήνην, οι δε Κρήτες ενίκησαν (2 Αυγούστου) εν Μαλάξα και Νεοκάστρω, η επανάστασις όμως εξέπνευσε (15 Οκτωβρίου 1828) προτάσει του Άγγλου ναυάρχου, ουδ' ηδύνατο να διατηρηθή ελλείψει των επιτηδείων.

Εντούτοις, καίπερ αποχωρησάντων πάντων των τουρκικών φρουρών εκ τε της Πελοποννήσου και εκ της Στερεάς Ελλάδος, ο Μαχμούτ πασάς εξεστράτευσεν εκ Λαμίας διά Θερμοπυλών (24 Δεκεμβρίου 1828) συνεννοηθείς μετά του Ομέρ πασά της Καρύστου, ίνα αυτός μεν διά Λαμίας και Ορχομενού, εκείνος δε διά Θηβών προσβάλωσι τους εν Μαρτίνω υπό τον χιλίαρχον Βάσσον Μαυροβουνιώτην Έλληνας, ηγούμενοι 5,000 πεζών και 500 ιππέων. Ο Βάσσος μαθών την κατ' αυτού μέλλουσαν επίθεσιν οχυρώθη, έπεμψε δε 200 άνδρας ίνα κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν παρά την Λούτσαν και διέταξε τον μεν πρώτον πεντακοσίαρχον Τριαντάφυλλον Τσουράν να καταλάβη τας περί τα άκρα του χωρίου οικίας, τον δε δεύτερον Ιωάννην Κλίμακαν το κέντρον, αυτός δε έχων 100 λογάδας περιεσκόπει τα οχυρώματα. Άμα τη πρωία (29 Ιανουαρίου 1829) επεφάνη ο Μαχμούτ ηγούμενος του ιππικού, είπετο δε το πεζικόν. Οι Τούρκοι προσελθόντες εγγύς των οχυρωμάτων έστησαν επ' ολίγον και προσευξάμενοι εφώρμησαν κατά των ωχυρωμένων προχωρήσαντες μέχρι των μέσων οικιών του χωρίου· εγένετο αγών κρατερός. Οι εχθροί ει και εμάχοντο γενναίως, ουχ ήττον μετά δύο ωρών μάχην υπεχώρησαν ως εκτεθειμένοι εις το πυρ των Ελλήνων εκ του ασφαλούς βαλλόντων, οίτινες ιδόντες αυτούς κλονουμένους εξώρμησαν και έτρεψαν εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 250, ετραυμάτισαν πολλούς και κατεδίωξαν αυτούς μέχρι της Λάσπης. Ανέστειλε δε τον περαιτέρω διωγμόν και τον τέλειον διασκορπισμόν των εχθρών η αιφνιδία καταιγίς και ο ψυχρότατος άνεμος, μάλιστα δε ο φόβος μη τυχόν καταλιπόντες τα εαυτών οχυρώματα αίφνης προσβληθώσιν υπό του αναμενομένου Ομέρ πασά. Εκ δε των Ελλήνων ετραυματίσθησαν μόνον τρεις. Μετά την φυγήν, των Τούρκων οι ημέτεροι έλαβον πολλά λάφυρα, φορτηγικά ζώα, χρήματα, τρεις σημαίας, εξ ών μία σώζεται μέχρι τούδε εν τοις Ανακτόροις (Αθηνών). Εν τη μάχει ταύτη διέπρεψαν πάντες οι αξιωματικοί, ιδίως όμως ο Βάσσος, όστις πανταχού κατά την μάχην επεφαίνετο παροτρύνων, ενθαρρύνων και εφορμών ακράτητος κατά των εχθρών πεποιθώς και επί την βοήθειαν του προστάτου του οίκου αυτού αγίου Γεωργίου, ού την εικόνα επί εγκολπίου πάντοτε έφερεν. Ο Μαχμούτ πασάς κατατροπωθείς ετράπη εις φυγήν (10 Φεβρουαρίου 1829) προς την Λαμίαν, ο δε Ομέρ πασάς μαθών την ήτταν αυτού έφυγε και αυτός εις Εύβοιαν καταλιπών φρουράν εν Θήβαις.

Εν τούτοις αι Δυνάμεις εξακολουθούσαι τα περί της διαρρυθμίσεως της τύχης της Ελλάδος βουλεύματα αυτών, συνέταξαν εν Λονδίνω την 10)22 Μαρτίου 1829 το κατωτέρω πρωτόκολλον, δι' ού ώρισαν, ότι πάσαι αι προς μεσημβρίαν του Παγασητικού και του Αμβρακικού κόλπου Ελληνικαί χώρια, περιλαμβανομένης της Ευβοίας και των Κυκλάδων νήσων, θέλουσιν αποτελέσει Κράτος υποτελές μεν και υπόφορον τη Τουρκία, αλλά κυβερνώμενον υπό ιδίου κληρονομικού και Χριστιανού ηγεμόνος.

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΤΟΥ ΕΝ ΛΟΝΔΙΝΩ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

Τη 10)12 Μαρτίου 1829.

»Παρόντες: — Οι Πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, Γαλλίας και της Ρωσίας. Οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας αναγνόντες τα επισυναπτόμενα εις το πρωτόκολλον έγγραφα υπό στοιχείον Α', Β', Γ', Δ', και λαβόντες αυτά εις σκέψιν απεφήναντο τάδε:

»Οι παρά τη οθωμανική Πύλη Πρέσβεις της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας, άμα φθάσαντες εις Κωνσταντινούπολιν, θέλουσιν αρχίσει διαπραγμάτευσιν μετά της Τουρκικής Κυβερνήσεως εν ονόματι των τριών αυλών, αίτινες υπέγραψαν την Συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 περί της μελλούσης ειρηνοποιήσεως διοργανώσεως της Ελλάδος κατά τας κάτωθι σημειουμένας θέσεις.

»Οροθεσία της Στερεάς και των νήσων.

»Να προταθή εις την Πύλην, ότι η οροθετική γραμμή κατά μεν την Στερεάν, άρχεται από το στόμιον του Παγασητικού κόλπου, εκείθεν φθάνουσα εις την κορυφήν της Όθρυος, εκτείνεται κατ' ευθείαν μέχρι της κορυφής της προς Ανατολάς των Αγράφων, εν ή εστί το σημείον της ενώσεως μετά του Πίνδου. Εκ της ακρωρείας ταύτης η γραμμή κατέρχεται εις την κοιλάδα του Αχελώου, προς το μεσημβρινόν μέρος του Λεοντίνου, το οποίον μένει εις την Τουρκίαν είτα διέρχεται την σειράν του Μακρυνόρους, περιλαμβάνει εντός του Ελληνικού Κράτους το ομώνυμον στενόν του Μακρυνόρους, το από την πεδιάδα της Άρτης αρχόμενον και καταλήγει διά του Αμβρακικού κόλπου εις την θάλασσαν.

»Όλαι αι προς μεσημβρίαν της γραμμής ταύτης κείμεναι επαρχίαι θέλουσι συμπεριληφθή εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.

»Αι νήσοι αι εις την Πελοπόννησον παρακείμεναι, η Εύβοια και αι κοινώς λεγόμεναι Κυκλάδες, θέλουν ωσαύτως συμπεριληφθή εντός αυτού τούτου του Κράτους.

Φόρος.

»Να προταθή εις την Οθωμανικήν Πύλην εν ονόματι των τριών Δυνάμεων, ότι οι Έλληνες θέλουσι πληρώνει εις αυτήν φόρον ετήσιον 1,500,000 γροσιών τουρκικών.

Διά να πρoληφθή πάσα τυχόν διαφορά θέλει προσδιορισθή άπαξ διά παντός και εν κοινή συγκαταθέσει η μεταξύ του τουρκικού γροσίου, και του ισπανικού ταλλήρου αναλογία.

Διά την αχρηματίαν εν ή ευρίσκεται η Ελλάς θέλει συμφωνηθή ότι αφ' ής στιγμής πρέπει να αρχίση η πληρωμή του φόρου, η Ελλάς θέλει πληρώσει εις την Πύλην, διά το πρώτον έτος ποσότητα όχι μικροτέραν του πέμπτου ούτε μεγαλειτέραν του τρίτου μέρους της ολικής ποσότητος του φόρου· ότι η ποσότης αύτη θέλει αυξάνει από έτους εις έτος έως ότου εν διαστήματι τεσσάρων ετών ο ετήσιος φόρος φθάση εις τον ανώτερον όρον των 1,500,000 γροσίων, άπερ η Ελλάς θέλει πληρώνει κατ' έτος άνευ της ελαχίστης αυξήσεως ή ελαττώσεως.

Αποζημίωσις.

Θέλει προβληθή τη Οθωμανική Πύλη να κανονισθή η εις το 2 άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου 1827 αναφερομένη αποζημίωσις κατά τον κατωτέρω τρόπον. Θέλουσιν είσθαι δεκτοί να παρουσιάσωσι τους τίτλους των:

1. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί έχουν ιδιοκτησίας εις το νέον Ελληνικόν Κράτος.

2. Όσοι ιδιώται Οθωμανοί είτε ως επικαρπωταί, είτε ως κατά κληρονομίαν διαχειρισταί, προσεπορίζοντο ωφελείας από τα Βακούφια-Άδι εξαρτώμενα από τα τζαμία εντός του ρηθέντος κράτους, εκπιπτωμένων των δικαιωμάτων δι' ών ήσαν βεβαρημένα αυτά τα Βακούφια.

Οι εις τας άνω δύο τάξεις υπαγόμενοι ιδιώται Οθωμανοί, ών οι τίτλοι ήθελον ευρεθή εν τάξει, θέλουσιν έχει την άδειαν να πωλήσωσιν οι ίδιοι τας ιδιοκτησίας των εν διαστήματι ενός έτους, αφ' ού πρότερον εξοφλήσωσι τα ενυπόθηκα χρέη της ιδιοκτησίας των. Αν δεν ημπορέσωσιν εις το διάστημα τούτο να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των, επιτροπή τις θέλει τας εκτιμήσει και αφ' ού άπαξ προσδιορισθή το χρεωστούμενον εις τους παλαιούς ιδιοκτήτας ή εις τους κληρονόμους των ή εις όποιον ανήκει ποσόν, η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει δώσει, εις όσους έχουσι λαμβάνειν, έγγραφα υποχρεωτικά διά να εξοφληθώσιν εν εποχαίς προσδιωρισμέναις.

Η εξέτασις των τίτλων καθώς και η εκτίμησις των ιδιοκτησιών θέλει γείνει υπό μικτής επιτροπής συγκειμένης εξ Ελλήνων και Οθωμανών ίσου αριθμού εκατέρωθεν. Η επιτροπή αύτη θέλει επιφορτισθή να εξετάση εντός του βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, πάσας τας απαιτήσεις και να αποφασίση περί της νομιμότητός των, θέλει προς τούτοις παραδεχθή γενικάς αρχάς δι' όσους απώλεσαν εν καιρώ της επαναστάσεως τα έγγραφά των και αι αρχαί αύται θέλουσι κοινοποιηθή προς τον έχοντα συμφέρον.

Διά την διάλυσιν ενδεχομένων διαφωνιών μεταξύ των Ελλήνων και Οθωμανών επιτρόπων και διά να ορισθή εν ταυτώ ο συντομώτερος τρόπος της εξοφλήσεως του χρέους, και να λαμβάνωνται εις όλας τας παρεμπεσούσας περιστάσεις, τα οριστικώτερα μέτρα, θέλει συστηθή επιτροπή διαιτητική των εκκλήτων συγκειμένη εξ επιτρόπων των τριών Δυνάμεων και η επιτροπή αύτη θέλει αποφασίζει οριστικώς εις όσα η πρώτη διεφώνησεν.

Επικυριότης (Suzéraineté).

Η Ελλάς, υπό την επικυριότητα της Πύλης, θέλει διοικείται εσωτερικώς διά του καταλληλοτέρου τρόπου, όστις εγγυάται αυτή θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν, καθώς και την ευδαιμονίαν και ησυχίαν της.

Επί τω σκοπώ τούτω η διοίκησις αύτη θέλει προσεγγίζει όσον το δυνατόν εις το μοναρχικόν σύστημα και θέλει διαπιστευθή εις αρχηγόν ή ηγεμόνα χριστιανόν, ούτινος η αρχή θέλει μεταβαίνει κληρονομικώς και κατά τάξιν πρωτοτοκίων.

Εν ουδεμιά περιπτώσει ο ηγεμών ούτος δεν δύναται να εκλεγή μεταξύ των οικογενειών των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827, η δε πρώτη εκλογή θέλει γείνει τη συνεναίσει των τριών αυλών και της Οθωμανικής Πύλης.

Προς ένδειξιν της υποτελείας της Ελλάδος τω Οθωμανικώ κράτει θέλει συμφωνηθή εκτός του ετησίου φόρου, οσάκις νέος κατά κληρονομίαν ηγεμών λαμβάνει τας ηνίας της διοικήσεως να επικυρώται υπό της Πύλης και να πληρώνη αυτή το πρώτον έτος διπλούν φόρον.

Αν η άρχουσα οικογένεια εκλίπη, η Πύλη θέλει λάβει μέρος την εκλογήν του νέου ηγεμόνος καθώς και εις την του πρώτου.

Αμνηστία και δικαίωμα μεταναστεύσεως.

Η Οθωμανική Πύλη θέλει κηρύξει πλήρη και τελείαν αμνηστίαν ίνα μη ενοχληθή ουδείς Έλλην μετά ταύτα, καθ' όλην την έκτασιν του Οθωμανικού Κράτους επί λόγω ότι ανεμίχθη εν τη Ελληνική επαναστάσει.

Η ελληνική Κυβέρνησις επίσης θα παράσχη πάσαν ασφάλειαν εντός των ορίων της Ελλάδος εις όσους Χριστιανούς ή Οθωμανούς ηκολούθησαν την εναντίαν μερίδα.

Η Υψηλή Πύλη θέλει παραχωρήσει προθεσμίαν ενός έτους όσους των Ελλήνων υπηκόων της επιθυμούσι να μεταναναστεύσωσι, να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να αναχωρήσωσιν ελευθέρως. Η ελληνική Κυβέρνησις θέλει συγχωρήσει ωσαύτως εις όσους των Ελλήνων προτιμώσι να μεταναστεύωσιν εις το Οθωμανικόν Κράτος.

Αι μεταξύ Οθωμανών και Ελλήνων εμπορικαί σχέσεις θέλουσι προσδιορισθή οριστικώς άμα ως κανονισθώσι τα εν τω παρόντι πρωτοκόλλω αναφερόμενα.

Οι πρέσβεις της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας θέλουσιν επιφορτισθή να ζητήσωσι παρά της Οθωμανικής Πύλης την διατήρησιν της ανακωχής, ήν ο Ρεΐζ Εφένδης διά της από 10 του παρελθόντος Σεπτεμβρίου επιστολής προς τους εν τω Αρχιπελάγει αντιπροσώπους της συμμαχίας εκήρυξεν ως υφισταμένην πραγματικώς εκ μέρους της Πύλης προς τους Έλληνας.

Αι τρεις αυλαί στηριζόμεναι επί της εκ μέρους της Πύλης ανακωχής, των προσπαθειών άς καταβάλλουσι προς εξασφάλισιν της διατηρήσεως αυτής και επί των διαπραγματεύσεων, αίτινες θέλουσιν αρχίσει εν Κωνσταντινουπόλει περί της οριστικής τύχης της Ελλάδος, θέλουσι ζητήσει και παρά των Ελλήνων να παύσωσιν αμέσως των εχθροπραξιών καθ' όλα τα μέρη· η δε Ελληνική κυβέρνησις να επαναφέρη εντός των ορίων του παρά της συμμαχίας εγγυωμένου Κράτους τα Ελληνικά στρατεύματα όσα ευρίσκονται εκτός, πάντοτε όμως χωρίς το μέτρον τούτο να προδικάση, κατ' ουδένα τρόπον, το περί οροθεσίας του νέου Ελληνικού Κράτους ζήτημα.

Άμα ως λάβη πέρας ο ανωτέρω συμβιβασμός μετά της Πύλης, θέλει τεθή, κατά το άρθρον 5 της συνθήκης της 6 Ιουλίου υπό την εγγύησιν εκείνων των δυνάμεων, των υπογραψασών την ρηθείσαν συνθήκην, αίτινες νομίζουσιν ωφέλιμον η δυνατόν να αποδεχθώσιν αυτήν την υποχρέωσιν, ής τα αποτελέσματα και η ενέργεια θέλουσι συμφωνηθή μετέπειτα μεταξύ των Υψηλών δυνάμεων κατά το προμνημονευθέν άρθρον της συνθήκης της 6 Ιουλίου. Εν τούτοις, αποφασίζεται από της σήμερον ότι η περί ο λόγος εγγύησις θέλει εξασφαλίζει την Πύλην κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους των Ελλήνων και την Ελλάδα κατά παντός κινήματος ή εχθροπραξίας εκ μέρους της Πύλης.

Οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας δεν δύνανται να κλείσωσιν ουδένα συμβιβασμόν απομακρυνόμενον των ανωτέρω τεθεισών βάσεων.

Αν και εν τη παρούση διαπραγματεύσει η Ρωσία συγκατανεύη να μη αντιπροσωπεύηται διά πληρεξουσίου, εν τούτοις αι τρεις δυνάμεις συνενοήθησαν να εξακολουθήσωσιν αι διαπραγματεύσεις υπό των αντιπροσώπων των αυλών Λονδίνου και Παρισίων εν ονόματι και της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και της Γαλλίας να γίνωσι πάσαι αι προτάσεις εκ μέρους των τριών Δυνάμεων των υπογραψασών την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και να μη γίνη δεκτόν ζήτημα, ούτινος σκοπός είναι να απομακρύνη αμέσως ή εμμέσως την Ρωσίαν από της περί ής ο λόγος διαπραγματεύσεως, ή τα αποτελέσματα αυτής.

Οι αντιπρόσωποι Γαλλίας και Αγγλίας θέλουσι προσπαθήσει πάσαις δυνάμεσι να λάβωσιν όσον τάχιον την συγκατάθεσιν της Πύλης δι' όσας μέλλουσι να ποιήσωσιν αυτώ προτάσεις. Οιαδήποτε δε καν ή η διάθεσίς της, θέλουσι ζητήσει παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως ταχείαν απάντησιν εις τας προτάσεις των.

Όσα επίσημα έγγραφα μέλλουσι να γραφώσι, συνεπεία των διαπραγματεύσεων τούτων, θέλουσι συντάττεσθαι από κοινού, και υπογράφεσθαι υπό των δύο πληρεξουσίων εις τριπλούν ίνα διευθύνεται ανά έν προς εκάστην των τριών δυνάμεων.

Το παρόν πρωτόκολλον, καθόσον αφορά τας βάσεις των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων των πρέσβεων και τον τρόπον, όν πρέπει να ακολουθήσωσιν εν ταις διαπραγματεύσεσιν αυτών, επέχει τόπον οδηγιών αυτοίς.

Ο πληρεξούσιος της Α. Μ. του αυτοκράτορος της Ρωσίας εκοινοποίησεν επισήμως ότι έλαβε την άδειαν παρά του αυτοκράτορος να συγκατανεύση εις το να διαπραγματευθώσιν οι πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας μετά της Οθωμανικής Πύλης εν ονόματι του αυτοκράτορος και να θεωρή απ' αυτής της στιγμής τους ρηθέντας πρέσβεις ως εφωδιασμένους διά της αναγκαίας πληρεξουσιότητος προς διαπραγμάτευσιν εκ μέρους της Ρωσίας κατά τας προεκτεθείσας βάσεις και συμφωνίας.

Οι πληρεξούσιοι της Γαλλίας και Μεγάλης Βρεττανίας ανήγγειλαν ότι κατά συνέπειαν της διακοινώσεως ταύτης και ίνα εκπληρωθή το σκοπούμενον του παρόντος πρωτοκόλλου, οι παρά τη Οθωμανική Πύλη αντιπρόσωποι των οικείων αυλών θέλουσι θεωρηθή ως ανηκόντως εφωδιασμένοι να διαπραγματευθώσιν εν ονόματι του αυτοκράτορος της Ρωσίας καθώς και της Αγγλίας και Γαλλίας και θέλουσι διαταχθή να απέλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινούπολιν, όπως άρξωνται των διαπραγματεύσεων εκ μέρους των τριών συμμάχων αυλών και κατά τας ανωτέρω βάσεις και συμφωνίας τας γενομένας κοινή συγκαταθέσει.

Άβερδην, Πολινιάκ, Λίβεν.

Κατά του πρωτοκόλλου τούτου, ως εικός, καθυπέβαλον η τε Ελληνική Κυβέρνησις (11]23 Μαΐου και 24]5 Ιουνίου 1829) και η Δ' εθνική Συνέλευσις, η συγκροτηθείσα εν Άργει τη 11 Ιουλίου 1829 και μέχρι της 6 Αυγούστου του αυτού έτους αυτόθι συνεδριάσασα, ευλόγους ενστάσεις. Όντως δε διά της πράξεως ταύτης εματαιούτο κατά μέγα μέρος ο αρχικός της επαναστάσεως σκοπός. Ου μόνον αι πλείσται Ελληνικαί χώραι παρεδίδοντο αύθις τη διακρίσει των Τούρκων, αλλά και αύται εκείναι όσαι έμελλον να αποτελέσωσιν ίδιον Κράτος απεστερούντο του ευεργετήματος της εντελούς ανεξαρτησίας. Εξ εναντίας δε η Οθωμανική Κυβέρνησις, θεωρούσα τον στρατόν αυτής επανειλημμένως υπό των Ρώσων κατατροπωθέντα και αναγκασθείσα να συνομολογήση εν Αδριανουπόλει την 2]14 Σεπτεμβρίου ειρήνην επιζήμιον, έσπευσε διά του 10 άρθρου (61) της ειρήνης ταύτης να αποδεχθή οριστικώς τας αποφάσεις των Δυνάμεων, τας περιεχομένας εν τε τη της 24 Ιουνίου (6 Ιουλίου 1827) συνθήκη και εν τω από 10]22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω.

Μετά τα ολίγα ταύτα περί του πρωτοκόλλου της 10]22 Μαρτίου, επανέλθωμεν εις την συνέχισιν των πολεμικών των Ελλήνων έργων, άπερ μεθ' όλην την προκηρυχθείσαν υπό του Ρεΐζ-Εφένδη και του πρωτοκόλλου τούτου ανακωχήν εξηκολούθουν εν τη Στερεά Ελλάδι.

Μετά την ανωτέρω μάχην του Μαρτίνου την καταστήσασαν δυσχερή την θέσιν των εν Θήβαις και Αττική Τούρκων στερουμένων, προ πάντων, τροφών, ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης εσκόπει τον αποκλεισμόν των Θηβών και της Αττικής διά καταλήψεως των κυριωτέρων θέσεων, δι' ών ηδύναντο οι εχθροί να προσπορίζωνται τροφάς. Αλλ' ο άρτι διορισθείς γενικός πληρεξούσιος της Στερεάς Ελλάδος Αυγουστίνος Καποδίστριας, ανήρ περί τα στρατιωτικά απειρότατος, άλλα διανοούμενος, ου μόνον ουδεμίαν ακρόασιν τω Υψηλάντη έδωκεν, αλλά και δύο χιλιαρχίας και το ιππικόν αφήρεσεν απ' αυτού σκοπόν έχων να πολιορκήση την Ναύπακτον, ήτις, καταλαμβανομένων των στενών της Ακαρνανίας και του Μακρυνόρους, έμελλε καθώς και το Μεσολόγγιον να παραδοθή. Και προς το φαινόμενον μεν υπέσχετο ο Αυγουστίνος θα πέμψη πάλιν οπίσω τον στρατόν τούτο κρύφα δ' ερραδιούργησε προς τον αδελφόν και τας χιλιαρχίας του Νικολάου Κριεζώτου και Ιωάννου Στράτου. Ως εκ τούτου, οι πιστοί οπλιτάρχαι δι' αναφοράς διεμαρτυρήθησαν μεν προς τον Κυβερνήτην, ουδαμώς όμως εισηκούσθησαν. Ουχ ήττον ο Υψηλάντης καίπερ σμικράν έχων δύναμιν απεφάσισε να πολιορκήση τας Θήβας, ας εφρούρουν 3,000 πεζών και 300 ιππείς κατέχοντες τα προάστεια Πύργον, Πυρί και Αγίους Θεοδώρους. Προς τούτο δε έπεμψε μεν εις κατάληψιν του Ανηφορήτου, θέσεως οχυράς επί όρους εγγύς του Καραμπαμπά, τον Κριεζώτην, Τόλιαν Λάζον, Ιωάννην Ράγκον και Μήτρον Λιακόπουλον ηγουμένους 400 στρατιωτών, όπως εμποδίζωσι πάσαν συγκοινωνίαν μεταξύ Ευβοίας και Θηβών, τον δε Βάσσον εις Αττικήν προς τον αυτόν σκοπόν. Αυτός δε ηγούμενος 700 ανδρών νύκτωρ (18 Μαΐου) κατέλαβε τα ερείπια των Θηβών. Ο Ομέρ πασάς της Καρύστου μαθών την κατάληψιν του Ανηφορήτου εξεστράτευσε (2 Ιουνίου) ηγούμενος 1000 τακτικών και 800 Αλβανών. Οι Έλληνες όντες περί τους 600 ιδόντες εκ του ύψους του όρους επερχομένους τους εχθρούς κατήλθον προς τας υπωρείας. Αλλά κινδυνεύοντες να περικυκλωθώσιν ένεκα απροσδοκήτου υποχωρήσεως του πάντοτε ανδρείως πολεμήσαντος Κριεζώτου, υπεχώρησαν προς τα οχυρώματα εν μεγίστη αταξία. Των Τούρκων απειλούντων να εισπηδήσωσιν εις αυτά τα οχυρώματα, ο εκατόνταρχος Ψαροδήμος και ο πεντηκόνταρχος Λιακόπουλος εν αλαλαγμώ εκπηδήσαντες έτρεψαν τους πλησιεστέρους των εχθρών εις φυγήν.


Νικόλαος Κριεζώτης

Άρθρον 10. Ομολογούσα η Υψηλή Πύλη την τελείαν αυτής συγκατάθεσιν εις τα ωρισμένα εν τη του Λονδίνου Συνθήκη της 24[6 Ιουλίου 1827 μεταξύ της Ρωσίας, της Μεγάλης Βρεττανίας και Γαλλίας, συναποδέχεται και την πράξιν της 10]22 Μαρτίου 1829 εκ συμφώνου μετά των αυτών τούτων δυνάμεων αποφασισθείσαν επί τη βάσει της ειρημένης συνθήκης και διαλαμβάνουσαν τους προς την οριστικήν εκείνης εκτέλεσιν λεπτομερείς συμβιβασμούς. Ευθύς δε μετά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της παρούσης περί ειρήνης συνθήκης, η Υψηλή Πόλη θέλει διορίσει πληρεξουσίους όπως συμφωνήσωσι μετά των της ρωσικής αυτοκρατορικής αυλής και των αυλών της Αγγλίας και Γαλλίας περί της εκπληρώσεως των ειρημένων ορισμών και συμβιβασμού.

Το παράδειγμα των ανδρείων τούτων μιμηθέντες και οι άλλοι εξώρμησαν και έτρεψαν τους εχθρούς εις φυγήν, εφόνευσαν περί τους 47 και πολλούς ετραυμάτισαν. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν τρεις και επληγώθησαν πέντε, εν οίς ο Βασίλειος Μπούσγος, ο Παύλος Στεφάνου και ο Βασίλειος Λεοναρδίδης· ο δε ανδρειότατος πάντων αναδειχθείς Ψαροδήμος ετρώθη το στέρνον και τον αριστερόν βραχίονα· εν τούτοις όμως ει και ο Ομέρ πασάς υπεχώρησεν εις Χαλκίδα, οι Έλληνες κατέλιπον τον Ανηφορίτην ως στερούμενοι τροφών και μη λαμβάνοντες μισθόν, πολλοί δε των του Ομέρ Πασά απήλθον εις βοήθεια των εν Θήβαις Τούρκων, οίτινες τόσον θαρραλέοι εγένοντο, ώστε καθ' ημέραν εξήρχοντο εις συλλογήν καρπών. Ο Υψηλάντης μαθών ότι αυθόρμητοι ήρχοντο προς αυτόν εκ Ναυπάκτου οι υπό τον Χατζηχρήστον ιππείς έπεμψε νυκτός προς προϋπάντησιν αυτών τον Σκουρτανιώτην και τον Ευμορφόπουλον, όπως από κοινού επιπέσωσι κατά των ανυπόπτως διεσκορπισμένων εχθρών. Πράγματι δε οι ιππείς όντες 130 και 300 πεζοί εκ του εν Θήβαις ελληνικού στρατοπέδου επήλθον συνηνωμένοι κατά των ανυπόπτων εχθρών· εγένετο μικρά, αλλά κρατερά συμπλοκή, ήν εκ μεν των Τούρκων εφονεύθησαν περί τους 130, ηχμαλωτίσθησαν 16 και ετραυματίσθησαν πολλοί, συνελήφθησαν δε και 80 ίπποι, εκ δε των ημετέρων ουδείς εφονεύθη· επληγώθησαν δέ τινες, εν οίς καιρίως, κατά την κοιλίαν, ο Αθανάσιος Σαλαμίνιος ο μετ' ου πολύ εκ της πληγής αποθανών, ο Σταύρος Ελευθερίου Αινίτης και ηχμαλωτίσθη ο Ιωάννης Σέρβος, όστις και ελυτρώθη αντί τεσσάρων εκ των συλληφθέντων 16 Τούρκων. Μετ' ολίγας δ' ημέρας μαθόντες οι ημέτεροι ότι ήρχοντο εκ Χαλκίδος 500 Τούρκοι προς επικουρίαν των εν Θήβαις κατά την νύκτα της 20 προς 21 Ιουνίου κατέλαβον τα κατά την εκ Χαλκίδος εις Θήβας άγουσαν Μαυροβούνι. Οι Τούρκοι φθάσαντες αυτόσε προσεβλήθησαν αίφνης υπό των ενεδρευόντων Ελλήνων· ήρξατο μάχη μεταξύ των Τούρκων προσπαθούντων να διαφύγωσιν εις Θήβας, και των Ελλήνων κωλυόντων αυτούς. Τέλος όμως διεξήλθον οι Τούρκοι προς τους εν Θήβας αποβαλόντες περί τους 120 άνδρας και πολλούς τραυματίας, εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν εννέα καί τινες ετραυματίσθησαν.

Τη επαύριον (22 Ιουνίου), όπως αποπλύνωσι την αισχύνην της προτεραίας οι Τούρκοι εφώρμησαν, από πρωίας, επί τα οχυρώματα των Ελλήνων. Και οι μεν κατέχοντες τους Αγίους Θεοδώρους Τούρκοι προσέβαλον τα οχυρώματα των οπλιταρχών Ιωάννου Ρούκη και Σπύρου Μήλιου αρχηγού της φρουράς του στρατάρχου Υψηλάντου, οι δε του Πύργου και Πυρί τα του Ιωάννου Στράτου, Διονυσίου Ευμορφοπούλου και Γεωργίου Σκουρτανιώτου· το δε ιππικόν του εχθρού ίστατο όπισθεν έτοιμον προς καταδίωξιν. Αφ' ετέρου δε το Ελληνικόν ιππικόν υπό τον ανδρείον Χατζηχρήστον ίστατο όπισθεν των Ελλήνων τηρών ελευθέραν την εις Κάζαν την επί του Κιθαιρώνος άγουσαν. Ο Υψηλάντης ιδών εκ του κέντρου, ένθα ίστατο, ότι εκινδύνευον οι περί τον Ρούκην και Μήλιον, έπεμψεν εις επικουρίαν 120 άνδρας υπό τον Ιωάννην Μπαϊρακτάρην, ως και τον ίππαρχον Χατζηχρήστον μετά 20 ιππέων και το υπόλοιπον ιππικόν. Εν τούτω δύο Έλληνες ιππείς οι Γεώργιος Μανιάτης και Δημήτριος Σαλαχώρης επιτεθέντες ξιφήρεις κατά 8 Τούρκων ιππέων αποσπασθέντων του άλλου τουρκικού ιππικού έτρεψαν αυτούς· τούτο ιδόντες οι λοιποί Τούρκοι ιππείς εφώρμησαν· επήλθον άμα και οι Έλληνες ιππείς και συμπλοκής γενομένης, το τουρκικόν ιππικόν ετράπη εις φυγήν εξώρμησαν δε συγχρόνως εκ των προχωμάτων ξιφήρεις και οι πεζοί Έλληνες, οίτινες έτρεψαν το πεζικόν των εχθρών. Ούτω δε οι τέως νικηταί Τούρκοι ηττήθησαν κατά κράτος αποβαλόντες νεκρούς πολλούς τραυματίας και αιχμαλώτους και δύο σημαίας. Εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και 15 ετραυματίσθησαν.

Μετά την νίκην ταύτην, δυστυχώς το στρατόπεδον των ημετέρων εγκατέλιπεν (7 Αυγούστου) τας Θήβας, πολλών λιποτακτησάντων και εμβαλόντων τους πάντας εις άτακτον φυγήν· ούτω δε παρελύοντο οσημέραι δι' έλλειψιν μισθών και τροφίμων τα ελληνικά στρατόπεδα· μέρος του υπολειφθέντος στρατού ανέβησαν εις την επί του Κιθαιρώνος Κάζαν, οι δε πλείονες εις τας Θεσπιάς, οίς ηκολούθησε και αυτός ο στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης.

Των υπό τον Υψηλάντην μαχομένων περί τας Θήβας, οι υπ' αυτού, ως είπομεν, εις Αττικήν πεμφθέντες υπό τον Βάσσον άνδρες εστρατοπέδευσαν εν τω μεταξύ Χασεκή και Μενιδίου μοναστηρίω του Αγίου Ιωάννου. Τη 18 Μαΐου ο Βάσσος ηγούμενος 300 πεζών καί τινων ιππέων, εξ ών τους πεζούς διέταξε να ελλοχήσωσιν εκεί, μετά των ιππέων προελαύνων προς το Μενίδιον συνεπλάκη προς 200 πεζούς Τούρκους· έσπευσαν οι ενεδρεύοντες Έλληνες και Τούρκοι άλλοι αλλαχόθεν, αλλ' εχωρίσθησαν πληγωθέντων τινών. Τη 27 Μαΐου εξεστράτευσαν και πάλιν Τούρκοι εξ Αθηνών προς διάλυσιν του στρατοπέδου του Βάσσου έλκοντος και δύο τηλεβόλα, αλλά αψιμαχίας γενομένης ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσιν άπρακτοι, αποβαλόντες νεκρούς καί τινας τραυματίας. Δευτέραν απόπειραν εποιήσαντο οι Τούρκοι τη 6 Ιουλίου επιτεθέντες κατά των ωχυρωμένων Ελλήνων, αλλά και πάλιν απέκρουσεν αυτούς ο Βάσσος, αποβαλόντες νεκρούς τινας καί τινας τραυματίας.

Τούτων εν τη Ανατολική Ελλάδι γενομένων, ο πληρεξούσιος πολιτικός και στατιωτικός Αυγουστίνος ευρίσκετο εν τη Δυτική Ελλάδι. Ούτος εισπλεύσας εις Κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον ναύαρχον Μιαούλην φρεγάτας «Ελλάδος» εκυρίευσε του Αντιρρίου μετά δύο ημερών (12 — 13 Μαρτίου) πολιορκίαν κατά τε γην και κατά θάλασσαν. Μετά ταύτα παρεδόθησαν υπό των Τούρκων τοις ημετέροις η Ναύπακτος, το Μεσολόγγιον (62) και το Αιτωλικόν (2 Μαΐου) αναιμωτί. Η ανάκτησις του Μεσολογγίου επανηγυρίσθη εν ανεκλαλήτω χαρά καθ' άπασαν την Ελλάδα. Εν Αιγίνη δε τη 8 Μαΐου δημοτελής εορτή, καθ' ήν εν μεν τη μητροπόλει εξεφώνησε λόγον πανηγυρικόν ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης. Ο δε Κυβερνήτης διεκήρυξε προς το πανελλήνιον τάδε: «Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού. Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται οστά των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι έπεσαν ενδόξως.

»Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν ναποδώσωμεν εις την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών ενθέρμους ευχάς μας.

»Το χρέος τούτο αφού αποδώσωμεν, έχομεν και άλλο όχι ολιγώτερον ιερόν να εκπληρώσωμεν· έχομεν χρέος να συλλέξωμεν μετ' ευλαβείας τα σεβάσμια αυτών λείψανα και να καταθέσωμεν είς τι μνημείον, όπου η πατρίς ναποδίδη κατ' έτος τον φόρον της ευγνωμοσύνης της εις την κόνιν των ανδρών εκείνων, οι οποίοι εμαρτύρησαν ηρωικώς υπέρ του αγώνος αυτής. Η κυβέρνησις διερμηνεύουσα τα αισθήματα των Ελλήνων υπερποθούντων να εκπληρώσωσι τα τοιαύτα χρέη των διατάττει: Την ιδίαν ημέραν, καθ' ήν θέλει να εγκαινιασθή η πρώτη εκκλησία, η οποία επισκευάζεται ήδη εις Μεσολόγγιον, να ιερουργήση ο μητροπολίτης διά να δεηθή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ηρωικών προμαχώνων της πόλεως του Μεσολογγίου.

»Ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίση επιτροπήν συγκειμένην από άνδρας του ιερού κλήρου ως και από πολεμικούς πολιτικούς αξιωματικούς, ήτις οφείλει να λάβη ταναγκαία μέτρα διά να ενεργηθώσι τα εφεξής: Να συνταχθή κατάλογος των εκκλησιαστικών, αξιωματικών, πολιτικών υπουργών, ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά το 1822, 1823, 1825 και 1826.

»Να συλλεχθώσι τα νεκρά αυτών λείψανα και να προσδιορισθή ο τόπος, όπου πρέπει να εναποτεθούν.

»Ο Κυβερνήτης θέλει υπάγει αυτοπροσώπως εις Μεσολόγγιον διά να παρευρεθή εις την μεγάλην επικήδειον πομπήν την εσομένην προς μετακόμισιν των οστέων αυτών εις το μέρος εκείνο όπου θ' ανεγερθή μνημείον, αφοσιούμενον από το έθνος εις μνήμην των γενναίων εν Μεσολογγίω υπερασπιστών του Σταυρού. Η κυβέρνησις θέλει εκδώσει πρόγραμμα, προσκαλούσα δι' αυτού τους ομογενείς αρχιτέκτονας και λιθοξόους να στείλωσιν εις αυτήν εντός ενός έτους σχέδια και πρωτότυπα διά το μνημείον, περί ού ο λόγος.»

Ούτω το ηρωικόν και πολύδακρυ Μεσολόγγιον περιήλθεν υπό την κατοχήν των ημετέρων, η δε κυανόλευκος εκυμάτιζε πλέον επί των αιμοφύρτων επάλξεων αυτού. Εν τούτοις η Τουρκία πανταχόθεν εσωτερικώς μεν υπό της ελληνικής επαναστάσεως εξωτερικώς δε υπό τε των πεπολιτισμένων λαών και μάλιστα υπό των κυβερνήσεων Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας, πολυειδώς καταπιεζομένη, περιέστη εις αμηχανίαν.

Η Ρωσία εξηκολούθει νικώσα τα τουρκικά όπλα. Ο στρατηγός Δίβιτς ο ρωμαϊκώ εθίμω Υπεραίμιος ή Βαλκανικός (Ζαβαλκάνσκι) επικληθείς, μετά οκτώ μυριάδων ανδρών διέβη τον Αίμον και μετ' ου πολύ αφίκετο εις Αδριανούπολιν. Τούτου ένεκα ότε διελύετο το Ελληνικόν εν Θήβαις υπό τον Δημήτριον Υψηλάντην στρατόπεδον, 1500 Τούρκοι υπό τον Ασλάμπεην Μονχουρδάρην πεμφθέντες εισέβαλον διά των Θερμοπυλών. Εκ Θερμοπυλών διοδεύσας ο Ασλάμπεης Βουδωνίτσαν, Τουρκοχώρι και Θήβας, αφίκετο εις Αθήνας και παραλαβών τόν τε εν Αθήναις τουρκικόν στρατόν, καταλιπών μόνον φρουράν επί της Ακροπόλεως και τον εν Θήβαις υπέστρεφεν εις Λάρισσαν. Αλλ' εν τούτω ο Υψηλάντης συναθροίσας, εκ νέου, τον εν Στεβενίκω, Διστόμω, Αραχώβη, Αμφίσση και αλλαχού διεσπαρμένον προς τροφήν στρατόν κατέλαβε τη 9 Σεπτεμβρίου 1829 τα επί της εκ Θηβών εις Λεβαδείαν αγούσης στενά, τα παρά τους βορείους πρόποδας του Ελικώνος και τα νότια τέλματα της Κωπαΐδος σχηματιζόμενα.

Τη επαύριον (10 Σεπτεμβρίου) αφικόμενοι 5,000 Τούρκων εστρατοπέδευσαν ου μακράν των ημετέρων μέχρι της πρωίας της 15 Σεπτεμβρίου, ότε δοθέντος διά κανονιοβολισμού του σημείου της επιθέσεως, καταλιπόντες ολίγους προς φρουράν του οχυρωθέντος στρατοπέδου αυτών εφώρμησαν, διαιρεθέντες εις δύο μοίρας. Και το μεν πεζικόν κατά των οχυρωμάτων των Ελλήνων, το δε ιππικόν εξ 600 ανδρών παρετάχθη εις δύο στοίχους παρά τους πρόποδας του όρους· 300 δε πεζοί καί τινες ιππείς κατέλαβον το χωρίον Βρασταμίτας. Οι δ' Έλληνες εν συνόλω 2,300 ήσαν παρατεταγμένοι κατά τα στενά της Πέτρας. Το κύριον των Τούρκων σώμα, ηγουμένου αυτού του Ασλάμπεη, εφώρμησε κατά του ελληνικού προμαχώνος· αλλ' οι έξωθεν αυτού Μαμούρης και οι άλλοι απέκρουσαν αυτούς ηγούμενοι 700 ανδρών, ενώ συγχρόνως ο Μπαϊρακτάρης και ο Σπύρος Μήλιος γενναίως αντιστάντες έτρεψαν τους αποπειραθέντας να διέλθωσιν εχθρούς, ως και οι υπό τον Χατηχρήστον ιππείς τους κατ' αυτών επελθόντας Τούρκους.

Απελπισθέντες οι εχθροί περί της διαβάσεως, επανήλθον κατησχυμένοι εις το στρατόπεδον και τη επαύριον (13 Σεπτεμβρίου) πρωία έπεμψαν τον αρχηγόν του ιππικού Αχμέτμπεην προς τους Έλληνας όπως συνθηκολογήση και διαβώσι τα στενά. Κατά την προκαταρκτικήν συνδιάλεξιν του Αχμέτμπεη και των επιτετραμμένων υπό των Ελλήνων: Γεωργίου Λασσάνη στρατοπεδάρχου και Ιωάννου Φιλήμονος, γραμματέως του Υψηλάντου, μη επελθούσης ομοφωνίας, μετέβη εις τα τουρκικόν στρατόπεδον, αιτήσει του Αχμέτμπεη και αδεία του Υψηλάντου, ο Ιωάννης Φιλήμων· αλλ' ουδ' εν τη δευτέρα ταύτη συνδιαλέξει του Οτζάκ Αχμέτ και Ασλάμπεη και του Φιλήμονος μη γενομένης ομοφωνίας, των Τούρκων μη στεργόντων να παραδώσωσι την Φοντάναν, ο Φιλήμων επανήλθεν άπρακτος κομίζων την ιδία χειρί του Ασλάμπεη γεγραμμένην επιστολήν ταύτην: «Τίμιε φίλε κυρ στρατάρχη Υψηλάντη, σε ακριβοασπάζομαι και με το κάμνοντας φιλικόν χαιρετισμόν σε ειδοποιώ: εδώ ήλθεν ο απεσταλμένος γραμματεύς σου εις τον Οσμάν αγά Οτζάκ αγά και με είπεν, οπού διά του δρόμου, οπού να απολύσης διά να πάμε, να σου απολυθούν οι τόποι οπού έχω πιάσει εγώ από Λεβαδείαν έως Αλαμάνα και έτζι λοιπόν να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Αυτό εγώ λοιπόν δεν ημπορώ να το κάμω χωρίς να μη ρωτήσω τον αυθέντην μου· ημπορώ μόνον και μόνον χωρίς ρωτήσω του αφεντός μου, να σου απολύσω Λεβαδία, Κατίκου Χάνι και Τουρκοχώρι ει δε και διά τα άλλα, ενόσου να πηγαίνω εις Λάρισαν να ανταμωθώ με τον αφέντη μου (ενόει τον Μεχμέτ πασάν, Ρούμελη Βαλησή) και απόψε προσμένω απόκρισίν σου, διά να αλλάξωμεν τα ρεχέμια. Ό,τι να γένη απόψε να γένη, να πάρη τέλος η δουλιά· και καθώς εστάθης έως τώρα εις την τιμήν σου, έτζι λοιπόν και τώρα δεν πρέπει να κάμης διαφορετικά, παρά να βαστάζης την μπέσσα σου και υγίαινε.»

Επειδή δε οι Έλληνες επέμενον απαιτούντες την παράδοσιν της Λεβαδείας, του Κατίκου Χάνι, του Τορκοχωρίου και Φοντάνας, οι Τούρκοι συνδιασκεψάμενοι μέχρι βαθείας νυκτός απεφάσισαν να παραδώσωσι και την Φοντάναν και άλλας παραχωρήσεις να ποιήσωσι τοις Έλλησιν, εφ' ώ και ο Οσμάν αγάς Οτζάκ αγάς, Ασλάν Μουχουρδάρης και ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης Δημήτριος Υψηλάντης υπέγραψαν εν τω στρατοπέδω της Πέτρας (13 Σεπτεμβρίου 1829) την συνθήκην ταύτην:

«Οι υποφαινόμενοι Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης, πολεμηθέντες εις την Πέτραν την δωδεκάτην ημέραν του τρέχοντος μηνός και αδυνατήσαντες να περάσωμεν με πόλεμον ταύτην την θέσιν παρεκαλέσαμεν τον στρατάρχην κύριον Δημήτριον Υψηλάντην οδηγήσαντα την εναντίον μας ειρημένην μάχην και αξιούμεθα την συγκατάθεσίν του διά το ελεύθερον πέρασμά μας από την Πέτραν κατά την ακόλουθον συνθήκην:

«Η εκλαμπρότης του ο κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατάρχης κύριος Δημήτριος Υψηλάντης υπόσχεται να αδειάση τον επάνω της Πέτρας προμαχώνα, ευρισκόμενον υπό την υπεράσπισιν του χιλιάρχου Χριστοδούλου Χατζή Πέτρου, άμα εξημερώση και ανταλλαχθώσι τα αμοιβαία ενέχυρα.

«Δίδει όσους έχει εις το στρατόπεδόν του αιχμαλώτους Τούρκους, άμα δοθούν οι ευρισκόμενοι εις το τουρκικόν στρατόπεδον Έλληνες.

«Δίδει τρία αμοιβαία ενέχυρα εις τον Οτζάκ αγάν Οσμάνην, τον πρώτον πεντακοσίαρχον της τετάρτης χιλιαρχίας Νάκον Πανουργιάν: τον πρώτον πεντακοσίαρχον της πέμπτης χιλιαρχίας Τόλιαν Νικολάου και τον εκατόνταρχον ιππέα Κ. Μοναστηρλήν.

«Συντροφεύει το τουρκικόν στρατόπεδον με την ανήκουσαν δύναμιν προς ασφάλειάν του μέχρι της Μπουδονίτζας, όπου θέλουσιν αλλαχθή και τα ενέχυρα· η δε ενδοξότης του ο Οτζάκ αγάς Οσμάνης και Ασλάμπεης Μουχουρδάρης υπόσχονται:

«Εις το πέρασμά των από Πέτρας μέχρι Μπουδονίτζας να μη κάμωσι την παραμικράν ζημίαν εις τους εγκατοίκους, τα γεννήματα και τα ζωντανά των.

«Να λάβωσι πλησίον των τας ευρισκομένας φυλακάς των εις την πόλιν της Λεβαδείας, εις το Χάνι του Κατίκου, το Τουρκοχώρι και την Φοντάναν· δηλονότι να αδειάσουν εντελώς όλας αυτάς τας θέσεις και την Μπουδονίτζαν μέχρι των Θερμοπυλών και της Αλαμάνας, ν' αφήσωσι μόνην την ευρισκομένην εις αυτάς φρουράν χωρίς να κάμωσι προσθήκην καμμίαν.

«Δίδουσιν εκ μέρους των ο μεν Οτζάκ αγάς Οσμάνης δύο ενέχυρα: τον Αχμέτμπεην Κολ αγάν και τον Καχραμάν αγά Κολ αγάν· ο δε Ασλάμπεης Μουχουρδάρης τον Μπελούκμπασην Νουρ Εδίν αγάν.

«Το κίνημα του τουρκικού στρατοπέδου διά της Πέτρας θέλει αρχίσει εκ προειδοποιήσεως του στρατάρχου, άμα τελειωθή τελεία η αλλαγή των ενεχύρων και αδειάση ο προμαχών ο επάνω της Πέτρας.

«Δίδουσιν όσους έχουν Έλληνας αιχμαλώτους εις το στρατόπεδόν των πριν λάβωσι την είδησιν της διαβάσεώς των διά της Πέτρας.

«Εις πίστωσιν τούτων όλων γεγραμμένων εν λόγω τιμής έγειναν δύο όμοια αντίγραφα της παρούσης συνθήκης υπογεγραμμένα και εσφραγισμένα αμοιβαίως και από τα δύο μέρη».

Διά της τελευταίας ταύτης μάχης και νίκης της Πέτρας, (12 Σεπτεμβρίου 1829), λήγει και η μεγάλη ελληνική επανάστασις ήτις κατά Μάρτιον του 1821 αρξαμένη διήρκεσεν επί οκτώ όλα βαρυστένακτα έτη, ήτοι μέχρι του Σεπτεμβρίου 1892.

Διά της επαναστάσεως ταύτης η Ελλάς εκτήσατο ό,τι απώλεσε κατά την αποφράδα της 29 Μαΐου 1453 ημέραν, την ελευθερίαν και αυτονομίαν αυτής, ής επί τέσσαρας όλους αιώνας στυγεράς δουλείας εστερείτο, την αισχροτέραν τοις Τούρκοις δουλεύουσα δουλείαν. Η διπλωματία τέλος κατώρθωσε να πείση τον Σουλτάνον, περισπώμενον εκ σπουδαίων εσωτερικών περιπλοκών ίνα μικρόν προ της μετά της Ρωσίας συνθηκολογήσεως αναγνωρίση την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, επί τη βάσει της Λονδινείου συνθήκης της 24)6 Ιουλίου 1827 (63) και του πρωτοκόλλου της 10)22 Μαρτίου 1829 (64), την δε μετά της Ρωσίας «ειρήνην μόλις κατά την υστάτην ώραν συνήνεσε να υπογράψη ο Μαχμούτ (2]14 Σεπτεμβρίου 1829) εν Αδριανουπόλει.

Κατά τον αυτόν μήνα προ της συνθήκης είχε συστηθή, κατά διαταγήν του Τσάρου, μυστική τις επιτροπή, αποστολήν έχουσα να σκεφθή περί της αρίστης πολιτικής της προσηκούσης τη Ρωσία απέναντι της Τουρκίας κατά τας παραμονάς της συνθηκολογήσεως. Μεταξύ των διαφόρων προτάσεων ο κυβερνήτης Καποδίστριας προύτεινε την επί των ερειπίων του εν Ευρώπη Οθωμανικού Κράτους ίδρυσιν πέντε χριστιανικών κρατών: α') του Δακικού, συγκροτουμένου εκ των παραδουναβίων ηγεμονιών, β') του Σερβικού, αποτελουμένου εκ της Σερβίας, Βοσνίας Ερζεγοβίνης και δυτικής Βουλγαρίας, γ') του Μακεδονικού, συγκροτουμένου εκ της Μακεδονίας, Θράκης, πλην του Βυζαντίου και της Ανατολικής Βουλγαρίας, δ) του Ηπειρωτικού, αποτελουμένου εκ της Ηπείρου και Αλβανίας, και ε') του Ελληνικού, περιλαμβάνοντος τας λοιπάς εν Ευρώπη ελληνικάς χώρας και απάσας τας νήσους του Αιγαίου. Τα κράτη ταύτα θ' απετέλουν ομοσπονδίαν μετά πρωτευούσης της Κωνσταντινουπόλεως, ήτις έμελλε να κηρυχθή ελευθέρα πόλις άρχουσα της από Δέρκων μέχρι Σηλυβρίας εκτεινομένης χώρας. Αλλ' αι προτάσεις αύται δεν εγένοντο δεκταί υπό της Ρωσίας· διότι ουδαμώς εθεωρείτο τη Ρωσία ασφαλής ο πορθμός του Βοσπόρου. Επίσης δεν εγένετο δεκτή και η πρότασις του Ρώσου στρατηγού Δεΐβιτς του Υπεραιμίου (= υπέρ τον Αίμον γενομένου = Ζαβαλκάνσκι), όπως η συνθήκη προς την Τουρκίαν υπογραφή υπό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και ούτως υπεγράφη εν Ανδριανουπόλει.

Διά της συνθήκης της Αδριανουπόλεως, η Ρωσία έλαβεν αποζημίωσιν 135,000,000 φράγκων, προσεκτήσατο το Δέλτα του Δουνάβεως και ελευθεροπλοΐαν εν τω Ευξείνω, γενομένη ούτω κυρία του εμπορίου.

Διά του 10 δε άρθρου της αυτής συνθήκης η Υψηλή Πύλη λίαν ευχαρίστως απεδέξατο, ως είπομεν, τας αποφάσεις των Δυνάμεων τας εν τε τη από 24)6 Ιουλίου 1827 συνθήκη και εν τω από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλω περιεχομένας, αλλ' η Ελληνική κυβέρνησις υπέβαλεν, ως είδομεν, ευλόγους ενστάσεις· διότι επί του άρθρου τούτου το μείζον μέρος των επί επταετίαν όλην αγωνισθεισών χωρών παρέμενε τη Τουρκία, τα δε αληθή συμφέροντα του Ελληνισμού διεκυβεύοντο σοβαρώς, ο δε επί μεγάλαις ελπίσι συναφθείς πολυετής Ελληνικός αγών, μικρά μόνον απέφερε τα αποτελέσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Τα προ της Δ' εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως. — Εκλογαί πληρεξουσίων. — Αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, — Εκλογή του Κυβερνήτου εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις. — Ανανέωσις του Πανελληνίου — Σύγκλησις της Εθνοσυνελεύσεως διά την 11ην Ιουλίου 1829, — Το αρχαίον του Άργους θέατρον διασκευασθέν εχρησίμευσεν ως τόπος συνεδριάσεως της Εθνοσυνελεύσεως. — Τελετή επίσημος επί τη ενάρξει των εργασιών αυτής. — Αι συζητήσεις. — Τα πρακτικά και τα ψηφίσματα. — Κατάργησις του Πανελληνίου και ίδρυσις της Γερουσίας. — Αι αποφάσεις αυτής. — Η 6η Αυγούστου 1829. — Λήξις των εργασιών της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως.


Εν τούτοις, εν τω μεταξύ ο Καποδίστριας ζητών να δημιουργήση νέον εν Ελλάδι καθεστώς μάλλον προς την φύσιν του Έλληνος αρμόζον, διέταξεν εκλογάς πληρεξουσίων διά την μέλλουσαν να συγκροτηθή Εθνικήν συνέλευσιν, ήτις κατ' Απρίλιον του 1828 προκηρυχθείσα ολονέν ανεβάλλετο, τούτο μεν ένεκα της παρεμπεσούσης πανώλους, τούτο δε προς μείζονα μελέτην των αναγκών του έθνους, περί ών έμελλε να αποφασίση η Εθνοσυνέλευσις. Μόλις δε, καθ' όν χρόνον εξηκολούθει επί των πλοίων η εν Πόρω διαπραγμάτευσις των αντιπροσώπων των ευεργετίδων Δυνάμεων (Αύγουστος — Δεκεμβρίου), απεφάσισεν, υπό της διπλωματίας και των προκρίτων Ελλήνων παρακινούμενος, να σκεφθή σοβαρώτερον περί του ζητήματος της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, ήν από ημέρας εις ημέραν εφίλει να αναβάλλη). Εν τούτοις, τη 12 Νοεμβρίου 1828 προσεκάλεσε το Πανελλήνιον, όπως σκεφθή περί της μορφής της συνελεύσεως. Ουχ ήττον όμως φοβούμενος μη τυχόν η Εθνοσυνέλευσις καταστή θέατρον βίαιων διαπληκτισμών, ως εκ της συρροής εις Άργος πολλών οπλοφόρων εκ διαφόρων μερών της Ελλάδος ανέβαλε και αύθις την σύγκλησιν λέγων — ως ωμολόγησεν εμπιστευτικώς τω Κ. Στόκμαρ (65) — ότι οι Έλληνες ήσαν έτι άωροι διά την ελευθερίαν των κοινοβουλευτικών συζητήσεων. Εν τούτοις, μη περιμένων πέντε και δέκα έτη, ως είχεν απαιτήσει τούτο παρά του πρίγκηπος Λεοπόλδου, ήλπιζεν ο Καποδίστριας επί εύνουν και ευάγωγον Εθνοσυνέλευσιν. Οι έπαρχοι είχον αρκούντως ενεργήσει παρά τω λαώ, και η κατάργησις των αρχαίων δημοτικών ελευθεριών είχεν ωριμάσει αυτόν προς επιδεικτικήν τινα συνταγματικήν πομπήν. Καίτοι δε προϋπήρχον οι αγαθοί ούτοι όροι, μετά προσοχής όμως και περισκέψεως προέβη εις το έργον τούτο ο Κυβερνήτης. Πολύ δε ωφέλησεν αυτώ ότι δεν υπήρχεν εν Ελλάδι νόμος περί προσόντων εκλογέων και εκλεξίμων.

Είχε μεν συζητήσει μετά του Πανελληνίου, από του Ιανουαρίου 1829, ως προς τους σχετικούς νομικούς ορισμούς. Το σώμα όμως τούτο, εν ώ τότε ακριβώς ανεφύη η πρώτη προς τον Κυβερνήτην δυσπιστία, ηρέθισεν αυτόν διά παρατόλμων αξιώσεων. Απήτησε να εκλέγωσιν οι εκλογικοί σύλλογοι τον ίδιον εαυτών πρόεδρον και γραμματέα, και επειδή ήτο πιθανόν ότι οι ξένοι και ακτήμονες ήθελον υποστηρίξει την κυβέρνησιν, η αντιπολίτευσις απήτησε να ψηφίσωσι μόνον αυτόχθονες και κτηματίαι. Τούτο εξήγειρε την οργήν του Καποδιστρίου· διότι είδεν αίφνης εγειρόμενα ενώπιον αυτού ανυπέρβλητα εμπόδια, και κατενόησεν ότι δεν είχε την δύναμιν να εκδώση νόμον, και μάλιστα εκλογικόν, περιορίζοντα το ελεύθερον εκλογικόν δικαίωμα. «Ήθελον αδιστάκτως συμμερισθή την υμετέραν γνώμην, είπεν ο Καποδίστριας προς το Πανελλήνιον, αν δεν έβλεπον εν αυτή ακαταμάχητόν τινα δυσχέρειαν· είναι δε αύτη, ότι δεν δύναμαι να αναγνωρίσω εμαυτώ το δικαίωμα της νομοθετήσεως και μάλιστα περί εκλογικών». Καίπερ δε την αναρμοδιότητα ταύτην προφασιζόμενος, συνεβούλευσεν ουχ ήττον πολλά αγαθά, τείνοντα εις υπεκφυγήν των δυσχερειών. Οι κατά τας εκλογάς των δημογερόντων επικρατήσαντες τέως τύποι είχον επιδοκιμασθή λίαν εν ταις επαρχίαις.

Δεν ηδύναντο άρα γε να αποφέρωσιν επίσης ευχάριστα αποτελέσματα και κατά τας εκλογάς των διά την συνέλευσιν αντιπροσώπων; Αι των δημογερόντων εκλογαί εγένοντο κατά τα διατάγματα του Απριλίου 1828, υπό την διεύθυνσιν και την επίδρασιν των κυβερνητικών επάρχων, και απέφερον ούτως επιθυμητά τω Καποδιστρία αποτελέσματα. Αν λοιπόν νυν εξελέγοντο και οι αντιπρόσωποι κατά το αυτό σύστημα, ευλόγως ήλπιζεν ο Κυβερνήτης την εν ταις εκλογαίς επίτευξιν ευχαρίστου αποτελέσματος.

Το Πανελλήνιον όμως δεν ηθέλησε να κατανοήση τα πλεονεκτήματα του νέου καποδιστριακού συστήματος, και απέρριψε την περί της διεξαγωγής των εκλογών πρότασιν της κυβερνήσεως. Διελογίσθη επί στιγμήν ο Καποδίστριας να δημοσιεύση εκλογικόν νόμον, άνευ της συναινέσεως του Πανελληνίου, αλλ' ο γραμματεύς της Επικρατείας Σπυρίδων Τρικούπης ηρνήθη επιμόνως να υπογράψη και να αναλάβη την ευθύνην της πράξεως ταύτης. Ο Κυβερνήτης κατεστάλη τότε, αλλ' αποκτήσας την πλειονοψηφίαν εν τω Πανελληνίω διά της προσθήκης εννέα νέων μελών, εν οίς και ο Πάνος Ράγκος, ο και έκτακτος επίτροπος χρηματίσας, υπέβαλε και πάλιν εν τη αυτή συνόδω το νομοσχέδιον αυτού, κατά το Σύνταγμα το απορριπτόμενον νομοσχέδιον δεν ηδύνατο πλέον να συζητηθή εκ νέου κατά την αυτήν σύνοδον. Επειδή δε και πάλιν ηρνήθη να προσυπογράψη ο γραμματεύς της επικρατείας παυθείς διωρίσθη εις την νεοσύστατον θέσιν του επί των Εξωτερικών γραμματέως, ο δε διάδοχος εκείνου Ν. Σπηλιάδης ήττον δύσκολος, υπέγραψε την πρότασιν της Κυβερνήσεως, ήτις ψηφισθείσα και υπό του Πανελληνίου, εδημοσιεύθη ως Νόμος (4 Μαρτίου 1829). Εκτός ολίγων τροποποιήσεων, βάσις του Νόμου τούτου υπήρξε το κατά τας εκλογάς των δημογερόντων τοσούτω γόνιμον αποδειχθέν σύστημα. Έν μόνον απέκουσε πεισμόνως το Πανελλήνιον, την διάταξιν του νομοσχεδίου, την θεσπίζουσαν την, κατά τας εκλογάς, παρουσίαν των προσωρινών διοικητών και των εκτάκτων, επιτρόπων, όπως, κατά την έκφρασιν του Καποδιστρίου, ασφαλίζηται η τάξις και η νομιμότης. Αλλ' ο Κυβερνήτης κατώρθωσε διά πλαγίας οδού πολύ πλέον ή όσον είχεν απαιτήσει. Κατώρθωσε να δοθή εις την κυβέρνησιν το δικαίωμα να διορίζη αυτή εκ των εκλογέων εκάστου διαμερίσματος τον πρόεδρον του εκλογικού συλλόγου. Αντί της επαπειλούσης απλής εφορείας των επάρχων, επετεύχθη ούτως η απ' ευθείας υπό της κυβερνήσεως διεύθυνσις των εκλογών. Απέναντι τοιούτου πλεονεκτήματος, ηδύνατο βεβαίως να προβή ο Κυβερνήτης και εις παραχωρήσεις προς το Πανελλήνιον, περί ών άλλως ήλπιζεν, ότι ουδέποτε ήθελον αποκτήσει πρακτικήν τινα σημασίαν. Ούτω δε ενέδωκε να ορισθή εν τω άρθρω 14 του κανονίζοντος τας εκλογάς νόμου, ότι πολιτικοί εγκληματίαι ηδύναντο να εξέλθωσι των φυλακών επί εγγυήσει και να εκπληρώσωσι τα αντιπροσωπικά αυτών καθήκοντα.

Όσον εξηρτάτο από των επάρχων και των δημοτικών αρχών εφαίνετο ησφαλισμένη η επί των εκλογών επιρροή της Κυβερνήσεως· όπως έχη όμως υπέρ εαυτού και το πολύ του λαού, όπερ έμελλε να εκφέρη την οριστικήν απόφασιν, απεφάσισεν ο Καποδίστριας να περιέλθη την Πελοπόννησον και τας νήσους, ενώ ο αδελφός αυτού Αυγουστίνος έλαβε την εντολήν να περιοδεύση την Στερεάν χάριν εκλογικών σκοπών. «Οι Έλληνες απαιτούσι να φωτισθώσιν υφ' ημών αυτών περί της θέσεως και του μέλλοντός των, και προ πάντων περί της αξιοπρεπούς εκπληρώσεως των καθηκόντων, άτινα επιβάλλει αυτοίς η πατρίς ως προς τας εκλογάς», έλεγεν ο Κυβερνήτης. Επί τούτω δε μετέβαινεν αδιακόπως από της Αιγίνης εις Ναύπλιον, και από Ναυπλίου εις Αίγιναν συνοδευόμενος δε υπό του I. Μεταξά και του Θ. Κολοκοτρώνη περιήλθε την Πελοπόννησον, προσήγγισεν εις τας νήσους, και μόνον την Στερεάν επεσκέπτετο σπανίως, άπαξ δε μόνον τας Αθήνας. Τα δύο δε τελευταία έτη έμεινεν αποκλειστικώς σχεδόν εν Ναυπλίω, ένθα είχεν ορίσει και την έδραν αυτού.


Κόλοκοτρώνης

Ο Κυβερνήτης καταλιπών την Αίγιναν, μεσούντος Μαρτίου του 1829, επεσκέψατο την Τρίπολιν, την Μεθώνην, τας Πάτρας, την Ναύπακτον, και επέστρεψε διά Ναυπλίου περί τα τέλη του μηνός. Ο λαός ήρχιζεν ήδη αναλαμβάνων από των φοβερών συνεπειών των ληστρικών επιδρομών του Ιμβραήμ και απολαύων των ευλογιών της ειρήνης· ένθους δε προϋπήντα πανταχού τω Κυβερνήτη.
 
Η θέα των ξένων, η μετά Ρώσων και Γάλλων αξιωματικών αναστροφή, πάντα ταύτα κατεγοήτευσαν τους απλούς εκείνους ποιμένας και χωρικούς, οίτινες ελάτρευον τον Μπάρμπα — Γιάννην. Ενώ δε άλλοτε οι Τούρκοι και Χριστιανοί πασάδες παρίσταντο προ αυτών περιβεβλημένοι τον τρόμον της καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας, ευχάριστον προυξένει αυτοίς έκπληξιν, ότι ο Κυβερνήτης ανεμιγνύετο προσηνώς μετά του λαού, ούτε θωπειών, ούτε δώρων, ούτε υποσχέσεων φειδόμενος. Αι θρησκευτικαί αυτού συνήθειαι, αι ευκτήριοι αυτού ασκήσεις, και τέλος η διαρκώς επιδεικνυμένη πεποίθησις αυτού προς τον Θεόν, ταύτα πάντα εκέρδαινον αναγκαίως τας υπέρ αυτού συμπαθείας των πολλών και αγαθών Ελλήνων. Η εκλογική λοιπόν αυτού περιοδεία αύτη απήνεγκε πάραυτα αρίστους πολιτικούς καρπούς. Εν τριάκοντα και έξ εκλογικαίς περιφερείαις εξελέγη ο Κυβερνήτης αντιπρόσωπος μετά γενικής πληρεξουσιότητος, τούθ' όπερ δείκνυσιν ότι αι περί επεμβάσεων εν ταις εκλογαίς φήμαι των αντιπολιτευομένων, ουδεμιάς είχοντο υποστάσεως. Οι κάτοικοι του Άργους κατήρξαντο πρώτοι, η δε εύγλωττος του Καποδιστρίου σιγή εφάνη εις άμιλλαν προκαλούσα. Είτα παρηκολούθησαν και άλλοι Πελοποννήσιοι, εν τέλει δε και των νήσων οι κάτοικοι. Έφθασε μάλιστα στιγμή, καθ' ήν ήλπισεν ο Καποδίστριας, ότι ολόκληρος η Ελλάς ήθελεν εκλέξει αυτόν γενικόν αυτής πληρεξούσιον. Ότι δε ο Κυβερνήτης ελογίσατο τούτο δυνατόν, και απόφασιν είχε να ρυθμίση την πολιτικήν αυτού συμφώνως προς την επιτυχίαν, καταδεικνύει εγκύκλιός τις, ήν απηύθυνε την 3ην Μαΐου 1829 εκ Ναυπλίου προς τους επάρχους της Αρκαδίας, της Αργολίδος και της κάτω Μεσσηνίας:

«Πλήρεις αισθημάτων, έλεγεν, άτινα δυσχερές είναι να εκφράσωμεν, εμάθομεν την νέαν απόδειξιν της εμπιστοσύνης, ήν τα διαμερίσματα της υμετέρας επαρχίας εξεδήλωσαν υπέρ ημών, παρέχοντα ημίν την πληρεξουσιότητά των διά την τετάρτην εθνικήν συνέλευσιν. Εντελλόμεθα υμίν να ανακοινώσητε εις τους υπογράψαντας τας αναφοράς ταύτας, ότι θέλομεν απαντήσει χωρίς αναβολής, άμα ως ευρεθώμεν εις θέσιν, μετά τας εκλογάς των άλλων διαμερισμάτων του Κράτους, να αποφασίσωμεν ότι δύναται να καταστήση ημάς ικανούς εις εκπλήρωσιν του ημετέρου καθήκοντος και δικαίωσιν της εντίμου υμών εμπιστοσύνης». Συνάμα δε παρηγγέλθη η εφημερίς ο Ελληνικός Μηνύτωρ να επαινέση προσηκόντως την φιλόνομον διαγωγήν διαμερισμάτων εκείνων, και η Γενική Εφημερίς ανήγγειλεν, ότι προς ενθάρρυνσιν και καλόν παραδειγματισμόν ήθελε δημοσιεύσει τα ονόματα των επαρχιών, αίτινες είχον αναθέσει τω Κυβερνήτη πάσαν αυτών την εμπιστοσύνην.

Οποία πολιτική τροπή ήθελεν επέλθει, αν κατωρθούτο πραγματικώς η σχεδιαζομένη γενική εμπιστοσύνης ψήφος του έθνους! Ο Κυβερνήτης ηδύνατο να καταστήση αυτήν πολιτικόν κεφάλαιον, και στηριζόμενος επί της πανδήμου ταύτης ψηφοφορίας να προκαλέση την Ευρώπην, ερωτών αν ήθελε τις τολμήσει να διαλογισθή μόνον περί εκλογής ξένου ηγεμόνος, μέλλοντος να αντικαταστήση τον εκλεκτόν του έθνους. Απέτυχεν όμως η ολίγον παράτολμος ελπίς αύτη του Κυβερνήτου· διότι η αντιπολίτευσις ανέκραζε γεγωνυία τη φωνή, ότι παρεβιάζετο ο εκλογικός νόμος, και ήρξαντο να αγγέλλωνται επαρχίαι, αίτινες δεν υπήρξαν τοσούτον φιλόνομοι, ώστε να εμπιστευθώσι τω Κυβερνήτη την γενικήν αυτών πληρεξουσιότητα. Ο Καποδίστριας ενόησεν ότι ήτο ηναγκασμένος να οπισθοχωρήση προ της άνω ελπίδος και υποκρινόμενος, ότι μάτην αντετάχθη κατά της αντισυνταγματικής εμπιστοσύνης του λαού, απεποιήθη τας δοθείσας αυτώ γενικάς πληρεξουσιότητας εκ τριάκοντα έξ εκλογικών περιφερειών, διότι δεν ηδύνατο αυτός, ως εκ του αξιώματος, να γίνη και ανώτατος αρχών και εξελεγκτής ταυτοχρόνως!

Ο Καποδίστριας δι' εγκυκλίου αυτού προς τας αρχάς, φερούσης χρονολογίαν 28 Μαΐου, ανεκοίνωσεν ότι μάταιαι είχον αποβή αι προσπάθειαι αυτού κατά την εν Πελοποννήσω περιοδείαν αυτού. Προς το Πανελλήνιον δε διεκοίνωσε (14 Μαΐου), ότι η ωρισμένη προς έναρξιν της συνελεύσεως (15 Μαΐου) ήν ήδη λίαν εγγύς, και όμως απήσαν οι πληρεξούσιοι· αι δε δοθείσαι αυτώ πληρεξουσιότητες ήσαν άτοποι. Αναγνωρίσας δε το ίδιον λάθος και προσπαθών να τρέψη αυτό επιτηδείως εις ίδιον όφελος προσέθηκεν, ότι τοιούτον τι δεν ήθελε συμβή, αν είχε γείνει δεκτή υπό κυβερνητικών υπαλλήλων επιτήρησις των εκλογών, επειδή δε το Πανελλήνιον εις πάντα συνήνει, επήλθε (15 Μαΐου) η επίσημος αποποίησις πάσης προς τον Κυβερνήτην δοθείσης γενικής πληρεξουσιότητος, και η εις την 25 Ιουνίου αναβολή της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως. Ο εκλογικός δε νόμος συνεπληρώθη, τη εγκρίσει του Πανελληνίου, διά δύο νέων διατάξεων, αίτινες εφάνησαν υπαγορευόμεναι υπό των τελευταίων γεγονότων· Επετράπη τοις κυβερνητικοίς οργάνοις «οσάκις το απήτουν η τάξις και ο νόμος» να παρεμβαίνωσι κατά τας εκλογάς· διετάχθη δε προς τούτοις η αμέσος εκλογή καθ' άπασαν την Ελλάδα. Διά του ορισμού τούτου, όσον δημοκρατικός και αν εφαίνετο, απεμακρύνετο πας νοήμων και ανεξάρτητος πληρεξούσιος. Η πείρα κατεδείκνυε και εν Ελλάδι, ότι διά της αμέσου εκλογής ηνοίγετο ευρύ το στάδιον εις τας κρατούσας φατρίας προς σαγήνευσιν και εκφόβισιν του πλήθους, και ότι μέγα των κατοίκων μέρος, πτοούμενον την εκλογικήν τύρβην, απείχεν εντελώς της εκλογής.

Τα μέτρα και οι κανονισμοί του Κυβερνήτου εστέφθησαν δι' επιτυχίας, και πανταχού σχεδόν εξελέγησαν πληρεξούσιοι φίλα τη κυβερνήσει φρονούντες.

Η κυβερνητική μερίς απεκάλει κατά την διεξαγωγήν των εκλογών τους ιδίους αυτής υποψηφίους καλούς χριστιανούς· αλλ' η αντιπολίτευσις δεν καθυστέρησε και εν τούτω και εσφενδόνισε κατ' εκείνων την προσωνυμίαν δουλόφρονες. Οι Ψαρριανοί και οι Υδραίοι διεξήγαγον εκλογάς τινας, ών τα αποτελέσματα δυσηρέστησαν την κυβέρνησιν. Τότε ο Καποδίστριας, όπως αποζημιωθή, εκάλεσεν εις την Εθνοσυνέλευσιν πεντήκοντα περίπου πληρεξουσίους εκ των υπό των Τούρκων κατεχομένων εισέτι επαρχιών, Χίου, Κρήτης, Θεσσαλίας και Ηπείρου. Προσέτι δε, ως αν μη ησφάλιζον ικανώς την επιτυχίαν αι καλώς υπολελογισμέναι συμπληρωματικαί εκείναι εκλογαί, διώρισεν ο Κυβερνήτης ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων επιτροπήν προς εξέλεγξιν των εκλογών και καθαρισμόν της Εθνοσυνελεύσεως.

Η κυβέρνησις εφαίνετο, εν τούτοις, φοβουμένη μη τυχόν η έξαψις των συζητήσεων παρασύρει πολύ τας πολιτικώς εμπαθείς φύσεις των Ελλήνων. Τούτου ένεκεν εσχηματίσθη φρουρά προς ασφάλειαν της Συνελεύσεως, ής η διοίκησις ανετέθη τω Τουρκοφάγω Νικήτα, δεδοκιμασμένω του Κυβερνήτου οπαδώ και συμμαχητή εκ παλαιού αφωσιωμένω προς τον Κολοκοτρώνην.

Τοις δε μη βουλευταίς απηγορεύθη να μεταβαίνωσιν εκ Ναυπλίου εις Άργος, μέχρις ού ήθελον προμηθευθή καταλύματα τοις αντιπροσώποις. Επίσης προς ασφάλειαν απηγορεύθη η εις Άργος είσοδος των οπλοφόρων. Είχε βεβαίως τους λόγους αυτής η Κυβέρνησις, όπως μη επιθυμή μεγάλην συρροήν ξένων και εντοπίων.

Πριν ή αρχίσωσιν αι συζητήσεις, οι της Πελοποννήσου πληρεξούσιοι, παρακινηθέντες υπό του Κολοκοτρώνη, έπεμψαν προς τον Καποδίστριαν εν ονόματι των εκλογέων αυτών ευχαριστήριον έγγραφον επί τη σοφή αυτού διοικήσει, και παρεκάλουν να βοηθήση αυτοίς κατά τας δυσχερείς αυτών εργασίας. Οι αντιπρόσωποι της Στερεάς και των νήσων ευρέθησαν ηναγκασμένοι να μιμηθώσι το καλόν παράδειγμα των Πελοποννησίων. Η εθνοσυνέλευσις έμελλε να συνέλθη εν τοις ερειπίοις του αρχαίου θεάτρου του Άργους. Το μέρος εκείνο είχεν εκλεχθή τη επιμόνω συστάσει του Κολοκοτρώνη. Ότε δε ο Καποδίστριας εφάνη φειδόμενος της προς τούτο δαπάνης, ο Γέρος του Μωριά εξήλειψε τους δισταγμούς αυτού διά των ολίγων τούτων και πονηρών λόγων: «Ας πάνε τόσα έξοδα· διατί έρχονται από την Ευρώπη και εξοδεύουν να βλέπουν εκείναις ταις πέτραις, και ημάς είναι τιμή να καθαρίσωμεν ταις πέτραις να φαίνωνται (66).»

Η 11 Ιουλίου ήν ωρισμένη μετά την δευτέραν αναβολήν της 25 Ιουνίου, προς έναρξιν της συνελεύσεως. Λίαν πρωί ο Καποδίστριας μετέβη εις τον εν Άργει ναόν της Παναγίας, ρωσικήν φέρων στολήν και διά πολλών κεκοσμημένος παρασήμων, ακολουθούμενος δε υπό των πληρεξουσίων, μιας ίλης ιππικού και δύο ταγμάτων πεζικού. Ψαλείσης της δοξολογίας υπό του πρώην Ηλιουπόλεως, ώμοσαν οι πληρεξούσιοι, ότι ήθελον εργασθή επ' αγαθώ της Ελλάδος και υπέρ της ευημερίας και ελευθερίας εκάστου πολίτου· εν τω μεταξύ δε ηκούσθη υπό των ενθουσιωδών πληρεξουσίων ισχυρόν και πολλάκις επαναληφθέν: «Ζήτω ο Κυβερνήτης»! Η συνένωσις εκείνη πάσης στρατιωτικής λάμψεως και εκκλησιαστικής πομπής, βυζαντινόν και μοσχοβιτικόν συνάμα κράμα, ην κατάλληλος όπως παραγάγη βαθείαν εντύπωσιν εις τον περίεργον και χαίνοντα όχλον. Εκ του θεάτρου είχεν αποκομισθή η των χωμάτων σωρεία, κατεσκευάσθη δ' εν αυτώ ξύλινόν τι παράπηγμα διά τας συνεδριάσεις. Εκεί μετέβη κατόπιν, εν πομπή, ο Κυβερνήτης μετά των αντιπροσώπων, όπως συγκροτήση την Εθνοσυνέλευσιν. Αφού δε δι' ολίγων προσηγόρευσε την συνέλευσιν ο Καποδίστριας, ανέγνω ο γραμματεύς της Επικρατείας Ν. Σπηλιάδης μακρόν εναρκτήριον λόγον, όν είχε μεν συντάξει αυτός ο Καποδίστριας, δεν ηδύνατο δε να απαγγείλη ο ίδιος ένεκα της πασχούσης αυτού υγείας. Ήρχιζεν ούτος από της συνήθους επικλήσεως του Υψίστου, όστις ουδέποτε ελησμονείτο εν τοιαύταις περιστάσεσι, και ανεμίμνησκε κατόπιν τους ηρωικούς αγώνας, ούς είχεν αγωνισθή το έθνος, επί μακρόν μεν μόνον, βραδύτερον δε τη βοηθεία των φιλελλήνων.

Μετά ταύτα δε δικαιολογούμενος εν παρόδω ο Κυβερνήτης επί τη βραδεία αυτού καθόδω εις Ελλάδα, διηγήθη την αθλιότητα ήν είχεν εύρει αφικόμενος, και εξέθεσε τα μεγάλα αυτού έργα εσωτερικώς τε και εξωτερικώς.

Περί του μέλλοντος εξεφράζετο σαφέστερον ο Καποδίστριας ή περί του παρελθόντος. Επειδή, έλεγε, δεν ήτο δυνατόν να δοθώσι διαρκείς συνταγματικοί θεσμοί τη Ελλάδι, πριν ή οριστικώς κανονισθή η τύχη αυτής, εφρόνει ότι η Εθνική Συνέλευσις ήθελε κρίνει καλόν να κυρώση την παράστασιν του κρατούντος προσωρινού συστήματος διοικήσεως. Ολίγοι μόνον, κατ' αυτόν, απητούντο περιορισμοί ως προς τούτο. Το Πανελλήνιον εφάνη πολλάκις δυσπειθές· τούτου δ' ένεκα συνιστάτο ως πρόσφορον εις τους καιρούς να περιστοιχισθή η κυβέρνησις υπό νέων συμβούλων, προς εξασφάλισιν της ησυχίας της χώρας. Ο καλώς λελογισμένος ούτος υπαινιγμός σκοπόν είχε να καταστήση εκ προοιμίων ευπρόσδεκτον την διάλυσιν του Πανελληνίου και την καθίδρυσιν σώματος Γερόντων. Μετά την έκθεσιν Σπηλιάδου ο Κυβερνήτης εγερθείς και προπεμπόμενος υπό της συνοδευσάσης αυτόν πολυαρίθμου ακολουθίας, κατέλιπε το θέατρον, και ούτως έληξεν η πρώτη συνεδρίασις της Δ' εν Άργει εθνοσυνελεύσεως.

Κατά τα συνταγματικά έθιμα πρώτον της συνελεύσεως έργον έπρεπε να ήναι η των εκλογών εξέλεγξις. Αντί τούτου όμως προέβησαν οι πληρεξούσιοι την 12 Ιουλίου εις την εκλογήν του Προεδρείου, και εξέλεξαν τον Γ. Σισίνην πρόεδρον και γραμματείς τον Ν. Χρυσόγελον και I. Ρίζον, αντιπρόεδρον δε τον Γ. Μαυρομάτην. Ευθύς δε μετά την εκλογήν ηγέρθη ο αστυνόμος της συνελεύσεως Νικήτας και ωδήγησε τα μέλη του προεδρείου εις τας ωρισμένας δι' αυτά θέσεις.


Γεώργιος Σισίνης

Μετά την εγκατάστασιν του προεδρείου, ανέστη πληρεξούσιος και προύτεινε να ψηφισθώσιν ευχαριστήρια προς τον Κυβερνήτην, όπως αποτρέψη ούτως ενδεχομένην εμφάνισιν του περί εξελέγξεως των εκλογών ζητήματος. Δεν ηδύνατο, είπεν, η συνέλευσις να εγκαινίση κάλλιον τα έργα αυτής, ή ευχαριστούσα τον Καποδίστριαν επί τη μέχρι τούδε διοικήσει αυτού, επικυρούσα απολύτως παν ό,τι έπραξε, και παρακαλούσα αυτόν να παράσχη αυτή τας πατρικάς συμβουλάς, καθότι μόνον αι υψηλαί θεωρητικαί και πρακτικαί γνώσεις του Κυβερνήτου ηδύναντο να φωτίσωσι και οδηγήσωσι τους αντιπροσώπους. Κατά της προτάσεως ταύτης εξηγέρθησαν πολλοί, αλλ' αι ενστάσεις αυτών, και ιδίως του Γρίβα, του Μιχαήλου και του Κρίσπη απεπνίγησαν εν μέσω των μανιωδών κραυγών των κυβερνητικών. Ο Κολοκοτρώνης δε έκοψε πάσαν λεπτομερή συζήτησιν διά σφοδρού θορύβου και ταραχής. «Όχι!» ανέκραξε, «δεν θέλομεν ευρωπαϊκάς αργοπορίας, δεν χρειαζόμεθα πλακάκια· όστις είνε υπέρ της προτεινομένης αναφοράς ας εγερθή! και έπειτα βλέπομεν!» Την ήκιστα κοινοβουλευτικήν ψηφοφορίαν ενίσχυσεν ο γηραιός στρατηλάτης πάλλων απειλητικώς τα όπλα αυτού. Εσίγησε τότε πάσα αντιλογία, και η αναφορά εκείνη, ής ο τύπος απεστέρει χωρίς τινος λόγου την Εθνοσυνέλευσιν του σπουδαιοτάτου δικαιώματος του αναφέρεσθαι, καλυφθείσα εν τέλει δι' υπογραφών απεστάλη πάραυτα προς τον Κυβερνήτην.

Μετά τούτο προέβησαν εις τον σχηματισμόν επιτροπών. Και πενταμελής μεν επιτροπή συνέστη όπως δέχηται και εξετάζη τας εις την εθνοσυνέλευσιν υποβαλλομένας αναφοράς, επταμελής δε άλλη όπως κοινωνή προς τον Καποδίστριαν. Πλην τούτων υπήρχε προσέτι και η υπό της κυβερνήσεως συστάσα ενδεκαμελής, ως είπομεν, επιτροπή προς εξέλεγξιν των εκλογών.

Τη επαύριον (13 Ιουλίου) εγένετο η πρότασις, όπως η συνέλευσις ασκήση το ιδιαίτατον αυτής δικαίωμα της των εκλογών εξελέγξεως. Αλλ' η πλειοψηφία εψήφισεν υπέρ της αναβολής του ζητήματος, όπερ εβάρυνε πάντας ως απαίσιος τις εφιάλτης, ο δε Κυβερνήτης διεξήλθεν επιτηδείως την δυσχέρειαν, διατάξας να αναγνωσθή η απάντησις αυτού εις την περί εμπιστοσύνης αναφοράν της Εθνοσυνελεύσεως. Τέλος τη 16 Ιουλίου εξερράγη η αναβληθείσα έρις και η εκλογή του πληρεξουσίου Πύργου Λυκούργου Κρεστενίτου προσεβλήθη υπό της κυβερνητικής μερίδος, λόγω παραγεγραμμένου πλημμελήματος. Παρεσκευάσθη κατάλογος εν ώ κατέγραφεν έκαστος πληρεξούσιος το όνομα αυτού υπέρ ή κατά του Κρεστενίτου. Ο Βερνάρδος, πρόεδρος του εν Νάξω πρωτοδικείου, ενεγράφη διά του γραμματέως κατ' αυτού. Αλλ' ότε ηρώτησεν αυτόν ο γέρων Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, όστις μετά πέντε ή έξ αντιπροσώπων είχεν εγγραφή υπέρ αυτού, τι είχε να προτείνη κατά του ανδρός, «καλά! απήντησεν εκείνος, γράψετέ με υπέρ του Λυκούργου!» Επί τη φοβερά ταύτη απαθεία, ζωηρά εξεδηλώθη παρά τοις πληρεξουσίοις αγανάκτησις. Η κυβερνητική δε μερίς ηρμήνευσεν αυτήν επιτηδείως ως αποδοκιμασίαν του εφαρμοζομένου τέως συστήματος, και ισχυρίσθη ότι ο κατάλογος ην άκυρος. Σφοδρά επί τούτου ηγέρθη έρις, ήτις μόλις την επομένην (17 Ιουλίου) δι' εκτάκτων του Κολοκοτρώνη ενεργειών, ελύθη κατά του Κρεστενίτου. Εκηρύχθη ούτος, σχετικώς προς γεγονότα επελθόντα προ της αφίξεως του Καποδιστρίου, ανάξιος της εν τη συνελεύσει έδρας αυτού, και διεγράφη του καταλόγου των μελών αυτής. Αυθημερόν κατώρθωσεν η κυβέρνησις να επικυρωθή υπό της Εθνοσυνελεύσεως η παρά της επιτροπής των ένδεκα αποφασισθείσα διαγραφή του πληρεξουσίου Ναυπλίου Σ. Σκούφου, φαινομένου υπόπτου ένεκα των προς τους Γάλλους συμπαθειών αυτού και της εκ περιηγήσεων κεκτημένης ελευθεροφροσύνης και πείρας των του κόσμου. Πρόφασις δε υπήρξεν, ότι δεν ανήκεν εις την εκλέξασαν αυτόν επαρχίαν, ενώ επετράπη, τουναντίον η εις την Εθνοσυνέλευσιν είσοδος δύο εκ Σύρου πληρεξουσίων, ών η εκλογή προσεβάλλετο διά τον αυτόν λόγον.


Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης

Αι συνεδριάσεις της 18, της 19 και της 20 Ιουλίου ήσαν προωρισμέναι εις την περί των οικονομικών συζήτησιν, ών η αμήχανος αληθώς κατάστασις έπρεπε, κατά πρώτον λόγον, να εφελκύση την ενέργειαν της Εθνοσυνελεύσεως. Τη 17 Ιουλίου, ολίγον βραδέως εννοείται, είχεν επιφορτίσει την επιτροπήν της οικονομίας, πλην της εκθέσεως περί των έργων αυτού και των τραπεζικών εργασιών να παρασκευάση προϋπολογισμόν, λέγων ότι καλόν ήτο, αφού άπαξ γνωρίση η συνέλευσις, τους εις διάθεσιν της κυβερνήσεως πόρους, να γνωρίση επίσης και τας δαπάνας αυτής. Παρηγγέλλετο δε αυστηρώς η επιτροπή, αφού πρώτον μνημονεύσει ότι αι ξέναι, ελπιζόμεναι πάντοτε, συνδρομαί δεν εγένοντο, όπως ριφθή ούτω σκιά τις επί των δυτικών Δυνάμεων, να μη λησμονήση το εξ 1,000,000 δώρον, όπερ είχoν αποστείλει ο Τσάρος διά του νέου Ρώσου αντιπρεσβευτού Πανίν. Καλόν ήτο να αναρριπισθή παρά τοις αντιπροσώποις η παλαιά προς την αρκτώαν προστάτιδα Δύναμιν ευγνωμοσύνη. Διότι οι Έλληνες έχουσι συνήθως ασθενή την μνήμην των ευεργεσιών και σπανίως πιστεύουσιν εις την αφιλοκέρδειαν του ευεργέτου· Η επιτροπή έσπευσε να εκτελέση τας επιθυμίας του Κυβερνήτου. Αναγνωσθείσης λοιπόν της περί των οικονομικών και της τραπέζης εκθέσεως, υπεβλήθη εις την Συνέλευσιν τη 18 Ιουλίου ο εν σπουδή συνταχθείς προϋπολογισμός από 1 Μαΐου 1829 μέχρι 30 Απριλίου 1830. Και τα μεν έσοδα υπελογίζοντο δι' αυτού εις 8,539,969 γροσίων και 34 παράδες, ήτοι εις 2,864,656 φράγκων, τα δε έξοδα εις 25,618,664 και 34 παράδες, τουτέστιν εις 8,539,555 φράγκων, ήτοι προϋπελογίζετο έλλειμμα εκ 5,674,899 φράγκων.

Η Συνέλευσις ασχοληθείσα επί τινας ημέρας εις εξέτασιν των οικονομικών λογαριασμών επανήλθε πάλιν ζωηρότερον και υπό άλλην μορφήν, εις το κατά τας πρώτας συζητήσεις λυθέν περί απαντήσεως ζήτημα. Την 22 Ιουλίου ανέγνω ο I. Ρίζος σχέδιον νέας απαντήσεως, περιλαμβάνον λεπτομερεστέραν απόκρισιν εις τον εναρκτήριον λόγον του Κυβερνήτου ή τα σχέδια του πληρεξουσίου, όν είδομεν εν τη πρώτη συνεδρία της Εθνοσυνελεύσεως (67). Ην δ' αυτό έκφρασις της εθνικής ευγνωμοσύνης διά τα σωτήρια έργα, άτινα είχον απαλλάξει την Ελλάδα της αναρχίας. Το σχέδιον τούτο είχεν ώδε:

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ
Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος.

Εν Άργει, τη 22 Ιουλίου 1829.

Όταν ημείς εξελέχθημεν πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του έθνους διά να συγκροτήσωμεν την Δ' ταύτην συνέλευσιν, δεν μας ενεπιστεύθη το έθνος την τοιαύτην παρακαταθήκην του, ειμή διά να πληροφορηθώμεν και εκ του σύνεγγυς τας αρχάς και τα μέτρα, εξ ών επήγασαν τόσα υπέρ ευχήν αγαθά εις την Ελλάδα από της εποχής της αισίας αφίξεώς σας έως την σήμερον, και αφ' ενός μεν μέρους να γενώμεν όργανα άμεσα των αισθημάτων του έθνους διά την υμετέραν Εξοχότητα, και να παραστήσωμεν προς αυτήν πασιφανώς την βαθείαν ευγνωμοσύνην του, αφ' ετέρου δε να την συντρέξωμεν εις τους πολυπόνους αγώνας της, και οδηγούμενοι από τας πολλάς και βασίμους αυτής γνώσεις, να την ανακουφίσωμεν συνεισφέροντες τον χρεωστούμενον ζήλον και την άοκνον ημών ετοιμότητα.

Η εξ ανωμαλίας και ακοσμίας εις την ενδεχομένην διακόσμησιν και ευρυθμίαν μεταβολή, αι διά των δημοσίων υπουργών και διά της εθνικής εφημερίδος κατάδηλοι γενόμεναι κυβερνητικαί πράξεις, είναι μεν μάρτυρες εχέγγυοι της καθαριότητος και μετριότητος των αρχών, τας οποίας ηκολουθήσατε· αλλά βουλόμενον το έθνος να πληροφορηθή εναργέστερον το όλον του εσωτερικού οργανισμού και την όσον σπουδαίαν, τόσον δυσαντίβλεπτον διαίτησιν των εξωτερικών του σχέσεων, έδωσεν εις ημάς την πληρεξουσιότητα να λάβωμεν τας περί τούτων πληροφορίας.

Ο κατά την 11 του λήγοντος προεισόδιος λόγος της υμετέρας Εξοχότητος εις την προκαταρκτικήν συνεδρίασιν της εθνικής ταύτης συνελεύσεως παρέστησεν εις ημάς συντόμως μεν, αλλά κεφαλαιωδώς, τας αρχάς, καθ' ας βαίνοντες αλανθάστως διετρέξατε εκ πρώτης αφετηρίας μέχρι της σήμερον το μέγα στάδιον των κυβερνητικών αγώνων, και διαχειρίσθητε τόσον τα εμβριθή συμφέροντα του έθνους προς τας έξω σχέσεις του, όσον και τα ελατήρια της εσωτερικής διοργανώσεώς του.

Προς αυτόν τον λόγον, έσοπτρον καθαρόν των κυβερνητικών πράξεών σας, απήντησε μεν κατά την 12 του λήγοντος ευγνωμονούσα η συνέλευσις, διέταξε δε την εκ του σώματος των πληρεξουσίων αντιπροσώπων επταμελή επιτροπήν της, διά να επεξεργασθή με σύντονον προσοχήν τόσον τα διπλωματικά αμοιβαία έγγραφα των συμμάχων αυλών και της ελληνικής κυβερνήσεως, όσον και τα ψηφίσματα τα προσωρινώς κανονίζοντα την κυβέρνησιν του κράτους.

Κατά την 16 παρουσιασθείς εις την συνέλευσιν ταύτην ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς ανέγνωσεν εις επήκοον πάντων όλας τας διπλωματικάς διακοινώσεις.

Κατά την 17 παρουσιασθείς ομοίως ο Γραμματεύς της Επικρατείας έθεσεν υπ' όψιν της τα ψηφίσματα.

Κατά την 18 παρουσιασθείσα η επί των οικονομικών και φροντιστηριακών λογαριασμών εξεταστική επιτροπή ανέγνωσεν ομοίως έκθεσίν της περιέχουσαν αναφοράν της επί της Οικονομίας επιτροπής, ομού και εγκλείστους ισολογισμούς απ' αρχής της συστάσεως των δύο υπηρεσιών, τής τε οικονομίας δηλονότι και της χρηματιστικής εθνικής τραπέζης, έως τέλους του παρελθόντος Απριλίου, προς δε και υποθετικόν λογαριασμόν δε έν ολόκληρον έτος από πρώτης του παρελθόντος Μαΐου έως τέλους του Απριλίου του 1830.

Προς ταις αναφοραίς ταύταις παρουσίασεν αυθημερόν η άνω ειρημένη εξεταστική επιτροπή αναφοράν του Πανελληνίου, περικλείουσαν δύο ετέρας της επιτροπής του Πανελλήνιου, επιφορτισμένης να εξετάση τα εν Λονδίνω εθνικά δύο δάνεια, και να δώση σχέδιον περί της αποσβέσεως αυτών, το οποίον παρουσιάσθη και ανεγνώσθη συγχρόνως εις την συνέλευσιν.

Κατά την 19 παρουσιασθέν το επί των στρατιωτικών μέλος του γενικού φροντιστηρίου, παρέστη και ανέγνωσεν εις την συνέλευσιν τρεις αναφοράς προς την Τ. Ε.: α') έκθεσιν του περί μη τακτικού στρατιωτικού, β') ομοίαν του συνταγματάρχου κ. Καρόλου Εϊδέκ δίδοντος απλούν και αληθή λόγον των παρ' αυτού πραχθέντων εις την σφαίραν της πολεμικής και οικονομικής διευθύνσεώς του καθ' όλην την διάρκειαν του ενιαυτού, κατά τον οποίον ήτον επιφορτισμένος αυτήν την διεύθυνσιν, και γ') ομοίαν επί των ναυτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου περί όσων αφορώσι τον κλάδον του.

Αι τρεις αύται αναφοραί συνοδευόμεναι με παρατηρήσεις εγγράφως εκτεθειμένας παρά του επί των στρατιωτικών μέλους του γενικού φροντιστηρίου, επληροφόρησαν την συνέλευσιν, ότι η Υμετέρα Εξοχότης και εσκέφθη επισταμένως, και μετεχειρίσθη όλα τα δυνατά μέσα προς διαρρύθμισιν της προ της ελεύσεώς σας πάντη πάντως ανωμάλου καταστάσεως τόσον του τακτικού και μη στρατιωτικού, όσον και του ναυτικού. Δεν δυνάμεθα να παρασιωπήσωμεν, Εξοχώτατε, πόσην βαθείαν εντύπωσιν εχάραξεν εις ημάς η παράστασις όλων αυτών και των εγγράφων, των ισολογισμών, του υποθετικού λογαριασμού και του σχεδίου της αποσβέσεως των εν Λονδίνω δύο εθνικών δανείων.

Πρώτην φοράν ήδη βλέπει το έθνος την κυβέρνησίν του δίδουσαν λόγον των πράξεών της διηκριβωμένον και πρώτην ήδη φοράν συναισθάνεται, ότι θεσμοθεσίαι ακριβώς προσηρμοσμέναι εις την πραγματικήν του κατάστασιν και ενεργούνται, καθώς γράφονται, και φέρουσιν αποτελέσματα αισιώτερα και των ιδίων ευχών του.

Η συνέλευσις, εφ' όσον παρελάμβανε τα ειρημένα έγγραφα από τους προσήκοντας υπουργούς της κυβερνήσεως, τα παρέπεμπεν εις την επταμελή επιτροπήν της, και αυτή θεωρήσασα όλα ταύτα έν προς έν και κατά κλάδους, εις τους οποίους ανάγονται, κατείδε σαφώς το ευμέθοδον, το σοφόν και το τελεσιουργόν σύστημα, κατά το οποίον στοιχούντες εις όλας τας πράξεις σας, τας αναφερομένας τόσον προς τον εσωτερικόν του κράτους προσωρινόν οργανισμόν, όσον και προς τας εξωτερικάς σχέσεις, εφυλάξατε μεν τας παραδεδεγμένας αρχάς των συνταγματικών μας νόμων, εδώσατε δε εις τον διοργανισμόν αυτών καθ' ό προσωρινόν και επιδεκτικόν των εκ της πείρας μαθημάτων, το ανεκτίμητον πλεονέκτημα, του να έχωσι δηλονότι οι αντιπρόσωποι του έθνους ολόκληρον την δύναμιν να μην αποφασίσωσιν οριστικώς την παραδοχήν οποίου δήποτε συστήματος, εάν αυτό το σύστημα δεν καθιερωθή προηγουμένως από τα αποτελέσματά του, από αυτά δη τα πράγματα.

Επομένως η επιτροπή, καθ' ό θεωρήσασα και σκεφθείσα κατ' επανάληψιν περί πασών των διπλωματικών αμοιβαίων διακοινώσεων, περί του γενικού εσωτερικού οργανισμού, περί των αναφορών του γενικού φροντιστηρίου, περί του της αποσβέσεως σχεδίου, καθώς και περί των ισολογισμών και του υποθετικού λογαριασμού, και περί των αποζημιώσεων, και καθ' ό θέσασα υπ' όψιν της συνελεύσεως διά της υπ' αριθ. 1 αναφοράς της την περί πάντων τούτων θετικήν της γνώμην, διετάχθη παρά της συνελεύσεως να σχεδιάση υπό την άμεσον οδηγίαν της Υ. Ε. ψηφίσματα περί εκάστου των κλάδων αυτών της ελληνικής κυβερνήσεως κατάλληλα με τα θεμελιώδη συμφέροντα του έθνους και επομένως αρκετά εις το να ομαλύνωσιν, όσον ενδέχεται, το τραχύ και ακανθηρόν στάδιον των αγώνων της.

Ιδού, Εξοχώτατε, η ειλικρινής παράστασις των αισθημάτων και των φρονημάτων τόσον ημών, όσον και του έθνους, του οποίου είμεθα την σήμερον αντιπρόσωποι. Ιδού όσα επεφορτίσαμεν την επιτροπήν, την οποίαν θέλετε ευαρεστηθή να οδηγήσητε με τας υψηλάς και θετικάς γνώσεις σας.

Περιττόν νομίζομεν να προσθέσωμεν, ότι επιστρέψας έκαστος ημών εις τα ίδια, θέλομεν συγχαρεί τους συμπολίτας μας, ευχόμενοι θερμώς προς τον επουράνιον Θεόν υπέρ της Υ. Ε.

Αλλ' εις ταύτην ημών την απάντησιν νομίζομεν όχι άκαιρον, αλλ' εκ των αναγκαιοτάτων μάλιστα, το να διαλάβωμεν ανακεφαλαιούντες, όσα εξεθέσατε εις τον προεισόδιον λόγον, τούτο μεν διά να ομολογήσωμεν πασιφανώς την αλήθειαν των εν αυτώ τω λόγω διαλαμβανομένων, τούτο δε διά να αποδώσωμεν τον χρεωστούμενον δίκαιον έπαινον προς το έθνος, έπαινον προς την κυβέρνησιν αντιστρέφοντα.

Καρπός απελπισίας τεσσάρων αιώνων η Ελληνική επανάστασις, επόμενον ήτο να φέρη την φυσιογνωμίαν της βιαίας και ανωμάλου γεννήσεώς της κατά τα πρώτα έτη.

Αλλ' εν ώ έτρεχεν η Ελλάς τον περί των όλων κίνδυνον, ποτέ δεν έπαυσεν αγωνιζομένη να συστήση πολίτευμα και να θέση νόμους, καθ' ούς να υπάρξη ως έθνος ελεύθερον, έθνος χριστιανικόν, έθνος φίλον της τάξεως και της ησυχίας. Εξ αρχής ήθελε την εσωτερικήν της ευταξίαν, διότι την εγνώριζεν όχι μόνον συντελεστικήν προς άμυναν των εχθρών της, αλλά και προς απόκτησιν της ευνοίας και της κραταιάς κηδεμονίας των μοναρχών της Ευρώπης· δι' έλλειψιν οδηγού όμως σοφού ενταυτώ αι ασχέτου απετύγχανε του σκοπού της.

Αύτη η έφεσίς της την ωδήγησε να προσκαλέση αυθόρμητος και με παμψηφίαν την Υ. Ε. διά να οικοστροφήση το κλυδωνιζόμενον σκάφος της πατρίδος και κατ' αυτόν μόνον τον τρόπον ήλπιζεν ότι την εσωτερικήν ευταξίαν, την οποίαν επεθύμει, ηδύνατο να εγκαταστήση. Προσκληθείς, Εξοχώτατε, δεν απεδειλίασας προς τον μέγαν και δεινόν ομογενών αγώνα, αλλά πριν ή έλθης εις το Ελληνικόν έδαφος διέγνως οποία τις είναι η νόσος της Ελλάδος, οποία η θεραπεία της· προητοίμασας αυτήν, και η διάγνωσις αύτη της Υ. Ε. απεδείχθη ορθή και ευστοχωτάτη εκ των αποτελεσμάτων.

Άμα απέβης εις το Ελληνικόν έδαφος, και υπεδέχθης από όλας τας αρχάς με αναπεπταμένας αγκάλας, περικυκλούμενος με τας ευχάς του ευαγούς κλήρου και με του λαού τας ευλογίας.

Η βουλή πάντων των νόμων υπέρτατον θεωρούσα την σωτηρίαν του έθνους, και επερειδομένη εις τας υψηλάς γνώσεις της Υ. Ε. απέθετο τα χρέη της διά της υπ' αριθμόν ΝΗ' πράξεώς της.

Έν των πρωτίστων αντικειμένων της κυβερνητικής σας προνοίας θεωρήσαντες την της ναυτιλίας διοργάνωσιν, άμα ελάβετε τα περί αυτής ανήκοντα μέτρα, και άμα η συκοφάντις του πολυάθλου ελληνικού ναυτικού πειρατεία έγεινεν άφαντος διά πάντα, τότε μόνον αναπολουμένη, οσάκις η Ελλάς αναφέρη τα αποτελέσματα της αυστηράς σου και σοφής κυβερνήσεως και της ελληνικής φιλονομίας.

Οι γενναίοι τους οποίους η σάλπιγξ της κυβερνήσεως ανεσύνταξε κατά την Τροιζήνα και Μεγαρίδα, έδειξαν αλλεπάλληλα σημεία της πειθαρχίας και της ανδρείας των.

Οι Έλληνες μιμηθέντες το παράδειγμα της Υ. Ε., ει και ανέστιοι, ει και απόλιδες, κατέβαλον προθύμως εις την εθνικήν χρηματιστικήν τράπεζαν το λεπτόν των, υστερινήν άγκυραν της πείνας και της γυμνώσεώς των.

Το πανωλικόν μίασμα, εσχάτη αναφύσησις του Αιγυπτιακού κρατήρος εις την Ελλάδα, κατεσβέσθη διά των μέτρων κυβερνήσεως, τα οποία, όσον διά την φύσιν των πραγμάτων, δυσκατόρθωτα, τόσον τα απέδειξε κατορθωτά η καρτερία του έθνους και το ταχυπειθές αυτού προς πατρικήν και δικαίαν κυβέρνησιν.

Πολυάριθμα αλληλοδιδακτικά σχολεία ανηγέρθησαν εκ θεμελίων εις την Πελοπόννησον και τας νήσους, και πανταχού έγειναν χρηματικοί των Ελλήνων έρανοι υπέρ της εκπαιδεύσεως της Ελληνικής νεολαίας.

Πολλαί υποθέσεις λαβούσαι τέλος κατ' ευχαρίστησιν πλήρη των διαφερομένων μερών, και χωρίς να προστρέξωσι τα δικαστήρια εις απαγορευτικά μέσα, μαρτυρούσι τα ήσυχα μεν και ομαλά, αλλ' ενεργά βήματα της κυβερνήσεως και περί το δικαστικόν της μέρος, αποδεικνύουσι δ' ενταυτώ το ευδιάλλακτον ήθος των Ελλήνων και την μετριότητά των.

Η εσωτερική ευταξία εγγυωμένη το ασφαλές της ιδιοκτησίας, φέρει ήδη πανταχού την φιλοπονίαν, η οποία ένθεν μεν επισκευάζουσα και οικοδομούσα, ένθεν δε καλλιεργούσα την γην και ακίνδυνον βλέπουσα τον μικρόν εμπορικόν αυτής περίπλουν, αρχομένη δε να βιομηχανεύηται, δίδει ελπίδας ότι με την ανάλογον του χρόνου πρόοδον θέλει καταστήσει ευδαίμονα την Ελλάδα.

Ταύτα πάντα, Εξοχώτατε, είναι δείξεις εναργείς, ότι το έθνος πάντοτε ήθελε την ευτυχίαν και την ησυχίαν, και ότι η έφεσίς του αύτη δεν επραγματοποιήθη, ειμή αφ' ότου ενεπιστεύθη τας ηνίας της κυβερνήσεώς του εις χείρας της Υ. Ε.

Όθεν αυθόρμητος σε παρακαλέσασα, σε προστησαμένη Κυβερνήτην της η Ελλάς και οδηγόν προς άπαντα τα συμφέροντά της, εξαιτείται και να την υποδείξης τρόπους, δι' ών να προσφέρη πασιφανή δείγματα της αθανάτου ευγνωμοσύνης της προς τους μεγαλειοτάτους συμμάχους βασιλείς, τους σεβαστούς ευεργέτας της, προς τους ναυάρχους αυτών, προς την γενναίαν των Γάλλων στρατιάν και τον περίδοξον αρχηγόν της, και προς άπαντας τους μεγαλοψύχους φίλους της Ελλάδος.
 
Χρεωστούντες δε προ πάντων να αναπέμπωμεν ακαταπαύστους υπέρ της απολυτρώσεώς μας δοξολογίας προς τον δημιουργόν των όλων, τον Παντοκράτορα Θεόν, θέλομεν ολοψύχως εκτελέσει όσα εμπνευσθέντες από την θεοσέβειαν και τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον σας ηθέλετε στοχασθή πρόσφορα εις το να διαιωνίσωσι την εποχήν της πολιτικής σωτηρίας του έθνους και της προς τον σωτήρα ευγνωμοσύνης του.

Ο Πρόεδρος

Γεώργιος Σισίνης

[Έπονται αι υπογραφαί όλων των πληρεξουσίων].

Οι Γραμματείς
Ιακωβάκης Ρίζος
Ν. Χρυσόγελος

Οι αντιπρόσωποι Ψύλλας και Κρίσπης δεν ετόλμησαν μεν να διαμαρτυρηθώσιν εντόνως κατά της αμέτρου εμπιστευτικής μακαριότητος του σχεδίου, προσεπάθησαν όμως να πολεμήσωσιν αυτό πλαγίως, και εζήτησαν αναβολήν, όπως υποβληθή εις ώριμον σκέψιν το πράγμα, ή ίσως και λησμονηθή. Ίσως δε του καιρού η πάροδος εξήγειρε κάπως την κατεπτοημένην φιλοτιμίαν των αντιπροσώπων, ανδρίζουσα αυτούς τέλος εις αξιοπρεστέραν των ιδεών αυτών έκφρασιν. Αλλ' αι ασθενείς της αντιπολιτεύσεως φωναί επνίγησαν εντός των απειλών του Κολοκοτρώνη και του Περρούκα. «Είναι εντροπή, εφώνησαν, να ακουσθή και η ελαχίστη ένστασις κατά της απαντήσεως, ήτις προ καιρού ήδη έπρεπε να είναι υπογεγραμμένη και υποβεβλημένη εις την Α. Εξ. τον Κυβερνήτην».

«Είθε να ήτο δυνατόν, ανεβόησεν ο Ρισάγνος (;), να υπογράψη ολόκληρον το Ελληνικόν έθνος τοιούτον έγγραφον!»

Ο δε Νικόλαος Πονηρόπουλος παρέβαλε τον Κυβερνήτην προς τον θεόπεμπτον σωτήρα, τον καταβάντα εξ ουρανού εις πλήρωσιν της υπό της Θείας προνοίας ανατεθείσης αυτώ σωτηρίου αποστολής.

Και εθριάμβευσε μεν ο Καποδίστριας, αλλ' οι πληρεξούσιοι της Ύδρας υπέβαλον συνταγματικάς ενστάσεις. Μετέβησαν προς αυτόν, ολίγον κατόπιν των επί της απαντήσεως συζητήσεων, και εδήλωσαν αυτώ ότι επιθυμία αυτών ήτο, ν' αποτελέσωσι τας βάσεις της μελλούσης του τόπου κυβερνήσεως αι αρχαί των συνταγμάτων της Επιδαύρου, του Άστρους και της Τροιζήνος.

Αλλ' η απόπειρα των Υδραίων, όπως φέρωσι τον Κυβερνήτην εις οδόν συνταγματικήν, απέτυχε. Νικηθέντες δ' υπό της λογικής και της στωμυλίας του ανδρός απεχώρησαν, και επέστρεψαν άπρακτοι εις την συνέλευσιν, εν ή τη 24 Ιουλίου επήλθε γεγονός τι, όπερ καθαρώτατα διεφώτισε τα φρονήματα της ισχυούσης μερίδος. Ο στρατηγός Τσουρτς ανήγγειλε προς την Εθνοσυνέλευσιν την εκ της ελληνικής υπηρεσίας αποχώρησιν αυτού, δι' επιστολής εμφαινούσης μεγίστην κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκειαν. Η συνέλευσις ηδύνατο βεβαίως να ακούση τους λόγους, οίτινες παρεκίνουν τον έξοχον φιλέλληνα να παραιτηθή της περαιτέρω υπηρεσίας υπό τας διαταγάς του Αυγουστίνου Καποδιστρίου· πλην άμα ως ήκουσαν οι καλοί χριστιανοί τας πρώτας του εγγράφου λέξεις, διερράγησαν εις θύελλαν αγανακτήσεως, φωνούντες, ότι η επιστολή περιείχε βλασφημίας, και ήτο σκάνδαλον, όπερ ο υπό του Άγγλου πρεσβευτού προεδρευόμενος σύλλογος των πολιτικών αντιπάλων του Κυβερνήτου είχεν επινοήσει και παρασκευάσει. Ούτω κατωρθώθη να διακοπή η ανάγνωσις, η δε επιστολή, μη αναγνωσθείσα, απεστάλη εις την πενταμελή επιτροπήν, και οριστικώς υπό του Καποδιστρίου δεκτή γενομένη η παραίτησις του Τσουρτς ενεκρίθη υπό της συνελεύσεως. Ούτως η μεν Γ' εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις διά του Ζ' ψηφίσματος αυτής είχε διορίσει αυτόν αρχιστράτηγον και διευθυντήν των κατά ξηράν δυνάμεων της Ελλάδος, ως διά του Ε' ψηφίσματος τον Λόρδον Κόχραν στόλαρχον της Ελλάδος, και η Δ' εν Άργει έπαυσεν αυτόν του μεγάλου αξιώματος εγκρίνασα την οικείαν παραίτησιν. Έκτοτε αι συνεδριάσεις της Εθνοσυνελεύσεως εγίνοντο οσημέραι ταραχωδέστεραι.

Ότε δε την 27 Ιουλίου εγίνετο συζήτησις περί σχηματισμού Γερουσίας, αντί του Πανελληνίου, ής τα 27 μέλη έμελλε να εκλέγη ο Κυβερνήτης εκ της Εθνοσυνελεύσεως, προσεπάθησεν η αντιπολίτευσις, ηγουμένου του εκ Κρήτης πληρεξουσίου Γ. Ιδομενέως, να ματαιώση εξ εφόδου το νομοσχέδιον. Αλλ' εξηγέρθη η πλειονοψηφία και επέπεσε τοσούτον αγρίως απειλούσα κατά του εκ Κρήτης αντιπροσώπου, ώστε ούτος εσίγησε. Την επομένην εψηφίσθη εν πάση σπουδή ο σχηματισμός της Γερουσίας.

Την 30 Ιουλίου ήλθον σχεδόν εις χείρας οι εν τη Συνελεύσει, υπό τα όμματα αυτά των ξένων πρεσβευτών και των ναυάρχων της Ρωσίας και Γαλλίας, εκ μικράς αφορμής. Προύκειτο περί συστάσεως παρασήμου προς αμοιβήν της στρατιωτικής ανδρείας. Η άκρα δεξιά της συνελεύσεως εκήρυξεν, ότι ουδέν ήθελε παράσημον, και παρητείτο υπέρ του Κυβερνήτου παντός προς τούτο δικαιώματος. Αλλ' ο Κολοκοτρώνης ανέκραξεν: «Ο σταυρός είναι τον καθενός η εκδούλευσις, και σαν αποκτήσωμεν βασιλέα ας κάμη ό,τι θέλει (68)». Ταύτα ειπών συνεκρούσθη προς τον Γρίβαν, όστις ενόμισε πρόσφορον την ευκαιρίαν, όπως απαιτήση καθυστερουμένας τοις Ρουμελιώταις αυτού αμοιβάς. Η Πελοπόννησος ευρέθη ούτως αντιμέτωπος προς την Στερεάν και ήρξατο πάλιν η παλαιά τοπική διάστασις, ήτις ουδέποτε είχε διαλλαγή. Μετά τους λόγους επήλθον τα έργα, και οι οπαδοί των δύο αρχηγών εδράξαντο των όπλων. Οι δε ξένοι θεαταί ενόμισαν φρόνιμον να καταλίπωσι πάραυτα την αίθουσαν της Συνελεύσεως. Αίφνης όμως κατέπεσε πάλιν ως αφρός όλος εκείνος ο βίαιος θυμός των δύο αρχηγών των παλληκαρίων.

Απελθόντων των ξένων, επανήλθεν ησυχία εν τη αιθούση. Ο Κολοκοτρώνης κατενόησεν, ότι εν τη οργή αυτού είχε παρεκτραπή και ότι δεν προυξένησε την καλήν εκείνην εντύπωσιν, εις ήν απέβλεπε συνήθως, εκ σεβασμού προς τα χρήματα των ξένων, και εξ ελπίδος νέων ευρωπαϊκών δανείων. Συνδιαλλαγείς προς τον Γρίβαν, μετέστη την 31 Ιουλίου, προς γενικήν πάντων έκπληξιν, εις τας τάξεις της αντιπολιτεύσεως, ακολουθούμενος υπό τινων των πιστοτάτων αυτού οπαδών, οίοι ο Νικήτας και ο Περρούκας. Απήτησε δε νυν την σύστασιν παρασήμου, ουχί υπέρ του Κυβερνήτου, αλλ' υπέρ του στρατού και των αρχηγών αυτού. Εξώρμησε μάλιστα εν προσπεποιημένη οργή έξω της Συνελεύσεως, μη γενομένης δεκτής της προτάσεως, ήν ήθελε νυν, ώρμησαν δε κατόπιν αυτού ο Πονηρόπουλος, ο Ράδος και ο Νικήτας, ίνα πραΰνωσι την δυσαρέσκειαν του ανδρός. Άκων και ανθιστάμενος επέστρεψεν ο Γέρος του Μωριά και υπεδύθη πάλιν το παλαιόν αυτού προσωπείον.

Μετά τας, κατ' επιφάνειαν, ταύτας σπουδαίας διαμάχας, δευτερεύον όλως ενδιαφέρον παρείχον αι άλλαι συζητήσεις. Αι περί αποζημιώσεων απαιτήσεις των τριών νήσων, αι αναφοραί Ιονίων τινών, Κρητών, Σαμίων και Χίων, αιτουμένων το δικαίωμα της ελληνικής εθνικότητος, και άλλα σπουδαία πολλάκις ζητήματα συνεζητούντο εν μεγίστη σπουδή και η περί αυτών απόφασις απελείπετο εκάστοτε εις την κρίσιν του Κυβερνήτου. Ολίγον προ της λήξεως των συνεδριάσεων εφάνη προωρισμένη η συνέλευσις να καταδείξη, ούτως ειπείν, επισήμως την επικρατούσαν φοβεράν έκλυσιν. Ο πληρεξούσιος Χίου Ράλλης, από φιλανθρώπων σκοπών ορμώμενος και την εις τας εστίας αυτών επάνοδον σκοπών, προύτεινε την 6 Αυγούστου γενικήν πάντων των κατά την επανάστασιν κιβδηλοποιών, πειρατών, κλεπταποδόχων και υποθαλψάντων κακουργήματα και πλημμελήματα, αμνηστίαν. Αλλ' η πλειοψηφία της συνελεύσεως, συναισθανομένη ορθώς το προς εαυτήν καθήκον, διεμαρτυρήθη και εντόνως απέκρουσε πάσαν της προτάσεως δημοσίευσιν.

Μετά τοιαύτα γεγονότα και ο Κυβερνήτης αυτός δεν ηδύνατο να επιθυμή την ενώπιον της Ευρώπης παράτασιν του θεάματος τοιαύτης εθνοσυνελεύσεως, ήτις εχομένη των καθεστώτων, ελαχίστην παρείχεν εγγύησιν ησυχίας και μετριοπαθείας· Τη υποκινήσει αυτού ανεβλήθη η συνέλευσις εις την 6 Αυγούστου, ότε και έληξε διά της αυτής στρατιωτικής και θρησκευτικής πομπής, μεθ' ής είχεν αρχίσει, τουτέστι δι' επισήμου δοξολογίας και τελετής εν τω ναώ της Παναγίας, εν ώ ο Κυβερνήτης εκήρυξεν επισήμως την λήξιν διά λογιδρίου, καταλήγοντος ούτως: «Εάν καθώς ευχόμεθα η αίσθησις των καθηκόντων εξαλείψη από την μνήμην τον σπόρον της διχονοίας, τον οποίον έβαλον πιθανώς γεγονότα απαισία· εάν μετά των δημοσίων υπουργών συναγωνισθώσιν {οι γερουσιασταί) διά να στερεώσωσι την ευνομίαν, ελπίζομεν όχι ο Κύριος του ελέους θέλει στερεώσει την Ελλάδα» (69). Μετά την διάλυσιν της εθνοσυνελεύσεως συμφώνως προς τα εψηφισμένα (ψήφισμα β') κατηρτίσθη το σώμα της νέας ταύτης Γερουσίας αντί του Πανελληνίου. Εκ των 27 μελών της Γερουσίας ταύτης εξέλεγεν ο Καποδίστριας είκοσι και εν εκ του καταλόγου του υποβαλλομένου αυτώ υπό των μελών της συνελεύσεως, τα δε άλλα έξ διώριζε κατ' ιδίαν προαίρεσιν.

Η Εθνοσυνέλευσις αύτη, εν ή μεγίστην πλειονοψηφίαν είχεν η κυβέρνησις, επεδοκίμασε πάσας τας πράξεις του Κυβερνήτου. Η συστάσα Γερουσία έμελλε να διευθύνη μετ' αυτού τα κοινά, έως ού εκπονήση ούτος τον θεμελιώδη του Κράτους νόμον και προσκαλέση το δεύτερον την Εθνοσυνέλευσιν προς επιψήφισιν αυτού. Εξέδωκε δέκα και τρία ψηφίσματα περί συνομολογήσεως δανείου εξωτερικού, εάν ευρεθή τοιούτον, περί αποζημιώσεων και χρεών εκ του συνομολογηθησομένου δανείου, περί απογραφής κατοίκων, περί εθνικού νομίσματος, περί διανομής εις τους αγωνιστάς διακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων γης, περί ιδρύσεως εθνικής Τραπέζης, περί στρατού και στόλου, περί ετησίας μισθοδοσίας 180,000 φοινίκων τω Κυβερνήτη. Η ετησία αύτη μισθοδοσία εγένετο διά του εξής ψηφίσματος:

ΨΗΦΙΣΜΑ Θ'.

Η Εθνική Δ' των Ελλήνων Συνέλευσις


Θεωρήσασα ότι η Α. Ε. ο Κυβερνήτης αφιέρωσεν εις τας ανάγκας της Πατρίδος τα λείψανα της ιδίας περιουσίας και προ της ελεύσεώς του, και μετά την έλευσίν του, συμποσούμενα υπέρ το μιλλιόνιον γροσίων τουρκικών. Θεωρήσασα, ότι υπεχώρησεν εις την ένδειαν του έθνους και τα οποία το Πανελλήνιον επρόσφερεν εις την εξοχότητά του δίστηλα δώδεκα χιλιάδας ως ετήσια έξοδα, προμηθεύσας και ταύτα εξ ιδίων.

Και ομολογούσα την ανάγκην του να προμηθεύση εις την Α.Ε. τα αναπόφευκτα μέσα του να συντηρήση την αξιοπρέπειαν του κυβερνητικού χαρακτήρος προς το εξωτερικόν, και να εξαρκέση εις τας ανάγκας της οικιακής και ιδιαιτέρας υπηρεσίας.

Ψηφίζει

Α'. Διορίζονται εις την διάθεσιν της Α. Ε. του κυβερνήτου I. Α. Καποδίστρια, από του Εθνικού Ταμείου, δι' ενιαύσια έξοδα, εις εθνικόν νόμισμα, εκατόν ογδοήκοντα χιλιάδες.

Β'. Το παρόν ψήφισμα επικυρωθέν να καταχωρηθή εις τον Κώδηκα των Ψηφισμάτων, και διευθυνθέν εις την Κυβέρνησιν να δημοσιευθή διά των τύπων και να ενεργηθή.

Εν Άργει την πρώτην Αυγούστου τω χιλιοστώ οκτακοσιοστώ εικοστώ εννάτω (1829)».

Ο Πρόεδρος      ο Αντιπρόεδρος

Γεώργιος Σισίνης      Γεώργιος Μαυρομμάτης

[Έπονται αι υπογραφή των πληρεξουσίων.]

Αλλ' ο Κυβερνήτης μη αποδεξάμενος την ψηφισθείσαν ποσότητα των 180,000 φοινίκων ετησίως, απηύθυνε προς την Εθνοσυνέλευσιν τάδε:

«Το υπ' αριθμόν 9 και από 1ης Αυγούστου ψήφισμα, το οποίον διηύθυνεν αρτίως η συνέλευσις, προσδιορίζει τα έξοδα του αρχηγού της Επικρατείας.

»Δι' αυτού τούτου του ψηφίσματος η συνέλευσις επέστησε την προσοχήν της εις το ολίγον εκείνο, το οποίον ηδυνήθημεν να πράξωμεν αυτοί καθ' εαυτούς, διά να αποδείξωμεν ότι ο Έλληνες μόνον με τας θυσίας των, και όχι διά προσωπικών πλεονεκτημάτων, δύνανται να φθάσουν εις τον βαθμόν, τον οποίον υπόσχονται προς αυτούς η εθνική ανεξαρτησία και η ελευθερία.

»Ευτυχείς, διότι ηδυνήθημεν να προσφέρωμεν δι' αυτό το τόσον θεάρεστον έργον τα λείψανα της μετρίας καταστάσεως εις το θυσιαστήριον της πατρίδος!

»Μ' όλον ότι μακράν απέχομεν του να φρονώμεν ότι το έθνος δεν θέλει δυνηθή οψέποτε να μας τα αποδώση, θέλομεν όμως έως τότε να αποφύγωμεν, όσον το δυνατόν, το να καταβαρύνωμεν έτι μάλλον την χρηματικήν του στάσιν, απαιτούντες την απόδοσιν των όσων προκατεβάλομεν.

»Διά τον αυτόν τούτον λόγον θέλομεν αποφύγει και ήδη το να δεχθώμεν την προσδιοριζομένην ποσότητα διά τα έξοδα του αρχηγού της επικρατείας απεχόμενοι, εν όσω τα ιδιαίτερά μας χρηματικά μέσα μάς εξαρκούσιν, από του να εγγίσωμεν μέχρι και οβολού τα δημόσια χρήματα προς ιδίαν ημών χρήσιν

»Οψέποτε δε βιασθώμεν εις τούτο, εξαντληθέντων διόλου των ιδιαιτέρων ημών πόρων, τότε θέλομεν καταφύγει εις το δημόσιον ταμείον, πλην μόνον διά τα έξοδα, όσα απαιτεί η εκτέλεσις των καθηκόντων μας.

»Αλλά προς τούτο, καθώς μετεχειρίσθημεν άχρι τούδε, απαραλλάκτως θέλομεν μεταχειρισθή και εις το εξής ακριβεστάτην οικονομίαν· καθότι αποστρεφόμεθα το να προμηθεύωμεν ημάς αυτούς τας αναπαύσεις του βίου, αι οποίαι προϋποθέτουσι την
ευπορίαν, εν ώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων, περικυκλωμένοι από πληθύν ολόκληρον ανθρώπων βεβυθισμένων εις την εσχάτην αμηχανίαν.

»Τα αισθήματα ταύτα τα συναισθάνεσθε, κύριοι, και σεις οι ίδιοι, και το απεδείξατε εμπράκτως, εκτελούντες αμισθί τα καθήκοντα των πληρεξουσίων του έθνους.

»Ελπίζομεν ότι, όσοι εξ υμών μεθέξωσι μετά της κυβερνήσεως εις την προσωρινήν διοίκησιν, καθώς και οι λοιποί των πολιτών, όσοι προσκληθώσιν επί τούτω, θέλουν γνωρίσει μεθ' ημών, ότι εις τας παρούσας περιστάσεις οι εν δημοσίοις υπουργήμασι δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγους με τον βαθμόν του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ' ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η κυβέρνησις εις την εξουσίαν της.

»Εν Άργει τη 4 Αυγούστου 1829.

Ο Κυβερνήτης
I. Α. ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ο Γραμματεύς της Επικρατείας
Ν. Σπηλιάδης

Προς τούτοις δε η εν Άργει Δ' Εθνική Συνέλευσις εψήφισε και το πολλού λόγου σχέδιον περί απαγορεύσεως εξαγωγής αρχαιοτήτων, περί σχολείων και άλλων κοινωφελών καθιδρυμάτων, περί ανεγέρσεως εν τη ορισθησομένη ακολούθως πρωτευούση μητροπολιτικού ναού τιμωμένου επ' ονόματι του Σωτήρος Χριστού, του διασώσαντος το ελληνικόν έθνος, περί ιδρύσεως εθνικού παρασήμου του τάγματος του Σωτήρος, όπερ υφίσταται εισέτι, περί ανεγέρσεως μνημείων προς ανάμνησιν της εν Πύλω ναυμαχίας των ευρωπαϊκών στόλων (70) και της εν Πεταλιδίω αποβιβάσεως του υπό τον Μαιζώνα γαλλικού στρατού, του εκδιώξαντος τον Ιβραχήμ πασάν και περί αποστολής πρεσβείας προς έκφρασιν ευχαριστιών εις τας τρεις δυνάμεις την Γαλλίαν, την Ρωσίαν και την Αγγλίαν.

Τοιαύτα ήσαν τα ψηφίσματα της εν Άργει Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, καθ' ήν ο Καποδίστριας εθριάμβευσε κατά της κακεντρεχείας της αντιπολιτεύσεως, ως εξεφράζοντο οι οπαδοί και απέκτησεν απεριόριστον σχεδόν δύναμιν, κατά την ιδίαν αυτού ομολογίαν. Η γέννησις των δεκατριών εκείνων ψηφισμάτων καταδεικνύει εξαρτήσεώς τινος βαθμόν. Τα ψηφίσματα είχον συνταχθή υπό του Καποδιστρίου εντός του γραφείου αυτού. Επειδή δε ο Κυβερνήτης δεν ηδύνατο να γράφη ελληνιστί συνέταξεν αυτά γαλλιστί, και ο γραμματεύς της Συνελεύσεως I. Ρίζος μετέφρασεν αυτά εις την ελληνικήν. Ούτω δε, γεννηθέντα εν τη γραμματεία του Κυβερνήτου, και διαβιβασθέντα εις την συνέλευσιν διά της επταμελούς επιτροπής, επανέκαμψαν πάλιν, ως έργα της συνελεύσεως ταύτης, εις την γραμματείαν του Κυβερνήτου. Εντεύθεν οι ενάντιοι εχλεύαζον την παρωδίαν των συνταγματικών τύπων, και κρύφα μετεβιβάζετο από στόματος εις άτομα των τολμηροτέρων πληρεξουσίων το λογοπαίγνιον: «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει», όπερ μέχρι σήμερον είναι παροιμιωδώς εν χρήσει και παρ' ημίν.

Μετά την λήξιν της Εθνοσυνελεύσεως διέμεινεν ο Κυβερνήτης ημέρας τινάς έτι εν Άργει, καθ' άς διώρισε δεκαέξ νέους γερουσιαστάς, και διέταξε να άρξηται η Γερουσία των εργασιών αυτής την 1)13 Οκτωβρίου 1829 εν τη έδρα της κυβερνήσεως. Είτα επανέκαμψεν εις Αίγιναν, και εξέδωκεν εκείθεν την 8)20 Σεπτεμβρίου διάταγμα περί οργανισμού της Γερουσίας, του υπουργικού Συστήματος, και του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου. Η ευπείθεια της Συνελεύσεως είχε κρατύνει εν αυτώ την πίστιν εις την ιδίαν αυτού μεγάλην δύναμιν και εις το άπταιστον αυτού. Ούτω δε το διάταγμα εκείνο αποτελεί τον κολοφώνα του συγκεντρωτικού αυτού συστήματος. Η κυβέρνησις εκλέγει κατ' αυτό και διορίζει εκ των Γερουσιαστών τον πρόεδρον της Γερουσίας· αυτή χωρίζει τους γερουσιαστάς εις δύο τμήματα, σχηματίζει εν εκατέρω τας επιτροπάς και διορίζει τον εισηγητήν εκάστης αυτών. Τέλος δε διορίζει ουχί εκ των μελών της Γερουσίας τον γραμματέα αυτής, τους συγγραμματείς και τον αρχειοφύλακα. Τα μέλη αμφοτέρων των τμημάτων ως και τα των επιτροπών δύνανται να μετατεθώσιν υπό της κυβερνήσεως από του ενός εις το έτερον τμήμα ή από μιας εις άλλην επιτροπήν. Οι υπουργοί παρευρίσκονται εις τας συνεδριάσεις της Γερουσίας, η δε ημερησία διαταγή ορίζεται υπό συμβουλίου αποτελουμένου υπό του προέδρου, των εισηγητών και του γραμματέως της Γερουσίας. Οι εισηγηταί των επιτροπών προτείνουσιν εις την κυβέρνησιν τον διοργανισμόν των γραφείων αυτών, «συμμορφούμενοι με τας διατάξεις τας αφορώσας τα γραφεία του υπουργικού συστήματος» Το «υπουργικόν σύστημα» διηρέθη κατά το υπόδειγμα των εντελώς μεμορφωμένων ευρωπαϊκών κρατών εις έξ υπουργεία: το των εσωτερικών, το των εξωτερικών και του εμπορικού ναυτικού, το της οικονομίας και του εμπορίου, το της δικαιοσύνης, το της δημοσίου παιδείας, και των εκκλησιαστικών πραγμάτων και το επί των στρατιωτικών και του πολεμικού ναυτικού φροντιστήριον. Έκαστον των υπουργείων τούτων, πλην του επί των οικονομικών και του επί των στρατιωτικών, διευθυνομένων υπό επιτροπών, διηυθύνετο υφ' ενός γραμματέως της Επικρατείας, έχοντος παρ' εαυτώ δύο παρέδρους. Το λογιστικόν και ελεγκτικόν συμβούλιον συνέκειτο εκ τριών μελών και των αναγκαίων κατωτέρων υπαλλήλων.

Γραμματεύς της Επικρατείας επί των Εσωτερικών εγένετο ο Νικόλαος Σπηλιάδης. Ο εκ Κερκύρας δικηγόρος Ιωάννης Γεννατάς, φίλος του Βιάρου Καποδιστρίου και εξ απορρήτων σύμβουλος του Κυβερνήτου, ένεκα τούτου δε ίσως ουδέποτε αγαπητός γενόμενος εν Ελλάδι, διωρίσθη γραμματεύς επί της δικαιοσύνης. Ο πιστός της Συνελεύσεως γραμματεύς Ν. Χρυσόγελος εγένετο γραμματεύς επί των εκκλησιαστικών, επί των εξωτερικών δε ετάχθη ο οπαδός τότε του Κυβερνήτου Ι. Ρίζος, ούτινος την αφοσίωσιν εκλόνησαν τα σκευωρήματα των μετέπειτα θιασωτών Καποδιστρίου. Μέλη της επί των οικονομικών επιτροπής διωρίσθησαν ο Αλέξανδρος Κοντόσταυλος, ο Γ. Σταύρος και ο Α. Παπαδόπουλος, διευθυνταί δε του λογιστικού και ελεγκτικού συμβουλίου οι Οικονομίδης, Σπανιολάκης, και Τασσίκας.

Ο Καποδίστριας περιοδεύσας εις Σύρον, Μέγαρα και Ναύπλιον, είχε βεβαιωθή πανταχού, ότι η συνέλευσις προυξένησεν, όντως, αγαθήν εντύπωσιν. Μετά τούτο συνεκάλεσε τα μέλη της Γερουσίας εν Αιγίνη, εδέξατο παρ' αυτών τον όρκον της πίστεως (26 Σεπτεμβρίου) και διέταξε την έναρξιν των εργασιών αυτών, υπό την προεδρείαν του Γ. Σισίνη. Υπέστη όμως την προσβολήν της αποτόμου αρνήσεως του Α. Μιαούλη και Λ. Κουντουριώτη, των δύο εκείνων εχθρικώς προς την κυβέρνησιν διατεθειμένων ανδρών, ούς έσχε την μεγαθυμίαν να διορίση Γερουσιαστάς. Τούτων αρνηθέντων, ετράπη τότε προς τον Τομπάζην και τον Α. Μαυροκορδάτον, διότι μεταξύ του αρχηγού αυτού της αγγλικής μερίδος και του Κυβερνήτου είχε μείνει πάντοτε πρόθυμος και συνδιαλλακτικός μεσίτης ο Σπυρίδων Τρικούπης. Ούτοι όμως, πιστοί εις το πολιτικόν αυτών παρελθόν, περιεφρόνησαν το προταθέν δέλεαρ. Ούτω καθαρώς πλέον και εσαεί διεχωρίσθησαν ορεινοί και πεδινοί, λέγει ο Μένδελσον Βαρθόλδυς.

Ο Καποδίστριας ευρίσκετο επί του κολοφώνος της ισχύος. Και αυτή η χρηματική αμηχανία, η κινδυνώδης πέδη πάσης ελληνικής διοικήσεως, εφαίνετο εκλιπούσα, διότι πανταχόθεν συνέρρεον βοηθήματα εν Αιγίνη. Η Γαλλία απέστειλε περί τα τέλη Οκτωβρίου 1829, 500,000 φράγκων, υποσχομένη και άλλην κατόπιν συνδρομήν, ο Τσάρος έπεμψε τον Νοέμβριον 6,000 όπλων δώδεκα πεδινά τηλεβόλα, και το αναγκαίον υλικόν του πολέμου, και ο Έυναρδ 700,000 φράγκων, ως προκαταβολήν απέναντι του μελετωμένου δανείου. Αι των ακαμάτων φιλελλήνων αποστολαί κατά τας αρχάς του έτους 1831 ανήλθον εν συνόλω εις 1,430,000 φράγκων. Εις ταύτα προσθετέον τας προσφοράς άλλων φιλελλήνων και πλουσίων ελλήνων 5,643,398 φράγκων, άτινα απέστειλεν η γαλλική κυβέρνησις κατά τα έτη 1828 και 1829, εκτός των 313,928 φράγκων, άτινα είχεν αποστείλει προς εξαγοράν αιχμαλώτων· 500,000 φράγκων, άπερ απέστειλε κατά το 1830, ρωσικάς συνδρομάς, άς ο Καποδίστριας αυτός υπελόγισεν εις 3,663,041 φράγκων και τέλος κατά τον Δεκέμβριον του 1830 και αγγλικήν συνδρομήν εξ ημίσεος εκατομμυρίου φράγκων. Τα ελέη ταύτα, ως συνείθιζε να καλή αυτά ο Καποδίστριας, συνεποσούντο ούτως εις 12 — 14,000,000. Η γαλλική κυβέρνησις υπελόγιζεν εις 3,500,000 τας δαπάνας αυτής εις προμήθειαν υλικού υπέρ του Καποδιστρίου· δεν είναι δυνατόν όμως να υπολογισθώσι πόσα έλαβεν η κυβέρνησις αυτού εις έμμεσα βοηθήματα, οίον όπλα, πολεμεφόδια, ίππους και τηλεβόλα. Και εν αυτή δε τη Ελλάδι ήρξαντο αι δημόσιοι πρόσοδοι να καθίστανται αφθονώτεραι, και εν μόνη τη επαρχία Σύρου ανήλθον εις 65,000 ισπανικών ταλήρων. Προσθετέον δε εις ταύτα και το βάρος της πολιτικής θέσεως, ήν κατείχεν έτι ο Κυβερνήτης εν τη κοινή γνώμη της Ευρώπης. Ο Μέττερνιχ εφρόνει κατά το θέρος του 1829, ότι ο Καποδίστριας είχεν υπέρ εαυτού την ισχυροτάτην μερίδα εν τη τότε πολιτική περιπλοκή και ηκολούθει απλουστάτην μέθοδον, διαμαρτυρόμενος κατά παντός μη αρέσκοντος αυτώ: «Ει και πάντη εφήμερος, έλεγεν ο Μέττερνιχ, η των πραγμάτων κατάστασις εν Ελλάδι, η της χώρας όμως κατάστασις είναι καλλιτέρα της εν Τουρκία, και τούτο ένεκα της ισχύος της κοινής γνώμης, ήτις παρασύρει πάντοτε τα ανακτοβούλια υπέρ των Ελλήνων. Ο Καποδίστριας τόσω καλώς συναισθάνεται την δύναμιν της θέσεώς του, ώστε ετόλμησε να είπη εις τον ναύαρχον Μιαούλην να επιπέση κατά του αγγλικού ναυτικού, και να υπομείνη να πυροβολήσωσι κατά αυτού και να τον συλλάβωσιν αιχμάλωτον, διότι σύμπασα η της Μεγάλης Βρεττανίας δύναμις δεν θα ηδύνατο να κρατήση αυτόν ως τοιούτον».

Εφ' υψηλού και φθονούμενος ίστατο ο Κυβερνήτης, αλλ' εγγύς ην το χείλος της αβύσσου και η απότομος προς τον όλεθρον τροπή. Η πλάστιγξ των του κόσμου έκλινε νυν τα μέγιστα υπέρ της Ρωσίας, η δε ευρωπαϊκή πολιτική ετρέπετο οριστικώς υπέρ της ρωσικής δυνάμεως και πάντων αυτής των φίλων και οπαδών, διά της αιφνιδίου λήξεως του τουρκικού πολέμου, και της ειρήνης, ήν ο Ρώσος στρατηλάτης Δείβιτς υπηγόρευσεν εν τω στρατοπέδω της Αδριανουπόλεως. Ο Κυβερνήτης επίστευσεν, ότι έφθασεν εις το τέρμα των πόθων αυτού. Αλλ' η ώρα της ανταποδόσεως εφαίνετο σημαίνουσα δι' αυτόν, και εγγίζουσα διά τους εναντίους αυτού η προθεσμία των απολογισμών. Ο Καποδίστριας περιέμενε νέας παρά της Ρωσίας παραχωρήσεις, ότε έμαθε το 10ον άρθρον της Συνθήκης το αφορών τα ελληνικά πράγματα και έμεινε κατατεθορυβημένος. Αντί πάσης άλλης υπέρ του Ελληνικού ζητήματος εργασίας, η Τουρκία υπεχρεούτο να αποδεχθή το πρωτόκολλον της 10)22 Μαρτίου 1829, καθ' ού αυτός τε και η Εθνοσυνέλευσις είχον πολλάκις διαμαρτυρηθή. Τοσούτον δε εξηγέρθησαν οι αντιπολιτευόμενοι κατ' αυτού, ώστε, κατ' αυστριακάς εκθέσεις, «τοσούτον ηύξησεν η κατά του Καποδιστρίου δυσαρέσκεια περί τα τέλη του 1829, ώστε κατεμέμφθησαν αυτού οι Έλληνες, ότι ήθελε να προδώση την ανεξαρτησίαν της χώρας, και εξεφράσθησαν υπέρ της ηγεμονίας Γερμανού πρίγκηπος» (71).

Το Ελληνικόν ζήτημα ετίθετο πάλιν εις τας χείρας της διπλωματίας, ήτις βραδέως εις τα περί αυτού προβαίνουσα, επί μάλλον εκίνει την κοινήν εν Ελλάδι γνώμην κατά του Κυβερνήτου. Τέσσαρες μήνες είχον παρέλθει από της εν Αδριανουπόλει ειρήνης, και όμως η εν Λονδίνω σύνοδος δεν είχεν έτι καταταλήξει εις επαρκή τινα απόφασιν περί του ελληνικού ζητήματος. Η Ρωσία ήσκει πάντοτε υπέροχον επιρροήν επί των αποφάσεων του διπλωματικού δικαστηρίου, και ο Μέττερνιχ έλεγεν οδυρόμενος: «Δυστυχώς η εν Λονδίνω σύνοδος διατελεί υπό ρωσικήν διεύθυνσιν». Επειδή όμως το ρωσικόν ανακτοβούλιον ουδεμίαν ησθάνετο διάθεσιν να εκτεθή σφοδρώς υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, αι συζητήσεις κατήντησαν επί τέλους εις αναξιοπρεπή παιδιάν μεταξύ του περί ανεξαρτησίας ζητήματος και του περί επεκτάσεως ορίων. Αντί του δώρου της ανεξαρτησίας, εμέτρουν οι διπλωματικοί δικασταί διά γλίσχρου όλως μέτρου τα όρια του νέου Ελληνικού κράτους.

Διατί αρά γε το ανακηρυχθέν ελεύθερον Ελληνικόν βασίλειον να είναι μικρότερον της υποτελούς Ελλάδος; Και όμως σαφέστατον, ότι ουδείς, είτε ηγεμών ανεξάρτητος, είτε υποτελής, ηδύνατο να βασιλεύση εν Ελλάδι, ανεπαρκή εχούση όρια.

Ο λόγος ήτο ότι συνεκρούοντο πάλιν, εν τω κρυπτώ, τα συμφέροντα των ευεργετίδων Δυνάμεων, εν ώ επισήμως τα ελληνικά συμφέροντα ήσαν το πρώτον της ημέρας ζήτημα. Ο δουξ Βέλλιγκτον, όστις εφ' ικανόν χρόνον είχε πολεμήσει την ανεξαρτησίαν, εθεώρει νυν αυτήν ως αναγκαίαν. Η εν Αδριανουπόλει ειρήνη είχε πείσει αυτόν οφθαλμοφανούς, ότι ήτο άδικον και κινδυνώδες συνάμα, να υποταχθή η υποτελής Ελλάς εις την εξησθενημένην και προστασίας χρήζουσαν Πύλην. Είχε κατανοήσει δε το ορθόν της ιδέας, ότι υποτελής ηγεμονία εξυπηρετεί μόνον της Ρωσίας τα συμφέροντα. Αντί όμως να προβή δραστηρίως εις ενέργειαν σύμφωνον προς την ιδέαν ταύτην, ως ήθελεν ο Αϊτέσβουρυ, και ως θα ήθελεν ο Κάννιγκ, αντί να συλλογισθή ισχυρόν ελληνικόν πρόχωμα κατά του μοσχοβιτικού κατακτητικού πνεύματος, περιέπεσε πάλιν εις τον φόβους ότι το νέον ανεξάρτητον κράτος ηδύνατο να καταστή πλέον του δέοντος ισχυρόν και να απειλήση την ύπαρξιν της γεγηρακυίας και εξησθενημένης Τουρκίας.

Τούτου ένεκα περιέκοπτεν εν μικρολόγω ζηλοτυπία τα ελληνικά όρια, και προέτεινε να ορίσωσιν αυτά όσον το δυνατόν στενώτερα. Εκράτει μεν αληθώς ο αυτοκράτωρ Νικόλαος εις χείρας αυτού τας τύχας της Ευρώπης, αλλά το ανακτοβούλιον αυτού ευρίσκετο εν λίαν δυσχερεί θέσει απέναντι των απαιτήσεων των δυτικών Δυνάμεων. Δεν ετόλμα να προτείνη την ιδέαν ανεξαρτήτου Ελλάδος· αλλ' ανέμενε να υποβάλωσιν αυτήν αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Απείχεν επίσης, κατ' ανάγκην, η Ρωσία της προτάσεως ισοβίου Κυβερνήσεως του Καποδιστρίου, προσδοκώσα να έλθωσιν επί τούτω αφ' εαυτών αι δύο άλλαι Δυνάμεις. Όσον εγγύτερον ευρίσκετο εις τον σκοπόν αυτής, τοσούτον περισσότερον ώφειλε να προσέχη μη προδοθή και προκαλέση συνασπισμόν των δύο άλλων δυνάμεων εναντίον αυτής.

Ούτω, κατόπιν τετραμήνου διπλωματικής συζητήσεως, η τέως απολυτόφρων και άκαμπτος διπλωματία της Ευρώπης εκάμφθη τελευταίον υπό των επταετών ηρωικών κατορθωμάτων και των ανηκούστων παθημάτων των Ελλήνων και των εντόνων διαμαρτυρήσεων τού τε Κυβερνήτου και της εν Άργει Δ' Εθνικής συνελεύσεως, και επεσφράγισε διά της επισήμου αυτής σφραγίδος τον θρίαμβον της μεγάλης αυτών επαναστάσεως· λαμπρόν τούτο παράδειγμα τοις καταπιεζομένοις λαοίς τοις έχουσιν ανατεθειμένας τας ελπίδας της απελευθερώσεως αυτών μόνον εις ειρηνικάς των μεγάλων Δυνάμεων διαπραγματεύσεις. Εάν οι πατέρες ημών δεν εξηγείροντο απαξάπαντες κατά των Τούρκων πριν ή βεβαιωθώσι περί της υποστηρίξεως μεγάλης τινός Δυνάμεως, ανωτέρας τινός «Αρχής», ως έλεγον, αφίνοντες να υπεννοήται ο Τσάρος της Ρωσίας, εάν δεν εξέπληττον την Ευρώπην διά των λαμπρών αυτών κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν κατορθωμάτων, άτινα εξετέλεσαν αψηφούντες τον θάνατον, η διπλωματία ήθελε καταδικάσει αυτούς, χαρακτηρίζουσα τον ιερόν αυτών αγώνα ως απλήν ανταρσίαν, και ο αιμοβόρος Ιβραχήμ πασάς ήθελεν εκπληρώσει ανέτως τον εξολοθρευτόν αυτού σκοπόν, και η Ελλάς δεν θα υπήρχε σήμερον, ή θα εστέναζεν εισέτι άπασα υπό τας φοβεράς αλύσεις της αισχράς δουλείας. Αλλ' επέμειναν εν τω ενδόξω αυτών αγώνι, και η επιμονή αυτών εστέφθη υπό της λαμπροτέρας επιτυχίας, και η μικρά Ελλάς, αναγεννηθείσα, εισήλθεν εις την χορείαν των ελευθέρων εθνών, κηρύττουσα εις τον κόσμον ότι το θείον της ελευθερίας δώρον κτάται διά χειμάρρων αιμάτων και φοβερών καταστροφών, άς υπέστη η Ελλάς σύμπασα κατά τον υπέρ ανεξαρτησίας μακρόν αγώνα. Η ευρωπαϊκή διπλωματία κεκμηκυία τέλος εκ του παιζομένου παιγνίου «ανεξαρτησία αντί των ορίων» κατέληξεν εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου· όπερ μετέβαλλεν ένα των κυριωτάτων όρων του από 10)22 Μαρτίου 1829 πρωτοκόλλου αυτών. Ο λόρδος Άβερδην, ο κόμης Μαμμορανσύ-Λαβέλ και ο κόμης Ματούσεβιτζ, εκτιμήσαντες την από 9 Σεπτεμβρίου διακοίνωσιν της Υψηλής Πύλης, απεφάσισαν να επισταλώσι νέαι οδηγίαι προς τους εν Ναυπλίω ναυάρχους και αντιπρέσβεις προς άμεσον αποκατάστασιν της ανακωχής, και συνεφώνησαν περί της μελλούσης εν Ελλάδι τάξεως των πραγμάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Το εν Λονδίνω περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. — Πρωτόκολλον αυθημερόν εν Λονδίνω υπογραφέν περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ «ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος». — Κοινοποίησις των Πρωτοκόλλων τη τε Υψηλή Πύλη και τη Ελληνική Κυβερνήσει. — Εντύπωσις των πρωτοκόλλων εν Ελλάδι. — Απάντησις του Καποδιστρίου προς τους αντιπρέσβεις των Δυνάμεων. — Υπόμνημα της Γερουσίας προς τους αυτούς αντιπρέσβεις. — Λόγος περί εκχωρήσεως των υπό την Αγγλικήν προστασίαν Ιονίων νήσων τη Ελλάδι. — Εγκατάλειψις της Κρήτης και της Σάμου. — Επιστολή του εκλεγέντος ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος προς τον Κυβερνήτην εκ Μάλβουρχάους.

Η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία απεφάσισαν ήδη να αποδεχθώσι την περί της εντελούς ανεξαρτησίας ευχήν του Ελληνικού έθνους· και διά του από 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830 εν Λονδίνω νέου αυτών πρωτοκόλλου ώρισαν, ότι η Ελλάς θέλει συγκροτήσει «Κράτος όλως ανεξάρτητον και κυβερνώμενον υπό ηγεμόνος κληρονομικού, φέροντος τον τίτλον του κυριάρχου ηγεμόνος της Ελλάδος». Το σωστικόν τούτο διά την Ελλάδα πρωτόκολλον είχεν ώδε:

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΤΑΝΙΑΣ, ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ.

Περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος.

»Παρόντες: — Οι πληρεξούσιοι της Μεγάλης Βρεττανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας.

«Αρξαμένης της συνδιαλέξεως, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. και ο της Α. Χ. Μ. παριστάνουσιν εις τον πληρεξούσιον της Α. Α. Μ. την έφεσιν του να μάθωσιν υφ' οποίαν πρόσοψιν βλέπει το άρθρον 10 της εν Αδριανουπόλει προσφάτως υπογραφείσης ειρήνης μεταξύ της Ρωσίας και του Οθωμανικού Κράτους, άρθρον, το οποίον αναφέρεται εις τας υποθέσεις της Ελλάδος.

«Ο πληρεξούσιος της Α. Α. Μεγαλειότητος αποφαίνεται ότι το 10 άρθρον της περί ής ο λόγος συνθήκης δεν ακυροί τα δίκαια των συμμάχων του Αυτοκράτορος, δεν παρεμποδίζει τα βουλεύματα των εις συνδιάλεξιν συνελθόντων εν Λονδίνω υπουργών, μηδέ κωλύει παντάπασι τους συμβιβασμούς, όσους αι Αυλαί ήθελον κρίνει ομοφώνως ότι ήσαν οι ωφελιμώτεροι και οι προς τας περιστάσεις ευαρμοστότεροι.

«Μετά την απόφασιν ταύτην, ο πληρεξούσιος της Α. Β. Μ. κοινοποιεί εις την συνδιάλεξιν έν έγγραφον συλληπτικόν, συναπτόμενον ενταύθα υπό το στοιχείον Α, δι' ού οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις της Μεγάλης Βρεττανίας και της Γαλλίας διαβιβάζουσι μίαν απόφασιν της Οθωμανικής Πύλης χρονολογουμένην από της 9 Σεπτεμβρίου, επισυναπτομένην ενταύθα υπό το στοιχείον Β και αναγγέλλουσαν ότι η Πύλη συγκατανεύουσα τέως εις την συνθήκην του Λονδίνου, υπόσχεται και προσέτι υποχρεούται την σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων των υπογραψασών την ειρημένην συνθήκην Δυνάμεων εις το να υπογράψη ολοσχερώς όλα τα αναφορικώς προς την εκτέλεσίν της αποφασισθησόμενα υπό του εν Λονδίνω συμβουλίου.

Εκ της αναγνώσεως αυτού του εγγράφου αναγνωρίζεται ομοφώνως ότι η συμμαχία ευρίσκεται εις την υποχρέωσιν του να ενεργήση, προ πάντων, τα περί της αμέσου εγκαταστάσεως της κατά γην και θάλασσαν ανακωχής μεταξύ των Τούρκων και των Ελλήνων.

Αποφασίζεται, κατά συνέπειαν, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει των τριών αυλών πληρεξούσιοι, οι εν Ελλάδι εδρεύοντες αυτών και οι εν τω Αρχιπελάγει ναύαρχοι αυτών θέλουσι λάβει άνευ αναβολής την διαταγήν του να απαιτήσωσι και επιτύχωσιν από των ανταγωνιζομένων μερών ταχείαν και ολοσχερή παύσιν των εχθροπραξιών.

Επί τούτω, αι υπό τα στοιχεία Γ Δ Ε παρηρτημέναι ενταύθα οδηγίαι δι' ομοφώνου γνώμης απεφασίσθησαν περί των ειρημένων πληρεξουσίων και εδρευόντων, επιτρεπούσης εις τον ρώσον ναύαρχον της μεταξύ Ρωσίας και Πύλης αποκαταστάσεως της ειρήνης, να συμπράξη αύθις μετά των συναδέλφων αυτού του της Αγγλίας και της Γαλλίας.

Συμφωνηθεισών των πρώτων αυτών αποφάσεων, τα μέλη της συνδιασκέψεως ευρίσκουσιν, ότι αι της Πύλης αποφάσεις θέτουσιν αυτά εις την περίπτωσιν του να συσκεφθώσι περί των μέτρων, όσα ήθελον προκρίνει ως μάλλον παραδεκτέα κατά την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων, και επειδή αφίενται να επάξωσιν εις τας προτέρας διαθέσεις της συμμαχίας βελτιώσεις τας μάλλον προσφυείς εις το να κρατύνωσι το περί ό ενασχολούνται έργον ειρήνης διά νέων εχεγγύων μονιμότητος, απεφάσισαν τα εξής άρθρα ομοφώνως:

»1. Η Ελλάς θέλει σχηματίσει έν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά, προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν.

«2. Κατά λόγον αυτών των εις το νέον Κράτος παρεχομένων πλεονεκτημάτων, και προς συγκατάνευσιν εις την έφεσιν ήν εξέφρασεν η Πύλη, περί της ελαττώσεως των υπό του πρωτοκόλλου της 22 Μαρτίου τεθέντων ορίων, η διοριστική γραμμή των συνόρων της Ελλάδος, αρξαμένη από τας εκβολάς Ασπροποτάμου, θέλει ανατρέξει τον ποταμόν αυτόν, έως κατέναντι της λίμνης του Αγγελοκάστρου, και διασχίσασα τόσον αυτήν την λίμνην, όσον και τας του Βραχωρίου και της Σαυροβίτσας, θέλει καταλήξει εις το όρος Αρτοτίνα, εξ ού θέλει ακολουθήσει την κορυφήν του όρους Άξου, την κοιλάδα της Κοτούρης και την κορυφήν του όρους Οίτης έως τον κόλπον του Ζητουνίου, εις τον οποίον θέλει καταντήσει προς τας εκβολάς του Σπερχειού.

«Όλαι αι χώραι και τόποι οι κείμενοι προς μεσημβρίαν αυτής της γραμμής, θέλουν ανήκει εις την Ελλάδα. Όλαι αι χώραι και τόποι οι προς άρκτον κείμενοι της αυτής γραμμής θέλουν εξακολουθεί να αποτελώσι μέρος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

«Θέλουν ανήκει ωσαύτως εις την Ελλάδα η νήσος Εύβοια, αι Δαιμονόνησοι, η νήσος Σκύρος και αι νήσοι αι εγνωσμέναι το αρχαίον υπό το όνομα Κυκλάδες, συμπεριλαμβανομένης και της νήσου Αμοργού, κείμεναι μεταξύ του 36 και 39 βαθμού πλάτους βορείου, και του 26 βαθμού μήκους ανατολικού του μεσημβρινού Γρενβίσχ.

«3. Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει είναι μοναρχική και κληρονομική κατά τάξιν πρωτοτοκίας· θέλει εμπιστευθή εις ένα Ηγεμόνα, όστις δεν θέλει είναι δυνατόν να εκλεχθεί μεταξύ των οικογενειών των βασιλευουσών εις τας επικρατείας τας υπογραψάσας την συνθήκην της 6 Ιουλίου 1827 και θέλει φέρει τον τίτλον, «Ηγεμών Κυριάρχης της Ελλάδος». Η εκλογή αυτού του Ηγεμόνος θέλει είναι το αντικείμενον διακοινώσεων και συμφωνιών μεταγενεστέρων.

«4. Άμα τα άρθρα του παρόντος πρωτοκόλλου ήθελον γνωστοποιηθή εις τα ενδιαφερόμενα μέρη, η μεταξύ του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος ειρήνη θέλει εκλαμβάνεσθαι αποκατεστημένη εξ αυτού τούτου του γεγονότος· και εκάτερα τα Κράτη θέλουσι προσφέρεσθαι προς τους υπηκόους εκατέρων αμοιβαίως ως προς τα δίκαια του εμπορίου και της ναυτιλίας, καθώς προς τους υπηκόους των άλλων Επικρατειών των εν ειρήνη μετά του Οθωμανικού Κράτους και της Ελλάδος.

«5. Πράξεις πλήρους και ολοσχερούς αμνηστίας θέλουσιν αμέσως δημοσιευθή παρά της Οθωμανικής κυβερνήσεως.

«Η περί αμνηστίας πράξις της Πύλης θέλει κηρύξει ότι ουδείς Έλλην καθ' όλην την έκτασιν της επικρατείας της δεν θέλει είναι δυνατόν να στερηθή της ιδιοκτησίας του, μηδέ να ενοχληθεί παντάπασι διά τον λόγον ότι έλαβε τάχα μέρος εις την Ελληνικήν επανάστασιν: Η περί αμνηστίας πράξις της Ελληνικής κυβερνήσεως θέλει κηρύξει την αυτήν αρχήν υπέρ όλων των Μουσουλμάνων ή χριστιανών, οίτινες τυχόν έλαβον μέρος εναντίον της υποθέσεώς της· θέλει δε προσέτι εννοείσθαι και δημοσιευθή ότι οι Μουσουλμάνοι οίτινες εκουσίως ήθελον εξακολουθήσει να κατοικώσιν εν ταις χώραις και νήσοις ταις διορισθείσαις εις την Ελλάδα, θέλουσι διατηρεί εν αυταίς τας ιδιοκτησίας των και θέλουσι χαίρει αμεταβλήτως μετά των οικογενειών των εντελή ασφάλειαν.

«6. Η Οθωμανική Πύλη θέλει παράσχει εις όσους εκ των υπηκόων της Ελλήνων ήθελον επιθυμήσει να παραιτήσωσι το Οθωμανικόν έδαφος προθεσμίαν ενός έτους διά να πωλήσωσι τας ιδιοκτησίας των και να εξέλθωσιν ελευθέρως από του τόπου αυτού.

«7. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Ελληνικαί δυνάμεις θέλουσι κενώσει τας χώρας, φρούρια και νήσους, τα οποία κατέχουσιν επέκεινα της γραμμής εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας. Άπασαι αι θαλάσσιαι και πεζικαί Οθωμανικαί δυνάμεις κατέχουσαι χώρας φρούρια και νήσους, περιλαμβανόμενα εις τα άνω ειρημένα όρια, θέλουσι κενώσει αυτάς τας νήσους, φρούρια και χώρας και θέλουσιν αποσυρθή όπισθεν των ειρημένων ορίων και ωσαύτως εντός της πλέον συντόμου προθεσμίας.

«8. Εκάστη των τριών αυλών φυλάττει την διά του 6 άρθρου της συνθήκης της 6 Ιουλίου εξασφαλιζομένην εξουσίαν, του να εγγυάται περί του όλου των προηγουμένων συμβιβασμών και
άρθρων.

«Αι περί εγγυήσεως πράξεις, εάν γίνωσι, θέλουσι συνταχθή χωριστά. Η ενέργεια και το αποτέλεσμα των διαφόρων αυτών πράξεων θέλουσι γείνει, κατά συνέπειαν του άνω ειρημένου άρθρου, το αντικείμενον μεταγενεστέρων συνθηκών των υψηλών Δυνάμεων.

«Ουδέν στράτευμα ανήκον είς τινα των συνταξασών την συνθήκην τριών δυνάμεων δεν θέλει δυνηθή να έμβη εις το έδαφος του νέου Ελληνικού Κράτους άνευ της συγκαταθέσεως των δύο άλλων αυλών των υπογραψασών την συνθήκην.

«9. Προς αποφυγήν των συγκρούσεων, αι οποίαι θέλουσιν αναμφιβόλως γεννηθή εν ταις παρούσαις περιστάσεσιν από την συναφήν των οροθετών επιτρόπων Οθωμανών και των οροθετών επιτρόπων Ελλήνων, όταν προταθή το να αποφασισθή επιτοπίως η διαχάραξις των ορίων της Ελλάδος, συμφωνείται ότι η εργασία αύτη θέλει ανατεθή εις επιτρόπους Άγγλους, Γάλλους και Ρώσους και ότι αι τρείς αυλαί θέλουσι διορίζει από ένα εκάστη. Ούτοι οι επίτροποι εφωδιασμένοι διά της υπό το στοιχείον Ζ, συναπτομένης ενταύθα οδηγίας, θέλουσιν αποφασίσει την διαχάραξιν των ειρημένων ορίων, επόμενοι, δι' όλης της δυνατής ακριβείας, εις την ενδεικνυμένην εν τη παρ. § 2 γραμμήν, ήν θέλουσιν επισημαίνει διά πασσάλων και θέλουσι σχεδιάσει δύο πίνακάς της υπογεγραμμένους παρ' αυτών και ο μεν εις θέλει δοθή εις την Οθωμανικήν κυβέρνησιν, ο δε έτερος εις την Ελληνικήν.

«Οφείλουσι να αποπερατώσωσι τας εργασίας αυτών εν διαστήματι έξ μηνών. Εάν συμβή διαφορά γνωμών μεταξύ των τριών επιτρόπων, η πλειοψηφία θέλει αποφασίσει.

«10. Αι διατάξεις του παρόντος Πρωτοκόλλου θέλουν αμέσως γνωστοποιηθή εις την Οθωμανικήν Κυβέρνησιν διά των Πληρεξουσίων των τριών Αυλών, οίτινες θέλουν εφοδιασθή επ' αυτώ τούτω με κοινήν οδηγίαν. Οι εν τη Ελλάδι εδρεύοντες Αντιπρέσβεις των τριών, Αυλών θέλουν λάβει ωσαύτως περί αυτής της υποθέσεως την ανήκουσαν οδηγίαν.

«11. Αι τρεις Αυλαί επιφυλάττουσιν εις εαυτάς το να κάμωσι να εισαχθώσιν αι παρούσαι συμφωνίαι εις Συνθήκην τινά
επίσημον υπογραφησομένην εν Λονδίνω, θεωρηθησομένην ως εκτελεστικήν της κατά την 6 Ιουλίου 1827, και διακοινωθησομένην και προς τας άλλας της Ευρώπης Αυλάς, διά να την παραδεχθώσιν, εάν το κρίνωσι προσήκον.

«Αι τρεις αυλαί φθάσασαι ούτως εις το τέρμα μακράς τινος και χαλεπής διαπραγματεύσεως συγχαίρουσιν αυταί εαυτάς μετ' ειλικρινείας, διότι έφθασαν εις εντελή συμφωνίαν, μεταξύ των πλέον εμβριθών και των πλέον αξίων προσοχής και ακροσφαλών περιστάσεων.

«Η της συναείας αυτών συντήρησις κατά στιγμάς τοιαύτας παρέχει το ασφαλέστερον εχέγγυον της διαρκείας αυτής και τρεις αυλαί προσηνείς έχουσιν ελπίδας, ότι αύτη η τόσον μόνιμος, όσον και αγαθοποιός ένωσις δεν θέλει παύσει από του να συνεισφέρη εις της παγκοσμίου ειρήνης την εμπέδωσιν.

Εν Λονδίνω, την 22 Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου 1830).
(υπογρ.) ΑΒΕΡΔΗΝ, ΜΟΝΤΜΟΡΕΝΣΥ — ΛΑΒΑΛ, ΛΙΒΕΝ.»

Τοιούτον ήτο το διάσημον πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου 1830, δι' ού ανηγορεύετο μεν, ως είπομεν, ανεξάρτητος της Τουρκίας η Ελλάς, αλλά κατά τρόπον όλως αντιφατικόν· διότι ό,τι εκέρδαινεν εν τη ανεξαρτησία, απώλλυεν εν τοις νέοις διαγραφείσιν ορίοις αυτής (Αχελώος, Οίτη και Σπερχειός). Συγχρόνως δε τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830 υπεγράφη εν Λονδίνω και το πρωτόκολλον περί αναγορεύσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κοβούργου ως ηγεμόνος κυριάρχου της Ελλάδος, έχον ώδε «Παρόντων των πληρεξουσίων Γαλλίας, Μεγάλης Βρεττανίας Ρωσίας. Εξακολούθησαν το συμβούλιον να σκέπτηται περί της εκτελέσεως των εν τω υπ' αριθμόν 1 σημερινώ πρωτοκόλλω περιεχομένων ορισμών, ενησχολήθη εις την εκλογήν του μέλλοντα να δοθή τη Ελλάδι ηγεμόνος.


Άστιγξ

«Εθεώρησαν δε οι των τριών Αυλών πληρεξούσιοι, ότι μεταξύ των ανδρών, οίτινες συνιστώνται ιδιαίτατα διά την εκλογήν της Συμμαχίας διά των προσωπικών αυτών αρετών και της κοινωνικής αυτών υπάρξεως, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος του Σαξ- Κόβουργ παρείχε τή τε Ελλάδι και απάση τη Ευρώπη πάσας τας δυνατάς εγγυήσεις· και ότι κατά τας μέχρι τούδε συνηγμένας πληροφορίας δικαιούται τις να νομίζη, ότι οι Έλληνες ήθελον αποδεχθή αυτόν ως ηγεμόνα αυτών.

«Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι μέλος της βασιλικής οικογενείας της εν Αγγλία βασιλευούσης και δεν δύναται να προσκληθή εις την διαδοχήν του θρόνου. Άρα ο πρίγκηψ του Κόβουργ δεν ευρίσκεται εν τη περιπτώσει της εν τω πρωτοκόλλω της 10)22 Μαρτίου προβλεπομένης εξαιρέσεως.

«Ανήρ της πριγκηπίσσης θυγατρός του βασιλέως, εξωμοιώθη διά ψηφίσματος της Βουλής ως προς τας τιμάς προς την βασιλικήν οικογένειαν. Ωμολογήθη δε και εβεβαιώθη κατά τας παρά της Κυβερνήσεως της Α. Β. Μ. δοθείσας διασαφήσεις, ότι ο Πρίγκηψ Λεοπόλδος δεν είναι πατρίκιος του Βασιλείου· ότι ουδέποτε συνεδρίασεν εν τω Βουλευτηρίω και ότι μετά την καταστροφήν την διαρρήξασαν τους δεσμούς, τους συνδέοντας αυτόν προς την Αγγλίαν, δεν εξετέλεσεν εν αυτή ουδεμίαν δημόσιον λειτουργίαν.

«Κατά δε την χρηματικήν αυτού ουσίαν κεκτημένην μεν διά του συνοικεσίου, θεωρουμένην δε φύσει απαραβίαστον και επικεκυρωμένην διά ψηφίσματος της Βουλής, ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ευρίσκεται πάντη ανεξάρτητος, ό,τι δήποτε και αν ήθελεν επισυμβή.

«Ωμολόγησαν τότε οι πληρεξούσιοι ό τε της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρεττανίας και ο της Ρωσίας, ότι συνενούσι τας ψήφους των Αυλών αυτών υπέρ του πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ-Κόβουργ και συνεφωνήθη να συνθέσωσιν από κοινού διακοίνωσιν, δι' ής να προσφέρωσι, κατά τους όρους και τας συμφωνίας τας εν τοις υπ' αριθμούς 1, 2 και 3 σημερινοίς πρωτοκόλλοις περιεχομένας, την κυβέρνησιν της νέας Ελληνικής πολιτείας, υπό την επίκλησιν: «Ηγεμών κυρίαρχος της Ελλάδος» ήτις θέλει μεταβή διαδοχικώς εις τους απογόνους αυτού.

«Τα σημερινά πρωτόκολλα θέλουσι διακοινωθή προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον του Σαξ-Κόβουργ και θέλει προσκληθή ο ηγεμών ούτος να στέρξη εις αυτά».

Το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου εκοινοποιήθη προς την Υψηλήν Πύλην, αλλά διά της υποταγής αυτής εις αυτό δεν έμελλον να περατωθώσιν αι θυσίαι αυτής και το Ελληνικόν ζήτημα μέχρις Απριλίου δεν είχε λάβει τέλος. Διότι, αν το πρωτόκολλον τούτο υπήρξε διά την Τουρκίαν οδυνηρά θυσία, διά την Ελλάδα έμελλε να είναι αληθής συμφορά. Δι' αυτού η Ελλάς ανεκτάτο πράγματι χώρας τινάς, ως την Αττικήν και την Εύβοιαν, αλλά κατεδικάσθη να αποδώση τη Τουρκία τας πέραν του Αχελώου και τας παρά τον Αμβρακικόν κόλπον χώρας τας γενομένας κέντρον ενδόξων υπέρ της ελευθερίας αγώνων, ών οι αδάμαστοι κάτοικοι ή θα υπετάσσοντο και αύθις τοις Τούρκοις ή θα μετηνάστευον εις το ελληνικόν έδαφος. Αλλ' ό και κυριώτατον πάντων, αι ηρωικαί της Μεσογείου και του Αιγαίου νήσοι: η Κρήτη, η Σάμος και τα Ψαρρά, απεκλείοντο διά του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου, η δε ελληνική κυβέρνησις δεν ηδυνήθη να διαμαρτυρηθή, ως δεν έπραξε και η τοσούτων ελληνικών χωρών στερουμένη Τουρκίας ήτις μετ' ού πολύ είδε την μεν Σάμον ανακηρυττομένην ηγεμονίαν, την δε Κρήτην κτωμένην ελευθέρους τινάς και αυτονόμους θεσμούς.

Η απόφασις της 22)3 Φεβρουαρίου τοσούτον κακώς ήχησεν εις τα ώτα των Ελλήνων, ώστε ότε το πλοίον, όπερ εκόμιζεν εις Ελλάδα το πρωτόκολλον τούτο, προσωρμίσθη εν Ναυπλίω, διελύθη ως διά μαγικής ράβδου η πλήρης ανησυχίας και προσδοκιών γαλήνη, ήτις ηπλούτο επί του ελληνικού λαού από της συνελεύσεως του Άργους, ως και της εν Αδριανουπόλει ειρήνης. «Πάσαι αι μερίδες, λέγει αυτόπτης μάρτυς, συνεφώνουν, ότι λίαν πρόωρος ήτο η εν τω πρωτοκόλλω εκδηλουμένη αγαλλίασις»· Τούτο δε διαρκώς ανέφερον οι Έλληνες, όπως αποδείξωσι την αμάθειαν της εν Λονδίνω συνόδου. Ισχυρίζοντο μάλιστα, ότι η παχυλή εκείνη και υπερήφανος άγνοια δεν ηδύνατο να πηγάζη άλλοθεν η εκ συστήματος ψευδών πληροφοριών, μεταδοθεισών εξ Ελλάδος. Το εν Ναυπλίω Καφενείον «Les trois Puissances =αι τρεις Δυνάμεις· προσωνομάσθη χλευαστικώς, μετά την άφιξιν του πρωτοκόλλου, τρεις αγχόναι». Εν ταις οδοίς και ταις αγοραίς συνήρχοντο απειλητικοί όμιλοι, ποιμένες δε και έμποροι και παλληκάρια, αντίθετοι άλλοτε και ερίζοντες, κατεδίκαζον ομοφώνως πολιτικήν, ήτις εφαίνετο επισφραγίζουσα διά του ονείδους την αδυναμίαν της Ελλάδος. Ιδίως όμως το φεβρουαριανόν πρωτόκολλον ήτο σκληρόν τραύμα κατά του Καποδιστρίου, όστις είχε τέως πλαγίως και διά περιφράσεων παραστήσει προς τας Δυνάμεις, ότι αυτός ην απαραίτητος εις την Ελλάδα, και είχεν επί στιγμήν ελπίσει, ότι εκ της εν Λονδίνω κάλπης ήθελε προέλθει η ισοβιότης της κυβερνήσεως αυτού.

Αλλά μαθών, κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου, εξ εμπιστευτικών επιστολών, ότι η εκλογή του Πρίγκηπος Λεοπόλδου του Σαξ Κόβουργ Γόθα είχε πλέον οριστικώς αποφασισθή, έλαβεν απέναντι των Δυνάμεων θέσιν περισκέψεως και αμύνης, αντί να υποβάλη μετά παρρησίας διαμαρτυρίας, ως έγραφε προς τον Κ. Ράμφον διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων.

« Αν αι αποφάσεις των δυνάμεων· ήνε σύμφωνοι προς τας εκφρασθείσας ήδη επιθυμίας τον ελληνικού λαού, η κυβέρνησις θέλει παραδεχθή αυτάς, και πάντα συντελούνται αισίως· αν δε ήνε σύμφωνοι, η κυβέρνησις δεν θέλει μεν τας πολεμήσει, αλλά θα είπη μετά παρρησίας τι δύναται και τι δεν δύναται να παραδεχθή. Αφ' ής στιγμής πεισθώ, ότι η αναγέννησις και η ανεξαρτησία της Ελλάδος μόνον διά της παραδοχής ξένου ηγεμόνος δύνανται να ασφαλισθώσι, πρώτος εγώ θέλω προσκυνήσει και υπηρετήσει τον τοιούτον ηγεμόνα. Καθότι αυτόν υπηρετών, υπηρετώ την χώραν, ήτις δι αυτού μόνον δύναται να σωθή. Αλλ' εν τοιαύτη περιπτώσει δεν θα αρκεσθώ εις λόγους απλούς και εις αμφιβόλους ελπίδας· επιθυμώ πραγματικάς εγγυήσεις, και τοιαύτας προσπαθώ να αποκτήσω. Όταν εγώ τας λάβω, έχει αυτάς και ο τόπος, όστις θα ευλογήση τότε την σημερινήν του κυβέρνησιν και τους πολυμερίμνους αυτής αγώνας προς δικαίωσιν της εθνικής εμπιστοσύνης».

Και ταύτα μεν έμαθεν εξωδίκως εξ ιδιωτικών επιστολών, μόλις δε την 27 Απριλίου έλαβε την επίσημον ανακοίνωσιν των σπουδαίων αποφάσεων του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου, αφού επί μακρόν, και προς ικανήν αυτού στενοχωρίαν, είχεν αναγκασθή να μαντεύη εξ ιδιωτικών επιστολών και των εφημερίδων τι περί αυτού και της Ελλάδος είχεν αποφασισθή. Οι τρεις αντιπρέσβεις των ευεργετίδων δυνάμεων υπέβαλον εμπιστευτικώς τα από της 22)3 — 14)26 Φεβρουαρίου πρωτόκολλα και απήτησαν μετ' επιτακτικής οριστικότητος: επίσημον ανακήρυξιν της ανακωχής ήτις εφαίνετο υπάρχουσα πράγματι, εκκένωσιν παντός μέρους της χώρας, όπερ κατά το πρωτόκολλον του Φεβρουαρίου δεν έμελλε να αποτελέση της Ελλάδος μέρος, και σεβασμόν προσώπου και ιδιοκτησίας των σκοπούντων να διαμείνωσιν εν Ελλάδι Τούρκων.

Προς τούτοις δε οι αντιπρέσβεις ανακοινώσαντες την εκλογήν του Λεοπόλδου ως ηγεμόνος της Ελλάδος, εδήλωσαν, αι ευεργέτιδες Δυνάμεις ώρισαν και ειδικώτερά τινα περί των ελληνικών πραγμάτων. Απέβλεπαν δε ταύτα: εις την συνομολόγησιν δανείου, την εν τη χώρα διαμονήν επί έν έτος του σώματος του Σνάιδερ, και τους εν Ελλάδι καθολικούς. Ο της Γαλλίας βασιλεύς παρητείτο, έλεγον, του δικαιώματος της προστασίας, όπερ είχεν επί των υπό την Πύλην διατελούντων καθολικών, και ενεπιστεύετο αυτό, καθόσον απέβλεπε το μέλλον ελληνικόν κράτος, εις τον νεωστί εκλεχθέντα της Ελλάδος ηγεμόνα. Εζητείτο ουχ ήττον εξασφάλισις της ελευθέρας ασκήσεως της θείας λατρείας, της εκκλησιαστικής ιδιοκτησίας, των προνομίων των επισκόπων και των παλαιών ιερών αποστολών της Γαλλίας.

Προς τούτοις δε έλεγον ότι αι Δυνάμεις ηθέλησαν να παράσχωσι τοις Έλλησι νέον δείγμα της ευμενούς αυτών μερίμνης. Ίνα προφυλαχθή ο τόπος κατά του κακού, όπερ ηδύναντο να γεννήσωσι θρησκευτικαί αντιζηλίαι, πάντες οι του νέου Κράτους υπήκοοι, άνευ διακρίσεως θρησκεύματος, έμελλον να ήναι δεκτοί εις τα δημόσια αξιώματα και τας τιμητικάς θέσεις, και να θεωρώνται ίσοι θρησκευτικώς, αστικώς και πολιτικώς (72). Ο Κυβερνήτης απήντησε προς τους αντιπρέσβεις, αλλ' η επίσημος αυτού απάντησις 4)16 Απριλίου κατήλεγχεν εις μέγαν βαθμόν χολήν και φιλοτιμίαν προσβληθείσαν. Η ελληνική κυβέρνησις, έλεγε, σκεφθείσα επί του πρωτοκόλλου, και αισθανομένη κάλλιστα τά τε προς εαυτήν και τους Έλληνας και τας ευεργέτιδας Δυνάμεις καθήκοντα αυτής, ανεγνώριζεν εν πρώτοις, ότι οι σύμμαχοι επέθηκαν την κορωνίδα εις τας προτέρας αυτών ευεργεσίας κηρύξαντες ανεξάρτητον την Ελλάδα. Ανέφερε περί της εκλογής του πρίγκηπος του Κόβουργ ευγνωμονών λόγω ότι: «προήλθε αύτη βεβαίως εκ σκέψεων ανωτέρου πολιτικού συμφέροντος», Πλην δε τούτου, εξεταζομένων των ωφελημάτων, άτινα ηδύνατο να παράσχη η την ισόβιον κυβέρνησιν του Καποδιστρίου αντικαθιστώσα κληρονομική μοναρχία του ξένου, προκλητικώς ούτως ειπείν ελέγετο: «ότι η μεγάλη αποστολή του πρίγκηπος Λεοπόλδου ήτο να παράσχη εγγυήσεις ασφαλούς μέλλοντος, οποίας τοσούτω μάλλον είχε δίκαιον να αναμένη η Ελλάς, όσω ικανώς βαρύ τίμημα της των μεγάλων Δυνάμεων αναμίξεως υπήρξαν αι μακροχρόνιοι αυτής συμφοραί, αι αιματηραί ζημίαι και η θυσία τον υπό των αντιπροσώπων αυτής ψηφισθέντων θεσμών. Είπετο κατόπιν, εν ευθέτω τόπω η ανάμνησις της Συνελεύσεως του Άργους, και παρετήρει τοις αντιπρεσβευταίς, ότι, ως γνωστόν βεβαίως αυτοίς, αι περί ών πρόκειται οριστικαί συμφωνίαι έπρεπε προηγουμένως να υποβληθώσι τοις πληρεξουσίοις του Ελληνικού λαού, και να κυρωθώσιν υπ' αυτών. Καθήκον αυτής επομένως η κυβέρνησις να συγκαλέση πάραυτα την Εθνικήν Συνέλευσιν. Προς δε έλεγεν:

Ότι η επίσημος δημοσίευσις της πράγματι υφισταμένης ανακωχής περιείχετο εν συνημμένη εγκυκλίω προς τους διοικητάς του στρατού και του στόλου, ότι η ελληνική κυβέρνησις ήθελε συμπράξει εις εκκένωσιν των διά του πρωτοκόλλου αποκλειομένων εκ της Ελλάδος χωρών, άμα ως οι Τούρκοι εγκατέλειπον Εύβοιαν και την Αττικήν, ότι οι εν Ελλάδι ευρισκόμενοι Μουσουλμάνοι είχον ήδη πάσαν προσωπικήν προστασίαν, και ότι απεδόθη αυτοίς επί τη αιτήσει αυτών μέρος ταις περιουσίας αυτών. Ταύτα δε αναγράψας υπεστήριξε το κατά την 10)22 Απριλίου 1830 Υπόμνημα της Γερουσίας, υποβληθέν τοις αντιποεσβευταίς όπερ, μετά ξηράς τινας λέξεις ευγνωμοσύνης επί τη οριστική διαρρυθμίσει του ελληνικού ζητήματος, αναφέρει ανυποκρίτως, το έθνος εχαιρέτιζε την εκλογήν του Λεοπόλδου μετά ζωηροτάτης χαράς και ευχαριστίας, διότι είχε μάθει, ότι ο πρίγκηψ είχεν αποποιηθή μεγαλοφρόνως την ένδοξον και κοπιώδη αποστολή του να καταστήση ευδαίμονα την Ελλάδα, ενόσω δεν ήτο βέβαιος αυτός περί της συναινέσεως των μελλόντων αυτού υπηκόων. Το Ελληνικόν έθνος ού μόνον ηυχαρίστει τον πρίγκηπα Λεοπόλδον έτι τη ευμενεί εκείνη μερίμνη περί της συναινέσεως αυτού, αλλά και μετ' αληθούς συγκινήσεως έμαθεν, οποίον θερμόν ανέπτυξεν ο Λεοπόλδος ζήλον εν τω περί ορίων ζητήματι.

Εξακολουθεί δε διά πειστικών λόγων, προς καταπολέμησιν των περί ορίων ορισμών του πρωτοκόλλου, και εκφανή παράστασιν της προς τους γενναίους κατοίκους της Ρούμελης, της Κρήτης, της Σάμου και της Χίου αγνωμοσύνης, και του ενδεχομένου κινδύνου της απογνώσεως αυτών. Είτα παρετήρει, ότι ο Αχελώος και ο Σπερχειός ήσαν μικροί μόνον, βατοί ως επί το πλείστον, ρύακες. Η φρούρησις, έλεγε, τοιαύτης ασθενούς οροθετικής γραμμής απήτει παλλάς χιλιάδας στρατιωτών· πλην δε τούτου ώφειλε το νέον ελληνικόν Κράτος, στερούμενον της Κρήτης, να συντηρή μέγαν πολεμικόν στόλον, προς υπεράσπισιν της κατά θάλασσαν αφυλάκτου θέσεως αυτού. Πόθεν όμως ηδύνατο να προμηθευθή την αναγκαίαν προς συντήρησιν του στρατού εκείνου και του στόλου δαπάνην; Ανάγκη προς τούτοις παρίστατο ιδίου στρατού και στόλου, προς περιστολήν των ληστρικών συμμοριών και των πειρατών, οίτινες ήθελον σχηματισθή εκ των στερουμένων των πατρίδων αυτών Ρουμελιωτών, Κρητών και Σαμίων. Το πρωτόκολλον, προσετίθει, παρείχεν τους χριστιανούς κατοίκους των προσαρτωμένων πάλιν εις την Πύλην επαρχιών το δίλημμα της επαναστάσεως ή της λιμοκτονίας. Ουδείς ήθελεν αγοράσει τα κτήματα αυτών, άτινα βεβαίως ευχαρίστως θα κατέλειπον, όπως διαφύγωσι την αυθαιρεσίαν των πασάδων, ενώ τουναντίον οι θέλοντες να μεταναστεύσωσιν εκ της Ελλάδος Τούρκοι ευκόλως εύρισκον αγοραστάς· διότι υπό την τακτικήν κυβέρνησιν του Καποδιστρίου παρείχοντο πάσαι αι εγγυήσεις καλής και στερεάς αγοραπωλησίας. Το πρωτόκολλον προσέτι έρριπτε σμήνος απεγνωσμένων και λιμοκτονούντων φυγάδων επί του μόλις συνεστηκότος ελληνικού Κράτους, όπερ δεν θα ηδύνατο βεβαίως να αντιστή εις τον κλονισμόν. Προς τούτοις δ' η Γερουσία εθεώρει ως καθήκον αυτής να εκφράση προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον την πεποίθησιν, ότι το Ελληνικόν έθνος, ούτινος προσεβάλλοντο τα δικαιώματα και τα πολυτιμότατα συμφέροντα, ουδέποτε ήθελε συγκατατεθή να απολέση τους καρπούς ηρωικών αγώνων και να ίδη εν αμφιβόλω τιθέμενα το παρόν αυτού και το μέλλον. Αν δε, υπό πικράς βιαζόμενον ανάγκης, κατεδίκαζεν εαυτό εις σιωπήν ήθελε και πάλιν εντός ολίγου εξομοιωθή προς αγέλην δούλων διεσπαρμένων μεταξύ Τούρκων. Καθότι αφ' ενός μεν εξησφαλίζετο τοις Τούρκοις το προσιτόν πάντων των δημοσίων υπουργημάτων, αφ' ετέρου δε ως Έλληνες πολίται, ήθελον αποκτήσει διά του πλούτου αυτών την νικώσαν εν ταις εκλογαίς ψήφον.

Θα ήτο δε και τότε πραγματικόν τι διά την Ελλάδα πλεονέκτημα η ανεξαρτησία, το πολύτιμον εκείνο των Δυνάμεων δώρον; Μετά εννεαετή αιματηρόν πόλεμον οποίον απέμενεν ούτω κέρδος εις τον Έλληνα; Ουδέν άλλο, ή να ζη εν ερήμω, εν μέσω των οστέων των σφαγέντων προγόνων!

Εδράξατο δε σύναμα η Γερουσία και του μέσου εκείνου, δι' ού ήτο δυνατόν να γείνη επίδρασις επί το ευθύ και σοβαρόν φρόνημα του Λεοπόλδου, και συνέδεσε το ελληνικόν στέμμα, ή τουλάχιστον την ευδαιμονίαν αυτού, προς την αλλαγήν του θρησκεύματος λέγουσα: «Πόσης χαράς δάκρυα ήθελε χύσει το ελληνικόν έθνος, αν η θρησκεία αυτού εις την οποίαν χρεωστεί την πολιτικήν ύπαρξίν του, τα ολίγα του φώτα, την γλώσσαν των προγόνων του, το συνήνωνε και διά θείων θεσμών μετά της Β. Α. Υψηλότητος! Πόσον η αφοσίωσις του ελληνικού λαού ήθελεν αυξηθή, αν έβλεπε μεθ' εαυτού εις τους ναούς του ουρανίου πατρός τον επίγειον πατέρα του προσφέροντα την ιδίαν λατρείαν! (73)». Τοιούτο τι περίπου ην το υπόμνημα της 10)22 Απριλίου 1830, όπερ η Γερουσία επέδωκε τοις αντιπρεσβευταίς των Δυνάμεων.

Έτος είχε σχεδόν παρέλθει, αφ' ής ο πρίγκηψ Λεοπόλδος είχε μάθει διά της παρά τω Κυβερνήτη αποστολής του Κ. Στόκμαρ τι έπρεπε να φρονή περί του ελληνικού μέλλοντος, περί των ιδίων εαυτού ελπίδων και περί της πιθανότητος εθνικής τινος υπέρ αυτού εκδηλώσεως. Είχε δε κάλλιστα ωφεληθή εκ του χρονικού τούτου διαστήματος, όπως εκβάλη της παλαίστρας τους άλλους αυτού συμνηστήρας. Διότι πλην αυτού ανεφέροντο ως υποψήφιοι: ο Δουξ Κάρολος του Μέκλεμβουργ, ο πρίγκηψ Φρειδερίκος της Ορανίας, ο Βερνάρδος της Βέιμαρ, ο Κάρολος της Βαυαρίας, ο Ιωάννης της Σαξωνίας και ο πρίγκηψ Φίλιππος της Έσσης Ομβούργ, ουδείς όμως εξ αυτών είχε τοσαύτην σημασίαν, ούτε ανέπτυξε τοσαύτην δραστηριότητα, ώστε να υποσκελίση αυτόν. Η Ρωσία πρωίμως ήδη είχε καταδείξει την συμπάθειαν αυτής υπέρ της υποψηφιότητος του πρίγκηπος του Κοβούργου. Ρώσοι πολιτικοί άνδρες οίος ο Λήβεν εφρόνουν, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ην ο ανήρ, όστις επί του ελληνικού θρόνου ηδύνατο να εννοήση την ανάγκην στενού μετά της Ρωσίας συνδέσμου, «και να καταστήση συνάμα ακίνδυνον την μόνην αληθώς εχθράν εις τους Έλληνας πολιτικήν, την της Αγγλίας, διά των σχέσεων αυτού προς την αντιπολίτευσιν και προς την οικογένειαν της μελλούσης διαδόχου.» Ο πρίγκηψ Λεοπόλδος παρέστησεν επιτηδείως εν Πετρουπόλει την δυσχερή αυτού θέσιν απέναντι του Άγγλου βασιλέως και της χώρας· ανέμνησε δε τας εκδουλεύσεις αυτού επί των κατά του Ναπολέοντος πολέμων, και τας υγιείς αυτού, καθαρώς μοναρχικάς και εχθράς πάσης επαναστατικής ιδέας αρχάς. Αι παραστάσεις αύται κατίσχυσαν, και επειδή εν Ρωσία είχε πλέον αναγνωρισθή ως έωλος και αφεθή όλως η ιδέα ισοβίου ηγεμονείας του Καποδιστρίου, έκλινεν οριστικώς το ρωσικόν ανακτοβούλιον υπέρ της εκλογής του πρίγκηπος του Κοβούργου. Και εν τω Κεραμεικώ δ' επίσης κατώρθωσεν ο Λεοπόλδος να εξαλείψη την επ' αυτού ζηλοτυπίαν, και τη 8)20 Νοεμβρίου 1829 επέτυχε της συγκαταθέσεως του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Ι'. Εν Αγγλία τουναντίον απήντησαν το κατ' αρχάς τα σχέδια αυτού δυσμενή υποδοχήν, και δεινός συνήφθη αγών μεταξύ βασιλέως και υπουργείου. Γεώργιος ο Δ' ήκιστα ηυνόει προσωπικώς τον Λεοπόλδον, και ουδ' αυτήν την ακάνθινον δόξαν του ελληνικού θρόνου επέτρεπεν αυτώ. Διετέλει δε ο βασιλεύς υπό την επήρειαν του αδελφού αυτού, δουκός του Κώμπερλανδ, όστις σφοδρός πολέμιος του υπουργείου Βέλλιγκτον, είχεν ίδιον υποψήφιον διά τον ελληνικόν θρόνον, τον συγγενή αυτού Κάρολον, δούκα του Μέκλεμβουργ. Υπεστήριζε δε αυτόν μετά πολλής επιμονής διά του αδελφού βασιλέως Γεωργίου του Δ', ενώ το αγγλικόν υπουργείον προέτεινε κατ' αρχάς τον πρίγκηπα των Κάτω Χωρών. Τον Ιανουάριον όμως του 1830 ο Βέλλιγκτον υιοθέτησε την υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, στηριζόμενος επί των διαθέσεων της χώρας και του κοινοβουλίου, και ηπείλησεν ότι το υπ' αυτόν υπουργείον ήθελε παραιτηθή, αν δεν επεδοκίμαζεν αυτήν ο βασιλεύς. Γεώργιος ο Δ' συνήνεσε μετά δυσαρεσκείας.

Το παράδοξον όμως διάβημα του σιδηρού δουκός επέδρασεν επιβλαβώς επί την τύχην της Ελλάδος. Απέναντι υπουργείου, όπερ υπήρξεν έτοιμον να θυσιασθή υπέρ αυτού, δεν ηδύνατο βεβαίως ο Λεοπόλδος να επιδείξη το επίμονον και σταθερόν εκείνο ήθος, όπερ ήθελεν είναι επιθυμητόν δι' υποψήφιον του Ελληνικού θρόνου. Ην ατύχημα τούτο διά την Ελλάδα, ως και ο πρίγκηψ αυτός παρετήρει, καθότι παρ' υπουργείου, διακυβεύσαντος την ιδίαν ύπαρξιν χάριν της κοβουργικής υποψηφιότητος, αδύνατον ήτο να επιμείνη τις απαιτών αδυσωπήτως τους όρους εκείνους, ούς υπηγόρευε το συμφέρον της Ελλάδος.

Κατά του ηθικού τούτου προσκόμματος προσώχθησε σχέδιον ευγενώς εσκεμμένον, όπερ ηδύνατο να αποβή σημαντικώτατον διά το μέλλον της Ελλάδος. Προύκειτο τότε περί εκχωρήσεως των Ιονίων νήσων εις το νέον Ελληνικόν Κράτος. Όσω δε ολιγώτερον ήτο γνωστόν το σχέδιον τούτο εν Ελλάδι, τοσούτω μάλλον χαρμόσυνος θα ήτο η έκπληξις, αν προσήρχετο ο νέος ηγεμών τοιούτον κομίζων εις την νύμφην το δώρον της πρώτης του γάμου πρωίας, ως ο νυν δυναστεύων εν Ελλάδι Γεώργιος ο Α'. Πλήρης μυστικότης περιεκάλυπτε τα σκοπούμενα, άτινα ηρέμα μεν αλλ' ασφαλώς ωρίμαζον προς εκτέλεσιν. Οι εξοχώτεροι των Ουίγων είχον προσηλυτισθή, και ηλπίζετο ασφαλής εν τω κοινοβουλίω πλειοψηφία. Έκτοτε ελέγετο, ότι το εκ των νήσων εκείνων όφελος δεν απεζημίου τας εκτάκτους δαπάνας, όσας απήτουν αύται παρά της προστάτιδος Δυνάμεως. Δεν έλειπον δε, πλην τούτου, και αφιλοκερδέστεραι σκέψεις. Υπεδεικνύετο το διαρκώς και ανενδότως δυσυπότακτον του εθνικού φύλου, και το δίκαιον της αρχής των εθνικοτήτων, καθ' ής δεν ήρμοζε να αντιστή η ελευθέρα Αγγλία. Οι τραχέως δε σκώπτοντες πρακτικοί Άγγλοι πολιτικοί παρείχον εις τους Επτανησίους την μετά της Ελλάδος ένωσιν ως τιμωρίαν, και προυφήτευον ταχείαν και πικράν την μεταμέλειαν. Ούτως εφαίνοντο πάντα κατά τας επιθυμίας βαίνοντα του Λεοπόλδου, ότε εν μέσω των πρωίμων εκείνων περί εκχωρήσεως σχεδίων παρενέπεσεν ολεθρίως η καλώς λελογισμένη γενναιοφροσύνη των Τόρεων. Αφ' ής στιγμής ο Βέλλικτον προέθετο ως υπουργικόν ζήτημα την εις τον Ελληνικόν θρόνον υποψηφιότητα του Λεοπόλδου, ο οξυδερκής παρατηρητής καθορά γεννώμενον το σπέρμα της αποποιήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου. Οι Τόρεις επεδείκνυντο εναβρυνόμενοι την πολιτικήν αυτών γενναιοφροσύνην, και αλαζονευόμενοι δεν απέκρυπτον την δυσπιστίαν αυτών προς τας νέας σχέσεις μεταξύ του Λεοπόλδου και των εξεχόντων μελών της αντιπολιτεύσεως.

Παρά τας συμβουλάς του εμπίστου αυτού Στόκμαρ είχε παραμελήσει ο πρίγκηψ Λεοπόλδος να καθορίση εκ προοιμίων την θέσιν αυτού ως προς το ελληνικόν ζήτημα. Το περιβάλλον την Ελλάδα ιδανικόν γόητρον υπέτασσε την φαντασίαν αυτού, και ο εν απόπτω θρόνος τοσαύτην εξήσκει επ' αυτού μαγείαν, ώστε παρέστη δραστηρίως και ζωηρότερον ίσως του δέοντος ως μνηστή και εξήγειρεν ούτω παρά τω υπουργείω την ιδέαν, ότι ηδύνατό τις να εκτεθή υπέρ υποψηφίου μη ανθισταμένου και μηδένα προτείνοντος όρον «Κατόπιν μόνον εστάθμισε, κατά βάθος, τας δυσχερείας της επιχειρήσεως, και προσεπάθησε να επιτύχη τους όρους εκείνους, αφ' ών, κατά την συμβουλήν του Στόκμαρ, έπρεπε να εξαρτήση την υποψηφιότητά του».

Διά τούτο δε ο Λεοπόλδος, κατ' Ιανουάριον του 1830, πριν ή αι Δυνάμεις προτείνωσιν αυτώ τον ελληνικόν θρόνον διά του πρωτοκόλλου του Φεβρουαρίου, ευρέθη εν τη δυσαρέστω θέσει ικέτου. Προσεπάθησε δε να αποσπάση εκ της ακάμπτου πολιτικής και της απαθούς δυσπιστίας των Τόρεων ολίγας τουλάχιστον υπέρ της Ελλάδος ωφελείας, δυσαναλόγους πλέον, εννοείται, προς τα πρότερον σκοπούμενα. Την εκχώρησιν των Ιονίων νήσων ουδ' ηδύνατο καν να προφέρη, καθότι και αυτό το απαραίτητον ημφισβητείτο τότε, και μετά πολλάς μόλις δεκαετηρίδας έμελλον τα πράγματα αυτά να χύσωσι παράδοξον φως επί των σχεδίων του Λεοπόλδου.

Προς την δειλήν δε ερώτησιν, αν ήτο δυνατόν να πεισθή η Πύλη, αντί χρηματικής αποζημιώσεως, εις εκχώρησιν της Κρήτης, υπέδειξεν ο Άβερδην εις τον πρίγκηπα, ότι ο κυρίαρχος ηγεμών της Ελλάδος ήθελεν είναι κύριος να προέλθη εις τοιαύτην διαπραγμάτευσιν, και ευμενώς υπεσήμανεν, ότι η προσωπικότης ακριβώς του Λεοπόλδου ηδύνατο να πραΰνη την κατά του νέου ελληνικού Κράτους ναυτικήν ζηλοτυπίαν της Αγγλίας, καθ' ήν περίπτωσιν η νήσος της Κρήτης έμελλε να ανήκη εις οιανδήποτε άλλην πλην της Πύλης κυβέρνησιν. Ότε όμως Λεοπόλδος, τη 30 Ιανουαρίου, κατέστησε την κατοχήν της Κρήτης απαραίτητον όρον της αποδοχής του ελληνικού θρόνου, εξεδήλωσεν ο Άβερδην άπαν το πείσμα και την τραχύτητα της αγγλικής διπλωματίας. Κατεμέμφθη τούτ' αυτό του πρίγκηπος ως συμβουλευομένου τον Δούρχαμ, τον Δόβερ, τον Πάλμερστον, τον Βρουμ, πολεμίους του υπουργείου, και έδωκεν αυτώ την 31 Ιανουαρίου την χαρακτηριστικωτάτην ταύτην διά την περίστασιν και αυτόχρημα αγροίκον απάντησιν: «Περί Κρήτης ουδαμού ουδέποτε μέχρι τούδε εγένετο λόγος. Καίτοι πολλαί μέχρι τούδε εγένοντο διαπραγματεύσεις, είσθε ελεύθερος πάντοτε να παραιτηθήτε· αλλά την απόφασίν σας ταύτην δεν δύναται να εξηγήση η άρνησις της Κρήτης. Αναλογίσθητε κατά πόσον τοιαύτη διαγωγή συμβιβάζεται προς την αξιοπρέπειαν υμών και το συνεπές του φρονήματος. Αι Δυνάμεις δεν σκοπούσι να διαπραγματευθώσι προς υμάς και ήθελον θεωρήσει ως άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν».

Τότε αντί να αφήση ελευθέρας τας Δυνάμεις να θεωρήσωσιν άρνησιν την υπό όρους αποδοχήν, αντί να αντιτάξη εις την αλαζονείαν των Τόρεων την τολμηράν αποφασιστικότητα ανδρός συνειδότος τον υψηλόν εαυτού σκοπόν, αντί να αψηφήση την τριανδρίαν των προστάτιδων Δυνάμεων, ών φαινομένη μόνον υπήρχεν η ομοφροσύνη, και να ανυψώση την ιδίαν εαυτού θέλησιν και την του ελληνικού λαού, παρέστη συναισθανόμενος πάντοτε το βάρος της προς αυτόν ευεργεσίας του υπουργείου, καίπερ δυνάμενος να μαντεύση, ότι το υπουργείον εκ μεγάλης μόνον βιαζόμενον ανάγκης είχε καταστήσει υπουργικόν ζήτημα την κοβουργικήν υποψηφιότητα, ενέδωκεν ουχ ήττον, και υπεδύθη το άτολμον εκείνο και αναποφάσιστον ήθος, όπερ κατά το ήμισυ πάντοτε είναι της ήττης αφορμή και τη 30)11 Φεβρουαρίου 1830, ήτοι την επαύριον της του Βέλλικτον προς αυτόν απαντήσεως, ανεκοίνωσε προς τους τρεις πληρεξουσίους, ότι συνήνει και απεδέχετο την ωφέλιμον και υψηλήν αποστολήν, ήτις ανετίθετο αυτώ.

Ήρξατο όμως κατόπιν μεταμελούμενος επί τω κατεσπευμένω αυτού διαβήματι, και, λεπτολογών πάλιν περί τους ορισμούς της συνόδου, προσεπάθησε να αποκτήση ό,τι παρήτησε, γράφων αίφνης προς τον λόρδον Άβερδην, ότι εξ αβροφροσύνης μόνον απεδέξατο την υπό της συνόδου υπαγορευθείσαν τροποποίησιν, και συνήνεσεν εις το πρωτόκολλον κατά το γράμμα μόνον και το πνεύμα της αρχικής αυτού επιστολής της 30)11 Φεβρουαρίου. Διαρκουσών έτι των δυσαρέστων αυτών διαπραγματεύσεων ανεχώρησε κατά τας αρχάς Απριλίου εις Παρισίους, και κατέλιπεν εν τη απουσία αυτού τον Στόκμαρ αντιπρόσωπον.

Ο πρίγκηψ είχεν αναλάβει εν τω μεταξύ και την από πολλοί διακεκομμένην ανταπόκρισιν αυτού προς τον Καποδίστριαν. Εκ του Οίκου Μάλβουργ έγραψεν αυτώ τη 16)28 Φεβρουαρίου όπως αγγείλη, ότι είχεν αποδεχθή την λίαν κολακευτικήν και έντιμον προσφοράν της ηγεμονίας της Ελλάδος. Ως προς τους όρους όμως, έλεγε, δεν είχον τα πράγματα καλώς· η παράκλησις αυτού, όπως επιτραπή τοις Έλλησι το δικαίωμα της αντιρρήσεως κατά του προσώπου αυτού, δεν είχεν εισακουσθή, ώστε ηναγκάζετο ούτω να παραστή αυτοίς ως προσφερόμενος υπό των Δυνάμεων ηγεμών.

Η επιστολή του Λεοπόλδου προς τον Κυβερνήτην έχει ώδε:

Εν τω Οίκω Μάλβουργ τη 16)28 Φεβρουαρίου 1830.
Αγαπητέ μοι Κόμη,

«Σήμερον σας γράφω ολίγα τινά, μηνύων ότι μετά πολλάς δυσχερείς διαλέξεις, εδέχθην την παρά των συμμάχων Δυνάμει προσενεχθείσαν μοι εντιμοτάτην ηγεμονίαν της Ελλάδος, παρακαλέσας να δώσωσι και τοις Έλλησι ψήφον περί της εκλογής μου, αλλά δεν εισηκούσθην. Ελπίζω όμως ότι, όταν αι διαπραγματεύσεις καταστώσι γνωσταί τοις Έλλησι, θέλουσιν ομολογήσει ότι δεν ημέλησα να θηρεύσω την ευγνωμοσύνην αυτών, όσον ηδυνάμην.

«Εάν ανελογιζόμην την προσωπικήν μου μόνον θέσιν, ήθελον επιμείνει εις ευνοϊκωτέρους όρους, ή δεν ήθελον αποδεχθή· ο φόβος όμως, μη ρίψω πάλιν το ελληνικόν ζήτημα εις το χάος εκείνο, όθεν μόλις εξέρχεται, με παρακινεί να θυσιάσω πάντα προσωπικόν μου σκοπόν.

«Γνωρίζετε, αγαπητέ κόμη, οποία τρέφω προς υμάς, από μακρού ήδη χρόνου, αισθήματα· πρέπει δε να σας εκφράσω πόσον ελπίζω, ότι θέλετε με υποστηρίξει διά των συμβουλών και της φρονήσεως υμών εν τω δυσχερεί σταδίω, εις ό εισέρχομαι. Διά τούτο σας παρακαλώ να εξακολουθήσητε πηδαλιουχούντες μέχρι της αφίξεώς μου το σκάφος της πολιτείας, όπερ τοσάκις εσώσατε από ναυαγίου. Αγνοώ αν απαιτήται τυπική τις προς τούτο πληρεξουσιότης· εν τοιαύτη δε περιπτώσει θέλω σπεύσει ό,τι τάχιστα να διαβιβάσω υμίν τοιαύτην. Ουχ ήττον παρακαλώ υμάς να θεωρήσητε αυτήν, εν τούτοις, ως οριστικήν και να την ανακοινώσητε όπου δει. Η άφιξίς μου δεν δύναται να γείνη εντός βραχέος χρονικού διαστήματος, καθότι έχω πολλάς έτι να τακτοποιήσω ιδιαιτέρας μου υποθέσεις. Εξηγήσατέ μοι σαφώς, σας παρακαλώ, άμα ως δυνηθήτε, την κατάστασιν των πραγμάτων. Ως προς τούτο σπουδαίον ήθελεν είναι να μοι στείλητε ταχέως εμπιστευτικόν τινα γραμματέα, κομιστήν των υμετέρων ανακοινώσεων και δυνάμενον να μοι χρησιμεύει διά τα ελληνικά έγγραφα. Άλλην ημέραν θέλω σας γράψει εκτενέστερον. Παύων δε σας προσφέρω την διαβεβαίωσιν της διαφερούσης μου υπολήψεως της ειλικρινεστάτης φιλίας, μεθ' ής και διατελέσω ών κτλ.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ.»

Επίστευεν ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εις την ειλικρίνειαν των συχνών του Καποδιστρίου διαβεβαιώσεων, ότι επόθει να εξέλθη της ελληνικής κολάσεως και ότι ευδαίμων ήθελεν είναι να παρασκευάση την οδόν τω μέλλοντι ηγεμόνι. Εν τη ανωτέρω επιστολή, ως είδον οι αναγνώσται, έστι και ακούσιος τις εγγικτική φράσις, ήτις επείραξε βεβαίως την ευερέθιστον καρδίαν του Καποδιστρίου. Τι εσήμαινεν η διά των φιλοφρονητικών εκείνων λόγων παρεχομένη πληρεξουσιότης προς περαιτέρω κυβέρνησιν σκάφους της πολιτείας; ουδέν άλλο βεβαίως, ή ότι ανεμίμνησκε τω Κυβερνήτη, τον λαβόντα επταετή εξουσίαν παρά έθνους και ελπίσαντα ισόβιον ηγεμονείαν, ότι ουδέν ήτο πλέον από της 22)3 Φεβρουαρίου, ότι παρήγε του λοιπού την εξουσίαν αυτού από της χάριτος ανωτέρου. Διά τούτο βλέπομεν τον Κυβερνήτην τον εκ της εσωτερικής αντιπολιτεύσεως και των εξωτερικών αποτυχιών αυτού αποδυσπετούντα προς το μέλλον και ζητούντα να αποχωρήση της αρχής προς ιδιωτικήν ησυχίαν εν Ελβετία· εφ' ώ και βλέπομεν αυτόν γράφοντα εν υστερογράφω τινί επιστολής προς τον Έυναρδ τάδε: «Αν πλησιάζητε τον νέον ηγεμόνα, παρακινήσατε αυτόν να μας βοηθήση, να μιμηθή το παράδειγμά σας. Ίνα θερίση τις, πρέπει να σπείρη. Ας προσπαθήσωμεν να καταλύσωμεν τον βίον εγγύς αλλήλων, και να αναπαυθώμεν άπαξ πάλιν παρά τας ακτάς της λίμνης της Γενεύης. θέλω κατοικήσει κατά τας ημέρας του γήρως μου την μικράν έπαυλιν «Fleur d' Eau», αν, εννοείται, δεν με εκβάλη αυτής ο από βορρά άνεμος».

Προς την ανωτέρω επιστολήν του Λεοπόλδου, ο Κυβερνήτης απήντησε διά πολλών, αλλά δεν πρέπει τις να λησμονήση ότι διά να εννοήση αυτάς πρέπει να λάβη υπ' όψει αυτού τι προς τους περί αυτόν έλεγεν ο Καποδίστριας. Ούτω λ. χ. έλεγε προς τον Κολοκοτρώνην: «Εδεξάμην το αξίωμα, όπερ μοι ενεπιστεύθη το έθνος, ουχί χάριν του αξιώματος, αλλ' ίνα εργασθώ υπέρ της αποκαταστάσεως και της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αν πιστεύωσιν οι σύμμαχοι ότι η αποκατάστασις αύτη και η ανεξαρτησία είναι δυναταί μόνον διά ξένου πρίγκηπος κυβερνώντος την Ελλάδα δι' εαυτόν, τους κληρονόμους και τους διαδόχους του, εγώ πρώτος θέλω αναγνωρίσει κατά τους νομίμους τύπους τον πρίγκηπα τούτον, τουτέστιν αφού καταμάθω την διάθεσιν και την γνώμην του έθνους. Το έθνος δεν θέλει αρνηθή άμα ως λάβη την εγγύησιν, ότι ο νέος ηγεμών θέλει κυβερνήσει επί μόνω τω σκοπώ της εξασφαλίσεως της γενικής πάντων ανεξαρτησίας και των δικαιωμάτων, άτινα απέκτησαν οι Έλληνες διά των αιμάτων αυτών και τοσούτων θυσιών!» Προς τον φρούραρχον δε Ράικον έλεγε: «Δεν ήλθον εις την Ελλάδα, όπως ζητήσω θέσιν, μηδ' αυτήν την πρώτην· ακούσας δε την κλήσιν του έθνους τούτου, σκοπόν είχον μόνον να συντελέσω, πάση δυνάμει, εις την πολιτικήν αυτού αποκατάστασιν. Ο σκοπός μου ούτος είναι αμετάβλητος και μένει πάντοτε ο αυτός. Αν ο εκλεχθείς κυριάρχης ηγεμών είναι το μόνον μέσον προς οριστικήν επίτευξιν του σκοπού τούτου, εγώ πρώτος θέλω υποδεχθή αυτόν και χαρή επί τούτω εξ όλης μου ψυχής».

Υπό τοιούτων κατεχόμενος αισθημάτων ο όντως πατήρ εκείνος του έθνους, ο πρώτος των Ελλήνων Έλλην, ως απεκάλει αυτόν, πάνυ δικαίως, ο I. Ρίζος Νερουλός, έγραψε τας δε τας διπλωματικωτάτας και πατριωτικωτάτας προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος Λεοπόλδον επιστολάς άς οι αντιπολιτευόμενοι παρεξηγήσαντες εθεώρησαν αυτόν ως τον αληθή αίτιον της από του θρόνου της Ελλάδος παραιτήσεως Λεοπόλδου.

Τω Υψηλοτάτω Βασιλικώ πρίγκηπι Λεοπόλδω.

Εν Ναυπλίω τη 25 Μαρτίου 1830.

«Πρίγκηψ, η Θεία πρόνοια δεν εγκαταλείπει την Ελλάδα. Μαρτύριον δε νέον η μεγαλοψυχία, μεθ' ής η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επροστάτευσε τα νόμιμα αυτής συμφέροντα, εν ώ εγίνετο η περί αυτών κρίσις. Όθεν και το γράμμα δι' ού η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης μ' ετίμησεν από 16)28 Φεβρουαρίου, παρέχει εις την Ελλάδα τα ασφαλέστατα περί του μέλλοντος εχέγγυα, το μεν, εκ των αγώνων ούς ηγωνίσθητε προς επέκτασιν των ορίων, το δε, διότι ητήσατε και την συμμετοχήν της Ελλάδος εις την εκλογήν του αυτής άνακτος.

«Το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και αι συμπληρωματικαί αυτού πράξεις εν ποίω τύπω μέλλουσι να διακοινωθώσι προς την Ελληνικήν κυβέρνησιν, αγνοώ. Αλλ' όσον εικάζω εκ των μερικωτέρων εντεύξεών μου μετά των προσέδρων των τριών συμμάχων Αυλών, αυτοί ζητούσι την απαρέγκλιτον εκτέλεσιν των εις αυτούς προστεταγμένων, ουδεμίαν διαπραγματείαν δεχόμενοι ούτε σκέψιν περί των τύπων καθ' ούς τα αποφασισθέντα παρά των Δυνάμεων πρέπει να βαλθώσιν εις πράξιν.

«Εάν όμως η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης κλίνη να ρίψη τους οφθαλμούς επί τα ψηφίσματα της εν Άργει εθνικής συνελεύσεως, των οποίων συνάπτω ενταύθα την συλλογήν, θέλει ιδεί (ψηφίσματι α', άρθρω γ') ότι εις εμέ δεν συγχωρείται να συμφωνήσω εν ονόματι και εκ προσώπου της Ελλάδος ουδέν συμφώνημα αναφερόμενον εις τας περί ών λόγος εκδιαθέσεις (arrangements définitifs) ειμή αφ' ού οι πληρεξούσιοι αυτής αντιπρόσωποι σκεφθώσι και επικυρώσωσι τα πάντα.

«Επειδή λοιπόν ο τρόπος καθ' όν η εν Άργει συνέλευσις εθεώρησε την συνθήκην της 6 Ιουλίου διαφέρει ουσιωδώς της περί αυτής κρίσεως των υψηλών Δυνάμεων, της εμφαινομένης εις τα κατά Φεβρουάριον μεταξύ αυτών διομολογούμενα· επειδή η ελληνική κυβέρνησις, καίπερ πολλά προσλιπαρήσασα, ουδόλως εκλήθη να λάβη μέρος εις τας νεαράς διαπραγματείας, πώς δύναται να δεχθή το κεφάλαιον αυτών, χωρίς να ζητήση πρότερον την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως, υποκειμένη, άλλως, να κατηγορηθή ότι κατεπάτησε τους όρκους, το αξίωμα, και τα δικαιώματα του έθνους; Διότι οι πληρεξούσιοι και των επαρχιών, συνελθόντες εις εθνικήν ομήγυριν προς το ακούσαι τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, ήθελον ευρεθή ως προς την περί ορίων απόφασιν εις δύσκολόν τινα και δεινήν ανάγκην, ή να παραβώσι τα ιερώτατα περί τους εντολείς αυτών καθήκοντα, ή να λείψωσιν από τα οφειλόμενα λόγω δικαιοτάτης ευγνωμοσύνης προς τους σεβαστούς της Ελλάδος ευεργέτας.

«Από της αυτής όμως των καθηκόντων βαθυτάτης αισθήσεως η εθνική συνέλευσις ήθελε δεχθή μετ' ευγνωμοσύνης τας άλλας διατάξεις και κατασφαλίσεις αγαθών πολυτίμων, τας παρά των ευεργετών ερχομένας, και η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης τότε ήθελεν υπερευφρανθή καλουμένη παρά της ομοθύμου και πανεόρτου ψήφου εθνικής συνελεύσεως εις το έργον της Ελληνικής ανακτίσεως υπό νόμους, των οποίων τας βάσεις η εν Άργει συνέλευσις προεθέσπισεν. Επί δε των παρόντων, και δι' όσα προεξέθεσα, και διά τον τρόπον όλως, καθ' όν αι Δυνάμεις απεφάσισαν να εκτελέσωσι τα δόξαντα, αναγκάζομαι να αποκριθώ αμέσως προς τας γεννησομένας μοι διακοινώσεις, χωρίς να συγκαλέσω συνέλευσιν. Αναγγγελώ λοιπόν προς τε την Γερουσίαν και προς το έθνος τα αναπόδραστα αίτια της τοιαύτης μου βαρυευθύνου διαγωγής, της οποίας μέτοχος έσται, ελπίζω καν, και η Γερουσία, καθώς μετέχει και της πληρεστάτης μου πίστεως εις την ελευθέριον και γενναίαν της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος προαίρεσιν, σαφέστατα εκπεφρασμένην εν τω της 16 (28) Φεβρουαρίου γράμματι. Εις τον κόλπον άρα υμών, πρίγκηψ, οι Έλληνες θέλουσι πλέον καταθέσει τας εφέσεις αυτών· και υμείς μετά χάριτος αυτάς εισακούοντες, θέλετε τους δείξει όσην και οίαν ευδαιμονίαν αι Δυνάμεις τοις παρεσκεύασαν, προβιβάζουσαι αυτούς εις βαθμόν ελευθέρου και αυτονόμου έθνους.

»Τοσούτον δε περισπούδαστον έχω να προϋποβάλω εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα την αίρεσιν της πολιτείας μου, ώστε σας δίδω λόγον αυτής και πριν ακόμη λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις των κυρίων Προσέδρων των συμμάχων Αυλών, και πριν απευθύνω και προς την Γερουσίαν επί των περιεστώτων πραγμάτων διάγγελμα. Τούτο το χρέος εκτελέσω, ελπίζω, μετ' ολίγας ημέρας, και τότε και η Γερουσία θέλει ευλαβώς αναφέρει προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα τας εφέσεις του έθνους· η δε προς αυτήν απόκρισις του άνακτος, από του νυν πέποιθα, ότι θέλει διαλύσει πάσαν αμφιβολίαν, και όλας τας γνώμας θέλει καθησυχάσει και όλας τας καρδίας θέλει ανοίξει εις γενναιοτάτην και ειλικρινεστάτην περί την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα αφοσίωσιν.

«Περί της εκκενώσεως της Ευβοίας και Αττικής, όσην σπουδήν και αν καταβάλωσιν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων, αμφιβάλλω ότι θέλει κατορθωθή τόσον ταχέως, όσον πιστεύουσιν οι παρά τη Ελληνική κυβερνήσει καθεστώτες πρόσεδροι των Αυλών. Διότι και αν εκδώση η Πύλη τα αναγκαία φιρμάνια, πάλιν είναι πιθανώτατον να αντιτάξωσι προς αυτά o τε Ομέρ Πασάς και ο φρούραρχος των Αθηνών πολλάς δυσκολίας και αναβολάς. Αλλ' όπως και αν έχη, είναι αδύνατον να μη προέλθωσι πολλαί ταραχαί και αταξίαι και εκ της απολείψεως των κατεχομένων σήμερον υπό των Ελλήνων μερών, εκτός αν η κένωσις αυτών γείνη παρά των Ελλήνων κατά τους εξής όρους:

«α') Να ενεργηθή ταυτοχρόνως με την αναχώρησιν των Τούρκων από τα δοθέντα εις την νέαν ελληνικήν επικράτειαν μέρη.

»β') Οι οροθέται περί ών μνημονεύει ο 9ος παράγραφος του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου, να αναλάβωσι και την περί κενώσεως επιμέλειαν.

»γ') Να δοθώσιν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν ικανά χρήματα, ώστε να δυνηθή να παράσχη βοήθειαν ζωής εις το πλήθος των καταφευξομένων ενταύθα οικογενειών.

«Και μοι συγχωρεί βέβαια η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να επιστήσω προς ολίγον την προσοχήν της εφ' έκαστον των άρθρων τούτων.

«Μόνον διά πραγμάτων θέλουσι καταπεισθή οι Έλληνες ότι, απολείποντες τους διά των αιμάτων αυτών αποκτηθέντας τόπους ανταποκτώσιν άλλους, καθ' ών τα όπλα των δεν ηυτύχησαν. Αλλ' αι σύμμαχοι Αυλαί μέλλουσιν απαιτήσαι την άμεσον αναχώρησιν των ελληνικών δυνάμεων γης και θαλάσσης όσαι σκεπάζουσι την δυτικήν Ελλάδα· ειμπορεί τούτο να εκτελεσθή αταράχως χωρίς να παρευρίσκεται εκείσε μία σεμνοπρόσωπος εξουσία; Περιττόν κρίνω ν' αποδείξω ότι διά μόνης της παρουσίας των οροθετών, και του ηθικού αυτών αξιώματος, στηριζομένου εις τας ναυτικάς δυνάμεις των συμμάχων Αυλών, δύνανται να προληφθώσι πολλαί συμφοραί, αναπόφευκτοι, αν αφεθή η ενέργεια της κενώσεως εις μόνην την ελληνικήν κυβέρνησιν τους υπηρέτας αυτής.

«Τελευταίον οι δυστυχείς κάτοικοι της Δυτικής Ελλάδος, εις τους οποίους μετά την άλωσιν της Ναυπάκτου, του Μεσολογγίου και της Βονίτσης, η κυβέρνησις επροθυμήθη να χορηγήση χρηματικάς καταβολάς προς το σπείραι τα χωράφια αυτών και προσμείναι την εσοδείαν του έτους, ενδεχόμενον είναι να παραιτήσωσι τας εστίας αυτών και τότε πώς θέλομεν τους δεχθή, αν δεν δυνάμεθα να τους δώσωμεν νέας βοηθείας; ή θέλουσι τάχα τας ευρεί παρά των αδελφών της ανατολικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου, μόλις αρχομένων να ανακύπτωσιν ολίγον από της προτέρας αθλιωτάτης αυτών καταστάσεως;

«Δεν μοι ανήκει να εξετάσω, εάν η γραμμή του Ασπροποτάμου είναι ικανή να ασφαλίση τας μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος ειρηνικάς και καλογειτονικάς σχέσεις. Λέγω όμως και λέξω πολλάκις, ότι αι οκτώ επαρχίαι αι επιστρέφουσαι υπό την Οθωμανικήν κυριότητα, η Ακαρνανία δηλαδή, η Βόνιτσα, ο Βάλτος, ο Βλοχός, τα Άγραφα, το Καρπενήσι και το Πατρατζίκι, περιλαμβάνουσι λαόν χριστιανικόν 80 ή 100,000 ψυχών, εξ ού πηγάζουσι σχεδόν τα δύο τρίτα του ελληνικού στρατού, συγκειμένου κατά την εσχάτην αναρρύθμισιν εξ είκοσι ταγμάτων τετρακοσιάνδρων. Άλλως τε και πασίδηλον υπάρχει, ότι αι επαρχίαι αύται, μόνον υπό Ελλήνων κατοικούμεναι, ουδέποτε ολοτελώς υπετάχθησαν εις την Πύλην, και ότι οι στρατιώται και αρχηγοί αυτών από του 1821 το μέγιστον συνετέλεσαν διά της ανδρίας των εις τον κατά των Τούρκων αγώνα. Τι ποιήσουσι λοιπόν, όταν μάθωσιν ότι η γενέθλιος αυτών γη υποβάλλεται και πάλιν υπό την Οθωμανικήν δυναστείαν; Αν μείνωσι στρατιώται της Ελλάδος, εις αυτούς πλέον δεν δύναται να εμπιστευθή η φυλακή των ορίων. Αν προτιμήσωσι να μείνωσιν υπό τους Τούρκους ίνα αρχίσωσι πάλιν την παλαιάν αυτών αρματωλικήν τέχνην, θέλουσι τάχα σεβασθή την νέαν οροθεσίαν, συνειθισμένοι όντες εις την προς τους Τούρκους πολεμιότητα; Δεν το πιστεύω· επειδή και άνθρωποι αξιόπιστοι με βεβαιούσιν ότι ο Ασπροπόταμος και ο Σπερχειός εις πολλά μέρη γίνονται βατοί ρύακες, το δε εδώθεν αυτών μέρος είναι πλατεία έρημος, όπου ούτε πόλεις απαντώνται ούτε χωρία, και τέλος όλη η γραμμή η χαραχθείσα υπό του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου ουδεμία προσφέρει εις τον τόπον εκείνον αυτοφυή και ασφαλή άμυναν την αναγκαιοτάτην προς το στερεώσαι το πολυδάπανον και πολύμοχθον των Δυνάμεων ειρήνευμα τούτο. Αλλά περί του πράγματος τούτου, αχθεινού όντος εις την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, περισσότερον δεν εκτείνομαι προστίθημι δε μόνον ότι, αν αι περί οροθεσίας αποφάσεις των συμμάχων αυλών υπάρχωσιν αμετάθετοι, μόνη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ερχομένη ενταύθα δύναται να εξομαλύνη τας εκ της εκτελέσεως προκυψούσας μεγάλας δυσκολίας, και να προλάβη πολλάς συμφοράς.

Ικετεύω λοιπόν αυτήν θερμότατα να σπεύση όσον ένεστι την εις Ελλάδα άφιξιν διότι ουδείς δύναται, πρίγκηψ, να πληρώση τον τόπον της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος εν τοιαύτη βαρεία περιστάσει, η δε απουσία αυτής ουκ έσται άνευ μεγάλης λυπήσεως και των Ελλήνων και των συμμάχων Δυνάμεων και αυτής της Πύλης.

«Η Ελληνική κυβέρνησις πρέπει, καθώς είπα, να δώση και βοηθείας και ελπίδας, ίνα παρηγορήση τας δυστυχίας και προλάβη αταξίας κατά την μετακίνησιν των ορίων. Αλλά ταύτα δεν δύναται να ευοδώση κυβέρνησις παύουσα. Η αυτή δε ούτε πίστεως ικανής αξιούται προς το πείσαι και τας συμμάχους Δυνάμεις και την Πύλην, ότι τα εκ της εκτελέσεως των αποφασισθέντων προκύψοντα, προκύψουσιν εξ αυτής της φύσεως των αποφάσεων.

«Όταν λοιπόν η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης επιστήση όντως τον νουν επί την προκειμένην υπόθεσιν, τότε αναμφιβόλως θέλει κρίνει δευτέραν πάσαν άλλην, ήτις ενδέχεται να απαιτή και να παρελκύη τον επ' αλλοδαπής χρονισμόν Αυτής.

«Εγώ δε, καίτοι υπό των πόνων και μόχθων κατατρυχόμενος, τας φροντίδας μου όμως και τους αγώνας πάντας θέλω καταβάλει προς το δικαιώσαι την εις εμέ εντιμοτάτην πίστιν και των Ελλήνων και της Υμετέρας Βασιλικής κορυφής, και ευτυχής λογισθήσομαι εκπληρών το διπλούν τούτο καθήκον, εφ' όσον η μεν υγεία μου μοι το συγχωρήση, η δε Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θέλει ασπάζεσθαι τον ασθενή της υπηρεσίας μου φόρον.

«Υ. Γ. Εν Ναυπλίω τη 26 Μαρτίου (7 Απριλίου). Χθες το εσπέρας μετέδωκα μερικωτέρως εις την Γερουσίαν τό τε πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου και το γράμμα της Υμετέρας βασιλικής Υψηλότητος, άμα σπουδάσας να εξηγήσω εις τα μέλη τούτου του σώματος όσα αγαθά αι εν Λονδίνω γενόμεναι συνθεσίαι παρασκευάζουσιν εις την πατρίδα αυτών, και περάνας τον λόγον, τοις ανήγγειλα ότι, αφού λάβω τας αξιωματικάς διακοινώσεις, θέλω σκεφθή μετ' αυτών περί του τρόπου, καθ' όν προτίθεμαι να εκπληρώσω το προς την Ελλάδα χρέος μου και άμα να δικαιώσω όσον το επ' εμοί την τιμήν της εις εμέ πίστεως τών τε συμμάχων Αυλών και της Υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος.

«Η Γερουσία αφού πρώτον εσιώπησε βαθείαν και κατηφή σιωπήν, μοι εζήτησε την άδειαν να αποχώρηση ίνα σκεφθή μετ' επιστασίας επί των δοθέντων αυτή σπουδαιοτάτων αγγελμάτων. «Σήμερον δε ήλθε παρ' αυτής προς εμέ επιτροπή συγκειμένη εκ του προέδρου και δύο εισηγητών, ήτις και άρτι εξήλθεν, αφού μοι προσελάλησε κατά το νόημα τα εξής: «Αγνοούμεν κατά ποίον τρόπον αι σύμμαχοι Δυνάμεις μέλλουσι να μας διακοινώσωσι τας αποφάσεις των, τας οποίας, οποίαι και αν ώσιν αμφιβάλλομεν, καθ' όσα μας είπατε, αν μας μένη ελευθερία να δεχθώμεν ή ν' απορρίψωμεν. Ημείς δεν έχομεν κύρος να δεχθώμεν την πράξιν της 3 Φεβρουαρίου και τα συμπληρούντα αυτήν· και αν δε το έθνος μας είχε δώσει την τοιαύτην εξουσίαν, πάλιν μας ήτον αδύνατον να την ενεργήσωμεν χωρίς να παραβώμεν τα οφειλόμενα και εις εαυτούς και εις όλους τους αδελφούς της Στερεάς Ελλάδος, της Κρήτης, της Σάμου, και των άλλων νήσων των εις τους Τούρκους επιστραφεισών. Η Υμετέρα Εξοχότης ας πράξη ό,τι κρίνη συμφερώτερον και σωτηριώτερον εις την πατρίδα, αλλ' ημείς ουδέποτε συγκατανεύσομεν εις το να αναλάβητε εν ονόματι και εκ προσώπου του έθνους τα περί εκτέλεσιν του πρωτοκόλλου της 3 Φεβρουαρίου. Αι συμμαχούσαι Δυνάμεις δύνανται να φέρωσιν εις έργον την αυτών απόφασιν αφισταμένων ημών, και ετοίμων όντων να εκθέσωμεν εν υπομνήματι τους λόγους, δι' ούς αναγκαζόμεθα να μη πράξωμεν άλλως. Και τούτο ημών το υπόμνημα σας παρακαλούμεν να στήσετε προ των ποδών των συμμάχων ανάκτων, ίνα κρίνωσιν κατά την δικαιοσύνην και φιλανθρωπίαν αυτών».

Ας μη αμφιβάλλη η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης ότι πολλά ηγόρευσα, παραστήσας εις την επιτροπήν πληκτικώτατα ηλίκους κινδύνους παρασκευάζει η τοιαύτη αντιδιάθεσις και εις τας επαρχίας τας υπό τους Τούρκους μεταβαινούσας και εις τας συστησούσας την νέαν Ελληνικήν επικράτειαν. Τότε έν των μελών της επιτροπής ο από Πατρατζικίου, Κ. Αινιάν, μοι είπεν: «Αλλ' εις τας προσταγάς της υμετέρας εξοχότητος ουδείς θέλει υπακούσει κατά τας επαρχίας. Τι ωφελεί να συγκατατεθώμεν εις πράγματα ανεκτέλεστα;» Εγώ δε τω απεκρίθην «Διά τι ανεκτέλεστα, εάν προσφέρωμεν εις τους ομογενείς μας πατρίδα, την μένουσαν εις ημάς Ελληνικήν γην, και πόρους εξ ών να εγκατασταθώσι και ζήσωσιν ειρηνικώς και τιμίως;

«Δεν θέλω να βαρύνω την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα διά της καθ' έκαστα αναγραφής της μακράς ταύτης συνομιλίας. Αλλά το βέβαιον είναι ότι αι γνώμαι ανακινούνται και ζέουσιν, ουδ' εύκολος έσται η αυτών καταπράυνσις. Εγώ παν, ό,τι δύναμαι και σπουδάζω και σπουδάσω προς τούτω· πλην λέγω και πάλιν προς την υμετέραν Υψηλότητα, ότι συμφέρει να έλθη τάχιον ως συνεπιλαβών του έργου, και τότε ελπίζω ότι και το εμού μέρος γενήσεται ως καλλίτερον».

Τοιαύτη τις ήτο η επιστολή του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Ο έμπιστος δ' ανήρ, όστις έμελλε να κομίση προς τον πρίγκηπα το μήνυμα του κυβερνήτου, ήν ο πρίγκηψ Γουσταύος Βρέδε υιός του βαυαρού στρατάρχου. Παράδοξον ήτο βεβαίως, ότι ξένος νεαρός αξιωματικός, εξελέγη όπως πληροφορήση προφορικώς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα περί της εν Ελλάδι καταστάσεως των πραγμάτων. Εν παρόδω σχεδόν και μετά πολλής ελαφρότητος εμνημονεύετο, ότι ο Βρέδε, καί τοι εκ τυχαίας συστάσεως του Άιδεκ γνωστός τω Κυβερνήτη, ηδύνατο να παράσχη επαρκείς πληροφορίας περί των εν Ελλάδι συμβάντων και συμβαινόντων. Προς πλήρωσιν δε των κενών, άτινα ηδύνατο να καταλίπη ως προς τας θεωρίας η έκθεσις του νέου αξιωματικού του ιππικού, προσέθηκεν ο Καποδίστριας εν δευτέρα συστατική επιστολή αυθημερόν γραφείση, 25)6 Απριλίου 1830, περιγραφήν των θυσιών, αίτινες ήθελον απαιτηθή παρά του μέλλοντος ηγεμόνος της Ελλάδος.

Η δευτέρα αύτη συστατική επιστολή προς τον Λεοπόλδον είχεν ώδε:

Τω Υψηλοτάτω και βασιλικώ πρίγκηπα Λεοπόλδω

Εν Ναυπλίω τη 25 Απριλίου 1830.

«Η υμετέρα μεν Βασιλική Υψηλότης ηυδόκησε να μοι ζητήση άνθρωπόν τινα πιστόν, ικανόν να τη εκθέση, ελθών αυτόσε, τα της παρούσης καταστάσεως της Ελλάδος. Εγώ δε μη δυνάμενος να εκλέξω τον ζητούμενον, ίνα μη διεγείρω αντιζηλίας και δώσω και εις τον φατριασμόν νέαν αφορμήν να επαυξήση διά της κακομηχανίας τας υφεστώσας σήμερον ενταύθα δυσχρηστίας ανθρώπων και συμφερόντων, απεφάσισα να σας γράψω το μακρόν γράμμα, εις το οποίον παρέπεται το παρόν.

«Περί πολλού δε ποιούμενος να σας το διαβιβάσω τάχιον και χωρίς να προσμείνω τους ταχυδρόμους των ξένων πρακτόρων, αναχωρούντας βραδύτερον, παραδίδω αμφότερα εις τον πρίγκηπα Κ. Βρέδε, όστις προστάσσεται να έλθη εις Μασσαλίαν ή εις Τουλώνα, και εκείθεν αμέσως να δηλοποιήση τον ιππότην κ. Έυναρδ ότι φέρει γράμματα προς την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα· ούτος δε θέλει σας το μηνύσει ευθύς, και τότε στέλλετέ τινα εις το καθαρτήριον και τα παραλαμβάνει παρά του κ. Βρέδε ασφαλώς.

«Και αν μεν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης θελήση να μοι αποκριθή διά του αυτού κομιστού, αυτός επιστρέφει και πριν τελειώση την κάθαρσιν· ειδέ μη, ο κ. Βρέδε θέλει έλθει να σας προσκυνήση και να λάβη τας προσταγάς σας.

«Ο κ. Βρέδε διέτριψεν ικανόν καιρόν εν Ελλάδι, υπηρετήσας ως στρατιωτικός, και πάντοτε εντίμως πολιτευθείς. Εγώ άλλως δεν τον γνωρίζω ειμή εκ της ευνοίας, ήν είχε προς αυτόν ο συνταγματάρχης κ. Έυδεκ. Τον νομίζω όμως αρκούντως ειδήμονα των διατρεξάντων και διατρεχόντων εν τη Ελλάδι, και ικανόν να δώση εις την Υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα, εάν τη αρέσκη, κεφαλαιώδη έννοιαν του πώς εύρον εγώ τον τόπον, και πώς σήμερον έχει αυτός.

«Αλλ' ας μοι συγχωρήση η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και αύθις να την παρακαλέσω να αποφασίση να φθάση τάχιον εις Ελλάδα, διότι πάσα αναβολή ενδέχεται να βλάψη πολύ τον τόπον, και πολύ να εμπλέξη τα πράγματα, των οποίων η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης αναλαμβάνει την επιμέλειαν.

«Τα πράγματα ταύτα είναι εκ φύσεως δυσχερέστατα, ως νομίζω ότι το απέδειξα εν τη επιστολή μου. Και αφού η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δέχεται το μέγιστον αγώνισμα του πληρώσαι τα αποκληρωθέντα εις την Ελλάδα, εν αυταίς ταις χερσίν υμών κείται πλέον και η αισία αρχή του έργου, ουδέ δύνασθε, ω Άναξ, να το επιτρέψητε εις άλλους· ειδέ μη, της ενεργείας η δύναμις απομειούται, ή και παντάπασι καταργείται. Άλλως τε της οροθεσίας μελλούσης αναγκαίως εγείραι ισχυρόν τινα κίνδυνον εν Ελλάδι, διατί η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να μη αρπάση την πρώτην ταύτην ευκαιρίαν προς το εμφανίσαι τοις Έλλησι την περί αυτούς πατρικήν αυτής διάθεσιν και τον ενθουσιασμόν υπέρ της σωτηρίας αυτών;

Και εγώ, αν εύρον χάριν τινά παρά του λαού τούτου, εάν και σήμερον αυτός διατελή επιδεικνύμενος ειλικρινή και απερίγραπτον προς εμέ πίστιν, τούτο ποιεί, διότι με βλέπει εμμενώς προσωπικώς συμμετέχοντα της αθλιότητος και πολυπαθείας αυτού προς μόνον σκοπόν του αφανίσαι αυτάς. Εις το επαύλισμα του στρατιώτου υπό την πτωχήν καλαμοστέγην του χωρικού, εν πάση ώρα του έτους, οπωσδήποτε έχοντα ηλικίας τε και υγείας πολλάκις με ελάλησαν οι στρατιώται και ο λαός περί των συμφερόντων αυτών, και με εγνώρισαν, και εγώ τους εδίδαξα τι οφείλουσι και εις εαυτούς και εις την κυβέρνησίν των και εις τον πεπολιτευμένον κόσμον. Τολμώ λοιπόν, άναξ, να είπω ότι εις ταύτην την δοκιμασίαν προσμένουσι πρώτον οι Έλληνες την υμετέραν Βασιλικήν Υψηλότητα. Αν επιφανήτε εις τους οφθαλμούς των ως αυθέντης μη δυνάμενος να υποφέρη την πτωχείαν και ένδειάν των, αντί να τοις επιβάλητε σέβας εκών θέλετε χάσει την ασφαλεστάτην επί τας γνώμας αυτών επίδρασιν. Αλλ' η ευκαιρία της πρώτης αθλήσεως ιδού πάρεστιν. Έλθετε να παρευρεθήτε εις το δυσχερές και αλγεινόν της οροθεσίας έργον, και μη αφίνετε άλλους να το επιστατήσωσιν εις τον τόπον σας.

«Οφείλω δε εις την υμετέραν Υψηλότητα εξηγήσεις τινάς ιδιαιτέρας και επί του πρώτου μέρους της επιστολής μου. Να διέλθω αναλυτικώς τας πράξεις του Λονδινείου συνεδρίου, μοι είναι αδύνατον, διά την έλλειψιν του καιρού. Προφανώς όμως βλέπω εξ αυτών τούτο, ότι το συνέδριον αντί να προσφέρη εις την Ελλάδα την παραδοχήν των περί της αυτονομίας αυτής αποφάσεων, κατά τους εννόμους τύπους, έκρινε συμφερώτερον και συντομώτερον να τη τας επιβάλη απλώς και απαρασκευάστως. Και διά ποίους μεν λόγους προετίμησε τον τοιούτον τρόπον, δεν μοι ανήκει να εξετάσω· ότι όμως αυτός είναι απροφυέστατος εις τα συμφέροντα και του δυστυχούς τούτου τόπου και της υμετέρας Βασιλικής Υψηλότητος, τούτο κάλλιστα εξεύρω.

«Η πράξις της 3 Φεβρουαρίου και η απονέμουσα τη υμετέρα Υψηλότητι την κυριαρχικήν και διαδοχικήν εξουσίαν ουδέ λόγον αναφέρουσι περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων· εξ ού εικάζεται έν εκ των δύο, ή ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις φρονούσιν ότι το πρόσωπον του ηγεμόνος απορροφά και εγκατασυνάγει εις εαυτό όλα τα δικαιώματα των Ελλήνων, ή ότι εις τον άνακτα άφησαν το αναγορεύσαι αυτά, καθ' ήν στιγμήν θέλει λάβει την ηνιοχίαν των πραγμάτων. Ταύτην την δευτέραν εξήγησιν έδωκα και εις τα μέλη της Γερουσίας και εις τους άλλους πολίτας τους πολλά κατερωτώντας με, αφ' ότου τα εν Λονδίνω διαβουλευθέντα έγειναν ενταύθα γνωστά, και κατά ταύτην ίσως θέλει συντεθή και η προφώνησις της Γερουσίας.

«Το δε περαιτέρω μένει να πράξη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης, της οποίας η απόκρισις και περιμένεται μετά πολλής συνοχής, και έσται τοις πάσι καταθύμιος, εάν διαρρήδην αποφαίνηται περί ών ευπαρρησιάστως τολμώ να σας σημειώσω,

«α') Αν υμετέρα Υψηλότης έχη διάθεσιν να παραδεχθή την θρησκείαν του έθνους, ας νεύση να του το αναγγείλη, και ευθύς αυτό θέλει συναφθή προς τε την υμετέραν Υψηλότητα και προς την γενεάν αυτής διά του ιερωτάτου δεσμού.

«β') Δεν θέλετε βέβαια, άναξ, να κυβερνήσητε άνευ εννόμων τύπων, παραδεδεγμένων παρ' αυτής της Ελλάδος. Αν ευδοκήσητε λοιπόν να επιβλέψητε εις το δεύτερον ψήφισμα της εν Άργει Εθνικής Συνελεύσεως, θέλετε κηρύξει ότι δέχεσθε τας βάσεις αυτού, αποταμιεύοντες το να δώσετε εις τους Έλληνας (τηρούντες όλα τα δικαιώματα αυτών) θεσμούς έμφρονας, κατά ανεπισφαλείς οδηγίας της πείρας.

»γ') Διά των λοιπών ψηφισμάτων της συνελεύσεως του Άργους ασφαλίζονται τα δίκαια όλων των πολιτών, όσοι μεγάλα κατέβαλον και εθυσίασαν υπέρ του αγώνος. Εάν η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης δι' ενός μόνον λόγου αγγείλη, ότι θέλει θεραπεύσει τα δίκαια ταύτα, επομένη εις τα παρά της συνελεύσεως ψηφισθέντα, τότε πάσαι αι επιθυμίαι πληρούνται, και το έθνος όλον μετά μυρίων ευλογιών θέλει δράμει εις προϋπάντησίν σας.

»Ήθελα, πρίγκηψ, να έχω ολίγας ώρας ίνα σας αναπτύξω τους λόγους, δι' όλους ορμώ να σας υποβάλω τας τρεις ταύτας προτάσεις. Αλλ' η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης και ούτω θέλει μοι αποδώσει, ελπίζω, το δίκαιον, πιστεύουσα ότι εν τω βάθει της συνειδήσεώς μου ευρίσκω τους λόγους τούτους. Και ίσως μεν απατώμαι· δεν τολμώ όμως να σας εγγυηθώ υποδοχήν, οποία οφείλεται παρά του έθνους προς τον ηγεμόνα αυτού, αν έλθητε πρόδρομον ή πάρεδον έχοντες τελείαν σιωπήν περί των προσημειωθέντων τριών κεφαλαίων.

«Και συγγνώμην δότε μοι, παρακαλώ, άναξ διά την παρρησίαν της γλώσσης, τοιαύτης ούσης ανέκαθεν εν εμοί, και διά τούτου προξενησάσης μοι άλλοτε και την υμετέραν εύνοιαν.

«Μεγάλως επεθύμουν να σας λαλήσω, άναξ, και περί των πόρων ημών, και περί του στρατού, και περί του ναυτικού, και όλως περί συμπάσης της διοικήσεως αλλ' αμφιβάλλω αν δυνηθώ διότι τοσούτον άθροισμα πολυμερών και ασυνηθεστέρων υποθέσεων με καταπιέζει σήμερον, και εις τοσαύτην εργασίαν με καταδικάζει και η διπλωματία, ώστε και αι δυνάμεις μου ήδη εκλείπουσι, και αναγκάζομαι να υπαγορεύσω και τούτο το ιδιαίτερον γράμμα, αιτούμενος συγγνώμην παρά της υμετέρας Υψηλότητος.

«Ο ιππότης Κ. Έυναρδ, ο μεγάλα ωφελήσας εν πολλοίς την Ελλάδα, αυτός θέλει σας παραστήσει την χρηματικήν ημών στενοχωρίαν και το αναγκαιότατον της αποστολής βοηθείας τινός προς το τέλος του Απριλίου. Αλλά την βοήθειαν ας φέρη αυτή η υμετέρα Βασιλική Υψηλότης. Τούτο αξιών και καθικετεύων ου παύσομαι.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. — Αποστολή του πρίγκηπος Βρέδε. — Επιστολαί του Κυβερνήτου προς τον Λεοπόλδον, εν αίς πικρώς καταφέρεται κατά των ξένων — Μυστικαί αναφοραί της αντιπολιτεύσεως προς τον εκλεγέντα ηγεμόνα κυρίαρχον της Ελλάδος. — Οι Μανιάται αρνούνται την πληρωμήν φόρων. — Νικήτας ο τουρκοφάγος. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου. — Ο Λεοπόλδος επανακάμπτει εν τάχει εις Λονδίνον. — Επιστολή αυτού προς την εν Λονδίνω Σύνοδον. — Παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εκ του ελληνικού θρόνου.


Ο Κυβερνήτης εγίνωσκεν ότι οικογενειακοί λόγοι ηνάγκαζον τον Λεοπόλδον να μη σπεύδη την εις Ελλάδα κάθοδον αυτού και ηνάγκαζεν αυτόν να σπεύση προς το έργον του κανονισμού των ορίων. Και έτι μάλλον δεν ετόλμα να εγγυηθή προς τον πρίγκηπα προσήκουσαν παρά του ελληνικού έθνους υποδοχήν, αν ο Λεοπόλδος δεν καθησύχαζε τους Έλληνας διά κηρύγματος αυτού περί τριών ζητημάτων, και δεν παρείχε τρεις απαντήσεις, μετ' ανυπομονησίας προσδοκωμένας, σαφείς και καταφατικάς:

«α) Είναι διατεθειμένη η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να ασπασθή το ορθόδοξον ανατολικόν δόγμα, και να συνδέση ούτως εαυτόν και το γένος αυτού δι' ιερού δεσμού μετά του έθνους; β) Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να απίδη εις το Β' ψήφισμα της εν Άργει Εθνοσυνελεύσεως; γ') Θέλει η Υμετέρα Βασιλική Υψηλότης να εκτελέση τας λοιπάς αποφάσεις της εν Άργει συνελεύσεως, αίτινες ασφαλίζουσι τα συμφέροντα πάσης τάξεως του λαού και αποζημίωσιν των εν τω πολέμω θυσιών αυτού;»

Χωρίς προηγουμένης διαβεβαιώσεως περί των τριών τούτων όρων, ενόμιζεν ο Καποδίστριας ότι δεν ηδύνατο να εγγυηθεί περί προσηκούσης και αξίας υποδοχής του πρίγκηπος. Τοιαύται ήσαν αι δύο πρώται επιστολαί του Καποδιστρίου προς τον Λεοπόλδον. Η δε τρίτη επιστολή, εξ Άργους τη 12)24 Απριλίου 1830 γεγραμμένη, είναι κραυγή οδύνης, επικαλουμένη σωτηρίαν εκ της οικονομικής αμηχανίας, οποία ουδέποτε λείπει εν τη απαριθμήσει των εν Ελλάδι κακών. Ο Κυβερνήτης ανεμίμνησκεν, ότι ο στρατός ανέμενε την 23 Μαΐου την πληρωμήν των τριμηνιαίων αυτού μισθών. Επειδή δε, έλεγε, σπουδαιότατον ήτο να ευχαριστηθεί ο στρατός μετ' ακριβείας εν τη παρούση κρισίμω στιγμή, καλόν θα ήτο να ετοιμάση ο πρίγκηψ Λεοπόλδος έν εκατομμύριον φράγκων, και αυτήν τουλάχιστον την ποσότητα να αποστείλη μέχρι των αρχών του Μαΐου. Ως σχόλιον της οικονομικής εκείνης αμηχανίας, υπέβαλε συνάμα ο Καποδίστριας την πρότασιν περί αποστολής δαπανηράς πρεσβείας μιας φρεγάτας προς παραλαβήν του Λεοπόλδου. Αλλ' έπραττε τούτο οκνών και διά φράσεων ήκιστα ενθαρρυντικών. Εφαίνετο σκοπούμενον να διεγερθή και υποτραφή η αντιπάθεια του εις την αγγλικήν ευμάρειαν και πολυτέλειαν ειθισμένου πρίγκηπος κατά της πενίας του μέλλοντος αυτού βασιλείου. Εν αυτή ο Καποδίστριας έλεγε: «Καίτοι η εκλογή πρεσβείας δεν είναι πράγμα ευχερές, καίτοι ο εξοπλισμός φρεγάτας και άλλων πλοίων προξενεί δαπάνας, άς δεν δύναται να απαντήση το ταμείον ημών» θέλω πράξει εν τούτοις παν το δυνατόν, όπως παρασκευάσω την εκτέλεσιν των μέτρων τούτων».

Εν δυσίν επιστολαίς της 12)24 Απριλίου 1830 επανελάμβανεν ο Κυβερνήτης μετά μεγίστης επιμονής τας κατά των όρων του πρωτοκόλλου ενστάσεις της Γερουσίας. Η υπό του Λεοπόλδου παραδοχή του ορθοδόξου θρησκεύματος, έλεγεν, ηδύνατο μόνη να καθησυχάση τα φανατικώς εξηρεθισμένα πνεύματα του ορθοδόξου πλήθους. Πάσαι αι τάξεις του ελληνικού λαού προσεβάλλοντο κατά τα ιερώτατα αυτών συμφέροντα διά των αποφάσεων του Λονδίνου: ναύται, στρατιώται, γεωργοί, υπάλληλοι. Το δωμάτιον του κυβερνήτου, ελέγετο, επλήρουν αδιακόπως άνθρωποι οδυνώμενοι, και μάτην ούτος προσεπάθει να παρηγορήση αυτούς, διότι είχε παρέλθει πλέον ο καιρός της εμπιστοσύνης:

«Υπάρχουσι κακόβουλοι και δολοπλόκοι εν Ελλάδι, ως και αλλαχού, πλείονες μάλιστα ή αλλαχού. Ξένοι, από μακρού ήδη απαύστως διχόνοιαν σπείροντες, εξακολουθούσι μετά μείζονος ζήλου τας εγκληματικάς αυτών σκευωρίας. Διά θράσους κομπουμένου μέχρις αυθεντείας επαναλαμβάνουσι και προς εκείνους έτι οίτινες δεν τους ακούουσιν, ότι, αν η Ελλάς περιωρίσθη μέχρι των ορίων του Ασπροποτάμου, αν η Κρήτη και η Σάμος εγένοντο τουρκικαί, αν αι λοιπαί του πρωτοκόλλου διατάξεις ήκιστα ανταπεκρίθησαν εις τας εθνικάς των Ελλήνων επιθυμίας, ταύτα πάντα εγένοντο, διότι η Ευρώπη ώφειλε να λάβη ασφαλιστικά μέτρα κατά των τερατωδών και φιλοδόξων σχεδίων της σημερινής προσωρινής κυβερνήσεως. Η προσωρινή αύτη κυβέρνησις ειμί εγώ, τα δε τερατώδη και φιλόδοξα σχέδια εισίν αι μυστικαί μου δήθεν σχέσεις προς την Ρωσίαν.»

Αι πικραί του Κυβερνήτου μομφαί κατά των ξένων απέβλεπον εις τον Τσουρτς, τον Φαβιέ, και τον Δώκινς. Ο άγγλος στρατηγός είχε προβή μέχρι του εμπαθούς ισχυρισμού, ότι ο Κυβερνήτης παρώξυνε τους πατριώτας αυτού Ιονίους κατά της αγγλικής διοικήσεως και ενήργει αναφανδόν τας σκευωρίας ταύτας προς μόνον τον σκοπόν του να σμικρύνη την Ελλάδα και να στερήση αυτής την Ακαρνανίαν και Αιτωλίαν. Ο Τσουρτς επίστευεν ό,τι έλεγε και έγραφε, καθότι ήτο άνθρωπος περιωρισμένου νου και εμπαθής. Εν υπομνήματι προωρισμένω εις φωτισμόν του πρίγκηπος Λεοπόλδου (74), κατεπολέμησε τα υπό του φεβρουριανού πρωτοκόλλου χαραχθέντα όρια· ανεμίμνησκε δ' εν αυτώ την στρατιωτικήν σημασίαν της Ακαρνανίας, και ιδίως των στενοποριών του Μακρυνόρους. Αλλά η κατά του Κυβερνήτου μορφωθείσα αντιπολίτευσις προέβαινε πολύ περαιτέρω και διά παντός μέσου. Παν όπλον ην αύτη πρόσφορον και εύχρηστον, και θριαμβευτικώς επεκαλείτο τας διαθέσεις των κυβερνήσεων της Αγγλίας και Γαλλίας. Δεν είχεν υποτιμηθή, έλεγον οι αντιπολιτευόμενοι, ο Κυβερνήτης εν Λονδίνω και Παρισίοις; δεν είχε καταδικασθή αυτός και τα έργα αυτού πάντα; δεν είχεν αποκαλυφθή η μυστική ρωσική αυτού φιλοδοξία;

Εδράξαντο ούτω της προφάσεως, ότι ήθελον να σώσωσιν την χώραν παρά ταις Δυναμέσι και τω νέω ηγεμόνι, και απεφάσισαν να εξασθενήσωσι και παραλύσωσιν όλως την ενέργειαν του υπομνήματος της Γερουσίας και της προς τον Λεοπόλδον απαντήσεως του Κυβερνήτου δι' εναντίων αναφορών, δι' αμέσων εγγράφων του λαού. Το έθνος έπρεπε να εικονισθή ως κεχωρισμένον όλως από της κυβερνήσεως, η δε κυβέρνησις αυτού ως κεφαλή μόνον και όργανον μιας μερίδος. Οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου και της Ύδρας έσπευσαν να υπογράψωσι το νέον εκείνο είδος των περί αφοσιώσεως αναφορών, αίτινες ενέφαινον απεριόριστον υποταγήν εις τας αποφάσεις των μεγάλων Δυνάμεων.

Ο Καποδίστριας προσεπάθησεν, εννοείται, να παρεμποδίση τας ενεργείας ταύτας, και ηναγκάσθη εντός ολίγου να προβή από των αυστηρών και αποτρεπτικών λόγων εις σωφρονισμούς και αστυνομικά μέτρα. Καθότι πάντα εκείνα εφαίνοντο ως πολιτική τις διαδήλωσις κατά του κυβερνητικού αυτού συστήματος. Είχον ήδη παρακολουθήσει το παράδειγμα του Μαυροκορδάτου ο Ζαΐμης, ο Μιαούλης, ο Πετρόμπεης, ο μόλις εκ της πολιτικής αυτού καταδιώξεως και της φυλακής απαλλαγείς Φαρμακίδης και ο δικηγόρος Κλωνάρης και αυτός ο της Γερουσίας πρόεδρος Γεώργιος Σισίνης και πολλοί γερουσιασταί, οίπερ αντιφάσκοντες εις εαυτούς, υπέγραψαν. Τη μεσιτεία του άγγλου πρεσβευτού Δώκινς απεστάλησαν πολλαί των αναφορών αυτών, χιλίας περίπου φέρουσαι υπογραφάς, προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον. Τότε ηναγκάσθη ο Καποδίστριας να ανταποδώση τα ίσα διά του Κολοκοκοτρώνη και των διοικητικών αρχών, και δι' οργίλης ανακοινώσεως προς τους εκτάκτους επιτρόπους και τους διοικητάς να κηρύξη εγκληματικάς τας κρύφα και εν παραβύστω ενεργουμένας εκείνας αναφοράς: «Ειπέτε εις τους περί τοιούτου εγγράφου λαλούντας, έγραψεν εις τον Μαυρομμάτην, ότι ικανώς χαρακτηρίζει αυτό ο τύπος αυτού και το μυστήριον, δι' ού προσπαθούσι να το περιβάλωσιν. Αν πρόκριτοι ή άλλοι πολίται νομίζωσιν, ότι οφείλουσι νυν να εκφράσωσιν αμέσως τα αισθήματά των προς τον νέον ηγεμόνα, την επιθυμίαν των αυτήν πρέπει προ παντός να δηλώσωσιν εις την κυβέρνησιν, ήτις αναμφιβόλως θέλει εγκρίνει να επαναλάβωσιν οι πολίται ό,τι εξέφρασεν ήδη αυτή εν ονόματι του έθνους. Εκτός της οδού ταύτης, μένει σκευωρία μόνον και ταπείνωσις». Συγχρόνως δε έδωκεν ο Κυβερνήτης πληρεξουσιότητα εις τας αρχάς να δέχωνται παρ' οιουδήποτε αναφοράς προς τον πρίγκηπα, και να αποστέλλωσιν αυτάς εις την κυβέρνησιν, όπως διαβιβασθώσι προς εκείνον. Ούτω δε αι αρχαί, καθ' ά μεν εφρόνει ο αυστριακός πρόξενος Γροπ, εν ταις εκθέσεσιν αυτού «υπεστήριζον τα φιλόδοξα σχέδια του Κυβερνήτου υπέρ εαυτού και της οικογενείας του», καθ' ά δε διεβεβαίου επίσημος κυβερνητική εγκύκλιος της 2 Ιουνίου «επεκύρουν απλώς τας περί επιταχύνσεως της αφίξεως του πρίγκηπος αναφοράς». Πολλαί δ' αληθώς νέαι τοιαύται αναφοραί υπεβλήθησαν. Η αντιπολίτευσις εχλεύαζεν αυτάς ως προδιαγεγραμμένας και κατ' επιταγήν υπογραφομένας δηλώσεις, «ως τύπους διοικητικής κηδεμονίας, εν οίς προσεπάθει η κυβέρνησις να χύση διά της βίας την ελευθέραν έκφρασιν των αισθημάτων του λαού». Η αγανάκτησις δ' αυτής τοσούτον εκορυφώθη, ώστε προσεκάλεσε τον λαόν να αρνηθή πληρωμήν φόρων. Οι Μανιάται μάλιστα προέβησαν μέχρι διαρπαγής των δημοσίων ταμείων. «Ουδέποτε, έλεγον, επλήρωσεν η Μάνη και δεν έπρεπε να καθιερωθή τοιαύτη κακή συνήθεια. Ο κυβερνήτης επέμενε διατηρών εν Μάνη μισητόν τινα κυβερνητικόν επίτροπον, τον Γενοβέλην, εις όν οι Μαυρομιχάλαι απέδιδον την πρόθεσιν της εξολοθρεύσεως πάντων των προυχόντων της Μάνης. Αντί δε να εξαλείψη την πρόφασιν εκείνην της δυσαρεσκείας, ενόμισεν ο Κυβερνήτης ότι εκινδύνευεν η ιδία αυτού αξιοπρέπεια. Απέστειλε ρωσικά πολεμικά πλοία εις Λιμένι, εξώτρυνε τον γαλλικόν στρατόν εις απειλητικόν τι κίνημα παρά τας Καλάμας, εκάλεσε Ρουμελιώτας εις Πελοπόννησον, και ανέθηκεν εις τον γενναίον μεν αλλά περιωρισμένου νου Νικήταν την αστυνομίαν της Χερσονήσου. Κατώρθωσε μεν ούτω να καταπνίξη την επανάστασιν προ της γεννήσεως αυτής· αλλ' ηύξησεν ο αριθμός των εναντίων».


Ανδρέας Ζαΐμης

Εν τη δυσχερεί ταύτη θέσει ευρισκόμενος ο Καποδίστριας, «εμποδιζόμενος εν ταις ενεργείαις αυτού υπό εσωτερικών και ξένων ραδιούργων,» ύποπτος απέναντι των κυβερνήσεων των ναυτικών Δυνάμεων και αβοήθητος υπ' αυτών καταλειπόμενος, πιεζόμενος δε υπό οικονομικών δυσχερειών και κατατρυχόμενος υπό της εις βεβαιότητα μετ' ολίγον ανακλαδουμένης υπονοίας, ότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος ήθελεν αποχωρήσει απέναντι τοιαύτης των πραγμάτων καταστάσεως, και παραιτούμενος ήθελεν απορρίψει την ευθύνην επί τον Κυβερνήτην και την Γερουσίαν, δεν ώκνησε να επιβεβαιώση προς τον Λεοπόλδον διά των από 5 και 11 Ιουνίου επιστολών αυτού τας προτέρας αυτού ανακοινώσεις, και να εκφράση την λύπην αυτού επί τη «μυσαρά ραδιουργία» των προσπαθούντων να παραστήσωσι προς τον μέλλοντα της Ελλάδος ηγεμόνα δυσάρεστον την εικόνα της εσωτερικής αυτής καταστάσεως.

Εν τούτοις, ο καιρός παρήρχετο και ο εκλεκτός του εν Λονδίνω πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830 δεν εσκόπει να λάβη την εις Ελλάδα άγουσαν. Ο Λεοπόλδος διέμενεν εν τη πρωτευούση της Γαλλίας. Η εν Παρισίοις διαμονή του Λεοπόλδου σκοπόν βεβαίως είχεν, εν πρώτοις, την υπέρ του ελληνικού δανείου ενέργειαν. Πλην τούτου όμως επεθύμει ο Λεοπόλδος και την αποπεράτωσιν οικογενειακής όλως υποθέσεως, την επίτευξιν δηλαδή της χειρός ηγεμονίδος τινός εκ του ορλεανικού της Γαλλίας οίκου. Αλλ' η επιθυμία αυτού αύτη δεν εγένετο δεκτή, και η γαλλική αυλή, κατά την από 28 Μαΐου 1830 διακοίνωσιν του Λίβεν, απεποιήθη την αίτησιν του Λεοπόλδου. Αι δυσχέρειαι δε άς απήντησεν ο πρίγκηψ εν Παρισίοις, εψύχραναν αυτόν ικανώς και εμετρίασαν κατά πολύ τον ενθουσιασμόν αυτού, ούτως ώστε παρετηρήθη μετ' εκπλήξεως, ότι ο Λεοπόλδος, κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού, ουδόλως ησχολήθη εξωτερικώς προς το ελληνικόν ζήτημα. Ούτε προς τους πρέσβεις, των ευεργετίδων Δυνάμεων, τον λόρδον Στούαρτ ή τον Πότσο-Διβόργο εσχετίσθη, ούτε προς τον Έλληνα πρίγκηπα Σούτσον, ούτε εδέξατο εις ακρόασιν τους ζητήσαντας να εμφανισθώσιν ενώπιον αυτού Έλληνας τους εν Παρισίοις παρεπιδημούντας.

Έκτοτε μετά θετικότητος αι γαλλικαί εφημερίδες διέδιδον ότι σκοπόν είχε να παραιτηθή της ηγεμονείας της Ελλάδος, ήν είχεν ήδη αποδεχθή. Τοιούτον τινα σκοπόν υποσημαίνει επιστολή τις προς τον βαρώνον Στάιν, γραφείσα κατά την εν Παρισίοις διαμονήν του πρίγκηπος. Ο γηραιός βαρώνος Στάιν, φίλος του Καποδιστρίου και της Ελλάδος ακραιφνέστατος, είχεν εκφράσει εν υπομνήματι αυτού της 7)19 Μαρτίου 1830 την ελπίδα, όπως τεθή εκποδών όσον το δυνατόν η επιρροή της Αγγλίας και Γαλλίας, και μείνη άθικτος όλως η εσωτερική πνευματική της Ελλάδος ανεξαρτησία. Ο Λεοπόλδος όμως απαντών αυτώ τη 29)10 Απριλίου 1830 έλεγε: «Τοιαύτη τις ανακοίνωσις είναι διττώς παρήγορος και αληθώς ζωογόνος, όταν τις προ μηνών ήδη τοσούτον σκληρόν υφίσταται αγώνα κατά κακής θελήσεως και της ψευδώς εννοουμένης πολιτικής, ώστε αισθάνεται αποψυχραινομένην όλως την ψυχήν αυτού. Δύνασθε να φαντασθήτε, πόσον δυσχερές ήθελεν είναι εις ανθρώπους ματαίους και ιδιοτρόπους να χωρισθώσιν από των προτέρων αυτών συστημάτων, να παραιτήσωσιν ιδέας προσφιλείς, και να ευλογήσωσιν ό,τι θα επεθύμουν να καταρασθώσι μάλλον. Θα ενθυμήσθε βεβαίως εκ των συνδιαλέξεων ημών τας ιδέας μου. Ηθέλησα πάντοτε εν τη υποθέσει ταύτη το αγαθόν, και επιθυμώ να συνταχθή το νέον Κράτος καθ' όν τρόπον και εις αυτάς τας μεγάλας Δυνάμεις ήθελεν είναι επιθυμητόν και αναγκαίον. Δυστυχώς θα εμάθετε ήδη εκ των εφημερίδων πόσον οικτρώς ωρίσθησαν τα όρια. Έπραξα ό,τι ηδυνάμην· δεν δύναταί τις εν τούτοις να αρνηθή, ότι χωρίς της Κρήτης και μετά των κακών ηπειρωτικών του ορίων το νέον κράτος πρέπει να θεωρηθή ως προσωρινόν μόνον. Τα οικονομικά αυτού αποτελούσι την στιγμήν ταύτην το αντικείμενον της μετά των Δυνάμεων συζητήσεώς μου. Ανάγκη να εγγυηθώσιν αύται δάνειον· ώρισα δε ποσόν τι, ούτινος η λυπηρά της Ελλάδος κατάστασις έχει ανάγκην, αν πρόκηται να γείνη τι άξιον λόγου. Αι Δυνάμεις θέλουσι να εγγυηθώσι το ήμισυ μόλις και ολίγον τι πλέον της προτάσεώς μου. Αλλά τούτο δεν θέλω το δεχθή, και δυνατόν είναι να επέλθη ρήξις. Εγώ δεν ενδίδω· περί τούτου έχω ακράδαντον απόφασιν».

Το δυνατόν τούτο της ρήξεως είχε πάντοτε υπ' όψιν ο πρίγκηψ κατά την εν Παρισίοις διαμονήν αυτού. Επιπολαίως δε έγραφε τη 10)22 Απριλίου 1830 προς τον Καποδίστριαν: «Δυνατόν να επέλθη ρήξις, και ίσως επί τέλους σας έλθη άλλος ηγεμών».

Εν τούτοις, περί τα τέλη Απριλίου 1830, εμηνύθη αυτώ δι' εκτάκτου ταχυδρόμου, ότι ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ' είχε σπουδαίως ασθενήσει. Ο Λεοπόλδος καταλιπών εν πάση σπουδή τους Παρισίους επανέκαμψεν εις Λονδίνον. Τη 1η Μαΐου, ότε ο βασιλεύς της Αγγλίας ενομίζετο πλέον ως άπελπις, ηγγέλθη αυτώ υπό του λόρδου Άβερδην, ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις συγκατένευσαν να εγγυηθώσιν υπέρ του ζητηθέντος υπό του Λεοπόλδου δανείου των 60,000,000 φράγκων.

Εν Λονδίνω διατριβών έλαβε τον περιεκτικόν φάκελλον του Κυβερνήτου μετά της προσκλήσεως, όπως μεταβή ό,τι τάχιστα εις Ελλάδα και κατασιγάση την εθνικήν δυσαρέσκειαν επί τω πρωτοκόλλω τη 22)3 Φεβρουαρίου 1830.

Κατά τας ημέρας εκείνας ακριβώς, λέγει ο Βαρθόλδυς, εδημοσιεύετο διά των αγγλικών και γαλλικών εφημερίδων επιστολή τις εκ Κεφαλληνίας, καθ' υπαγόρευσιν των περί τον Καποδίστρια γεγραμμένη, και ισχυρότατα όζουσα στενού και περιωρισμένου ελληνικού πατριωτισμού. Εν Ελλάδι, έλεγεν η επιστολή, δεν λείπουσι πρόσωπα άξια του στέμματος· αντί τούτου όμως πάσα κατεβλήθη προσπάθεια, όπως καταστή αδύνατος πατριώτης έλλην βασιλεύς. Η Γερμανία, εξηκολούθει, είνε νυν η μόνη χώρα, όπου ακμάζουσιν έτι αι περί τιμαριωτικού κράτους και απολύτου μοναρχικού συστήματος θεωρίαι, και τούτου ένεκεν οι βασιλοθήραι έστρεψαν το βλέμμα των προς την ομιχλώδη των Τευτόνων γην, και εξελέξαντο τον πρίγκηπα του Κοβούργου, ίνα επιστέψωσι την άνοιαν αυτών. «Το όνομα του ανδρός τούτου πρώτην φοράν ακούεται εν Ελλάδι· αλλά γνωστόν είναι, ότι τώρα πλέον δεν γίνεται λόγος περί αγάπης και πίστεως μεταξύ ηγεμόνος και των υπηκόων του». Έτι καθαρώτερον ηρώτων γαλλικά φύλλα κατά τας ημέρας εκείνας, διατί εκωλύετο ο κόμης Καποδίστριας να φέρη εις πέρας το πλήρες ευλογίας έργον αυτού; διατί δεν εξελέγετο τουλάχιστον ως βασιλεύς ανήλικός τις, ανατιθεμένης της επιτροπείας αυτού τω Κυβερνήτη;

Πάντα ταύτα ανάγκη ήτο να σταθμισθώσι καλώς απέναντι των πολιτικών πραγμάτων της Αγγλίας, άτινα ηδύναντο ριζηδόν να μεταβληθώσι διά της αλλαγής ηγεμόνος. Ο Λεοπόλδος, ως και άλλοτε είπεν, απεφάσισε να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος· η επιθυμία της και άλλως αβεβαίας και απιθάνου αγγλικής αντιβασιλείας και η άποψις της αμφιβόλου πάντοτε και εφημέρου επιρροής, ήν ηδύνατο ούτος, ως ξένος, να ασκήση επί της αγγλικής κυβερνήσεως, ήσαν πομφόλυγες, αίτινες αύται μόναι δεν ηδύναντο βεβαίως να παρακινήσωσι τον υπό ρωμαντικού και εμπαθούς ενθουσιασμού υπέρ της Ελλάδος εμπνεόμενον πρίγκηπα, όπως παραιτηθή του ελληνικού θρόνου.

Η το ελληνικόν μαρτυρικόν στέμμα περιαυγάζουσα λάμψις ωχρία επί μάλλον, οσάκις ο πρίγκηψ παρέβαλλε την ασφαλή και ελευθέραν μομφών και ψόγων θέσιν εν Αγγλία προς την εν Ελλάδι την εκ της κατεσπευσμένης αυτού συναινέσεως πηγάζουσαν και διά της ατυχούς αυτού υποχωρήσεως απέναντι της διπλωματίας αγορασθείσαν.

Ο Λεοπόλδος δεν ήτο δυνατόν πλέον ν' αμφιταλαντεύηται, και ώφειλε να προβή εις οριστικήν τινα απόφασιν ή να δεχθή τον θρόνον της Ελλάδος ή να παραιτηθή επί τη ελπίδι αγγλικής αντιβασιλείας. Έπειτα δε και αυτή της ταραχοποιού και αδιασείστου Πύλης η συναίνεσις εις το πρωτόκολλον της 22)3 Φεβρουαρίου είχε δοθή τέλος τω 12)24 Απριλίου 1830, και φθάσει εις Λονδίνον. Η Πύλη απεδέχετο «ότι είχεν αποφασισθή ίνα αποκαταστήση την ασφάλειαν και ησυχίαν εν ταις χώρας εκείναις, και ασφαλίση ευτυχίαν και ειρήνην εις τους ανθρώπους.»

Η προς την εν Λονδίνω σύνοδον επιστολή του Λεοπόλδου της 3)15 Μαΐου προπαρεσκεύαζεν ήδη την παραίτησιν αυτού. Απεδέξατο μεν την αποστολήν αυτού μετ' ευγνωμοσύνης επί τη εις αυτόν εμπιστοσύνη, αλλά και μετά της ελπίδος συγχρόνως να συντελέση εις την ειρήνευσιν, την ανεξαρτησίαν και την ευημερίαν της Ελλάδος. Τούτο ωμοίαζε τα μέγιστα προς μομφήν. Η σύγκρουσις, ήν ο Καποδίστριας είχεν υποθάλψει και αναπτύξει μεταξύ των αποφάσεων των Δυνάμεων και των συμφερόντων της Ελλάδος, είχε καταστή όπλον εις χείρας του Λεοπόλδου, όπερ κατέβαλλε και αυτήν την ασθενεστάτην υπόνοιαν ανειλικρινείας και φιλοδοξίας. Η σύνοδος απήντησεν εις την ενδεχομένην ταύτην παραίτησιν διά διακοινώσεως αυτής αυθημερόν, εν ή εντόνως εμνημονεύοντο αι υποχρεώσεις, άς είχεν ήδη αναλάβει ο πρίγκηψ. Έγγραφον του Άγγλου αντιπρέσβεως Δώκινς, παριστών ως λίαν ευνοϊκήν την εν Ελλάδι εντύπωσιν των λονδινείων αποφάσεων, εχρησίμευσεν ως στήριγμα τοις πληρεξουσίοις, όπως καταδείξωσι προς τον πρίγκηπα, ότι ουδείς πλέον ηδύνατο να γείνη λόγος περί σπουδαίων δυσχερειών και κινδύνων: «Ευσεβάστως, αλλά σπουδαίως τολμώμεν να δηλώσωμεν, ότι η Υ.Β. Υψηλότης οφείλει εις τον ίδιον Αυτής χαρακτήρα, εις τας συμμάχους Δυνάμεις και εις το Ελληνικόν έθνος να μη αναβάλη επί πλέον την εκπλήρωσιν της σπουδαίας και λίαν εντίμου αποστολής, ήν ανέλαβεν».

Αλλ' ακριβώς η κατηγορική αύτη πρόσκλησις των πληρεξουσίων επήνεγκεν οριστικόν και αμετάκλητον το αποτέλεσμα. Ο Λεοπόλδος είχε βαρυνθή τον αγώνα, και δεν έλειπον αυτώ πλέον ισχυροί προς υποχώρησιν λόγοι. Εν τω οριστικώ δε περί παραιτήσεως αυτού εγγράφω της 9)21 Μαΐου 1830 χρησιμοποιούνται κάλλιστα η τε έκθεσις της Γερουσίας και αι επιστολαί του Κυβερνήτου.

Ιδού δε υπό ποιον πνεύμα εγράφη η επίσημος παραίτησις του Λεοπόλδου από του Ελληνικού θρόνου:

Παραίτησις της Α. Β. Υ. του πρίγκηπος Λεοπόλδου από του θρόνου της Ελλάδος.

Εν Λονδίνω, τη 9)21 Μαΐου 1830.

«Ο υπογεγραμμένος δεν δύναται, μετά ώριμον σκέψιν και πεποίθησιν, να ανακαλέση τας εν διακοινώσει αυτού από 3)15 τρέχοντος μηνός ανακοινωθείσας εις τους πληρεξουσίους των συμμάχων Δυνάμεων ιδέας του. Δεν δύναται να παραδεχθεί, ότι η τους αντιπρέσβεις απάντησις του Κυβερνήτου της Ελλάδος περιέχει πλήρη και εντελή του πρωτοκόλλου αποδοχήν. Φρονεί δε μάλλον, ότι εμφαίνει αύτη αναγκαστικήν τινα υποταγήν εις την θέλησιν των συμμάχων Δυνάμεων· και αυτή δε η αναγκαστική υποταγή συνοδεύεται υπό επιφυλάξεων μεγίστης σημασίας.

«Ο Κυβερνήτης ανακοινοί σαφώς εις τους αντιπρέσβεις, ότι η προσωρινή κυβέρνησις, συμφώνως προς τους ορισμούς της εν Άργει συνελεύσεως, δεν έχει την δύναμιν να εκφράση την συναίνεσιν του ελληνικού έθνους. Γνωρίζουσι καλώς οι παρόντες τότε αντιπρέσβεις, ότι, καθ' ά κηρύσσει το εν λόγω ψήφισμα, ουδεμία των μεταξύ της προσωρινής κυβερνήσεως και των συμμάχων Δυνάμεων συμφωνιών είναι υποχρεωτική διά το έθνος, μέχρις ού αναγνωρισθή και κυρωθή υπό των αντιπροσώπων αυτού, και ότι, αν συνεκαλούντο οι αντιπρόσωποι, δεν ήθελον ανταποκριθή εις τας οδηγίας των εντολέων αυτών, καθ' ήν περίπτωσιν απεδέχοντο τας προτάσεις των συμμάχων Δυνάμεων. Αλλά το τελευταίον μέρος της διακοινώσεως του Κυβερνήτου εκφράζεται έτι εντονώτερον υπέρ της ιδέας, ήν κατ' ανάγκην έχει ο υπογεγραμμένος· καθότι ο Κυβερνήτης λέγει, ότι η κυβέρνησις, έχουσα υπ' όψιν το περιεχόμενον του συμβιβασμού, επιφυλάσσεται να υποβάλη εις τον πρίγκηπα μετά του αντιγράφου της διακοινώσεως τοιαύτας παρατηρήσεις, οποίας δεν δύναται να αποκρύψη εις αυτόν, χωρίς να προδώση το προς την Ελλάδα και αυτόν τον ίδιον καθήκον της».

(Ενταύθα νομίζει ο υπογεγραμμένος, ότι δικαιούται να επανορθώση παρεννόησίν τινα, ήτις ηδύνατο να γεννηθή εκ της εκφράσεως της από 6 Απριλίου επιστολής του Κυβερνήτου. Ο υπογεγραμμένος ουδέποτε έδωκεν εις τον Κυβερνήτην αφορμήν να πιστεύση, ότι ήθελε πιθανώς αποδεχθή το Ελληνικόν θρήσκευμα).

«Ούτω δε η προς τους αντιπρέσβεις απάντησις της προσωρινής κυβερνήσεως συνωδεύθη υπό των παρατηρήσεων εκείνων και των πραγματικών λεπτομερειών, άς διεβίβασεν ο υπογεγραμένος εις τους πληρεξουσίους την 15 τ. μ. Είνε δε αύται λίαν σπουδαίαι, ως εκφράζουσαι τας περί των ορισμών του πρωτοκόλου ιδέας της ελληνικής Γερουσίας, και ουδ' επί στιγμήν είναι δυνατόν να παρεννοηθή το πνεύμα και η τάσις αυτών, ούτε να παροραθώσιν αι συνέπειαι αυτών. Ο Κυβερνήτης λέγει ρητώς, ότι η κοίνωσις του πρωτοκόλλου ηκούσθη υπό της Γερουσίας εν σκυθρωπή σιγή· ότι μετά ώριμον σκέψιν οι γερουσιασταί εδήλωσαν αυτώ, ότι δεν είχον το δικαίωμα να αποδεχθώσι το πρωτόκολλον της 3 Φεβρουαρίου, και ότι καθ' ήν έτι περίπτωσιν είχον λάβει παρά του έθνους το προς τούτο δικαίωμα, δεν ήθελον δυνηθή να εξασκήσωσιν αυτό, χωρίς να παραβώσι τα προς τους αδελφούς αυτών καθήκοντα· ότι ουδέποτε ήθελον συγκατανεύσει να ανατεθή εις τον Κυβερνήτην η εν ονόματι του έθνους εκτέλεσις του πρωτοκόλλου· ότι αι σύμμαχοι Δυνάμεις ηδύναντο να προβώσιν εις εκτέλεσιν των αποφάσεων αυτών, ούτοι όμως ήθελον μείνει ξένοι πάντοτε προς αυτάς· και ότι, αν εξεδίδοντο διαταγαί προς εκτέλεσιν αυτών εν ταις επαρχίαις, ουδείς ήθελεν υπακούσει.

»Εν άλλη διακοινώσει της 10)22 Απριλίου, πλην της προς τους αντιπρέσβεις απαντήσεως αυτού από 4)16 Απριλίου, ήν υπαινίσσονται οι πληρεξούσιοι ως εξαλείφουσαν τας ανησυχίας αυτών, λέγει ο Κυβερνήτης, ότι η Γερουσία εγκρίνει τέλος την προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν αυτού, και παρασκευάζει, συνεπεία των προτέρων αυτής ανακοινώσεων, αναφοράν και υπόμνημα, δι' ών εκτίθενται οι λόγοι, δι' ούς ηρνήθη να αποδεχθή τα υπό των συμμάχων συμπεφωνημένα. Η διακοίνωσις αύτη ου μόνον δεν διαλύει τας εκ της προτέρας ανακοινώσεως γεννηθείσας ανησυχίας, αλλά τουναντίον μάλιστα επιβεβαιοί αυτάς εντελώς· καθότι ο Κυβερνήτης αναφέρεται πάλιν εις τας παρατηρήσεις, αίτινες συνώδευσαν την επίσημον αυτού προς τους αντιπρέσβεις απάντησιν, πάντα δε ταύτα καταδεικνύουσι σαφώς εις τον υπογεγραμμένον, ότι η πραγματική και αψευδής γνώμη της ελληνικής Γερουσίας και του ελληνικού λαού είναι σταθερώς και αμετακλήτως πολεμία εις τας αποφάσεις των συμμάχων Δυνάμεων.

»Τα αναφερόμενα έγγραφα προσαρτώνται εις την παρούσαν, σημειούμενα διά των στοιχείων Α, Β, Γ, (ΝΑ', ΝΒ', ΝΓ').

«Ο υπογεγραμμένος νομίζει ασυμβίβαστον προς τον χαρακτήρα και τα φρονήματά του το να επιβληθή εις αντιπαθή λαόν και να παραστή προ της διανοίας αυτού ως η ζώσα εκπροσώπησις της περικοπής της χώρας του, της εγκαταλείψεως των συμμαχητών του, και της εκκενώσεως χωρών και οίκων, εξ ών ουδέποτε τέως, πλην τυχαίων επιδρομών, είχον διώξει τους Έλληνας οι Τούρκοι. Τα αποτελέσματα ταύτα πάντοτε εφοβήθη ο υπογεγραμμένος. Κατά την πρώτην αυτού συνδιάλεξιν μετά του πρώτου λόρδου του θησαυροφυλακίου την 28)9 Φεβρουαρίου εδήλωσεν, ότι δεν ήθελε μεταβή εις την Ελλάδα, όπως διοικήση τους Έλληνας συνεπεία συμβάσεως, ήτις ηδύνατο να επιφέρη αιματοχυσίαν και σφαγήν των αδελφών αυτών· υπέβαλε δε την ένστασιν, ότι τα όρια ήσαν στρατιωτικώς λίαν ασθενή και επισφαλή, και απήτησεν υπέρ των Ελλήνων το δικαίωμα του να αντιστώσιν εις την εκλογήν αυτού. Ο υπογεγραμμένος οφείλει ενταύθα να παρατηρήση, ότι κατ' ουδεμίαν περίοδον των διαπραγματεύσεων εγένοντο διαβήματα προς συνομολόγησιν συμβάσεως, ής αφετηρίαν μόνον και βάσιν ενόμιζε το πρωτόκολλον πάντοτε ο υπογεγραμμένος, και ής την σπουδαιότητα προσεπάθησε να παραστήση διά της αυτής διακοινώσεως εις τον δούκα Βέλλιγκτον, ελκύων επ' αυτής την προσοχήν του. Αν δε ανεβλήθη η σύμβασις αύτη, δεν πταίει βεβαίως εις τούτο ο υπογεγραμμένος. Ουδέποτε απέκρυψεν εις τους πληρεξουσίους, ότι, όσον διατεθειμένος και αν ήτο να προσφέρη προσωπικάς θυσίας υπέρ της ευδαιμονίας των Ελλήνων, δεν εδικαιούντο όμως ούτοι να προσδοκώσιν, ότι ήθελε μεταβή εις την χώραν αυτών, χωρίς της ασφαλείας εκείνης αυτού τε και των Ελλήνων, ήν δύνανται να παράσχωσι μόνον οι ορισμοί επισήμου και επικεκυρωμένης συνθήκης. Εν επιστολή αυτού της 8 Μαρτίου εξεφράσθη και πάλιν ομοίως ρητώς, ισχυρισθείς, ότι ήθελεν είναι αναγκαίον να κατακτηθώσι παρά των Ελλήνων αι παραχωρούμεναι επαρχίαι, όπως δοθώσιν αύται εις τους Τούρκους, και ότι ο νέος ηγεμών δεν ηδύνατο να εγκαινίση την αρχήν αυτού διά μέτρων πολιτικής αναγκαζούσης τους Έλληνας να καταλίπωσι την πατρίδα αυτών.

«Αν η ελληνική Γερουσία δεν είχεν εκφράσει ιδέαν τινά, ή είχε μεν εκφράσει τοιαύτην, αλλά διά γλώσσης τουλάχιστον υποσημαινούσης την πιθανήν ελπίδα της συναινέσεως αυτής εις τοιαύτα μέτρα, ηδύνατο ίσως ο υπογεγραμμένος, καί τοι άκων, να καταστή όργανον εκτελέσεως των αποφάσεων των συμμάχων Δυνάμεων, και να προσπαθήση όπως μετριάση κατά το δυνατόν την σκληρότητά των και παρατρέψη την τάσιν αυτών. Αλλ' η γλώσσα της Γερουσίας είνε τόσω σαφής, όσω φυσικά είνε τα αισθήματά της.

«Ούτω δε η θέσις του υπογεγραμμένου καθίσταται λίαν δυσάρεστος, διότι εν τω αυτώ πρωτοκόλλω συνάπτεται η εκλογή αυτού προς τα καταναγκαστικά εκείνα μέτρα. Πρώτη αυτού πράξις ως ηγεμόνος ήθελεν είναι να εξαναγκάση τους ιδίους αυτού υπηκόους διά ξένης ενόπλου δυνάμεως εις την προς τους εχθρούς αυτών εκχώρησιν της χώρας και των κτημάτων των, ή, ενούμενος μετ' αυτών, να αντιστή εις την εκτέλεσιν μέρους της αυτής εκείνης συνθήκης, ήτις τον ανεβίβαζεν επί τον θρόνον της Ελλάδος ή να ματαιώση αυτήν.

«Είναι δε βέβαιον, ότι έν των δύο τούτων ήθελεν απαιτηθή παρ' αυτού, διότι η μεταξύ των δύο γραμμών χώρα — η Ακαρνανία και μέρος της Αιτωλίας — αίτινες πρόκειται να εκχωρηθώσιν εις τους Τούρκους, διατελούσι μετά των φρουρίων αυτών υπό την ειρηνικήν κατοχήν των Ελλήνων. Εκ της χώρας ταύτης δύναται η Ελλάς να πορίζηται την καλλίστην προς ναυπήγησιν ξυλείαν· αυτή δ' εχορήγησε διαρκούντος του πολέμου τους καλλίστους στρατιώτας. Οι πρώτοι των Ελλήνων οπλαρχηγοί κατάγονται εξ ακαρνανικών και αιτωλικών οικογενειών. Ότε το πρωτόκολλον της 22 Μαρτίου 1829 έφθασεν εις την Ελλάδα, και εγένετο γνωστή η συναίνεσις των Τούρκων εις την εν τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως έκτασιν της ελληνικής χώρας, επανέκαμψαν αι επιζήσασαι εις τον πόλεμον οικογένειαι, και ήρξαντο ανοικοδομούσαι τους οίκους και τας πόλεις αυτών και καλλιεργούσαι τους αγρούς των. Ο πληθυσμός ούτος δεν θέλει βεβαίως υποταχθή πλέον χωρίς αντιστάσεως εις τον τουρκικόν ζυγόν, οι δε άλλοι Έλληνες δεν δύνανται να εγκαταλείψωσιν αυτούς εις την μοίραν των, ούτε θέλουσι βεβαίως το πράξει.

»Ούτως εχόντων των πραγμάτων, καθαρά και ευθεία είναι η οδός του καθήκοντος, όπερ έχει να εκπληρώση ο υποφαινόμενος προς την Ελλάδα. Καθ' όλην την διάρκειαν των διαπραγματεύσεων τούτων ουδέν άλλο είχεν υπ' όψιν αυτού ή τα συμφέροντα της χώρας εκείνης, και ου μόνον κατά τας εγγράφους αυτού ανακοινώσεις, αλλά και κατά τας προφορικάς του συνδιαλέξεις αυτού των υπουργών της Αγγλίας και των πληρεξουσίων των συμμάχων αυλών διεμαρτυρήθη αδιαλείπτως, όπως μη αναγκασθώσιν οι έλληνες εις κατάστασιν πραγμάτων αντιβαίνουσαν κατά πάσαν πιθανότητα εις τας επιθυμίας των, και στερούσαν αυτούς, ως παρατηρεί ο Κυβερνήτης, των αξιώσεων εκείνων, εις άς αι μεγάλαι των θυσίαι δικαιούσιν αυτούς να επιμένωσι.

«Λαβών υπό σκέψιν ο υπογεγραμμένος την υψηλήν τιμήν του να γείνη ηγεμών της Ελλάδος, έπραξε τούτο, επιθυμών να αναγνωρισθεί ελευθέρως και ομοθύμως υπό του ελληνικού έθνους και να προσαγορευθή υπ' αυτού ως φίλος, ούτινος τη μεσιτεία έμελλον να ανταμειφθώσιν οι μακροί και ηρωικοί αυτού αγώνες διαρκώς και αδιασείστως, διά της εξασφαλίσεως των επαρχιών αυτού και της ιδρύσεως της ανεξαρτησίας του.

«Μετά βαθυτάτης αυτού λύπης βλέπει ο υπογεγραμμένος καταστρεφομένας τας ελπίδας ταύτας, και αναγκάζεται να δηλώση ότι τα υπό των συμμάχων Δυνάμεων ορισθέντα και η αντίστασις των Ελλήνων αφαιρούσιν αυτού την δύναμιν προς εκτέλεσιν του ιερού και ενδόξου αυτού έργου, και επιβάλλουσιν αυτώ τουναντίον έργον πάντη διαφόρου φύσεως, το έργον τουτέστιν επιτρόπου των συμμάχων Δυνάμεων, εκλεχθέντος παρ' αυτών, όπως τηρή υποτεταγμένην την Ελλάδα διά της βίας των όπλων των. Τοιαύτη τις αποστολή και των αισθημάτων αυτού ήθελεν είναι εναντία, και τον χαρακτήρα του συνάμα ήθελε ταπεινώσει, ως αντιβαίνουσα εις τον σκοπόν της από 24)6 Ιουλίου συμβάσεως, καθ' ήν συνηνώθησαν αι τρεις Δυνάμεις προς επίτευξιν της ειρηνεύσως της Ανατολής.

«Τούτου ένεκεν ο υπογεγραμμένος αποτίθησι σαφώς και καθαρώς εις χείρας των πληρεξουσίων το αξίωμα, όπερ δεν επιτρέπουσιν αυτώ πλέον αι περιστάσεις να αναλάβη προς τιμήν εαυτού, το αγαθόν της Ελλάδος, και προς όφελος των γενικών συμφερόντων της Ευρώπης.

ΛΕΟΠΟΛΔΟΣ, Πρίγκηψ του Σαξ-Κόβουργ

Τοιαύτη ήτο η παραίτησις του εκλεκτού του πρωτοκόλλου της 22)3 Φεβρουαρίου 1830. Και δεν είχεν άδικον ο πρίγκηψ παραιτηθείς του θρόνου της Ελλάδος· διότι εθεώρησεν ως μέγα βάρος να κυβερνήση χώραν πτωχοτάτην και στενωτάτην, μεταβληθείσαν, μετά επταετείς εξολοθρευτικούς αγώνας, εις σωρόν ερειπίων και εν ή πλείσται όσαι ραδιουργίαι εξυφαίνοντο κατά του Κυβερνήτου και κατά του μέλλοντος ηγεμόνος αυτής· άμα δε διότι δεν ηθέλησε να ασπασθή την ελληνικήν θρησκείαν, αρνηθείς να δεχθή στέμμα τοσούτον στενής και περιωρισμένης χώρας, μη εχούσης αρκετόν χώρον, όπως αναπτυχθή και προοδεύση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Αίτια της παραιτήσεως του πρίγκηπος Λεοπόλδου του ελληνικού θρόνου. — Αι περί αυτής κρίσεις της Αγγλίας. — Μεταμέλεια του Λεοπόλδου επί τω παραιτήσει. — Επιστολή αυτού προς τον Στάιν. — Τα εν Ελλάδι επί τω ακούσματι της παραιτήσεως. — Ίδρυσις εν Σύρω ασφαλιστικής εταιρίας και εμποροδικείου. — Η Ιουλιανή εν Γαλλία επανάστασις — Αντίκτυπος αυτής εν Ελλάδι. — Δυσχέρειαι του Καποδιστρίου. — Τα περί εκκενώσεως Αττικής και Ευβοίας υπό των Τούρκων.


Η διαγωγή του πρίγκηπος Λεοπόλδου, μετά την κατάθεσιν των σχετικών προς την παραίτησιν αυτού εγγράφων, εγένετο αντικείμενον σφοδροτάτων συζητήσεων εν τω αγγλικώ κοινοβουλίω. Πολλαχώς κατεμέμφθησαν αυτού επί αστασία, και κατηγόρησαν μάλιστα, ότι ηθέλησε να εμπορευθή το ελληνικόν στέμμα. Εξ ετέρου δε παρέσχεν ευκαιρίαν η αποχώρησις αυτού εις βιαίας προσβολάς κατά του τορικού υπουργείου, ούτινος κατηγορήθη ου μόνον άγνοια αλλά και έλλειψις χρηστότητος. Εν τούτοις η λονδίνειος σύνοδος διά πρωτοκόλλου απεφάσισε 2)14 Ιουνίου, όπως οι εν Κωνσταντινουπόλει και εν Ελλάδι αντιπρόσωποι των συμμάχων Δυνάμεων δηλώσωσεν εκεί, ότι «το παρεμπεσόν γεγονός κατ' ουδέν έμελλε να μεταβάλει τας αποφάσεις των τριών αυλών, ή να παραβλάψη την ομοφροσύνην αυτών, και ότι απόφασιν είχον να εκτελέσωσι τα κατά την 22)3 και 8)20 Φεβρουαρίου 1830 ορισθέντα, άτινα είχον αποδεχθή η τε Πύλη και η ελληνική κυβέρνησις».

Και ο μεν Μέττερνιχ εθεώρησε την «αξιοθρήνητον διαγωγήν του πρίγκηπος Λεοπόλδου ως συνέπειαν των υπό της συμμαχίας γενομένων απειραρίθμων σφαλμάτων, ήτις, μη αρκεσθείσα ότι εδημιούργησεν αφηρημένην τινά Ελλάδα, πριν ή συνεννοηθή ως προς τους όρους της υλικής υπάρξεως του δημιουργήματος αυτής, εδημιούργησε προς τούτοις ηγεμόνα, πριν ή βεβαιωθή περί της αποδοχής αυτού. Ούτω δε η ανοησία του πρίγκηπος Λεοπόλδου υπήρξεν έργον της βρεττανικής αυλής». Η ρωσική όμως διπλωματία ουδεμίαν έχουσα αφορμήν να φεισθή του πρίγκηπος του Κοβούργου, εις όν ησμένιζεν υποβάλλουσα εγωιστικάς αφορμάς και την όρεξιν μάλιστα της αγγλικής αντιβασιλείας, έλεγε:

»Την αντιβασιλείαν αυτήν ουδέποτε θέλει επιτύχει, αφού μάλιστα συνετέλεσεν ούτω την αισχύνην αυτού. Τοιούτος ηγεμών είναι ύβρις της βασιλείας». Εν Ελλάδι δ' ελέχθη και επανελήφθη υπό των εχθρών του Κυβερνήτου ότι τα μέγιστα ούτος συνετέλεσε διά της προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον αλληλογραφίας αυτού εις την απόφασιν ταύτην η ανάγνωσις όμως των επιστολών εκείνων, άς εν τη ιστορία υμών ταύτη κατεχωρίσαμεν επίτηδες, πείθει, νομίζομεν, πάντα ότι καθήκον είχεν ο Κυβερνήτης και τας ανάγκας της χώρας να εκθέση και περί της καταστάσεως αυτής να διαφωτίση τον μέλλοντα άρχοντα αυτής και τα μέσα της εδραιώσεως της δυναστείας αυτού καταλλήλως να υποδείξη. Διότι έπραξε το καθήκον τούτο, δικαιούμεθα άραγε να ενορώμεν κακοβουλίαν, μη αποδεικνυομένην εκ των εγγράφων; Είτε διότι ο πρίγκηψ Λεοπόλδος εφιλοδόξησεν ετέρου θρόνου, είτε διότι όντως επεθύμει να παράσχη ικανοποίησιν των πόθων του λαού αυτού περί των μεθορίων, ο Κυβερνήτης ουδαμώς συνετέλεσαν εις την περί παραιτήσεως απόφασιν αυτού. Τουναντίον εάν τις ηδύνατο να θεωρηθή ως συντελέσας εξ Ελλάδος εις την παραίτησιν του Λεοπόλδου, βεβαίως εισίν οι του Κυβερνήτου αντιπολιτευόμενοι, οίτινες και αναφοράς λαθραίως και απορρήτως υπογεγραμμένας προς τον πρίγκηπα Λεοπόλδον απέστειλαν, δι ών «είχον την οίησιν του να χαρακτηρίσωσι την κοινήν γνώμην και τας ευχάς της Κυβερνήσεως και της Γερουσίας εις τα περί της τύχης της Ελλάδος εμβριθή ζητήματα ως μίαν γνώμην και ως ευχάς, αι οποίαι δεν είχον δήθεν την εθνικήν συγκατάθεσιν», ως έλεγεν ο Καποδίστριας εν τη προς τους αντιπρέσβεις των ευεργετίδων Δυνάμεων τη 14)26 Ιουλίου 1830 απαντήσει αυτού.

Έπειτα δε, εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων, ως κατηγόρουν αυτού οι εχθροί, προς τι να ζητήση να πείση τον Λεοπόλδον εις το να μη αποδεχθή τον θρόνον της Ελλάδος, αφ' ού ο οίκος Κόβουργ είχε μεγίστην συγγένειαν προς τον εν Ρωσία δυναστικόν οίκον των Ρωμανώφ;

Ο Λεοπόλδος ήτο υιός του δουκός Φραγκίσκου Σαξ-Κόβουργ. Η οικογένεια Κόβουργ συνεδέετο τότε προς τους Ρωμανώφ της Ρωσίας ένεκα του γάμου της αδελφής αυτού Ιουλιάνας μετά του μεγάλου Δουκός Κωνσταντίνου. Ο Λεοπόλδος κατετάγη εν τω στρατώ της Ρωσίας μετά του βαθμού του στρατηγού και συνώδευσε μετά ταύτα τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον εις το συνέδριον της Έρφουρτ. Ο Καποδίστριας είχε γνωρισθή λοιπόν μετά του Λεοπόλδου αρκούντως, διότι μετά ταύτα συνυπηρέτησε μετ' αυτού εν Ρωσία και ήτο εν γνώσει όλων των αρετών εκείνου, όπως ευσυνειδήτως προτείνη αυτόν τοις πρεσβευταίς των τριών Δυνάμεων, υποδείξη δε τοις Έλλησιν όπως εκλέξωσιν αυτόν ηγεμόνα.

Εάν ο Καποδίστριας ήτο Ρωσόφρων και όργανον της Ρωσίας, επαναλαμβάνομεν, διατί ν' αποτρέψη ένα συγγενή της αυτοκρατορικής οικογενείας, πρώην στρατηγόν αυτής, να έλθη εν Ελλάδι, αφού ούτος δεν ηδύνατο ν' αναβή τον θρόνον και θέση στέμμα επί της κεφαλής αυτού; Διατί αντ' αυτού να επιθυμή να έλθη άλλος βασιλεύς αγνώστου ικανότητος, αγνώστων ιδεών, αγνώστων δοξασιών και προς αυτόν αγνώστου συμπαθείας;

Το κυριώτερον αίτιον της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, καθ' ημάς, ήτο, ως είπομεν, η σοβαρά ασθένεια του βασιλέως της Αγγλίας, πάραυτα μετά την εκλογήν αυτού εις τον θρόνον της Ελλάδος. Διότι ο Λεοπόλδος ήτο ωρισμένος εν περιπτώσει θανάτου του βασιλέως να γίνη αντιβασιλεύς της Αγγλίας, ως νυμφευθείς τη 2 Μαΐου 1816 την πριγκήπισσαν Αυγούσταν Σαρλότταν, διάδοχον του θρόνου της Μεγάλης Βρεττανίας. Ο γάμος ούτος εψηφίσθη την 27 Μαρτίου 1816 παρά του Κοινοβουλίου της Αγγλίας, δόντος προς αυτόν τον τίτλον του Άγγλου Δουκός Κένδαλ και το προνόμιον του να παρίσταται, ως έφθημεν ειπόντες, εν απάσαις ταις τελεταίς ή συναθροίσεσι των Δουκών του Στέμματος της Αγγλίας. Εδόθη προς αυτόν επίσης ο τίτλος του Στρατάρχου της Μεγάλης Βρεττανίας και έδρα εν τω μυστικώ συμβουλίω. Δυστυχώς η δημοφιλής Πριγκήπισσα Αυγούστα Σαρλόττα απεβίωσε κατά τον τοκετόν, την 5 Νοεμβρίου 1817, αφείσα απαρηγόρητον λύπην εις το αγγλικόν έθνος και γενικήν συμπάθειαν και υπόληψιν προς τον Λεοπόλδον, όστις εξηκολούθει να κατοική εν Αγγλία και λαμβάνει παρά της Βρεττανικής Κυβερνήσεως χορήγησιν ετησίαν 50,000 λιρών στερλινών. Δεν παρήλθεν, ως είδομεν ανωτέρω, χρόνος πολύς μετά την παραδοχήν του Ελληνικού Στέμματος, και τον Μάιον του 1830 ασθενεί βαρέως ο βασιλεύς της Αγγλίας Γεώργιος ο Δ'. Η ανεψιά του Λεοπόλδου Αλεξανδρίνα Βικτωρία, ενδεκαέτις κόρη, ήτο άδοξος κληρονόμος του θρόνου, καθό θυγάτηρ μονογενής του Δουκός της Κεντ, τετάρτου υιού του Γεωργίου Γ' και της Πριγκηπίσσης Λουίζης Βικτωρίας του Σαξ-Κόβουργ. Αλλ' ο θρόνος Αγγλίας ημφισβητείτο τότε και παρά του δουκός της Κλάρενς αρχιναυάρχου των στόλων της Μεγάλης Βρεττανίας, τρίτου υιού του Γεωργίου Γ', όστις ουδεμίαν ενέπνεεν εμπιστοσύνην προς τας Αγγλικάς βουλάς, όντως δώσωσι τας ηνίας του Κράτους εις χείρας εκείνου. Αφ' ενός ο ιδιωτικός βίος μετά της δεσποινίδος Ζουρδαίν, αφ' ετέρου ο ανεπιτυχής ναυτικός βίος, απέδειξαν τρανώς την αναξιότητα αυτού. Ούτος έζη κυρίως εν Αννόβερ, ο δε θάνατος του Δουκός της Υόρκ τω 1827 εποίει αυτόν επίσης επίδοξον κληρονόμον του Στέμματος και της Αγγλίας και του Αννόβερ. Ως εκ της μηδαμηνότητος τούτου, οι φίλοι του Λεοπόλδου ενουθέτουν αυτόν να παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, διότι εθεωρείτο βεβαιότατον ότι ήθελεν εκλεγή αυτού η ενδεκαέτις ανεψιά Βικτωρία, η νυν γηραιά βασίλισσα της Μεγάλης Βρεττανίας, εις τον θρόνον της Αγγλίας, ούτος δε ήτο ο ωρισμένος Αντιβασιλεύς μέχρι της ενηλικιότητος εκείνης.

Ιδού διατί παρητήθη του ελληνικού θρόνου ο Λεοπόλδος, όστις τοσαύτην το κατ' αρχάς εδείκνυεν υπέρ των Ελλήνων συμπάθειαν, ήν δεν επαύσατο τρέφων, ως αυτός ούτος είπε, μετά δύο μήνας μεταμελούμενος διά την παραίτησιν αυτού προς τον λόρδον Πάλμερστον. Και δεν μετεμελείτο προσποιητώς· διότι ο Γεώργιος Δ' απεβίωσε την 26 Ιουνίου 1830. Ο δουξ του Κλάρενς αυθημερόν ανελπίστως ανεγνωρίσθη παρά των βουλών της Αγγλίας ως βασιλεύς υπό τον τίτλον Γουλιέλμος Δ'. Αι ελπίδες του Λεοπόλδου λοιπόν διά τον θρόνον της Αγγλίας εματαιώθησαν. Η επανάστασις της Γαλλίας ήρξατο κατ' Ιούλιον του 1830, τον δε Αύγουστον του 1830 ο δουξ του Ορλεάν εγένετο βασιλεύς των Γάλλων υπό το όνομα Λουδοβίκος Φίλιππος. Ο Λεοπόλδος, εάν δεν είχε παραιτηθή του θρόνου της Ελλάδος, τη 9)21 Μαΐου, ηδύνατο, μετά την αποτυχίαν του θρόνου της Αγγλίας, να νυμφευθή την θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου αδεία της Γαλλικής αυλής και να έλθη εις Ελλάδα (75). Αλλ' άλλαι ήσαν αι βουλαί της Θείας Προνοίας, και ο Λεοπόλδος μετά έν έτος ακριβώς ανέβη εις τον θρόνον του Βελγίου, εγκαταλιπών τα εν Αγγλία δικαιώματα αυτού καθώς και την χορήγησιν των 50,000 λιρών, νυμφευθείς μετά ταύτα την αγαπητήν πριγκήπισσαν Λουίζαν του Ορλεάν, θυγατέρα του Λουδοβίκου Φιλίππου, βασιλέως της Γαλλίας.

Εν τούτοις, ο τοσούτον σκληρώς επιτιμώμενος απανταχού ηγεμονικός μνηστήρ της Ελλάδος ιδού πώς εδικαιολόγησε βαθύτερον προς τον βαρώνον Στάιν την περί παραιτήσεως αυτού απόφασιν δι' επιστολής αυτού της 29)10 Ιουνίου 1830:

«Τα πάντα κατεστράφησαν, και θα αναγκασθώσι πιθανώς επί τέλους αι Δυνάμεις να μεταβάλωσι τα όρια. Καθότι τις έντιμος ανήρ θα θελήση να αναλάβη την ηγεμονίαν, υποχρεούμενος σύναμα να διώξη τους Έλληνας εκ της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, ησύχως και εντελώς κατέχουσιν; Αφ' ής στιγμής ούτοι εθεώρησαν τα περί της Ελλάδος ορισθέντα ως καταστρέφοντα τα πολυτιμότατα των συμφερόντων αυτών, αι δε Δυνάμεις ουδέν ηθέλησαν να μεταβάλωσι, δυσχερής αν μη αδύνατος εγένετο η ελπίς επιτυχίας. Ο της Ελλάδος ηγεμών ήθελεν ευρεθή εις την θλιβεράν θέσιν, μηδεμίαν να ευχαριστή φατρίαν, ενώ αμφότεραι ήθελον προσπαθήσει να επιρρίψωσι την ευθύνην επί του ηγεμόνος, να κατηγορήσωσιν αυτόν επί ανικανότητι. Ότε το τελευταίον ελαλήσαμεν περί του αντικειμένου τούτου, ορθώς μοι παρετηρήσατε, ότι δεν ήτο δυνατόν να αναλάβη τις το έργον αυτό, χωρίς επαρκών προς επιτυχίαν μέσων. Δεν καταδικάζω τους θρόνος στερήσαντάς με τα μέσα ταύτα, καθότι επ' αυτών των ιδίων πίπτει το κακόν».

Όπως ποτ' αν η, η αιφνιδία παραίτησις του πρίγκηπος Λεοπόλδου εβύθισε την Ελλάδα εις αναρχίαν, ής τας φρικώδεις συνεπείας κατέδειξεν η 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η ολόκληρον το έθνος εις δύο διαιρέσασα αλληλομαχόμενα στρατόπεδα μέχρι βασιλείας του πρώτου της νεωτέρας Ελλάδος βασιλέως Όθωνος. Η παραίτησις του Λεοπόλδου υπήρξεν ολεθρία διά τον Καποδίστριαν· όν επανέρριψεν εις μεγίστην αμηχανίαν, αλλ' αφ' ετέρου μεγάλας παρέσχε τας ωφελείας τω έθνει, μεθ' όλην την απελθούσαν αναρχίαν διότι εξεβίασε την εν Λονδίνω σύνοδον να αποδεχθή βραδύτερον εκείνο, όπερ ώφειλε να αποδεχθή ενωρίτερον, την κατά το σχέδιον δηλαδή του Καποδιστρίου αύξησιν των ορίων της ανεξαρτήτου κηρυχθείσης Ελλάδος, κατά την επί τη εκλογή του Όθωνος υπογραφήν των πρωτοκόλλων της 1)13 Ιανουαρίου 1832, του της 25)7 Μαρτίου και της 27)9 Ιουλίου 1832.

Τα εν Ελλάδι πράγματα είχον φθάσει επί ξυρού ακμής. Η αντιπολίτευσις κατήντησεν επιθετικωτάτη, τα πάντα ως εκ της κακής πολιτείας του Κυβερνήτου θεωρούσα ως πηγάζοντα. Εν τούτοις, ο Καποδίστριας εζήτει να συμπληρώση ταχέως τα τη διοικήσεως αυτού, και να προαγάγη την υλικήν της χώρας ευημερίαν. Εν Σύρω ιδρύθη η πρώτη ασφαλιστική εταιρία, διά κεφαλαίου 60,000 ταλλήρων· ο δε Κυβερνήτης εκύρωσεν αυτήν και μετέσχεν αυτής μάλιστα, εγγραφείς διά πολλάς μετοχάς. Οι Έλληνες εμποροπλοίαρχοι ηναγκάζοντο τέως, μη αναγνωριζομένης έτι της Ελλάδος υπό της Πύλης ως αυτοτελούς δυνάμεως, να τάσσωνται υπό την προστασίαν μιας των μεσιτριών μεγάλων Δυνάμεων, οσάκις εισέπλεον εις τα Δαρδανέλλια. Ο Κυβερνήτης κατώρθωσε, παρακαλέσας προς τούτο τας συμμάχους, να δοθή η του διάπλου ελευθερία εις την ελληνικήν σημαίαν. Επεμελήθη της εμπορικής δικαιοσύνης, συστήσας εν Σύρω τα προ πολλού ήδη εψηφισμένον Εμποροδικείον, εις τοσούτο δε μάλιστα προέβη, ώστε ηθέλησε να διαιρέση τους Έλληνας εμπόρους, κατά τα εν Ρωσία νενομισμένα, εις δύο τάξεις. Εν τούτω όμως απήντησεν αντίστασιν. Η πτωχοτέρα εμπορική τάξις της Ερμουπόλεως και της Σύρου προέβη κατ' Απρίλιον του 1830 εις εκφανή στάσιν κατά της νέας ταύτης βελτιώσεως. Ο Κυβερνήτης ηναγκάσθη τότε αυτοπροσώπως να μεταβή εις Σύρον, όπου διέταξε συνοπτικήν ανάκρισιν και την σύλληψιν των πρωταιτίων της στάσεως, ούς μετήνεγκεν εις Ναύπλιον, και μακρά κατ' αυτών ήρξατο δίκη, διαρκέσασα επί ολόκληρον σχεδόν έτος και καταλήξασα εις λίαν αόριστον αθώωσιν αυτών. Και απέτισαν μεν ούτω την οργήν της κυβερνήσεως, αλλ' η απαίτησις αυτών κατίσχυσε· διότι ο νέος οργανισμός της εμπορικής τάξεως δεν κατωρθώθη να εκτελεσθή. Μικράν επίσης έσχον επιτυχίαν και αι εν τη Εθνική Χρηματιστική Τραπέζη μεταρρυθμίσεις, αίτινες προορισμόν είχον να συμπληρώσωσι και να ελκύσωσιν εις αυτήν την δημοσίαν πίστιν, δι' υποθηκεύσεως εθνικών τινων κτημάτων. Επέβαλε τον ποιμνιακόν φόρον όστις δύναται να θεωρηθή ως ορθόν οικονομικόν μέτρον, επειδή όμως η εν Πελοποννήσω είσπραξις αυτού ανετέθη τω γέροντι Κολοκοτρώνη, ολίγα εισήχθησαν εις το δημόσιον ταμείον. Ούτω δε μεθ' όλην την καλήν θέλησιν του Κυβερνήτου τα εσωτερικά ότε της Ελλάδος πράγματα εσκυθρώπαζον οσημέραι, και μάλιστα ότε επήλθεν η τροπή εκείνη εν τη μεγάλη ευρωπαϊκή πολιτική Γαλλική ιουλιανή επανάστασις, ήτις απεστέρησε τον Κυβερνήτην της εξωτερικής υποστηρίξεως και του ερείσματος επομένως αυτού.

Συνεζήτουν έτι οι Έλληνες μετά της ιδιαζούσης αυτοίς πολιτικής εμπαθείας τα της παραιτήσεως του Λεοπόλδου, ότε ηγγέλθη το παράτολμον πραξικόπημα του Πολινιάκ κατά της εκλογικής ελευθερίας του Γαλλικού έθνους, τα διατάγματα, και η ευθύς μετ' ολίγον πτώσις του Καρόλου του Ι', του αληθούς φιλέλληνος εκείνου βασιλέως. Μόλις μαθών ο Κυβερνήτης διά των αντιπρέσβεων τα γενόμενα, συνεκάλεσε την Γερουσίαν, ανεκοίνωσεν αύτη το άγγελμα και προύτεινε να διορισθή έκτακτος απεσταλμένος παρά τη νέα γαλλική κυβερνήσει ο πρίγκηψ Σούτσος όστις τέως είχεν εκπροσωπήσει τα ελληνικά συμφέροντα εν Παρισίοις. Δεν διέφυγεν όμως την οξυδέρκειαν αυτού ότι καιρίως είχε πληγή, διά της ιουλιανής επαναστάσεως, η επιρροή πάσα, ήν ήσκει επί της γαλλικής πολιτικής η Ρωσία από παλινορθώσεως του 1815, και ιδίως από της αναβάσεως τον θρόνον Καρόλου του Ι'.

Τούτου ένεκα η Γαλλία προέβη εις σύνδεσμον μετά του νέου υπουργείου της Μεγάλης Βρεττανίας, όπερ μετά την παραίτησιν σιδηρού δουκός Βέλλιγκτον, είχε σχηματισθή εκ του κομμάτος των Ουίγων υπό την προεδρείαν του λόρδου Γρέυ.

Η ηχώ του μεγάλου πολιτικού τυφώνος μετεδόθη αμέσως εις την Ανατολήν, επιστολή δε τις του Ρικόρδ υπό ημερομηνίαν 15)27 Ιουλίου 1830 βεβαιοί την εντύπωσιν, ήν το σπουδαίον άγγελμα προυξένησεν εις το αναβράζον ελληνικόν έθνος. Ο ρώσος ναύαρχος εκτίθησιν ως εξής προς τον πρίγκηπα Νέσσελροδ την εν Ελλάδι κατάστασιν:

«Προ μικρού έτι εφαίνοντο ενταύθα τα πράγματα ειρήνην και ησυχίαν επαγγελλόμενα. Αλλ' αίφνης ήλλαξαν πάντα. Τα εν Γαλλία συμβάντα ανεπτέρωσαν εκ νέου τα σκευωρήματα των ξένων, και η ησυχία διεπράχθη πάλιν υπ' ανδρών, ούς δεν εμπνέει αληθής πατριωτισμός, αλλά κινεί μόνον η φιλαρχία, η φιλοχρηματία και άλλαι ατομικαί πυρετικαί ορέξεις. Αι πενιχραί της κυβερνήσεως δυνάμεις πταίουσιν επίσης πολύ, ότι οι κακούργοι μένουσιν ατιμώρητοι. Η αντιπολίτευσις ισχυροποιείται μάλιστα και αναπτερούται υπό της επιεικείας της κυβερνήσεως».

Και ο Κυβερνήτης δ' επίσης δεν απέκρυψεν από του εμπίστου αυτώ Στούρτζα την μεγάλην αυτού ανησυχίαν, και έγραφεν αυτώ μετά λύπης τη 12)24 Αυγούστου: «Αι εκ Γαλλίας ειδήσεις συνεσκότισαν τον ημέτερον ορίζοντα, και φοβερόν επισείουσι κλύδωνα κατά του σκαφιδίου του ελληνικού Κράτους. Δεν προσωρμίσθη έτι τούτο εις τον λιμένα. Διά τίνος δε πυξίδος θέλει τις δυνηθή να κυβερνήση αυτό του λοιπού;»

Ο Καποδίστριας προσεδόκα βεβαίως, ότι η εν Γαλλία πολιτική μεταβολή ήθελεν ωφελήσει την ιδίαν εαυτού θέσιν διότι, καθιστώσα δευτερεύον διά τας μεγάλας Δυνάμεις παν άλλο ζήτημα και παραγκωνίζουσα όλως εκ της πολιτικής σκηνής τήν τε Πύλην και την Ελλάδα, ήθελεν επιτρέψει αυτώ πάσαν ιδιόβουλον ενέργειαν εν τη εσωτερική διοικήσει. Οι δ' αντιπρέσβεις των Δυνάμεων έλαβον οδηγίας παρά των οικείων κυβερνήσεων, υποσημαινούσας πόσον ολίγον, κατά την γενικήν εκείνην κρίσιν, ήσαν επιθυμηταί περιπλοκαί εν Ελλάδι.

Νυν δε ακριβώς είχεν επιστή η στιγμή, καθ' ήν ο Κυβερνήτης έχρηζεν ισχυράν και από κοινού υπό των τριών Δυνάμεων προσφερομένην υποστήριξιν, χρηματικά δηλαδή βοηθήματα και στρατόν, στιγμή, καθ' ήν αδιαφορία της λονδινείου συνόδου ήθελεν έχει ολεθρίας τας συνεπείας. Η Αγγλία και η Γαλλία ήσαν ήδη κατά το φθινόπωρον του 1830 εν αγωνιώδει ανησυχία ένεκα της βελγικής επαναστάσεως, η δε Ρωσία ησχολείτο περί τα τέλη του έτους τούτου αποκλειστικώς περί την κατάπνιξιν της πολωνικής επαναστάσεως. Αν δε η εν Λονδίνω σύνοδος και πρότερον ήδη ευχαρίστως παρέβλεπε στραβίζουσα το ελληνικόν ζήτημα, νυν όμως εξηφανίσθη παντελώς εκ των βλεμμάτων αυτής η τύχη του προστατευομένου αρτισυστάτου κρατιδίου, περί ού άπαξ έτι μόνον, καθ' όλην την χρονικήν περίοδον, από της παραιτήσεως του Λεοπόλδου μέχρι της δολοφονίας του Κυβερνήτου, ωρμήθησαν εις αφανή τινα δραστηριότητα οι πληρεξούσιοι, και κατώρθωσαν μεταβολάς τινας του Φεβρουαριανού πρωτοκόλλου. Διά του εκ πέντε άρθρων πρωτοκόλλου της 19)1 Ιουλίου 1830 ώρισαν ότι τα τοις καθολικοίς παραχωρηθέντα προνόμια ουδεμίαν επέβαλλον τη ελληνική κυβερνήσει υποχρέωσιν προς βλάβην του επικρατούντος εν τη χώρα θρησκεύματος, και ότι καθίστατο πλήρης ισότης αστικών και πολιτικών δικαιωμάτων μεταξύ των οπαδών πάσης χριστιανικής θρησκείας. Προς τούτοις δε, ότι διά της ιδρύσεως ανεξαρτήτου μοναρχίας εν Ελλάδι ουδαμώς παρεβλάπτετο το πολίτευμα και οι θεμελιώδεις νόμοι της χώρας, Η σύνοδος επέμεινεν εις την οροθετικήν γραμμήν του φεβρουαριανού πρωτοκόλλου, και εδήλωσεν ότι οι επί της οροθεσίας επίτροποι ήθελον μεταβή ό,τι τάχιστα επί τόπου προς έναρξιν των εργασιών αυτών, αλλά μεθ' όλα ταύτα μόλις συνήλθον οι επί της οροθεσίας επίτροποι περί τας αρχάς του 1831 επί τόπου. Εν πρώτοις διεπραγματεύθησαν οι αντιπρέσβεις προς τον Τούρκον επίτροπον Χατζή Ισμαήλ βέην ως προς την εκκένωσιν της Ευβοίας και Αττικής, και την υπό των Ελλήνων ετέρου εγκατάλειψιν του Αμβρακικού κόλπου και της Βονίτσης. Η κυρία όμως δυσχέρεια ως προς την εκκένωσιν της Αττικής προήρχετο εκ τούτου, ότι ο Ομέρ πασάς και πάσαι αι τουρκικαί αρχαί είχον δηλώσει, ότι δεν ηδύναντο να πληρώσωσι τους καθυστερουμένους μισθούς τοις υπ' αυτόν ανδράσιν, ούτε να πείσωσιν επομένως αυτούς εις αποχώρησιν, πριν ή παρείχοντο αυτοίς τα προς τούτο μέσα διά της πωλήσεως των ιδιωτικών κτημάτων. Προύτεινε δε ο Τούρκος επίτροπος προς τον Κυβερνήτην, να αγοράση ούτος αντί 200-300,000 ισπανικών ταλλήρων πάντα τα εν ταις χώραις εκείναις ευρισκόμενα τουρκικά κτήματα. Αλλ' ο Καποδίστριας εδήλωσεν, ότι δεν ευρίσκετο εν καταστάσει να προμηθευθή το τίμημα, ένεκα των από της τελευταίας γαλλικής επαναστάσεως επελθόντων συμβάντων. Ηνέχθη δε κατ' ανάγκην βλέπων την Αττικήν και την Εύβοιαν δηουμένας υπό τουρκικών επιδρομικών αποσπασμάτων, και πυρπολούμενον, περί τα τέλη Αυγούστου 1830, το ήμισυ του αττικού ελαιώνος, ού εκάησαν υπέρ τας 50,000 ελαιών. Ενώ δ' εφρόντιζε να εύρη, διά δανείου, τα αναγκαιούντα χρήματα, και υπεβάλλετο σύναμα εν τω μεταξύ εις εκτάκτους δαπάνας, και υπεστήριζε τους εκ Κρήτης πρόσφυγας — διότι την νήσον ταύτην είχεν ήδη προσφέρει εις πώλησιν και παραδώσει μάλιστα τω Μεχμέτ Αλή η Πύλη — βραδέως προέβαινον αι οροθετικαί εργασίαι. Μόλις δε η Αττική είχεν εκκενωθή, και τούτο ουχί εντελώς υπό των Τούρκων, τον δε Ιανουάριον του 1831 μετέβη εις Αθήνας ο Κυβερνήτης, ίνα συσκεφθή μετά των επιτρόπων.

Αλλά και του Καποδιστρίου εις Αττικήν ελθόντος, ουδέν επήλθεν οριστικόν αποτέλεσμα· η εντελής εκκένωσις της Αττικής και Ευβοίας εχρόνιζεν αναβαλλομένη. Κατά την πώλησιν επίσης των ιδιαιτέρων κτημάτων πολλαί ανεφύησαν δυσχέρειαι. Η επιτροπή, ήν είχε διορίσει ο Καποδίστριας προς εξέτασιν των νομικών απαιτήσεων των πωλητών και λύσιν του ζητήματος, αν τα αδέσποτα κτήματα ανήκον πρότερον τω Κράτει ή τοις δζαμίοις, κατηγορείτο επί αμαθεία ή αδικία. Ξένοι δ', ως ο Σερ Πούλτνεϋ Μάλκολμ και η δούκισσα της Πλακεντίας, γνωστή τω Κυβερνήτη εκ Παρισίων και Ρώμης μετά της θυγατρός αυτής, ηγόρασαν σπουδαίας εκτάσεις εν τη πόλει και τοις περιχώροις των Αθηνών. Και της μεν Πλακεντίας σώζονται εισέτι εν μεν Αθήναις τα Ιλίσσια, λαμπρόν μέγαρον παρά τον Ιλισσόν, χρησιμεύον σήμερον ως στρατών των Πυροβολικών Συνταγμάτων, παρά δε την Πεντέλην κατά την ωραίαν επαρχιακήν οδόν, δεξιά τω εις την μονήν εξ Αμαρουσίου βαίνοντι, αι αγροικίαι «Plaisanse» εγκαταλελειμμέναι εις την ιδίαν τύχην (76). Ο στρατηγός Ιωάννης Ράγκος ηγόρασε παρά Τούρκου ιδιοκτήτου την Δεκέλειαν (Τατόι) το σημερινόν μέγα και ωραίον βασιλικόν κτήμα, αλλ' ηναγκάσθη παρά του δικαιοτάτου εκείνου κυβερνήτου να αποδώση αυτό, επί τη ελπίδι ότι θα εθεωρείτο ως εθνικόν κτήμα. Εν τούτοις οσημέραι ηύξανεν εν Ελλάδι η επίδρασις της ιουλιανής επαναστάσεως της Γαλλίας. Το μυστικόν πνευματικόν πυρ, όπερ διαχέει πάντοτε επί της Ευρώπης πάσα γαλλική επανάστασις, εισεχώρει ολονέν βαθύτερον εν Ελλάδι.


Ο στρατηγός Ράγκος

«Η κατά του Κυβερνήτου δυσαρέσκεια, έγραφε μετά τίνος υπερβολής ο εν Αθήναις πρόξενος της Αυστρίας Γροπ, κατέστη ομόφωνος. Κατεμέμφθησαν αυτού, ότι χάριν ατομικών σκοπών παρεβίασε το σύνταγμα και δεν συνεκάλει την Εθνικήν συνέλευσιν, και ότι κατεπολέμει την ελευθερίαν του τόπου. Ούτω δε σπουδαίαι ταραχαί εξερράγησαν εν Μάνη, εν Ύδρα δε και Σπέτσαις έφθασεν ο ερεθισμός εις το έπακρον, και ήθελε βεβαίως εκραγή εις έργα, αν δεν εφοβούντο οι άνθρωποι τας διαθέσεις των συμμάχων Δυνάμεων, και δεν ήλπιζον ότι η προσεχής εκλογή ηγεμόνος ήθελε θέσει τέρμα εις τας αισχράς εκείνας καταχρήσεις της βίας, άς απετόλμα η οικογένεια Καποδιστρίου. Η πώλησις των τουρκικών κτημάτων παρέσχε προς τοις άλλοις ευάρεστον πόρον εις τους αδελφούς και οικείους του Κυβερνήτου. Οι επαναστάται Μανιάται συνηθροίσθησαν εν Μαραθονησίω, όπως βαδίσωσι κατά του Ναυπλίου και ελευθερώσωσιν εκεί τον οπλαρχηγόν αυτών Πετρόμπεην, φυλακισθέντα τη διαταγή του Κυβερνήτου. Ο Κυβερνήτης μετέβη εις απάντησιν αυτών, αλλά δεν κατώρθωσε την υποταγήν των, καίτοι προσπαθήσας να δελεάση αυτούς διά χρημάτων». Πράγματι η αντιπολίτευσις είχε φθάσει εις το άκρον άωτον των κατά του Κυβερνήτου ραδιουργιών και τεχνασμάτων αυτής, τα πάντα μηχανευομένη ίνα καταρρίψη το εδραίον οικοδόμημα, όπερ ανήγειρεν ο Καποδίστριας.

Νέος τις ταγματάρχης, ο Τσάμης Καρατάσος, εξεμεταλλεύθη την παρά τοις συστρατιώταις αυτού επικρατούσαν από της ιουλιανής επαναστάσεως έξαψιν, όπως υψώση την σημαίαν της ανταρσίας κατά του Καποδιστρίου. Ην τότε η εποχή, καθ' ήν η ελληνική νεολαία εθέλγετο και εμέθυεν εκ της αναγνώσεως των αντικαποδιστριακών διαλόγων του Αδαμαντίου Κοραή, του σοφού εκείνου χίου γέροντος, όστις από φιλτάτου του Καποδιστρίου ως εμφαίνεται εκ του διαλόγου αυτού: «Δημοχάρης Πασιχάρης» δημοσιευθέντος εν τω α' μέρει του Αρριανού των Επικτήτου Διατριβών (77) και εκ των επιστολών αυτού προς τον Κυβερνήτην αίτινες γραφείσαι εν μέσω του πυρός της γαλλικής επαναστάσεως ανερρίπιζον το μίσος κατά του Καποδιστρίου, εγένετο ασπονδότατος πολέμιος.


Αδαμάντιος Κοραής

Προς τούτοις, ότι ο Κοραής ην φίλος του Καποδιστρίου εμφαίνεται και εκ των δε των παραινέσεων, άς αποτείνει προς τους Έλληνας: Ο Καποδίστριας υπάγει εις την Ελλάδα με σκοπόν και τας δημαγωγίας να παύση και την αυτονομίαν της Ελλάδος να σώση, και διά τούτο ο ανήρ είναι άξιος πάσης πίστεως, τον Τιμολέοντα του Πλουτάρχου απεφάσισεν ο Καποδίστριας ν' αναστήση, διά να δείξη εις όλην την φωτισμένην Ευρώπην, ότι η σημερινή Ελλάς γεννά όχι μόνον αγωνιστάς ελευθερίας, ίσους των παλαιών αυτής αγωνιστών, αλλ' ακόμη και πολιτικούς άνδρας ικανούς να την στηρίξωσι με Τιμολεοντικήν φρόνησιν.» Αν μη εσκόπει την ευδαιμονίαν της Ελλάδος ο Καποδίστριας, «δεν ήθελε τολμήσει (λέγει ο Κοραής) να δεχθή των Ελλήνων την πρόσκλησιν». Φοβείται δε μόνον μήπως «ο νέος Τιμολέων εμπέση εις τας παγίδας των Φαναριωτών, ών ο μολυσμός είναι βαθύς και δυσέκπλυτος».

Ο Κοραής εγνώρισε, κατά πρώτον, τον Καποδίστριαν περί τα τέλη Δεκεμβρίου 1815, λέγει ο Διονύσιος Θερειανός εν τω πολλού λόγου αξίω διτόμω συγγράμματι αυτού: Αδαμάντιος Κοραής «με ευχαρίστησιν πολλήν», ως λέγει. Τη 22 Σεπτεμβρίου 1818 έγραφε προς τον Παντολέοντα Βλαστόν, «μη νομίσης κολακείαν το οποίον δίδω επίθετον καύχημα της Ελλάδος. Η ολιγοχρόνιος μ' αυτόν συναναστροφή με τον έδειξε τοιούτον, και δεν πιστεύω ότι με ηπάτησεν. Εγώ φεύγω φυσικά τους μεγάλους, διά φόβον μη φανώ απ' ό,τι είμαι πολύ μικρότερος, καθώς το πάσχουσιν οι νάνοι, όταν ανοήτως πλησιάζωσι τους γίγαντας. Αυτός εζήτησε να με γνωρίση και μ' έδειξε φρονήματα όντως ελληνικά. Είθε από τοιαύτα φρονήματα να γεμισθώσιν όλων των νυν Γραικών αι κεφαλαί απ' αυτά μόνα ελπίζεται η σωτηρία της Ελλάδος». Ήδη λοιπόν από του 1818 εκήρυττεν ο Κοραής την αγνήν και θερμήν του Καποδιστρίου φιλοπατρίαν. Αλλ' ολίγω ύστερον, ένεκα της προς τον Κόδριγκτον έριδος, υπώπτευσεν ο σφόδρα φιλύποπτος Χίος, την ομολογουμένην του επιφανούς Κερκυραίου ειλικρίνειαν. «Ο Καποδίστριας (έγραφε τη 7 Σεπτεμβρίου 1819) ήλθεν εις επίσκεψίν μου ευρισκόμενος εδώ· αλλά κατά δυστυχίαν ήλθεν εις καιρόν άλλων πολλών επισκέψεων, συνήθων τας Κυριακάς, και ημποδίσθην να τον λαλήσω τινά αναγκαία παραπονήματα. Ίσως και αυτός προβλέπων αυτά, εδιάλεξεν επίτηδες την Κυριακήν». Και τη 16 Νοεμβρίου: «Ουδ' εγώ δεν είμαι πολύ ευχαριστημένος από τον Καποδίστριαν. Σε είπα την υποψίαν μου, ότι εδιάλεξε την Κυριακήν να έλθη προς εμέ, διά ν' αποφύγη τα παράπονά μου. Περί δε του φρονήματος της δόξης δεν παρετήρησα μεταβολήν ουδεμίαν, παραβάλλων την τελευταίαν με τας προτέρας ομιλίας του. Τι παράδοξον αν έπαθε και τοιαύτην δυστυχίαν; Η δόξα είναι βαρύτατον φαγητόν· ολίγα στομάχια ισχύουν να την χωνεύσωσιν»· Ο Καποδίστριας απεδείχθη ουδέν ήττον υπέρτερος των φιλυπόπτων του γέροντος Κοραή υπαινιγμών. Άμα αναγνούς τα προλεγόμενα εις τον πρώτον τόμον των Επικτήτου Διατριβών, έσπευσεν αυθορμήτως να εκφράση προς τον Κοραήν ένθερμον ευχαριστίαν, εξ Αγκώνος δε, τη προτεραία του εις Ελλάδα πλου, επέστειλε τη 2 Δεκεμβρίου 1827 προς τον σοφόν αυτού επαινέτην μακρόν γράμμα, επαγγελλόμενος να μιμηθή κατά τα ενόντα τον Τιμολέοντα και να επιτελέση επ' αγαθώ της Ελλάδος, όσα ο Κοραής ήλπιζε παρ' αυτού. «Μακαρία η πατρίς, αν πράξη όσα με υπόσχεται εις την επιστολήν του! και μακάριος αυτός αν φιλοτιμηθή να κατασταθή ευδαίμων από την ευδαιμονίαν της πατρίδος!» Αλλά και επί τη υποθέσει ότι ο Καποδίστριας προσκόπτων εις απροσδόκητα κωλύματα, έμελλε να φανή ήσσων των περί αυτού προσδοκιών, μη διά τούτο ήτο άξιος κατακρίσεως; «Ακόμη και αν υποτεθή άλλος παρ' ό,τι ηλπίζετο (έγραφεν ο Κοραής τη 15 Οκτωβρίου 1828), η αχρειεστάτη διαγωγή και κυβέρνησις των προ αυτού, τον έκαμαν αναγκαίον. Χωρίς αυτόν εκινδύνευσε και το σωθέν από τας σφαγάς μέρος των Ελλήνων να εξαλειφθή ολότελα από το πρόσωπον της γης. Έπειτα πρέπει να συλλογισθώμεν και τούτο. Πιθανόν ή μάλλον βέβαιον κρίνω, ότι αυτός δεν έχει εξουσίαν να πράξη τίποτε αφ' εαυτού και η τύχη μας τώρα πλέον κρέμαται από τους θεοπέμπτους ευεργέτας μας». Αποκρινόμενος δε και προς την εξ Αγκώνος επιστολήν του Καποδιστρίου, έγραφε τη 5 Ιανουαρίου 1828 «Η πατρίς όλη σε παρακαλεί δι' εμού να έχης εις πάσαν σου πράξιν και βουλήν ακαταπαύστως προ οφθαλμών τον πρόγονον Τιμολέοντα, και απ' αυτόν να λαμβάνης συμβουλήν. Ο ακαταπαύστως κυλιόμενος ούτος βίος άλλο δεν αφίνει εις την εξουσίαν μας, παρά να δράξωμεν νομίμως το οποίον εις καθένα ήνοιξεν η Πρόνοια στάδιον μικρόν ή μέγα. Το ανοιχθέν εις σε από την Πρόνοιαν στάδιον, υπερβαίνει και το πολύ· επειδή σου εμπιστεύθη ολοκλήρου έθνους ευδαιμονίαν. Είν' απ' εκείνα τα στάδια, τα οποία δεν ανοίγονται πλην μίαν φοράν εις κάθε 500 ή 1000 έτη. Γνωρίζεις εκ της παλαιάς Ιστορίας πώς το έτρεξεν ο Τιμολέων, και εκ της νέας πώς ο Ναπολέων. Ο δυστυχής ούτος μέγας άνθρωπος αλλ' όχι μέγας ανήρ, είχε πολύ πλειότερα του Τιμολέοντος μέσα και βοηθήματα να το τρέξη λαμπρώς, αλλά του έλειπεν ο θειότατος έρως της κοινής ευδαιμονίας, όστις επύρωνε την γενναίαν ψυχήν του Τιμολέοντος. Sapienti satis. Συγχώρησε και τα ολίγα ταύτα εις γέροντα, όστις δεν εκολάκευσεν ουδέ νέος ών ποτε κανένα.»

Δεν ηρκέσθη ο Κοραής παραβαλών τον Καποδίστριαν προς τον Τιμολέοντα, αλλά και εδήλωσεν εκ του προτέρου ότι, αν συνέβαινε να μη αρέση ο Κυβερνήτης προς πάντας τους Έλληνας, ουδέν θαυμαστόν· διότι μήπως και ο Τιμολέων ήρεσε προς πάντας τους Συρακοσίους;

Είπε τις των παλαιών αστειευόμενος, ότι δεν είναι δυνατόν να είναι τις τοις πάσιν αρεστός, πλην αν γίνη ζαχαρόπηττα, «ει μη πλακούντα γενόμενον». Ταύτα δε αναλογιζόμενος, ποιείται αλλαχού ο Κοραής παντοίους επαίνους περί του Καποδιστρίου, ως «θεραπεύσαντος με το παράδειγμά του την τιτλοτυφίαν, πρώτος αυτός παύσας να ονομάζεται κόμης», ως εγκαινίσαντος την αλληλοδιδακτικήν μέθοδον και ιδρύσαντος πολλά στοιχειώδη σχολεία και διδασκαλεία· προς τούτοις απολογείται αυτού, παρ' αξίαν κατηγορηθέντος, ότι δήθεν εθήτευε τη ρωσική αυλή, ούτω δε αυτός ο Κοραής ανακηρύττει τον Καποδίστριαν πολλής φρονήσεως και μεγάλης αρετής άνδρα. Νοείται οίκοθεν, ότι ο φρόνιμος και ενάρετος άνθρωπος, δεν πρέπει να νομίζηται και όλως αδιάπτωτος. «Ο Κυβερνήτης δεν είναι αναμάρτητος (έγραφεν ο Κοραής τω 15 Μαρτίου 1829)· πλειοτέρας αφορμάς και πλειοτέρους πειρασμούς αμαρτημάτων έχει παρά κανέν' άλλον πολίτην, έχει παλαιόν παράδειγμα προγονικόν του Τιμολέοντα, όστις υπέφερε των κακών δημαγωγών τας φλυαρίας».

Αλλ' επί τέλους οι εν Αιγίνη και Ύδρα εμμανέστατοι του Κυβερνήτου αντίπαλοι, κατώρθωσαν να σαγηνεύσωσι τον απειρόκακον της ελευθερίας και της ισονομίας εραστήν, Κοραήν. Ο Κοραής εγένετο απηνής του Καποδιστρίου κατήγορος, χωρίς ευλόγου αιτίας, αλλά μόνον εξ ευπιστίας προς βεβουλευμένας διαβολάς, αποθέμενος αίφνης κατά την πρεσβυτικήν αυτού ηλικίαν την θαυμαστήν εκείνην νηφαλιότητα της κρίσεως και την περί την γνώμην εγκράτειαν, ήτις επανθεί εις πάντα αυτού τα φιλολογικά και τα άλλα μελετήματα. Τούτου δ' ένεκα ο μικρόν πρόσθεν δικαίως υποληφθείς εφάμιλλος του Τιμολέοντος ζηλωτής, διεσύρθη μετ' ολίγον ως τύραννος, πονηρότερος και αυτού του Φαλάριδος, και ως προδότης, χείρων και αυτού του παρά τοις αρχαίοις εστηλιτευμένου φιλοπέρσου Αρθμίου του Ζελείτου. Η πρώτη κατά του Κυβερνήτου διατριβή του Κοραή, συνταχθείσα κατά τον Σεπτέμβριον του 1830 εν είδει διαλόγου, επιγράφεται: «Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από τους Τούρκους Ελλάδα να πράξη εις τας παρούσας περιστάσεις, διά να μη δουλωθή εις χριστιανούς τουρκίζοντας διάλογος δύο Γραικών (Λασθένους και Χαριλάου), εκδομένος από τον Γ. Πανταζίδην.»

«Θαλεράν και αγήρων έχων την μνήμην των μεγάλων και εξαισίων της Γαλλικής Επαναστάσεως αρχών, λέγει ο Θερειανός καταφέρεται ο ψευδώνυμος Πανταζίδης, χωρίς τινος ανακοπής εναντίον αυτοκρατόρων, βασιλέων και πάντων των «αντιχρίστων ολιγαρχικών», εγκωμιάζων «τον μόνον κυρίαρχον λαόν.» Ως Έλλην άγαν φιλόπατρις, αποστρέφεται την Ιεράν Συμμαχίαν, αλλά δεν παρέρχεται όλως εν σιγή και τας παρεκτροπάς των Ελλήνων. Ουδαμώς αρνούμενος τας μωράς διχονοίας των προεστώτων, κηρύττει ότι «τα πλείστα έπαθεν η Ελλάς από τον Μετερνίχον, από τον άγγλον αρμοστήν της Επτανήσου, τον άγριον Μαιτλάνδον, από τον αυτόχειρα Καστελρήγον, υπουργόν βασιλικόν της Αγγλίας, και εσχάτως από τον μωρότατον πάντων των διπλωματών, και παρελθόντων και παρόντων Βελλιγκτώνα, όστις απελπισθείς πλέον διά την δούλωσιν της Ελλάδος, επενόησε την συσφίγξη ή μάλλον να την πνίξη εις όρια τόσον στενά, ώστε να ευρίσκεται εις αδιάλειπτον κίνδυνον να δουλωθή και δεύτερον».

Ο Κοραής ελπίζει εισέτι επί την τιμιότητα του Κυβερνήτου της Ελλάδος, αλλά . . . . . Ο Καποδίστριας είναι τίμιος άνθρωπος, αλλ' είναι περικυκλωμένος από πολλά κολακικά ανδράποδα, οποία ίσχυσαν να μεθύσωσιν αυτόν τον μέγαν Ναπολέοντα και να τον τυφλώσωσιν, ως εμέθυσε κ' ετύφλωσεν ο πολυμήχανος Οδυσσεύς τον τρομερόν Κύκλωπα. Του Κυβερνήτου η τιμιότης εφάνη μάλιστα εις την διοίκησιν των δημοσίων χρημάτων, αλλά μηδέν έδειξεν η πείρα, ότι η καταφρόνησις των χρημάτων, δεν συνοδεύεται πάντοτε με την καταφρόνησιν της δεσποτείας; Μη δεν εφάνησαν χρημάτων αφρόντιστοι πολλοί, και όμως πλεονέκται εξουσίας αχόρταστοι; «Χείρες μεν αγναί, φρην δ' έχει μίασμα τι», όλων δε των μιασμάτων το βρωμερώτατον είναι της δεσποτείας το μίασμα». Αδιστάκτως ομολογεί ο Κοραής ότι ο Κυβερνήτης «εξήπλωσε τα αλληλοδιδακτικά σχολεία· αυτά όμως (προσεπιλέγει) δεν είναι παιδεία, αλλά παιδείας θεμέλια καταγής κρυμμένα, επάνω των οποίων δεν ανεφάνη κανέν άξιον Ελλάδος κτίριον παιδείας Ελληνικής». Επαναλαμβάνει δε ο Κοραής, τα κατά του Καποδιστρίου υπό άλλων συγχρόνων κατηγόρων ειρημένα, ότι απηγόρευσε, δήθεν την εις τους μαθητάς των σχολείων παράδοσιν του Γοργίου και άλλων πλατωνικών διαλόγων, προσεπαγόμενος, «ότι μόνη η ελευθερία είναι γεννήτρια της αρετής, επειδή μόνη αυτή γεννά την μητέρα της φιλότητος ισότητα.» Επί πάσιν ελπίζει ευπίστως την σωτηρίαν της Ελλάδος παρά εφημεριδογράφων, δικαίως εγκωμιάζων την πατριαρχικήν χρηστότητα του ελληνικού λαού, όν παρομοιάζει προς γην αγαθήν, «ήτις ήθελε βλαστήσει και καρπούς αγαθούς, αν δεν επνίγετο από ζιζάνια».

Τοιαύτη υπήρξεν η προς τον Καποδίστριαν διαγωγή του εκ Χίου σοφού Έλληνος, ήτις ουκ ολίγον επεβάρυνεν εν τη πλάστιγγι των κατά του Κυβερνήτου αντενεργειών της αντιπολιτεύσεως, ήτις εν τέλει, επέτυχεν ούτινος εφίετο. Πράγματι η τύχη μεγάλων των εθνών αναμορφωτών απανταχού και πάντοτε υπήρξε πολύστονος και κακοτέρμων· το του Κυβερνήτου δόγμα «απόλυτος προ του νόμου ισότης των Ελλήνων» υπελήφθη ατόπως υπό τινων εκ των ισχυρών της χώρας ως νεκρικός κώδων του πολιτικού αυτών θανάτου, όθεν και εσχηματίσθη σθεναρά Αντιπολίτευσις, ήτις επικραταιωθείσα υπό των ξένων κατέληξεν εις ανταρσίας και εις τον όλεθρον του αναμορφωτού. Η αντιπολίτευσις αύτη απηρτίζετο εκ διαφόρων στοιχείων, ήτοι υπό της διπλωματίας, των εν Ελλάδι ξένων, έκ τινων εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών και υπό τινων εκ των ισχυρών εγχωρίων. Από του 1824 ιδία, ενώ η τάλαινα Ελλάς εσφάδαζεν εν τω αίματι, αι Δυνάμεις ήριζον εν αυτή περί επιρροής, η δ' επί την Αρχήν της χώρας ανάρρησις ενός πρώην υπουργού της Ρωσίας εκρίθη υπό της διπλωματίας ως διατάραξις της εν επιρροή ισορροπίας, ήν επόθησε παντί μέσω να άρη· η Αγγλία είχε και ιδιαιτέρους λόγους δυσμενείας κατά του διπλωμάτου Καποδιστρίου, απορρέοντας εκ των εν Παρισίοις και εν Ακυϊσγράνω Συνεδρίων· ετέρωθεν ο αρχιστράτηγος Τσουρτς έγραφεν εις Αγγλίαν, ότι ο Κυβερνήτης εξερεθίζει τους Επτανησίους κατά των Άγγλων. Η Γαλλία, καί περ έχουσα προς τον άνδρα ευγνωμοσύνης λόγους, δεν ηνείχετο όμως και αυτή την διατάραξιν της εν επιρροή ισορροπίας, προς δε οι Γάλλοι είδον μετά δυσαρεσκείας τον Καποδίστριαν προτείνοντα διά τον θρόνον της Ελλάδος τέσσαρας πρίγκηπας, εξ ών ουδείς ην Γάλλος, ενώ αυτοί από του 1824 είχον υποδείξει ως ηγεμόνα της Ελλάδος Γάλλον πρίγκηπα, υπέρ του οποίου και θερμώς είχον εργασθή εν Ελλάδι· πρόσθετος λόγος της Αγγλογαλλικής δυσμενείας ην και το ότι ο Κυβερνήτης δεν απέκρυψε την αγανάκτησιν αυτού επί τω πρωτοκόλλω του Ιουλίου και το ότι βραδύτερον επιμόνως ηξίου την Κρήτην και Σάμον. Πλείστοι επίσης των εν Ελλάδι ξένων προσετέθησαν εις την Αντιπολίτευσιν δι' άλλους τε ιδιοτελείς λόγους και δυσηρεστημένοι, διότι ο Καποδίστριας είχεν εκδώσει εγκύκλιον μη επιτρέπουσαν την εις Ελλάδα διαμονήν των ξένων, αν ούτοι δεν έφερον τακτικά διαβατήρια και συστατικάς επιστολάς. Εκ δε των εκ της αλλοδαπής προσελθόντων ομογενών τινές επίσης στηριζόμενοι επί της ευρυτέρας πνευματικής αυτών μορφώσεως ηξίουν διακρίσεις εν αξιωμάτεσιν, άς δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση ο Κυβερνήτης, όθεν και οι τοιούτοι ετάχθησαν εν τη Αντιπολιτεύσει και πρόβουλοι εγένοντο αυτής.

Δεν ηδύναντο να βλέπωσι τον Καποδίστριαν εργαζόμενον ενδελεχώς υπέρ της αποκαταστάσεως των ελληνικών πραγμάτων, εν τη υπέρ της διαρρυθμίσεως αυτών προθυμία του Κυβερνήτου ενορώντες ροπήν τινα δήθεν προς την αυταρχίαν, προαγωγήν των οικείων αυτού συγγενών και φίλων και κατάθλιψιν των αγωνιστών και των δημοτικών ελευθεριών. Ωρισμένα δε κύρια της κατά του Καποδιστρίου αντιπολιτεύσεως αίτια ήσαν τάδε: α') δυσηρέστουν οι πλείστοι των ευνοουμένων τους στρατιωτικούς και προ πάντων ο Βιάρος και Αυγουστίνος Καποδίστριας γενικός επίτροπος των τε στρατιωτικών και πολιτικών, περί ού ο Κολοκοτρώνης λέγεται ότι είπε: «καλλίτερα νάσπαζε το πόδι του, παρά που ήλθεν εδώ». Ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης, Νικόλαος Κριεζώτης, Βάσσος Μαυροβουνιώτης, Χριστόδουλος Χατζηπέτρος, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, Μήτσος Λιακόπουλος, Σπύρος Μήλιος, Ιωάννης Κλίμακας, Βασίλειος Μπούσγος και άλλοι οπλιτάρχαι εν ταις χιλιαρχίαις εγόγγυζον κατά του Καποδιστρίου ως αδικούμενοι, παρορώμενοι και περιφρονούμενοι, έγραψαν δε τη 15 Μαΐου 1829 εκ της παρά τους Δελφούς Αραχώβης (Ανεμωρείας) προς αυτόν την δε την αναφοράν:

      «Εξοχώτατε Κυβερνήτα,

«Ο εκλαμπρότατος πληρεξούσιος τοποτηρητής ανεφέρθη αναμφιβόλως προς την Κυβέρνησιν περί των εδώ διατρεξάντων και με την προσωπικήν συνέντευξίν του θέλει εξηγηθή πληρέστερον περί αυτών. Ημείς οι υποφαινόμενοι, στοχαζόμενοι ότι ίσως τινές κακοποιοί άνθρωποι ειμπορούν να κάμουν παρεξηγήσεις εις την Κυβέρνησιν, προθυμοποιούμεθα να αναφερθώμεν και αμέσως εις την πατρικήν της πρόνοιαν διά να παραστήσωμεν την κατάστασίν μας και ποία τα αίτια, τα οποία μας παρεκίνησαν να ζητήσωμεν τα δίκαιά μας. Πρέπει να ήμεθα συγγνωστέοι εάν μακρηγορήσωμεν, διότι και η ύλη η οποία μας παρουσιάζεται είναι μεγάλη και ο αγών με τον οποίον αντεπαλαίσαμεν, αντιπαλαίομεν και μέλλομεν ν' αντιπαλαίσωμεν δεν είναι μικρός.

     Σεβαστή Κυβέρνησις,

«Χωρίς να λάβωμεν καθ' όλου εις σκέψιν τα παρελθόντα, ας έλθωμεν να εξετάσωμεν τα της εποχής της παρούσης κυβερνήσεως: οι Έλληνες όλοι, η Ελλάς απηλπισμένη επροσκάλεσε Σε κυβερνήτην· είμεθα πλέον παραβέβαιοι, ότι η εξοχότης σας εχαίρετε και χαίρετε παντού την πλέον λαμπράν υπόληψιν και δεν ήλθετε εις την Ελλάδα παρά να την σώσετε· εις τούτο καθείς δεν αμφιβάλλει ή καθ' όσον παρατηρούμεν ότι τα πράγματα διά της θείας προνοίας και συνετής κυβερνήσεώς σας προοδεύουν κατά την επιθυμίαν όλων των καλών πατριωτών. Άμα επατήσατε το έδαφος της Ελλάδος, οποίους νόμους και αν εθέσετε εις το έθνος, όλοι εφάνησαν δεκτοί και οι Έλληνες αφωσιωμένοι προσηλώθησαν να τους φυλάξουν και δι' αυτούς και διά την σωτηρίαν της κοινής πατρίδος να χύσουν και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός των. Εθέσατε στρατιωτικόν οργανισμόν, ποίος δεν έστερξεν αμέσως; κανείς βέβαια δεν παρήκουσεν· οι Έλληνες επί τη βάσει αυτού του οργανισμού δεν επλήρωσαν τα ιερά χρέη των; η ανάστασις της Ρούμελης ας το μαρτυρήση· αι σημαίαι της ελευθερίας κυματούμεναι επάνω εις τόσα λαμπρά φρούρια και πόλεις ας δώσουν τους αποχρώντας λόγους. Έπειτα απ' όλα ταύτα τι ακολουθεί; αναμφιβόλως το να μην ενεργήται ο στρατιωτικός διοργανισμός μόνον και μόνον διά τους Έλληνας της Στερεάς Ελλάδος. Οι Έλληνες, Σ. κυβέρνησις, αφού έμειναν το έν δέκατον αφ' όσοι ήσαν, υπέκλιναν εις τον στρατιωτικόν οργανισμόν όχι μόνον διά να φονεύωνται, αλλά και να ζουν. Είναι βέβαιον ότι κανέν εμπόδιον δεν κάμνουν. Όταν λοιπόν δεν τρέφωνται από τους αγώνας των, πώς να ζήσουν; μήπως είναι μία ημέρα ή ένας μήνας αφότου στερούνται τα δίκαιά των; είναι, Σ. κυβέρνησις, μήνες έξ και περιπατούμεν εις τους επτά. Ότι λοιπόν ο στρατιωτικός οργανισμός δεν ενηργήθη, δεν μένει καμμία αμφιβολία· ότι πάλιν η Σ. κυβέρνησις δεν εφύλαξεν ισοσταθμίαν δικαιοσύνην εις όλα τα τέκνα της, και εις αυτό δεν μένει καμμία πρόφασις, διότι όλοι οι πολιτικοί όχι μόνον πληρώνονται κατά μήνα, αλλ' ηύξησαν και οι μισθοί των, μολονότι γράφουν με το αίμα των στρατιωτών μετασχηματισμένον εις μελάνην· οι ναύται πληρώνονται, οι τακτικοί παρομοίως και μόνον οι δυστυχείς Ρουμελιώται να μένουν τόσον καταφρονεμένοι, οι οποίοι πάντοτε εφάνησαν πρόθυμοι υπερασπισταί της πατρίδος και της κυβερνήσεως; αυτοί λέγομεν οι οποίοι εθυσίασαν τα πάντα, τα οποία ως προς ειδότας είναι βέβαια περιττά; Έ! Σ. κυβέρνησις! ας θεωρήσωμεν την Ελλάδα ως μίαν άμπελον· επροσκαλέσαμεν την εξοχότητά σας ως ένα επιστάτην επάνω εις αυτήν· η εξοχότης σας, διά να καλλιεργηθή και δώση ωφελίμους καρπούς, διωρίσατε, π. χ., σαράντα εργάτας να την δουλεύσουν· εξ αυτών είνε δίκαιον να πληρώσετε τους τριάκοντα, τους δε δέκα ναφήσετε όχι μόνον απληρώτους, αλλά και καταφρονεμένους, ενώ οι μεν τριάκοντα δεν υποφέρουν τους αγώνας των δέκα, ή να είπωμεν καλλίτερα, οι δέκα είναι η βάσις και το υποστήριγμα των τριάκοντα;

    Σεβαστή Κυβέρνησις ,

«Οι Έλληνες ζητούντες το δίκαιόν των δεν τρέφουν κανένα άλλον σκοπόν· είναι πάντοτε ευπειθή τέκνα της κυβερνήσεως, οπόταν και η κυβέρνησις φροντίζη μητρικώς δι' αυτά· οι Έλληνες, βεβαιωθήτε, έφθασαν εις την πλέον ελεεινήν και αξιοδάκρυτον κατάστασιν· άλλο δεν έχουν παρά μόνον ένα ψωμί και αυτό αλλοίμονον εις όποιον το φάγη! προσφάγι δεν έχουν, η γυμνότης βασιλεύει, εις τρόπον ώστε επεράσαμεν τους σκλάβους της Αφρικής και τους παλαιούς είλωτας της Σπάρτης. Τοιαύτη θλιβερά κατάστασις τίνος ψυχήν, αν έχη και πέτρινον, δεν ειμπορεί να την μαλακώση; καθώς νομίζομεν, αλλ' ουαί, ουαί! την βλέπομεν τόσον σκληράν, ώστε όσοι εσώθημεν από τον εχθρόν κινδυνεύομεν από τα κακά της στερήσεως. Εις τοιαύτην περίστασιν και εις τοιαύτην οικτράν έκθεσιν των καθ' ημάς ζητούμεν την Σ. κυβέρνησιν τα ακόλουθα: α') Να μας αξιώση της κοινοποιήσεως εκείνων, οι οποίοι αντενεργούσιν εις την πρόοδον των στρατιωτών υπέρ της ανεξαρτησίας του έθνους· β') Διά να ευαρεστηθή να μας αποδώση τα δίκαια κατά τον στρατιωτικόν διοργανισμόν μέχρι της ημέρας, καθ' ήν θέλει γείνει η πληρωμή. γ') Μετά την πληρωμή να μας δώση τας βάσεις του παρόντος και νέου άλλου οργανισμού και κατ' αυτάς και η Σ. κυβέρνησις να βαδίζη και οι Έλληνες νακολουθούν τα ίχνη της· να προκηρύξη ότι οι Έλληνες μέλλουν να δουλεύσουν κατ' αυτάς και να μας διατάξη τέλος πάντων να εκστρατεύσωμεν, όπου είναι η περισσοτέρα ανάγκη της πατρίδος. Εάν και μετά ταύτην την έκθεσιν δεν εισακουσθώμεν, τότε βιασμένοι διαμαρτυρόμεθα· ενώπιον της Αγίας Τριάδος, ενώπιον της πατρίδος και του έθνους και ενώπιον τ