- Art Gallery -

 

.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με ιταλικούς χαρακτήρες σε _. Σε διάφορα μέρη, στο περιθώριο, το βιβλίο είχε την ένδειξη του μήνα του γεγονότος. Έβαλα την ένδειξη κάπου κοντά στην ένδειξη του περιθωρίου, ξεκινώντας κάθε φορά καινούργια παράγραφο.

First Page

ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ
ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ
ΕΠΙΘΕΩΡΗΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΤΟΜΟΣ Δ'.

«Καλλίστην παιδείαν ηγητέον προς αληθινόν βίον
την εκ της πραγματικής ιστορίας περιγιγνομένην εμ-
πειρίαν· μόνη γαρ αύτη χωρίς βλάβης από παντός
καιρού και περιστάσεως κριτάς αληθινούς αποτελεί
του βελτίονος.»
Εκ των του ΠΟΛΥΒΙΟΥ.

ΕΚΔΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ «ΩΡΑΣ»

1888

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

Π I Ν Α Ξ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.

Ο Νικόλαος αναγορεύεται αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών. — Πολιτική αυτού. — Πρωτόκολλον της 23 μαρτίου 1826. — Ψευδής ένωσις Κωλεττικών και Πελοποννησίων. — Η εν Επιδαύρω γ' εθνική συνέλευσις. — Χαρακτήρες των υπερισχυόντων εν αυτή, Ζαήμη, Λόντου και Κολοκοτρώνη. — Η νέα κυβέρνησις.— Νέαι προσπάθειαι εις ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας, και γνώμη του δουκός . . 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.

Αι Σπέτσαι και η Ύδρα επαπειλούνται υπό του εχθρού. — Καταβολαί εις στρατολογίαν. — Αποβίωσις του Π. Πατρών. — Μετάβασις της κυβερνήσεως εις τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου — Επάνοδος Ιβραήμη εις Πελοπόννησον και παθήματα των εν τη επαρχία Καλαβρύτων. — Ο Κολοκοτρώνης στρατολογών. — Εκστρατείαι Ιβραήμη εις Μάνην και εις άλλα μέρη . . 15

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.

Κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα του ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. — Φιλελληνισμός του βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή του αυστριακού ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία Κορίνθου. — Τα κατά την Κρήτην . . 28

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.

Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως. — Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως. — Μάχη του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. — Είσοδος των παρά τον Φαβιέρον εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία των Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι . . 43

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

Εκστρατεία Καραϊσκάκη. — Τα εν τη απουσία αυτού κατά τας Αθήνας και η εις Αττικήν επάνοδός του. . . 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ'.

Μετάβασις της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. — Ταραχαί εν Ναυπλίω και Ύδρα. — Θαλάσσιοι εκστρατείαι εις Ωρωπόν και Βώλον . . 82

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

Διαφωνίαι περί την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως. — Άφιξις του στρατηγού Τσώρτση και του λόρδου Κοχράνου και διορισμός του μεν εις την αρχιστρατηγίαν, του δε εις την στολαρχίαν. — Χαρακτήρ Μιαούλη. — Η εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις. — Εκλογή Ιωάννου Καποδιστρίου ως κυβερνήτου. — Αντικυβερνητική επιτροπή . . 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.

Στρατοπέδευσις του Καραϊσκάκη εν Κερατσηνίω. — Μάχη του Μετοχίου και άλλαι τινές συγκρούσεις. — Μετάβασις Κοχράνου και Τσώρτση εις Πειραιά. — Τα κατά την Αττικήν μετά την εκεί μετάβασιν αυτών. — Θάνατος Καραϊσκάκη και επιθεώρησις της επί του αγώνος διαγωγής του. — Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών . . 101

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.

Μετάβασις της βουλής και της αντικυβερνητικής επιτροπής εις Ναύπλιον. — Αλληλομαχία των φρουράρχων αυτού και αταξίαι εν Άργει. — Ο αυστριακός ναύαρχος κανονοβολεί τα εν τω λιμένι Σπετσών πλοία. — Εκστρατεία Ιβραήμη εις Ηλείαν και Αχαΐαν. — Κατάπλους του βυζαντινού στόλου εις Νεόκαστρον και έκπλους του ελληνικού. — Προσκύνησις Νενέκου καί τινων μερών της Πελοποννήσου. — Επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν διά Τριπολιτσάς. — Εκστρατεία Δελή-Αχμέτη εις τας επαρχίας Βοστίτσης και Καλαβρύτων και άφιξις αυτού παρά τω Ιβραήμη. — Ναυτικά κινήματα και κατορθώματα των Ελλήνων. — Καταστροφή Μεσσηνίας διά πυρός και σιδήρου . . 125

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.

Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 ιουνίου. — Ναυμαχία Νεοκάστρου. — Aναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ Κωνσταντινουπόλεως . . 145

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ο'.

Εκστρατείαι των Ελλήνων εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, εις Κρήτην και Χίον . . 166

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.

Προσπάθειαι Καποδιστρίου εν Ευρώπη υπέρ Ελλάδος μετά την εκλογήν του. — Κατάβασις αυτού εις Ελλάδα και εγκαθίδρυσις της κυβερνήσεώς του . . 179

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΒ'.

Πειρατεία και εξάλειψις αυτής. — Τα κατά την Γραμβούσαν. — Τακτοποίησις του ναυτικού και του στρατιωτικού. — Παράδοσις των φρουρίων Ναυπλίου εις την κυβέρνησιν και αλλαγή φρουρών. — Πώλησις προσόδων. — Διοικητικός οργανισμός της Ελλάδος. — Κατεδαφισμός Τριπολιτσάς παρά του Ιβραήμη . . 188

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓ'.

Τα μεταξύ σουλτάνου και συμμάχων. — Κήρυξις πολέμου Ρωσσίας κατά Τουρκίας. — Τα μεταξύ αυτών των συμμάχων . . 198

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΔ'.

Το κατά την Χίον, την Δυτικήν Ελλάδα και την Κρήτην. — Φθορά μιας τουρκικής κορβέττας και ενός δικατάρτου υπό το Μέλαν ακρωτήριον (Καρά-Μπαμπάν). — Πανώλης εν Ελλάδι. — Αποστολή αρχιερέων εις Ελλάδα παρά της μεγάλης εκκλησίας. — Χορηγήματα Ρωσσίας και Γαλλίας. — Σύστασις επιτροπής γενικής διοικήσεως, περιοδεύοντος του κυβερνήτου . . 204

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ'.

Χαρακτήρ του κυβερνήτου και διαγωγή αυτού εν Ελλάδι. — Αίτια και αρχή της αντιπολιτεύσεως. — Κουντουριώται — Τράπεζα, Νομισματοκοπείον και Ορφανοτροφείον. — Εθνική εκπαίδευσις — Παύσις πάσης αντικυβερνητικής εφημεριδογραφίας — Διαγωγή Βιάρου, αδελφού του κυβερνήτου, και διάδοσις εντεύθεν της αντιπολιτεύσεως . . 214

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.

Πλους του κυβερνήτου μέχρι των παραλίων της Δυτικής Ελλάδος. Συνέντευξις των αρχηγών των συμμαχικών στόλων και του Ιβραήμη. — Λειποταξία των εν Κορώνη Αλβανών. — Σύγκρουσις αυτών και των Αράβων. — Συμβιβασμός εις ασφαλή έξοδον των Αλβανών εκ της Πελοποννήσου. — Φόνος του Δελή-Αχμέτη. — Επάνοδος του κυβερνήτου εις Αίγιναν. — Νέαι δυσαρέσκειαι . . 225

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα. — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και Μεχμέτ-Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις Αλεξάνδρειαν του Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων στρατευμάτων. — Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα μεταξύ των συμμάχων και κοινοποιήσεις αυτών προς τον σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4 νοεμβρίου . . 231

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΗ'.

Κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. — Πολεμικά συμβάντα εν Κρήτη. — Αδράνεια των υπό τον Υψηλάντην στρατευμάτων. — Ανάκτησις όλης σχεδόν της Ανατολικής Ελλάδος. — Κυρίευσις Βονίτσης. — Πανώλης εν Καλαβρύτοις . . 237

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΘ'.

Διάθεσις των εν Πόρω πρέσβεων προς τον κυβερνήτην. — Διαπραγματεύσεις εις εφαρμογήν της συνθήκης. — Διαγωγή της Πύλης και γνώμη των αυλών περί των εν Πόρω εργασιών των πρέσβεων. — Εγκατάστασις τακτικών δικαστηρίων. — Συγκάλεσις εθνικής συνελεύσεως. . . 246

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.

Διορισμός του Αυγουστίνου ως πληρεξουσίου τοποτηρητού του κυβερνήτου κατά την στερεάν Ελλάδα. Πτώσις Αντιρρίου και Ναυπάκτου. — Αναχώρησις του Κιουταχή εξ Ηπείρου αναδειχθέντος αρχιβεζίρη. — Εξωτερική πολιτική και διαταγαί Αγγλίας περί λύσεως των αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος. — Ανάκτησις Μεσολογγίου. — Τα μεταξύ κυβερνήτου και Γάλλων. — Επάνοδος εις Γαλλίαν των γαλλικών στρατευμάτων. — Δάνειον ενός εκατομμυρίου ρουβλίων παρά του αυτοκράτορος Νικολάου. — Αγαθοεργήματα Αμερικανών . . 258

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΑ'.

Περιοδεία του κυβερνήτου εν Πελοποννήσω — Τροπολογία του περί εκλογής νόμου. — Αντιπροσωπίαι των επαρχιών επ' ονόματι του κυβερνήτου. — Συγκρότησις της εν Άργει δ' εθνικής συνελεύσεως και πράξεις αυτής . . 267

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΒ'.

Εισβολή Ελλήνων εις Θήβας και συγκρούσεις αυτών και των εχθρών εν τη πόλει ταύτη και παρά τω εν τη Αττική μονιδρίω του αγίου Ιωάννου. — Μάχαι κατά τον Ανηφορίτην, τον Ωρωπόν και έξωθεν των Θηβών. — Νέα εισβολή εχθρών εις την Ανατολικήν Ελλάδα. — Μάχη της Πέτρας και έξοδος των εχθρών. Τέλος του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος πολέμου. — Χαρακτήρ Υψηλάντου. — Τα μετά την συνέλευσιν του Άργους. — Νέα χορηγήματα Γαλλίας. — Όπλα δωρηθέντα παρά του αυτοκράτορος της Ρωσσίας. — Προκαταβολή Εϋνάρδου επί του δανείου . . 275

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.

Εξωτερικά. — Στένωσις της εν Πόρω υπό των πρέσβεων διαγραφείσης οροθεσίας. — Η Ελλάς αναγορεύεται κράτος ανεξάρτητον υπό τον Λεοπόλδον τον εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου . . 283

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Χαρακτηριστικά της Ελληνικής επαναστάσεως . . 289

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ . . 295

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΔ'.

Παραίτησις Λεοπόλδου . . 325

IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

1825-26

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.

Ο Νικόλαος αναγορεύεται αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών. — Πολιτική αυτού. — Πρωτόκολλον της 25 μαρτίου 1826. — Ψευδής ένωσις Κωλεττικών και Πελοποννησίων. — Η εν Επιδαύρω γ' εθνική συνέλευσις. — Χαρακτήρες των υπερισχυόντων εν αυτή, Ζαήμη, Λόντου και Κολοκοτρώνη. Η νέα κυβέρνησις — Νέαι προσπάθειαι εις ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας, και γνώμη του δουκός.

ΑΝΑΒΑΣ ο Νικόλαος επί τη αποβιώσει του Αλεξάνδρου εις τον θρόνον της Ρωσσίας εν μέσω συνωμοσιών, στάσεων, αιματοχυσιών και κινδύνων, απεφάσισε, παραλείπων το τουρκοελληνικόν ζήτημα, να εξισάση τας προς την Πύλην ιδίας διαφοράς διά της μαχαίρας· και κινήσας τα στρατεύματά του προς την Βεσσαραβίαν ειδοποίησε την Πύλην διά του Μιντσιάκη, ότι πόλεμος επέκειτο, αν εντός έξ εβδομάδων δεν επανήγε τα της Βλαχίας και Μολδαυίας εις την προ του 1821 κατάστασιν, αν δεν απέλυε τους εν ειρκτή αντιπροσώπους της Σερβίας, και αν δεν έστελλεν επί των ορίων πληρεξουσίους προς εξίσασιν των άλλων εκκρεμών διαφορών.
Όσον εμεσολάβουν παρά τω Αλεξάνδρω αι Δυνάμεις, το παν εθυσιάζετο εις διατήρησιν της ειρήνης, και η αλαζών Πύλη υλάκτει. Αλλ' αφ' ού ο νέος αυτοκράτωρ εκήρυξεν ότι απέρριπτε πάσαν ξένην μεσολάβησιν, και ότι διά της μαχαίρας είχεν απόφασιν να ικανοποιηθή, υπήκουσεν η Πύλης όλη έντρομος, και τας ηγεμονείας εις την προ του 1821 κατάστασιν υπεσχέθη να επαναφέρη εντός της προθεσμίας των έξ εβδομάδων και μετ' ολίγον επανέφερε, και τους αντιπροσώπους της Σερβίας απέλυσε, και πληρεξουσίους εις Ακερμάνην, πόλιν ρωσσικήν, έστειλε, και συνθήκην οποίαν υπηγόρευσεν ο αντίπαλός της υπέγραψε. Τοιαύτην οδόν βαδίσας ο νέος αυτοκράτωρ κατώρθωσε διά μιας ό,τι εις μάτην ηγωνίσθησαν δι' όλης πενταετίας να κατορθώσωσιν ο γλυκύς προκάτοχός του και αι μεσιτεύουσαι Δυνάμεις.
Η δε Αγγλία, αν και απέρριψε την περί της προστασίας πράξιν, δεν έπαυσε καταβάλλουσα πάσαν φροντίδα εις ειρήνευσιν της Ελλάδος. Απεχωρίσθη των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων επί του ελληνικού ζητήματος, ως προείρηται, επί λόγω ότι ουδ' ητήσατό τις των αντιφερομένων ουδ' εδέχετο την επί συμβιβασμώ παρέμβασίν της· αλλ', αφ' ού η Ελλάς επεκαλέσθη την προστασίαν της, εθεώρησεν ότι έλαβεν εύλογον αφορμήν εις επανάληψιν των μετά της Ρωσσίας διακοπεισών επί του ζητήματος τούτου διαλέξεών της, και επί της εις τον θρόνον αναβάσεως του Νικολάου απέστειλε τον Βελλιγκτώνα, ίνα τον συγχαρή και συνδιαλεχθή· απέστειλε και τον Στρατφόρδον Κάννιγγα πρέσβυν εις Κωνσταντινούπολιν.
Προθέμενος ο πρέσβυς ούτος να μάθη τι εβουλεύοντο οι Έλληνες περί του μελετωμένου συμβιβασμού, κατήρεν επί του διάπλου αντικρύ της Ύδρας, λήγοντος του δεκεμβρίου (1825), όπου είδεν εν πρώτοις τον Μιαούλην και τον Τομπάζην ως ιδιώτας, και μετ' αυτούς τον Μαυροκορδάτον και τον Ζωγράφον, σταλέντας παρά της κυβερνήσεως. Αφ' ού δ' εγένετο μεταξύ αυτών πολύς λόγος ανεπισήμως περί συμβιβασμού βάσιν έχοντος την αυτονομίαν της Ελλάδος και απλήν υποτέλειαν εις την Πύλην, απέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου έτυχε λαμπράς αλλ' όχι και φιλικής υποδοχής· δεν επρότεινε δε τι κατ' αρχάς περί Ελλάδος, διότι η Πύλη έλεγε παρρησία ότι «ουδεμία ξένη μεσιτεία μεταξύ δεσπότου και ραγιάδων ήτο δεκτή, και ουδεμία παρέμβασις ανεκτή»· ουδ' επείθετο, ότι η Αγγλία επροτίθετο· κυρίως διά του ελλληνοτουρκικού συμβιβασμού να την προφυλάξη του επικειμένου ρωσσικού πολέμου.
Αλλ', εν ώ αύτη εδυστρόπει, ο Βελλιγκτών ηύρε πρόθυμον τον νέον αυτοκράτορα εις αναλαβήν των επί του προκατόχου του διακοπεισών επί του τουρκοελληνικού ζητήματος αγγλορρωσικών συνδιαλέξεων, και εις θερμήν σύμπραξιν προς ειρήνευσιν και οριστικήν αποκατάστασιν της Ελλάδος. «Αν αρχίσωμεν, πρέπει και να τελειώσωμεν», απεκρίθη ο αυτοκράτωρ προς τον προτείναντα την ειρήνευσιν Βελλιγκτώνα. Υπό τον όρον τούτον υπέγραψαν αι δύο αυλαί την 23 μαρτίου πρωτόκολλον διαλαμβάνον τα εξής.
«Να εξαρτάται η Ελλάς από της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό ετήσιον φόρον.
«Να διοικήται υπό Αρχών της εκλογής της, συνευδοκούσης εις την εκλογήν αυτών και της Πύλης.
«Να απολαμβάνη, πάσαν θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν και πλήρη εσωτερικήν αυτονομίαν.
«Να πωλήσωσιν οι κάτοικοι της Ελλάδος Τούρκοι τας ιδιοκτησίας των, και να εγκαταλείψωσι την γην εκείνην».
Διά της αυτής πράξεως απεποιούντο αι δύο Δυνάμεις πάντα ιδιοτελή σκοπόν και επειδή το ελληνικόν ζήτημα ούτε αγγλικόν ήτον ούτε ρωσσικόν, αλλ' ευρωπαϊκόν, ζήτημα ανάγκης και όχι προαιρέσεως, θυσιών και όχι ωφελειών, συνυπεσχέθησαν να ζητήσωσιν επί τοις αυτοίς όροις την σύμπραξιν και των άλλων μεγάλων Δυνάμεων. Ουδαμώς διέφερε το πρωτόκολλον τούτο, ως προς τους πολιτικούς όρους, του προ διετίας υποβληθέντος και μη παραδεχθέντος ρωσσικού σχεδίου. Αν δ' εγίνετο έκτοτε δεκτόν, θα επρολαμβάνοντο τόσα παθήματα της εις πυρ και σίδηρον εγκαταλειφθείσης εν τω μεταξύ τούτω ανθρωπότητος. Και ταύτα μεν τα περί Ελλάδος εξωτερικώς τω καιρώ εκείνω· εσωτερικώς δε είχαν ούτω.
Πανάκειαν των δεινών της πατρίδος υπελάμβαναν οι πλείστοι των Ελλήνων τας εθνικάς συνελεύσεις των, οι δε ειδημονέστεροι τας εθεώρουν ευσχήμους τρόπους μεταπτώσεως της εξουσίας. Επεκαλούντο οι αντάρται την συγκρότησιν της εθνικής συνελεύσεως εις επάνοδόν των δι' αυτής εις τα πράγματα· την απεποιούντο δε οι εν τοις πράγμασιν εις διατήρησιν της εξουσίας. Αλλά κατά τας παρούσας περιστάσεις η συγκρότησίς της ήτο τω όντι αναγκαία, διότι ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος απήτει μεταρρύθμισιν του πολιτικού συστήματος, και κυβέρνησιν έχουσαν νόμιμον δύναμιν να διαπραγματευθή εξωτερικώς τα προς σωτηρίαν. Η Αγγλία, μη δεχθείσα τα της προστασίας, ως παραίτια αδικαιολογήτου πολέμου αυτής και της Πύλης, έσπευσε να προσφέρη την ειρηνικήν μεσιτείαν της, και η Ελλάς, κινδυνεύουσα να εξοντωθή, ηναγκάζετο να την δεχθή· αλλά δεν εδύνατο βεβαίως ποτέ διά της ειρηνικής ταύτης μεσολαβήσεως να ελπίση πλήρη και τελείαν ανεξαρτησίαν. Η μεσιτεία στηρίζεται επί αμοιβαία των δεδομένων αυτήν παραχωρήσει. Την αρχήν ταύτην έθεσεν, ως είδαμεν, ο Κάννιγγ ως βάσιν, και επί τη βάσει ταύτη επρότεινε την μεσιτείαν της κυβερνήσεώς του· αλλά το σύνταγμα της Ελλάδος ήτον ως προς τούτο αδυσώπητον· μόνη εθνική συνέλευσις εδύνατο να μεταποιήση τον εν πλήρει ενεργεία θεμελιώδη νόμον. Ώρισε και η εν Άστρει συνέλευσις την συγκρότησιν τρίτης συνελεύσεως μετά διετίαν προς αναθεώρησιν του συντάγματος. Διά τον διττόν τούτον λόγον, η κυβέρνησις δι' εγκυκλίου της 25 σεπτεμβρίου εκάλεσε τας επαρχίας να εκλέξωσι διπλασίους του αριθμού των βουλευτών πληρεξουσίους και αποστείλωσιν αυτούς εις Ναύπλιον, ή όπου αλλού εκρίνετο εύλογον προς έναρξιν εργασιών εθνικής συνελεύσεως κατά την 25 δεκεμβρίου. Η προθεσμία παρήλθε, και οι πληρεξούσιοι δεν εφάνησαν· εκλήθησαν και εκ δευτέρου, αρχομένου του ιανουαρίου του 1820 εις Μέγαρα· αλλ' οι πληρεξούσιοι, επιρρεαζόμενοι υπό των υπερισχυόντων Πελοποννησίων μάλλον ή υπό της κυβερνήσεως, συνήλθαν εις Επίδαυρον, όπου είχε συγκροτηθή η πρώτη εθνική συνέλευσις.
Θερμήν έδειξαν προθυμίαν εις παραδοχήν της αγγλικής μεσιτείας οι προ μικρού πρώτοι υπογράψαντες και ενεργήσαντες τα περί της αγγλικής προστασίας Πελοποννήσιοι, και ησχολήθησαν σπουδαίως εις άρσιν παντός προσκόμματος· αλλά μέγα πρόσκομμα εφαίνετο η πολιτική των περί τον Κωλέττην, αγωνιζομένων εις ανύψωσιν της Αυρηλιανής δυναστείας επί του θρόνου της Ελλάδος.
Πολλήν κατέβαλαν οι αμνηστευθέντες φροντίδα ν' αποσπάσωσι τον Κωλέττην του Κουντουριώτου, επί υποσχέσει να τον παραλάβωσι συμμέτοχον της εξουσίας επί της προκειμένης συνελεύσεως, καθ’ ήν η επιρροή των προηγγέλλετο παντοδύναμος. Αντέτεινε κατ' αρχάς ο Κωλέττης· αλλά θεωρών την πτώσιν του συνάρχοντός του βεβαίαν, ενέδωκε μυστικώς εις τας εισηγήσεις των μέχρι τούδε αντιπάλων του, υπό τον όρον να συντελέσωσιν εις τον ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας. Εκτελουμένου του σχεδίου τούτου, εματαιούντο τα της αγγλικής προστασίας τα περί πολλού παρά τοις αμνηστευθείσιν· αλλ' ούτοι, θεωρούντες ευλόγως αυτό ανεκτέλεστον, ως ουδ' αυτής της γαλλικής κυβερνήσεως, ης απητείτο η αντίληψις, συγκατατιθεμένης, συνήνεσαν, υπό τον όρον να αιτήσωσι προηγουμένως την γνώμην και συμβουλήν αυτού του δουκός περί ων επρόκειτο, προς αποφυγήν ενδεχομένης αποτυχίας. Εγκριθέντος δε του όρου τούτου, εστάλη προς τον δούκα μυστικώς αναφορά υπογραφείσα παρά των περί τον Κωλέττην καί τινων των αγγλοφρονούντων αντιπάλων του Πελοποννησίων, και φέρουσα τας εξής τέσσαρας ερωτήσεις.
«Επετρέπετο να εκλέξη η Ελλάς ηγεμόνα μέλος τινός των βασιλευόντων οίκων;
«Εδέχετο την εκλογήν ο εκλεχθησόμενος ηγεμών; «Ποίον το καταλληλότεροι σύνταγμα; «Θα ήρχετο εις αντίληψιν των Ελλήνων ο συγγενής του ηγεμόνος βασιλεύς, και θα εμεσίτευε παρά ταις άλλαις αυλαίς εις αναγνώρισιν της εκλογής αυτού και της ανεξαρτησίας του έθνους;»
Διαπαιδαγωγηθέντες τοιουτοτρόπως οι Κωλεττικοί υπό των Πελοποννησίων, και προσδοκώντες να συναρχοντεύσωσι κατά τα συνομολογηθέντα, ουδετερώθησαν επί της προκειμένης συνελεύσεως, καθ' όσον μάλιστα εθεώρουν ατελεσφόρητον ην είχαν περί πολλού οι νέοι φίλοι των αγγλικήν μεσιτείαν, ως μη συναινούσης της Πύλης.
Τρεις ήσαν οι εν τη συνελεύσει υπερισχύοντες, και οι τρεις Πελοποννήσιοι, ο Ζαήμης, ο Λόντος και ο Κολοκοτρώνης.
Οσάκις οι τρεις ούτοι άνδρες ωμονόουν, η φωνή των ήτο φωνή όλης της Πελοποννήσου· οσάκις δε εδιχονόουν, εδιχονόει και όλη η Πελοπόννησος· τους είδαμεν μεγάλας υπηρεσίας πατρίδι πολλάκις προσενεγκόντας, ασεβή χείρα εις ανατροπήν των καθεστώτων άραντας, και μεγάλα κακά προξενήσαντας· αλλ' εξαλείψαντας μετά ταύτα τα δεινά πταίσματά των διά της παντός επαίνου αξίας διαγωγής των, και σαλεύουσαν την Πελοπόννησον επί Ιβραήμη γενναιοφρόνως υποστηρίξαντας. Κατεστράφησαν και οι τρεις επί του δευτέρου εμφυλίου πολέμου, και ως εχθροί της πατρίδος εστιγματίσθησαν· αλλά μετ' ολίγον ανηγέρθησαν υπό της φοράς των πραγμάτων, ως σωτήρες παρά του πάσχοντος λαού ανευφημίσθησαν, και την υπερτάτην Αρχήν ενεπιστεύθησαν, τους παντοδυνάμους εχθρούς των καταισχύναντες.
Ο Ζαήμης, ισχύοντος πατρός υιός ισχυρότερος, υπερείχεν όλων των προεστώτων της Πελοποννήσου· διεκρίθη επί του αγώνος διά την μετριοπάθειαν προς τους εχθρούς, την ειλικρίνειαν προς τους φίλους και την προς τους δεομένους επιείκειαν· εμεγαλοφρόνει ως ουδείς των προϊσταμένων της Ελλάδος, αλλά, φύσει άτολμος, δεν εμεγαλοπραγμόνει· πανθομολόγητος ήτον η σύνεσίς του και ακραιφνής ο πατριωτισμός του, αλλ' επισκίαζε τας αρετάς ταύτας φιλόδοξος αλαζονεία, ωθήσασα αυτόν και εις ανταρσίαν· ηγεμονικόν ήτο το βλέμμα του, το ήθος του ασιανόν, αξιοπρεπές το σχήμα του και το βάδισμά του σεσοβημένον. «Τι Ζαήμης τ' Ιβραήμης» έλεγαν οι βλέποντες αυτόν διερχόμενον· ολίγη ήτον η μάθησίς του, αλλά πολλήν την εδείκνυεν ο ευρύς νους του· έθελγε τους ακροατάς του διά της φυσικής του ευγλωττίας, και εθέρμαινε τας καρδίας των διά των φιλογενών προτροπών του· ο πατριωτισμός του δεν είχεν όρια τον Ισθμόν, ώς τινων άλλων συμπολιτών του· πατρίς του ήτον όλη η Ελλάς, και εις απολύτρωσιν όλης της Ελλάδος ηγωνίζετο τον καλόν αγώνα· η αγενής διάκρισις αυτόχθονος και ετερόχθονος δεν εισεχώρησεν εις την καρδίαν του· Έλληνας εξ ίσου εθεώρει πάντας τους υπό τον ξένον ζυγόν πιστεύοντας εις Χριστόν ομογενείς του· πρόθυμος έτρεχεν εις τους κινδύνους προς εμψύχωσιν του λαού, αν και μη φιλοπόλεμος· τόσον δε απείχε του επιδιώκειν στρατιωτικήν δόξαν, ώστ' εχλεύαζεν αυτός εαυτόν διά την εν πολέμοις δειλίαν του· κινδυνευούσης της πατρίδος και πρόεδρος αναγορευθείς της κυβερνήσεως ελησμόνησε την προς τον Καραϊσκάκην δικαίαν έχθραν του, και χάριν της κοινής σωτηρίας τω έδωκεν όσην εξουσίαν δίδει τις μόνον τοις πιστοίς φίλοις του· «η πατρίς», είπε, «θέλω να σωθή, και ας μεγαλυνθή ο εχθρός μου»· μετά την ακάθεκτον πρόοδον των Αιγυπτίων επάτησε την Πελοπόννησον, αν και προγεγραμμένος, ειπών προς τους συμπολίτας του ιδόντας αυτόν απροσδοκήτως· «ήλθα ν' αποθάνω μεθ' υμών»· επληγώθη η φιλοτιμία του διότι το εν Ζακύνθω συνταχθέν περί της αγγλικής προστασίας έγγραφον εθεώρει τον Κολοκοτρώνην Πελοποννησιάρχην· αλλ' επειδή εν τοις δεινοίς εκείνοις καιροίς ενομίζετο σωτήριον, το υπέγραψεν ειπών τω Κολοκοτρώνη ενώπιον πολλών· «δεν θα σοι παρεχώρουν τα πρωτεία, αν δεν έβλεπα κινδυνεύουσαν την πατρίδα»· διά τον αυτόν λόγον καθυπέβαλεν αυθόρμητος εαυτόν υπό τας διαταγάς του αντιζήλου του τούτου καθ' όλας τας επί του Ιβραήμη εκστρατείας· είχε τι ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν ο ανήρ ούτος· εν τη υπερηφανεία του ήτον αξιαγάπητος· συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι τον ετίμων διά τον χαρακτήρα του και τας κοινωνικάς αρετάς του· «πολλάκις αντεπολιτεύθην τον Ζαήμην», έλεγεν ο Κολοκοτρώνης, «αλλά ποτέ δεν τον εμίσησα».
Αναπόσπαστος του Ζαήμη και της αυτής αείποτε πολιτικής και των αυτών προς όλην την Ελλάδα και προς όλους τους Έλληνας φρονημάτων ήτον ο εξάδελφός του, Ανδρέας Λόντος, υιός εξόχου πατρός, υπό της τουρκικής Αρχής επί δουλείας αποκεφαλισθέντος· είχε χαρακτήρα όλως ιπποτικόν· πολλάκις εξετρέπετο εις άτοπα, αλλ', ως αγαθός, πάντοτε επροθυμείτο να εξιλεόνη όσους επίκραινε, ή να ικανοποιή όσους έβλαπτεν· απεχόμενος δε συνήθως των πολιτικών ησπάζετο τον στρατιωτικόν βίον· ώστε της δυάδος ταυτής ο μεν Ζαήμης δικαίως εθεωρείτο ο νους, ο δε Λόντος ο βραχίων. Οι δύο δε ούτοι άνδρες διά την παντοτεινήν ομοφροσύνην των ωνομάζοντο δι' ενός και του αυτού ονόματος· «οι Ανδρέαι».
Όσον διέπρεπεν ο Ζαήμης μεταξύ των πολιτικών, τόσον ο Κολοκοτρώνης, γόνος και απόγονος τουρκομάχων και μαχίμων ανδρών, διέπρεπε μεταξύ των πολεμικών· νέος ων έμαθε τα κοινά γράμματα και, εις ένδειξιν της διαθέσεώς του προς ους και περί ων έγραφε κατά τας επί της επαναστάσεως εκστρατείας του, συνείθιζε διαφοροτρόπως να υπογράφη το αρκτικόν στοιχείον του χριστιανικού ονόματός του, το Θ· μέγα μεν αγανακτών ή οργιζόμενος, μικρόν δε ιλαρώς ή φιλικώς διακείμενος· αγρίαν είχε την όψιν, αλλ' ήμερον την καρδίαν· ευφυώς εξηγείτο διά παραβολών και μύθων· πολλή η προς αυτόν υπόληψις του λαού της Πελοποννήσου, και πατρική η περί του λαού τούτου φροντίς του· είτε ως κλέπτης είτε ως αρματωλός περιπλανώμενος εν Πελοποννήσω, ή υπό ξένην εν τη Επταννήσω υπηρετών σημαίαν, κατά νουν είχε την ελευθερίαν της πατρίδος και απεποιείτο να στρατεύη εις τόπους όθεν δεν εδύνατο να βλέπη τα βουνά του· ούτε εν ταις επιτυχίαις του υψηλοφρίνει ούτε εν ταις αποτυχίαις του εταπεινούτο· κατηγορείτο ως μηδέποτε εκστρατεύσας πέραν του ισθμού, αλλά πολλούς πολλάκις απέστειλεν εις αντίληψιν των εκεί αγωνιζομένων· έρρεπεν εις ταραχάς και ηγάπα ως ουδείς των πολεμικών ν' αναμιγνύεται εις τα πολιτικά, εν οίς ουδέποτε ευδοκίμησεν, αγόμενος διά την άγνοιάν του, αν και νουνεχής, υπό ιδιοτελών και δοκησισόφων· μικράν επί τω θανάτω του αφήσας περιουσίαν, αν και ολιγοδάπανος, έψευσε την κοινήν δόξαν, ότι αγνάς αρπαγής δεν είχε τας χείρας. Δύο ήσαν, έλεγε, τα κατορθώματά του επί του αγώνος· συνείθισε τους χωρικούς της Πελοποννήσου να μη φεύγωσι βλέποντες Τούρκους και νικώμενοι να μη προσκυνώσι. Τοιαύτη ήτον η εν τη συνελεύσει υπερισχύουσα και εν ομοφροσύνη εργαζομένη τριανδρία.
Τα δε κύρια έργα της συνελεύσεως ήσαν η αναθεώρησις του συντάγματος και ο της Ελλάδος και Πύλης συμβιβασμός διά ξένης μεσιτείας. Ο καιρός και η πείρα απέδειξαν, ότι το σύνταγμα είχεν ανάγκην μεταρρυθμίσεως, και το κύριον ελάττωμά του ήτον η επέμβασις της βουλής εις την εκτέλεσιν των νόμων, και η εξ αιτίας της επεμβάσεως χαλάρωσις της νομοτελεστικής δυνάμεως· η δε τοιαύτη επέμβασις, επιζήμιος εν καιρώ ειρήνης, κατήντα θανατηφόρος εν καιρώ πολέμου.
Προ της ενάρξεως της συνελεύσεως εδημοσιεύθη σχέδιον αναθέτον διά τας δεινάς περιστάσεις του καιρού εκείνου πάσαν εξουσίαν, εκτός της δικαστικής, εις προσωρινήν τριμελή επιτροπήν ενεργούσαν τα καθήκοντα των υπουργών δι' ενός γενικού γραμματέως, εκδίδουσαν ψηφίσματα τόπον επέχοντα προσωρινώς νόμων, καταργούσαν τους πολυαρίθμους επάρχους, διοικούσαν διά τεσσάρων υπαλλήλων Αρχών την στερεάν Ελλάδα, το Αιγαίον, την Πελοπόννησον και την Κρήτην, και αυτήν και μόνην φροντίζουσαν εσωτερικώς και εξωτερικώς τα εις σωτηρίαν και ευημερίαν της πατρίδος. Το σχέδιον απήτει και την αποκοίμισιν του συντάγματος μέχρις ου ετελεύτα συνήθως ο ετήσιος πόλεμος, και ώριζε την επάνοδον των πληρεξουσίων εις επανάληψιν των εργασιών των κατά τον νοέμβριον. Το σχέδιον τούτο εγένετο αφορμή πολλών σκέψεων και λόγων καθ' όν καιρόν εδημοσιεύθη, αλλά δεν ηύρε πολλούς των πληρεξουσίων υπερασπιστάς. Την 6 απριλίου ήρχισεν η συνέλευσις τας τακτικάς εργασίας της υπό την προεδρίαν του Πανούτσου Νοταρά εις διαρρύθμισιν της πολιτείας επί τη βάσει του αντιπροσωπικού συστήματος· αλλά, προτού προχωρήση, έμαθεν ό,τι προείδεν ο σχεδιογράφος, την ψυχορραγίαν του Μεσολογγίου (α) Η είδησις αύτη κατεθορύβησε την συνέλευσιν· τα σπουδαία έργα της απήτουν αταραξίαν νοός και βαθείας σκέψεις, και ήδη ο κίνδυνος επέκειτο. Είδεν ότι η σωτηρία της πατρίδος απήτει δικτάτορα, ή, εν ελλείψει αυτού, δικτατορίαν. Υπό το κράτος τοιούτων περιστάσεων παρεδέχθη την εν τω σχεδίω δημοσιευθείσαν περί δικτατορικής κυβερνήσεως γνώμην, ήτησε τον γράψαντα την ανάπτυξίν του ως προς την κατά τας επαρχίας εφαρμογήν του, και ώρισε την διάρκειαν της Αρχής ταύτης μέχρι τέλους σεπτεμβρίου· αλλά παρεμόρφωσε το σχέδιον χάριν φιλοτιμιών και προσωπικών συμφερόντων. Τα τρία κατ' αυτό μέλη της νέας κυβερνήσεως έγειναν πέντε, τα πέντε επτά, τα επτά εννέα και τα εννέα ένδεκα· ώστε η πολυμέλειά της εχαλάρωσε την ενέργειάν της· εψηφίσθησαν δε μέλη της νέας κυβερνήσεως ο Ανδρέας Ζαήμης, ο και πρόεδρος, ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Αναγνώστης Δηληγιάννης, ο Γεώργης Σισίνης, ο Δημήτρης Τσαμαδός, ο Ανδρέας Χατζή-Αναργύρου, ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Ιωάννης Βλάχος και ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος· δεν συμπαρελήφθη εις την νέαν κυβέρνησιν ο Κωλέττης, και ένεκα τούτου διελύθη η Πελοποννησίων και Κωλεττικών ένωσις, ην χλευάζουσα η δημοσιογραφία απεκάλει προσφυώς λυκοφιλίαν. Παρηγκωνίσθη και ο Μαυροκορδάτος, δυσπιστούντων προς αυτόν των εν δυνάμει.
Ως αν δεν ήρκουν δε ουδ' ένδεκα μέλη εις κατάρτισιν κυβερνήσεως, κατέστησεν η συνέλευσις άλλην δεκατριμελή επιτροπήν καλέσασα αυτήν «επιτροπήν της συνελεύσεως», εις ην ανέθεσε την εκ νέου συγκάλεσιν των αυτών πληρεξουσίων περί τα τέλη σεπτεμβρίου, την επεξεργασίαν των λογαριασμών του υπουργείου της οικονομίας, του εθνικού ταμείου, και της επί του δανείου εν Λονδίνω επιτροπής, την αντικατάστασιν των μελών αυτής, και προ πάντων την περί συμβιβασμού του ελληνικού έθνους και της Πύλης διαπραγμάτευσιν διά του εν Κωνσταντινουπόλει Άγγλου πρέσβεως υπό τους εξής όρους.
Να μη έχωσιν οι Τούρκοι μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι.
Να εγκαταλείψωσι τα υποχείριά των φρούρια.
Να μη αναμιγνύεται η Πύλη ούτ' εκ πλαγίου ούτε κατ' ευθείαν εις την εσωτερικήν κυβέρνησιν της Ελλάδος, πολιτικήν ή εκκλησιαστικήν.
Να έχη η Ελλάς τα εις εσωτερικήν και εξωτερικήν ασφάλειαν του κράτους αναγκαία στρατεύματα και την εις υπεράσπισιν του εμπορίου αναγκαίαν ναυτικήν δύναμιν.
Να λάβωσιν απαραλλάκτως τα αυτά δικαιώματα και την αυτήν τύχην η Πελοπόννησος, η Ανατολική και Δυτική Ελλάς, το Αιγαίον και η Κρήτη· να λάβωσι δε τα αυτά δικαιώματα (καθ' όσον όμως τούτο ήτο κατορθωτόν) και όσα άλλα μέρη έλαβαν όπλα, ή συνηνώθησαν μετά της ελληνικής κυβερνήσεως.
Να έχωσιν οι Έλληνες σημαίαν και το δικαίωμα του αποστέλλειν και δέχεσθαι διπλωματικούς πράκτορας και κόπτειν νόμισμα.
Να υπόκηται η Ελλάς, ως υποτελής τω σουλτάνω, εις ετήσιον φόρον, ή να πληρώση άπαξ χρηματικήν τινα ποσότητα εις παντοτεινήν απαλλαγήν αυτού.
Να γένη ανακωχή, αρξαμένης της διαπραγματεύσεως.
Να εγγυηθή η μεγάλη Βρεττανία τον συμβιβασμόν.
Να δύναται η επιτροπή να τροπολογή τας ανωτέρω προτάσεις έχουσα υπ' όψιν την πλειοτέραν ωφέλειαν της Ελλάδος, φυλαττομένων όμως πάντοτε αμετατρέπτων των πέντε πρώτων άρθρων, και να επικαλεσθή και άλλην αυλήν ή και όλας, αν η διά του Άγγλου πρέσβεως διαπραγμάτευσις απετύγχανεν.
Απρίλιος Και αύται μεν ήσαν αι οδηγίαι, ας υπέγραψεν η συνέλευσις την 12 απριλίου· την δε 14 υπέγραψεν επιστολήν προς τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της Αγγλίας δίδουσα την περί της προκειμένης διαπραγματεύσεως απαιτουμένην πληρεξουσιότητα.
Εν ώ δε κατεγίνετο εις τον συμβιβασμόν διά της μοναδικής μεσιτείας της Αγγλίας, ανεγνώσθη επί συνεδριάσεως διαμαρτύρησις του Δημητρίου Υψηλάντου κατά της περί του συμβιβασμού πράξεως, ως παρανόμου και ανθελληνικής. Αγανακτήσασα η συνέλευσις επί τη διαμαρτυρήσει ενός πολίτου κατά της ομοφώνου αποφάσεως όλου του έθνους εστέρησε διά ψηφίσματός της τον διαμαρτυρηθέντα παντός πολιτικού δικαιώματος και τον απέκλεισε πάσης στρατιωτικής υπηρεσίας.
Εκτός δε της συστάσεως των δύο επιτροπών, η συνέλευσις εψήφισε δάνειον εκατόν χιλιάδων διστήλων εις μισθούς και τροφάς του στόλου, εις εφοδιασμόν της φρουράς του Μεσολογγίου, εις επισκευήν του φρουρίου, και εις τροφήν των έξωθεν αυτού συγκροτηθησομένων στρατευμάτων· παρήγγειλε δε να διαπραγματευθή τα δάνειον τούτο εν τω ιονίω κράτει και αποδοθή μετά δύο έτη· διέταξε τα δέοντα και περί αυξήσεως του τακτικού στρατού· επεκύρωσε τα δύο εν Αγγλία δάνεια· απαγόρευσε πάσαν εκποίησιν εθνικής γης, και ηκύρωσε την ήδη κατά παράβασιν του Λβ' ψηφίσματος της εν Άστρει εθνικής συνελεύσεως εις εφοδιασμόν του Μεσολογγίου και εις αποστολήν ναυτικής δυνάμεως προς αντίληψίν του γενομένην, αποζημιουμένων των αγοραστών· εσύστησε πενταμελή πλημμελειοδικείου επιτροπήν, και εψήφισε τα περί αποζημιώσεων των ναυτικών νήσων και βραβεύσεως των κατά γην και θάλασσαν αγωνισθέντων ναυάρχων, πλοιάρχων, στρατηγών και οπλαρχηγών.
Εις άκραν παράλυσιν είχαν καταντήσει τω καιρώ εκείνω οι τακτικοί. Μετά την εις τας νήσους καταφυγήν των διεβιβάσθησαν εις Αθήνας· άλλα μη ευρόντες καλήν υποδοχήν παρά τω εκεί ισχύοντι Γκούρα, τω άλλοτε φανέντι φιλοτακτικώ και ήδη παρρησία αντενεργούντι, απήλθαν εις Σαλαμίνα στερούμενοι των αναγκαίων. Εγκατέλειψαν την υπηρεσίαν και την Ελλάδα πολλοί ξένοι αξιωματικοί, εν οίς και ο πολλά εις εξάσκησιν του ιππικού μοχθήσας Ρεϋνόλδος, ον αντικατέστησεν ο εκ Πορτουγαλλίας Αλμέιδας· η κακοβουλία δεν εφείσθη ουδ' αυτού του Φαβιέρου επί της τελευταίας εκστρατείας και αποτυχίας του τακτικού, και οι μεν τον κατηγόρουν ως ασυλλογίστως και ριψοκινδύνως εκστρατεύσαντα, οι δε τον εσυκοφάντουν ως διανοούμενον την δι' ελληνικών αιμάτων υποταγήν της Ευβοίας εις την πατρίδα του· τον εσυκοφάντουν δε ως τοιούτον καθ' όν καιρόν, πολλών Ελλήνων γαλλιζόντων, ο Φαβιέρος ουδ' εις αυτών ουδ' εις του Ρόσχου τα σχέδια ανεμιγνύετο· αγανακτών δ' επί τοις λεγομένοις, και μεμφόμενος την κυβέρνησιν ως μη εκτελέσασαν όσα έδει υπέρ του τακτικού, παρητήθη της υπηρεσίας· αλλά το νομοτελεστικόν, ούτινος η εξουσία ήτον εν τω τελειούσθαι, δεν εδέχθη την παραίτησιν. Η δε συνέλευσις τον εκάλεσεν εις Επίδαυρον, τον ήκουσεν επί συνεδριάσεως απολογούμενον, τον εδικαίωσε, τω απέδωκε τας ευχαριστίας της και τον έπεισε ν' ανακαλέση την παραίτησιν του· την δε 16 απεπεράτωσε τα έργα της (β).
Η δε αρτισύστατος κυβέρνησις εφρόντισε να εμβάση εις Ναύπλιον προ της εκεί μεταβάσεώς της στρατιωτικήν δύναμιν υπό τον Γενναίον υποπτεύουσα τον φρούραρχον Φωτομάραν, και την 18 εισήλθε και αύτη· αλλ' απεποιήθη πάσαν πομπώδη υποδοχήν, ως πενθηφορούσης της Ελλάδος επί τη πτώσει του Μεσολογγίου, αν και σεμνυνομένης εφ’ οις η φρουρά του εμεγαλοπραγμόνησε (γ). Διώρισε δε και γενικόν γραμματέα τον Ζωγράφον.
Ουδέποτε κυβέρνησις της Ελλάδος ευρέθη έχουσα εν μέσω τόσω δεινών περιστάσεων τόσω μικρούς πόρους· το δάνειον εξηντλήθη· 60 μόνον γρόσια ευρέθησαν εν τω ταμείω· η Πελοπόννησος και όλη η στερεά Ελλάς, υπό την μάχαιραν του εχθρού ή υπό την φθοροποιάν χείρα του στρατιώτου και την φιλάρπαγα του τοπάρχου, ουδεμίαν έδιδαν πρόσοδον· μόνον το Αιγαίον, μη πάσχον όσα έπασχαν τα άλλα μέρη του κράτους, και ευαγωγότερον, υπέσχετο χρηματικήν τινα βοήθειαν. Εις κορύφωσιν δε των δεινών, εξ ών περιεστοιχίζετο η διοικητική επιτροπή, υπερεπερίσσευσε και η εξωτερική ραδιουργία, ήτις, ευρούσα λαβήν την περί προστασίας πράξιν και την αίτησιν της αγγλικής μεσιτείας, κατέκρινε παρρησία την αγγλοφρονούσαν κυβέρνησιν ως προδώσασαν την πατρίδα, και ενήργει διά θεμιτών και αθεμίτων τρόπων την πτώσιν της εξ αυτής της συστάσεώς της.
Εν τούτοις ήλθεν η απάντησις του δουκός της Αυρηλίας, εν είδει υπομνήματος του στρατηγού Ρουμινή, λέγουσα, εις λύσιν των τεσσάρων ερωτήσεων, ότι δεν θα παρωργίζοντο αι Δυνάμεις επί τη εκλογή, καταλλήλου ηγεμόνος της Ελλάδος· ότι η συναίνεσις του εκλεχθησομένου ηγεμόνος εκρέματο εκ της θέσεως αυτού και του ελληνικού έθνους καθ' όν καιρόν θα εγίνετο η εκλογή· ότι το γαλλικόν σύνταγμα ήτο το καταλληλότερον· και ότι εν τη παρούση καταστάσει των πραγμάτων εν Ελλάδι ο συγγενής του νέου ηγεμόνος βασιλεύς όχι μόνον δεν θα εβοήθει τους Έλληνας, αλλ' ίσως θα ηναγκάζετο και ν' αποδοκιμάση την εκλογήν προς απόδειξιν, ότι παρά γνώμην του αύτη εγένετο· το διεξοδικόν δε τούτο υπόμνημα περιείχε και υγιείς συμβουλάς (δ).
Εμάστιζε την ελληνικήν θάλασσαν η πειρατεία. Η κυβέρνησις ώφειλε να παύση το κακόν. Υπέφερεν εξ αιτίας αυτού το ελληνικόν εμπόριον και το των άλλων εθνών και προ της επαναστάσεως· και το κύριον έργον του οθωμανικού στόλου, εκπλέοντος άλλοτε τακτικώς κατ' έτος εις το Αιγαίον, ήτον η εξάλειψις της πειρατείας. Αρξαμένης δε της επαναστάσεως, το κακόν τούτο δεν ανεφάνη δι' όλης τριετίας· δεν ανεφάνη ουδ' ότε κατεστράφησαν αι Κυδωνιαί και η Χίος, καθ' ήν περίστασιν τόσοι ναύται έπεσαν εις δεινήν αμηχανίαν· και οι μεν αυτών καταφυγόντες τήδε κακείσε, οι δε πλείστοι εις Ψαρά, επορίζοντο γλίσχρως αλλά τιμίως τα προς το ζην· μετά την καταστροφήν δε της Κάσσου και των Ψαρών η πειρατεία εγένετο πόρος των παθόντων. Εις εξάπλωσιν αυτής συνήργησεν όχι ολίγον και η αναιδής και αντιχριστιανική χρήσις της σημαίας τινών χριστιανικών Δυνάμεων εις υπηρεσίαν των αγωνιζομένων Τούρκων επί καταστολή των Ελλήνων, κινήσασα την αγανάκτησιν πάντων των πολιτών της Ελλάδος. Και η κυβέρνησις και αι περιπλέουσαι το Αιγαίον ναυτικαί μοίραι των ξένων Δυνάμεων επροθυμήθησαν πάντοτε εις παύσιν της πειρατείας, αλλ' εις μάτην εκοπίασαν· το δε βδελυρόν τούτο επιτήδευμα εξησκείτο και υπό την πολεμικήν της Ελλάδος σημαίαν και υπό καταγωγικά έγγραφα. Η διοικητική επιτροπή, περί πολλού ποιουμένη την ανάκτησιν της πεσούσης υπολήψεως του έθνους και την υπεράσπισιν της υπό ουδετέραν σημαίαν ναυτιλίας, απεφάσισεν, αν και στερουμένη παντός πόρου, ν' απαρνηθή και αυτά τα επί της θαλάσσης νόμιμα δίκαιά της· τούτου χάριν ηκύρωσε τα καταγωγικά έγγραφα και εξέδωκε την 2 μαΐου αυστηροτάτας και τελεσφόρους εις παύσιν της πειρατείας διαταγάς.
Εν τούτοις επανήλθεν εις Ελλάδα ο απελθών εις Αγγλίαν Γόρδων, φέρων λίρας στερλίνας 14,000, εκ των απομειναρίων του δευτέρου δανείου, εξ ών εδόθη το τεταρτημόριον εις χρήσιν του τακτικού. Θαρρυνθείς ο Φαβιέρος διά της χορηγίας ταύτης και διά της αξιεπαίνου διαγωγής της συνελεύσεως, ανεκάλεσεν υπό τας σημαίας εις Άριαν, όπου και εσκήνωσε, τους σκορπισθέντας τακτικούς, συμπαρέλαβε το εν Ναυπλίω δεύτερον τάγμα, μετέφερεν εις το αυτό χωρίον τους εν Σαλαμίνι, εκάθηρε τον επιβουλευόμενον την αρχηγίαν του Ρόδιον και τους ομόφρονάς του αξιωματικούς, και ησχολήθη μετ' ακαμάτου ζήλου εις την εκ νέου διοργάνωσιν του πολλά παθόντος τακτικού.

1826

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.

Αι Σπέτσαι, και η Ύδρα επαπειλούνται υπό του εχθρού. — Καταβολαί εις στρατολογίαν. — Αποβίωσις του Π. Πατρών — Μετάβασις της κυβερνήσεως εις τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου. — Επάνοδος Ιβραήμη εις Πελοπόννησον και παθήματα των εν τη επαρχία Καλαβρύτων. — Ο Κολοκοτρώνης στρατολογών. — Εκστρατείαι Ιβραήμη εις Μάνην και εις άλλα μέρη.

ΜΕΤΑ δε την πτώσιν του Μεσολογγίου εφημίζετο ότι ο εχθρός εμελέτα να κινηθή κατά Σπετσών και Ύδρας εις εξόντωσιν των δύο εστιών της ναυτικής δυνάμεως της Ελλάδος. Ομαλή και πανταχόθεν βατή ούσα η νήσος των Σπετσών θα εκινδύνευεν εκ πρώτης προσβολής· τραχεία δε και εκ φύσεως οχυρά η της Ύδρας θ' αντείχεν έχουσα τον απαιτούμενον αριθμόν ανδρών προς υπεράσπισιν· διά τούτο εις ασφάλειαν των κατοίκων της πρώτης και εις ένωσιν όλης της ναυτικής δυνάμεως και ενδυνάμωσιν της δευτέρας η κυβέρνησις εθεώρησεν αναγκαιοτάτην την μετοίκισιν των Σπετσιωτών εις Ύδραν, και έστειλεν εις Σπέτσας τον πρόκριτον αυτών και μέλος αυτής Ανδρέαν Χατσή-Αναργύρου επί τω σκοπώ τούτω. Ο σκοπός ευωδώθη, η υπάρχουσα αντιζηλία και διαίρεσις των νησιωτών εξηλείφθη ενώπιον του κινδύνου και εδόθη το εν Ύδρα Καμίνι, παραθαλάσσιον της πόλεως προάστειον, εις κατοικίαν των μετοίκων. Προθυμίαν πολλήν έδειξαν να μεταβώσιν εις Ύδραν προς υπεράσπισιν και Κρανιδιώται και Ποριώται· έσπευσε να στείλη και η κυβέρνησις στρατεύματα· τη επιμόνω δε αιτήσει των προκρίτων της νήσου είχε διαβιβάσει και ο Φαβιέρος μέρος του τακτικού ως είρηται.
Κατ' εκείνον τον καιρόν έφθασαν εις Ναύπλιον οι οπλαρχηγοί και στρατιώται της ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου συνέρρευσε μέγα πλήθος και άλλων στρατιωτών, ώστε η πρωτεύουσα κατέστη αληθές στρατόπεδον και θέατρον καθ' ημέραν αταξιών. Η κυβέρνησις κατεγίνετο ν' απαλλάξη των δεινών τούτων την πόλιν, να καταστήση χρησίμους τόσους στιβαρούς βραχίονας και να περιθάλψη την γυμνήν και ανυπόδητον φρουράν του Μεσολογγίου κινήσασαν τους πάντας εις θαυμασμόν διά τα ανδραγαθήματά της και εις συμπάθειαν διά τα παθήματά της. Αλλ' η απορία του ταμείου παρέλυεν όλας τας προσπαθείας της. Ο φιλελληνισμός καλή τύχη της Ευρώπης και της Αμερικής εκορυφώθη, πεσόντος του Μεσολογγίου, εγέμιζε τας κενάς του δημοσίου αποθήκας τροφών, και η κυβέρνησις είχε πώς να θρέψη τους απόρους, αλλά δεν είχε πώς άλλως να τους οικονομήση· προς τούτο εκάλεσεν εις εκούσιον έρανον τους εν Ναυπλίω. Η φωνή της ήχησεν εις ώτα ακουόντων συνήλθαν οι πολίται εις την πλατείαν της πόλεως· ο διδάσκαλος Γεννάδιος εξιστόρησεν εις επήκοον πάντων την δεινότητα των περιστάσεων, την παντελή του ταμείου αχρηματίαν, την δεινήν της κυβερνήσεως αμηχανίαν εις εκστράτευσιν τόσων γενναίων ανδρών, και συνεισέφερε πρώτος αυτός οκτώ λίρας στερλίνας, ό εστιν ό,τι είχε· συνεκινήθησαν όλοι οι περιεστώτες ιδόντες την γυμνότητα των υπέρ αυτών τόσα παθόντων και την πατρίδα δοξασάντων, και αμιλλώμενοι τις να φανή ελευθεριώτερος, οι μεν κατέθεσαν χρήματα και άλλα πολύτιμα είδη, πολλοί δε, εν οίς και ο Υψηλάντης, επρόσφεραν τα χρυσά και αργυρά όπλα των. Την ακόλουθον δε ημέραν εγένετο πάλιν λόγος επί της πλατείας περί συλλογής των ιδιωτικών ίππων, και πρώτος ο πρόεδρος της κυβερνήσεως Ζαήμης επρόσφερε τους εν τη φάτνη του, και το παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν αριζήλως οι λοιποί ιπποτρόφοι. Τοιουτοτρόπως και αι κατεπείγουσαι της πατρίδος ανάγκαι διά της αυτοπροαιρέτου ταυτής συνεισφοράς οπωσούν εθεραπεύθησαν, και ίλη εκ του προχείρου εσυστήθη. Εν ώ δε ενηργούντο ταύτα εν Ναυπλίω, η κυβέρνησις ηναγκάσθη να καταφύγη και εις διά πειθούς ή και βίας πραγματοποίησιν δανείου εν τη λοιπή επικρατεία, και έστειλεν επί τούτω εισπράκτορας και δύναμιν.
Κατ' εκείνας τας ημέρας απέθανεν εν Ναυπλίω ο Π. Πατρών Γερμανός, θύμα της επικρατούσης λοιμικής νόσου. Όλη η δόξα του πρωταγωνιστού τούτου ανέτειλε και έδυσε ταις πρώταις ημέραις της επαναστάσεως.
Η τόση δε συρροή στρατευμάτων εν Ναυπλίω και αι ακατάπαυστοι απαιτήσεις αυτών εμπόδιζαν την κυβέρνησιν να σκέπτεται και να ενεργή όπως απήτουν αι δειναί περιστάσεις, και την ηνάγκαζαν να μεθεδρεύση εις μέρος ησυχώτερον και ασφαλέστερον· συνέπεσεν απροσδοκήτως και άλλο κακόν απαιτούν τούτο. Η κυβέρνησις, εισελθούσα εις Ναύπλιον, επεκύρωσεν ως φρούραρχον τον Φωταμάραν· αλλ' η φρουρά του Παλαμηδίου, υποκινηθείσα διά ραδιουργιών, απεστάτησεν αίφνης κατά του αγαθού αλλ' ανικάνου τούτου αρχηγού της, και αυτόν τον μεν έξωσε, παρέδωκε δε το φρούριον εις χείρας του Γρίβα αντιπολιτευομένου την ενεστώσαν κυβέρνησιν. Διά τους λόγους τούτους μετέβη η κυβέρνησις την 16 Ιουνίου προσωρινώς εις τον θαλασσόπυργον Ναυπλίου, όπου ο πρόεδρος και άλλα μέλη αυτής εξ αιτίας των επικρατούντων φόβων ημερονυκτέρευαν.
Μετά δε την άλωσιν του Μεσολογγίου ο μεν Ιβραήμης επανήλθεν εις Πελοπόννησον, ο δε Κιουταχής ητομάζετο να στρατεύση εις Αθήνας· απέπλευσαν δε και οι εχθρικοί στόλοι ο μεν βυζαντινός εις Κωνσταντινούπολιν, ο δε αιγύπτιος εις Νεόκαστρον και εκείθεν εις Αλεξάνδρειαν.
Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Πάτρας διέταξε τον περιφερόμενον την επαρχίαν της Γαστούνης Δελή-Αχμέτην να επανέλθη εκεί· αυτός δε, παραλαβών την φρουράν των Πατρών ανέβη αμαχητί εις την πόλιν των Καλαβρύτων, όπου δεν ηύρε ψυχήν, και κατακαύσας αυτήν εστράτευσεν εις Κλοκινοχώρια.
Υπεράνω των χωρίων τούτων, επί του Χελμού κειμένων, κατέφυγαν επί της εις Καλάβρυτα εισβολής του Ιβραήμη χάριν ασφαλείας πεντακισχίλιαι ψυχαί· συνήλθαν δε εις υπεράσπισιν αυτών τετρακόσιοι οπλοφόροι υπό τον Σολιώτην και τον Πετμεζάν και ωχυρώθησαν επί των υπωρειών.
Μάιος Επέπεσάν τινες των περί τον Ιβραήμην την 5 μαΐου α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου, έπαθαν ευρόντες γενναίαν αντίστασιν και ωπισθοδρόμησαν· εφορμήσαντες δ' εκ νέου πολυαριθμότεροι ηνάγκασαν τους Έλληνας ν' αναβώσιν εις Καστράκι και ν' αγωνισθώσι νέον και βαρύν αγώνα, αλλ' οι εχθροί συνανέβησαν και καταδιώκοντές τους, υπερίσχυσαν, και εδόθησαν εις σφαγήν και αιχμαλωσίαν. Δεινά τα παθήματα των οικογενειών επί της φυγής των και διά την καταδίωξιν και διά το κρημνώδες του τόπου και το πάχος της χιόνος, ορεινού όντος του μέρους. Πεντακόσιοι ελέγετο ότι απωλέσθησαν, οι μεν κατακρηνιζόμενοι, οι δε εις την χιόνα βοθριζόμενοι. Αιχμαλωτίσας δε ο Ιβραήμης υπερχιλίας ψυχάς επανήλθεν εις Καλάβρυτα, και αφήσας εκεί το στράτευμά του παρέλαβε μόνον μίαν εκατοστύν ιππέων, ανέβη τον άνωθεν των Ρογών λόφον, κατέβη εις τα Αλώνια της Ζαχλωρούς, εσκοπίασε την μονήν του μεγάλου Σπηλαίου επί απόρθητου σχεδόν θέσεως και υπό την υπεράσπισιν ισχυράς φρουράς κειμένην, επανήλθεν αυθημερόν εις Καλάβρυτα και ώδευσε την επαύριον εις Τριπολιτσάν, όπου έφθασε την 10 φέρων χίλια φορτώματα τροφών διά την λιμώττουσαν φρουράν της.
Καθ' όν δε καιρόν ανέβαινεν ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν, εξεστράτευσε προς τον Αλφειόν ο εν Μοθώνη Σουλεημάμπεης μετά 2500 τακτικών εις εμπόδιον ίσως συρροής ελληνικών στρατευμάτων επί της πορείας του κυρίου του.
Αρχομένου δε του μαΐου, ανεχώρησεν εκ Ναυπλίου ο Κολοκοτρώνης, και επορεύθη εις Μπουγιάτι, όπου συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας και συνήλθαν και διάφοροι οπλαρχηγοί· συλλέξας δε και ο Γενναίος τους εν Ναυπλίω Τριπολιτσιώτας και άλλους Πελοποννησίους επορεύθη και αυτός μετ' ολίγας ημέρας όπου ο πατήρ του. Εξ όσων δε συνήχθησαν εκεί, 500 μετέβησαν εις Καρύταιναν, όθεν οι κάτοικοι φοβηθέντες είχαν αναχωρήσει μετά των ποιμνίων των εις τα όρη της Μάνης· ολίγοι δε αυτών κατέφυγαν εις σπήλαια ή εις οχυρά μοναστήρια.
Την δε 17 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης· και κατ' αρχάς μεν εβάδισε την της Καρυταίνης οδόν, αλλ' ετράπη μετ' ολίγον εις την του Μιστρά, διεσκόρπισε τους κατέχοντας το Μακρυπλάγι Έλληνας, άφησεν εκεί φρουράν, και διά της οδού του Νησίου έφθασεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια, καύσας καθ' οδόν την Ανδρίτσαιναν· στρατοπεδεύσας δ' εκτός της Μοθώνης εξ αιτίας της επικρατούσης εκεί και εν Κορώνη λοιμικής νόσου διέμεινεν αργός ολόκληρον μήνα.
Αν και ανίκανοι εφάνησαν οι Πελοποννήσιοι αντιπαραταττόμενοι προς τους εχθρούς των συστάδην, ικανοί όμως εδείχθησαν βλάπτοντές τους σποράδην, ενεδρεύοντες, ή κλεπτοπολεμούντες· 150 Άραβες, βόσκοντες τρεις ώρας μακράν της Κορώνης 185 ίππους, εφονεύθησαν δι' ενέδρας σχεδόν όλοι και εζωγρήθησαν οι ίπποι· πολλούς εχθρούς ο Νικήτας και άλλοι οπλαρχηγοί έφθειραν πίπτοντες αίφνης επί τους αποσπωμένους του στρατεύματος κατά την εις την Μεσσηνίαν κατάβασίν των· 35 σποράδην περιφερόμενοι εσκοτώθησαν κατά το Παληονέρι· 70 κατά το Σούγελον του Νεοκάστρου, και 16 μίαν φοράν και 30 άλλην κατά την Πέλοβαν· αλλά τα μικρά ταύτα παθήματα μικρά παρενέβαλαν προσκόμματα εις τα φθοροποιά και ευτυχή κινήματα του εχθρού.
Αφ' ού δ' επάτησε και κατεπάτησεν ο Ιβραήμης την λοιπήν Πελοπόννησον, ηθέλησε να εισβάλη και εις την Μάνην.
Είδαμεν ότι επί της πτώσεως του Νεοκάστρου ο Ιβραήμης εκράτησε παρά την σύμβασιν, τους εν αυτώ Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και Γιατράκον· τους απέλυσε δε καθ' όν καιρόν απελύθησαν οι εν Ναυπλίω κρατούμενοι δύο πασάδες οι μη συνυπογράψαντες την επί της πτώσεως αυτού σύμβασιν. Ο απολυθείς Μαυρομιχάλης, εξαγοραζόμενος, ως είρηται ήδη, τον καιρόν, και προθέμενος να προφυλάξη την πατρίδα του από πάσης εχθρικής επιδρομής, εζήτησεν, επί της εν Πελοποννήσω ευτυχούς προόδου των Αιγυπτίων και προ της εις Αιτωλίαν μεταβάσεώς των, και έλαβε παρά του Ιβραήμη αμνηστήρια δι' εαυτόν και τους συγγενείς του, και έκτοτε οι Μανιάται δεν εστράτευσαν εκτός των ορίων των, κατακρινόμενοι υπό των λοιπών Ελλήνων ένεκα της φαινομένης αδιαφορίας των. Την αμφίβολον δε ταύτην διαγωγήν των Μανιατών αποδοκιμάζων και ο Ιβραήμης έστειλε την 29 εκ Μοθώνης προς τον εν Μάνη διατρίβοντα Γεωργάκην Μαυρομιχάλην επιστολήν, δι’ ής τον επέπληττε πικρώς ως μη τηρήσαντα την υπόσχεσίν του, τον διέταττε να υπάγη εντός δέκα ημερών εις προσκύνησίν του παραλαβών και τους λοιπούς εγκρίτους της Μάνης, και ηπείλει καταστροφήν της πατρίδος των, αν δεν εισηκούετο (α).
Λαβών την επιστολήν ο Γ. Μαυρομιχάλης έσπευσε να την κοινοποιήση τοις εγκρίτοις των συμπατριωτών του, και συναινέσει αυτών απεκρίθη τα εξής·
«Από ημάς τους ολίγους Έλληνας της Μάνης και λοιπούς Έλληνας ευρισκομένους εις αυτήν·
«Προς τον Ιβραήμπασαν της Αιγύπτου.
«Ελάβαμεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδαμεν να μας φοβερίζης ότι, αν δεν σου προσφέρωμεν την υποταγήν μας, θέλεις εξολοθρεύσει τους Μανιάτας και την Μάνην· διά τούτο και ημείς σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης.
«Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».
Η αλληλογραφία αύτη εθεωρήθη ως αφορμή πολέμου, και έκτοτε ο μεν Ιβραήμης ητοιμάζετο εις εισβολήν, οι δε Μανιάται εις αντίκρουσιν.
Ιούνιος Την 21 Ιουνίου εκίνησαν επτακισχίλιοι, τακτικοί και άτακτοι, πεζοί και ιππείς, κατά της Μάνης, και συγχρόνως εφάνησαν εν τω μεσσηνιακώ κόλπω δύο βρίκια πολεμικά και διάφορα φορτηγά. Τα πολεμικά εκανονοβόλησαν διάφορα παράλια της Λακωνίας, και επροσποιούντο οι εν αυτοίς εχθροί ότι εμελέτων αυθημερόν αποβίβασιν στρατευμάτων· αλλά κύριον σκοπόν είχαν να ελκύσωσι την προσοχήν των Μανιατών προς τα κινδυνεύοντα δήθεν ταύτα μέρη, ώστε να εύρωσιν οι διά ξηράς ερχόμενοι ελευθέραν την δίοδον, δι' ής εσκόπευαν να πατήσωσι τον τόπον. Οδεύοντες επί τω σκοπώ τούτω οι επτακισχίλιοι προς ανατολάς έφθασαν την επαύριον εις τους πρόποδας των ορέων έμπροσθεν της πλησίον του εν τω μεσσηνιακώ κόλπω λιμένος του Αρμυρού Βέργας, όπου ευρόντες χιλίους Μανιάτας ετοίμους εις αντίστασιν εφώρμησαν πλήρεις τόλμης, αλλά σφοδρώς και ευστόχως τουφεκισθέντες ωπισθοδρόμησαν· εφώρμησαν και εκ δευτέρου και εκ τρίτου, αλλ' απέτυχαν επίσης· εδοκίμησαν μετά την τριπλήν αποτυχίαν να επιπέσωσιν όπισθεν, αλλά και κατά την δοκιμήν ταυτήν έπαθαν και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι μετά δεκάωρον πάλην, καθ' ήν έπεσαν 100 εξ αυτών, και 4 εκ των Μανιατών. Εν ώ δε ήρχιζεν η μάχη εν Βέργαις, βλέποντες οι εχθροί όλην την δύναμιν της Μάνης συγκεντρωθείσαν προς εκείνην την θέσιν, απεσπάσθησαν 1500, και εμβάντες εις πλοία ελθόντα εις τον λιμένα του Αρμυρού απέβησαν αυθημερόν εις Δηρόν, επάτησαν τα εκ δεξιών χωρία, Πύργον και Χαριάν, και πυρ βαλόντες επροχώρησαν προς την εξ αριστερών κωμόπολιν της Τσίμοβας· αλλά κανονοβοληθέντες από του πύργου του Πικολάκη ωπισθοδρόμησαν προς τα Τσαλαπιανά επί σκοπώ ν' αναβώσι, δι' εκείνου του μέρους εις την κωμόπολιν. Έξωθεν των Τσαλαπιανών κείνται πύργοι· τούτους καταλαβόντες ολίγοι Μανιάται εμπόδισαν την εις την κωμόπολιν πρόοδον των εχθρών και τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν άπρακτοι εις Δηρόν· αλλ' αυστηρώς επιπληχθέντες υπό του Ιβραήμη επί τη οπισθοδρομήσει ως φυγόμαχοι επανήλθαν εις Τσαλαπιανά την επαύριον προς κυρίευσιν της Τσίμοβας. Εν τοσούτω, γνωστού γενομένου του κινδύνου διά κωδωνοκρουσίας, έδραμαν εις υπεράσπισιν της κινδυνευούσης κωμοπόλεως οι κάτοικοι των πέριξ χωρίων ένοπλοι, εν οίς και αρχιερείς και ιερείς, έδραμαν δρεπανηφόροι και αι μεταξύ Τσίμοβας και Χαριάς θερίζουσαι πολυάριθμοι Μανιάτιδες, παρηκολούθησε και ο καθ' οδόν ευρεθείς Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και οι περί αυτόν, μεταβαίνοντες εις βοήθειαν των εν τω Αρμυρώ, και όλοι ομού, άνδρες, γυναίκες, κληρικοί και λαϊκοί, προσέβαλαν τους εχθρούς, και φονεύσαντες και αιχμαλωτίσαντες πολλούς, απώθησαν τους λοιπούς όλους μέχρι θαλάσσης κακώς έχοντας. Καταδιωκόμενοι οι εχθροί κατέλαβαν την παραθαλάσσιον οχυράν θέσιν Τσουμπάρι, και βοηθούμενοι υπό των πλοίων αντέστησαν, αλλ' επί τέλους ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν να καταφύγωσι την 25 εις τα πλοία εν τοιαύτη βία, ώστε τινές πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν.
Οι δε εν Βέργαις απομείναντες εδοκίμασαν να κτυπήσωσι τους νικητάς των εκ νέου την 24, αλλά και τότε απέτυχαν και ανεχώρησαν και αυτοί την επαύριον εις Καλαμάταν πολλά παθόντες. Εις βοήθειαν των Μανιατών εξεστράτευσαν δισχίλιοι Πελοποννήσιοι υπό τον Κολοκοτρώνην, καθόντες δε καθ' οδόν την τροπήν των εχθρών ανεστρατοπέδευσαν.
Άνδρες εφάνησαν και αυταί οι δρεπανηφόροι Μανιάτιδες, και άξιον μνήμης το εξής ανδραγάθημα μιας αυτών. Θερίζων ο γέρων Βοζίκης τον επί της παραλίας αγρόν του συνελήφθη αίφνης υπό δύο Αιγυπτίων. Καταγινομένων δε εις δέσμευσίν του, επέπεσεν η συνθερίζουσα θυγάτηρ του, Πανώρηα, έκοψε διά του δρεπάνου της τον λάρυγγα του ενός και βοηθουμένη υπό του πατρός της εφόνευσε τον άλλον.
Κατά τας ημέρας δε ταύτας ήσαν τινες Έλληνες ωχυρωμένοι εν τοις παρά τον ποταμόν της Καρυταίνης σπηλαίοις, όπου ελθόντες εχθροί τους επολιόρκησαν. Γενναίως αντέστησαν οι έγκλειστοι· επιπεσόντων δε μετ' ολίγον και άλλων έξωθεν Ελλήνων, παθόντες οι πολιορκηταί απεμακρύνθησαν.
Ο δε Ιβραήμης, καταισχυνθείς εν τη εις Μάνην στρατεία του, ώδευσε μετ' ολίγας ημέρας εις Τριπολιτσάν. Συνέπεσε να ετοιμάζωνται οι Έλληνες εις προσβολήν της εχθρικής φρουράς του Μακρυπλαγίου· αλλ' αίφνης ιδόντες τα υπό τον Ιβραήμη στρατεύματα προχωρούντα επί των πεδιάδων του Λεονταρίου και της Καρυταίνης παρήτησαν το σχέδιόν των και απεμακρύνθησαν. Οι δε εχθροί εισήλθαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Τριπολιτσάν φέροντες πολλάς τροφάς.
Ο δε Κολοκοτρώνης μετά την προς την Καλαμάταν στρατείαν του επανήλθεν εις Ναύπλιον, έκλεισε καπηλεία και καφενεία, επειθανάγκασεν όλους τους οπλοφορούντας να τον ακολουθήσωσι, και παραλαβών διακοσίους ιππείς, τακτικούς και ατάκτους, τους ετοποθέτησεν εν Βερβένοις, όπου συνήλθαν και άλλοθεν άλλοι στρατιώται. Οι Τούρκοι συνείθιζαν να εξέρχωνται της Τριπολιτσάς και να περιφέρωνται χορτολογούντες ή τροφολογούντες.
Ιούλιος Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Βερβένοις κατέβησαν εις την πεδιάδα την νύκτα της 18 Ιουλίου, και κατέλαβαν οι μεν, εν οίς και ο Νικήτας και το άτακτον ιππικόν υπό τον Χατζή-Μιχάλην, τας Ρίζας, οι δε, εν οίς και οι τακτικοί ιππείς υπό τον Αλμέιδαν, το χωρίον Μεχμέταγαν και ενέδρευαν.
Ο δε Ιβραήμης, διατρίψας εν Τριπολιτσά ημέρας τινάς εις ανάπαυσιν του στρατεύματός του, εξεστράτευσε την 18 διαιρέσας εις τρία το στράτευμά του· και το μεν ώδευσε κατά το Νούδιμον, το δε κατά την Κανδήλαν, το δε προς την Καρύταιναν, όπερ και ηκροβολίσθη μετά των περί τον Γενναίον κατά τα λειβάδια του Αρκουδορρεύματος· αρπάσαντα δε και τα τρία ανθρώπους, ζώα και τροφάς, επανήλθαν μετά δύο ημέρας εις Τριπολιτσάν. Την αυτήν ημέραν τρεις λόχοι Αράβων υπήγαν ανυπόπτως προς το χωρίον Μεχμέταγαν, όπου ενέδρευαν Έλληνες. Ιδόντες ούτοι τους εχθρούς ερχομένους εφώρμησαν· έδραμαν και οι κατέχοντες τας Ρίζας, τους εκύκλωσαν, εφόνευσαν υπερδιακοσίους και επήραν δύο σημαίας και έξ τύμπανα, ολίγην δε ζημίαν αυτοί έπαθαν. Οι δ΄ εν Τριπολιτσά, μαθόντες το γεγονός, εξώρμησαν επί τους Έλληνας, αλλά δεν τους επρόφθασαν αναβάντας τα όρη. Επιστραφέντες δε εις την πόλιν άπρακτοι, και ακούσαντες ότι συνήλθε στράτευμα ελληνικόν εις Αλωνίσταιναν, επεξήλθαν οι μεν κατ' ευθείαν, οι δε διά του Λεβιδίου, έτρεψαν το στράτευμα μετά μικρόν ακροβολισμόν, και μετά ταύτα υπήγαν όλοι ομού εις Βυτίναν, την έκαυσαν, και επανήλθαν διά του Λεβιδίου εις Τριπολιτσάν. Μετά την επιδρομήν ταυτήν έπεσεν ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου, και μη ευρών αντίστασιν έκαυσε το Καστρί, τον Άγιον Πέτρον, τον Άγιον Ιωάννην, τα Καλύβια και κατέβη εις το Άστρος· εκεί διήρεσε το στράτευμά του εις τρία, και το μεν ώδευσε προς την Βαμβακούν κατά τον Μιστράν, το δε προς την Αράχωβαν, το δε προς την Τσακονίαν και έκαυσε τον Πραστόν· εσκόπευαν δε να συνεισβάλωσιν εις την Μάνην.
Καθ' όν δε καιρόν ο Ιβραήμης έκαιε και έθυεν, έτυχε διατρίβων ο Νικήτας κατά τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους έχων υπό την οδηγίαν του καί τινας της φρουράς του Μεσολογγίου, και την συστηθείσαν προ ολίγου φάλαγγα των Ιώνων, και το σώμα των Επταννησίων, έτρεξε κατόπιν του εχθρού και βλέπων αυτόν επιστρέφοντα πανστρατιά προς το Άστρος, έδραμε και εισήλθε μετά των περί αυτόν εις το επί της θέσεως εκείνης νεόκτιστον φρούριον, όπου ως εις ασφαλή τόπον είχαν καταφύγει χίλιαι διακόσιαι ψυχαί.
Αύγουστος Οι εχθροί, χίλιοι πεζοί και τριακόσιοι ιππείς, εφώρμησαν την 4 αυγούστου, αλλ' απεκρούσθησαν εφώρμησαν και την επαύριον, αλλ' απεκρούσθησαν επίσης και ανεχώρησαν άπρακτοι· προσέβαλαν και την επάνωθεν του Καστριού μονήν του Προδρόμου, όπου ενοσηλεύοντο ασθενείς και τραυματίαι, αλλά και εκείθεν ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά την διττήν ταύτην αποτυχίαν, οι μεν επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι πλείστοι δε υπό την οδηγίαν του Ιβραήμη έπεσαν εις την Λακεδαιμονίαν επί σκοπώ να εισβάλωσι πάλιν εις την Μάνην διά της ανατολικής πλευράς του Ταϋγέτου· παρηκολούθουν δε αυτούς δισχίλιοι Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον Πλαπούταν και τον Γενναίον φονεύοντες και ζωγρούντες τους αποκοπτομένους του στρατοπέδου και περιφερομένους χάριν λεηλασίας. Την δε 19 οι δισχίλιοι ούτοι συνήψαν μάχην μετά τινος αποσπάσματος χιλίων ατάκτων πεζών και ιππέων έν τινι στενοτοπία κατά τον Μπασαράν· εφόνευσαν 50, εζώγρησαν 17, πολλούς ίππους και ημιόνους, και απέσπασαν των χειρών αυτών 40 αιχμαλώτους, χιλιάδας αιγοπροβάτων, και 300 βόας. Οι εχθροί απήντησαν επί της πορείας των άλλο αξιοσημείωτον πρόσκομμα. Εντός του πύργου του Μεχμέτμπεη εκλείσθησαν υπό τινα ιερέα 30 Έλληνες, δώδεκα ημέρας επολιορκήθησαν και καθ' ημέραν εκανονοβολούντο, γενναίως εγκαρτερούντες· ιδόντες δε ότι υπεσκάπτετο υπόνομος εξώρμησαν την νύκτα ξιφήρεις διά μέσου των πολυαρίθμων εχθρών· τρεις μόνον εφονεύθησαν, εν οίς και ο ιερεύς.
Προχωρούντες δε οι εχθροί εις ον προέθεντο όρον, επάτησαν την 21 την Μάνην, και διελθόντες τα χωρία της Αναβρυτής και του Στορτσά διέβησαν την επί του Ταϋγέτου κακήν Σκάλαν, πλησίον της επαρχίας Ανδρουβίστης· αλλά ευρόντες αντίστασιν ωπισθοδρόμησαν, και αναβάντες επί της κορυφής του όρους ηυλίσθησαν εν τη πεδιάδι του Μαχμούτμπεη· εκείθεν εστράτευσαν την επαύριον και έφθασαν εις το στόμιον του Ευρώτα. Ενδιατρίψαντες δε δύο ημέρας ανέβησαν τα Μπαρδουνοχώρια και έπεσαν εις την επαρχίαν του Μαλευρίου, καίοντες κωμοπόλεις και χωρία, θέλοντες δε να προχωρήσωσιν εις τα ενδότερα της Μάνης, ώδευσαν την 27 προς το χωρίον Μανιάκοβαν. Εκεί ευρεθέντες ο Παναγιώτης Κοσονάκος και οι περί αυτόν εκλείσθησαν εντός τινων οικιών πολεμούντες γενναίως. Ήλθαν μετ' ολίγον εις βοήθειάν των καί τινες άλλοι υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην περιφερόμενον επί στρατολογία· αλλ' οι εχθροί ήσαν πολλοί και η θέσις όχι τόσον οχυρά· όλοι δε οι εκεί Έλληνες, συμπεριλαμβανομένων και των περί τον Μαυρομιχάλην, ήσαν μόλις 300· διά τούτο αφήσαντες το χωρίον μετέβησαν εις άλλην παραπλήσιον οχυρωτέραν θέσιν. Κυριεύσαντες οι εχθροί το χωρίον ώρμησαν και εις την άλλην θέσιν και επολέμησαν τους εκεί μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν, φανέντος του Ηλία Κατσάκου μετά 300 εκλεκτών επιπεσόντων όπισθεν, ωπισθοδρόμησαν και επανήλθαν εις την πεδιάδα του Πασαβά, επί σκοπώ να οδεύσωσιν εις τα χωρία Σκυφιάνικα και Πολυάραβον· αλλά φοβούμενοι μη πάθωσι και εν τη οδώ ταυτή εδίσταζαν. Εν μέσω δε του δισταγμού των Μπόσινάς τις εκ των δευτερευόντων οπλαρχηγών της Μάνης, παρακολουθών τους εχθρούς ως προσκυνήσας, ανεδέχθη, άλλος Εφιάλτης, να τους οδηγήση εις τα ρηθέντα χωρία διά τινος αγνώστου μονοπατίου. Επί του μονοπατίου τούτου κείται το χωρίον Δέσφινα, εντός δε του πύργου του χωρίου ήσαν οι περί τον Θεοδωρήν Σταθάκον. Οι εχθροί απέκλεισαν τον πύργον, και ο Μπόσινας εφώναζε μακρόθεν λέγων, «Παραδοθήτε, συμπέθερε Σταθάκε, εις τον αυθέντην της Μάνης· θα χαθήτε όλοι»· «και ποίος μας εγγυάται ότι δεν θα κακοπάθωμεν, αν προσκυνήσωμεν;» απήντησεν ο Σταθάκος. «Εγώ συμπέθερε», είπεν ο Μπόσινας· «κύτταξε μη μας φάγουν με απιστιάν», επανέλαβεν ο Σταθάκος· «μη φοβάσθε», απεκρίθη ο Μπόσινας, «εγώ σας δίδω τον λόγον μου, εγώ σας έχω εις τον λαιμόν μου». «Σε πιστεύω, συμπέθερε», εφώναξεν ο Σταθάκος, «έλα κ' έπαρε τα όπλα μου». Έτρεξεν ο Μπόσινας να επάρη τα όπλα, και ο Σταθάκος τον ετουφέκισε και τον εφόνευσεν. Ιδόντες οι Τούρκοι τον τόσον χρήσιμον φίλον φονευθέντα ώρμησαν εις τον πύργον, τον έκαυσαν και συνέκαυσαν και όλους τους εν αυτώ. Εν τοσούτω τα συμβάντα ταύτα ωφέλησαν, διότι φέροντα προσκόμματα εις την ταχείαν πορείαν των εχθρών έδωκαν καιρόν τοις εν Πολυαράβω να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν. Την δε 28 έφθασαν οι εχθροί εις Πολυάραβον· τριακόσιοι ήσαν κατ' αρχάς οι υπερασπισταί του· αλλ' ήλθαν μετά ταύτα εις αντίληψιν αυτών ο Τσαλαφατίνος και ο Γιατράκος και μετ' ολίγον και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Ηλίας Κατσάκος, και έγειναν όλοι δισχίλιοι. Μάχης δε κρατεράς γενομένης, έτρεψαν οι ολίγοι τους πολυαρίθμους εχθρούς κακώς έχοντας· διακόσια εχθρικά πτώματα έμειναν επί του πεδίου της μάχης, και επτά εζωγρήθησαν. Εφονεύθησαν δε και εννέα Έλληνες, και άλλοι τόσοι επληγώθησαν. Αξιοσημείωτον το εξής γυναικείον αρίστευμα· Η Ελένη Αναειπόνυμφη, βαστώσα τα δύο ανήλικα τέκνα της και καταδιωκομένη υπό τινος Αιγυπτίου, έφευγε προς το όρος του Πολυαράβου. Επί της φυγής ελύθη η μακρά ζώνη της· ο Αιγύπτιος έδραξε την συρομένην άκραν και επροσπάθει να κρατήση τοιουτοτρόπως την φεύγουσαν· αλλ' αύτη, αφήσασα κατά γης τα τέκνα, έδραξε την άλλην άκραν, όπου ευρίσκετο δεδεμένος ο θησαυρός της, δέκα δίστηλα· αισθανθείσα δε ότι η ζώνη ετεντώθη, απέλυσεν αίφνης την άκραν και πεσόντα ύπτιον τον Αιγύπτιον ετραυμάτισε διά της ιδίας αυτού λόγχης, και έσωσεν εαυτήν, τα τέκνα και τον θησαυρόν.
Ηττηθέντες και φυγόντες εκείθεν οι εχθροί κατέβησαν την αυτήν εσπέραν εις τα πεδινά του Μαλευρίου, την άλλην εις Έλος,
Σεπτέμβριος και την πρώτην εβδομάδα του σεπτεμβρίου επανήλθαν κατησχυμένοι διά του Μιστρά εις Τριπολιτσάν. Χάρις εις την ανδρίαν των Μανιατών, εις τον ένθερμον και ακάματον ζήλον των αρχηγών αυτών και εις το δύσβατον και τραχύ του τόπου, δις επάτησε την Μάνην, και δις κατησχύνθη ενώπιον ολίγων ο Ιβραήμης· απένιψαν και οι Μανιάται τον ρύπον της προ της εχθρικής εισβολής αδιαφορίας των.
Επιστρέψας δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν εξεστράτευσεν εκ νέου την 8, και φθάσας εις Δάραν άφησεν εκεί έν σώμα εις συγκομιδήν τροφών και καταστροφήν των πέριξ χωρίων· αυτός δε, παραλαβών το πλείστον του στρατεύματος εισέβαλε την 18 εις τα χωρία της επαρχίας Καλαβρύτων, Κατσάνην και Λιβάρτσι, και εστρατοπέδευσε κατά την Ποταμιάν. Μαθών την εκστρατείαν ταύτην ο Λεχουρίτης, παρέλαβε τους κατέχοντας την θέσιν του αγίου Γεωργίου στρατιώτας του και όσους άλλους εδυνήθη, έδραμεν εις Σωποτόν, και συνάξας τους χωρικούς κατέλαβε τας δύο θέσεις, άγιον Αθανάσιον και Χόβολην, δι' ών εδύνατο ο εχθρός να εισβάλη εις Σωποτόν. Την αυγήν της 14 εφάνησαν κατά την Χόβολην 250 ιππείς, αλλά προσβληθέντες εστράφησαν εις το στρατόπεδον^ την δε επιούσαν νύκτα υπήγαν 500 εις Τριπόταμον, και δεν ηύραν αντίστασιν καί τινες μεν αυτών, εμβάντες είς τι νεοκτισθέν μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα αυτού και άλλους ιερωμένους και λαϊκούς, τινές δε ανέβησαν εις Βερσόβι, αλλ' ευρόντες αντίστασιν δεν εισήλθαν· αντίστασιν επίσης ηύραν και άλλοι εξ αυτών θελήσαντες να πατήσωσι την Νάσιαν και το Σκούπι. Την δε 15 χίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, εφάνησαν προς τους πρόποδας του Μοστιτσίου και του Κλητορίου· και ολίγοι μεν αυτών επρόφθασαν και εμβήκαν εις Κλητόρι, και λεηλατήσαντες ολίγας οικίας ανεχώρησαν, οι δε λοιποί ευρόντες έμπροσθέν των τους περί τον ακάματον Λεχουρίτην, αφήσαντας τον άγιον Αθανάσιον και μεταβάντας εκεί, εμποδίσθησαν να εισέλθωσιν εις Μοστίτσι. Οι εχθροί επροχώρησαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα, αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην προκατειλημμένην, επέστρεψαν εις Καρνέσι άπρακτοι. Την δε 18 εστράτευσαν προς την Χόβολην, αλλ' επολεμήθησαν και κατεδιώχθησαν. Την δε επιούσαν εκίνησαν επί τους απομείναντας κατά τον άγιον Αθανάσιον· τρις εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι· πεσόντες τελευταίον πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί, τους έτρεψαν και εισήλθαν εις Σωποτόν. Οι Έλληνες, τρέξαντες δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον άγιον Γεώργιον· εκείθεν ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σωποτώ και τους ηνάγκασαν να εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντας να καύσωσιν οικίαν. Οι Έλληνες έμειναν εν τη αυτή θέσει του αγίου Γεωργίου, και κατέλαβαν και την του αγίου Νικολάου αντικρύ του Σωποτού. Την δε 30 το πρωί ώρμησαν χίλιοι εχθροί και επάτησαν εκ νέου το Σωποτόν· επάτησάν τινες αυτών και την αγίαν Βαρβάραν, αλλ' ολίγην ώραν ενδιέμειναν αποδιωχθέντες· επάτησαν όμως άλλα χωρία, έκαυσαν το Βεζίνι, την Νάσιαν και το Σκούπι· υπήγαν και εις Βερσίτσι, όθεν απεκρούσθησαν. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασεν εις το στρατόπεδον και το εν Δάρα απομείναν καθ' οδόν σώμα, αφ' ού ηφάνισε και εκείνο πολλά χωρία. Συνάξαντες δε οι εχθροί πολλούς καρπούς απεσκήνωσαν την 26 εκ της Ποταμιάς, μετέβησαν εις Λούστραν, εσύναξαν και εκεί καρπούς, και καύσαντες τα καθ' οδόν χωρία, επέστρεψαν την 29 εις Τριπολιτσάν. Μετ' ολίγας δε ημέρας εκίνησάν τινες αυτών είς τινα των δυτικών χωρίων της επαρχίας του Άργους, υπήγαν εις Άγιον Γεώργιον, και εις άλλα χωρία της επαρχίας Κορίνθου, και καρπολογήσαντες επανήλθαν εις Τριπολιτσάν. Επειδή δε επλησίαζεν ο χειμών και ουδαμού υπήρχεν αξιόμαχον στρατόπεδον ελληνικόν, άφησεν ο Ιβραήμης εν Τριπολιτσά δυνατήν φρουράν, και παραλαβών το λοιπόν στράτευμα κατέβη προς τα μεσσηνιακά φρούρια και έφθασεν εις Μοθώνην την 2 νοεμβρίου.

1826

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.

Τα κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα του ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. — Φιλελληνισμός του βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή του αυστριακού ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία Κορίνθου. — Τα κατά την Κρήτην.

ΛΗΓΟΝΤΟΣ δε του Ιουνίου εξέπλευσε του Ελλησπόντου η πρώτη μοίρα του οθωμανικού στόλου υπό τον καπητανάμπεην, και την 1 Ιουλίου εισέπλευσε τον λιμένα του Νεοκάστρου· συνίστατο δε εκ 2 δικρότων και 20 φρεγατών, κορβεττών και βρικίων. Την δε τελευταίαν ημέραν του Ιουνίου εξέπλευσε και η δευτέρα μοίρα υπό τον καπητάμπασαν· συνίστατο και αύτη εκ 2 δικρότων, 27 φρεγατών και κορβεττών, και 7 βρικίων, και εσκόπευε να παραλάβη επί των παραλίων της Ασίας στρατεύματα και να τα ρίψη εις την Σάμον. Εις ματαίωσιν των σχεδίων τούτων και επί τη θερμή αιτήσει των Σαμίων, υποσχεθέντων εν μέρει την αναγκαίαν μισθοδοσίαν,
Ιούλιος εξέπλευσαν περί την 10 Ιουλίου των λιμένων Ύδρας και Σπετσών 33 πολεμικά και 8 πυρπολικά υπό τον Κολανδρούτσον και Σαχτούρην, και την 14 έφθασαν έξω της Σάμου, και συνήντησαν 14 του τουρκικού στόλου· αλλ' ουδ' εναυμάχησαν ουδ' εκανονοβολήθησαν την ημέραν εκείνην· ησύχασαν και την επαύριον· δύο ώρας δε μετά την δύσιν του ηλίου ηκροβολίσθησαν υπό το Κωρύκιον, και έρριψαν οι Έλληνες εις δύο φρεγάτας δύο πυρπολικά, το του Μουσού και το του Σπαή, και παρ' ολίγον να τας καύσωσι· τόσον δε τα πληρώματα των φρεγατών εφοβήθησαν, ώστε πολλοί ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, και οι μεν επνίγησαν, οι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν· μετά ταύτα διεχωρίσθησαν οι στόλοι. Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη ολόσωμος ο εχθρικός έξωθεν της Χίου, και ιδών τον ελληνικόν υπό το Καρλοβάσι επλησίασε προ της μεσημβρίας, και εξέτεινεν υπό το ακρωτήριον, Άμπελον, την μίαν των πτερύγων του πέραν του Καρλοβασίου, και απέκλεισε δι' αυτής, βοηθεία του πνέοντος ολίγου άνεμου, τον ελληνικόν στόλον εντός του πορθμού· μετ' ολίγον ήρχισε να πνέη άνεμος απόγειος, ώστε τα εχθρικά πλοία, τα προ ολίγου υπερήνεμα, ευρέθησαν αίφνης υπήνεμα και ετράπησαν. Δοθέντος δε του σημείου ώρμησαν τα πυρπολικά εις αυτά φεύγοντα· ως ταχυπλοώτερον δε το του Κανάρη προέπλευσε συνοδευόμενον υπό τινων πολεμικών, και έχον έμπροσθέν του έν δίκροτον και μίαν φρεγάταν. Εν ώ δε προσήγγιζε την πρύμνην της φρεγάτας, κανονοβολούμενον και παρ' αυτής και παρά του παραπλέοντος δικρότου, μία σφαίρα του διεπέρασε τα θαλασσεύοντα μέρη και το εβύθισεν, ο δε Κανάρης και οι ναύται εμβάντες εις το εφόλκιον ευρέθησαν εν μέσω δύο μεγάλων εχθρικών λέμβων· τρεις εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν, εν οίς και ο Κανάρης ελαφρώς εις την κεφαλήν και την αριστεράν χείρα. Η ναυμαχία της ημέρας εκείνης διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν κατέπλευσεν ο εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, όπου διέμεινεν αργός ολόκληρον μήνα. Την δε 15 αυγούστου απέπλευσε, και τα μεν των πλοίων αυτού κατέπλευσαν εις Σουατσίκι, τα δε εις Άσπρα χώματα. Ο δε ελληνικός, αδύνατος ων, παρετήρει μόνον τα κινήματά του. 37 μεγάλα εχθρικά πλοία έπλευσαν την 18 προς την Χίον τα δε ελληνικά ηναγκάσθησαν ν' αράξωσιν εξ αιτίας των εναντίων ανέμων υπό την Ικαρίαν. Την 23 έφθασαν 20 υδραϊκά υπό τον Μιαούλην εις τα νερά της Σάμου, όπου ηύραν και τα λοιπά, ώστε έγειναν όλα τα ελληνικά 53· και τα μεν υπό τον Μιαούλην ηγκυροβόλησαν υπό την Ικαρίαν, τα δε υπό τον Κολανδρούτσον και Σαχτούρην προς το νησίδιον της Υψηλής.
Την 27 ηνώθη πάλιν όλος ο ελληνικός στόλος και έπλευσε προς την Χίον εις συνάντησιν του εχθρικού· πυκνή ομίχλη εσκέπασε την νύκτα εκείνην τον στόλον, και εξ αιτίας ταυτής διεσκορπίσθησαν τα πλοία, και μόλις την επιούσαν περί την εσπέραν συνήχθησαν όλα έμπροσθεν της Μιτυλήνης. Εκεί ηύραν πλέοντα τα 2 δίκροτα και 22 άλλα πλοία του εχθρικού στόλου, εξ ών τα πλείστα φρεγάται. Περί το μεσονύκτιον ηκροβολίσθησαν οι δύο στόλοι· την δε επαύριον έπλεεν ο εχθρικός προς το βόρειον στόμιον του πορθμού, και εφαίνετο ότι εσκόπευε ν' απομακρυνθή· παρέπλεε και ο ελληνικός· αλλ', αντί ν' απομακρυνθή, εστράφη αίφνης, ώρμησε θαρραλέως εις ολίγα ελληνικά πλοία προπλέοντα, επόδισεν όμως μετ' ολίγον ιδών πλησιάζοντα τα άλλα. Εν τω μεταξύ τούτω εφώρμησε το υπό τον Σπαήν πυρπολικόν, αλλά κατετρυπήθη και εβυθίσθη, οι δε εν αυτώ διεσώθησαν όλοι, εμβάντες εις το εφόλκιον. Εβλάφθη και το κατάρτιον του πυρπολικού του Παρασκευά. Ο άνεμος ήτον άστατος και ολίγος, και το πλοίον του Σαχίνη, ο Μιλτιάδης, έτυχε να ευρεθή πλησίον ενός των δύο δικρότων απολειφθέντος των λοιπών πλοίων του στόλου· τέσσαρας ώρας εκανονοβολείτο και αντεκανονοβόλει μονομαχών· κινδυνεύων δε να βυθισθή, και μη δυνάμενος ν' απομακρυνθή, αντείχε γενναίως. Έβλεπαν τα ελληνικά πλοία μακρόθεν, την μονομαχίαν, αλλ', επικρατούσης νηνεμίας, μόλις επλησίασε το του Λεμπέση. Επί τέλους το δίκροτον, προσκάλεσαν διά σημείου τας λέμβους των άλλων πλοίων απεμακρύνθη ρυμουλκούμενον· ο δε Μιλτιάδης διήλθε τον μακρόν και δεινόν αγώνα αβλαβής και δεδοξασμένος. Οι στόλοι διέμειναν όλην την νύκτα απέναντι ο είς του άλλου· την δ' επιούσαν αντιπαρετάχθησαν λίαν πρωί και εμάχοντο. Οι Τούρκοι εφάνησαν ανώτεροι εαυτών· διότι, απόντος του ατόλμου Τοπάλη επισκευάζοντος την παθούσαν ναυαρχίδα του, εκυβέρνα τον στόλον ο έμπειρος και τολμηρός Ταχήρπασας. Εν τη ακμή δε της μάχης, εν ώ η φέρουσα την σημαίαν του φρεγάτα και άλλα πλοία ηγωνίζοντο να υπερηνεμίσωσι των ελληνικών και επιπεσώσι, βοηθούντος του ανέμου, ο Σπαής, ο απολέσας την προτεραίας το πυρπολικόν του, ίθυνεν άλλο εις την φρεγάταν^ αλλ' υπό την βολήν των κανονίων αυτής έσπασαν τα κατάρτιά του, και οι πυρποληταί κατέβησαν εις το εφόλκιον επί σκοπώ να καύσωσι το πυρπολικόν και φύγωσιν· αλλ' ιδόντες 2 εχθρικάς λέμβους κινουμένας εις σύλληψιν αυτού ανέβησαν πάλιν επί του καταστρώματός του και τουφεκίζοντες τας απεμάκρυναν. Προς το κέντρον δε της γραμμής επολέμουν ο ναύαρχος ο Ραφαλιάς, ο Κριεζής, ο Παναγιώτας, ο Λεμπέσης και άλλοι· ήσαν παρ' αυτοίς και τέσσαρα πυρπολικά, τα του Πολίτου, του Βώκου, του Μπούτη και του Μπέσκου. Οι πυρποληταί ίθυναν και τα τέσσαρα εις τα εχθρικά πλοία, αλλά των δύο εβλάφθησαν τα κατάρτια, το πυρ του εχθρού έκαυσε το τρίτον, το δε τέταρτον, το του Μπέσκου, έπεσεν εις την φρεγάταν και εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε διά της επιτηδειότητος του πληρώματος αυτής και εκάη και αυτό εις μάτην· την δε β' ώραν μετά μεσημβρίαν έπαυσεν η ναυμαχία. Γενναίως ως πάντοτε ηγωνίσθη το ελληνικόν ναυτικόν κατά τας δύο τελευταίας ναυμαχίας· αλλ' ουδέποτε τα πλοία του και τα πληρώματα έπαθαν τόσην ζημίαν. Εκατόν εφονεύθησαν και επληγώθησαν και τα πλείστα των πλοίων είχαν ανάγκην επισκευής. Μεγάλην ζημίαν υπέστη και ο εχθρικός στόλος· εισέπλευσε δε τον κόλπον της Σμύρνης απρόθυμος όσων έπαθε να επανέλθη εις τον αγώνα. Μετ' ολίγας ημέρας εξέπλευσαν του Ελλησπόντου εις ενίσχυσίν του εννέα φρεγάται.
Αφ' ού δε απεμακρύνθη ο εχθρικός στόλος, και εφαίνετο ότι εματαιώθησαν τα κατά της Σάμου σχέδιά του, συνήλθαν τα ελληνικά πλοία εις Ψαρά και εκείθεν επανέπλευσαν τα πλείστα εις τα ίδια. Έμεινε δε ο Μιαούλης μετά ένδεκα πολεμικών και τριών πυρπολικών. Προπορευομένη η ναυαρχίς και συνοδευομένη υπό δύο μόνον πολεμικών και δύο πυρπολικών, του Ρούφα και του Πολίτη, ευρέθη αίφνης την 25 σεπτεμβρίου έξωθεν της Μιτυλήνης εν μέσω του εχθρικού στόλου, εκυκλώθη, έπαθε πολλάς ζημίας, έσπασε το πηδάλιόν της, και ηναγκάσθη να ποδίση και υψώση το σημείον της αποχωρήσεως εις οδηγίαν των μακρόθεν ερχομένων άλλων πλοίων· και τα μεν της συνοδίας της δύο πολεμικά την παρηκολούθουν απομακρυνομένην, τα δε δύο πυρπολικά δεν υπήκουσαν, έδεσαν τα πανία των, και ανέμεναν υπό το ακρωτήριον της αγίας Μαρίας τα εχθρικά αρμενίζοντα κατόπιν υπό λεπτόν άνεμον. Ο Μιαούλης διέταξε τα παρακολουθούντα δύο πλοία να στείλωσι τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν των δύο πυρπολικών, υποθέσας ότι ηργοπόρουν διά την ολιγότητα του ανέμου. Ο Ρούφας επείσθη, και εν ώ το σκάφος του ερρυμουλκείτο, εχθρική κανονία, πεσούσα εν τω εφολκίω του, εφόνευσε τρεις και επλήγωσε τέσσαρας· αλλ' ο Πολίτης δεν ηθέλησε να ρυμουλκήση και απομακρυνθή μήτε να λύση τα πανία του, ως διετάχθη. Τούτο βλέποντες οι εχθροί εξεμάνησαν, εκύκλωσαν το πλοίον του, και επειδή κονονοβολήσαντές το ικανήν ώραν μήτε να το βυθίσωσιν εδυνήθησαν μήτε να το καύσωσιν, έστειλαν εις άλωσιν αυτού είκοσι λέμβους· αλλ' ο Πολίτης, εμβάς εις το εφόλκιόν του φέρον έν κανόνι, έπεσεν ως τυφλός εις το μέσον και των είκοσι, και κανονοβολών και τουφεκίζων ηνάγκασε και τας είκοσι να ποδίσωσι.
Τούτου δε γενομένου, επανήλθεν εις το πλοίον του, έλυσε τα πανία του, και ιστάμενος επί της πρύμνης του πλοίου του εν μέσω τόσων εχθρικών πλοίων, και βαστών το ξίφος εις την δεξιάν, εφώναζε χλευάζων και προκαλών τον στόλον όλον εις μάχην. Τοιουτοτρόπως απεμακρύνθη θαυμαζόμενος και παρ' αυτών των εχθρών διά την παράφρονα, ούτως ειπείν, τόλμην του. Αλλ' ό,τι δεν έπαθε το πλοίον του Πολίτου, εκινδύνευσαν να το πάθωσι τα του Σαχίνη και του Ζάκα. Εν ώ εκινδύνευε το του Πολίτου, τα πλοία ταύτα παρευρεθέντα έδραμαν εις σωτηρίαν του· αλλά μόλις επλησίασαν, έπαυσεν ο λεπτός άνεμος, υφ' όν έπλεαν, και ευρέθησαν ακίνητα πλησίον της οθωμανικής ναυαρχίδας καί τινος εχθρικής γολέττας· και η μεν ναυαρχίς ρυμουλκουμένη, η δε γολέττα κωπηλατουμένη έβαλαν και τα δύο εις το μέσον· και το μεν του Ζάκα ολίγα παθόν απεμακρύνθη, το δε του Σαχίνη, μη δυνηθέν να απομακρυνθή, κατετρυπήθη κανονοβολούμενον· τόσω δε πλησίον ευρέθη των εχθρών, ώστε οι εν αυτώ ήκουαν αυτούς κραυγάζοντας να παραδοθώσιν· αλλά δύο εύστοχοι κανονίαι, η μεν ανατρέψασα μίαν των εχθρικών λέμβων, η δε κόψασα σχοινία της ναυαρχίδος, έβαλαν το πλήρωμα αυτής εις αταξίαν, και τοιουτοτρόπως ελυτρώθη ο κινδυνεύων Μιλτιάδης ρυμουλκηθείς υπό των εις αντίληψιν αυτού ελθουσών λέμβων των άλλων ελληνικών πλοίων· αύτη ήτον η τελευταία ναυμαχία επί της εκστρατείας ταυτής· και ο μεν οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν, αρχομένου του νοεμβρίου τον Ελλήσποντον, οι δε περί τον Μιαούλην επανέπλευσαν εις τα ίδια, διασωθείσης και τρίτην φοράν της κινδυνευούσης Σάμου.
Η δε υπό τον καπητανάμπεην οθωμανική μοίρα διέμεινε τρεις ολοκλήρους μήνας εν Νεοκάστρω. Την δε 9 οκτωβρίου δύο φρεγάται αυτής και δώδεκα κορβέτται και βρίκια κατέπλευσαν εις Αρμυρόν και Κυτριάς επί καταστροφή ενός και μόνου σπετσιωτικού πλοίου και έξ πλοιαρίων της Μάνης εκεί καταφυγόντων· αλλ' ουδ' αυτά εδυνήθησαν να καταστρέψωσι και επανέπλευσαν εις Νεόκαστρον· μετ' ολίγον δε ανεχώρησεν ο καπητανάμπεης εις Ελλήσποντον, αφήσας παρά τω Ιβραήμη τινά των πλοίων της μοίρας εκείνης υπό τον Ριαλάμπεην.
Προ πολλού ευρίσκετο ο κορινθιακός κόλπος υπεξούσιος των εχθρών, και ελευθέρως μετεκομίζοντο εις Σάλωνα, Δομβρέναν και Ψάθαν τροφαί και πολεμεφόδια εις χρήσιν αυτών. Ο Χρήστος Παληογιάννης και ο Δημήτρης Μακρυγιάννης ηγόρασαν εν Αιγίνη εξ ιδίων πολύκωπον αλιάδα, ην υπερισθμήσαντες ώπλισαν εν τω κορινθιακώ κόλπω, και εμβιβάσαντες εις αυτήν μεν 27 ναύτας, εις άλλα δε μικρά πλοιάρια 200 στρατιώτας, έπλευσαν όλοι ομού εις τον λιμένα της Δομβρένας, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά πλοία, επί σκοπώ να κυριεύσωσί τινα εξ απροόπτου, αλλ' απέτυχαν και έφυγαν. Την νύκτα δε της 17 σεπτεμβρίου έπλευσε μόνον η αλιάς εις τον λιμένα των Σαλώνων, και οι ναύται αυτής επάτησαν αίφνης μίαν εχθρικήν γολέτταν 10 κανονιών και την εκυρίευσαν· δύο μόνον εξ αυτών εφονεύθησαν και επτά επληγώθησαν. Εξεμάνη ο Ιβραήμης μαθών το συμβάν, και έστειλεν εις τον κόλπον ολόκληρον ναυτικήν μοίραν προς τιμωρίαν των Ελλήνων και εξόντωσιν της μικράς δυνάμεώς των· αλλά τόση ήτον η αναξιότης της μοίρας ταυτής, ώστε, αφ' ού πέντε μήνας διέμεινεν η αρπαγείσα γολέττα εντός του κόλπου μηδέν παθούσα, διεξέπλευσεν ασφαλώς εν σκοτεινή νυκτί και κατευοδώθη εις Αίγιναν.
Την 3 δε σεπτεμβρίου λίαν πρωί ηκούσθη εν τη πόλει του Ναυπλίου ασυνήθης ήχος τροχηλασίας επί της θαλάσσης, και μετ' ολίγον ηγκυροβόλησεν υπό αγγλικήν σημαίαν το πρώτον αυτόθι φανέν ατμόπλουν, η Κ α ρ τ ε ρ ί α, 233 τόνων, και την επιούσαν ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν υπό τον κρότον των κανονίων του, και εδόθη τω κυβερνήτη αυτού Χάστιγγι ο βαθμός πλοιάρχου φρεγάτας. Αρχομένου δε του δεκεμβρίου κατέπλευσεν εις Αίγιναν και η προ πολλού προσδοκωμένη φρεγάτα Ε λ λ ά ς, 64 κανονίων, εφωδιασμένη δι' όλων των αναγκαίων, και παρεδόθη, εν πρώτοις κατά διαταγήν της κυβερνήσεως τοις τρεις ναυάρχοις, Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, και επί τέλους ετέθη υπό την μοναδικήν κυβέρνησιν του Μιαούλη· έφερε δε εις το εθνικόν ταμείον ο επ' αυτής καταβάς Κοντόσταυλος εις εξόφλησιν της εν Αμερική ληψοδοσίας του δίστηλα 18,000 μέγα δώρημα τω καιρώ εκείνω.
Μετ' ολίγας δε ημέρας αφίχθη εις Ναύπλιον ο συνταγματάρχης Ευδέκος και δώδεκα αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, σταλέντες εις υπηρεσίαν της Ελλάδος παρά του βασιλέως της Βαυαρίας, όστις, ασπασθείς παρρησία και ενθουσιωδώς τον ελληνικόν αγώνα, καθ' όν καιρόν άπαντες οι συνάδελφοί του τον απεδοκίμαζαν, τινές δε και τον κατέτρεχαν, τον εξύμνει ως ποιητής, και τον εξεικόνιζεν ως φιλότεχνος εν μια των στοών του Μονάχου.
Eγνωστοποιήσαμεν ήδη τα της μέχρι τούδε προς τους Έλληνας διαγωγής του αυστριακού ναυτικού· ερχόμεθα να γνωστοποιήσωμεν τώρα και τα κατά το ενεστώς έτος υπεράλλοτε σκανδαλώδη.
Πολλά κακά, και πολλάκις άδικα, έπασχαν τα υπό ουδετέραν σημαίαν πλοία παρά των Ελλήνων, αλλά τρις χειρότερα έπασχαν τα υπό την αυστριακήν διότι αυτόχρημα Τούρκους εθεώρουν οι Έλληνες τους αυστριακούς και άδικον δεν είχαν· διά τούτο οι μεν έχαιραν, οι δε αδιαφόρουν επί τη βλάβη αυτών. Αναιδής ήτον, ως απεδείξαμεν, η διαγωγή του πολεμικού της Αυστρίας ναυτικού, αλλ' αναιδέστεραι αι απαιτήσεις του. Ο Ακούρτης δεν εσυστέλλετο ν' απαιτή αποζημιώσεις και δι' αυτά τα υπό αυστριακήν σημαίαν πλοία τα παρά των Ελλήνων εν τη συνοδία του οθωμανικού στόλου επί της ναυμαχίας του Καφηρέως αφαρπαγέντα ως φέροντα προς τους εχθρούς πολεμικά παρεμπορεύματα ουδ' έπαυε να βλάπτη αναιδώς όσον εδύνατο τους Έλληνας. Μεσούντος του Ιουνίου, έπλεαν προς το ακρωτήριον της Μιτυλήνης δύο ελληνικά πλοία εις κατασκόπευσιν του εχθρού. Παρατηρήσαντα τα πλοία ταύτα ότι προσήρχετό τις κορβέττα υπό σημαίαν τουρκικήν ανεκώχευσαν έτοιμα εις πόλεμον· αλλ' η κορβέττα πλησιάσασα κατεβίβασε την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσε την αυστριακήν, και, μηδαμώς εις λόγους μετά των ελληνικών πλοίων ελθούσα, επέρριψε πεπυρωμένας σφαίρας και δεν έπαυσε σφαιροβολούσα, έως ου απεμακρύνθησαν. Τοιαύτη διαγωγή παρώργιζε τους περί των όλων αγωνιζομένους Έλληνας κατά των υπό αυστριακήν σημαίαν ναυτιλλομένων, οίτινες, αδίκως ή δικαίως πάσχοντες, επεκαλούντο μεγάλη φωνή επί τω εις τα ίδια επανάπλω την αντίληψιν της κυβερνήσεώς των· αύτη δε, επί σκοπώ να ικανοποιήση τους παθόντας και προστατεύση την σημαίαν της έστειλε το θέρος τούτο εις το Αιγαίον όλον σχεδόν τον στόλον της υπό τον ναύαρχον Παυλούκην. Ο στόλος ούτος, εξ ενός δικρότου, μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και δύο γολεττών, αντί να πλεύση εν πρώτοις όπου έδρευεν η ελληνική κυβέρνησις, και ζητήση ικανοποίησιν και αν δεν εισηκούετο, τότε να πράξη ό,τι εμελέτα, έπλευσε κατ' ευθείαν εις Μύκωνον, απεβίβασε 500 στρατιώτας και πυροβολιστάς και απήτησε ποσότητά τινα χρημάτων, ην και έλαβεν εις αποζημίωσιν αυστριακού πλοίου πειρατευθέντος, απειλήσας ότι θα έκαιε την πόλιν. Εν ώ δε διέτριβεν εκεί, ηγκυροβόλησεν ανυπόπτως η ανήκουσα εις το ελληνικόν τακτικόν πολεμική γολέττα. Ο πλοίαρχος αυτής, Δεκρόζης, αφίχθη αμέσως κατά την τάξιν εις επίσκεψιν του αυστριακού ναυάρχου. Ο ναύαρχος, γνώριμος αυτού, τον υπεδέχθη ευνοϊκώς και τον εκάλεσεν εις το γεύμα· αλλ' εν ώ τον εφίλευεν, έστειλεν εν αγνοία αυτού τας λέμβους, εκυρίευσε την γολέτταν και διεμοίρασε τους αξιωματικούς της εις διάφορα των πλοίων του στόλου· εξετάσας δε το ημερολόγιον και τα έγγραφα, και ευρών τα πάντα εν τάξει, απέλυσε το πλοίον, τον πλοίαρχον και τους αξιωματικούς· συγχρόνως έκαυσεν ως ληστρίδα μίστικον ευρεθέν εκεί, και κατά παραγγελίαν του Χαμιλτώνος εφοπλισθέν εις καταδίωξιν πειρατών. Την δε 9 Ιουλίου αφίχθη εις Τήνον, όπου ευρίσκοντο δύο πολεμικά πλοία ελληνικά εν υπηρεσία της επί της εισπράξεως του βιαίου δανείου επιτροπής, το μεν του Λαλεχού, το δε του Κυριακού, και την επαύριον καλέσας εις το δίκροτον τα μέλη της επιτροπής και τους πλοιάρχους, τοις εδηλοποίησεν ότι εθεώρει τα εν εθνική υπηρεσία εκείνα πλοία ως εθνικά, και ότι είχεν απόφασιν να τα κατάσχη δι' ά έπραξαν άλλοι Έλληνες αδικήματα μη σεβασθέντες την σημαίαν του αυτοκράτορός του.
Απήντησεν η επιτροπή, ότι τα πλοία ήσαν κτήματα ιδιωτών ότι διά τοιαύτης πράξεως ηδικείτο τα έθνος, ελαττουμένης της μικράς ναυτικής δυνάμεώς του εν καιρώ κινδύνου· ότι μη έχουσα την εκτελεστικήν εκείνην δύναμιν δεν εδύνατο η επιτροπή να εισπράξη το δάνειον· ότι αν είχεν ο ναύαρχος απαιτήσεις αποζημιώσεων ώφειλε να τας γνωστοποιήση τη ελληνική κυβερνήσει και ότι ουδείς των άλλων ναυάρχων, εχόντων παρομοίας, επεχείρησέ ποτε τοιούτον τι εις βλάβην όλου του έθνους. «Αισθάνομαι όσα λέγετε», απεκρίθη ο Παυλούκης, και λυπούμαι ως άνθρωπος, αλλ' ως ναύαρχος αυστριακός οφείλω ν' αναγκάσω τους Έλληνας να υπολήπτωνται την αυλήν μου»· και ταύτα ειπών, έστειλε λέμβους ωπλισμένας και εκυρίευσε τα δύο ελληνικά πλοία· την δε επαύριον εζήτησεν εις εξαγοράν αυτών όσα χρήματα απήτει εις αποζημίωσιν· και τα μεν του Κυριάκου εξηγοράσθη αυθημερόν, το δε του Λαλεχού μετά ταύτα. Την δε επαύριον, καθ' ήν έτυχε να διαβή εκείθεν η πλέουσα προς την Σάμον μοίρα του Σαχτούρη, επέρασεν απέμπροσθεν της πρώρας της αυστριακής ναυαρχίδας, εκατόν οργυιάς μακράν αυτής, το πλοίον του Φωκά, ο Θεμιστοκλής, ανήκον εις την ρηθείσαν μοίραν. Ύβριν εθεώρησεν ο Παυλούκης την τοιαύτην πορείαν του ελληνικού πλοίου απέμπροσθεν της πρώρας του, ύψωσεν αμέσως σημεία τινα, και ευθέως όλος ο στόλος εκανονοβόλησε τον αυθάδη Θεμιστοκλή ως εχθρικόν πλοίον, και επιρρίπτων πεπυρωμένας σφαίρας και βομβίδας του ετρύπησε τα δύο κατάρτια, έσπασε την πρύμνην της λέμβου του, και το πλοίον ηναγκάσθη να ποδίση εις Σύραν προς επισκευήν και εμποδίσθη από της εις βοήθειαν της κινδυνευούσης Σάμου εκστρατείας. Ο Παυλούκης, αφ' ού διά τοιούτους λόγους εκολόβωσε το ελληνικόν ναυτικόν κατά την κρίσιμον εκείνην ώραν, ειδοποίησεν εγγράφως όχι την ελληνικήν κυβέρνησιν, ως ώφειλεν, αλλά τους προκρίτους της Ύδρας, περί του σκοπού της αποστολής του· δεν εσκόπευε, τοις είπε, να επιφέρη βλάβην ή ενόχλησιν οιανδήποτε εις ελληνικά πλοία, μικρά ή μεγάλα, καταγινόμενα εις εμπόριον ή εις αλιείαν, μηδέ και εις αυτά τα ένοπλα τα έχοντα τακτικά της κυβερνήσεώς των έγγραφα, αν δεν έβλαπταν πλοία υπό αυστριακήν σημαίαν, αν δεν ηνόχλουν ή δεν ήρπαζαν τα πλέοντα υπό πολεμικήν συνοδίαν, και αν περιωρίζοντο εις το να κρατώσι μόνον τα φέροντα απηγορευμένα εν καιρώ πολέμου είδη, οσάκις ταύτα απεπειρώντο να εισέρχωνται εις αποκλεισμένους υπό ελληνικών πλοίων τουρκικούς λιμένας. Κατά την έννοιαν της κοινοποιήσεως ταύτης, δι’ ής το δικαίωμα του κρατείν τα υπό αυστριακήν σημαίαν φορταγωγά πλοία περιωρίζετο μόνον εις τα παραβιάζοντα τους αποκλεισμούς, επετρέπετο να μεταφέρωνται υπό την σημαίαν ταύτην ανεπηρεάστως στρατεύματα τουρκικά προς απόβασιν εις οιονδήποτε ελληνικόν μέρος, πολεμοφόδια, τροφαί, αποσκευαί, ή χρήματα, εις τουρκικά στρατόπεδα, και πάσα τουρκική ιδιοκτησία, από τόπου εις τόπον. Εκοινοποίησε δε προς τοις άλλοις ο ναύαρχος, ότι εθεώρει ένοχον και αξιόποινον όλην την νήσον εξ ής έπλεε πειρατικόν τι πλοίον· και ταύτα εκοινοποίει, εν ώ ούτε αυτός ούτε άλλος τις ηγνόει, ότι πλήθη των καταστραφέντων λαών, συγκεντρωθέντα είς τινας νήσους, αναγκαζόμενα να ζώσιν επί τη ρομφαία των, και ισχυρότερα των φιλησύχων κατοίκων των νήσων εκείνων, όχι μόνον δεν υπήκουαν την τοπικήν Αρχήν, αλλά και κατεπίεζαν και αυτούς τους εντοπίους. Υπό τοιούτους όρους προθέμενος ο Παυλούκης να ενεργήση τα της αποστολής του, ανεχώρησεν εκ Τήνου, αφ' ού έπραξε τα ανωτέρω· αλλά, πριν αναχωρήση, έγεινεν αυτοχειροτόνητος προστάτης των του δυτικού δόγματος πολιτών Ελλήνων και τιμωρός αυθαίρετος αυτών, και, προειδοποίησεν εγγράφως τους προκρίτους της νήσου ότι, αν εν τη απουσία του εκακοποιούντο ή εζημιούντο οι καθολικοί, αυτός επί τη επανόδω του όχι μόνον θα ικανοποίει τους παθόντας και ζημιωθέντας, και θα επαίδευε τους πταίσαντας, αλλά θα ετιμώρει και αυτούς τους προκρίτους ως υπευθύνους περί της ασφαλείας εκάστου καθολικού· υπέσχετο δε τοις προκρίτοις την φιλάνθρωπον και γενναίαν προστασίαν του εν καιρώ ανάγκης, αν απεδεικνύοντο διά της διαγωγής των άξιοι αυτής. Και ταύτα μεν όσα ενήργησεν εν Τήνω.
Αύγουστος Την δε 11 αυγούστου εμφανισθείς μεθ' όλου του στόλου έμπροσθεν της Νάξου απήτει παρά του κοινού γρόσια 8500 ως τιμήν ειδών υπό τινων εντοπίων και παρεπιδημούντων ξένων πειρατευθέντων, ή από πειρατών αγορασθέντων· απήτει και ικανοποίησιν, διότι υβρίσθη ο εκεί αυστριακός πρόξενος, και ητιμάσθη η επί του προξενείου σημαία· προσαπήτει και όρκον περί ασφαλείας εις το εξής των προξένων, των δυτικοφρόνων, και των υπό ξένην υπεράσπισιν κατοίκων της νήσου· και επειδή δεν εισηκούσθη, απεβίβασε την επαύριον 800 στρατιώτας και κανόνια, και πολιορκών την πόλιν διά ξηράς και θαλάσσης, την εκανονοβόλει, μήτε εις γυναίκας μήτε εις ασθενείς μήτε εις παιδία έξοδον επιτρέπων. Διεκήρυξε δε την αυτήν ημέραν και ο αρχηγός της επί της ξηράς δυνάμεως Ζιμβούργος προς τους Ναξίους τα αυτά, και απήτει προς τοις άλλοις και τα όπλα των κατοίκων. Αντέτειναν απαξάπαντες οι Νάξιοι εις τον αφοπλισμόν· αλλ' υπήγαν εις την οικίαν του αυστριακού αντιπροξένου υπό στρατιωτικήν συνοδίαν, εζήτησαν συγγνώμην ωρκίσθησαν περί της ασφαλείας των προξένων και των επί της νήσου δυτικοφρόνων, και ύψωσαν την αυστριακήν σημαίαν. Τούτων γενομένων, εξέδωκεν ο Ζιμβούργος δευτέραν διακήρυξιν, δι’ ής δικαιολογών την απαίτησιν των όπλων ως αφορώσαν την ησυχίαν της νήσου, επέτρεπε την απ' ανατολής μέχρι δύσεως του ηλίου κοινωνίαν της πόλεως και των χωρίων, και περιώριζε την οργήν και την εκδίκησίν του εις μόνους τους μετελθόντας τα της πειρατείας. Αφ' ού δε επληρώθησαν όσα χρήματα απητούντο, η μεν ναυαρχίς απέπλευσε την 22, τα δε λοιπά πλοία μετά δύο ημέρας· δεν έπαυσε δε ο ναύαρχος επί της εν Νάξω διατριβής του υβρίζων τους εντοπίους ως αποστάτας κατά του νομίμου βασιλέως των, και προτρέπων αυτούς να επικαλεσθώσι το έλεός του και να επανέλθωσιν εις την οδόν του καθήκοντος προ της εξολοθρεύσεώς των.
Δίκαιον αναμφιβόλως ο ναύαρχος είχε να υποχρεώση τους άρπαγας εις την απότισιν όσων ήρπασαν και να τους τιμωρήση· αλλά διατί να παιδεύση ολόκληρον αθώαν πόλιν; μήπως δεν ήξευρε διά του προξένου ότι πάντη ανίσχυρος ήτον ή κοινότης να παιδεύση τους ενόχους, ως καταπιεζομένη υπό των εμφιλοχωρούντων Κρητών, και ως έχουσα αυτή ανάγκην υπερασπίσεως; εν ποίω δε δικαιώματι έπραξεν ο ναύαρχος ό,τι έπραξεν υπέρ του προξένου; ο πρόξενος ήτον εντόπιος και κάτοικος της Νάξου, ό εστι πολίτης Έλλην· ούτε συνθήκην, δι' ής εδύνατο να εγκαθιστά προξένους εν Ελλάδι είχεν η Αυστρία, ουδ' άλλην πολιτικήν σχέσιν· εξ εναντίας εφέρετο προς αυτήν εχθρωδώς και απανθρώπως. Πώς εδύνατο λοιπόν επί τοιαύτης γης ν' απαιτή την ύψωσιν της σημαίας της και την εγκαθίδρυσιν των προξένων της; εν ποίω δε δικαιώματι εκηρύχθη υπέρμαχος των της δυτικής εκκλησίας Ναξίων, όλων πολιτών Ελλήνων; και υπηκόους του σουλτάνου αν τους εθεώρει, ο σουλτάνος ανεγνώρισε προστάτριαν αυτών μόνην την Γαλλίαν, και υπό την προστασίαν ταύτης, αν και παρεξηγουμένην, και όχι ποτέ της Αυστρίας, πολλάκις αντέτειναν οι δυτικόφρονες του Αιγαίου εις την απότισιν των νενομισμένων φόρων. Ούτω πολιτευομένου του ναυτικού της Αυστρίας προς την Ελλάδα, έπταιεν η καταδιωκομένη και υβριζομένη Ελλάς, διότι δεν εσέβετο την σημαίαν της ως εσέβετο τας των άλλων Δυνάμεων, και διότι την εθεώρει ως εχθράν της;
Αποπλεύσας ο Παυλούκης της Νάξου κατήρεν εις Ναύπλιον, όπου έδρευεν η κυβέρνησις· εκεί συνέλαβεν υποψίας ότι οι Έλληνες εμελέτων να τον καύσωσι· διά τούτο και το πλήρωμά του έντρομον εγρηγόρει πάσαν νύκτα, και τα εισερχόμενα και εξερχόμενα ελληνικά πλοία κατεσκοπεύοντο. Τοιούτον σκοπόν συνέλαβαν τω όντι τινές των Ελλήνων· αλλ' η κυβέρνησις ειδοποιηθείσα τους απέτρεπεν. Ο δε Παυλούκης, είτε φοβηθείς, είτε αισθανθείς πόσον αξιόμεμπτος ήτον η διαγωγή του, εφάνη έκτοτε συγκαταβατικώτερος, εκάλεσεν εις γεύμα μέλη τινά της κυβερνήσεως και έστερξε ν' αναθεωρηθώσιν υπό μικτής επιτροπής Ελλήνων και Αυστριακών αποφάσεις τινές του θαλασσίου δικαστηρίου· αλλά και μετά τα ευμενέστερα ταύτα δείγματα της διαγωγής του έν των υπό την οδηγίαν του πλοίων έπραξεν εν τη νήσω των Θερμιών κατ' εντολήν αυτού ό,τι έπραξεν αυτός εν Νάξω.
Προ πέντε ετών είχε ναυαγήσει κατά το ακρωτήριον της νήσου εκείνης, άγιον Δημήτριον, σουηδικόν πλοίον, και το φορτίον αυτού διήρπασάν τινες των κατοίκων του χωρίου Σύλλακα. Ο υποπρόξενος της Αυστρίας, ο και υποπρόξενος της Σουηδίας, απήτησε πολλάκις την αποζημίωσιν, αλλ' ουδέποτε εισηκούσθη. Την δε 30 αυγούστου ηγκυροβόλησε το αυστριακόν βρίκι, ο Ω ρ ί ω ν, εν τω λιμένι των Θερμιών, και ο κυβερνήτης αυτού, Αλβέρτης, απήτησε την αποζημίωσιν εντός 24 ωρών. Οι κάτοικοι του χωρίου εζήτησαν προθεσμίαν μακροτέραν. Την επιούσαν νύκτα είδαν οι ποιμένες της νήσου ενόπλους βαδίζοντας προς το χωρίον, τους εξέλαβαν ως ληστάς και έδωκαν είδησιν φωνάζοντες. Ήκουσαν την φωνήν οι χωρικοί, και οι μεν άνδρες εξήλθαν ένοπλοι την νύκτα ως επί ληστάς και ετουφεκίσθησαν, αι δε γυναίκες έτρεξαν εις τα όρη προς ασφάλειαν· εγνώσθη μετ' ολίγον ότι οι αποβάντες ήσαν αυστριακοί, και ότι έφεραν επί της ξηράς κανόνια εις σωφρονισμόν των απειθούντων· απεδόθη δε άνευ περαιτέρω αναβολής η ζητουμένη αποζημίωσις. Τοιουτοτρόπως διεσώθη το κινδυνεύον ολόκληρον χωρίον διά την ανομίαν και αδικίαν τριών και μόνων ατόμων.
Λήγοντος δε του σεπτεμβρίου, επανήλθεν ο Παυλούκης εις Ναύπλιον, και ηύρεν εκεί το υπό αυστριακήν σημαίαν εμπορικόν πλοίον, Μαγδονάλδον, υπό δίκην. Το ληίσαν τον Μαγδονάλδον ελληνικόν είχε τακτικά έγγραφα, και ούτε παραβίασίς τις υπήρχε των νενομισμένων, ούτε παρατυπία· αλλ' ο Παυλούκης, επί λόγω ότι η ελληνική κυβέρνησις δεν είχε το δικαίωμα να επισκέπτεται τα υπό αυστριακήν σημαίαν πλοία, το επήρε βία. Διεμαρτυρήθη η κυβέρνησις διά την ενώπιον αυτής αυθαίρετον ταύτην πράξιν και απήτησε να μη διακόψη την κατά τους εν πλήρει ενεργεία νόμους δίκην του πλοίου· αλλ' εκείνος εκώφευσεν εις την δικαίαν ταύτην φωνήν. Τοιαύτα ήσαν τα άθλα κατά το ενεστώς έτος του αυστριακού ναυτικού, δι' α εγόγγυσεν όλη η Ελλάς, και ωργίσθη όλη η Ευρώπη.
Αν η κοινή καταδρομή του Ζαήμη και του Κολοκοτρώνη τους ήνωσεν ως είδωμεν, η πτώσις των αντιπάλων και η ιδία ανόρθωσις τους διήρεσε. Γενικός αρχηγός των όπλων της Πελοποννήσου ήτον ήδη ο Κολοκοτρώνης, τοιούτος διέμεινε και μετά την εγκαθίδρυσιν της νέας κυβερνήσεως και δεν προσέκτησεν ό,τι ενόμιζεν αυτώ ανήκον επί της νέας διανομής της εξουσίας, υπέρ ης τόσον εμόχθησεν. Ένεκα τούτου αποσπασθείς του Ζαήμη απέσπασε και άλλους, εν οίς και τον Αναγνώστην Δηληγιάννην, μέλος της διοικητικής επιτροπής, και η διαίρεσις των επαρχιών ενισχύθη εκ νέου. Αι επαρχίαι της Κορίνθου και της Βοστίτσης είλκυσαν κυρίως την προσοχήν της νέας αντιπολιτεύσεως διά τα πλούσια εισοδήματά των και της μεν πρώτης επαρχίας αρχηγός ήτον ο στρατηγός Ιωάννης Νοταράς, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος και εξάδελφος αυτού Παναγιώτης Νοταράς· της δε δευτέρας αρχηγός ο στρατηγός Λόντος, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος Μελετόπουλος. Τους δύο τούτους αντιστρατήγους ελκύσαντες οι περί τον Κολοκοτρώνην διήγειραν κατά των στρατηγών υπό το δέλεαρ της αρχηγίας των επαρχιών. Αλλ' η διαίρεσις εισεχώρησε μάλλον εις την της Κορίνθου, όπου την υπέθρεψε και η περί νυμφεύσεως ωραίας και ευγενούς νεάνιδος της επαρχίας εκείνης αναφανείσα αντιζηλία του στρατηγού και του αντιστρατήγου. Η διαίρεσις αύτη εξέκλινε τον αύγουστον εις αλληλομαχίαν, και οι δύο αντίζηλοι νεανίαι, ευρόντες και άλλους συμμάχους, άφρονας ως αυτούς, συνήψαν εν Σοφικώ, χωρίω της επαρχίας των, μάχην, καθ' ήν νικήσαντες οι περί τον Ιωάννην Νοταράν έσφαξαν αθώους, ελεηλάτησαν και κατέστρεψαν το χωρίον, και έκαυσαν το πλείστον μέρος του πευκοφύτου δάσους του, όθεν ρητινολογούντες οι χωρικοί επορίζοντο κατ' έτος τα προς το ζην· κατέστρεψαν δε και άλλα χωρία γυμνώσαντες τους κατοίκους. Το πυρ της εν τη επαρχία της Κορίνθου αλληλομαχίας εγγύς ήτο να διαδοθή και εις άλλας επαρχίας της Πελοποννήσου, αλλ' η διοικητική επιτροπή έσπευσε να το σβέση εν αυτή τη εστία του, και επί τω σκοπώ τούτω μετέβησαν εις την επαρχίαν εκείνην ο πρόεδρός της, τα μέλη αυτής Πετρόμπεης και Δηληγιάννης, και ο αντιπρόεδρος της επιτροπής της συνελεύσεως Πορφύριος· μετέβη εκεί και ο Κολοκοτρώνης μεταμεληθείς δι' όσα ενήργησεν εις έξαψιν των παθών. Συσκέψεως δε γενομένης διετέθησαν τα της επαρχίας όπως η περίστασις απήτει, απεπέμφθησαν οι δύο αντίζηλοι νεανίαι εις τα στρατόπεδα, και τοιουτοτρόπως πολλά παθούσα η επαρχία της Κορίνθου διεσώθη από της παντελούς καταστροφής.
Αφ' ού δε οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί Κρήτες ερρίφθησαν, ως προείπαμεν, εις σκοτεινήν φυλακήν, ηναγκάσθησαν πολλοί να προτιμήσωσι χάριν ασφαλείας τον κλεπτικόν πόλεμον. Διά του τρόπου τούτου επιδρομαί συχναί εις πολλάς της Κρήτης επαρχίας εγίνοντο, και εχθροί κατεστρέφοντο, και χωρία ελαφυραγωγούντο· αλλά μετά την κυρίευσιν της Γραμβούσης ηύρισκαν οι οπλοφόροι Χριστιανοί καταφύγιον εκεί, και προμηθευόμενοι ευκόλως των αναγκαίων εγίνοντο τολμηρότεροι, επιφοβώτεροι και συστηματικώτεροι. Την 1 οκτωβρίου εξεστράτευσαν κατά πρώτην φοράν εκείθεν προς τα Χανιά 150 διά θαλάσσης και άλλοι τόσοι διά ξηράς· και οι μεν διά θαλάσσης συνέλαβαν δύο αλιάδας αυτάνδρους, εγέμισαν τα πλοιάρια ζώων και άλλων λαφύρων, εσκότωσαν 17 εχθρούς, εν οίς και τον υιόν του Χασάμπεη Τουκμετσόγλου, και έφεραν 6 αιχμαλώτους εις Γραμβούσαν. Οι δε διά ξηράς ήρπασαν ζώα ικανά έξωθεν των Χανιών, και εφόνευσαν και τον υιόν του Φανέραγα. Εξεστράτευσεν εις καταδίωξιν και τιμωρίαν αυτών ο Μουσταφάπασας, και επροχώρησε μέχρι της Γραμβούσης, αλλά δεν τους επρόφθασε, και φονεύσας τρεις άλλους καθ' οδόν επέστρεψεν εις Χανιά. Καθ' ήν δε ημέραν εξεστράτευσεν, επέδραμάν τινες των εν ταις υπωρείαις της Μαλάξας Χριστιανών μέχρι των πυλών του τείχους, εγύμνωσαν τα βυρσοδεψεία, ήρπασαν ζώα, εφόνευσάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια αβλαβείς. Την αυτήν νύκτα κατέβησαν 10 Κεφαλιανοί εις τας αλικάς, εκυρίευσαν μίαν αλιάδα, και διέβησαν εν αυτή απέμπροσθεν του φρουρίου της Σούδας αβλαβείς. Ο δε Μουσταφάπασας, βλέπων τας γενομένας συγχρόνως πολλαχόθεν επιδρομάς, λεηλασίας και σφαγάς, εφρόντισε να εφοδιάση το φρούριον όσον τάχιον των αναγκαίων, και να το προετοιμάση εις πολιορκίαν.
Λήγοντος δε του οκτωβρίου, Τούρκοι τινές των εν Κανδάνω περιεφέροντο εις συλλογήν ελαιών· επέδραμαν οι Έλληνες, τους επρόφθασαν επανερχομένους εις τα ίδια, τους εκτύπησαν, εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας και έτρεψαν τους άλλους. Μικραί συγκρούσεις συνέβησαν και αλλού εις βλάβην ως επί το πλείστον των οθωμανών.

1826-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.

Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως — Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως — Μάχη του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. — Είσοδος των περί των Φαβιέρου εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία των Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι.

Η ΑΛΩΣΙΣ του Μεσολογγίου επέφερε την καταστροφήν του αγώνος καθ' όλην την Δυτικήν Ελλάδα. Οι λαοί όλων των επαρχιών εκείνου του μέρους επροσκύνησαν· ο δε Κιουταχής εκδυθείς την λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν, τους μεν των εχόντων επαρχίας οπλαρχηγών εφείλκυσε και παρέλαβεν εις την υπηρεσίαν του, τους δε ουδετέρωσεν·
Ιούνιος αφήσας δε ικανήν φρουράν εν Μεσολογγίω εξεστράτευσε τον ιούνιον εις Αθήνας, επάτησε, μηδενός εναντιουμένου, την Φωκίδα και Βοιωτίαν, και την 28 ηυλίσθη εν Θήβαις. Δεκακισχίλιοι ιππείς και πεζοί υπελογίζοντο οι συνεκστρατεύσαντες, και εξ είκοσι κανονίων και έξ βομβοβόλων συνίστατο το πυροβολικόν· προνοητικότερος δε του Δράμαλη εξησφάλισε διά στρατιωτικής κατοχής καταλλήλων μεταξύ θέσεων την ελευθέραν κοινωνίαν του στρατού του μετά της Ευβοίας και του κορινθιακού κόλπου, όθεν έμελλε να πορίζεται τα χρειώδη. Εν ώ δε εστράτευεν ούτος εις Αθήνας, επάτησε και ο Καρύστιος Ομέρ-πασας την Αττικήν μετά χιλίων· και αυτός μεν κατέλαβε το Καπανδρίτι 7 ώρας απέχον των Αθηνών, οι δε περί αυτόν ιππείς επροχώρησαν εις Πειραιά, έκαυσαν τας θημωνιάς, ήρπασαν ποίμνια και επανήλθαν εις το στρατόπεδον. Επί δε της επιδρομής ταύτης ο Βάσσος και ο Κριεζώτης ευρίσκοντο κατά την Κάζαν και τα Δερβενοχώρια, όπου μαθόντες τα κατά τον Πειραιά ανεστράφησαν, και την 20 εστρατοπέδευσαν κατά το χωρίον Λυόσιαν μίαν ώραν μακράν του εχθρού· την δε επαύριον, δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου, έστειλαν 100 εις ενέδραν των εχθρών εξερχομένων συνήθως προς θερισμόν. Οι σταλέντες εφόνευσαν 2, αλλ' επέδραμαν 200 ιππείς και τους απέκρουσαν· επρόφθασαν εν τούτοις και οι άλλοι Έλληνες, και ούτως οι ιππείς επανήλθαν εις τα ίδια. Την δε επαύριον επρότειναν οι Τούρκοι συνδιάλεξιν, και εισακουσθέντες έστειλαν δύο υποπλαρχηγούς υποσχόμενοι τω Κριεζώτη και τω Βάσσω μεγάλας αμοιβάς, αν επροσκύνουν· απορριψάντων δε αυτών τας προτάσεις, επεστράτευσαν πανστρατιά την 24 λίαν πρωί, αντεπεστράτευσαν και οι Έλληνες, επολέμησαν όπου και την προτεραίαν, και επληγώθησαν εξ αυτών 7, οι δε Τούρκοι επανήλθαν εις το στρατόπεδον· γνωσθέντος δε του ερχομού του Κιουταχή εις Θήβας, ανεχώρησαν οι περί τον Βάσσον και τον Κριεζώτην εις Ελευσίνα.
Αρχομένου του μαΐου, είχε διορισθή ο Γκούρας αρχηγός των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα συστηθησομένων στρατοπέδων, και είχε διαταχθή να μη αναμείνη τους εχθρούς προ των πυλών των Αθηνών· αλλ' αυτός, μη φροντίσας να φυλάξη ουδ' αυτήν την επαρχίαν του απάτητον, εκλείσθη εν τη ακροπόλει μετά 300 μισθωτών, και επί λόγω εξοικονομήσεως τούτων εβασάνισέ τινας των κατοίκων της επαρχίας αργυρολογών και αποταμιεύων· έστειλε δε επί φορολογία και εις Σαλαμίνα, όπου ήσαν Αθηναίοι, τον κακούργον οπαδόν του, Μάνδαλον, όστις διά δεινών κακώσεων εξετέλεσε τα της εντολής του. Υπό τοιούτον αρχηγόν οι επιρρεπείς εις την αταξίαν στρατιώται του έπραξαν, πριν κλεισθώσιν, όσα αισχρόν και λέγειν κατά των δυστυχών χωρικών και τους έφεραν εις τοιαύτην απόγνωσιν, ώστε επί της μικράς εισβολής του Ομέρπασα τα δύο χωρία Χασιά και Μενίδι επροσκύνησαν και υπεδέχθησαν τους ολίγους εχθρούς ως λυτρωτάς των, δολοφονήσαντες και τον οπλαρχηγόν των Μελέτην Βασιλείου τον πρώτον καλέσαντα αυτούς και τους λοιπούς κατοίκους της Αττικής εις τα όπλα και πιστώς αθλήσαντα μέχρι τέλους. Οι δε Αθηναίοι, αν και απεστρέφοντο τον φρούραρχόν των διά τας καταπιέσεις του, εφάνησαν κατά την κρίσιμον ταύτην ώραν χάριν της πατρίδος εις άκρον ανεκτικοί. Εκτός ολίγων καταφυγόντων εις Σαλαμίνα, διέμειναν εν τη πόλει όχι μόνον οι δυνάμενοι να οπλοφορώσιν ή άλλως πως να ωφελώσιν, όλοι 1000, αλλά και πάμπολλαι γυναίκες και παιδία. Εκλείσθησαν εντός αυτής και άλλοι 100 άλλων μερών οπλοφόροι υπό τον Στάθην Κατσικογιάννην, τον Διονύσιον Ευμορφόπουλον και τον Γεώργην Φωκάν· ώστε όλοι οι οπλοφορούντες εν τη πόλει και τη ακροπόλει επί της εισβολής του εχθρού ήσαν 1400.
Την δε 29 η προφυλακή του εν Θήβαις αυλισθέντος την προτεραίων εχθρικού στρατού εκ δισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων υπό τον Μουστάμπεην αφίχθη εις Καπανδρίτι, και ηνώθη μετά των υπό τον Ομέρ-πασαν· την δε επαύριον εφάνησαν ιππείς έξωθεν των Αθηνών περιφερόμενοι^ ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εξώρμησαν και τους ηνάγκασαν ν' αναχωρήσωσι.
Ιούλιος Την 1 δε Ιουλίου τινές των εισβαλόντων εχθρών επροχώρησαν εις Μεσόγεια, και ευρόντες αντίστασιν κατά το Λιώπεσι ωπισθοδρόμησαν· την δ' επαύριον περί το δειλινόν εφάνησαν οι εχθροί εκ νέου έξω της πόλεως ερχόμενοι διά των Αμπελοκήπων· αλλά κανονοβοληθέντες και εκ της ακροπόλεως και εκ των κανονοστασίων του κάτω τείχους ωπισθοδρόμησαν. Την δε υστεραίαν όλον το κατά το Καπανδρίτι στράτευμα κατέλαβε το μοναστήριον του Πετράκη, και τους κήπους των Πατησίων, των Σεπωλίων, και του Χασακή. Οι Έλληνες ενισχύθησαν την επιούσαν νύκτα εμβάντων εις την πόλιν 150 οπλοφόρων εκ Σαλαμίνος ελθόντων, και κατέλαβαν την 5 τον λόφον του Μουσείου, οι δε Τούρκοι την Πνύκα, την αγίαν Τριάδα και την αγίαν Μαρίναν· την νύκτα δε της 6 κατέλαβαν οι αυτοί και τον άγιον Αθανάσιον τον παρά τον ναόν του Θησέως. Την δε 10, εν ώ οι περί τον Κριεζώτην και Βάσσον ήσαν εστρατοπεδευμένοι εν Ελευσίνι, εφάνησαν αίφνης επερχόμενοι διά της οδού των Θηβών 2,000 εχθροί, πεζοί και ιππείς, υπό τον Ασλάμπεην. Οι Έλληνες άφησαν τα οχυρώματά των, προϋπήντησαν τους εχθρούς προς το Θριάσιον πεδίον, επολέμησαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν. Επανήλθαν οι εχθροί εις το πεδίον της μάχης και την επαύριον· αλλά και τότε απεκρούσθησαν. Την δε επιούσαν οι μεν πεζοί έκαυσαν την Μάνδραν και την Μαγούλαν, οι δε ιππείς υπήγαν πάλιν όπου επολέμησαν την προτεραίαν, αλλά καταπολεμηθέντες ετράπησαν, καταλιπόντες τας σκηνάς και αποσκευάς των, και την νύκτα επανέκαμψαν εις το στρατόπεδον κακώς έχοντες. Οι δε εκτός των Αθηνών εχθροί, ορμήσαντες την 11, εκυρίευσαν τον λόφον του Μουσείου, και ανήγειραν προμαχώνας. Την 12 εξήλθαν οι Έλληνες των τειχών υπό τον Γκούραν, και κατεδίωξαν τους εχθρούς μέχρι του μοναστηρίου του Πετράκη. Την αυτήν ημέραν ο συνεκστρατεύων υπό τον Κιουταχήν Μουχτάρμπεης Κιαφτέσης έγραψε τω γνωρίμω του Γκούρα, προτρέπων αυτόν να παραδώση την πόλιν και την ακρόπολιν εις αποφυγήν της αφεύκτου των εν αυταίς καταστροφής, και υποσχόμενος ωφελείας και τιμάς, αλλ' η πρότασις απερρίφθη. Την δε 13 εξορμήσαντες οι εν τη πόλει, εν οίς, και ο Μακρυγιάννης, και προσβαλόντες τους εχθρούς εφόνευσαν δύο· υπήγαν και εις τα αλώνια του Γερανίου, όπου ήτον ολίγος σίτος αναλώνιστος, και τον έκαυσαν· θέλων δε τις των εχθρών να σβέση, την φλόγα, συνεκάη. Την νύκτα επεχείρησαν οι εχθροί να καταλάβωσι την θέσιν του ναού του ολυμπίου Διός και οχυρωθώσιν υπό την υπεράσπισιν των στηλών του, αλλά τουφεκισθέντες απεμακρύνθησαν· την δε επαύριον εισήλθεν εις την πόλιν εκ Σαλαμίνος ο επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου διακριθείς υπονομοποιός Κώστας μετά 3 συνεργατών και 70 Αθηναίων. Την 15 παραφυλάξαντές τινες των Ελλήνων κατά τον ναόν του ολυμπίου Διός εφόνευσαν 2 ιππείς και επήραν τους ίππους των. Την αυτήν ημέραν εφάνη ανυψωμένον εχθρικόν κανονοστάσιον εν Γερανίω, και άλλο την ακόλουθον νύκτα κατά την αγίαν Μαρίναν· επετέθησαν δε τέσσαρα καζάνια, και έκτοτε ο πόλεμος εγένετο σοβαρώτερος. Την 16 ήλθεν ο Κιουταχής εκ Θηβών, όπου άφησε τρισχιλίους οπισθοφυλακήν, και εστρατοπέδευσεν εν Πατησίους· την αυτήν ημέραν σφοδρώς κανονοβολούντες οι εχθροί έρριψαν μέρος ενός των δύο δυτικών πύργων του τείχους· την επιούσαν έβλαψαν και τον άλλον πύργον, οι δε Έλληνες επεσκεύασαν την νύκτα τα βλαφθέντα μέρη· κατεσκεύασαν και έν κανονοστάσιον κατά την ενορίαν των αγίων Αναργύρων προσβάλλον το εν Γερανίω εχθρικόν. Την 31 έστειλαν οι εν Ελευσίνι κατά τον Πειραιά 7 στρατιώτας εις κατασκόπευσιν των εχθρών· αλλ' έπεσαν οι σταλέντες εις χείρας αυτών και είς εφονεύθη αμυνόμενος. Μαθών δ' εκ των συλληφθέντων ο Κιουταχής ότι οι έξωθεν Έλληνες έτοιμοι ήσαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν της πολιορκίας των Αθηνών, επεμελήθη να κυριεύση όσον τάχιον την πόλιν εξ εφόδου.
Το τείχος της πόλεως ήταν όλον ημελημένον και πολλαχού σαθρόν, είχε και πολλήν έκτασιν· ο δε ολίγος αριθμός των υπερασπιστών αυτού ήτον ως προς την έκτασιν δυσανάλογος. Εικοσιτέσσαρες πύργοι περιέκειντο, αλλ' οι πλείστοι άοπλοι, οι δε ένοπλοι δεν είχαν ειμή ανά έν κανόνι, και τούτο πολλάκις δύσχρηστον· διά τα αίτια ταύτα η πόλις ήτον ευάλωτος.
Αύγουστος Δύο ημέρας προ της εφόδου, ό εστι την 1 και 2 αυγούστου, έρριψαν οι εχθροί επί το τείχος όσας κανονίας δεν έρριψαν καθ' όλον το διάστημα της πολιορκίας, και κατηδάφισαν τόσα μέρη, ώστε δεν επρόφθαναν οι υπερασπισταί του να τα επισκευάζωσι. Το πρωί δε της 3 ώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αλαλάζοντες, επάτησαν την πόλιν διά των κατηδαφισμένων μερών, και μετά μικράν αντίστασιν την εκυρίευσαν όλην· 12 Έλληνες εφονεύθησαν, 30 επληγώθησαν, και 10 άνδρες και 40 γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν, όλοι δε οι λοιποί διεσώθησαν εις την ακρόπολιν. Την δε επαύριον κατέβησαν αίφνης τινές των εν τη ακροπόλει προς το ανατολικόν μέρος της πόλεως, εμβήκαν είς τινα οικίαν, την έκαυσαν, εφόνευσαν 13 και εζώγρησαν 5· εφονεύθησαν δε και 2 εξ αυτών και επληγώθησαν 8. Είς δε των ζωγρηθέντων Τούρκων ελέγετο ότι ήτον ο αρχιπυροβολιστής του εχθρικού στρατοπέδου, όστις και συμπαρελήφθη εν τω τάγματι των Ελλήνων πυροβολιστών.
Η δε κυβέρνησις, μαθούσα ότι ο Γκούρας εκλείσθη εν τη ακροπόλει, εφρόντισε ν' αντικαταστήση άλλον αρχηγόν των κατά την Ανατολικήν Ελλάδα στρατοπέδων. Τα όμματα πολλών των μελών της κυβερνήσεως έπεσαν εξ αρχής επί τον Καραϊσκάκην μεταβάντα εις Ναύπλιον μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου· τούτον συνίστα και η κοινή γνώμη ως τον αξιώτερον να διοικήση κατά την στερεάν Ελλάδα πολυάριθμον στράτευμα, και ν' ανεγείρη τα πεπτωκότα μέρη· αλλ' ανίκητος ενομίζετο η κατ' αυτού απέχθεια του προέδρου της κυβερνήσεως Ζαήμη δι’ άς καταδρομάς και περιφρονήσεις υπέφερε παρ' αυτού ο οίκος του επί του δευτέρου εμφυλίου πολέμου. Ο ανήρ όμως ούτος τόσην πατριωτικήν ανοχήν έδειξε προς τους εχθρούς του κινδυνευούσης της πατρίδος, ώστε γενομένου λόγου επί του κυβερνητικού συμβουλίου περί διορισμού γενικού αρχηγού, πρώτος αυτός εξεστόμισεν ότι ούτε αξιώτερον ούτε καταλληλότερον άλλον εθεώρει παρά τον Καραϊσκάκην. Επευφημησάντων δε όλων των μελών, μετεπέμφθη την επαύριον ο Καραϊσκάκης εις τον θαλασσόπυργον, και ο Ζαήμης λαβών πρώτος τον λόγον τω ανήγγειλε περιποιητικώ τω τρόπω ό,τι περί αυτού εβουλεύθη η κυβέρνησις την προτεραίαν. Κατενύχθη ο Καραϊσκάκης επί τοις λόγοις του προέδρου, απήντησε φιλοφρόνως και ευγνωμόνως, υπεσχέθησαν αμφότεροι παντελή λήθην των παρελθόντων και εναγκαλισθέντες εφιλήθησαν, και το φίλημά των δεν ήτο φίλημα Ιούδα. Συλλέξας δε ο νεοχειροτόνητος αρχηγός όσους εδυνήθη εν Ναυπλίω εξεστράτευσε μετά 600 την 19 Ιουνίου εις Ελευσίνα, όπου ήσαν ήδη τα τάγματα του Βάσσου, του Πανουργιά και του Κριεζώτη, και όπου διετάχθησαν να συνέλθωσι και άλλα άλλων οπλαρχηγών· εγένετο και πάσα φροντίς εις προμήθειαν τροφών, ων δεν εστερείτο η κυβέρνησις χάρις εις τον γενναίον φιλελληνισμόν των χριστιανικών λαών· επειδή δε πας φόβος εχθρικής αποβάσεως εις Σπέτσας και Ύδραν εξέλειψεν ήδη, διετάχθη και ο Φαβιέρος να συνεκστρατεύση εις στερεάν Ελλάδα.
Διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω αταξίαν έστησε προ μικρού ο φιλέλλην ούτος την σταθεράν διαμονήν του στρατού του εν τη κατά την Πελοπόννησον χερσονήσω των Μεθένων, και έφερεν εκεί όλας του τας αποθήκας, αφήσας δύο λόχους εις φρουράν του Ναυπλίου· επροτίμησε δε το μέρος εκείνο ως παραθαλάσσιον, ως μακράν των πολιτικών και στρατιωτικών θορύβων, και ως κείμενον εν μέσω Ύδρας, Αθηνών, Ναυπλίου και ισθμού της Κορίνθου· την φύσει δε οχυράν εκείνην θέσιν εδυνάμωσεν έτι μάλλον ανεγείρας επί των δύο λόφων του ισθμού της δύο οχυρωμάτια. Καθ’ άς δε ημέρας διετάχθη να εκστρατεύση, έφθασαν εις Μέθενα εκ Μασσαλίας 70 φιλέλληνες υπό τον Ιταλόν συνταγματάρχην Πίζαν· η δε γενναία συνδρομή της εν Παρισίοις φιλελληνικής Εταιρίας επρομήθευε πρό τινος καιρού όχι μόνον τα εις τροφήν του τακτικού στρατού αλλά και τα εις λοιπήν εξοικονόμησιν των ευρωπαίων εθελοντών επί τη προτροπή του κόμητος Δαρκούρτου, μέλους και αντιπροσώπου αυτής, επισκεφθέντος κατ' εκείνον τον καιρόν την Ελλάδα εις πλήρη και ακριβή γνώσιν των αναγκών αυτής. Υπό τοιαύτας αισίας περιστάσεις εδέχθη προθύμως ο Φαβιέρος την διαταγήν της κυβερνήσεως,
Αύγουστος και παραλαβών το α' και το β' των ταγμάτων εκ χιλίων ανδρών, τον υπό τον Πίζαν λόχον των φιλελλήνων, 70 ιππείς ανίππους, και 4 ορεινά κανόνια, εξεστράτευσεν αρχομένου του αυγούστου εις Ελευσίνα, όπου ηύρεν εστρατοπεδευμένους 2500 ατάκτους υπό διαφόρους και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καραϊσκάκη. Το εσπέρας δε της 5 ανεχώρησαν όλοι και έφθασαν περί το μεσονύκτιον εις Χαϊδάρι, και άλλοι μεν κατέλαβαν τον εκεί περιτετοιχισμένον κήπον κείμενον εν μικρά τινι κοιλάδι και μίαν ήμισυ ώραν απέχοντα των Αθηνών, άλλοι δε εχαρακώθησαν επί των δεξιόθεν και αριστερόθεν του κήπου λόφων· το δε τακτικόν ηυλίσθη εκ δεξιών του κήπου έχον κατά μέτωπον την πόλιν και όπισθεν το όρος.
Την 6, ανατέλλοντος του ηλίου, επρόκυψαν εκ του ελαιώνος δισχίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, έλκοντες δύο κανόνια ελαφρά· και οι μεν πεζοί και οι πλείστοι των ιππέων προσέβαλαν τα εξ αριστερών του κήπου χαρακώματα, όπου ήσαν τα τάγματα του Κριεζώτου, του Περραιβού, του Στέφου, και το των Επταννησίων· τινές δε υπήγαν προς τα εκ δεξιών. Έδραμε κατά των επί τα αριστερά πεσόντων τα α' τάγμα, ετράπησαν μετά μικράν αντίστασιν οι εχθροί και ηρπάγησαν και τα πολεμεφόδιά των· έδραμε και ο λόχος των φιλελλήνων κατά των προς τα δεξιά εχθρών και τόσον επροχώρησεν, ώστε ευρέθη μόνος πολεμών προς τριπλασίους· αλλά διά της περί τον πόλεμον εμπειρίας του, διά της καρτεροψυχίας του και διά του ακαταπαύστου πυρός, απέκρουσεν ευτυχώς τας επανειλημμένας προσβολάς των εχθρών, και τους έτρεψε μετ' ολίγον εις φυγήν, ελθόντων δύο λόχων του β' τάγματος εν τη ακμή της μάχης. Εθάρρυνεν η επιτυχία αύτη τον τακτικόν στρατόν, και ο Φαβιέρος, θεωρήσας αρμόδιον τον καιρόν εις συγκρότησιν γενικής μάχης, διέταξεν όλους τους υπό την οδηγίαν του να καταβώσιν εις την πεδιάδα, και βαδίσωσι κατευθύ προς την πόλιν· παρήγγειλε δε και τω Καραϊσκάκη να διατάξη τους ατάκτους να συνακολουθήσωσιν· αλλά, τούτου μη συγκατατεθέντος, είτε διότι εθεώρει το κίνημα παράτολμον, είτε διότι ήξευρεν ότι οι άτακτοι δεν συνηκολούθουν ως μη έχοντες την έξιν του μάχεσθαι εν τοις πεδίοις πεζοί προς ιππείς, ηναγκάσθη να οπισθοδρομήση. Οι Έλληνες επήραν την ημέραν εκείνην δύο σημαίας και εφόνευσαν και επλήγωσάν τινας· εφόνευσαν και ένα των αξιωματικών του ιππικού και ήρπασαν τον ίππον του· εφονεύθησαν δε και 8 εξ αυτών, και επληγώθησαν 20, εν οίς 5 φιλέλληνες· εθλάσθησαν και οι άξονες των δύο υποστατών και εστάλησαν εις Σαλαμίνα προς επισκευήν. Την αυτήν ημέραν επρόβαλεν ο Καραϊσκάκης να μεταφέρωσι τον στρατόν εις Πειραιά προς ευχερεστέραν προμήθειαν διά θαλάσσης πολεμεφοδίων και τροφών· αλλ' ο Φαβιέρος αντέτεινε λέγων, ότι ο σκοπός της εκστρατείας ήτο να λύσωσι την πολιορκίαν, και όχι να χρονοτριβώσι στρατοπεδεύοντες μακράν των εχθρών, και αμυνόμενοι μάλλον ή βλάπτοντες· αντεπρόβαλε δε να κινηθώσι την επαύριον επί τους εχθρούς· αλλ' η γνώμη του δεν έγεινε δεκτή, και αναγκασθείς να ενδώση διέταξε τους συν αυτώ να κινήσωσι το μεσονύκτιον· αλλά δύο εκ της ακροπόλεως, διαφυγόντες την προσοχήν των εχθρών, ήλθαν εις το στρατόπεδον προ του μεσονυκτίου αναγγέλλοντες ότι οι Τούρκοι ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσιν. Η αγγελία αύτη ανέτρεψε το σχέδιον της εις Πειραιά μεταβάσεως του στρατού. Η 7 του μηνός διήλθεν απόλεμος, μη φανέντος του εχθρού, όχι διότι ητοιμάζετο ν' αναχωρήση, αλλά διότι ανεμένετο ο Καρύστιος Ομέρ-πασας προ μικρού απελθών εις Εύβοιαν, όστις και έφθασε την αυτήν εσπέραν μεθ' ικανών ιππέων. Την δε επαύριον το πρωί εφάνη ο Κιουταχής ερχόμενος προς το Χαϊδάρι μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων. Ο Φαβιέρος έστειλε πάραυτα το α' τάγμα και τους ανίππους ιππείς έλκοντας τα δύο σώα κανόνιά του εις κατάληψιν ομαλού τινος και επιμήκους λόφου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν ούτοι αφ' ενός, ανέβαιναν αφ' ετέρου και οι εχθροί ιππείς· το δε εν μέσω ύψος του λόφου εμπόδιζε τους αναβαίνοντας να ίδωσιν αλλήλους, ώστε αφίχθησαν και οι μεν και οι δε εις την κορυφήν του λόφου μηδαμώς προσδοκώντες να συναπαντηθώσι.
Πρώτοι δ' επυροβόλησαν οι τακτικοί και εφόνευσάν τινας, αλλ' ο εις τετράγωνον σχηματισμός αυτών, καθ' όν έν μόνον μέτωπον έβλεπε τους εχθρούς, τοις ήτον επιβλαβής· συνέβη δε και το δυστύχημα να πληγωθή ο διοικών το τάγμα Ροβέρτος, Γάλλος, και να θλασθώσιν οι άξονες των υποστατών· τα συμβάντα ταύτα επροξένησαν δειλίαν και αταξίαν εις το τάγμα, το τετράγωνον διερράγη, και οι εχθροί εισεχώρησαν διά των κενών· αλλά δραμόντες οι του β' τάγματος και οι περί τον Καραϊσκάκην και Κριεζώτην, έστησαν την ορμήν των εχθρών και επροφύλαξαν το κινδυνεύον τάγμα από του παντελούς αφανισμού του· 38 στρατιώται και είς των τυμπανιστών εφονεύθησαν και ηχμαλωτίσθησαν. Ο εχθρός, κυριεύσας τον λόφον όλον, εχαράκωσε την κορυφήν του, και διαιρέσας τας δυνάμεις του έρριψε την μεν ιππικήν και μικρόν μέρος της πεζικής επί το οχύρωμα του Στέφου και του Περραιβού, όπου και ο Λέκκας, όλην δε την άλλην πεζικήν προς τον μεταξύ του οχυρώματος τούτου και του όρους λόφον, όν κατείχεν ο Κριεζώτης· και οι μεν περί τον Στέφον, Περραιβόν και Λέκκαν αντέκρουσαν τους εφορμήσαντας και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε κινηθέντες προς τον λόφον, ευρόντες τα κάτω ανώχυρα, επροχώρησαν μέχρι της κορυφής αυτού· αλλ' εκεί φθάσαντες ηύραν πολλήν αντίστασιν, και δις εφορμήσαντες απεκρούσθησαν· τόσον δε εκ του σύνεγγυς εμάχοντο, ώστε, αντί να τουφεκοβολώνται, επετροβολούντο και διεξιφίζοντο. Ετράπη μετ' ολίγον επί τους Έλληνας και το αποκρουσθέν εκ του άλλου οχυρώματος ιππικόν, και ο κίνδυνος αυτών ηυξήθη, και η θέσις όλου του ελληνικού στρατοπέδου κατέστη επισφαλής, διότι, αν υπερίσχυαν οι εχθροί και εκυρίευαν τον λόφον όλον, θα κατελάμβαναν και τα νώτα του στρατοπέδου. Ταύτα παρατηρήσας ο Φαβιέρος έστειλε προς τον λόφον τα δύο τάγματα και τους φιλέλληνας· ώρμησαν και οι γενναίως ανθιστάμενοι επί του λόφου άτακτοι, και ούτως οι εχθροί πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν· μετά ταύτα, τα δύο στρατόπεδα περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς. Πολεμικού δε συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη το μεν τακτικόν να καταλάβη τον κήπον και τα χαρακώματα, οι δε άτακτοι να πέσωσι μετά την δύσιν του ηλίου εις το επί του λόφου εχθρικόν χαράκωμα. Ελθούσης της ώρας, οι μεν άτακτοι εξήλθαν του κήπου και των χαρακωμάτων και εισήλθαν οι τακτικοί αλλ' αντί να κινηθώσιν οι άτακτοι προς τον λόφον, υπεχώρησαν προς το όρος φοβηθέντες και απειθήσαντες εις τας διαταγάς των αρχηγών. Οι εχθροί, βλέποντες τα κινήματα των Ελλήνων και την υποχώρησιν των ατάκτων, περιέκλεισαν τον κήπον. Εφοβήθησαν οι τακτικοί ιδόντες εαυτούς απροσδοκήτως εν μέσω πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού, ετράπησαν εις φυγήν, και καλή τύχη εξ αιτίας του σκότους και του μεταξύ του κήπου και του όρους μικρού διαστήματος διεξέφυγαν την παντελή καταστροφήν των. Ολίγοι εξ αυτών εφονεύθησαν, αλλά πολλοί αδύνατοι στρατιώται αποπλανηθέντες εξ αιτίας του σκότους συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο χαριέστατος και πεπαιδευμένος λοχαγός του πυροβολικού Ίβος, καί τινες πυροβολισταί φιλοτιμούμενοι να σώσωσι τα κανόνιά των^ συνελήφθη και ο Χατσή-Λάμπρος Κορομηλάς· οι πλείστοι δε του στρατού έχασαν τα σκεύη των· έμειναν και 20 περίπου πληγωμένοι εκ των διαφόρων σωμάτων εντός του εν τω κήπω πύργου και έγειναν και αυτοί, ως και οι λοιποί οι συλληφθέντες, θύματα της ωμότητος των εχθρών (α). Μεσούσης δε της νυκτός, έφθασαν τακτικοί και άτακτοι εις Ελευσίνα· φοβηθέντες δε μήπως οι εχθροί τους καταδιώξωσι και εκεί, μετέβησαν όλοι την επαύριον, εκτός των περί τον Καραϊσκάκην και τον Κριεζώτην, εις Σαλαμίνα κακώς έχοντες.
Εκείνας τας ημέρας ελλιμένιζεν έξωθεν του Πειραιώς η γαλλική ναυαρχίς. Την επαύριον της μάχης του Χαϊδαρίου υπήγαν εις επίσκεψιν του ναυάρχου Δεριγνή ο Κιουταχής και ο Ομέρ-πασας. Κατόπιν αυτών υπήγε και ο Καραϊσκάκης. Ο ναύαρχος, αφ' ού τον υπεδέχθη, τον ωδήγησεν ενώπιον των πασάδων καθημένων επί του καταστρώματος. Εξεπλάγη και ο Καραϊσκάκης ευρεθείς απροσδοκήτως εν παρουσία των πασάδων, εξεπλάγησαν και οι πασάδες ευρεθέντες απροσδοκήτως εν παρουσία του Καραϊσκάκη. Ο Καραϊσκάκης τους εχαιρέτησε και εκάθησεν· εκείνοι δε τον αντεχαιρέτησαν αγερώχως κλίναντες απλώς τας κεφαλάς των και μη ανεγερθέντες. Η συνομιλία έγεινεν αλβανιστί. Ο Κιουταχής επέπληξεν ευμενεί τω τρόπω τον Καραϊσκάκην ως απιστήσαντα προς την Πύλην, και τω είπεν ότι, αν επροσκύνει, θα τω έδιδε το λαμπρότερον καπιτανάτον. «Ότε σ' εζήτησα», απεκρίθη ο Καραϊσκάκης, «καπιτανάτον, δεν εισηκούσθην· έκτοτε απεφάσισα να το κερδίσω διά της σπάθης μου, και, Θεού θέλοντος, θα το κερδίσω»· εμειδίασεν ο Κιουταχής και εσιώπησεν. Οι πασάδες ανεχώρησαν από της ναυαρχίδος πρώτοι· απέμεινε δέ τις Αλβανός, όστις επανέλαβεν εξ ονόματος του Κιουταχή προς τον Καραϊσκάκην ιδιαιτέρως ως γνώριμός του όσα τω είπεν ο Κιουταχής παρρησία, αλλά και ούτος ήκουσεν όσα και ο αυθέντης του· η συνέντευξις αύτη των πασάδων και του Καραϊσκάκη έλαβε χώραν κατά συγκυρίαν.
Μετά δε την εν Χαϊδαρίω αποτυχίαν, οι πλείστοι των εν τη ακροπόλει υπομισθίων του Γκούρα, φοβούμενοι τα δεινά μακράς και στενής πολιορκίας, βουλήν έβαλαν να δραπετεύσωσι διά νυκτός παρά γνώμην του φρουράρχου. Ειδοποιηθείς ούτος περί τούτου και θέλων να τους εμποδίση, ανήγγειλε τοις εχθροίς άνωθεν μεγαλοφώνως την μελετωμένην έξοδον, και οι στρατιώται φοβηθέντες μη πέσωσιν εις χείρας αυτών γρηγορούντων εμποδίσθησαν· αλλά δράξαντές τινες αυτών άλλην ευκαιρίαν εδραπέτευσαν, και έτοιμοι ήσαν να δραπετεύσωσι και πολλοί άλλοι. Ένεκα τούτου, εδειλίασε και αυτός ο Γκούρας, και παρήγγειλε μυστικώς να σταλώσι πλοία εις τους τρεις πύργους προς μετακόμισιν όλων των πολιορκουμένων, αν η ανάγκη το εκάλει. Είπαμεν, ότι πλήθη γυναικών και παιδίων εκλείσθησαν εν τη ακροπόλει επί της κυριεύσεως της πόλεως. Εξ αυτών απεπέμφθησαν την νύκτα της 12 ασφαλώς εις Σαλαμίνα 300, συναπεπέμφθησαν καί τινες άχρηστοι άνδρες· ώστε λήγοντος του αυγούστου δεν ήσαν έγκλειστοι ειμή 800 ένοπλοι Αττικοί, 250 ακόλουθοι του φρουράρχου, 80 ακόλουθοι των άλλων οπλαρχηγών, και 500 γυναίκες και παιδία, όλοι ψυχαί 1630· ήσαν και ενός έτους τροφαί, αλλ' ολίγα πολεμεφόδια· έκειντο δε επί των τειχών 14 κανόνια και 3 βομβοβόλοι.
Οι δ' εχθροί, ανεγείραντες επί του λόφου του Μουσείου πυροβολοστάσιον και επιθέσαντες κανόνα@ και βομβοβόλους, ώρμησαν σωρηδόν την 15 μετά το δειλινόν ίνα κυριεύσωσι τον υπό την ακρόπολιν ναόν του αγίου Γεωργίου. Τον ναόν τούτου κατείχαν Έλληνες, οίτινες προϊδόντες το συμβάν τον υπενόμευσαν^ επί σκοπώ δε ν' απατήσωσι τους ορμήσαντας εχθρούς των και τους φέρωσιν εντός αυτού θαρραλέους, υπεκρίθησαν αντίστασιν, ετουφέκισαν ικανήν ώραν και μετά ταύτα υπεχώρησαν ως μη δυνάμενοι δήθεν να τον υπερασπίσωσιν. Οι εχθροί απατηθέντες εμβήκαν οι μεν εις τον ναόν, οι δε εις τας πέριξ οικίας, και αίφνης ανετράπη ο ναός, συνανετράπησαν και αι οικίαι, και συναπωλέσθησαν πάμπολλοι εχθροί· επληγώθησαν δε και 15 Έλληνες, εξ ών είς απέθανεν. Οι εχθροί έπαθαν μετ' ολίγας ημέρας άλλην βαρείαν βλάβην· έμαθεν ο εν Ελευσίνι στρατοπεδεύων Καραϊσκάκης ότι 500 εφύλατταν κατά τα Σκούρτα επί των μεθορίων της Βοιωτίας και Μεγαρίδος αποτεταμιευμένας τροφάς, και απέστειλε την 23, 1200 υπό τον Γεώργην Χελιώτην. Ο οπλαρχηγός ούτος εξετέλεσεν ευτυχώς τα της αποστολής του· επιπεσών αιφνιδίως εφόνευσεν ικανούς, διεσκόρπισε τους λοιπούς, ελαφυραγώγησε, και την επαύριον έφερεν εις Ελευσίνα ολόκληρα ποίμνια και αγέλην ημιόνων.
Εκείνας τας ημέρας έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων επίσημός τις αναφορά του Κιουταχή προς τον αρχιβεζίρην, και ιδιόχειρος επιστολή αυτού πρός τινα Αλήαγαν@, ο εστί προς τον σουλτάνον καλυπτόμενον, κατά την κοινήν γνώμην, υπό το όνομα τούτο. Έλεγε δε η αναφορά, ότι το φρούριον των Αθηνών, ωκοδομημένον εφ' υψηλής και τραχείας πέτρας, ούτε υπόνομον υπεδέχετο ούτε έφοδον εφοβείτο· ότι πολυάριθμα στρατεύματα των απίστων συνηθροίσθησαν κατά τον ισθμόν, και 20 και 30 πλοία των περιέπλεαν· ότι δεν ευκαίρει να εφορεύη τα της πολιορκίας των Αθηνών, και αναγκαίον εθεώρει να παρευρίσκεται πάντοτε τολμηρός και εμπειροπόλεμος βεζίρης οποίος ο Καρύστιος Ομέρ-πασας· ότι επεσκεύασε δέκα μύλους πέριξ των Αθηνών, και ηναγκάζετο εις φύλαξιν αυτών να διατηρή ανά 80 και 100 στρατιώτας, και ότι ητοίμασεν επτά σχεδόν χιλιάδων εκλεκτόν στρατόν εις αποστολήν προς τον ισθμόν της Πελοποννήσου, αλλά δεν τον έστειλεν εισέτι δι' έλλειψιν τροφών.
Εψεύδετο ο Κιουταχής λέγων ότι ηναγκάζετο να διατηρή ιδιαιτέρας φρουράς εις φύλαξιν των μύλων, διότι ούτοι ήσαν τόσον πλησίον του στρατοπέδου, ώστε δεν είχαν χρείαν ιδίας φρουράς· δεν επεσκεύασε δε ειμή πέντε· ουδέ περιέπλεαν 20 και 30 πλοία κατ' εκείνα τα νερά, αλλά 3 μόνον.
Η δε ιδιαιτέρα του επιστολή, δι' ής απεκάλει τον άγνωστον Αλήαγαν «ζωοποιόν του αυθέντην», επανελάμβανε τα αυτά, και έλεγεν εν τέλει, ότι αναγκαιοτάτην εθεώρει την σύμπραξιν άλλου βεζίρη, όπως δυνηθή αυτός να προκαταλάβη τα προς τον ισθμόν στενά, εν όσω το εμπειροπόλεμον στράτευμα της στερεάς Ελλάδος ευρίσκετο εν Πελοποννήσω εξ αιτίας του κατά την Κόρινθον επικρατούντος εμφυλίου πολέμου· διότι, αν εξήρχετο και αυτό εις ενίσχυσιν του τακτικού, εματαιούντο όλοι οι κόποι του, εκινδύνευαν τα στρατεύματά του, και ουδείς θα διέμενε ραγιάς· αν δε διετηρείτο η στερεά Ελλάς υποτεταγμένη, υπέσχετο να εξουσιάση την Πελοπόννησον εντός δύο μηνών.
Εν τούτοις, δεν έπαυεν ο Κιουταχής να στενοχωρή τους εν τη ακροπόλει κανονοβολών και βομβοβολών καθ' ημέραν. Εξαιτίας της οχυράς θέσεώς της οι έγκλειστοι δεν εφοβούντο έφοδον· εβλάπτοντο όμως κανονοβολούμενοι και βομβοβολούμενοι διά το πετρώδες έδαφος και την στενήν περιφέρειάν της· εφοβούντο δε κυρίως την αφαίρεσιν των εν τω παρατειχίσματι πηγαδίων και της επί του Οδυσσέως ανακαλυφθείσης πηγής· διά τούτο προσείχαν εις φύλαξιν αυτών, και ιδόντες τους εχθρούς ανοίγοντας τάφρον εις κατασκευήν υπονόμων υπό το παρατείχισμα επέπεσαν την 26, τους απεδίωξαν, ήρπασαν τους επενδύτας και τα εργαλεία των και επανήλθαν εις την ακρόπολιν. Επίμονοι οι εχθροί εις τον σκοπόν των επανέλαβαν τας υπονομικάς εργασίας των, έσκαψαν βαθείαν τάφρον αρχομένην από των προπόδων του Αρείου πάγου και εκτεινομένην προς την μεσημβρινήν πλευράν του παρατειχίσματος και ήνοιξαν και τρεις υπονόμους υπό το θέατρον του Ηρώδου·
Σεπτέμβριος αλλ' οι περί τον Μακρυγιάννην, οι φυλάσσοντες το παρατείχισμα, έτρεψαν την νύκτα της 13 σεπτεμβρίου τους εργαζομένους εις φυγήν, ένωσαν την τάφρον, κατέστρεψαν τας υπονόμους, εφόνευσαν και εζώγρησάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια φέροντες τα προς μετακόμισιν χωμάτων καλάθια των εργαζομένων. Είς των Ελλήνων εφονεύθη και είς επληγώθη, όστις απέθανε μετ' ολίγας ημέρας. Την νύκτα δε της 17 οι Τούρκοι ώθησαν εις κυρίευσιν της πηγής και απεκρούσθησαν· την δε 19 ανέκτησαν την τάφρον όθεν απεδιώχθησαν την 13· αλλ' ο προσεκτικός και άοκνος υπονομοποιός Κώστας προείδε την συμβάσαν ανάκτησιν της θέσεως εκείνης, και προλαβών διώρθωσε μίαν των καταστραφεισών υπονόμων, ενέθεσε πυρίτιδα και την εσκέπασεν ώστε δεν εφαίνετο· προς δε το μεσονύκτιον, καθ' ήν ώραν ειργάζοντο οι εχθροί ανοίγοντες την παραχωθείσαν τάφρον, μετέδωκε το πυρ διά τινος αφανούς αγωγού και κατέστρεψε και τους εργάτας και τους φυλάττοντας αυτήν· εκραγείσης δε της υπονόμου έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς και τους απεμάκρυναν· θα εκυρίευαν δε και τα πλειότερα πυροβολοστάσια αυτών, αν η λειποταξία τινών των περί τον Γκούραν δεν έβαλλεν εις αταξίαν τους λοιπούς. Εν τοσούτω, και η προλαβούσα και η εσχάτη αύτη λειποταξία αποκατέστησαν απολύτως αναγκαίαν την εις την ακρόπολιν είσοδον άλλων στρατιωτών.
Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου διωργανίσθη εκ νέου σώμα των Επταννησίων, και αρχηγός ανηγορεύθη ο εν τη ακροπόλει ιθακήσιος Ευμορφόπουλος. Ούτος και ο Γκούρας έγραψαν τη επιτροπή των Επταννησίων και τη κυβερνήσει επικαλούμενοι την εις την ακρόπολιν ταχείαν άνοδον του σώματος τούτου, εξαπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν και τον συναγωνιστήν των και συγγενή του Γκούρα Μαμούρην. Οι Επταννήσιοι υπήκουσαν προθύμως, και συνοδευόμενοι υπό τινων Μεγαρέων και άλλων απέβησαν την 12 είς τι μέρος της Αττικής κατά την Αλικήν, και οδοιπορούντες υπό την οδηγίαν του Μαμούρη έφθασαν πλησίον της ακροπόλεως, αφ' ού ενύκτωσεν· αλλ' οι συνοδοιπόροι των, δειλιάσαντες καθ' οδόν, δεν συνακαλούθησαν· κατέλαβε δε τους Επταννησίους και το φως της σελήνης, διά τούτο μετέβησαν αυτονυκτί εις Καράν αναβαλόντες εις την ακόλουθον νύκτα την εις την ακρόπολιν άνοδον· αλλ' ιδόντες εκείθεν τα χαρακώματα των εχθρών, νομίσαντες το μέρος δι' ού έμελλαν να εισέλθωσιν αδιάβατον, και υποπτεύσαντες ότι τους είδαν οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν την επελθούσαν νύκτα προς το μέρος όπου απέβησαν, και, ευρόντες εκεί τους καθ' οδόν εγκαταλιπόντας αυτούς συνοδοιπόρους, επέρασαν όλοι την 14 εις Σαλαμίνα, όπου συμπαρέλαβαν 120 Στερεοελλαδίτας, προς 100 και 150 γρόσια στρατολογηθέντας, εμβήκαν όλοι, ως 250, υπό την οδηγίαν του Μαμούρη εις το πλοίον του Χατσή-Αλεξανδρή, και απέπλευσαν εξ Αμπελακίων την 27 περί την γ' ώραν της νυκτός· συνέπλεαν δε και οι περί τον Κριεζώτην, σκοπεύοντες να προστατεύσωσι την απόβασιν αυτών, αν παρενέπιπτέ τι πρόσκομμα. Την η' ώραν έφθασαν παρά την Μουνυχίαν, όπου μη ευρόντες εχθρόν απέβησαν ανεμπόδιστοι· χωρισθέντες δε από των περί τον Κριεζώτην, μεινάντων επί του πλοίου, ώδευσαν προς το φρούριον. Έν τέταρτον της ώρας μακράν αυτού ιδόντες οι προπορευόμενοι ικανούς ιππείς βαδίζοντας την αυτήν οδόν παρεμέρισαν και έπεσαν κατά γης· διέβησαν μετ' ολίγον την αυτήν οδόν και άλλοι εχθροί· υπό το σκότος δε της νυκτός ούτε οι πρώτοι ούτε οι δεύτεροι είδαν τους προς την ακρόπολιν οδεύοντας· αλλ' ούτοι φοβηθέντες εστράφησαν, οι μεν οπισθοδρομούντες εις τον τόπον της αποβάσεώς των, οι δε αναβαίνοντες τον Υμηττόν. Οι Τούρκοι, νοήσαντές τους εκ της ποδοβολής, τους κατεδίωξαν σποράδην, διαρκούσης της νυκτός· ημέρας δε γενομένης, εφάνησαν οι πλείστοι των φυγόντων προς το παραθαλάσσιον, ανακαλούντες διά σημείων το απάραν ήδη πλοίον και φέρον τους περί τον Κριεζώτην. Το πλοίον επανέπλευσε και παρέλαβε τους επί του παραθαλασσίου σώους· εκ δε των λοιπών, επτά εκλείσθησαν εν τη προς τους τρεις Πύργους μικρά εκκλησία, και εξ αυτών οι έξ απωλέσθησαν· ο δε έβδομος, ο Ανδρέας Κόνταρης, ριφθείς εις την θάλασσαν γυμνός, διεσώθη εις το πλοίον. Περιφερόμενοι οι εχθροί επορεύθησαν και προς την Αλικήν εις ανίχνευσιν άλλων, και ηύραν επί νησιδίου πλησίον της ξηράς 22. Ούτοι οχυρωθέντες επολέμησαν θαρραλέως και ευτυχώς δι' όλης της ημέρας· νυκτός δε γενομένης, ήλθαν τινες των εν τω πλοίω επί δύο λέμβων και τους έσωσαν· αφ' ού δε οι μη εκτελέσαντες το σκοπούμενον συνήχθησαν εις Σαλαμίνα ευρέθησαν 30 ολιγώτεροι. Τοιουτοτρόπως απέτυχεν η εις ενίσχυσιν της φρουράς της ακροπόλεως δευτέρα αύτη απόπειρα· οι δε έγκλειστοι, εν ώ εζήτουν έξωθεν βοήθειαν, έπαθαν αίφνης το εξής πάθημα.
Την 30 σεπτεμβρίου διενυκτέρευεν ο Γκούρας έξω του παρατειχίσματος παρατηρών τα κινήματα των εχθρών, εμποδίζων την επικρατούσαν λειποταξίαν των στρατιωτών, και τουφεκίζων εκ διαλειμμάτων τα πλησίον εχθρικά χαρακώματα. Τουφεκίσαντος δε προς το μεσονύκτιον, εχθρός τις οδηγηθείς υπό του εν τη εστία αναλάμψαντος πυρός, μη διαδοθέντος και εντός του σωλήνος, εσφαιροβόλησε τον Γκούραν εις τον μήλιγγα και τον έρριψε νεκρόν· οι δε περί αυτόν στρατιώται μετεκόμισαν το σώμα του αταράχως εντός του παρατειχίσματος, και το πρωί το ανεβίβασαν εις την ακρόπολιν και το έθαψαν έμπροσθεν του παρθενώνος, αφ' ού ετελέσθησαν τα νενομισμένα. Η γυνή του έδειξεν επί τω θανάτω του και φρόνησιν και γενναιότητα· ιδούσα τους στρατιώτας κλαίοντας, «Τι κλαίετε»; τοις είπε, «σεις εθανατώσατε τον άνδρα μου λειποτακτούντες· αν σας τύπτη τα συνειδός ως αιτίους της χηρείας μου, αλλάξατε διαγωγήν, και μη θελήσετε να φονεύσετε και την γυναίκα του τα αυτά πράττοντες»· κατενύχθησαν οι παρεστώτες επί τοις λεγομένοις, ωρκίσθησαν επί του Ευαγγελίου και της εικόνος του Χριστού να φυλάξωσι πίστιν εις την γυναίκα του αρχηγού των μαχόμενοι, και ετήρησαν τον όρκον των. Καθ' όλον δε το διάστημα της πολιορκίας της πόλεως και της ακροπόλεως μέχρι του θανάτου του Γκούρα ερρίφθησαν υπό μεν των πολιορκούντων 6325 κανονόσφαιραι και βόμβαι, υπό δε των πολιορκουμένων 1191· οι δ' εντός της ακροπόλεως φονευθέντες εν τω διαστήματι τούτω ελογίσθησαν εκατόν.
Έχοντες δε πάντοτε κατά νουν οι πολιορκηταί την αφαίρεσιν του νερού, εμελέτησαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την έμπροσθεν της πηγής οχυρωθείσαν θέσιν του Λεονταρίου, και οι Αλβανοί ανεδέχθησαν τον αγώνα. Οι Έλληνες υπώπτευσαν το μελετώμενον και υποσκάψαντες υπόνομον την προετοίμασαν εις έξαψιν καθ' ήν στιγμήν θα επάτουν την θέσιν εκείνην οι εχθροί.
Οκτώβριος Πριν δ' εξημερώση η 6 Οκτωβρίου, ώρμησαν οι Αλβανοί, προηγουμένου εφίππου του φρουράρχου των Αθηνών. Προθέμενοι οι Έλληνες να παγιδεύσωσι τους εχθρούς απεμακρύνθησαν μετά μικράν αντίστασιν, βαλόντες πυρ εις την υπόνομον· αλλ' υγρανθείσης της πυρίτιδος εκ της πολυκαιρίας, η υπόνομος δεν εξερράγη· οι δ' Έλληνες, κυλίοντες βόμβας, ηνάγκασαν τους εχθρούς να εγκαταλείψωσι την θέσιν εκείνην, διότι διαρρηγνύμεναι προ των ποδών αυτών εθανάτωσάν τινας, εν οίς και τον φρούραρχον. Μετά την αποτυχίαν ταύτην απεφάσισαν οι αρχηγοί να επιχειρήσωσι δι' εφόδου την άλωσιν του παρατειχίσματος, και υπεσχέθησαν πλουσίας αμοιβάς τοις προαιρουμένοις ν' αναδεχθώσι την ανάβασιν· την ανεδέχθησαν οι Γκέγκαι μυκτηρίζοντες τους Αλβανούς ως αναξίους φανέντας εις κυρίευσιν του Λεονταρίου· αφ' ού δε ητοιμάσθησαν, ώρμησαν αίφνης την 7 περί την δ' ώραν, εκυρίευσαν έν των πλησίον του παρατειχίσματος οχυρωμάτων και κατέλαβαν και το στόμα υπονόμου τινός, καθ' ήν ώραν συνέπεσε να ενευρεθή ο υπονομοποιός Κώστας επιτηρών την κατασκευήν της. Ιδών δε ο το παρατείχισμα φυλάττων Μακρυγιάννης τον κίνδυνον του υπονομοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του παραλαβών τους περί αυτόν Αθηναίους. Εξήλθαν μετ' ολίγον καί τινες άλλοι, και συγκροτήσαντες δίωρον μάχην, κανονοβολούντων και βομβοβολούντων και των εν τη ακροπόλει, απεδίωξαν τους εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιμον συναγωνιστήν των. Επιμένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν· αλλ' οι Έλληνες, κρεμώντες άνωθεν βόμβας, αναμμένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας εμπρηστικάς ύλας, έβλαψαν πολλούς και ηνάγκασαν τους λοιπούς, ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δρομαίοι· τέσσαρες αυτών έπεσαν επί της εξόδου των^ οι δε φιλέκδικοι Αλβανοί, οι ονειδισθέντες έτι τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία, βλέποντες άνωθεν του Μουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις συμπάθειαν, εκάγχαζαν εμπαίζοντές τους. Πολλαί βόμβαι και κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ημέραν εκείνην επί την ακρόπολιν, δέκα Έλληνες εφονεύθησαν και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο Μακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Την δε επιούσαν νύκτα ήναψεν ο Κώστας την υπόνομον, εν ή ευρέθη επί της εφόδου, ώρμησαν οι Έλληνες μετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την ημέραν εκείνην.
Εν ώ δε οι εν τη ακροπόλει ηγωνίζοντο ευτυχώς τον αγώνα τον καλόν και ερριψοκινδύνευαν, τα ελληνικά στρατεύματα εκάθηντο αργά τήδε κακείσε, και οι αρχηγοί των εφιλονείκουν ανοήτως προς αλλήλους· τινές δε αυτών, οι αφρονέστεροι, υπεστήριζαν τον εν τη επαρχία της Κορίνθου εκραγέντα αισχρόν πόλεμον. Εις διατήρησιν της ακροπόλεως εχρειάζετο απαραιτήτως να εισέλθη νέα δύναμις· αλλά δις εματαιώθη η απόπειρα της εισόδου των Επταννησίων, διότι η περιφρουρούσα την ακρόπολιν εχθρική γραμμή εφαίνετο αδιάσπαστος. Έπρεπε ν' αναγκασθή ο Κιουταχής δι' άλλων αλλού κινημάτων των Ελλήνων να ολιγοστεύση την εκεί παραφυλάττουσαν πολλήν δύναμιν, ώστε να δυνηθώσιν οι Έλληνες να εισδύσωσιν. Εθεώρησε και ο Φαβιέρος αρμόδιον τον καιρόν εκείνον να πέση εξ απροόπτου εις Θήβας, όπου εφέδρευαν πάντοτε εχθροί. Διά τον διττόν τούτον σκοπόν απεφασίσθη τα στρατεύματα να κινηθώσι, και ο μεν Φαβιέρος, παραλαβών τα δύο τάγματα εκ 1000 στρατιωτών, τας δύο ίλας εξ 80 ιππέων, τον λόχον του πυροβολικού εξ άλλων τόσων κανονοβολιστών, τον λόχον των φιλελλήνων και 4 κανόνια ελαφρά, μετέβη εις Μέγαρα, συμπαρέλαβε και άλλους 600 ελαφρούς υπό τον Καλλέργην και τον Στέφον, και αναχωρήσαντες όλοι εκείθεν έφθασαν την νύκτα της 9 εις Ασωπόν ποταμόν, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως των Θηβών. Μετά δύο ημέρας εξεστράτευσαν και οι περί τον Καραϊσκάκην προς αντιπερισπασμόν των περί την ακρόπολιν εχθρών, και φθάσαντες περί την ε' ώραν της νυκτός κάτωθεν του Μενιδίου ετουφέκισαν. Ο δε Κριεζώτης, ο Μαμούρης και ο Τσουράς μετά των περί αυτούς και μετά τινων Επταννησίων, όλων 300, εμβάντες εις το πλοίον του Χατσή Αλεξανδρή και εις άλλα πλοιάρια, απέπλευσαν την αυτήν ημέραν καθ' ήν εξεστράτευσεν ο Καραϊσκάκης εξ Αμπελακίων επί σκοπώ να εισδύσωσιν εις το φρούριον. Αλλ' εν ώ ανεπαύοντο οι περί τον Φαβιέρον αναμένοντες την ανατολήν της σελήνης ίνα πέσωσιν εις Θήβας, ήλθαν προς αυτόν ο Καλλέργης και ο Στέφος αναγγέλλοντες ότι οι στρατιώται των ελειποτάκτησαν. Ο Φαβιέρος, επιμένων εις τον σκοπόν του, απεφάσισε να κινηθή έχων μόνους τους τακτικούς· αλλ' η λειποταξία των ατάκτων εψύχρανε την ζέσιν των τακτικών, εξ ών ελειποτάκτησάν τινες υπό το σκότος της νυκτός· ώστε ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος και αγανακτών εις Μέγαρα.
Οι δε περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έφθασαν εις το παράλιον των τριών Πύργων μετά το μεσονύκτιον, ό εστιν αφ' ού ετουφέκισαν οι εν Μενιδίω και είλκυσαν προς εκείνο το μέρος τινάς των εχθρών. Αποβάντες δε επί της ξηράς ώδευσαν ανενόχλητοι προς την ακρόπολιν, έως ου έφθασαν υπό το Μουσείον· τότε η φυλακή της θέσεως εκείνης, ακούσασα ποδοβολήν, ηρώτησε δις τους ερχομένους ποίοι ήσαν· μη λαβούσα δε απάντησιν ετουφέκισεν· αλλ' έως ου εξυπνήσωσιν οι άλλοι επί τω τουφεκισμώ, οι περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έδραμαν και ανέβησαν σώοι όλοι και αβλαβείς εις την ακρόπολιν προς ανεκλάλητον χαράν των εν αυτή· την δε ακόλουθον νύκτα άναψάν τινα υπόνομον ετοίμην, εξώρμησαν μετά την έκρηξιν αυτής, εδίωξαν τους εχθρούς από του προς την ακρόπολιν περιχαρακώματος, και κατηδάφισαν πολύ μέρος αυτού· μαχόμενοι δε υπό το σκότος της νυκτός και αγνοούντες ως νεήλυδες τους συνεξορμήσαντας συναδέλφους των, εθανάτωσαν τρεις εξ αυτών και επλήγωσαν οκτώ.
Αφ' ού δε οι τριακόσιοι εισήλθαν εις την ακρόπολιν, οι Τούρκοι εβάθυναν την μεταξύ του Μουσείου και του παρατειχίσματος τάφρον εις εμπόδιον πάσης εις το εξής διοδείας, ανύψωσαν χώματα, και επεσώρευσαν κλάδους δένδρων επί των χειλέων. Ησχολήθησαν δε και εις κατασκευήν νέας υπονόμου προς ανατροπήν του παρατειχίσματος· αλλ' οι Έλληνες υπέσκαψαν ανθυπόνομον, και έτοιμοι να εφορμήσωσιν επί τη εκραγή, άναψαν δις την 24 προς το μεσονύκτιον το φυτίλιον, αλλ' εσβέσθη· τότε εξώρμησαν, απήλασαν τούς εχθρούς από των
προς το παρατείχισμα οχυρωμάτων, εφόνευσάν τινας, και συνέλαβαν και 16 εργάτας· αλλ' έπαθαν και αυτοί όσην ζημίαν δεν έπαθαν άλλοτε· εννέα εθανατώθησαν, και οκτώ επληγώθησαν.
Ο δ' εχθροί ματαιωθέντων εκ νέου των εις κυρίευσιν του παρατειχίσματος έργων του, επανέστρεψε την προσοχήν του επί το περικλείον την πηγήν τείχισμα και επεχείρησε να το υποσκάψη, αρξάμενος από του ναού της Υπαπαντής. Αλλ' ο πολυμήχανος Κώστας, ανθυπανομεύσας, εματαίωσε πάλιν τα σχέδιά του. Απελπισθέντες τότε οι εχθροί του να επιτύχωσι δι εκείνου του μέρους, ητοίμασαν άλλην υπόνομον δέκα οργυιάς μακράν, ενέθεσαν 2800 οκάδας πυρίτιδος, και την 10 νοεμβρίου α' ώραν μετά το μεσονύκτιον, αφ' ού εκανονοβόλησαν τρις, και έδωκαν το σημείον ν' απομακρυνθώσιν οι επί του Αρείου-πάγου και οι περί τον ναόν της Υπαπαντής, όπου το φυτίλιον της προετοιμασθείσης υπονόμου, οικείοι των, και αφ' ού συνήχθησαν πάμπολλοι επί του Μουσείου ίνα ίδωσιν εξ ύψους το αποβησόμενον, και επί τη καταστροφή του τειχίσματος εφορμήσωσιν εις κυρίευσιν της ακροπόλεως, έβαλαν πυρ εις την υπόνομον· ήσαν δε τόσον βέβαιοι ότι το ήμισυ της ακροπόλεως θα κατεκυλίετο και θα κατεπλάκονε μέρος της πόλεως, ώστε πολλοί των εν ταύτη απεμακρύνθησαν. Εσείσθη τω όντι η ακρόπολις επί τη εκρήξει, αλλά δεν επήλθεν η προσδοκωμένη καταστροφή, διότι ο προνοητικός Κώστας επρόλαβε και ήνοιξε πέριξ αυτής δώδεκα λάκκους εννέα οργυιάς βαθείς, δι' ών η υπόνομος εξεθύμανε. Την δε 19 εφάνησαν επί του Αρείου-πάγου δύο δυστυχείς Έλληνες σουβλισμένοι απέναντι της ακροπόλεως. Εφρύαξαν οι εν αυτή επί τη φρικτή ταύτη θέα και συλλαβόντες τους εγκλείστους Τούρκους, όλους 18, τους εκρέμασαν την νύκτα της 23 πέριξ της ακροπόλεως μηδέν πταίσαντας, εν οίς και τον άλλοτε συλληφθέντα αρχιπυροβολιστήν του Κιουταχή καί τινα Αλβανόν, Ισούφ Δεβένην, διοικητήν άλλοτε του Λιδωρικίου, καλοκάγαθον άνδρα, αναιδώς χλευασθέντα προ του θανάτου και σκληρώς βασανισθέντα. Τοιουτοτρόπως τα φρικτόν και ασυλλόγιστον ανοσιούργημα του Κιουταχή επί βλάβη των Ελλήνων, έπεσεν επί τας αθώας κεφαλάς των δυστυχών ομοπίστων του.
Εν τούτοις, ο εχθρός υπέσκαψεν άλλην υπόνομον προς την Υπαπαντήν, και το εσπέρας της 24 την άναψεν· αλλά και αυτήν ο Κώστας εξησθένισεν· εσείσθησαν εν τοσούτω επί τη εκρήξει και ταύτης τα πέριξ, εσείσθη ολίγον και η ακρόπολις, έπεσαν τοίχοι τινων των πλησίον της Υπαπαντής οικιών καί τινες άνθρωποι απωλέσθησαν. Μετά τας αλλεπαλληλους ταύτας αποτυχίας οι εχθροί έπαυσαν υπονομεύοντες.
Εν τοσούτω η λύσις της πολιορκίας ούτε κατωρθούτο ούτε κατορθωτή εφαίνετο διά των αμέσων προσβολών· και ο μεν Κωλέττης εστάλη εις Σκόπελον, Σκιάθον και Σκύρον προς σύναξιν των εν εκείναις ταις νήσοις διεσπαρμένων θετταλομακεδόνων και κατοχήν των Θερμοπυλών, και συνεπεστάλησαν και δύο πλοία, το του Λεμπέση και το του Κυριακού· ο δε Καραϊσκάκης ανεδέχθη να εκστρατεύση εις άλλας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος προς αποδίωξιν των εν αυταίς οθωμανικών φρουρών και εμψύχωσιν και ανέγερσιν των υποταχθέντων λαών· έπλευσαν δε και δύο γολέτται, η του Ανδριανού και η του Δημήτρη Κριεζώτη, εις τον ερετριακόν κόλπον προς εμπόδιον της εις το εν Αθήναις εχθρικόν στρατόπεδον δι' εκείνου του μέρους σιταγωγίας. Και τα μεν δύο ταύτα πλοία απεβίβασαν εις Κάλαμον ους έφεραν στρατιώτας επί καταστροφή των εκεί μύλων του εχθρικού στρατοπέδου· απέκλεισαν δε εν τω λιμένι του Ωρωπού τρία εχθρικά πλοία εκπλεύσαντα της Χαλκίδος και καταφυγόντα εκεί δια τον φόβον των ελληνικών. Καθ’ άς δε ημέρας το του Κριεζώτη πλοίον απέκλειε την Κάρυστον, επέπλευσαν μία εχθρική γολέττα και μία λεύκα ένοπλοι, αλλ' έδραμεν εις βοήθειάν του η εν Ωρωπώ γολέττα του Ανδριανού, και τα εχθρικά πλοία φοβηθέντα κατέφυγαν εις Μάρμαρι, απεβίβασαν οι εν αυτοίς τα κανόνιά των, και κατέλαβαν δυνατάς θέσεις εις υπεράσπισιν των πλοίων· απεβίβασαν και οι ημέτεροι κανόνια και στρατιώτας, και ώρμησαν διά ξηράς και θαλάσσης κατά των εναντίων· αλλ' ήλθαν και άλλοι Τούρκοι, και οι αποβάντες Έλληνες επανήλθαν εις τα πλοία των, απολέσαντες δύο συναγωνιστάς.
Νοέμβριος Ο δε Κωλέττης και 1500 θετταλομακεδόνες, ους συνέλεξεν αποπλεύσαντες την 3 νοεμβρίου αφίχθησαν την 5 εις Ταλαντονήσι επί των υπό τας διαταγάς αυτού δύο πολεμικών πλοίων και πολλών άλλων πλοιαρίων των οπλαρχηγών. Συμπαρηκολούθουν δε καί τινες φιλέλληνες, εν οίς και ο Βουτιέρος, αρχηγός 80 τακτικών, ους εστρατολόγησεν, ώπλισε και εμίσθωσε διά χρημάτων του εν Ρωσσία φιλογενούς Καλλέργη. Οι Θετταλομακεδόνες ήσαν υπό διαφόρους οπλαρχηγούς· δύο δε υπερείχαν, ο Καρατάσος και ο Γάτσος· αλλ' οι δύο ούτοι δύο ημέρας εφιλονείκουν περί της αρχηγίας· διά τούτο οι μεν περί τον Γάτσον απέβησαν, οι δε περί τον Καρατάσον έμειναν εν τοις πλοίοις, μη θέλοντες να συμπράξωσιν.
Υπήρχαν εν Ταλαντίω εχθρικαί αποθήκαι και 200 Τούρκοι φυλάττοντες αυτάς. Εις άλωσιν αυτών εξεστράτευσαν οι περί τον Γάτσον την νύκτα της 8· αλλ’, εν ώ επλησίαζαν οδεύοντες παρά τους πρόποδας των βουνών, εξεφανερώθησαν το πρωί επί της από Λεβαδείας οδού χίλιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην σταλέντες παρά του Κιουταχή μαθόντος την εκστρατείαν ταύτην. Κατεταράχθησαν οι μηδέν τοιούτον προσδοκώντες Έλληνες, και οι μεν έφυγαν οι δε ετοποθετήθησαν εν τοις παρακειμένοις λόφοις· ο δε Γάτσος και 30 στρατιώται εκλείσθησαν εν παλαιά τινι εκκλησία. Επεξήλθαν οι εν Ταλαντίω εχθροί, ο πόλεμος ήρχισε σποράδην, και οι Έλληνες έπαθαν πολλήν ζημίαν. Εφονεύθησαν οι αρχηγοί, Άγγελος, Καλαμίδας, Κοντός, Χαμακιώτης, και 37 στρατιώται· εφονεύθη και ο Σακκελίωνος, ο άλλοτε αρειοπαγίτης· συνελήφθη δε ζων και ο Θανάσης Εμμανουήλ Παπάς· τα δε πτώματα όλων των φονευθέντων έμειναν υποχείρια των εχθρών, και μόλις διεσώθησαν οι πληγωθέντες 32, εν οίς και ο Βελέντσας. Ο δε Γάτσος και οι συν αυτώ εχάνοντο και εκείνοι, αν δεν επρόφθαναν οι περί τον Αποστολάραν και τον Τσάμην Καρατάσον να τους λυτρώσωσι. Μετά την ήτταν ταύτην όλοι οι Θετταλομακεδόνες επανήλθαν εις τα πλοία των, και ολιγωρούντες τας διαταγάς του Κωλέττου απέπλευσαν εις τα ίδια και διεσκορπίσθησαν.
Αφειδώς καταναλώσαντες την πυρίτιδα οι εν τη ακροπόλει των Αθηνών εις συνεχείς πυροβολισμούς και κατ' εξοχήν εις υπονομικάς εργασίας, και φοβούμενοι μη, παραταθείσης της πολιορκίας, υποστώσι παντελή στέρησιν αυτής, επεκαλέσθησαν, μεσούντος του νοεμβρίου, την αντίληψιν της κυβερνήσεως. Το έργον αποστολής πυρίτιδος ήτο δεινόν· τάφροι και χάρακες εζώννυαν την ακρόπολιν και οι εχθροί περικαθήμενοι ηγρύπνουν μετά την επιτυχή είσοδον των περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς. Πρόθυμος η κυβέρνησις εις αντίληψιν των πολιορκουμένων έστρεψε τα όμματά της προς τον Φαβιέρον και μετεκαλέσατο αυτόν, καθήμενον αργόν εν Μεθένοις ως μη θέλοντα να συμπολεμή μετά των ατάκτων μετά την εκ της λειποταξίας των αποτυχίαν της εις Χαϊδάρι και Θήβας εκστρατείας του, και ως μη δυνάμενον να επιχειρήση τι επί του παρόντος διά μόνων των τακτικών του. Ο Φαβιέρος ανεδέχθη το επικίνδυνον τούτο έργον, και επιστρέψας εις Μέθενα παρέλαβε 430 εκ των εκλεκτοτέρων στρατιωτών του, 60 πυροβολιστάς και 40 φιλέλληνας, όλους 530, και κατασκευάσας ισαρίθμους σάκκους έβαλεν εν ολίγοις μεν αυτών ανά 500 πυρολίθους, εν τοις πολλοίς δε ανά οκτώ οκάδας πυρίτιδος.
Δεκέμβριος Αφ' ού δε τα πάντα ητοιμάσθησαν, απέπλευσαν οι 530 την 28 υπό την οδηγίαν του αρχηγού των επί του πλοίου του Χατσή-Αλεξανδρή, κατευωδώθησαν την 1 δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εις τους τρεις Πύργους, άφησαν σχεδόν όλοι εν τω πλοίω τα σκεύη των, διότι σκοπόν είχαν, αφ' ού φέρωσι τα πελεμεφόδια εις την ακρόπολιν, ν' αναχωρήσωσιν, ενωτοφόρησεν έκαστος των αξιωματικών και των στρατιωτών ανεξαιρέτως τον σάκκον του, και προ του μεσονυκτίου εκίνησαν προς την ακρόπολιν. Το κινδυνώδες τούτο επιχείρημα ήτο και κατ' άλλον λόγον κινδυνωδέστατον, διότι οι σάκκοι ήσαν κατεσκευασμένοι εκ λεπτού πανίου, και αν είς άναπτε καθ' οδόν, όλοι θ' άναπταν και θα έκαιαν τον στρατόν οδεύοντα εις πυκνήν φάλαγγα. Ένεκα τούτου, εξαιρέσας ο Φαβιέρος τους συνακολουθούντας φιλέλληνας και τους πυροβολιστάς, διέταξε να μη φέρη άλλος γεμάτον τουφέκι.

1826-27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

Εκστρατεία Καραϊσκάκη — Τα εν απουσία αυτού κατά τας Αθήνας, και η εις Αττικήν επάνοδός του.

Οκτώβριος ΜΕΣΟΥΝΤΟΣ του Οκτωβρίου ηύξησε το εν Ελευσίνι υπό τον Καραϊσκάκην στρατόπεδον εις 4500· οι συγκροτούντες αυτό ήσαν οι εμπειροπολεμώτεροι των Ελλήνων, εν οίς και τα λείψανα της ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου, και ο επ' ανδρία μεταξύ των Πελοποννησίων οπλαρχηγών διακρινόμενος Νικήτας, και ικανοί Σουλιώται, αν και απαρεσκόμενοι να συνεκστρατεύωσιν υπό μη Σουλιώτην. Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να πείση και τον Φαβιέρον να συνακολουθήση· αλλά δι' ά διηγήθημεν ήδη μεταξύ τακτικών και ατάκτων επί των δύο εκστρατειών εις Χαϊδάρι και Θήβας συμβάντα δεν εισηκούσθη· μετεχειρίσθη έπειτα πλαγίους τρόπους ίνα του αποσπάση τους ιππείς και επέτυχεν· αλλά δραμόντες οι αξιωματικοί κατόπιν τους επανήγαγαν υπό την σημαίαν των.
Προετοιμασίας δε ο Καραϊσκάκης τα της εκστρατείας του άφησεν εις φύλαξιν της Ελευσίνος και Σαλαμίνος και εις συστολήν των πολιορκητών της ακροπόλεως τον Βάσσον μετά των περί αυτόν και τους Δεβενοχωρίτας, και την 25 εξεστράτευσε μετά 3000, και οδεύων διά Κουντούρων και Κάζας έφθασε το εσπέρας της 27 εις Δοβρέναν. Ιδόντες δε αυτόν ερχόμενον οι εν τω χωρίω εκείνω 300 εχθροί, εκλείσθησαν εντός τριών δυνατών πύργων. Οι Έλληνες επάτησαν το χωρίον, και αρπάσαντες 35 ίππους και ημιόνους και διάφορα σκεύη των εχθρών εξήλθαν και επορεύθησαν αυτονυκτί εις το πλησίον χωρίον, Κακόσι· την δε επαύριον επανήλθαν εις Δοβρέναν, και μετακομίσαντες έν κανόνι από τινος εν τω λιμένι του χωρίου πλοίου εκανονοβόλουν τους πύργους. Την αυτήν ημέραν ήλθαν εκ Θηβών ιππείς τινες προς βοήθειαν των εν Δοβρένα πολιορκηθέντων, και αντικρουσθέντες έφυγαν άπρακτοι· την δε 30 απεστάλησαν 180 στρατιώται υπό τον Γιαννάκην αδελφόν του Οδυσσέως εις Ζαγαράν, αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες αίφνης εφόνευσαν 20, διεσκόρπισαν τους λοιπούς, και συνέλαβαν και τον δυστυχή αρχηγόν αυτών ασθενούντα και τον εφόνευσαν.
Νοέμβριος Την 2 νοεμβρίου ήλθαν εκ δευτέρου προς βοήθειαν των πολιορκουμένων 300 ιππείς, αλλ' ετράπησαν και τότε· την επαύριον προς το εσπέρας ήλθαν 1000 ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην, φέροντες τροφάς εις χρήσιν των εν τοις πύργοις αποκλεισθέντων, και διενυκτέρευσαν εν τη μονή της Μακαριώτισσας μίαν ώραν μακράν της Δοβρένας· ανατείλαντος δε του ηλίου, εισήλθαν εις το χωρίον, και ιδόντες τους Έλληνας ελθόντας κατόπιν αυτών και οχυρωθέντας πλησίον επεξήλθαν· και κατ' αρχάς μεν τους απώθησαν πληγώσαντες 5 εξ αυτών· μετά ταύτα δε ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εντός των οικιών του χωρίου· η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, και προ του τέλους, ήλθε βοήθεια εις τους εχθρούς εξ Αθηνών. Μετά δύο δε ή τρεις ημέρας εστράτευσεν ο Μουστάμπεης εις Ταλαντονήσι, γνωστής γενομένης της εκεί αποβάσεως των Θετταλομακεδόνων· απέμειναν δε οι κατέχοντες τους πύργους καί τινες άλλοι εν τω χωρίω, οι πλείστοι ιππείς. Την δε 11 ήλθεν εις το ελληνικόν στρατόπεδον το άτακτον ελληνικόν ιππικόν υπό τον Χατσή-Μιχάλην· νυκτός δε γενομένης, υπήγεν ο Σουλτάνης μετ' ολίγων στρατιωτών εις τας αμπέλους της Δοβρένας προς ένεδραν· εξήλθαν του χωρίου 15 Τούρκοι ιππείς, και συναπαντήσαντες τους ενεδρεύοντας ετουφεκίσθησαν. Ακούσαντες άλλοι Έλληνες τον τουφεκισμόν έτρεξαν κατ' εκείνο το μέρος· έτρεξαν και άλλοι Τούρκοι, επολέμησαν, εσκοτώθησαν 22 Τούρκοι και 7 Έλληνες, και επληγώθησαν εξ αμφοτέρων 10. Εθρήνησεν ο στρατός την ημέραν εκείνην τον θάνατον του Σουλτάνη, ενός των ανδρειοτέρων της φρουράς του Μεσολογγίου, τετράκις πληγωθέντος. Ο δε Καραϊσκάκης μη θέλων να χρονοτριβήση περαιτέρω εις κυρίευσιν των τριών πύργων, ανεχώρησε την νύκτα της 14 πανστρατιά, και φθάσας εις Χώστια ενδιενυκτέρευσεν. Οδεύσας δε δι' όλης της επελθούσης ημέρας έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις το μοναστήριον του Δομπού, όπου αφήσας 100 στρατιώτας υπό τον Νικολόν Μπαρμπιτσώτην ανεχώρησε την επαύριον. Την αυτήν ημέραν υπήγαν προς το μοναστήριον 1000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς, οι μεν εκ Θηβών, οι δε εξ Αθηνών, και προσέβαλαν τους Έλληνας· προς το εσπέρας δε υπήγαν εις το μετόχιον του μοναστηρίου, διενυκτέρευσαν, και την επαύριον ανεχώρησαν εις Λεβαδείαν· την ακόλουθον ημέραν υπήγαν πάλιν 80 ιππείς κατά των εν τω μοναστηρίω. Ούτοι ιδόντες τόσον ολίγους υπώπτευσαν στρατήγημα και κατ' αρχάς δεν επεξήλθαν· βεβαιωθέντες δε ότι δεν ήσαν άλλοι, εξώρμησαν, εφόνευσάν τινας και κατεδίωξαν τους λοιπούς μέχρι του μοναστηρίου των Ταξιαρχών.
Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, αναχωρήσαντες εκ του μοναστηρίου του Δομπού, έφθασαν την 18 εις Δίστομον. Εκείθεν απεστάλησαν ως προφυλακή 400 υπό τον Γεώργην Βάγιαν, τον Γαρδικιώτην Γρίβαν και τον Μήτρον Βάγιαν ίνα καταλάβωσι την Αράχωβαν, χωρίον επί της κατωφερείας του Παρνασού, δι' ού θα διήρχετο το εχθρικόν στράτευμα οδεύον, καθώς επληροφορήθησαν οι Έλληνες, προς τα Σάλωνα κατεχόμενα υπό των Τούρκων και πολιορκούμενα υπό των περί τον Δυοβουνιώτην και τον Πανουργιάν. Την 17 διέβησαν 2000 Τούρκοι το Ζεμενόν υπό τον Μουστάμπεην, τον αδελφόν αυτού Καρυοφίλμπεην, τον Ελμάζμπεην και τον Κεχαγιάμπεην· την δε 18, γ' ώραν της ημέρας, εφάνησαν ερχόμενοι προς την Αράχωβαν. Ιδόντες δε αυτούς οι εν τω χωρίω Έλληνες έσπευσαν να οχυρωθώσιν εντός της εκκλησίας καί τινων οικιών. Εν τούτοις εισήλθαν εις το χωρίον και οι εχθροί, κατέλαβαν οικίας και ωχυρώθησαν, ώστε οι μεν Έλληνες κατέχοντες το έν μέρος του χωρίου, οι δε Τούρκοι το άλλο ήρχισαν αυθημερόν τον πόλεμον. Ηκούσθησαν μετ' ολίγον έξωθεν του χωρίου πολλαί τουφεκίαι, και εφάνησαν ερχόμενοι οι περί τον Καραϊσκάκην. Οι εχθροί φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι και ευρεθώσιν εντός διττού πυρός, βλέποντες και τον καιρόν γλυκύν, εξήλθαν αυθόρμητοι του χωρίου, και ετοποθετήθησαν επί τινος λόφου παρά το χωρίον. Αφ' ού δε έφθασαν και οι περί τον Καραϊσκάκην, ο μη παύσας πόλεμος εγένετο σφοδρότερος και διήρκεσε μέχρι της δύσεως του ηλίου, καθ' ήν ώραν, πνεύσαντος ψυχρού ανέμου, εισήλθαν οι υπό τον Καραϊσκάκην εις το χωρίον προς διανυκτέρευσιν, και ο αρχηγός κατέλυσεν εν τη εκκλησία ως πλησιεστέρα των εχθρών, αγρυπνών εις τα κινήματα αυτών και διατάττων τα εικότα. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν όλοι επί του λόφου εν υπαίθρω υπό τον απροσδόκητον παγετόν της νυκτός· απεμακρύνοντο δε αβλαβώς και ανενοχλήτως, αν ήθελαν, αυτονυκτί· αλλά δεν κατεδέχθησαν να φύγωσιν απέμπροσθεν των εχθρών και εζήτησαν παρά του Κιουταχή βοήθειαν. Την επαύριον εξήλθαν του χωρίου πολλοί των Ελλήνων, και κατέλαβαν τας στενοτοπίας, δι' ών εδύναντο οι εχθροί να φύγωσιν. Ήρχισε πάλιν ο πόλεμος και επανελήφθη και την επιούσαν. Εν τούτοις, ο δριμύς χειμών εγίνετο καθ' ώραν δριμύτερος, οι δε υπαιθριάζοντες Τούρκοι, υποφέροντες το υπερβολικόν ψύχος, υπέφεραν και έλλειψιν τροφής, διότι, μη προσδοκώντες καθ' οδόν όσας απήντησαν δυσκολίας δεν εφρόντισαν να προμηθευθώσι των αναγκαίων επί της οδοιπορίας των και ηναγκάσθησαν να έλθωσι την 20 εις λόγους συμβατικούς, προβάλλοντες να επανακάμψωσιν ανενόχλητοι, παραδίδοντες τα μη εις την οδοιπορίαν των αναγκαία ζώα και άλλα τινά πράγματα και ανταλλάττοντες ομήρους. Αλλ' οι περί τον Καραϊσκάκην τους εζήτησαν τα όπλα, τα χρήματά των και πάντα τ' άλλα εκτός μιας και μόνης ενδυμασίας· απήτησαν δε να τοις παραδοθώσι και τα Σάλωνα και η Λεβαδεία. Οι Τούρκοι δεν συγκατετέθησαν θεωρούντες τοιούτου συμβιβασμού προτιμότερον τον πόλεμον· έμαθαν δε συγχρόνως ότι ήρχετο την αυτήν ή την επιούσαν ημέραν εξ Αθηνών το ζητηθέν στράτευμα. Αλλά το στράτευμα, πειραθέν να διαβή την ομαλωτέραν οδόν του Ζεμενού, εμποδίσθη, έπαθε, προκαταλαβόντων των Ελλήνων την θέσιν εκείνην, και ηναγκάσθη να διέλθη την ορεινοτέραν της μονής της Ιερουσαλήμ· φθάσαν δ' εκεί υπό βαρύτατον χειμώνα, δεν εδυνήθη να προχωρήση, ώστε η ελπίς της βοηθείας εματαιώθη.
Την νύκτα δε της 22, διαρκούντος του πολέμου, ο επαινετός διά την ανδρίαν και επαινετώτερος διά την στρατηγικήν του ικανότητα Μουστάμπεης επληγώθη κατακέφαλα, και αισθανθείς ότι η πληγή του ήτο θανατηφόρος, παρεκάλεσε τον αδελφόν του Καρυοφίλμπεην, εν ώ εψυχομάχει, να του κόψη, αφ' ού εξέπνεε, την κεφαλήν, ίνα μη πέση εις χείρας των απίστων. Ο θάνατος του αρχηγού τούτου, η παντελής έλλειψις των τροφών, η επικρατούσα και καθ' ώραν επικρατεστέρα γινομένη δριμύτης του χειμώνος και η εξ αιτίας ταύτης απόκλεισις εν τη μονή της Ιερουσαλήμ των ερχομένων εις βοήθειαν έρριψαν εις άκραν αθυμίαν τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να προβάλωσι νέον την επαύριον συμβιβασμόν υπό δεκτοτέρους όρους, αλλά δεν εισηκούσθησαν. Θεόθεν και ανθρωπόθεν πολεμούμενοι, και μη βλέποντες άλλην σωτηρίας οδόν, απεφάσισαν να φύγωσιν αρχομένης της νυκτός διά της οδού της μονής της Ιερουσαλήμ επ' ελπίδι να εύρωσιν αντίληψιν παρά τοις εκεί συναδέλφοις των· αλλά επτακόσιοι Γκέγκαι, οι θερμουργότεροι του στρατοπέδου· οι και προ της ημέρας εκείνης γνωμοδοτήσαντες ότι εντιμότερον ήτο να ριψοκινδυνεύσωσι διά φυγής ή ν' αναστρατοπεδεύσωσι διά συνθήκης, παραβάντες τα προαποφασισθέντα εξεκίνησαν περί το δειλινόν, μη προειδοποιήσαντες τους άλλους. Το παράκαιρον τούτο κίνημα έβαλεν άνω κάτω το εισέτι ανέτοιμον εις αναχώρησιν στρατόπεδον των εχθρών, ώστε έκαστος δεν εφρόντιζε πλέον ειμή περί της ιδίας σωτηρίας. Εν μέσω τοιαύτης ταραχής, αθυμίας, και ασκέπτου κινήσεως των εχθρών, επέπεσαν οι Έλληνες κατέχοντες θέσεις έμπροσθεν και όπισθεν αυτών, άλλους ζωγρούντες και άλλους φονεύοντες. Εζώγρησαν και τον γηραιόν και υπέρπλουτον Κεχαγιάμπεην· μη συμβιβαζόμενοι δε ποίος των συλλαβόντων να τον κρατήση, τον εφόνευσαν εις μάτην φωνάζοντα ότι αυτός ήτον ο Κεχαγιάμπεης και έτοιμος να εξαγοράση διά πλουσιωτάτων λύτρων την ζωήν του. Αλλ' η φθορά, ην επροξένησεν ο ελληνικός βραχίων, ήτο μικρά ως προς ην επροξένησεν η οργή του χειμώνος. Εν ώ φεύγοντες οι εχθροί υπό τον κατάψυχρον και σφοδρόν βορέαν εβοθρίζοντο εις την χιόνα, επέπιπταν πυκναί και αδιάκοποι νιφάδες και τους επλάκοναν· διήρκεσεν η χιονορριπή αύτη έως ου έφθασαν εις την μονήν της Ιερουσαλήμ, ώστε καθ' όλην την τετράωρον οδόν, την μεταξύ της ρηθείσης μονής και του λόφου, εφ' ού απεκλείσθησαν επτά ημέρας, ευρέθησαν διαλυθείσης της χιόνος εκατοστύες εχθρικών πτωμάτων. Τοιαύτα πάσχοντες μόλις το ήμισυ των αναχωρησάντων διεσώθη εν τη μονή, και οι πλείστοι ηκρωτηριασμένοι· πολλαί δε σημαίαι, πάμπολλοι ίπποι και όλαι αι αποσκευαί των έγειναν λάφυρα των Ελλήνων, εξ ών 8 μόνον εσκοτώθησαν, και 9 επληγώθησαν. Η νίκη αύτη ανεπτέρωσε τας ελπίδας των Ελλήνων· η δε κυβέρνησις επανηγύρισε την 24 ως ημέραν ανεγέρσεως της προ ολίγου πεσούσης στερεάς Ελλάδος.
Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην 300 κεφαλάς ανήγειραν εξ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον και επέγραψαν τα εξής.
«Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν κατά το 1820 έτος νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα». Τας δε κεφάλας του Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν.
Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ο Καραϊσκάκης απέστειλε τους υπό τον Δράκον και Βέικον Σουλιώτας εις πολιορκίαν των Σαλώνων, απέστειλε καί τινας ίνα καταλάβωσι την Βελίτσαν, και κατόπιν αυτών εξεστράτευσε και αυτός προς το αυτό χωρίον, όπου έφθασε την 29. Εσκόπευε δε διά του κινήματος τούτου να εμποδίση την από Θεσσαλίας σιταγωγίαν, και προσβάλη τους κατέχοντας την Δαύλιαν, την Ιερουσαλήμ και την Φοντάναν εχθρούς. Φθάσας εις Βελίτσαν ειδοποιήθη, ότι 500 εχθροί υπό τον Μεχμέτπασαν, υιόν του Πασόμπεη, και τον Χασάμπεην Κόρζαν, συνοδεύοντες 2000 ζώα κομίζοντα εις το εχθρικόν στρατόπεδον των Αθηνών τροφάς και άλλα αναγκαία, ανεχώρησαν εκ Ζητουνίου, και θα διέβαιναν την επαύριον διά της Φοντάνας και του Τουρκοχωρίου.
Δεκέμβριος Επί τη ειδήσει ταύτη έτρεξε και κατέλαβε την 7 δεκεμβρίου το Τουρκοχώρι. Την επαύριον ήλθαν οι Τούρκοι μηδόλως υποπτεύοντες, ότι εχθροί κατείχαν το χωρίον. Οι Έλληνες, προμαχούντος του Καραϊσκάκη, επέπεσαν αίφνης, τους διεσκόρπισαν απροετοιμάστους, τους κατεδίωξαν έως εις Βοδονίτσαν, εφόνευσαν 30 και επήραν υπέρ τα 1000 σκευοφόρα ζώα. Την ημέραν εκείνην επολέμησεν ο Καραϊσκάκης κατά πρώτην φοράν έφιππος, και τόσον ευχαριστήθη, ώστε έκτοτε δεν ήθελεν να πολεμή πεζός. Μετά δε τα περί ων ο λόγος κατορθώματα, ο Καραϊσκάκης και οι περί αυτόν επροχώρησαν προς το Πατρατσίκι· αλλ' εξ αιτίας της πολλής δριμύτητος του χειμώνος και της διαδοθείσης φήμης ότι ο Ομέρ-πασας ητοιμάζετο να εκστρατεύση εις λύσιν της πολιορκίας των Σαλώνων, επανήλθαν εις Αράχωβαν και εκείθεν εξεστράτευσαν εις Λιδωρίκι προς ανόρθωσιν του αγώνος και κατ' εκείνο το μέρος. Εκείθεν εστάλη έν σώμα επί τω αυτώ σκοπώ εις την επαρχίαν των Κραββάρων υπό τον Ξύδην και τον Καλύβαν, και προσαπεστάλη μετ' ολίγον και άλλο υπό τον Μακρήν. Οι οπλαρχηγοί ούτοι εξεπλήρωσαν άριστα τα της αποστολής των, απέκλεισαν τους Τούρκους εν Λομποτινά, και πολεμήσαντες δύο ημέρας τους συνέλαβαν ζώντας και τους έπεμψαν εις την κυβέρνησιν.
Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, φθάσαντες εις την κωμόπολιν του Λιδωρικίου, και μαθόντες, ότι εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη ευρίσκοντο 1500 Τούρκοι υπό τον Βελήαγαν οδεύοντες από της Δυτικής Ελλάδος εις Αθήνας, επεστράτευσαν, τους απώθησαν πέραν του Μόρνου, και εις τόσον φόβον τους έβαλαν και τόσον τους κατεφρόνησαν, ώστε 10 μόνον ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην κατεδίωξαν πολλούς αυτών μέχρι της πύλης σχεδόν της Ναυπάκτου.
Εξ αιτίας δε της ευτυχούς περιοδείας του Καραϊσκάκη εις τα ενδότερα της Ανατολικής Ελλάδος, τόσον εταράχθη ο Κιουταχής, ώστε έβαλε κατά νουν να εκστρατεύση αυτός·
Ιανουάριος αλλά φοβηθείς την λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως εν τη απουσία του, απέστειλε 2000 πεζούς και 500 ιππείς υπό τον Ομέρ-πασαν και τον Καρυοφίλμπεην. Το πρωί της 17 Ιανουαρίου εφάνη η προφυλακή της εχθρικής ταύτης δυνάμεως αίφνης έξωθεν του Διστόμου. Το χωρίον τούτο κατείχαν 400 Σουλιώται υπό τον Νότην Μπότσαρην, τον Μπαϊρακτάρην, τον Κάσκαρην, τον Αντώνην Γεωργαντάν, τον Μπούσγον και τον Μήτρον Τριανταφύλλου. Ούτοι εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν· αλλ' ιδόντες μετ' ολίγον το λοιπόν στράτευμα των εχθρών ερχόμενον ωπισθοδρόμησαν εις τα οχυρώματα, και εκάλεσαν τους πολιορκούντας τα Σάλωνα Σουλιώτας εις βοήθειαν. Την ακόλουθον αυγήν ήρχισεν ο πόλεμος, και οι Τούρκοι κατέλαβαν πλησίον του χωρίου τοιαύτας θέσεις, ώστε μόλις τα νώτα των Ελλήνων ήσαν ασφαλή· περί δε την μεσημβρίαν της 19 ώρμησαν κατά μέτωπον δεξιόθεν και αριστερόθεν τυφλοίς όμμασιν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων των Ελλήνων· πολλοί αυτών έπεσαν, αλλ' αψηφούντες τον θάνατον υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν τα ασθενέστερα οχυρώματα, επροχώρησαν εις τα μέσα του χωρίου, και έπεσαν σωρηδόν επί το υπό τους Σουλιώτας ισχυρότερον οχύρωμα το επί του λόφου του προφήτου Ηλίου. Πανταχόθεν κυκλωθέντες οι εντός του οχυρώματος και σφοδρώς προσβαλλόμενοι εθεώρησαν την ώραν εκείνην ως την τελευταίαν της ζωής των, και έπεσαν και αυτοί ως μαινόμενοι επί τους εχθρούς προς εκδίκησιν μάλλον του αίματός των, ή προς σωτηρίαν· καλή τύχη, επρόφθασεν εκ Σαλώνων, διαρκούσης της αντιστάσεως, ο Δράκος μετά 200 εκλεκτών, και, συμμαχομένων και των Λεβαδιτών, απεδιώχθησαν του λόφου οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν και οι λοιποί βλέποντες αυτούς καταδιωκομένους, και ούτως εσώθησαν οι ως θηρία μάλλον ή ως άνθρωποι τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς πολεμήσαντες Σουλιώται· 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι επληγώθησαν· εφονεύθησαν δε 2 μόνον Σουλιώται και επληγώθησαν 8, εν οίς και ο Μπότσαρης.
Ο δε Καραϊσκάκης, μαθών ότι πολλοί εχθροί είχαν εκστρατεύσει εις Δίστομον, έτρεξεν εις βοήθειαν των εκεί ολίγων Ελλήνων, και φθάσας εις Βελίτσαν τοις παρήγγειλε διά τινος γραμματοφόρου να εξέλθωσιν εις συνάντησίν του, όταν ακούσωσι τουφεκισμόν· διαβάς δε την γ' ώραν της νυκτός της 20 την Σχιστήν οδόν, ανέβη το πλησίον όρος, και εκάθησε παρατηρών τας παρακειμένας των εχθρών σκηνάς και συλλογιζόμενος πόθεν να διέλθη· αφ' ού δε συνήχθησαν όλοι οι στρατιώται του, τοις είπεν ότι, αντί να εισέλθωσιν εις το χωρίον διά των πλαγίων οδών, προτιμότερον εθεώρει να διέλθωσι διά των εχθρικών σκηνών, κοιμωμένων των εχθρών· παρήγγειλε δε να έχωσι μεν έτοιμα τα όπλα των, αλλά να μη τα μεταχειρισθώσιν εκτός ανάγκης, και να προσπαθήσωσι να διαβώσιν ησύχως διά των εχθρών, ώστε, ει δυνατόν, να μη τους νοήσωσιν. Επήνεσαν όλοι το τολμηρόν σχέδιον του αρχηγού και τον τρόπον της εκτελέσεως, και ακολουθούντες αυτόν, προπορευόμενον ως οδηγόν, έφθασαν αφανείς εις το εχθρικόν στρατόπεδον και επροχώρησαν εις το κέντρον. Εκεί φθάσαντας τους ενόησαν οι όπισθεν Τούρκοι και ανεκραύγασαν· εταράχθησαν όλοι οι εχθροί επί τη κραυγή, έπεσαν εις αταξίαν, και έντρομοι διά το απροσδόκητον, και υποπτεύοντες νυκτομαχίαν, οι μεν έτρεχαν υπό της μιας σκηνής εις την άλλην, οι δε ετουφέκιζαν μη ηξεύροντες ποίον, και άλλοι παρεμέρουν εις ασφάλειάν των. Εν τούτοις οι Έλληνες ώδευαν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, προσέχοντες μη εμπλεχθώσιν υπό το σκότος εις τα σχοινία των σκηνών. Εξεπλάγησαν οι έγκλειστοι ακούσαντες ταραχή και τουφεκισμούς εν τω εχθρικώ στρατοπέδω, διότι ο προς αυτούς σταλείς γραμματοφόρος, φοβηθείς, δεν υπήγεν εις το χωρίον· δράξαντες δε τα όπλα παρετάχθησαν εις μάχην. Εν τοσούτω διέβησαν οι περί τον Καραϊσκάκην δι' όλου του στρατοπέδου, και εισήλθαν εις Δίστομον σώοι και αβλαβείς, εκτός ενός εις τα σχοινιά των σκηνών περιπλεχθέντος και την επαύριον φονευθέντος. Η τόσον επικίνδυνος, αλλά και τόσον ευτυχής νυκτερινή αύτη εκστρατεία, δεικνύει την αξίαν του Καραϊσκάκη.
Μετά δε την εις το χωρίον είσοδον των περί αυτόν εγίνοντο καθ' ημέραν ακροβολισμοί. Οι Έλληνες εφρούρουν το παρακείμενον Στείρι. Τινές των εκεί ιδόντες ζώα των εχθρών βόσκοντα μακράν του εχθρικού στρατοπέδου, έτρεξαν την 31 εις αρπαγήν των· εξώρμησαν οι πλησιέστεροι Τούρκοι προς καταδίωξιν των αρπάγων, έτρεξαν πολλοί Έλληνες εις υπεράσπισιν και ετουφεκίσθησαν· ακουσθέντος του τουφεκισμού, εκινήθησαν τα στρατόπεδα αμφοτέρων των μερών, και ούτω συνήφθη μάχη. Μεταξύ των πολεμούντων Τούρκων και Ελλήνων έκειντο δύο λόφοι και οι δύο αμφίπεδοι· οι Έλληνες κατέλαβαν αυτούς και επολέμουν ευτυχώς· αλλ' αίφνης ήκουσαν ήχον στρατιωτικών τυμπάνων, και είδαν στρατιώτας φορούντας ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, βαστώντας λογχοφόρα όπλα και βαδίζοντας βήμα τακτικόν. Οι επιφανέντες ούτοι ήσαν λείψανα δύο τακτικών ταγμάτων εκ των εν Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθέντων μετά την καταστροφήν των γενιτσάρων. Πεντακισχίλιοι ήσαν οι συγκροτούντες τα δύο ταύτα τάγματα ότ' εξεστράτευσαν· αλλά πεντακόσιοι απελείφθησαν εξ αιτίας της καθ' οδόν λειποταξίας. Η απροσδόκητος αύτη και νεοφανής επικουρία, διότι πρώτην φοράν εφαίνετο τακτικόν υπό σημαίαν τουρκικήν εν Ελλάδι, εφόβισε τους Έλληνας και τους έτρεψεν εις φυγήν· οι δε Τούρκοι θαρρυνθέντες κατεδίωξαν τους εχθρούς των μέχρι του Διστόμου· αλλά, χάρις εις την ανδρίαν και την περί τας μάχας εμπειρίαν του Καραϊσκάκη, δεν έπαθαν οι Έλληνες όσην ζημίαν άλλως θα επάθαιναν· δύο μόνον εφονεύθησαν, έξ επληγώθησαν, και είς ηχμαλωτίσθη, ο Γριβογεώργης, όστις μετά τινα καιρόν εδραπέτευσεν· εκινδύνευσε και ο Καραϊσκάκης και επληγώθη ελαφρώς εις την δεξιάν.
Φεβρουάριος Την 3 Φεβρουαρίου εκίνησαν μόνοι οι τακτικοί κατά των Ελλήνων. Θαύματα επροσδόκων οι άτακτοι Τούρκοι, αλλ' ώδινεν όρος και έτεκε μυν. Οι τακτικοί, μηδέν γενναίον πράξαντες, οπισθοδρόμησαν χλευαζόμενοι παρά των προ ολίγου θαυμαζόντων αυτούς. Την δε 5 έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς διά νυκτός απροσδοκήτως και τους έβλαψαν μεγάλως. Οι εχθροί βλέποντες, ότι εβλάπτοντο μάλλον ή έβλαπταν, και φοβούμενοι μη εξ αιτίας του χειμώνος πάθωσιν όσα έπαθαν οι κατά την Αράχωβαν, ακούσαντες δε ότι εξήρχοντο και άλλοι Έλληνες, διέλυσαν την νύκτα της 6 το στρατόπεδον, και φεύγοντες έντρομοι εγκατέλειψαν τροφάς, σκηνάς, πολεμεφόδια και το μόνον παρ' αυτοίς επί της εκστρατείας κανόνι· άφησαν και οι εν Σαλώνοις εχθροί το φρούριον και έφυγαν φοβηθέντες εφόρμησιν των Ελλήνων· έφυγαν κυριευθέντες υπό πανικού φόβου και οι φρουρούντες την Δαύλιαν και την Ιερουσαλήμ, έφυγαν καί τινες άλλοι, εκ Ναυπάκτου διαβιβασθέντες εις το παράλιον των Σαλώνων επί υποθέσει ότι φίλοι κατείχαν την πόλιν εκείνην· ώστε από του αμβρακικού κόλπου μέχρι των Αθηνών δεν εφαίνετο, αρχομένου του φεβρουαρίου, οθωμανική σημαία ειμή εντός των παραθαλασσίων και ωχυρωμένων πόλεων Βονίτσης, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου· τας δε κατά τα διάφορα άλλα μέρη της στερεάς Ελλάδος τουρκικάς φρουράς αντικατέστησαν ελληνικαί.
Εν ώ δε διήρκει η εκστρατεία του Καραϊσκάκη, οι εν τη ακροπόλει δεν έπαυαν μηνύοντες, ότι δεν εδύναντο ν' ανθέξωσι περαιτέρω, και επεκαλούντο την συνδρομήν των έξω εις απαλλαγήν των. Ο δε αναδεχθείς την περί συμβιβασμού Ελλήνων και Τούρκων μεσιτείαν πρέσβυς της Αγγλίας ουδ' εκείνος έπαυε γράφων, ότι, αν έπιπτεν η ακρόπολις, εξηρείτο παντός συμβιβασμού όλη η στερεά Ελλάς, ως όλη δουλωθείσα. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν την κυβέρνησιν, εν ώ ο Καραϊσκάκης απησχόλει μακράν των Αθηνών χιλιάδας εχθρών, ν' ασχοληθή εις την κατ' ευθείαν λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως.
Πρό τινων εβδομάδων είχε φθάσει εις Ελλάδα ο εν Γαλλία εντίμως υπηρετήσας συνταγματάρχης Μπούρμπαχης, Κεφαλλήν, επί σκοπώ να υπηρετήση την κοινήν πατρίδα. Ούτος, στρατολογήσας αδεία της κυβερνήσεως και διά των φιλελληνικών βοηθημάτων 800 στρατιώτας, εστράτευσε, λήγοντος του δεκεμβρίου, προς ενδυνάμωσιν του κατά την Ανατολικήν Ελλάδα Στρατοπέδου του Καραϊσκάκη· αλλά διαταγή της κυβερνήσεως μετέβη εις Ελευσίνα, όπου εστρατοπέδευεν ο Βάσσος.
Ιανουάριος Μεσούντος δε του Ιανουαρίου, μετέβη εκεί και ο Παναγιώτης Νοταράς μετά 1200 μισθωτών και συνεπαρχιωτών του, ώστε το στρατόπεδον εκείνο συνεπληρώθη εις 3000· συνήχθησαν και εις Σαλαμίνα κατά διαταγήν της κυβερνήσεως 1900 υπό τον Ιωάννην Νοταράν, τον Μακρυγιάννην και τον Καλλέργην, και 400 τακτικοί υπό τον ταγματαρχών Ιγγλέσην, εν οίς καί τινες ιππείς άνιπποι.
Την νύκτα της 21 εξεστράτευσαν οι εν Ελευσίνι και μετά τετράωρον οδοιπορίαν έφθασαν εις Χασιάν, και την αυγήν εκίνησαν οι πλείστοι προς το Μενίδι, όπου ήτο φρουρά τουρκική· και ολίγοι μεν αυτών υπήγαν πλησίον του χωρίου, οι δε λοιποί, μείναντες όπισθεν αυτών, εκρύβησαν καραδοκούντες. Οι Τούρκοι, ιδόντες τους ολίγους και αγοούντες ότι ήσαν και άλλοι αφανείς, εξήλθαν και τους εδίωκαν· αλλά πεσόντες μετ' ολίγον εις το μέσον των πολλών και προσβληθέντες ετράπησαν και εκλείσθησαν εν τη εκκλησία του Μενιδίου. Τρέχοντες δε και οι καταδιώκοντες αυτούς Έλληνες κατόπιν αυτών, εισήλθαν και ούτοι εις το αυτό χωρίον, αλλά, μη δυνηθέντες να κυριεύσωσι την εκκλησίαν, ανεχώρησαν, εσπέρας γενομένης, εις Χασιάν.
Την δε 24, γ' ώραν της νυκτός, απέπλευσε το εν Σαλαμίνι στράτευμα υπό τας διαταγάς όλον του φιλέλληνος Γόρδωνος, και τα μεσονύκτιον έφθασεν εις Φάληρον· είχε δε εις υπηρεσίαν του την Καρτερίαν, τρία βρίκια πολεμικά, πέντε κανονοφόρους, και έν μίστικον· είχε και πυροβολοστιχίαν εκ 15 κανονίων 3 μέχρι 14 λίτρων ολκής υπό την διεύθυνσιν 25 φιλελλήνων και 50 Ψαριανών, όλων εμπείρων πυροβολιστών. Διακόσιοι Τούρκοι κατείχαν καθ' όλον εκείνο το παραθαλάσσιον μίαν και μόνην θέσιν, το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος· διά τούτο οι φθάσαντες εις το Φάληρον απέβησαν ανενοχλήτως αυτονυκτί και κατέλαβαν την άνωθεν του λιμένος της Μουνυχίας Καστέλλαν, την αυτήν θέσιν, ην και οι Λακεδαιμόνιοι επί του πελοποννησιακού πολέμου, και ο Θρασύβουλος επί των τριάκοντα τυράννων, και οι διάδοχοι του Αλεξάνδρου κατέλαβαν εις κυρίευσιν των Αθηνών. Πριν δε φωτίση, περιετάφρευσαν την θέσιν, και έστησαν 5 κανόνια δεξιόθεν. Οι δε εν τη ακροπόλει ιδόντες αυτούς και πλησθέντες χαράς και ελπίδων επανηγύρισαν κανονοβολήσαντες. Την επαύριον εκίνησαν οι αποβάντες εις κυρίευσιν του μοναστηρίου, μετέπλευσε και η Καρτερία εκ του Φαλήρου εις τον λιμένα του Πειραιώς, εκανονοβόλησε το μοναστήριον σφοδρώς, και, αφ' ού κατηδάφισε μέρος αυτού, ώρμησαν 500 υπό τον Ιωάννην Νοταράν επί σκοπώ να το πατήσωσιν· αλλ' απεκρούσθησαν και επανήλθαν εις την Καστέλλαν, πληγωθέντων επί της εφορμήσεως του υπολοχαγού Σνεϊτσβείνου καί τινος υπαξιωματικού του πυροβολικού. Μετά την σύγκρουσιν ταύτην κατέβη ο Κιουταχής εν συνοδία πολλών ιππέων, και, αφ' ού παρετήρησε την θέσιν των Ελλήνων, ανέβη εις το εν Πατησίοις στρατόπεδον. Την επαύριον ήρχισεν εκ νέου η Καρτερία να κανονοβολή το μοναστήριον, και, διαρκούντος του κανονοβολισμού, κατέβασαν πολλοί ιππείς και πεζοί υπό τον Κιουταχήν έλκοντες δύο μεγάλα κανόνια, και στήσαντες αυτά επί τινος υψώματος έβλαψαν την Καρτερίαν και την ηνάγκασαν να απομακρυνθή· μετά δε την απομάκρυνσιν αυτής επεσκέφθη ο Κιουταχής το μοναστήριον, ενέθεσε κανόνια και μίαν βομβοβόλον, και, τοποθέτησας 300 πεζούς επί τινος λόφου, επανήλθεν αυθημερόν εις το στρατόπεδον.
Οι δε εν Χασιά Έλληνες, ων ο αριθμός ηυξήθη εις 3500, επροχώρησαν την 25 εις Καματερόν πλησίον του Χαϊδαρίου. Οι οπλαρχηγοί αυτών, όντες και οι τρεις ισότιμοι και απ' αλλήλων ανεξάρτητοι, διεφώνουν. Ο Βάσσος και ο Νοταράς, οι γνωρίζοντες τον τρόπον πολεμείν των Ελλήνων, εγνωμοδότουν ν' αποφεύγωσι πάσαν τακτικήν μάχην, και να βλάπτωσι τους εχθρούς σποράδην· αλλ' ο μεγάθυμος Κεφαλλήν, Μπούρμπαχης, ο μήτε γνώσιν μήτε πείραν έχων εισέτι των μεθ' ών εστράτευεν, ήτον εναντίας γνώμης, ην επί τέλους παρεδέχθησαν άγοντες και οι άλλοι οπλαρχηγοί· και ούτος μεν κατέβη μετά των στρατιωτών του εις την πεδιάδα, εκείνοι δε ετοποθετήθησαν μακράν έν τρίτον μιλίου όπισθεν αυτού επί των ριζωμάτων του όρους. Την 27, ανατείλαντος του ηλίου, 2000 πεζοί και 600 ιππείς έχοντες 2 κανόνια εστράτευσαν προς το Καματερόν υπό την οδηγίαν του Κιουταχή και έστησαν τα κανόνια κατά των ταγμάτων του Βάσσου και του Νοταρά, οι δε πεζοί και ιππείς ώρμησαν εις την προφυλακήν, ό εστι εις το τάγμα το Μπούρμπαχη. Γενναίως αντέστη η προφυλακή υπό την οδηγίαν τόσω γενναίου ανδρός· αλλ', ανίσου ούσης της πάλης εξ αιτίας του πεζικού επί της πεδιάδος ιππικού, ηττήθη κατά κράτος· δε ήλθε δε το όπισθεν της προφυλακής στράτευμα προς βοήθειάν της· αλλ' ετράπη εις φυγήν, εν ώ διήρκει η μάχη. 300 Έλληνες εφονεύθησαν, εν οίς και ο Μπούρμπαχης, δύο αξιωματικοί Γάλλοι και ο χειρουργός του τάγματος. Οι εχθροί, ιδόντες τον πανικόν φόβον των εις φυγήν τραπέντων, τους κατεδίωξαν πέραν της Ελευσίνος, κατέλαβαν την θέσιν εκείνην και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις Σαλαμίνα.
Ο δε Κιουταχής, επαρθείς επί τη νίκη ταύτη και θεωρήσας αυτήν κρίσιμον διά την πολλήν φθοράν και την φυγήν των Ελλήνων και ικανήν ν' απελπίση τους εν τω φρουρίω, τοις έστειλεν αυθημερόν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν προτρεπτικήν εις προσκύνησιν· περιμείνας δε απάντησιν δύο ημέρας και μη λαβών, κατέβη την εσπέραν της 29 εις το παραθαλάσσιον, παραλαβών πολλήν δύναμιν πεζήν και ιππικήν, επί σκοπώ να προσβάλη τους κατέχοντας την Καστέλλαν. Ούτοι, όντες έτοιμοι εις αντίστασιν, ανεβίβασαν τα λοιπά κανόνια και τα έστησαν, τα μεν εξ αριστερών, τα δε επί του κέντρου· και επειδή η προς τον Πειραιά πλευρά ήτον η ασθενεστέρα, ετοποθέτησαν δύο πλοία, το μεν προς τον μυχόν του λιμένος του Πειραιώς, το δε προς το λιμενόστομον της Μουνυχίας εις υπεράσπισιν αυτής· και τα μεν δεξιά της θέσεως κατείχαν οι Αθηναίοι υπό τον Μακρυγιάννην, τα δε αριστερά οι περί τον Καλλέργην και οι άνιπποι ιππείς, το δε κέντρον οι περί τον Ιωάννην Νοταράν, εφέδρευαν δε οι τακτικοί, και απεμακρύνθησαν του παραθαλασσίου και όλα τα πλοιάρια, ώστε ουδείς εδύνατο να φύγη. Την επαύριον οι εχθροί, πλήρεις τόλμης και υπό την προστασίαν του πυρός 6 κανονίων μετακομισθέντων εκ του στρατοπέδου την προτεραίαν, έπεσαν επί τα ελληνικά οχυρώματα, και πέντε ώρας επέμεναν, ποτέ εις το έν ποτέ εις το άλλο τάφρευμα ορμώντες εν μέσω πυρός 40 κανονίων, των μεν από της ξηράς των δε από των πλοίων σφαιροβολούντων· αλλά γενναίως πάντοτε αποκρουόμενοι ηναγκάσθησαν επί τέλους να φύγωσι κακώς έχοντες, επιπεσόντων των τακτικών, και εξορμησάντων 250 Αθηναίων. Υπερτριακόσιοι ελογίσθησαν οι φονευθέντες και πληγωθέντες Τούρκοι, εν οίς και πολλοί αξιωματικοί, 60 δε ή 70 Έλληνες· έπαθε πολλήν βλάβην και η Καρτερία υπό την εύστοχον βομβοβολήν των εν τω μοναστηρίω. Οι εχθροί δεν επεχείρησαν δευτέραν έφοδον, αλλά κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις αποκλεισμόν, εγείροντες οχυρώματα έμπροσθεν του μοναστηρίου, επί του παλαιού θεάτρου και επί των προς τον Ιλισσόν ριζωμάτων του λόφου· ένεκα δε τούτου συνέβαιναν καθ' ημέραν κανονοβολισμοί, τουφεκισμοί και φόνοι· επειδή δε οι Έλληνες, υδρεύοντες εν τη κατά το Φάληρον πηγή, τη επί της κατωφερείας του λόφου, ήτις μόνη είχε πόσιμον οπωσούν νερόν, εβλάπτοντο υπό του πυρός των εχθρών, 300 υπό τον Καλλέργην κατέλαβαν τρεις πυργίσκους παρά τας εκβολάς του Ιλισσού, κατηδάφισαν το άνω μέρος αυτών, επέτρωσαν το κάτω, και ανοίξαντες τας συνήθεις πολεμίστρας ητοιμάσθησαν εις πόλεμον. Την δε 20 φεβρουαρίου πολλοί εχθροί ώρμησαν πολλάκις εις κυρίευσιν των πυργίσκων εξ εφόδου, αλλά πάντοτε απεκρούσθησαν και πολλήν ζημίαν έπαθαν^ περί δε την εσπέραν στήσαντες δύο κανόνια ηνάγκασαν τους εγκλείστους να φύγωσι την νύκτα φέροντας εις Καστέλλαν μίαν εχθρικήν σημαίαν και 35 κεφαλάς, ως τρόπαια της εν τη ημέρα νίκης των, αλλά και πολλήν βλάβην παθόντας, φονευθέντων 10 εξ αυτών και πληγωθέντων 20. Μετά δε την κυρίευσιν των πυργίσκων οι εχθροί ανήγειραν έν πυροβολοστάσιον επί των εκβολών του Ιλισσού, και άλλο επί της άκρας της Μουνυχίας, και προσβάλλοντες δι' αυτών τα ερχόμενα εις Φάληρον πλοία εμπόδιζαν πολλάκις την έξωθεν μετακόμισιν των εις χρήσιν του ελληνικού στρατού τροφών και άλλων αναγκαίων.
Ο δε Καραϊσκάκης, μετά τα λαμπρά και απροσδόκητα κατά την στερεάν Ελλάδα κατορθώματά του, επανήλθε την 28 φεβρουαρίου εις Ελευσίνα κατά προτροπήν της κυβερνήσεως εις αντίληψιν της κινδυνευούσης ακροπόλεως.

1826-1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ'.

Μετάβασις της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. — Ταραχαί εν Ναυπλίω και Ύδρα. — Θαλάσσιοι εκστρατείαι εις Ωρωπόν και Βώλον.

ΑΙ αναγκάσασαι την κυβέρνησιν αταξίαι να περιορισθή εν τω κατά το Ναύπλιον θαλασσοπύργω, την ηνάγκασαν μετά ταύτα ν' απομακρυνθή ολοτελώς του αργολικού κόλπου. Εζήτει τόπον ελεύθερον πάσης στρατιωτικής και οχλικής συρροής, και παρά τα στρατόπεδα, ώστε να ημπορή και ταύτα να επιτηρή, και εν ανέσει να εργάζεται· τοιούτον ηύρε την Αίγιναν, όπου κατεστάθησαν οι Ψαριανοί μετά την καταστροφήν της πατρίδος των, και παρείχαν τα πιστά διά την προς την τάξιν αφοσίωσίν των· διά τους λόγους τούτους μετέβη εκεί την 11 νοεμβρίου και έτυχε καλλίστης υποδοχής.
Εν όσω διέμενεν η κυβέρνησις εν Ναυπλίω, αι εν αυτώ δύο στρατιωτικαί Αρχαί, η μεν του Παλαμηδίου υπό τον Γρίβαν, η δε της Ακροναυπλίας υπό τον Φωτομάραν, ανεξάρτητοι η μία της άλλης και αντίζηλοι, δεν εστασίαζαν και δεν διετάρατταν την πόλιν, συστελλόμεναι· αλλά μετά την απομάκρυνσιν της κυβερνήσεως αφηνίασαν oλοτελώς, κατήντησαν εις αλληλομαχίαν και παρ' ολίγον κατέστρεψαν και αυτήν την πόλιν μικρής αφορμής δοθείσης. Μεθύοντες μίαν ημέραν στρατιώται των δύο τούτων φρουράρχων διεπληκτίσθησαν· ο διαπληκτισμός των απλών στρατιωτών έγεινε μετ' ολίγον διαπληκτισμός των αρχηγών, και ο είς εζήτει ικανοποίησιν παρά του άλλου ή μάλλον αφορμήν να βλάψη τον άλλον, η δε επί τη εις Αίγιναν μεταβάσει της κυβερνήσεως συστηθείσα ως προσωρινή διοίκησις του Ναυπλίου επιτροπή ωλιγωρείτο.
Δεκέμβριος Την 3 δεκεμβρίου, αι κανονοβολαί του ενός φρουρίου κατά του άλλου ανήγγειλαν, ότι οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήσαν εις το εξής υπό το κράτος της βίας και ηνάγκασαν τους πλείστους, ως αν υπήρχε φόβος εχθρικής επιδρομής, ν' αναχωρήσωσιν από τόπον όπου ο αδύνατος εκινδύνευε να γίνη θύμα του δυνατού· εξ αιτίας τούτου ήλθαν εις συναίσθησιν οι δύο αντίζηλοι οπλαρχηγοί και έπαυσαν αλληλομαχούντες.
Δεινή στάσις συνέβη εκείναις ταις ημέραις και εν Ύδρα. Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου ο λαός της έζη εν αργία και επείνα· η κυβέρνησις δεν είχε πώς να κινήση τον στόλον· τινές ήρπασαν τα πλοία, ακόντων των κτητόρων, και μετήρχοντο την πειρατείαν· αλλά και η αισχρά αύτη βιομηχανία δεν ήτον ακίνδυνος εξ αιτίας των εις καταστολήν αυτής και τιμωρίαν των μετερχομένων αυτήν περιφερομένων εις την ελληνικήν θάλασσαν πλοίων των Δυνάμεων. Εν μέσω της κοινής ταύτης αμηχανίας και απορίας ο λαός της Ύδρας εφαίνετο εμβλέπων ως και άλλοτε εις το βαλάντιον των προκρίτων. Οι πρόκριτοι ήσαν διηρημένοι· οι μεν ήσαν κουντουριωτικοί, οι δε αντικουντουριωτικοί. Ούτοι ήσαν οι ασθενέστεροι, και εγόγγυζαν ως υπέρ τους άλλους φορολογούμενοι· ένεκα τούτου τινές αυτών απεμακρύνθησαν· αλλ' αι δειναί περιστάσεις απήτουν την εν Ύδρα παρουσίαν όλων των προκρίτων. Δύο εξ αυτών, ο Βασίλης Μπουντούρης, μέλος της επιτροπής της συνελεύσεως, και ο Δημήτρης Τσαμαδός, μέλος της κυβερνήσεως, διατρίβοντες ένεκα της δημοσίας υπηρεσίας των εν Αιγίνη, προσκληθέντες να μεταβώσιν εις Ύδραν, παρήκουσαν φοβηθέντες όχι μόνον μη υποβληθώσιν εις υπέρ την δύναμίν των καταβολάς, αλλά και μη κακοπάθωσιν. Οι δύο ούτοι καί τινες των ομοφρόνων αυτών φοβούμενοι μη αρπάση τα πλοία των ο λαός επί πειρατεία, τα είχαν φέρει μετά την τελευταίαν ναυτικήν εκστρατείαν εις Πόρον. Η υφαίρεσις των πλοίων εκίνησεν έκτοτε τον λαόν εις οργήν κατ' αυτών αλλ' η παρακοή των εις την πρόσκλησιν του κοινού τον εξηγρίωσεν. Εφοβήθησαν οι εν Ύδρα ομόφρονες των εν Αιγίνη μη κακοπάθωσι και αυτοί εξ αιτίας των απόντων και των παρακουσάντων, και έφυγαν διά νυκτός οι μεν εις Αίγιναν οι δε εις Πόρον ήσαν δε οι δύο Τομπάζαι, ο Μιαούλης και ο Δημήτρης Βούλγαρης. Οι δε εναπομείναντες Κουντουριώται, ιδόντες ότι εις μάτην ηγωνίσθησαν να επαναγάγωσιν εις Ύδραν τους απόντας, και ότι έφυγαν και οι άλλοι, απεφάσισαν να φύγωσι κρυφίως και αυτοί, ίνα μη υποστώσι μόνοι εξ αιτίας της απουσίας εκείνων όλον το βάρος· αλλ' ο λαός υπώπτευσε τον σκοπόν των και τους παρεφύλαττεν. Έτυχε να φανή εκείνας τας ημέρας έξωθεν της Ύδρας αγγλική φρεγάτα, και ν' αράξη εξ αιτίας του σφοδρού ανέμου εν τω λιμένι των Σπετσών. Οι Κουντουριώται, υποθέσαντες ότι ήτον η του Χαμιλτώνος, τω έγραψαν παρακαλούντες τον θερμώς ή να επαναφέρη εις Ύδραν επί κοινή αντιλήψει του κινδυνεύοντος τόπου τους άλλους προκρίτους, ους επροστάτευεν ιδιαιτέρως ως αγγλίζοντας, ή να έλθη εις λύτρωσιν και αυτών· ο πλοίαρχος της φρεγάτας ανέγνωσε το προς τον Χαμιλτώνα γράμμα και ήλθεν έμπροσθεν της Ύδρας εις παραλαβήν των· αλλ' ούτοι καί τινες άλλοι σχετικοί αυτών, εν ώ διεύθυναν τα βήματά των προς το παραθαλάσσιον, συνελήφθησαν και απεκομίσθησαν εις τας οικίας των ανενόχλητοι. Η Αγγλία, αναδεχθείσα τον συμβιβασμόν Ελλήνων και Τούρκων περί πολλού είχε να μη παραλυθώσι τα ελληνικά, διότι τότε ο συμβιβασμός δεν ευωδούτο· διά τούτο ο Χαμιλτών, όστις ησθένει τας ημέρας εκείνας εν Σμύρνη, λαβών το γράμμα των Κουντουριωτών, και μαθών και άλλοθεν την αθλίαν κατάστασιν των κατά την Ύδραν, κατέπλευσεν εις Ύδραν, παρέλαβεν επί της φρεγάτας του τους εκεί προκρίτους άκοντας, δώσας λόγον τιμής να τους επαναφέρη ασφαλώς εις Πόρον, αν δεν εσυμβιβάζοντο μετά των συμπατριωτών αυτών, συμπαρέλαβε και τον εν τη αυτή νήσω ιδιωτεύοντα Μαυροκορδάτον, και έπλευσε την 9 εις Ύδραν. Φθάσας δ' εκεί είδε την πολλήν καταφοράν του λαού κατά των προκρίτων του κόμματός του, και υποπτεύσας ότι τον υπεκίνουν οι Κουντουριώται, εσκέφθη και την ορμήν αυτού να περιστείλη και τους υποκινούντας αυτόν να φοβίση· και έδραξε την εξής αιτίαν.
Διά τας κατά θάλασσαν δεινάς αταξίας η δημογεροντία της Ύδρας είχεν υποσχεθή τω Χαμιλτώνι να μη επιτρέψη τον απόπλουν ουδενός των εν τω λιμένι πλοίων εκτός των εις εθνικήν υπηρεσίαν αποστελλομένων, και τούτων φερόντων έγγραφα. Αλλ' ο πλοίαρχος Ζάκας, ο διοικών το τρικάταρτον των Κουντουριωτών, ναυτολογήσας εν Ύδρα απέπλευσε τον νοέμβριον ανεφοδίαστος εγγράφων, συνέλαβε δύο Ιόνια πλοία, τα έφερεν εις Ύδραν και τα εξεφόρτωσε. Μαθών ο Χαμιλτών το γεγονός καθ' ήν ημέραν έφθασεν εις Ύδραν, επέπληξε την δημογεροντίαν, και απήτησε να τω παραδοθώσι τα φορτία, το τρικάταρτον και ο πλοίαρχος αυτού. Η δημογεροντία, η και άλλοτε ιδούσα τον συγκαταβατικόν Χαμιλτώνα απαιτούντα αλλά μη επιμένοντα, δεν επεμελήθη να τον ικανοποιήση· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο Χαμιλτών είχε κατ' εκείνην την περίστασιν πολιτικούς λόγους να δείξη πολλήν αυστηρότητα· διά τούτο λαβών πρόφασιν την παράβασιν της προς αυτόν δοθείσης υποσχέσεως και την παρακοήν της δημογεροντίας, απέστειλε την επαύριον κανανοφόρους εις αφαρπαγήν του εν τω λιμένι πλοίου των Κουντουριωτών και των αυτόθι άλλων υδραϊκών πλοίων επί λόγω αποζημιώσεως όσων ηρπάγησαν, και εις εμπόδιον άλλων κατά θάλασσαν αταξιών. Προς ευόδωσιν δε της αφαρπαγής έπλεαν όπισθεν των κανονοφόρων δύο φρεγάται, μία κορβέττα και έν βρίκι. Ο λαός της Ύδρας, όστις και ηγάπα και εφοβείτο τον Χαμιλτώνα, ιδών τα κινήματά του ουδεμίαν έδειξε διάθεσιν αντιστάσεως· πάμπολλοι μάλιστα κατέβησαν εις το παραθαλάσσιον ως απλοί θεωροί, ώστε τα αγγλικά πλοία, μεγάλα και μικρά, δεν ευρέθησαν εις ανάγκην να κανονοβολήσωσιν. Αλλ' οι επί του πλοίου των Κουντουριωτών, επυροβόλησαν μίαν των κανονοφόρων, και εντεύθεν έλαβαν αφορμήν οι εν αυταίς Άγγλοι ν' αντιπυροβολήσωσι και επλήγωσαν δέκα Υδραίους, εν οίς και τον ανδρείον πυρπολητήν Πολίτην, ιστάμενον απλούν θεατήν επί του παραθαλασσίου. Μετά το λυπηρόν τούτο συμβάν, οι Άγγλοι αφήρπασαν όλα τα εν τω λιμένι πλοία, μηδενός εναντιουμένου, όπως ευρέθησαν, τα μεν άνευ πηδαλίων, τα δε άνευ αρμένων, τα δε άνευ αγκυρών· αλλά καλή τύχη επεκράτησεν άκρα νηνεμία δι' όλης εκείνης της ημέρας και της επελθούσης νυκτός, και τα πλοία δεν έπαθαν. Την δε επιούσαν ήλθαν επί τη προσκλήσει του Χαμιλτώνος οι Κουντουριώται και άλλοι εις την φρεγάταν, διελέχθησαν μετά των εν αυτή προκρίτων, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· δεν ηθέλησαν δε οι Κουντουριώται ν' αναχωρήσωσιν εξ Ύδρας ως άλλοτε, διότι, αφ' ού συνελήφθησαν, εθαρρύνθησαν εκ της προς αυτούς ευμενούς διαγωγής του λαού· δεν ηθέλησαν δε ουδέ οι του άλλου κόμματος πρόκριτοι ν' αποβώσιν εις Ύδραν φοβούμενοι έτι μάλλον την οργήν του λαού μετά τα κατά την προτεραίαν συμβάντα, αποδιδόμενα παρά πολλών εις τας παρά τω Χαμιλτώνι υπενεργείας αυτών, και επανήλθαν εις Πόρον. Ο δε Χαμιλτών, καταπραϋνθείς, απέλυσεν όλα τα πλοία, εκτός του βρικίου του Μιαούλη σταλέντος επί τη αιτήσει αυτού εις Πόρον, και του πλοίου των Κουντουριωτών όπερ σταλέν εις Μάλταν και δικασθέν κατεδικάσθη και επωλήθη· έπαυσε και να ζητή τον Ζάκαν, ετοποθέτησεν εν Πόρω μίαν φρεγάταν εις ασφάλειαν των εκεί πλοίων μη τύχη και αφαρπαγώσιν, είπε προς όλους ειρηνικούς λόγους, επλήρωσε χρηστών ελπίδων τας καρδίας ως εγγιζούσης της αποκαταστάσεως της πατρίδος, και περιέστειλεν οπωσούν την κατά των απόντων προκρίτων ορμήν του λαού. Και ταύτα μεν τα κατά την Ύδραν.
Αφ' ού δε τα πολεμικά κινήματα των Ελλήνων εις λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως των Αθηνών απέτυχαν κατά το Χαϊδάρι, το Καματερόν και τον Πειραιά, η κυβέρνησις ησχολήθη εκ νέου να εμποδίση την εκ Θετταλίας και Ευβοίας εις το πολιορκούν την ακρόπολιν στρατόπεδον σιταγωγίαν, και εθεώρησεν αναγκαίον να κλείση τας Θερμοπύλας και διακόψη πάσαν σχέσιν Ευβοίας και Αττικής διά της κατοχής του Ωρωπού, διότι εν ταις παραθαλασσίοις αποθήκαις αυτού απεταμίευαν οι Τούρκοι τας εξ Ευβοίας και άλλοθεν εις χρήσιν του στρατοπέδου των Αθηνών στελλομένας τροφάς· εκήρυξε δε συγχρόνως η κυβέρνησις και τον αποκλεισμόν των παραλίων του ερετριακού κόλπου, του μαλιακού, και όλης της Ευβοίας. Εις κυρίευσιν δε του Ωρωπού απέστειλε, λήγοντος του Φεβρουαρίου, την Ελλάδα υπό τον Μιαούλην, την Καρτερίαν υπό τον Χάστιγγα, και τον Νέλσωνα υπό τον Παπανικολήν, και συναπέστειλε και 500 στρατιώτας υπό τον Ζακύνθιον Πέταν εκ των εν Σαλαμίνι καθημένων μετά την εν Καματερώ τροπήν· επέβη δε επί της φρεγάτας ως αρχηγός της κατά θάλασσαν και ξηράν ταύτης εκστρατείας ο συνταγματάρχης Εϋδέκος. Την 3 μαρτίου δύο ώρας προ της δύσεως του ηλίου έφθασαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν του λιμένος του Ωρωπού και ηύραν δύο φορτηγά υπό σημαίαν τουρκικήν τροφοφόρα· και η μεν Καρτερία εκυρίευσεν αμφότερα, η δε Ελλάς, κανονιοβολούσα σφοδρώς, κατεσίγασε το επί της παραλίας κανονοστάσιον, έκαυσε τα ξύλινα περιφράγματά του και μικράν τινα αποθήκην πολεμεφοδίων, εφόνευσέ τινας, και αφ' ού απεμακρύνθησαν όλοι οι φυλάσσοντες την θέσιν εκείνην, ητοιμάσθησαν αι λέμβοι των πλοίων εις αποβίβασιν των στρατιωτών και του αρχηγού αυτών Εϋδέκου υπό την ισχυράν προστασίαν του πυρός της φρεγάτας και του ατμόπλου, και υπό το κράτος του καταλαβόντος τους εχθρούς πανικού φόβου. Αλλ' ο Εϋδέκος, επί λόγω ότι δεν είχε λέμβους ικανάς ν' αποβιβάση διά μιας όλους τους στρατιώτας έμπροσθεν του εχθρού υπό το σκότος της νυκτός, ανέβαλε την αποβίβασιν εις την επαύριον αλλά και τότε αυτός μεν δεν απέβη, οι δε στρατιώται απεβιβάσθησαν υπό τον γενναίον Πέταν· συναπεβιβάσθησαν και 100 ναύται και επολέμησαν· μη προφθάσαντες δε να οχυρωθώσιν ως έπρεπεν, ούσης ημέρας, επανήλθαν το εσπέρας εις τα πλοία κατά διαταγήν του αρχηγού, αφήσαντες τους εχθρούς κατόχους της θέσεως· δύο Έλληνες εφονεύθησαν και έξ επληγώθησαν και οι μεν στρατιώται μετεκομίσθησαν επί του Νέλσωνος εις τον Πειραιά, το δε ατμόπλουν έφερε τον αρχηγόν και τας δύο λείας εις Πόρον. Έμεινε δε η φρεγάτα εν τω ερετριακώ κόλπω εις διακοπήν της κοινωνίας Αττικής και Ευβοίας. Αύτη υπήρξεν η πρώτη και τελευταία εκστρατεία του Εϋδέκου καθ' όλον το μακρόν διάστημα της εν Ελλάδι διατριβής του.
Κατ' εκείνον δε τον καιρόν μετέβη εκ νέου ο Κωλέττης εις Σκόπελον, και συνάξας ικανούς Θετταλομάγνητας τους διεβίβασεν εις Ταλάντι επί κατοχή των Θερμοπυλών. Αλλά, πριν εκστρατεύσωσιν εις τον προς ον όρον, έπεσαν ως Άρπυιαι επί την Θάσον, η εκστρατεία διελύθη, και ο Κωλέττης επανήλθεν εις Αίγιναν άπρακτος, ως και επί της προλαβούσης εκστρατείας του· χάρις όμως εις το παρακολουθούν αυτόν πλοίον, τρέψαν εις φυγήν έν εχθρικόν, διεκόπη, αφ’ ής ώρας έφθασεν εκεί, πάσα κοινωνία Βώλου και Ευβοίας· αλλά παρελθόντος του μηνός δι' όν το πλοίον εφωδιάσθη των αναγκαίων και εμισθοδοτήθησαν οι ναύται, απεμακρύνθη και αυτό, και η κοινωνία έμεινεν ελευθέρα, ως και πρότερον.
Μετά τινας δε ημέρας εξέπλευσαν εις διακοπήν της κοινωνίας των αυτών μερών το τρικάταρτον ο Θεμιστοκλής υπό τον Ραφαλιάν, το δικάταρτον ο Άρης υπό τον Κριεζήν, δύο γολέτται η υπό τον Σωτηρίου Ασπασία και η υπό τον Νέγκαν Παναγία, και η Καρτερία υπό τον Χάστιγγα, τον και αρχηγόν της μοίρας.
Απρίλιος Την εσπέραν της 8 απριλίου η μοίρα αύτη έφθασεν εις το στόμα του κόλπου του Βώλου· και ο μεν Άρης και ο Θεμιστοκλής ελλιμένισαν εντός τουφεκοβολής έμπροσθεν κανονοστασίου επί της εισόδου του λιμένος του Βώλου, και διά σφοδρού κανονοβολισμού το κατεσίγασαν, τα δε λοιπά πλοία έπλευσαν προς τον μυχόν, όπου ηύραν οκτώ τουρκικά δικάταρτα φορτηγά υπό την προστασίαν των κανονοστασίων της πόλεως, και τα πλείστα αυτών έχοντα τα πανία λυτά· εξ αυτών ανείλκυσαν υπό τα εχθρικόν πυρ πέντε, φορτωμένα τροφών και πολεμεφοδίων εις χρήσιν του κατά τας Αθήνας εχθρικού στρατοπέδου, και τα απέστειλαν εν συνοδία της Ασπασίας εις Πάρον· έκαυσαν και δύο, και έσπασαν του ογδόου, επί της ξηράς ριφθέντος, το εμπροσθινόν κατάρτιον. Εκείθεν έπλευσαν εις τον λιμένα των Τρικέρων, όπου ηύραν έν πολεμικόν δικάταρτον υπό τουρκικήν σημαίαν. Τα πλοίον τούτο έκειτο προς τον μυχόν εν μέσω υψηλών βράχων υπό την προστασίαν του πυρός ενός κανονοστασίου και δυνατού τινος τάγματος Αλβανών τοποθετημένων όπισθεν των βράχων. Περί το μεσονύκτιον της 10 εδοκίμασαν οι περί τον Χάστιγγα να κυριεύσωσι το πλοίον, αλλ' απέτυχαν αποκρουσθέντες υπό των προστατευόντων αυτό Αλβανών· απέτυχαν κινηθέντες εις κυρίευσιν αυτού και την επαύριον· ιδόντες δε ότι δεν εδύναντο να το ανελκύσωσι, το έκαυσαν διά πυρίνων σφαιρών. Δύο ναύται Έλληνες εφονεύθησαν επί της εκστρατείας ταύτης και τέσσαρες επληγώθησαν.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

Διαφωνίαι περί την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως. — Άφιξις του στρατηγού Τσώρτση, και του λόρδου Κοχράνου και διορισμός του μεν εις την αρχιστρατηγίαν, του δε εις την στολαρχίαν. — Χαρακτήρ Μιαούλη. — Η εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις. — Εκλογή Ιωάννου Καποδιστρίου ως κυβερνήτου. — Αντικυβερνητική επιτροπή.

ΔΙΗΓΟΥΜΕΝΟΙ τα κατά την εν Επιδαύρω γ' εθνικήν συνέλευσιν είπαμεν ότι, αναβαλούσα αύτη τας εργασίας της τον απρίλιον, εξ αιτίας της πτώσεως του Μεσολογγίου, εψήφισε να συνέλθωσιν οι αυτοί πληρεξούσιοι, λήγοντος του σεπτεμβρίου, ή και ταχύτερον, εις ό,τι μέρος θα εκαλούντο παρά της επιτροπής της συνελεύσεως. Κατά το ψήφισμα τούτο και διά τας δεινάς της πατρίδος περιστάσεις εκλήθησαν οι πληρεξούσιοι εις Πόρον τελευτώντος του αυγούστου, προς εξακολούθησιν των εργασιών των, αλλά δεν συνήλθαν· παρήλθε και όλος ο σεπτέμβριος και ουδείς πληρεξούσιος ουδέ τότε μετέβη εις Πόρον· πολλοί δε αυτών εκήρυξαν τον τόπον εκείνον ακατάλληλον. Η επιτροπή εκάλεσεν εκ νέου τους πληρεξουσίους εις τον αυτόν τόπον, αρχομένου του οκτωβρίου· αλλά παρήλθεν όλος ο οκτώβριος και ουδείς ουδέ τότε υπήκουσεν. Αφ' ού δε απεφάσισαν να μεταβώσιν αι δύο επιτροπαί εις Αίγιναν, εκλήθησαν και εκ τρίτου οι πληρεξούσιοι όχι ως πρότερον εις Πόρον αλλ' εις Αίγιναν. Είδαμεν, ότι το ζήτημα του τόπου έφερε και άλλοτε το έθνος εις διαίρεσιν· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγένετο σοβαρώτερον, και οι μεν μετά της εν Αιγίνη εδρευούσης κυβερνήσεως πολιτευόμενοι συνήλθαν εις Αίγιναν, οι αντιπολιτευόμενοι εις Ερμιόνην (Καστρί) κατά πρότασιν του Κολοκοτρώνη. Ο αρχηγός ούτος, ο τόσα παθών και φυλακισθείς υπό του Κουντουριώτου επί του εμφυλίου πολέμου συμμαχήσας τότε μετά του Ζαήμη κατ' εκείνου, συνεμάχησεν επί της συνελεύσεως ταύτης μετά του Κουντουριώτου κατά του Ζαήμη. Αλλ' η περί του τόπου διαίρεσις εγέννησε και υποδιαίρεσιν του κόμματος των αντιπολιτευομένων· διότι, εν ώ οι περί τον Κολοκοτρώνην εκάλουν τους περί τον Κουντουριωτών και λοιπούς ομόφρονάς των νησιώτας εις Ερμιόνην, ούτοι εκάλουν εκείνους εις Πόρον, όπου ίσχυαν· αλλά, επιμένοντος του Κολοκοτρώνη, παρεδέχθησαν επί τέλους ως τόπον της συνελεύσεως την Ερμιόνην φοβούμενοι μη υπερισχύσωσιν εξ αιτίας της διαιρέσεως οι εν Αιγίνη αντίπαλοί των. Εκτός δε της δυσκολίας του τόπου, ανεφύη και άλλη βαρυτέρα, η περί πληρεξουσίων. Οι μεν εν Αιγίνη επέμεναν να συνέλθωσιν οι διακόψαντες εν Επιδαύρω τας εργασίας των· τούτο δε εβοήθει τους σκοπούς των, διότι οι πλείστοι εκείνων αιγίνιζαν· οι δε άλλοι άφησαν ελευθέρας τας επαρχίας να στείλωσι τους αυτούς ή άλλους. Αυθαιρέτως ενήργουν οι εν Ερμιόνη και περί του τόπου και περί των προσώπων· διότι, ψηφίσασα η εν Επιδαύρω συνέλευσις την αναβολήν των εργασιών της, συνεψήφισε και την συγκάλεσιν παρά της επιτροπής αυτής των αυτών πληρεξουσίων εις ό,τι μέρος εκείνη έκρινεν ασφαλέστερον· απέκειτο δε αναμφιβόλως εις τους πληρεξουσίους, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού όπου συνεκαλούντο, να μείνωσιν εκεί, η να μεταβώσιν αλλού· ώστε οι εν Αιγίνη ενήργουν εννόμως· αλλ' έδωκαν και δείγμα πολλής μετριότητος στείλαντες πρεσβείαν προς τους αντιπάλους των υπέρ ενώσεως, και γνωμοδοτούντες περί μεν του ζητήματος των αυτών ή άλλων πληρεξουσίων ν' αναβληθή πάσα συζήτησις έως ου συνέλθωσιν οι αντιφερόμενοι εις ένα και τον αυτόν τόπον, και τότε όλοι ομού να λύσωσι το ζήτημα τούτο· περί δε του τόπου να ευρεθή τρίτος, διότι, εν όσω απήτουν οι μεν την Αίγιναν οι δε την Ερμιόνην, συνέλευσις δεν συνεκροτείτο, αλλά να ευρεθή τοιούτος τόπος όπου ο πληρεξούσιος, αν δεν έβλεπε τον καπνόν, να ήκουε καν τον κρότον των κατά της ακροπόλεως κανονίων. Διά τοιούτων οδηγιών εφωδιασμένη η πρεσβεία ανεχώρησε την 20 Ιανουαρίου εις Ερμιόνην, αλλ' επανήλθεν άπρακτος, αποκριθέντων των εκεί παιδαριωδώς, ότι δεν απεφάσισαν εκείνοι αλλά το έθνος τόπον συνελεύσεως την Ερμιόνην. Έσπευσαν και τα στρατόπεδα της στερεάς Ελλάδος να υποστηρίξωσι την ορθήν και πατριωτικήν πρότασιν των εν Αιγίνη·
Φεβρουάριος αλλ' οι εν Ερμιόνη ουδ' αυτά εισήκουσαν, και επιμένοντες εις όν προέθεντο εξ αρχής σκοπόν ήρχισαν τας τακτικάς των συνεδριάσεις την 11 φεβρουαρίου υπό την προεδρίαν του Σισίνη. Ηγανάκτησαν οι εν Αιγίνη επί τη τοιαύτη παρεκτροπή παντός καθήκοντος, συνηγανάκτησαν και τα στρατόπεδα, και την 27 έγραψαν διά του γενικού αρχηγού των Καραϊσκάκη τοις εν Αιγίνη να μη ενδώσωσιν, ειμή αν οι εν Ερμιόνη συγκατετίθεντο εις τρίτον τόπον, και τούτον εντεύθεν της Επιδαύρου πλησίον των στρατοπέδων. Αισχρόν και παιδαριώδες ήτο να αλληλομαχώσιν οι Έλληνες περί του τόπου των συζητήσεων, κινδυνευούσης της πατρίδος. Αλλ' εν μέσω της αλληλομαχίας ταύτης, ήτις κορυφωθείσα μετά την έναρξιν των εν Ερμιόνη συνεδριάσεων ηπείλει εμφύλιον πόλεμον, έφθασεν εις Ερμιόνην ο αντιστράτηγος Ριχάρδος Τσώρτσης.
Καθ' όν καιρόν οι Άγγλοι εκυρίευσαν τας πλείστας των ιονίων νήσων, ο ανήρ ούτος εσύστησεν εν Ζακύνθω δύο ελαφρά τάγματα εξ Ελλήνων· κατετάχθησαν δε ως αξιωματικοί ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς, ο Πλαπούτας, ο Νικήτας, ο Βλαχόπουλος και άλλοι οπλαρχηγοί διαπρέποντες επί της ενεστώσης επαναστάσεως, οίτινες και προσηλώθησαν ιδιαιτέρως τον Τσώρτσην, διότι ιδιαιτέρως και αυτός τους ηγάπα και τους επροστάτευε. Γενομένης δε της ειρήνης, διελύθησαν τα δύο ταύτα τάγματα· ο δε Τσώρτσης μετέβη εις υπηρεσίαν του βασιλέως της Νεαπόλεως, όπου υψώθη εις βαθμόν αντιστρατήγου και κατέστη εν μια των μεσημβρινών του βασιλείου επαρχιών «άλλος εγώ». Αλλ' ο πολυχρόνιος αυτού χωρισμός ούτε την εις αυτόν αφοσίωσιν των άλλοτε συναγωνιστών του Ελλήνων επηρέασεν, ούτε την προς αυτούς αγάπην αυτού εψύχρανε· διά τους λόγους τούτους και διά τας εξ αιτίας της αιτηθείσης αγγλικής προστασίας και μεσιτείας πολιτικάς σχέσεις των δύο εθνών, η διοικητική επιτροπή έσπευσε να καλέση τον Τσώρτσην εις την ελληνικήν υπηρεσίαν συναινέσει του Κολοκοτρώνη και των άλλων ομοφρόνων του οπλαρχηγών. Προθύμως εδέχθη την πρόσκλησιν ο Τσώρτσης, και αναχωρήσας εξ Ιταλίας κατευωδώθη την 26 εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών. Γνωσθείσης δε της αφίξεως αυτού, έδραμαν αυθωρεί ο Κολοκοτρώνης και άλλοι των εν Ερμιόνη εις υπάντησίν του, τον εδεξιώθησαν φιλοφρονέστατα, τον ονόμασαν πατέρα και ευεργέτην, τον συνώδευσαν την επαύριον εις Ερμιόνην, και τον εθεώρησαν έκτοτε ως πολεμικόν αρχηγόν των· αλλ' εκείνος, πληροφορηθείς περί της επικρατούσης διαιρέσεως, τοις είπε να τον θεωρώσιν ως απλούν περιηγητήν εν όσω δεν ωμονόουν. Διέτριβε πρό τινων ημερών εν Ερμιόνη ο Χαμιλτών καταγινόμενος να φέρη τους εκεί εις συναίσθησιν της κακής διαγωγής των. Οι σφοδροί και σοβαροί λόγοι αυτού, η συνεργεία του Τσώρτση και η προτροπή του εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως της Αγγλίας υπέρ ομονοίας, εξ ής και μόνης έγραφεν ότι εξήρτητο η ευόδωσις της υπέρ Ελλάδος μεσιτείας του, υπερίσχυσαν, και απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι αμφοτέρων των κομμάτων εις Τροιζήνα (Δαμαλά) προς εξίσασιν των περί συνελεύσεως διαφορών.
Μάρτιος Εν τούτοις, έφθασε την 5 μαρτίου εις Πόρον επί του ατμόπλου Μονόκερω και ο προ πολλού ως σωτήρ περιμενόμενος Κοχράνης, και κατέπλευσεν εις Αίγιναν, όπου έδρευεν η κυβέρνησις· έφερε δε εις χρήσιν των εκστρατειών του δίστηλα εκατόν χιλιάδας, εξ ών τα μεν ήσαν βοηθήματα των εν Ευρώπη φιλελληνικών Εταιριών, τα δε απομεινάρια του αγγλικού δανείου. Τόση δε ήτον η επιθυμία και η ανάγκη της παρουσίας αυτού εν Ελλάδι, ώστε, αφ' ότου έμαθαν οι Έλληνες ότι ανεχώρησεν εξ Αγγλίας και περιέπλεε την Μεσόγειον, έστειλαν πλοίον εις ανεύρεσιν και επιτάχυνσίν του· διά τούτο ανεκλάλητος χαρά ενέπλησε τας καρδίας όλων, μαθόντων την άφιξίν του· πρεσβείαι δε προς τον σωτήρα τούτον της πατρίδος και συγχαρητήρια εστέλλοντο πανταχόθεν· απέστειλε προς τούτον μεταβάντα εξ Αιγίνης εις Πόρον και η εν Ερμιόνη συνέλευσις πρεσβείαν φέρουσαν την εξής επιστολήν.
«Η Ελλάς σε συγχαίρει διά την εις τας θαλάσσας της παρουσίαν σου· αι ευχαί των Ελλήνων εκπληρούνται διά τούτο, και αι ελπίδες των ανυψούνται περί της καλής εκβάσεως του ιερού αγώνος των.
«Το ελληνικόν έθνος συνηγμένον ενταύθα εις γ' εθνικήν συνέλευσιν επιθυμεί την παρουσίαν σου, και σε προσκαλεί αποστέλλον τον γενικόν αρχηγόν των όπλων της Πελοποννήσου Θ. Κολοκοτρώνην, τον Κ. Κανάρην, τον Ν. Μπότασην, τον στρατηγόν Κίτσον Τσαβέλλαν και τον κόμητα Α. Μεταξάν, διά να αποδώση τας ευχαριστίας του εις τον υπέρ των δικαίων του ζήλον σου».
Ο Κοχράνης, ον η γνώσις της επαράτου διαιρέσεως έθλιψε και εθορύβησεν αφ' ότου επάτησε την ελληνικήν γην, κατεταράχθη ιδών ενώπιόν του απολλυμένης της πατρίδος τους άνδρας, ους η οικτρά φωνή της εκάλει εις τα πεδία της μάχης προς υπεράσπισιν, και πλήρης αγανακτήσεως έγραψε μετά τινας περιποιητικούς λόγους τους εξής επιπληκτικούς προς τους εν Ερμιόνη, πληρεξουσίους.
«Ελυπήθην ιδών τους ανδρειοτέρους και περιφημοτέρους αξιωματικούς της Ελλάδος καταγινομένους εις τον σχηματισμόν πολιτικής συνελεύσεως και δαπανώντας τον καιρόν των εις συζητήσεις περί του τόπου αυτής, εν ώ ο εχθρός καταπατά ακωλύτως όλην την γην σας, εξουσιάζει τα τρία τέταρτα των φρουρίων και πολιορκεί την πρωτεύουσαν της ελληνικής πολιτείας. Αι Αθήναι κινδυνεύουν τον έσχατον κίνδυνον· και εν ώ ο γενναίος Φαβιέρος μετ' ολίγων ηρώων ενθουσιώντων διά την αυτονομίαν έδραμεν εις βοήθειαν των ανδρείων υπερασπιστών αυτής, οι αξιωματικοί της Ελλάδος δεν παύουν καταγινόμενοι εις μικροπρεπείς συζητήσεις περί πολιτικών πραγμάτων. Αν η σκιά του Δημοσθένους εζωοποίει εκ νέου την εν ταύτη τη νήσω κόνιν του μεγάλου εκείνου ανδρός, θα ηκούετε εκ του στόματός του μεταβάλλοντος μόνον τα ονόματα των ανδρών και των τόπων τον πρώτον του κατά του Φιλίππου λόγον, και θα εμανθάνετε από ένα συμπολίτην σας ειδήμονα της ιστορίας και βαθείαν γνώσιν έχοντα του ανθρώπου οποία έπρεπε να είναι η διαγωγή σας. Σας παραγγέλλω λοιπόν να αναγνώσετε τον λόγον αυτόν εν πλήρει συνεδριάσει· συνιστώ δε ιδιαιτέρως προς τους διέποντας την τύχην της Ελλάδος μίαν μίαν τας συμβουλάς του· και επειδή τοιούτου ανδρός οι λόγοι είναι τόσον κατάλληλοι εις τας σημερινάς σας περιστάσεις, ασυγχώρητος οιηματίας θα εφαινόμην, αν άλλο τι σας έλεγα ειμή τους λόγους αυτού.
«Αν τοίνυν, ω άνδρες Αθηναίοι, και υμείς επί της τοιαύτης εθελήσητε γενέσθαι γνώμης νυν, επειδήπερ ου πρότερον, και έκαστος υμών, ου δει και δύναιτ' αν παρασχείν αυτόν χρήσιμον τη πόλει, πάσαν αφείς την ειρωνείαν έτοιμος πράττειν υπάρξη, ο μεν χρήματ' έχων εισφέρειν, ο δ' εν ηλικία στρατεύεσθαι, συνελόντι δ' απλώς αν υμών αυτών εθελήσητε γενέσθαι και παύσησθε αυτός μεν ουδέν έκαστος ποιήσειν ελπίζων, τον δε πλησίον πάνθ' υπέρ αυτού πράξειν· και τα υμέτερ' αυτών κομιείσθε, αν Θεός θέλη, και τα κατερραθυμημένα πάλιν αναλήψεσθε, κακείνον τιμωρήσεσθε».
Τοιαύτα γράψας ο Κοχράνης τοις εν Ερμιόνη εκήρυξε παρρησία, ότι ούτε απέβαινεν, ούτε ενήργει τι υπέρ Ελλάδος, εν όσω οι Έλληνες δεν ωμονόουν. Ο αξιέπαινος ούτος τρόπος του πράττειν και λαλείν του Κοχράνου απεπεράτωσε το έργον της ενώσεως, συνήλθαν εις Τροιζήνα και οι εν Ερμιόνη και οι εν Αιγίνη, έγειναν δεκτοί όλοι οι πληρεξούσιοι παλαιοί και νέοι ως μέλη της συνελεύσεως, και την 19 ήρχισαν αι διακοπείσαι εργασίαι της. Συγχρόνως μετέβη και η κυβέρνησις εις Πόρον μίαν ώραν απέχοντα της Τροιζήνος. Οι δε πληρεξούσιοι, περί πολλού ποιούμενοι την καθησύχασιν του επί τη διαιρέσει αυτών οργισθέντος Κοχράνου, έσπευσαν να τον ειδοποιήσωσιν ότι ηνώθησαν. Αλλ' ο Κοχράνης, δικαίως θεωρών πάσαν πολιτικήν συζήτησιν και άκαιρον και επιβλαβή ψυχορραγούσης της ακροπόλεως, τοις απεκρίθη, ότι, καθ' ήν είχε μακράν πείραν των εν επαναστάσει εθνών, αι εξημμέναι συζητήσεις ήσαν ολέθριοι, ότι άχρηστοι ήσαν οι νόμοι οσάκις ήσαν ανίσχυροι, ότι επιβλαβέστατον το νομοθετείν και μη ενεργείν εν καιρώ πολέμου, και ότι τότε μόνον ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ότε η συνέλευσις εψήφιζε τα εις απολύτρωσιν της ακροπόλεως και την εις Αθήνας συγκάλεσιν των πληρεξουσίων· άλλως, έβλεπεν ότι η Ελλάς απόλλυται· επειδή δε συνέβησαν νέαι αναβολαί, τοις έγραψε πάλιν, ότι, επειδή αι συμβουλαί του δεν εχρησίμευαν ως αποτεινόμεναι προς ανθρώπους εμποδίζοντας την πρόοδον των πραγμάτων και έχοντας απόφασιν να μη αλλάξωσι διαγωγήν, αυτός ανεχώρει, αν μέχρι της εσπέρας δεν ενηργούντο τα δέοντα· τοις επρότεινε δε να συστήσωσι κυβέρνησιν εκατονταήμερον, και ν' αναβάλωσι τα λοιπά εις αρμοδιώτερον καιρόν. Η συνέλευσις εφοβήθη επί τη απειλή της αναχωρήσεώς του και απεφάσισε να πραγματοποιήση τας ευχάς του ψηφίζουσα μόνα τα κατεπείγοντα ανυπερθέτως.
Είδαμεν, ότι, μόλις συνεκροτείτο κυβέρνησις, και ήθελαν οι εναντίοι της να την καταστρέψωσιν· ουδείς δε των εις ους περιήλθεν αλληλοδιαδόχως επί της επαναστάσεως η εξουσία εφάνη άξιος να την διατηρήση. Το συμφέρον της πατρίδος απήτει να συγκεντρωθή εις ενός και μόνου χείρα όλη η νομοτελεστική εξουσία, η μέχρι τούδε εις πολλών διανεμομένη· αλλά τοιαύτης Αρχής και της γενικής εμπιστοσύνης των άξιον άνδρα δεν ηύρισκαν οι Έλληνες εντός της Ελλάδος, διά τούτο έστρεψαν το βλέμμα εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν, τον άλλοτε διαπρέψαντα ως υπουργόν της ρωσσικής αυτοκρατορίας, διάγοντα τότε ιδιωτικόν βίον εν Ελουηττία, και πλήρη πατριωτισμού πάντοτε φανέντα· τόσον δε εξ αιτίας των εμφυλίων παθών και αντιζηλιών επέμεναν εις το να φέρωσιν έξωθεν κυβερνήτην, ώστε εψήφισαν, αν δεν ήρχετο ο Καποδίστριας, να ζητήσωσιν άλλον αντ' εκείνου εκτός πάντοτε της Ελλάδος. Τα δε πολεμικά των ήσαν ως και τα πολιτικά των· πολυαρχία επεκράτει εν τω στρατιωτικώ της Ελλάδος. Ο Κολοκοτρώνης υπερίσχυεν όλων των πολεμικών της Πελοποννήσου· ο δε Καραϊσκάκης απέκτησεν επί της τελευταίας του εκστρατείας πολλήν και δικαίαν φήμην· αλλ' ησθάνοντο και ο είς και ο άλλος ότι δεν ήσαν οι άνθρωποι της γενικής στρατιωτικής Αρχής της Ελλάδος· και αμφότεροι επρότειναν αυθόρμητοι ν' αναδείξη η συνέλευσις τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον όλης της Ελλάδος. Κατά θάλασσαν επρώτευεν ο Μιαούλης,
Αδιαφιλονείκητος είναι η αξία ανδρός, ον τιμούν και αυτοί οι αντίπαλοι· τοιούτος ήτον ο Μιαούλης. Διχονοούσα η υπερήφανος Ύδρα τον ετίμα όλη. Απρόθυμος εφάνη κατ' αρχάς προς τον αγώνα, ως παρ' αγνώστων κινηθέντα και ως ανώτερον της δυνάμεως των Ελλήνων, διετέλεσεν οικουρών την πρώτην εξαμηνίαν, εξέπλευσε μετά ταύτα ως απλούς πλοίαρχος και ηρίστευσεν ως ναύαρχος. Αρχομένου δε του δευτέρου έτους, εξέπλευσεν ως ναύαρχος, και την μέχρι τούδε παραφυλακτικήν διαγωγήν του ελληνικού στόλου ως προς τον τουρκικόν μετήλλαξεν αυτός πρώτος εις επιθετικήν. Ουδείς νοημονέστερος και ευτολμότερος αυτού εν μάχαις ή μετριοφρονέστερος εν νίκαις· εις ουδέν ελογίζετο όσα έπραττεν αναλογιζόμενος τι ώφειλε να πράξη· μεγίστην πεποίθησιν είχαν οι Έλληνες εις αυτόν, αλλ' αυτός ηγνόει την αληθή αξίαν του, και εν μέσω των θριάμβων του πάντοτε εδίσταζεν αν ο μέγας αγών θα ευδοκίμει· ουδέποτε εσπουδάρχησε και κατά χρέος μάλλον ή κατά προαίρεσιν εναυάρχησεν· η Αρχή εζήτησε πάντοτε αυτόν και ουδέποτε αυτός την Αρχήν. Πάντες οι επισκεπτόμενοι τον άνδρα τούτον ξένοι τον εθαύμαζαν διά την λιτότητα του βίου και την μετριοφροσύνην του, οι δε παρευρεθέντες εν ταις ναυμαχίαις του ναυτικοί τον ευφήμουν διά την ευτολμίαν και την ναυαρχικήν αυτομάθειάν του. Πολλάκις οι περί τα πολιτικοί ασχολούμενοι και τα της πατρίδος προς το ίδιον συμφέρον ή προς φιλαρχίαν διαπραττόμενοι τροποποιούν ασυστόλως εις επίτευξιν του ποθουμένου ας πρεσβεύουν αρχάς, συναγωνιστάς παραδέχονται τους ανταγωνιστάς, και σωτήρας σήμερον της πατρίδος καλούν ους ολετήρας εκάλουν χθες και το ανάπαλιν, παρέχοντες σκανδαλώδες και επονείδιστον παράδειγμα παλιμβουλίας και κακής χρήσεως πολιτικής επιρροής· επανέρχονται δε αναιδώς, αν τοις συμφέρη, εις τα πρώτα, προσάπτοντες τοις άλλοις τα επί της ιδιοτελούς ενώσεως των πολιτικά αυτών ανομήματα. Τοιούτος δεν ήτον ο Μιαούλης, την αυτήν πολιτικήν αείποτε επολιτεύθη, ουδέποτε μετεποίησεν επ' ιδιοτελεία τους φίλους εις εχθρούς ή τους εχθρούς εις φίλους, ουδ' εφαντάσθη να επιρρεάση τα της πατρίδος διά της κατά θάλασσαν υπεροχής του· εθνωφελή δε θεωρών εν τη περιστάσει ταύτη την στολαρχίαν του Κοχράνου πρόθυμος απεδύθη πολυετή και πολυένδοξον αρχηγίαν, και φαιδρός κατέβη εις τάξιν πλοιάρχου ως απαλλαττόμενος μάλλον βάρους ή ως στερούμενος Αρχής (α).
Εν ώ δε ουδένα των Ελλήνων δυσηρέστησαν οι διορισμοί του Κοχράνου ως στολάρχου και του Τσώρτση ως αρχιστρατήγου, η εκλογή του Καποδιστρίου ως επταετούς κυβερνήτου δυσηρέστησε πολλούς των πολιτικών, αλλ' ουδείς ετόλμησε να εκφράση εναντίαν γνώμην, διότι και η ανάγκη και η επιθυμία του έθνους ήσαν υπέρ αυτής. Την εκλογήν ταύτην, κυρίως προελθούσαν παρά των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, υπεστήριξαν παρ’ ελπίδα και οι πολλήν επιρροήν επί της συνελεύσεως έχοντες Άγγλοι Κοχράνης και Τσώρτσης. Εξ αιτίας δε των δεινών περιστάσεων ουδ' ο μοίραρχος Άγγλος Χαμιλτών, ουδ' ο εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς της Αγγλίας την απεδοκίμασαν. «Μας χρειάζεται προ παντός μία Ελλάς»· έγραφεν ο πρέσβυς· εφρόνουν δε και αυτός και ο μοίραρχος, ότι ο Καποδίστριας θ' απεποιείτο· του φρονήματος τούτου ήτο και η κυβέρνησίς των.
Την δε 29 μαρτίου παρέστη εν μέσω της συνελεύσεως ο Κοχράνης ως στόλαρχος, και δείξας εκ νέου, συνεδριαζόντων των πληρεξουσίων, την ανάγκην της ομονοίας και της κατά ξηράν και θάλασσαν ταυτοχρόνου εκστρατείας έθεσε την δεξιάν του επί της λαβής του ξίφους του και είπεν, «Ορκίζομαι να υπηρετήσω πιστώς την Ελλάδα και να χύσω υπέρ αυτής το αίμα μου, αν φανή και η Ελλάς πιστή εις εαυτήν». Αφ' ού δε ωρκίσθη, ανύψωσε την στολαρχικήν σημαίαν επί της Ελλάδος, εν ή και ο Μιαούλης ως πλοίαρχος. Την δε 2 απριλίου εσυστήθη τριμελής επιτροπή κληθείσα αντικυβερνητική επιτροπή, εντολήν έχουσα να διοική τον τόπον μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου κατά τους όρους του συντάγματος· διωρίσθησαν δε μέλη αυτής, αποποιηθέντων πολλών άλλων, ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης, ο Γιαννούλης Νάκος και ο Μαρκής Μιλαήτης· ανεγνώσθη δε αυθημερόν και αναφορά της παυσάσης διοικητικής επιτροπής διαλαμβάνουσα τα επί της διοικητικής αυτής περιόδου συμβάντα. Την δε επαύριον, ημέραν του Πάσχα, ωρκίσθησαν τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής ενώπιον της συνελεύσεως επί του σταυρού τον ακόλουθον όρκον.
«Ορκίζομαι εις το όνομα της τρισυποστάτου Θεότητος και εις την γλυκυτάτην πατρίδα, πρώτον μεν ή να ελευθερωθή το ελληνικόν έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας ν' αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος· έπειτα δε να υποτάσσωμαι μ' όλην την πίστιν εις τον παρόντα νόμον της πατρίδος ό,τι λογής αι τρεις εθνικαί συνελεύσεις του 1822, του 1823 και του 1827 παρέδωκαν εις το ελληνικόν έθνος».
Ο δε Τσώρτσης, πριν αναδεχθή την αρχιστρατηγίαν και ορκισθή, ενόμισε καθήκον να διασκεδάση τας επικρατούσας ψευδείς φήμας ότι είχε ξένην υποστήριξιν και ότι έφερε χρήματα προς ενίσχυσιν του αγώνος· είπε δε προς τοις άλλοις, ότι δεν εθεώρει πλέον την ακρόπολιν των Αθηνών υπερασπίσιμον. Αλλ', επιμενούσης της συνελεύσεως εις ό,τι περί αυτού εψήφισε, παρέστη ενώπιόν της καθ' ήν ημέραν ωρκίσθη η αντικυβερνητική επιτροπή, και ώμοσε και αυτός επί του σταυρού και του ξίφους του τον εξής όρκον.
«Ορκίζομαι ενώπιον του υπερτάτου Όντος και της εθνικής των Ελλήνων συνελεύσεως να υπηρετήσω εις τον κατά των Τούρκων αγώνα των υπό την σημαίαν των και διά το συμφέρον της Ελλάδος, να πείθωμαι εις τους καθεστώτας νόμους της και να υπακούω εις τας διαταγάς της διοικήσεώς της». Η δε συνέλευσις εξέδωκεν 24 ψηφίσματα. Τα τέσσαρα πρώτα, αν και εξεδόθησαν εν Ερμιόνη, έγειναν πασίδεκτα. Το πρώτον τούτων έλεγεν ότι η ελληνική επικράτεια συνίστατο εξ όλων των λαβουσών όπλα επαρχιών, ότι ήτον αδιαίρετος, και ότι τα του αγώνος αγαθά ήσαν κοινά· εξεδόθη δε διότι, εν ώ η διοικητική επιτροπή ηγωνίσθη ειλικρινώς και αριζήλως επ' ωφελεία της στερεάς Ελλάδος και κατώρθωσε δι' ών εσύστησε στρατοπέδων την ανόρθωσίν της, δεν έπαυάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω, διά της επιτροπής της συνελεύσεως, επί του προκειμένου συμβιβασμού, την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου· το δεύτερον ψήφισμα απέβλεπε την αμφίβολον νομιμότητα των πλείστων των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων, και ηκύρονε τα της Επιδαύρου, το απαιτούν την εκ νέου συγκάλεσιν των εκεί συνελθόντων πληρεξουσίων· το τρίτον απέδιδεν εις τον Υψηλάντην τα πολιτικά του δικαιώματα, άτινα του αφήρεσεν η εν Επιδαύρω συνέλευσις· και το τέταρτον ενομιμοποίει την μετάβασιν των εν Ερμιόνη πληρεξουσίων εις Τροιζήνα. Τα δ' εκδοθέντα εν Τροιζήνι κατά την χρονολογικήν τάξιν αυτών διελάμβαναν, την στολαρχίαν του Κοχράνου, την εκλογήν του Καποδιστρίου ως κυβερνήτου της Ελλάδος, την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, την αμοιβήν των κατά θάλασσαν υπηρετούντων, τον διορισμόν των μελών της αντικυβερνητικής επιτροπής και συγκάλεσιν άλλης συνελεύσεως, αν ο Καποδίστριας δεν ήρχετο, την σύστασιν εθνικού στόλου, την αμοιβήν της φρουράς της ακροπόλεως των Αθηνών και τον τρόπον της αμοιβής, την εύρεσιν τρίτου δανείου παρά του κυβερνήτου διστήλων πέντε εκατομμυρίων επί υποθήκη εθνικής γης, την διάταξιν περί των φρουρίων και των οχυρωμάτων, την εύρεσιν πόρων εις διατήρησιν του υπό τον αρχιστράτηγον στρατιωτικού, την επικύρωσιν του επιδιορθωθέντος συντάγματος και απαγόρευσιν παντός επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθετήματος και πάσης πράξεως παρά τους όρους αυτού, τα καθήκοντα της αντικυβερνητικής επιτροπής μέχρι της αφίξεως του κυβερνήτου, την κατάργησιν του ανεκκλήτου ποινικού δικαστηρίου συστηθέντος επί της διοικητικής επιτροπής και επιθεώρησιν των αποφάσεών του, την μετάβασιν της κυβερνήσεως εις Ναύπλιον, την εκλογήν του Νικολάου Ρενιέρου ως προέδρου της βουλής, την βράβευσιν δι' εθνικής γης μετά τον πόλεμον των καταταχθησομένων στρατιωτών υπό την ελληνικήν σημαίαν, τον οργανισμόν στρατιωτικής δυνάμεως και την διαίρεσιν αυτής εις στρατεύματα δυνάμει εις στρατεύματα ενεργεία και εις πολιτικά, τον συνοικισμόν των έξωθεν ερχομένων, τον ιδιαίτερον συνοικισμόν Σμυρναίων επί του ισθμού της Κορίνθου και την ακύρωσιν της παρά τους νόμους και τας διατυπώσεις εκποιήσεως εθνικών κτημάτων απ' αρχής της α'. περιόδου μέχρι τέλους της γ'. επί αποζημιώσει των αγοραστών.
Η συνέλευσις, εν ώ απηγόρευσε παν επί οιαδήποτε προφάσει και περιστάσει νομοθέτημα και πάσαν πράξιν παρά τους όρους του συντάγματος, διετήρησε και ας περί συμβιβασμού διά της μεσιτείας της Αγγλίας έθεσεν η της Επιδαύρου βάσεις, καθ' άς η Ελλάς καθίστατο υπόφορος· ώστε παρεδέχθη δυο αντικειμένας αρχάς· και απαγορεύουσα πάσαν παράβασιν του συντάγματος εσάλευεν η ιδία αύτη τα θεμέλιά του. Εξήλειψεν από του συντάγματος και το-π ρ ο σ ω ρ ι ν ό ν, ως αν ετέθησαν τα της Ελλάδος επί σταθερών βάσεων, εν ώ ο κίνδυνος ήτο περί των όλων. Το δε σύνταγμα ήτο μεν ακριβέστερον και φιλογενέστερον του προγενεστέρου, αλλ' έμεινεν ανεφάρμοστον· αφιερούτο δε εις την πίστιν της βουλής, του κυβερνήτου και του δικαστικού κλάδου, εις την εύνοιαν του λαού και τον πατριωτισμόν παντός Έλληνος, απέκλειε τον κλήρον πάσης πολιτικής υπηρεσίας κατά τους ιερούς κανόνας, και διήρει την επικράτειαν εις θέματα. Έστειλεν η συνέλευσις και προσκλητήρια προς τον Καποδίστριαν· επεκαλέσθη την αντίληψιν των εις Χριστόν πιστευόντων λαών και των δυνατών της Ευρώπης· ανήγγειλε προς το έθνος τα ουσιωδέστερα των έργων της· εκάλεσεν εις τα όπλα άνδρας, γυναίκας, γέροντας και παιδία· τοις είπεν ότι αλλού δεν ηύρισκαν ασφάλειαν ειμή εις το σύνηθες σύνθημά των, «ελευθερίαν ή θάνατον», εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του έθνους προς τον βασιλέα της Βαυαρίας, τον πρόεδρον των ομοσπόνδων Πολιτειών της αρκτώας Αμερικής, τον Γεώργιον Κάννιγγα, τον Εϋνάρδον, άλλους φιλέλληνας και πολλούς εκτός της Ελλάδος Έλληνας, επολιτογράφησέ τινας τω φιλελλήνων, και την 5 μαΐου κατέπαυσε των έργων αυτής.
Διηρημένη ήτο και η παρούσα συνέλευσις ως και η του Άστρους· συνήρχετο όμως όλη εις ένα και τον αυτόν τόπον, και συνειργάζετο υπό την σκιάν του παρά την κώμην των Δαμαλών και υπό των ναμάτων της Ιπποκρήνης ποτιζομένου λεμονώνος· δεν ήσαν δε, ως οι εν Άστρει, εις πολιτικούς και πολεμικούς, αλλ' εις Πελοποννησίους και Στερεοελλαδίτας διηθημένοι· διότι, ως προανεφέραμεν, το ζήτημα του καιρού τούτου ήτον η εις τον συμβιβασμόν συμπερίληψις ή μη της στερεάς Ελλάδος· έκλιναν προς τους Στερεοελλαδίτας και οι Νησιώται. Τόσον δε ήσαν οι πλείστοι των πληρεξουσίων του ενός και του άλλου μέρους εξημμένοι και δύσπιστοι προς αλλήλους, ώστε εν μια των τελευταίων συνεδριάσεων, λογοτριβής γενομένης, εξώκειλαν και εις άτοπα· ο δε ηπειρώτης οπλαρχηγός Κίτσος, ελθών εις το μέσον βαστών και σείων κατά πρόσωπον του Κολοκοτρώνη κλάδον δένδρου, τον ύβρισεν ως άνανδρον και μηδαμινόν. Αγανακτήσαντες οι Πελοποννήσιοι εφώναξαν «ε ι ς-τ α-ό π λ α». «Ε ι ς-τ α-ό π λ α» εφώναξαν και οι Στερεοελλαδίται, διηρέθησαν όλοι οι πληρεξούσιοι εις δύο στρατόπεδα, εξήλθαν του λεμονώνος οι μεν Πελοποννήσιοι εξ ενός, οι δε Στερεοελλαδίται εξ άλλου μέρους· οι μεν έτρεξαν και εκλείσθησαν εν ταις οικίαις, οι δε κατέλαβαν οχυράς θέσεις, όλοι ητοιμάσθησαν εις πόλεμον, και αν μία πιστολία έπιπτεν, ο τόπος της συνελεύσεως θα εγίνετο τόπος αίματος· αλλ' οι μετριώτεροι των πληρεξουσίων, πεσόντες εις το μέσον, καθησύχασαν τα δεινά ταύτα (β). Τοιαύτη ήτον η αρχή και τοιούτον το τέλος της εν Τροιζήνι συνελεύσεως· ήρχισε και ετελείωσεν εν διχονοίαις, δυσπιστίαις και ταραχαίς.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.

Στρατοπέδευσις του Καραϊσκάκη εν Κερατσηνίω. — Μάχη του Μετοχίου και άλλαι τινές συγκρούσεις. — Μετάβασις Κοχράνου Τσώρτση εις Πειραιά — Τα κατά την Αττικήν μετά την εκεί μετάβασιν αυτών. — Θάνατος Καραϊσκάκη και επιθεώρησις της επί του αγώνος διαγωγής του. — Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών.

Ο δε Καραϊσκάκης είχε μόλις χίλιους καθ' όν καιρόν επανήλθεν εις Ελευσίνα, διότι διέσπειρε τους λοιπούς εις διαφόρους θέσεις της στερεάς Ελλάδος· αλλ' εντός τεσσάρων ημερών ετριπλασιάσθη ο αριθμός, προστεθέντων των εν Σαλαμίνι ταγμάτων του Βάσσου, των Νοταράδων και άλλων οπλαρχηγών, και συνεπληρώθη τα ιππικόν εις εκατόν, ενωθέντων καί τινων τακτικών.
Μάρτιος Την δε εσπέραν της 2 μαρτίου εκίνησαν όλοι οι μεν διά ξηράς οι δε διά θαλάσσης, και την επαύριον ετοποθετήθησαν διά νυκτός εν Κερατσηνίω παραθαλασσία θέσει παρά τω λιμένι Φωρών επί του πορθμού της Σαλαμίνος δύο μίλια μακράν του Πειραιώς προς δύσιν, και ωχυρώθησαν. Πρωίας δε γενομένης, επήλθαν οι παρά τα Κερατσήνι κατέχοντες θέσεις εχθροί και ηκροβολίσθησαν· περί δε την μεσημβρίαν κατέβησαν και άλλοι πεζοί και ικανοί ιππείς εκ Πατησίων, αλλ' όλοι απεκρούσθησαν. Την δε επαύριον, ανατείλαντος του ήλιου, ήλθεν ο Κιουταχής συνεπιφέρων πολυάριθμον πεζικόν, τετρακοσίους ιππείς και κανόνια, και ελπίζων να ρίψη τους εχθρούς του εις την θάλασσαν.
Έμπροσθεν των οχυρωμάτων των Ελλήνων επί θέσεως πεδινής έκειτο μετόχιον ασκεπές και περιτετοιχισμένον· το μετόχιον τούτο εθεωρήθη διά την θέσιν του χρήσιμον προπύργιον των ελληνικών οχυρωμάτων, και εντός αυτού ετοποθετήθησαν 250 εκλεκτοί στρατιώται υπό τους οπλαρχηγούς Θανάσην Τούσαν, Γαρδικιώτην Γρίβαν, και άλλους. Επειδή δε η θέσις ήτο λίαν επικίνδυνος, εθάρρυνεν ο Καραϊσκάκης τους στρατιώτας μοιράσας αυτοίς χρήματα και υποσχεθείς πλουσιωτέρας αμοιβάς, αν ηρίστευαν. Οι εχθροί έστησαν εν πρώτοις τα κανόνια παρά το μετόχιον εντός τουφεκοβολής και ρίψαντες διά σφοδρού κανοβολισμού τους τοίχους του διηρέθησαν, και οι μεν επέπεσαν επ' ελπίδι ν' αφαρπάσωσι τους εν αυτώ όλους ζώντας, οι δε ώρμησαν επί τους κατέχοντας τας άλλας θέσεις Έλληνας, ίνα εμποδίσωσι πάσαν επιβοήθειαν· το δε ιππικόν παρακολούθει το πεζικόν. Αλλ' η καρτερία των εν τω μετοχίω εφάνη ανωτέρα παντός επαίνου. Πολεμούντες όπισθεν των ερειπίων και υπό την σκέπην δύο χωματίνων οχυρωμάτων ανεγερθέντων την νύκτα εκ του προχείρου εκτός του μετοχίου, ανεχαίτισαν την ορμήν και των πεζομαχούντων και των ιππομαχούντων. Εξέπληξε την ημέραν εκείνην και αυτούς τους εχθρούς η αφοβία του υπό τον Χατσή-Μιχάλην ιππικού αντιπαραταχθέντος, αν και τόσον ολίγου, προς το πολυάριθμον εχθρικόν και εμποδίσαντος ευτυχώς την πρόοδόν του· ηρίστευσαν και οι κατέχοντες τας άλλας θέσεις Έλληνες· έν μόνον οχύρωμα έχασαν, αλλά μετ' ολίγον το ανέκτησαν, ώστε πολεμούντες οι εχθροί κατ' αρχάς επί βλάβη, κατήντησαν να πολεμώσιν επί αμύνη και ηναγκάσθησαν να απομακρυνθώσι την β' ώραν μετά μεσημβρίαν κακώς έχοντες· πολλοί εξ αυτών εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εκ δε των Ελλήνων εφονεύθησαν 3 και επληγώθησαν 20.
Οι Έλληνες, εμψυχωθέντες επί τη νίκη ταύτη, έβαλαν κατά νουν να προσβάλωσι τους προς τον Πειραιά εχθρούς, και 1000 εξ αυτών ετοιμάσαντες την 17 δεμάτια σχοίνων υπήγαν την νύκτα κατά διαταγήν του Καραϊσκάκη εις ανέγερσιν οχυρώματος· αλλ' εν ώ ειργάζοντο, ηκούσθη κρότος· οι πλείστοι υπέθεσαν, ότι ήσαν καλπάσματα ίππων και έγειναν εν τω άμα άφαντοι· αλλ' ο ακουσθείς κρότος ήτο κάλπασμα ενός και μόνου ίππου φέροντος εις κατασκευήν του οχυρώματος πτυάρια και αξίνας· μαθόντες δε καθ' οδόν οι λειποτάκται την αληθή του φόβου των αιτίαν επανήλθαν και ετελείωσαν το έργον των. Οι δε Τούρκοι, ιδόντες την επαύριον το ανεγερθέν οχύρωμα, και νοήσαντες τον σκοπόν, επεχείρησαν την επιούσαν νύκτα ν' ανεγείρωσι και ούτοι άλλο πλησίον αυτού. Εφόρμησαν οι Έλληνες, ίνα τους εμποδίσωσιν, αλλ' απέτυχαν και έπαθαν, φονευθέντων τριών και πληγωθέντων πολλών. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, επεχείρησαν να ανεγείρωσιν άλλο διά νυκτός πλησίον του τουρκικού· αλλά, φονευθέντος ενός των εργατών και πληγωθέντος άλλου, άφησαν οι λοιποί τα πτυάρια και τας αξίνας και επανήλθαν εις το στρατόπεδον άπρακτοι. Εφονεύθησαν δε κατά τον ακροβολισμόν εκείνης της νυκτός ο οπλαρχηγός της Ερμιόνης Μίτσας και ο εκ Στεμνίτσης Μηλιώνης· έκτοτε παρητήθησαν οι Έλληνες των τοιούτων επιχειρήσεων.
Είπαμεν, ότι η παρουσία του Κοχράνου έβαλεν εις μεγάλην κίνησιν όλην την Ελλάδα. Εν ώ εκινδύνευεν η Ελλάς, ο ανήρ ούτος δεν έπαυε κομπορρημονών ότι θα επανωρθούτο η βυζαντινή αυτοκρατορία, και θ' ανυψούτο η ελληνική σημαία επί της αγίας Σοφίας· αφ' ού δε ωρκίσθη ενώπιον των εν Τροιζήνι πληρεξουσίων και ανεδέχθη την υπηρεσίαν, εξέδωκε προκήρυξιν της αυτής εννοίας (α).
Αλλ', εν ώ τοιαύτα εκομπορρημόνει, γράμματα στελλόμενα επανειλημμένως παρά των εν ακροπόλει ελεεινολόγουν την αθλίαν κατάστασίν των, εξετραγώδουν τας εκ του χειμώνος κακοπαθείας και ασθενείας, την στέρησιν ιατρών και ιατρικών, την σπάνιν πολεμεφοδίων και τροφών, και έλεγαν, ότι έπιπτεν αφεύκτως η ακρόπολις, αν εντός ολίγων ημερών δεν ήρχετο έξωθεν βοήθεια εις λύσιν της πολιορκίας, ή τουλάχιστον εις αλλαγήν της πασχούσης φρουράς και εις εξαγωγήν των γυναικών, παιδιών και αδυνάτων. Αντήχησαν αι λυπηραί αύται ειδήσεις καθ' όλην την Ελλάδα, και ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων· όσον επί του κινδύνου της ακροπόλεως. Εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων υπό τους Νοταράδας, εξεστράτευσαν αλληλοδιαδόχως επί τη ειδήσει ταύτη 2500 υπό τον Γενναίον, τον Χρύσανθον Σισίνην, και άλλους άλλων επαρχιών της Πελοποννήσου οπλαρχηγούς· εμίσθωσε και ο Κοχράνης 1000, τους πλείστους Υδραίους και Σπετσιώτας, και τους έθεσεν υπό την οδηγίαν του ταγματάρχου Ουρκουάρτου εις βοήθειαν της ακροπόλεως· εστρατολογήθησαν και εν Νάξω 200 Κρήτες υπό τον Καλλέργην μεταβάντα εκεί από του στρατοπέδου· συνεξεστράτευσαν και όλοι οι εν Σαλαμίνι Στερεοελλαδίται· μετέβησαν εις το στρατόπεδον κατά προτροπήν του αρχιστρατήγου και οι καθήμενοι δι' αντιζηλίας άπρακτοι εν Περαχώρα, Λουτρακίω και Καλαμακίω, Σουλιώται· συνηγωνίζοντο και 180 τακτικοί υπό τον Ιγγλέσην και 26 φιλέλληνες· παρήσαν και δύο ίλαι η μεν υπό τον Αλμέιδαν, η δε υπό τον Χατσή-Μιχάλην· ώστε οι εν Αττική συνελθόντες πεζοί και ιππείς συνηριθμούντο την 10 απριλίου εις 10,000· χάρις δε εις την συνδρομήν των φιλελληνικών εταιριών, το στρατόπεδον δεν έπασχεν έλλειψιν τροφών· εδαπάνησε και ο Κοχράνης μέρος όσων έφερε χρημάτων εις διατήρησιν αυτού.
Μάρτιος Καθημερινοί σχεδόν ακροβολισμοί Ελλήνων και Τούρκων συνέβαιναν περί τας Αθήνας. Την δε 22 παραλαβών ο Καραϊσκάκης το ιππικόν και ικανούς πεζούς υπό τον Μπούσγον εκίνησε προς το μέρος του Δαφνίου, ως πλησιέστερον της ακροπόλεως, εις εμψύχωσιν των πολιορκουμένων· και τους μεν πεζούς ετοποθέτησεν εντός του στενώματος, αυτός δε μετά του ιππικού κατέλαβε τον ελαιώνα. Ο Κιουταχής ήλθε την αυτήν νύκτα πλησίον της θέσεως εκείνης μεθ' ικανών πεζών και ιππέων και έμεινεν αφανής όπισθεν των λόφων, εφ' ών έκειντο τα αντικρύ του μετοχίου οχυρώματά του, σκοπεύων ίσως να πέση την επαύριον αίφνης επί τους εν μετοχίω· αλλ' ιδών απροσδοκήτως πλησίον αυτού το ελληνικόν ιππικόν επέπεσε και έστειλε και μέρος του στρατεύματός του κατά των περί τον Μπούσγον. Ούτοι προσβληθέντες αίφνης απεμακρύνθησαν, και οι εχθροί κατέλαβαν το στένωμα. Ωπισθοδρόμησε προς το στένωμα και το υπό τον Καραϊσκάκην ιππικόν ως αδύνατον ν' αντισταθεί, σκοπεύον να επανέλθη δι' εκείνης της οδού εις το εν Κερατσηνίω στρατόπεδον· αλλά ευρόν παρ' ελπίδα την θέσιν προκατειλημμένην συνήψε τρίωρον μάχην, ελθόντων και άλλων Ελλήνων και Τούρκων εις επικουρίαν των μαχομένων. Οι Έλληνες διέβησαν το στένωμα και επανήλθαν εις το στρατόπεδον, αλλά 19 εσκοτώθησαν και επληγώθησαν, και 14 ίπποι έπεσαν· έπαθαν και οι εχθροί δεινά παθήματα. Επί του αυτού σχεδόν μέρους συνέβη, αρχομένου του απριλίου, και άλλη μάχη φονικωτέρα της περί ης ο λόγος αφορμήν λαβούσα εκ της ανεγέρσεώς τινων οχυρωμάτων. Έπεσαν και κατά ταύτην 20 Έλληνες, εν οίς και ο Βασίλης Δαγκλής, και επληγώθησαν 10 εφονεύθησαν και επληγώθησαν και 18 ίπποι και διεκρίθη υπέρ πάντα άλλον ο Καραγεώργης Βούλγαρος ιππομαχών μόνος προς πολλούς ιππείς και αριστεύων· έπαθαν και οι Τούρκοι πολλήν ζημίαν.
Οι δε έγκλειστοι δεν έπαυαν γράφοντες, ότι η ακρόπολις έπιπτε δι' έλλειψιν των αναγκαίων, αν εντός ολίγου δεν εβοηθείτο, και κατηνάγκασαν τας πολιτικάς και πολεμικάς Αρχάς της Ελλάδος να μη μεταχειρισθώσι τους ασφαλεστέρους τρόπους εις σωτηρίαν αυτής ως βραδυτέρους, αλλά τους επικινδυνοτέρους ως ταχυτέρους. Εσχεδίαζεν ο αρχιστράτηγος να φέρη σωτήριον ανταγωνισμόν δι' αποστολής στρατευμάτων και πλοίων εις τα παράλια της Αλβανίας και ν' αναγκάση τοιουτοτρόπως τους πολιορκούντας την ακρόπολιν Αλβανούς να τρέξωσιν εις υπεράσπισιν των οικιών και συγγενών των· ο Καραϊσκάκης επεθύμει πάντοτε να καταληφθώσι τα στενά των Θερμοπυλών και ο Ωρωπός, και κοπή η μετά του στρατοπέδου του Κιουταχή κοινωνία Θεσσαλίας και Ευβοίας, όθεν εστέλλοντο εις το στρατόπεδον αι τροφαί και τα άλλα αναγκαία. Αλλά και τα δύο ταύτα σχέδια εγκατελείφθησαν ως μη ικανά να φέρωσι ταχύ αποτέλεσμα, εξ ού και μόνου, κατά το γράφειν των εγκλείστων, εκρέματο η σωτηρία της ακροπόλεως.
Απρίλιος Την 7 απριλίου κατήρεν έξωθεν του Φαλήρου ναυτική μοίρα, ό εστι δικάταρτά τινα και η φρεγάτα Ελλάς, φέρουσα τον αρχιναύαρχον και τον αρχιστράτηγον, οίτινες απέβησαν εις επίσκεψιν του εν τω στρατοπέδω του Κερατσηνίου Καραϊσκάκη· επροπορεύετο δε αυτών ελληνική σημαία. Ο Κοχράνης ελάλησε πολλά διά του διερμηνέως περί της ταχείας λυτρώσεως της ακροπόλεως, επέμεινεν εις το να πέσωσιν οι Έλληνες όσον τάχιον εις το εχθρικόν στρατόπεδον προς λύσιν της πολιορκίας, ή αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων, και μεταξύ λόγων, εμπήξας εις την γην την παρ' αυτώ σημαίαν, είπε στραφείς προς τους στρατιώτας, «Στρατιώται, όστις εξ υμών στήσει επί της ακροπόλεως την σημαίαν ταύτην θα λάβει γέρας χίλια δίστηλα, το δε συνοδεύον τον σημαιοφόρον σώμα δεκακισχίλια»· μετά την συνέντευξιν ταύτην επανήλθαν ο στόλαρχος και ο αρχιστράτηγος εις τα πλοία ευφημούμενοι.
Την δε επαύριον απέβησαν εις Φάληρον οι υπό την οδηγίαν του Ουρκουάρτου, και συμπαραλαβόντες και τους εκεί υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίους εκίνησαν προς τα εχθρικά οχυρώματα, και πολεμούντες επλησίασαν εντός πιστολίας· τόσον δε εφοβήθησαν οι εχθροί, ώστε έσπευσαν να φέρωσιν εντός του μοναστηρίου τους έξωθεν βόσκοντας ίππους και άλλα ζώα. Κατά τον ακροβολισμόν τούτον διαρκέσαντα μέχρι της νυκτός επληγώθησαν 11 Έλληνες. Εξ εκείνης δε της ημέρας μέχρι της 13 καθημερινοί συνέβαιναν ακροβολισμοί. Οι δε υπό τον Μακρυγιάννην Αθηναίοι, οι υπό τον Ιγγλέσην τακτικοί και άλλοι, πλήρεις όλοι ζήλου επροχώρησαν οχυροποιούντες υπό την υπεράσπισιν του πυρός ελαφρών τινων κανονίων μέχρι των άκρων του ελαιώνος, προσβάλλοντες και προσβαλλόμενοι. Την δε 13 χωρίς τινος προμελέτης και εκ μικράς αιτίας εγένετο σημαντική μάχη. 30 στρατιώται απέβησαν εις το μεταξύ των λιμένων της Μουνυχίας και του Πειραιώς ακρωτήριον παρά τον τάφον του Θεμιστοκλέους μετά μεσημβρίαν, και βοηθούμενοι υπό δύο κανονοφόρων προσέβαλαν εχθρούς τινας πλησίον της θέσεως εκείνης ωχυρωμένους. Η ολίγων κατ' αρχάς μάχη εγένετο μετά μικρόν πολλών, και ο Κοχράνης, όστις έτυχε να ευρεθή την ώραν εκείνην επί της ξηράς και να παρατηρή διά του τηλεσκοπίου τας θέσεις των εχθρών, ιδών τα γινόμενα και ενθουσιασθείς, ανέλαβε την αρχηγίαν των παρευρεθέντων στρατιωτών και ακολουθούμενος παρ' αυτών επροχώρησε προς το μοναστήριον εκθέτων εαυτόν υπέρ πάντα άλλον εις το πυρ των εχθρών και καλών τους λοιπούς Έλληνας εις γενικήν μάχην. Η φωνή του ηκούσθη, και το παράδειγμά του ηλέκτρισεν όλους. Ώρμησαν οι εν τω Φαλήρω, ώρμησαν και οι εν Κερατσηνίω, αμιλλώμενοι όλοι ποίοι να φανώσιν ενώπιον τοιούτου ανδρός ανδρειότεροι των άλλων, επυροβόλησαν συγχρόνως και τα κανονοστάσια, και άλλα μεν των εχθρικών οχυρωμάτων επάτησαν εξ εφόδου οι Έλληνες, άλλα δε εγκατέλειψαν οι κατέχοντες αυτά έμφοβοι, ώστε εν μιας ώρας διαστήματι 9 εχθρικά οχυρώματα έμεναν υπεξούσια των Ελλήνων, και οι εν αυτοίς εχθροί οι μεν επανήλθαν εις τα περί την πόλιν στρατόπεδον φεύγοντες, οι δε κατέφυγαν εις το μοναστήριον· 60 Τούρκοι και 8 Έλληνες ήσαν οι πεσόντες και παθόντες την ημέραν εκείνην. Μετά την μάχην ταύτην κατέλαβαν οι Έλληνες όλην την γραμμήν, από Φαλήρου μέχρι των υψωμάτων του Κορυδαλού, έχοντες εν τω μέσω μόνους εχθρούς τους εν τω μοναστηρίω, ως 300, αποχωρισθέντας των άλλων. Τούτου δε γενομένου, μετέφερεν ο Καραϊσκάκης την σκηνήν του εκ Κερατσηνίου εις Πειραιά· τόσον δε εχάρη και τόσας ελπίδας συνέλαβεν επί τη νίκη ταύτη ο πρωταίτιος αυτής Κοχράνης, ώστε κοινοποιών τα κατά την ημέραν εκείνην συμβάντα τη αντικυβερνητική επιτροπή έλεγεν ότι, αν την επαύριον εφέροντο οι Έλληνες όπως την ημέραν εκείνην, η πολιορκία ελύετο. Τω όντι, ο ακράτητος ούτος ανήρ επρόβαλε να κινήσωσι την επαύριον τα στρατεύματα προς την ακρόπολιν· αλλ' ο Τσώρτσης και ο Καραϊσκάκης ηναντιώθησαν, μη θέλοντες να ριψοκινδυνεύσωσι τα πάντα· ο Καραϊσκάκης μάλιστα είπεν, ότι ούτε βήμα θα επροχώρει, εν όσω οι εχθροί κατείχαν το μοναστήριον.
Δυσηρεστήθη ο Κοχράνης, αλλ' ηναγκάσθη να παραδεχθή την ορθήν ταύτην γνώμην, και την 14 εκίνησαν οι Έλληνες επί τους εν τω μοναστηρίω, έφεραν πλησιεστέρον τα κανόνιά των, μετέφεραν εις Πειραιά την φρεγάταν και άλλα πλοία και προσέβαλαν το μοναστήριον διά ξηράς και θαλάσσης όλην την ημέραν κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Οκτακοσίας κανονίας έρριψε μόνη η φρεγάτα, ανέτρεψε την οροφήν του μοναστηρίου και μέρος των τοίχων του, και εφαίνετο ότι έθαπτε τους εγκλείστους υπό τα επισυσσωρευόμενα ερείπια. Αλλ' όσον μέγας ήτον ο κίνδυνος, τόσον μεγάλη εφάνη και η ανδρία των κινδυνευόντων· δις και τρις ώρμησαν οι Έλληνες να κυριεύσωσιν εξ εφόδου το καταστραφέν μοναστήριον, αλλ' οι 300 γενναίως τους απέκρουσαν· είναι δε άπορον πώς ο δραστήριος Κιουταχής, καθήμενος αργός εν τω στρατοπέδω του, και βλέπων τους ατρομήτους πολεμιστάς του αγωνιώντας, δεν έτρεξεν εις βοήθειαν. Την νύκτα έγεινεν επί τη αιτήσει της φρουράς του μοναστηρίου ανακωχή, και υπήγαν δύο εξ αυτής εις την ναυαρχίδα προς συμβιβασμόν, αλλά δεν εσυμβιβάσθησαν· διότι οι μεν εζήτουν να επανέλθωσιν εις το εν Αθήναις στρατόπεδόν των φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, ο δε στόλαρχος τοις εχάριζε μόνον την ζωήν. Διαρκούσης δε της ανακωχής, ηυτομόλησαν προς τους Έλληνας εκ των εν τω μοναστηρίω 30 Χειμαριώται Χριστιανοί, συναινούσης όλης της φρουράς διά την σπάνιν των τροφών. Αλλ' όσον αξιέπαινος εφάνη η τουρκική φρουρά του μοναστηρίου μαχομένη, τόσον ημαύρωσε την δόξαν της επί της ανακωχής φονεύσασα τον προς αυτήν σταλέντα παρά του Ουρκουάρτου και φέροντά τινας επί συμβιβασμώ προτάσεις· επυροβόλησε δε μετά ταύτα και τους εν τω πλοιαρίω της ναυαρχίδος φέροντι υπό λευκήν σημαίαν τον γραμματέα του στολάρχου. Η διττή αύτη ανόσιος πράξις διήγειρε δικαίαν αγανάκτησιν κατά των εν τω μοναστηρίω. Εφρύαττε δε κατ' εξοχήν ο Κοχράνης, ο προτού θαυμάζων την ανδρίαν των, εκάλει τους Έλληνας εις έφοδον και εξολόθρευσίν των ως παρασπόνδων, και δεν ήθελε πλέον ν' ακούη συμβιβασμόν· και επειδή οι Έλληνες δεν επέπιπταν, τους επέπληττε, τους ύβριζεν ως ανάνδρους και ηπείλει ότι, αν δεν εκυρίευαν αμέσως το μοναστήριον, θ' ανεχώρει. Ηγανάκτησαν οι οπλαρχηγοί υβριζόμενοι· ηγανάκτησε και αυτός ο Καραϊσκάκης και στραφείς προς τους οργήν πνέοντας συναδέλφους του, «βλέπω» , τοις είπεν, «ότι κακά θα τα πάμε με τούτους τους φράγκους· φοβούμαι πως θα μας χάσουν με την αβασταγιά τους· αλλά πρέπει να τους οικονομήσωμεν». Ο Κοχράνης δεν ανεχώρησεν ως ηπείλησεν, αλλ' εγκοτών, διότι δεν εισηκούετο, απεχωρίσθη και εκάθητο εντός του πλοίου του· αν είχεν όμως υπομονήν μίαν ημέραν, η απλή πολιορκία ήρκει εις την άνευ εφόδου και άνευ παραμικρού πυροβολισμού πτώσιν του μοναστηρίου, διότι μόλις είχαν οι έγκλειστοι μιας ημέρας τροφήν, και η συγκοινωνία αυτών και του στρατοπέδου των ήτο διακεκομμένη. Αλλ' ο ανυπόμονος λόρδος εθεώρει μίαν ημέραν ως ολόκληρον έτος, διά τούτο την επαύριον περί την μεσημβρίαν ήρχισαν εκ νέου προς ευχαρίστησίν του οι κατά του μοναστηρίου κανονοβολισμοί, ανεγερθέντος εφ' εσπέρας άλλου κανονοστασίου.
Οι Τούρκοι κατεστενοχωρηθησαν και εζήτησαν εκ νέου συμβιβασμόν. Αποχωρισθέντος του Κοχράνου, ανέλαβε την διεύθυνσιν των πραγμάτων ο αρχιστράτηγος, ανήρ μέτριος και ειδήμων του τρόπου του πολεμείν των Ελλήνων. Ούτος έδωκεν άδειαν τω Καραϊσκάκη να διαπραγματευθή τα του συμβιβασμού και δεχθή τους όρους ους απέρριψε προ ολίγου ο Κοχράνης. Επ' αυτοίς τοις όροις εγένετο ο συμβιβασμός, και την 16 ο Καραϊσκάκης, αφ' ού παρέλαβε τας σημαίας των υποσπόνδων, τους κατέταξε μετά την μεσημβρίαν έμπροσθεν του μοναστηρίου κατά το προς την ξηράν μέρος, και εις ασφάλειαν έβαλε τους ιππείς μεταξύ αυτών και του κατέχοντος τας πλησίον θέσεις ελληνικού στρατεύματος· ησφάλισε δε και τας άλλας πλευράς των, και εν τω κέντρω ετέθησαν επί τη αιτήσει των υποσπόνδων ο Καραϊσκάκης, ο Τσαβέλλας, ο Βάσσος και άλλοι οπλαρχηγοί ως όμηροι. Κατά τον τρόπον τούτον ήρχισαν οι υπόσπονδοι να βαδίζωσι τακτικώς προς το στρατόπεδόν των· αλλά μόλις απεμακρύνθησαν ολίγα βήματα, και χιλιάδες στρατιωτών Ελλήνων επάτησαν το κενωθέν μοναστήριον επ' ελπίδι λαφυραγωγίας· μη ευρόντες δε εν αυτώ ό,τι επροσδόκων, παρηκολούθουν τους αναχωρούντας πονηρά βουλευόμενοι. Αφ' ού δ' έφθασαν οι υπόσπονδοι εις το παρά τω λιμένι αλίπεδον, ήπλωσέ τις των Ελλήνων χείρα εις αρπαγήν της σπάθης ενός αυτών· ούτος τον απέκρουσεν· ο Έλλην δεν παρητήθη του σκοπού του, ο Τούρκος επιστόλισε τον Έλληνα, και ο Έλλην ετουφέκισε τον Τούρκον. Τότε οι παρακολουθούντες και ζητούντες αφορμήν καταστροφής και λαφυραγωγίας προσέβαλαν αδιακρίτως τους μηδέν πταίσαντας υποσπόνδους τουφεκίζοντες· αντετουφέκισαν και ούτοι, και η ταραχή και η σύγχυσις διεχύθησαν παντού εν τω άμα. Ο Καραϊσκάκης και οι λοιποί αρχηγοί, οι εν μέσω των πασχόντων εχθρών, έτρεχαν φωνάζοντες εις συστολήν των φονέων, αλλ' ούτε τους ήκουέ τις ούτε εσυλλογίζετο ότι εκινδύνευαν ως υποχείριοι των αδίκως θανατουμένων και ως εγγυηταί της ζωής των. Καταδιωκόμενοι, φονευόμενοι και αμυνόμενοι όπως εδύναντο οι Τούρκοι, έφθασαν πλησίον των δύο τελευταίων οχυρωμάτων του ελληνικού στρατοπέδου κατεχομένων του μεν παρά Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην, του δε παρά Πελοποννησίων υπό τον Νικήταν· όχι δε μακράν των οχυρωμάτων τούτων διέμενεν η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου κατέχουσα λόφον ωχυρωμένον διά κανονίων. Και οι μεν περί τον Μπότσαρην και Νικήταν αφήσαντες εντός των οχυρωμάτων τινάς των στρατιωτών έτρεξαν μετά των λοιπών προς λύτρωσιν των πασχόντων απωθούντες τους ανηλεείς καταδιώκτας· αλλ' οι κατέχοντες τον λόφον εχθροί, βλέποντες την ορμήν και την απείθειαν των Ελλήνων και υποπτεύοντες μη ορμήσωσι και επ' αυτούς, εκανονοβόλουν αδιακρίτως επί του σωρού φονεύοντες εχθρούς και φίλους· εντεύθεν επερίσσευσε το κακόν, και έως ου έφθασαν οι καταδιωκόμενοι εις τον λόφον, όπου ηύραν σωτηρίαν, 200 εξ αυτών εθυσιάσθησαν υπό το πυρ εχθρών και φίλων.
Ημέρα αγανακτήσεως και βαρυθυμίας ήτο διά τους αρχηγούς και τους οπλαρχηγούς του ελληνικού στρατοπέδου η βδελυρά εκείνη ημέρα, και παρ' ολίγον έφερε την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου. Ο Κοχράνης, όστις εκάθητο άπρακτος εν τω πλοίω του, διέταξε να αποχωρισθώσι του ελληνικού στρατοπέδου επί της εξόδου των υποσπόνδων όλοι οι υπό τας οδηγίας του Υδραιοσπετσιώται, διό και δεν συνεμέθεξαν της μιαράς πράξεως· περί πολλού δε ποιούμενος να γένη πασίγνωστον, ότι αθώος ήτο του παρασπόνδως χυθέντος αίματος, εκήρυξεν ότι ουδείς των περί αυτόν ενείχετο εν τη μιαιφονία, ουδ' αυτός εν τη συνθήκη· ο Τσώρτσης έπεσε και αυτός εις άκραν αθυμίαν και υποπτεύων άλλα τοιαύτα και θέλων να προφυλάξη την υπόληψίν του έστειλε την παραίτησίν του κατακρίνων πικρώς το γεγονός· ο δε συναγωνιζόμενος Γόρδων ανεχώρησε διά την αιτίαν ταύτην από του στρατοπέδου· παρητήθησαν της υπηρεσίας και άλλοι δευτερεύοντες φιλέλληνες· ηρρώστησεν εκ της υπερβολικής θλίψεώς του και ο Καραϊσκάκης· ο δε Κιουταχής μαθών τα γενόμενα, «ο Θεός» είπε, «δεν θ' αφήσει την μιαιφονίαν ατιμώρητον».
Εν τούτοις κατήντησαν τα πάντα εις άκραν παράλυσιν εξ αιτίας της βδελυράς ταύτης πράξεως. Εξετάσεως δε γενομένης εις εύρεσιν των πρωταιτίων, εφυλακίσθη ο πάντη αμέτοχος της μιαιφονίας Ιωάννης Νοταράς φωραθέντων ως πρωταιτίων αυτής τινών των στρατιωτών του. Μετά πολλάς δε εξηγήσεις και κοινοποιήσεις της κυβερνήσεως εις καταπράυνσιν του αρχιστρατήγου και του στολάρχου, απεφάσισαν όλοι να παραδώσωσι το γεγονός εις την λήθην, και ήρχισαν εκ νέου να φροντίζωσι περί της σωτηρίας της ακροπόλεως· έσπευσαν δε προ παντός άλλου να στείλωσι προς τους εγκλείστους αγγελιαφόρον εις εμψύχωσίν των.
Μετά την πτώσιν του μοναστηρίου, ο Κοχράνης επέμενεν έτι μάλλον εις το πρώτον του σχέδιον, ό εστι να πέση το ελληνικόν στρατόπεδον εις το εχθρικόν άνευ αναβολής, ώστε αν δεν το διεσκόρπιζε και δεν έλυε διά μιας την πολιορκίαν, να ήνοιγε καν την οδόν της ακροπόλεως προς αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων· αλλ' ο Καραϊσκάκης απεδοκίμαζε το σχέδιον τούτο και κατ' αρχάς και τότε ως δυνάμενον, αν απετύγχανε, να φέρη την καταστροφήν όλου του ελληνικού στρατοπέδου, και επισπεύση μάλλον ή εμποδίση την πτώσιν της ακροπόλεως· έλεγε δε εις υποστήριξιν της γνώμης του, ότι η άγουσα εις αυτό από των τριών πύργων, όπου επρόκειτο ν' αποβή το εις ανάβασιν στράτευμα, ήτο μεν η συντομωτέρα οδός, αλλ' ήτο και η κινδυνωδεστέρα, ως όλη πεδινή, όλη άδενδρος, και όλη επιτηδειοτάτη εις τα κινήματα του πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού· ότι, εν ώ επρόκειτο να εισαγάγωσι τροφήν εις την πεινώσαν ακρόπολιν και πυρίτιδα, το στρατόπεδον μόλις είχε την εις καθημερινήν του χρήσιν αναγκαίαν τροφήν, η δε πυρίτις, ούσα εξ ής ελαφυραγώγησαν τα ελληνικά πλοία εσχάτως εν τω κόλπω του Βώλου, ήτο κακίστης ποιότητος, και ότι εν ώ αναγκαίον ήτο να οχυρωθώσι διά μιας πλησίον της ακροπόλεως οι μέλλοντες να εκστρατεύσωσιν, αν εμποδίζετο παρά των εχθρών η εις αυτήν ανάβασις, ο ενυπάρχων αριθμός πτυαρίων και αξινών ήτο πάντη ανεπαρκής. Τοιαύτα έλεγεν ο Καραϊσκάκης εις ματαίωσιν του ολεθρίου τούτου σχεδίου, και τας ορθάς του ταύτας παρατηρήσεις υπεστήριζε θερμώς και ο αρχιστράτηγος. Αλλ' ο Κοχράνης δεν έδιδεν ώτα ακοής και ό,τι έλεγεν ήθελε και να γίνεται. Εις μάτην η συνέλευσις τω έδωκεν εξουσίαν μόνον επί της θαλάσσης· αυτός ήρπασε και την επί της ξηράς· «όπου εγώ άρχω» έλεγε, «πάσα αρχή παύει»· πρό τινων ημερών τον εζήτησαν πλοία εις μετακομιδήν μέρους των εν Πειραιεί στρατευμάτων κατά τον Ωρωπόν εις αντιπερισπασμόν, αλλ' απέρριψε την αίτησιν αποκριθείς, ότι τα υπό την οδηγίαν του πλοία ήσαν πάντοτε έτοιμα να μετακομίσωσι στρατεύματα πλησιέστερον του εχθρού, όχι μακρύτερον. Επειδή δε ενόησεν ότι οι Έλληνες επροσδόκων παρά της θαυματουργού του αντιλήψεως την σωτηρίαν των, κατεχράτο της προς αυτόν υπολήψεως αυτών και, οσάκις αντέτεινέ τις εις τας ορέξεις του, ηπείλει ν' αναχωρήση, ό εστι κατά τας τότε ιδέας των ανθρώπων ν' αφήση την Ελλάδα να χαθή. Τοιούτος ήτον ο Κοχράνης, άγων και φέρων κατά το δοκούν τα πράγματα και εις ουδέν λογιζόμενος την γνώμην των ειδημονεστέρων του.
Δεκτού γενομένου διά τους ανωτέρω λόγους του τολμηρού τούτου σχεδίου, οι Έλληνες κατεγίνοντο σπουδαίως εις εκτέλεσιν. Η άνοδος εις την ακρόπολιν επρόκειτο να γένη διά του μέρους των τριών πύργων, δι' ού ανέβησαν άλλοτε ευτυχώς οι περί τον Φαβιέρον· αλλ' εθεωρήθη συγχρόνως αναγκαίον να προκαταληφθώσι πολεμικαί τίνες θέσεις προς το άλλο μέρος πλησιεστέρον όσον δυνατόν των κατεχόντων τον ελαιώνα εχθρών εις αντιπερισπασμόν. Επί τω σκοπώ τούτω έπεσάν τινες των Ελλήνων εις την πεδιάδα την επ' αριστερά της από Πειραιώς εις Αθήνας λεωφόρου την νύκτα της 18, και τοποθετηθέντες τινές αυτών εις προφύλαξιν από ενδεχομένης επιδρομής των κατά το μέρος του Δαφνίου φυλαττόντων εχθρών, εγκατεσκεύασαν έν οχύρωμα· κατεσκεύασαν και άλλο την ακόλουθον νύκτα πλησιεστέρον της πόλεως και το εδυνάμωσαν διά δύο κανονίων· κατεσκεύασαν και τρίτον επί της εισόδου του ελαιώνος, και τοιουτοτρόπως απήλασαν τους εχθρούς εξ όλης σχεδόν της μεταξύ του ελαιώνος και του Πειραιώς πεδιάδος. Τοιαύτα έργα ήσαν εις άκρον ωφέλιμα, διότι δι' αυτών επροχώρουν οι Έλληνες προς την πόλιν προφυλαττόμενοι· αλλ' η σπάνις των εις οχύρωσιν εργαλείων εμπόδιζε την ταχείαν πρόοδον· δεν εθεωρούντο δε ουδέ ανάλογοι αι εργασίαι αύται προς την επικειμένην ανάγκην. Την 21 συνεσκέφθησαν εκ δευτέρου οι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Καραϊσκάκη περί του σχεδίου της εις την ακρόπολιν αναβάσεώς των· αλλ' ουδείς και τότε, εκτός του Μακρυγιάννη, ηγόρευσεν υπέρ αυτού· και στρατηγοί και στρατιώται απηρέσκοντο φοβούμενοι δικαίως το πολυάριθμον ιππικόν του εχθρού· αλλ' έπρεπε να γένη το θέλημα του Κοχράνου· διά τούτο προσδιώρισαν επί του συμβουλίου τα εις ανάβασιν προς την ακρόπολιν σώματα, ώρισαν εις τούτο την νύκτα της 22, ειδοποίησαν διά του αρχιστρατήγου τον Κοχράνην, τω παρήγγειλαν να έχη έτοιμα τα πλοία του επί μεταβιβάσει των στρατιωτών την ορισθείσαν ώραν εις τους τρεις πύργους, και διέταξαν όλα τα στρατεύματα να ησυχάσωσιν όλην την ημέραν της 22 και απέχωσι παντός ακροβολισμού. Εχάρη χαράν μεγάλην ο Κοχράνης μαθών τα αποφασισθέντα, και συγχαίρων τους παρεστώτας, «θα γευματίσωμεν λοιπόν», είπε, «την 23 εν τη ακροπόλει!»
Δεξιά της από του Πειραιώς εις την πόλιν των Αθηνών λεωφόρου όχι μακράν της θαλάσσης ήσαν τρία οχυρώματα εχθρικά· το δυνατώτερον αυτών, το και πλησιεστέρον του Φαλήρου, ήτο μάνδρα επί τόπου πεδινού· τινές των κατά το Φάληρον Κρητών, αφ' ού έφαγαν και έπιαν, εκίνησαν την 22 παρά την δοθείσαν διαταγήν κατά των εν τη μάνδρα εχθρών. Ακουσθείς ο τουφεκισμός εφείλκυσε πολλούς, και ο ακροβολισμός κατήντησε μετ' ολίγον μάχη· επέδραμαν σωρηδόν οι κατά το Φάληρον εις υπεράσπισιν των οικείων και εδοκίμασαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την μάνδραν· αντεπέδραμαν και πολλοί Τούρκοι ιππείς και πεζοί των κατά το Δαφνί προς αντίκρουσιν αυτών· έδραμαν και διάφοροι άλλοι οπλαρχηγοί Έλληνες επί σκοπώ να επαναγάγωσι τους στρατιώτας εις τας θέσεις των· αλλ' ο πόλεμος όχι μόνον δεν έπαυεν, αλλ' επί μάλλον εξήπτετο. Ο πάντοτε φιλάσθενος και υπέρ το σύνηθες ασθενών τότε Καραϊσκάκης, όστις έτυχε να πίη την ημέραν εκείνην ιατρικόν, εκοιμάτο καθ' ήν ώραν εγίνετο η μάχη· εξυπνήσας δ' εκ της πολλής ταραχής και του σφοδρού τουφεκισμού, και αναβάς τον ίππον του, έδραμε προς το πεδίον της μάχης συνοδευόμενος υπό πολλών εφίππων αξιωματικών και του ατάκτου ιππικού· σκοπεύων δε να καταπαύση τον πόλεμον και επαναφέρη τους Έλληνας εις τας θέσεις των περιεφέρετο και διέταττε τους πολεμούντας Έλληνας να υποχωρήσωσι και ετοιμασθώσιν εις την προσεχή νυκτερινήν ανάβασιν προς την ακρόπολιν· αλλ', εν ώ εχώρει προς την μάνδραν, ετουφεκοβολήθη· ησθάνθη ότι η βολή ήτο βαρεία, αλλά διέμεινεν έφιππος έως ου, επανελθόντων εις τα ίδια των στρατιωτών, επανήλθε και αυτός εις την σκηνήν του. Ηρίστευσε την ημέραν εκείνην το ελληνικόν ιππικόν συναντήσαν ίλην του εχθρικού· 17 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθησαν και ο Νικήτας, ο Λεχουρίτης, ο Μπαϊρακτάρης και ο Άγγλος Βιτκόμπος, και απεκόπη η δεξιά του Παναγιώτη Χρυσανθοπούλου, του και Κακλαμάνου, υπασπιστού του Χατσή-Μιχάλη.
Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Καραϊσκάκης εις την σκηνήν του, τον κατεβίβασαν από του ίππου οι περί αυτόν χειροκράτητον, τον εψηλάφησεν ο χειρουργός και ηύρεν ότι επληγώθη θανασίμως εις τον βουβώνα· τότε τον μετέφεραν εις το εν τω Φαλήρω πλοίον του αρχιστρατήγου, και στρώσαντες τάπητα επί του εδάφους του δωματίου τον απέθεσαν εν μέσω των οικείων του. Ο Καραϊσκάκης, αν και ο χειρουργός του απέκρυψε την αλήθειαν, ενόησεν ότι όχι μόνον η πληγή του ήτο θανατηφόρος, αλλ' ότι ολιγόωρος ήτο και η ζωή του· δι' ό εκάλεσεν του πλοίου αμέσως τον πνευματικόν, εξωμολογήθη, μετέλαβεν, εζήτησε συγχώρησιν παρ' όλων των περιεστώτων και παρήγγειλε να τον θάψωσιν εν τη κατά την Σαλαμίνα εκκλησία του αγίου Δημητρίου· αφ' ού δε ετέλεσε τα νενομισμένα ως χριστιανός, ελάλησε προς τους περιεστώτας και ως πατριώτης και ως πατήρ. Και ως πατριώτης μεν είπε να μη δειλιώσι, να έχωσι τας ελπίδας των εις την εξ ύψους αντίληψιν, να δοξάσωσι και εις το εξής την πατρίδα καθώς την εδόξασαν μέχρι τούδε, και να ήναι βέβαιοι ότι η Ελλάς, όσα και αν πάθη, θ' αποτινάξει επί τέλους τον ζυγόν. Ως πατήρ δε παρήγγειλε να συστήσωσιν εξ ονόματός του εις την αγάπην και προστασίαν της κυβερνήσεως τα τέκνα του· διετήρησε δ' εν μέσω δριμυτάτων πόνων τας φρένας του υγιείς και τον λόγον του ακραιφνή μέχρι της γ' ώρας μετά το μεσονύκτιον· την δε δ' εξέπνευσε, και την επαύριον μετεκομίσθη ο νεκρός εις Σαλαμίνα και ετάφη όπου παρήγγειλεν. Οι δε εν Τροιζήνι πληρεξούσιοι, μαθόντες το μέγα δυστύχημα, κατέβησαν απαξάπαντες εις την παραλίαν αντικρύ του Πόρου, μετέβησαν εκεί και τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής, και ετελέσθησαν όσον δυνατόν μεγαλοπρεπή μνημόσυνα. Τοιούτον περιστατικόν αφήρπασεν εκ μέσου του στρατοπέδου τον Καραϊσκάκην, καθ' ήν ώραν είχεν η πατρίς τόσην ανάγκην αυτού.
Είδαμεν τον άνδρα τούτον ένα των λαμπρών προμάχων της πατρίδος, αρχομένου του αγώνος· αλλά τα στίγματα της δουλείας και αι εκ νεαράς ηλικίας κακαί έξεις δεν εξαλείφονται εν μια ημέρα· διά τούτο τον είδαμεν μετ' ολίγον παρεκτραπέντα του προς την πατρίδα καθήκοντος και ορεγόμενον επαρχιακής Αρχής υπό τουρκικήν εξουσίαν. Και εν τούτοις και εν άλλοις επιλήψιμος ήτον η διαγωγή του, και επιλήψιμον την ωμολόγει παρρησία και αυτός. Παρέτυχαν εν τω θαλασσοπύργω του Ναυπλίου, καθ' ήν ώραν ανεδείχθη γενικός αρχηγός, μέλη τινά της επιτροπής της συνελεύσεως, εν οίς και ο διά την εμβρίθειάν του και τον χαρακτήρα του τιμώμενος Βασίλης Μπουντούρης· ούτος αποτεινόμενος προς τον νεοχειροτόνητον αρχηγόν «δεν έκαμες» , τω είπεν «έως ώρας το χρέος σου προς την πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο θεός να σε φωτίση να το κάμης εις το εξής». «Δεν το αρνούμαι», απεκρίθη ευπαρρησιάστως ο Καραϊσκάκης, «όταν θέλω γίνομαι άγγελος, και όταν θέλω γίνομαι διάβολος · έχω απόφασιν να γένω εις το εξής άγγελος» και τω όντι, αναδειχθείς γενικός αρχηγός ησθάνθη διά όλον το μεγαλείον της υψηλής του αξίας, προσηλώθη αναποσπάστως εις την εθνικήν του δόξαν, διεκρίθη ως ουδείς άλλος, και εν μέσω δεινής απορίας εφείλκυσε πλήθη πεινώντων και γυμνητευόντων και τους ωδήγησεν εις την δόξαν, όχι θεραπεύων αλλά χαλινών τας ορέξεις των και απαγορεύων τας καταχρήσεις των· αναφαίνεται δε η αξία του ανδρός έτι μάλλον, όταν αναπολήση τις οποία τα κατά την στερεάν Ελλάδα, καθ' ήν ημέραν παρέλαβε την Αρχήν, και οποία, καθ' ήν ημέραν ετελεύτησεν· εξασθενήσαντα τον αγώνα ανέρρωσε, και πεσούσαν την στερεάν Ελλάδα ανήγειρεν· ουδείς δε αυτού αποθανόντος άξιος διάδοχος εφάνη, και η δι' αυτού ανεγερθείσα στερεά Ελλάς μετέπεσεν εις δουλείαν. Εθαύμαζαν τον Καραϊσκάκην και αυτοί οι πολέμιοι· «ένα Ρεσίτην» (τον Κιουταχήν), έλεγαν, «έχουν οι Τούρκοι, και ένα Καραϊσκάκην οι Έλληνες· δύο λέοντες πολεμούν, και άδηλον τις θα καταβάλει τον άλλον». Πολλοί οι επί του αγώνος διακριθέντες κατά την στερεάν Ελλάδα οπλαρχηγοί· αλλ' ο Καραϊσκάκης ανεδείχθη στρατηγικώτερος πάντων και αρχικώτερος.
Εν ώ δε εψυχομάχει, και όλον το στρατόπεδον ήτον εν άκρα αθυμία, ο Κοχράνης, επιμένων εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του, συνήθροισεν, ελθούσης της εσπέρας, τους εγκριτωτέρους οπλαρχηγούς εν Μουνυχία και τους ηρώτησεν αν ήσαν έτοιμοι να κινήσωσιν. Ήτον η πρώτη φορά καθ' ήν έλειπεν ο γενναίος και συνετός Καραϊσκάκης από του συμβουλίου, και η εκ της απουσίας τοιούτου πολεμάρχου κατήφεια εκάλυπτε τα πρόσωπα των παρόντων οπλαρχηγών ειδότων ότι μετ' ολίγας ώρας απεχωρίζοντο αυτού διά παντός· ουδείς απεκρίθη κατ' αρχάς εις την ερώτησιν του Κοχράνου, τινές δε και υπεψιθύρισαν ότι υπέθεσαν ότι εκλήθησαν εις ακρόασιν παραμυθητικών λόγων εκ στόματος του στολάρχου διά το μέγα δυστύχημά των· αλλ', επαναλαβόντος του Κοχράνου την αυτήν ερώτησιν, απεκρίθησαν ότι δεν ήσαν έτοιμοι, ότι το στράτευμα ήτον εις αταξίαν, ότι άλλοι κατεγίνοντο να θάψωσι τους φονευθέντας, άλλοι να περιποιηθώσι τους πληγωθέντας, και ότι όλοι επεθύμουν να μη αποχωρισθώσι του αρχηγού των εν όσω η ψυχή δεν απεχωρίζετο του σώματός του, και να λάβωσι τουλάχιστον καιρόν να τον ασπασθώσι τον τελευταίον ασπασμόν. Ωργίσθη ο Κοχράνης ακούσας ταύτα και επανήλθεν εις το πλοίον του απειλών κατά την συνήθειάν του ν' αναχωρήση. Αλλ' οι οπλαρχηγοί θεωρούντες ότι η αναχώρησίς του θα επέφερε την διάλυσιν του στρατοπέδου και την πτώσιν της ακροπόλεως, έσπευσαν διαπρεσβεύσαντες να τον δυσωπήσωσιν, υποσχεθέντες ότι εκινούντο αφεύκτως την επαύριον. Τω όντι την επαύριον συνήχθησαν όλοι οι οπλαρχηγοί υπό την σκηνήν του Βάσσου, παρέστη και ο αρχιστράτηγος, και απεφασίσθη να επιβιβασθώσι το εσπέρας εις τα πλοία· διωρίσθη δε προσωρινός αρχηγός των απομενόντων στρατευμάτων ο Τσαβέλλας, και παρηγγέλθη να κινηθή προς την πόλιν διά του ελαιώνος εις αντιπερισπασμόν, καθ' ήν ώραν εκινούντο οι άλλοι διά του μέρους των τριών πύργων προς την ακρόπολιν. Και ούτοι μεν, ως προσδιωρίσθησαν, συνηριθμούντο 3000, εν οίς και οι τακτικοί και οι φιλέλληνες· οι δε απομένοντες υπό τον Τσαβέλλαν 7000, εν οίς και οι ιππείς. Βασιλεύσαντος δε του ηλίου, ήρχισαν να επιβιβάζωνται οι 3000 οι μεν εν τω λιμένι της Μουνυχίας, οι δε εν τω του Φαλήρου· ήσαν δε υπό τους οπλαρχηγούς, Μακρυγιάννην, Βάσσον, Ιωάννην Νοταράν, Παναγιώτην Νοταράν, Καλλέργην, Χριστόδουλον Ποριώτην, Κώσταν Μπότσαρην, Βέικον, Δράκον, Γεώργην Τσαβέλλαν, Ντούσαν, Νικολόν Ζέρβαν, και τον Ιγγλέσην επί των τακτικών· όλοι δε οπλαρχηγοί και στρατιώται, μηδενός εξαιρουμένου, ήσαν πεζοί, και έκαστος αυτών ενωτοφόρει τα αναγκαία πολεμεφόδιά του και διήμερον τροφήν.
Ήσαν σχεδόν μέσαι νύκτες, και επιβιβασμένοι δεν ήσαν εισέτι όλοι διά την σπάνιν των αναγκαίων λέμβων· σκοτεινή δε ήτον η νυξ εκείνη και άκρα νηνεμία επεκράτει καθ' ήν ώραν απέπλευσαν της Μουνυχίας και του Φαλήρου, ώστε μόλις περί την ώραν μετά το μεσονύκτιον έφθασαν εις τους τρεις πύργους και απέβησαν ατάκτως υπ' ουδενός αρχηγίαν· ώστε απέτυχεν εξ αυτής της αρχής το σχέδιον της προς την ακρόπολιν νυκτερινής και αφανούς αναβάσεώς των. Ατάκτως και ανάρχως αποβάντες, ατάκτως και ανάρχως εστράτευσαν· και οι μεν πλείστοι των Σουλιωτών και οι Κρήτες ετοποθετήθησαν παρά τον λόφον του Μουσείου εν μια και τη αυτή θέσει· όπισθεν δε αυτών επί μιας και της αυτής γραμμής αλλ' επί τριών χωριστών θέσεων ετοποθετήθησαν οι περί τους Νοταράδας, οι Αθηναίοι και οι τακτικοί έχοντες δύο κανόνια· όπισθεν δε της γραμμής ταύτης οι περί τον Βάσσον, όπισθεν δε αυτών οι περί τον Μπότσαρην, και όπισθεν τούτων οι άλλοι μέχρι του προς τον αιγιαλόν ναού του αγίου Γεωργίου, ον κατέλαβαν οι περί τον Ποριώτην· ώστε οι οπισθινοί απείχαν τρία μίλια των εμπροσθινών και ήσαν όλοι διασκορπισμένοι εις 13 θέσεις· μη έχοντες δε ειμή 120 πτυάρια και αξίνας, και αναγκαζόμενοι διά το κατεπείγον της ώρας να οχυρωθώσιν όλοι συγχρόνως, μετεχειρίζοντο εις εξόρυξιν οι μεν τακτικοί τας λόγχας των οι δε άτακτοι τα κοντάριά των.
Μόλις έφεξε και είδεν η εχθρική σκοπιά τα των Ελλήνων και έσπευσε να ειδοποιήση το στρατόπεδον. Ανατείλαντος δε του ηλίου, συνεσωρεύθησαν πάμπολλοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, πολλαχόθεν περί την πόλιν και προς τον όχθον του Μουσείου. Ο Κιουταχής δεν ήθελε να πιστεύση ότι τόσον ολίγοι, όσοι εφαίνοντο οι επερχόμενοι, ήλπιζαν να λύσωσιν αυτοί μόνοι την πολιορκίαν, και ενόμιζεν ότι επρόκειτο και οι εν Πειραιεί και οι εν Κερατσηνίω απολειφθέντες να κινηθώσι ταυτοχρόνως, να εξορμήσωσι δε και οι εν τη ακροπόλει· διά τούτο έμεινεν ακίνητος, παρατηρών τι τέξεται η επιούσα ώρα, καταβιβάζων ακαταπαύστως εκ Πατησίων στρατεύματα, κανονοβολών άνωθέν τινος λόφου κειμένου μεταξύ του ναού του Ολυμπίου Διός και του Υμηττού τα ελληνικά οχυρώματα, και αντικανονοβολούμενος υπό των τακτικών. Περί δε την μεσημβρίαν, ό εστιν αφ' ού είδεν ότι ουδείς των υπό τον Τσαβέλλαν ή των εν τη ακροπόλει εκινείτο, διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του παρά τον λόφον του Μουσείου οχυρώματος. Το οχύρωμα τούτο, ασθενές και χαμηλόν ως εκ του προχείρου κατασκευασθέν, έκειτο εν κακίστη θέσει, διότι είχεν έμπροσθεν του λόφον. Οι εχθροί, 2000 πεζοί και 600 ιππείς, συρρεύσαντες όπισθεν του λόφου, αφανείς και ανενόχλητοι, ανεφάνησαν αίφνης και ώρμησαν εν πρώτοις οι πεζοί εις το οχύρωμα· αλλά πολλοί αυτών υπό τον πυροβολισμόν των εν αυτώ έπεσαν, και οι λοιποί υπεχώρησαν. Διαρκούσης δε της εφορμής, οι ιππείς κατέλαβαν την δεξιάν πλευράν του οχυρώματος· και αφ' ού είδαν την αποτυχίαν των πεζών, απολύσαντες όλοι διά μιας τους ίππους των εισεπήδησαν ξιφήρεις και αλαλάζοντες· επανήλθαν τότε και οι υποχωρήσαντες πεζοί και εισεπήδησαν και αυτοί. Οι Έλληνες μόλις επρόφθασαν και εκένωσαν τα τουφέκιά των και τον τουφεκισμόν διεδέχθη διαξιφισμός φονικώτατος· 350 ήσαν οι Έλληνες· 2 μόνον εζωγρήθησαν, ο Δράκος και ο Καλλέργης, θραυσθέντων του βραχίονος του πρώτου και του ποδός του δευτέρου· 25 δε διεσώθησαν φεύγοντες, οι δε λοιποί όλοι εχάθησαν, σφάζοντες, σφαζόμενοι και υπό των ίππων ποδοπατούμενοι. Μετά την καταστροφήν των εν τω πρώτω οχυρώματι οι Τούρκοι ώρμησαν εις τας επί της ακολούθου γραμμής τρεις θέσεις και έτρεψαν τους εν αυταίς εις φυγήν.
Εξ αυτών μόνοι οι τακτικοί αντέστησαν· 156 εκ των 186 γενναίως μαχομένων απωλέσθησαν, εν οίς και ο άξιος αυτών αρχηγός, 4 δε εκ των 20 φιλελλήνων διεσώθησαν. Η δε τροπή των επί της γραμμής ταύτης επέφερε την τροπήν όλων. Έλληνες και Τούρκοι έτρεχαν προς τον αιγιαλόν, οι μεν διώκοντες οι δε διωκόμενοι· οι πεζοί έπιπταν υπό το ξίφος των ιππέων, και η πεδιάς εστρώθη πτωμάτων· στρατηγός ή στρατιώτης, ουδείς εφρόντιζε πλέον πώς ν' αντισταθή, αλλά πώς να φύγη· πλην και αυτή η φυγή ήτο λίαν επικίνδυνος, διότι οι ιππείς επρόφθαναν τους πεζούς φεύγοντας. Ετράπησαν εις φυγήν και ο μετά τον στρατόν αποβάς Τσώρτσης, και ο βραδύτερον αποβάς Κοχράνης, και εις την θάλασσαν εμπεσόντες διεσώθησαν προ παντός άλλου εις τας λέμβους. Φεύγοντες οι Έλληνες προς τον αιγιαλόν ήλπιζαν να εύρωσιν εκεί ετοίμους τας λέμβους εις επιβίβασιν· αλλά διά τον φόβον του πυρός των εχθρών ίσταντο αύται μακράν, και οι Έλληνες επεσωρεύοντο εις τον αιγιαλόν τείνοντες εις μάτην χείρας προς αυτάς· πολλοί δε ερρίπτοντο εις την θάλασσαν, και άλλοι μεν διεσώζοντο εν αυτοίς, άλλοι δε επνίγοντο· όλοι δε οι εις τον αιγιαλόν συσσωρευθέντες ίσως θα εχάνοντο, αν δεν τους επροστάτευαν αι κανονοβολαί των πλοίων, κρατούσαι μακράν οπωσούν του αιγιαλού τους ανηλεείς Δελήδας. Εν τη επικινδύνω δ' εκείνη ώρα οι οπλαρχηγοί Ντούσας και Ζέρβας ελαμπρύνθησαν δι' αξίων ιστορικής μνήμης ανδραγαθημάτων. Ο Ντούσας φθάσας εις τον αιγιαλόν, και μαθών την καταστροφήν τόσων γενναίων συμπατριωτών του, «δεν θέλω», είπεν, «ουδ' εγώ να ζω», και αναβάς τον ίππον ενός Δελή, όν πιστολίσας έρριψε κατά γης, έτρεξεν εν μέσω των εχθρών και έγεινεν άφαντος θύων και απολύων. Ο δε Ζέρβας ρίψας και αυτός κατά γης άλλον Δελήν, ανέβη τον ίππον του και περιέτρεχε μόνος εμποδίζουν τας φονικάς προόδους πολλών εχθρών. Υπό τοιαύτην αγωνίαν έμειναν οι Έλληνες κατά τους τρεις πύργους έως ου ενύκτωσε, καθ' ήν ώραν πλησιάσασαι αι λέμβοι τους παρέλαβαν και τους έφεραν εις τα πλοία, τα δε πλοία τους μετεκόμισαν τους μεν εις Φάληρον τους δε εις Πειραιά.
Τούτου γενομένου, ο μεν Κοχράνης απέπλευσε του Πειραιώς, οι δε Τούρκοι επανήλθαν την αυτήν εσπέραν εις τας θέσεις των απάγοντες 200 αιχμαλώτους, εν οίς και τον Καλλέργην και τον Δράκον. Την επαύριον ευχαρίστησεν ο Κιουταχής το στράτευμά του, εφιλοδώρησε πλουσίως τους ορμήσαντας εις το πρώτον οχύρωμα, είπεν ότι η νίκη των ήτον έργον Θεού διά την απιστίαν των Ελλήνων, αινιττόμενος το ανοσιαύργημα κατά των εν τω μοναστηρίω, και διέταξε να φέρωσιν αυθημερόν όλους τους αιχμαλώτους εις τον καφάσμπασην, ίνα αποκεφαλισθώσι προς εξιλασμόν των προ ολίγου παρασπόνδως θανατωθέντων. Η διαταγή του εξετελέσθη· δύο μόνον των αιχμαλώτων μόλις υπεξήρεσαν οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς επ' ελπίδι εξαγοράς, τον Καλλέργην και τον Δράκον· και ο μεν Καλλέργης, ακρωτηριασθέντος ενός των ωτίων του μετά την αιχμαλωσίαν, εξηγοράσθη υπό των συγγενών του και εστάλη εις Σαλαμίνα, ο δε Δράκος μετεκομίσθη εις Εύβοιαν προς ίασιν της χειρός του· αλλά καθ' οδόν εφονεύθη, ή κατ' άλλους εγένετο αυτόχειρ δράξας την πιστόλαν ενός των συνοδοιπορούντων· τους δε λοιπούς όλους απεκεφάλισαν οι εχθροί, και εκδείραντες τας κεφαλάς αυτών και των επί της προλαβούσης ημέρας φονευθέντων, εγέμισαν τας δοράς άλατος και τας έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν ως δείγματα της νίκης των.
Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα της παραφοράς του Κοχράνου, του κακή μοίρα της Ελλάδος κατά την Αττικήν επιφανέντος και εις τα μη της αρμοδιότητός του αυτεξουσίως αναμιχθέντος. Ουδέποτε τοσαύτην ή τοιαύτην φθοράν έπαθαν οι Έλληνες· 1000 απωλέσθησαν και οι πλείστοι εκ των μαχιμωτέρων, εν οίς και οι πάντοτε κραταιοί εν πολέμω Δράκος, Βέικος, Γεώργης Τσαβέλλας, Ντούσας και Ιγγλέσης· εφονεύθη επί της τροπής και ο Ιωάννης Νοταράς και έπεσαν εις χείρας του εχθρού τα κανόνια και πολλαί σημαίαι. Εν ώ δε το σχέδιον ήτον επικίνδυνον αυτό καθ' εαυτό, ως προκειμένου να πολεμήσωσι πεζοί προς ιππείς επί τόπου πεδινού, δεν εξετελέσθη ουδ' ως προεσχεδιάσθη· διότι ούτε οι εν τη ακροπόλει εξώρμησαν, ως ηλπίζετο, ούτε οι εν Πειραιεί και εν Κερατσηνίω πεζοί και ιππείς διόλου εκινήθησαν, ως προδιετάχθησαν. Η μόνη ικανή χειρ να τους κινήση ακίνητος έκειτο εν τω κατά την Σαλαμίνα ναώ του αγίου Δημητρίου. Άδηλον πόσοι Τούρκοι επί της περί ης ο λόγος μάχης εφονεύθησαν· εφονεύθη και ο αρχηγός του ιππικού· επληγώθη δ' ελαφρώς και ο Κιουταχής.
Η κατά την 24 απριλίου καταστροφή επροξένησε πανικόν φόβον καθ' όλον το κατά την Αττικήν στρατόπεδον· και αν οι Τούρκοι εφώρμων την επελθούσαν νύκτα, θα το διέλυαν. Την δ' επαύριον εγνωστοποίησεν ο Κιουταχής τοις εν ακροπόλει τα κατά την προτεραίαν και τους εκάλεσεν εις παράδοσιν αυτής· κατ' επιταγήν δε τοις έγραψε και ο Δράκος προτρεπτικήν εις τούτο επιστολήν. Οι έγκλειστοι απέρριψαν την πρότασιν απαντήσαντες, ότι ωρκίσθησαν ή να ζήσωσι ζωήν ελευθέραν ή ν' αποθάνωσι θάνατον ένδοξον. Αλλ' οι γενναίοι ούτοι λόγοι δεν εξήγουν τα φρονήματα όλων των εγκλείστων, εξ ών τινες όχι μόνον έκλιναν αλλ' υπεκίνουν και τους άλλους εις παράδοσιν· η διχογνωμία αύτη επεκράτει και προ των τελευταίων παθημάτων, καί τινες είχαν έκτοτε γνωμοδοτήσει να υπονομεύσωσι την ακρόπολιν και εν ώρα απελπισίας να ταφώσιν υπό τα ερείπιά της. Την αυτήν δε ημέραν οι περί τον αρχιστράτηγον Έλληνες εβουλεύθησαν να εγκαταλείψωσι την επερχομένην νύκτα όλας τας μακρυνάς θέσεις και περιορισθώσιν εις τας του Πειραιώς και του Φαλήρου· αλλ' οι Τούρκοι προλαβόντες έπεσαν επί τους εν Κερατσηνίω και τους απεδίωξαν, φονεύσαντές τινας και κυριεύσαντες 2 μικρά κανόνια. Υπερεδειλίασαν επί τη προσβολή ταύτη οι Έλληνες, πολλοί ελειποτάκτησαν, διαρκούσης της αυτής νυκτός, τινές εγκατέλειψαν και τας προς το Φάληρον θέσεις, και οι κατ' εκείνα τα μέρη Τούρκοι τόσον επροχώρησαν, ώστε εκυρίευσαν αναιμωτί το μοναστήριον· αλλά, χάρις εις τον εφορμήσαντα Γιαννούσην Πανομάραν, απεμακρύνθησαν την επαύριον. Την αυτήν ημέραν κατέβη εις Πειραιά ο Κιουταχής, παρετήρησε τας θέσεις των Ελλήνων και επέστρεψε το εσπέρας εις το στρατόπεδον.
Εν τούτοις, η λειποταξία επεκράτει· Πελοποννήσιοι και Στερεοελλαδίται έφευγαν αδιακόπως μήτε λαμβάνοντες μήτε ζητούντες άδειαν, και την 27 απαριθμηθέντες οι απομείναντες ευρέθησαν μόλις 3500· κατείχαν δε μόνον το Φάληρον καί τινας θέσεις εν Πειραιεί, εν αις και το μοναστήριον.
Την 28 ηγκυροβόλησεν η γαλλική φρεγάτα, Ήρα, εν τω λιμένι της Σαλαμίνος, και ο πλοίαρχος επισκεφθείς τον εν Πειραιεί διαμένοντα αρχιστράτηγον τω έδειξε γράμμα του Κοχράνου προς τον Γάλλον ναύαρχον, δι' ού παρεκάλει αυτόν και τους λοιπούς αρχηγούς των ουδετέρων ναυτικών Δυνάμεων να μεσιτεύσωσι παρά τω Κιουταχή περί της ασφαλούς και ταχείας εξόδου των εν τη ακροπόλει επί τη πεποιθήσει ότι εξέλειψε πάσα ελπίς διατηρήσεως αυτής. Ο αρχιστράτηγος, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ότι οι έγκλειστοι δεν εδύναντο να ανθέξωσι περαιτέρω, καθώς έγραφαν, επέτρεψε την περί ης ο λόγος διαπραγμάτευσιν και έγραψεν υπέρ αυτής τω Φαβιέρω. Ακούσας και ο Κιουταχής την επαύριον τας προτάσεις του Γάλλου πλοιάρχου τας εδέχθη υπό τινας όρους και εσχεδιάσθη αυθημερόν και συνθήκη (β), ην το δειλινόν της αυτής ημέρας εκοινοποίησεν ο πλοίαρχος διά τινος των αξιωματικών του επί παρουσία Τούρκων τω Φαβιέρω γράψας αυτώ, ότι επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου ενήργει, ότι ο Κιουταχής ουδέν άλλο παρεχώρει, και ότι απέκειτο εις εκείνον να δεχθή ή ν' απορρίψη. Ο Φαβιέρος, αποποιούμενος την ευθύνην, απεκρίθη, ότι δεν ήτον αυτός ο αρχηγός της φρουράς, ότι κατά περίστασιν ευρίσκετο εν τη ακροπόλει, και ότι εις άλλους απέκειτο να δεχθώσιν ή ν' απορρίψωσι την συνθήκην. Επί τούτοις ανεχώρησεν άπρακτος ο Γάλλος αξιωματικός. Την δε επαύριον εδόθη άλλη επιστολή του αρχιστρατήγου επιγραφομένη τω φρουράρχω και λοιποίς οπλαρχηγοίς, και διατάττουσα αυτούς να δεχθώσι την συνθήκην· επειδή δε θα ανεγινώσκετο εις επήκοον του Κιουταχή, και ο γράψας υπέθετε ότι ίσως δεν εγνώριζεν εκείνος ακριβώς την κατάστασιν της ακροπόλεως, ην ο αρχιστράτηγος εξ όσων εμάνθανεν υπελάμβανεν αθλιωτάτην, εκάλυψε την αληθή αιτίαν υπό τον λόγον του να μη πάθωσιν αι αρχαιότητες και ν' απαλλαχθώσι των δεινών της πολιορκίας τα αδύνατα μέλη· αλλ' οι έγκλειστοι απέρριψαν την συνθήκην απαντήσαντες, ότι υπήκοοι του σουλτάνου, ως διελάμβανεν αύτη, δεν υπήρχαν εν τη ακροπόλει, ότι οι εν αυτή ήσαν Έλληνες αποφασισμένοι ν' αποθάνωσιν ή να ζήσωσιν ελεύθεροι, και, ότι αν ο Κιουταχής ήθελε τα όπλα των, ας επήγαινε να τα επάρη. Τοιαύτα απαντήσαντες απεφάσισαν να ανθέξωσι τρεις έτι μήνας.
Η απάντησις αύτη διέκοψε πάσαν περαιτέρω διαπραγμάτευσιν, και η Ήρα απέπλευσεν άπρακτος. Τούτων δε γενομένων, έδοξε τοις εν τη ακροπόλει να εξέλθη το τακτικόν ως μη αναγκαίον, και να συνεξέλθωσιν αι γυναίκες και τα παιδία· αλλά, λειποτακτήσαντος αυθημερόν τινος των ατάκτων στρατιωτών, υπώπτευσαν οι τακτικοί την ανακάλυψιν του περί της εξόδου σχεδίου και ανέβαλαν την εκτέλεσιν. Εν τούτοις, αι θέσεις των κατά το παραθαλάσσιον Ελλήνων κατεστάθησαν αδιατήρητοι διά την καθημερινήν λειποταξίαν και έλλειψιν των αναγκαίων·
Μάιος τούτου ένεκα, κατέπλευσαν πλοία τινα και πλοιάρια την 13 μαΐου, ανεβιβάσθησαν εν πρώτοις τα ελαφρά κανόνια, τα δε δυσκόμιστα τα μεν ερρίφθησαν είς τι πηγάδιον τα δε υπό γην εκρύβησαν, και την νύκτα της 15 εισεβιβάσθη το πλείστον μέρος του στρατεύματος ησύχως· τελευταίοι δε εισεβιβάσθησαν την επαύριον υπό αναπεπταμένας σημαίας οι περί τον Νικήταν και τον Γενναίον αποκρούσαντες τους εφορμήσαντας εχθρούς, συμπυροβολούντων και των πλοίων, και κατέπλευσαν όλοι εις Σαλαμίνα. Οι δε εν τη ακροπόλει, ιδόντες ότι εγκατελείφθη το Φάληρον, απηλπίσθησαν θεωρούντες την θέσιν εκείνην, μέχρις ου κατείχετο, ως τόπον καταφυγής εν καιρώ ανάγκης, και έκτοτε διηρέθησαν έτι μάλλον αι γνώμαι, των μεν θελόντων των δε μη θελόντων να συμβιβασθώσι· πολλών δε λογοτριβών περί τούτου γενομένων, υπερίσχυσεν η περί συμβιβασμού γνώμη.
Την 18 ανέβη εις την ακρόπολιν άνθρωπός τις και ηρώτησε τους εν αυτή, εξ ονόματος του Κορνέρου κυβερνήτου του εν τω λιμένι Φωρών αυστριακού πλοίου, Ενετού, αν, ως ειδοποιήθη, επεθύμουν συμβιβασμόν, προσθέσας ότι, αν ούτως είχεν, έτοιμος ήτον ο Κρονέρος να συντελέση. Επί τη προτάσει ταύτη, συνεσκέφθησαν εκ νέου οι οπλαρχηγοί και απεκρίθησαν ότι ευχαρίστουν τον πλοίαρχον και εδέχοντο την μεσιτείαν του, αλλ' ότι εθεώρουν συντελεστικότερον εις το σκοπούμενον να συμπαραληφθώσιν ως μεσίται και δύο άλλοι πλοίαρχοι, ο μεν Άγγλος ο δε Γάλλος. Μετά δύο ημέρας έλαβαν οι εν τη ακροπόλει γράμμα του Δεριγνή λέγον, ότι ηγκυροβόλησεν έξωθεν του Πειραιώς κατά περίστασιν, και μαθών παρά του αυστριακού πλοιάρχου την διάθεσίν των έτοιμος ήτο να μεσολαβήση. Έκτοτε ήρχισε τακτικώτερον η διαπραγμάτευσις· τόσω δε πολλαί δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την ευόδωσίν της, ώστε ήτο εν τω διακόπτεσθαι, και ο Δεριγνής εν τω αναχωρείν· αλλ' επί τέλους εσυμβιβάσθησαν (γ), και εξήλθαν την 24 δισχίλιοι ψυχαί, εξ ών οι της φρουράς έφεραν κατά την συνθήκην τα όπλα και τα πράγματά των. Κατ' επίμονον δε απαίτησιν του Κιουταχή θέλοντος ν' ακουσθή ότι οι Αθηναίοι επροσκύνησαν, εναπέμεινάν τινες αυτών. Είχαν δε οι εξελθόντες χάριν ασφαλείας εν μέσω αυτών επτά σημαντικούς Τούρκους ως ομήρους και συνωδεύοντο παρά του Δεριγνή, του Κορνάρου καί τινων Αυστριακών και Γάλλων αξιωματικών. Τόσον δε υπώπτευαν μη πάθωσιν εξ απιστίας ό,τι έπραξαν οι οικείοι των κατά των εν τω μοναστηρίω, ώστε πολλοί εδίσταζαν να εξέλθωσιν. Επηγρύπνει και ο Κιουταχής παρακολουθών μη τύχη και πάθωσιν έκ τινος κακοβουλίας. Φθάσαντες δε ασφαλώς και ανεπηρεάστως εις τον αιγιαλόν των τριών πύργων, απεκομίσθησαν εις Σαλαμίνα διά των υπό την γαλλικήν και αυστριακήν σημαίαν εκεί πλοίων.
Πολλά και διάφορα ερρέθησαν περί της καταστάσεως των εν τη ακροπόλει επί της παραδόσεώς της μετά δεκάμηνων πολιορκίαν. Αθλία και τρισαθλία ήτον η κατάστασίς των· παντός σχεδόν ζώου κρέας, ως και αυτών των ακαθάρτων, εξέλειψεν· οι μύλοι δι' έλλειψιν υποζυγίων έπαυσαν ν' αλέθωσι, και ο στρατιώτης μόνος εχειρομύλιζε και εζύμονε· παντός είδους ξύλα εξέλειψαν· αι οικίαι όλαι κατεστράφησαν, και όχι μόνον οι υγιείς, αλλά και αυτοί οι ασθενείς και οι τραυματίαι, έκειντο ύπαιθροι· τα φορέματά των όλα εφθάρησαν· σκεπάσματα δεν είχαν όλοι, αλλ' ούτε ιατρός ούτε ιατρικά ευρίσκοντο εις θεραπείαν των ασθενών και των πληγωμένων· τόσα δε ήσαν τα παθήματά των, ώστε το πέμπτον των περί τον Φαβιέρον απωλέσθη, οι μεν εξ ασθενειών, οι δε εκ της εχθρικής πυροβολής, εν οίς και ο ιστοριογράφος των πρώτων παθημάτων και κατορθομάτων των Ελλήνων Ραφανέλης· επεβάρυνε τας κακουχίας και ταλαιπωρίας των επιβιούντων και η δριμύτης του χειμώνος. Αλλά, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο η παράδοσις, τα εκ της δριμύτητος του χειμώνος κακά εξέλειψαν· το νερόν, αν και ωλιγόστευσεν, ήτον ανελλιπές ως πηγαδίσιον και επαρκές εις διατήρησιν των εγκλείστων· έπασχαν στέρησιν παντός προσφαγίου, αλλ' είχαν τόσην κριθήν, αν και κακής ποιότητος, ώστε δι' αυτής θερμαίνοντες τα αρτοπτεία έψηναν την τροφήν των· άφησαν δε εν τη ακροπόλει μετά την έξοδόν των και ικανήν ποσότητα αυτής, ην επροσπάθησαν εις μάτην επί της διαπραγματεύσεως να πωλήσωσι τω Κιουταχή ή να εξαγάγωσιν· ώστε η ακρόπολις ήτο τεσσάρας και πέντε μήνας εν μέσω κακουχιών διατηρήσιμος· και αν δύο μόνον μήνας διετηρείτο, δεν θα έπιπτε πλέον, διότι η υπέρ της Ελλάδος των τριών Δυνάμεων συνθήκη υπεγράφη μετά ένα μήνα, και την 5 αυγούστου εφάνησαν κατά τα παράλια της Ελλάδος οι εις υπεράσπισιν σταλέντες συμμαχικοί στόλοι (δ). Διά τούτο, αφ' ού εγνωστοποιήθη ότι ήτον εν τη ακροπόλει τροφή και πόσις, και ότι οι έγκλειστοι δεν ήσαν εις την εσχάτην ανάγκην, ως όλοι επίστευαν, ηγέρθη τόσω δεινή κατακραυγή, ώστε οι οπλαρχηγοί, αισθανόμενοι την ανάγκην να αθωωθώσιν ενώπιον του κοινού, ενοχοποίουν αλλήλους· συνενοχοποίουν δε ποτέ μεν τον Τσώρτσην ως διατάξαντα την παράδοσιν, ποτέ δε τον Φαβιέρον ως υποκινούντα τους στρατιώτας εις τούτο. Ο δε Τσώρτσης αντενοχοποίει τους ενοχοποιούντας αυτόν ως ψευδομένους ότι επείνων και εδίψων· εθεώρει δε την επί τη διαταγή αυτού δικαιολογίαν των ως ανίσχυρον πρόφασιν· διότι, καθ' όν καιρόν τοις εδόθη, την απέρριψαν. Ο δε Φαβιέρος δεν εδικαιολογείτο, αλλ' εκάλει τους εγκαλούντας αυτόν συνενόχους. Τόσον δε ωργίσθη κατ' αυτού ο εν Πόρω όχλος, ώστε εις καθησύχασιν ηναγκάσθη η εκεί εδρεύουσα κυβέρνησις να τον βάλη υπό προσωρινήν κράτησιν.
Η πτώσις της ακροπόλεως επέφερε την πτώσιν όλων των επί του Καραϊσκάκη ανεγερθέντων μερών της στερεάς Ελλάδος. Οι οπλαρχηγοί αυτών οι μεν εψευδοσυμβιβάσθησαν και έμειναν εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι, οι δε κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Ο δε Κιουταχής, όστις, καθώς ωμολόγησε, θα ηναγκάζετο να λύση την πολιορκίαν αν εκινούντο κατ' αυτού, ως προεσχεδιάσθη, όλα τα ελληνικά στρατεύματα κατά την 24 απριλίου, αφήσας τακτικούς τινας φθάσαντας μετά την πτώσιν της ακροπόλεως εις φρούρησιν αυτής, και απολύσας πολλούς των υπομισθίων του Αλβανών ανεχώρησεν εις Θήβας, και, διαθέσας τα πάντα όπως η περίστασις απήτει, και τοποθετήσας ικανάς δυνάμεις πολλαχού της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ομέρ-πασαν, απήλθε διά της Λαρίσσης εις Ιωάννινα, θεωρούμενος δικαίως δι' όσα κατώρθωσεν ως ο ικανώτερος πολέμαρχος του σουλτάνου.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.

Μετάβασις της βουλής και της αντικυβερνητικής επιτροπής εις Ναύπλιον. — Αλληλομαχία των φρουράρχων αυτού και αταξίαι εν Άργει. — Ο αυστριακός ναύαρχος κανονοβολεί τα εν τω λιμένι Σπετσών πλοία. — Εκστρατεία Ιβραήμη εις Ηλείαν και Αχαΐαν. — Κατάπλους του βυζαντινού στόλου εις Νεόκαστρον και έκπλους του ελληνικού. — Προσκύνησις Νενέκου καί τινων μερών της Πελοποννήσου — Επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν διά Τριπολιτσάς. — Εκστρατεία Δελή-Αχμέτη εις τας επαρχίας Βοττίτσης και Καλαβρύτων και άφιξις αυτού παρά τω Ιβραήμη. — Ναυτικά κινήματα και κατορθώματα των Ελλήνων. — Καταστροφή Μεσσηνίας διά πυρός και σιδήρου.

Η ΔΕ αντικυβερνητική επιτροπή, αφ' ού ωρκίσθη ενώπιον της εθνικής συνελεύσεως τον όρκον της υπηρεσίας, διέμεινεν ημέρας τινάς εν Τροιζήνι και την 15 απριλίου απήλθεν εις Πόρον επί σκοπώ να μεταβή εις Ναύπλιον, καθ' ά διέταξεν η συστήσασα αυτήν Αρχή. Οι δε βουλευταί συνήρχοντο προσωρινώς εις Ερμιόνην υπό την προεδρίαν του Ρενιέρη όπως μεταβώσι και ούτοι εις Ναύπλιον προς έναρξιν των εργασιών των· αλλ' η κατάστασις και του φρουρίου εκείνου και των υπό την ελληνικήν σημαίαν δύο άλλων, του της Μονεμβασίας και του της Ακροκορίνθου, ήτον αθλιωτάτη. Έκαστον αυτών ετέλει υπό αρχηγίαν ανεξάρτητον της κυβερνήσεως· το της Μονεμβασίας είχεν αρχηγόν τον Γιάννην Μαυρομιχάλην το της Ακροκορίνθου τον Τσαβέλλαν, τον Χατσή-Πέτρον, τον Μήλιον και άλλους Στερεοελλαδίτας εξαγοράσαντας αυτό παρά της φρουράς του, αφ' ού ο Ιωάννης Νοταράς εφονεύθη· το δε Ναύπλιον είχεν επί μεν του παλαμηδίου τον Θεοδωράκην Γρίβαν αφαρπάσαντα αυτό του Φωτομάρα, επί δε της ακροναυπλίας τον Φωτομάραν, πολιτάρχην δε τον Σταύρον Γρίβαν υπό τας διαταγάς του αδελφού του. Ηγανάκτουν οι Πελοποννήσιοι βλέποντες τα της Πελοποννήσου και κυρίως τα του Ναυπλίου φρούρια εις χείρας μη Πελοποννησίων και ηγωνίζοντο να τα κυριεύσωσιν όπως εδύναντο· επί τω σκοπώ τούτω εγράφη κατά πρότασιν αυτών εν Τροιζήνι και το ιη' ψήφισμα προσδιορίζον το Ναύπλιον καθέδραν της κυβερνήσεως και διατάττον και την εις αυτό ανυπέρθετον μετάβασίν της. Μετά δε την λήξιν της συνελεύσεως, καθ' όν καιρόν διέτριβεν εισέτι η κυβέρνησις εν Πόρω, μετέβησαν ο Κολοκοτρώνης και πολλοί ομόφρονές του οπλαρχηγοί εις Ναύπλιον επί λόγω μεν να εφοδιασθώσι πολεμεφοδίων εις εκστρατείαν κατά του Ιβραήμη, επί σκοπώ δε να κυριεύσωσιν αυτό δι' επιβουλής. Ούτοι εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν των προς τον Γιαννάκην Λαμπρόπουλον, αξιωματικόν της φρουράς του παλαμηδίου, ως παλαιόν γνώριμον και συναγωνιστήν των, ζητούντες να τοις ανοίξη επί πλουσία αμοιβή, δι ών εκείνος οίδε τρόπων, τας πύλας του φρουρίου. Ο Λαμπρόπουλος τοις υπεσχέθη την συνδρομήν του· αλλά, λαβών επί δωροδοκία δήθεν των στρατιωτών γρόσια 25,000, και αναβάς εις παλαμήδι επί λόγω να προδιαθέση τα πνεύματα, ανεκάλυψε τα μελετώμενα τω Γρίβα. Ο Γρίβας, θέλων να συλλάβη επ' αυτοφώρω τους επιβουλευομένους την αρχήν του, έπεισε τον Λαμπρόπουλον να προσποιηθή τον φίλον και συνεργάτην αυτών και να τους φέρη εις παλαμήδι ανυπόπτους ως εις κατοχήν αυτού. Εξετέλεσεν ο Λαμπρόπουλος την εντολήν του, και οι περί τον Κολοκοτρώνην εξήλθαν εις στρατολογίαν επί καταλήψει του φρουρίου· επειδή δε ήθελαν να προσκτήσωσι και την πόλιν, εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν και τω Χρήστω Φωτομάρα, υιώ του φρουράρχου της ακροναυπλίας, εχθρώ του Γρίβα, και γαμβρώ του Πλαπούτα, αιτούμενοι να τους εισαγάγη και ούτος εις την πόλιν διά της υπό τον πατέρα του πύλης του κανονοστασίου των πέντε αδελφών. Ο Χρήστος υπεσχέθη, και ο Γενναίος, στρατολογήσας παρεφύλαττεν εν τοις αντικρύ του Ναυπλίου Μύλοις, ίνα εισέλθη αίφνης εις την πόλιν, δοθέντος του σημείου άνωθεν του παλαμηδίου.
Μάιος Ο Λαμπρόπουλος κατά παραγγελίαν του Γρίβα ειδοποίησε την 27 μαΐου τους περί τον Κολοκοτρώνην ότι τους ανέμενε την επιούσαν νύκτα εις παραλαβήν του φρουρίου, αλλ' επί προκαταβολή έτι εις δωροδοκίαν της φρουράς 15,000 γροσίων. Ο Κολοκοτρώνης, μη έχων χρήματα πρόχειρα, έστειλεν ως αντίτιμον δύο αδαμαντοκολλήτους πιστόλας, υποσχεθείς να τας εξαγοράση διά του αιτηθέντος ποσού μετά ταύτα· ο δε Λαμπρόπουλος λαβών τας πιστόλας τας εφιλοδώρησε τω Γρίβα.
Εν τούτοις επέστη η ορισθείσα ώρα, και ο Κολοκοτρώνης, διατρίβων εν Άργει, εξεκίνησε 2000 Πελοποννησίους υπό τον Πλαπούταν, τον Τσόκρην και τον Νικήταν και τοις παρήγγειλεν, αφ' ού κυριεύσωσι το παλαμήδι, να ρίψωσι τρεις κανονίας προς ειδοποίησιν του Γενναίου, όπως εισέλθη και αυτός συγχρόνως εις την πόλιν· τόσον δε δεν υπώπτευεν ο Κολοκοτρώνης απιστίαν ή αποτυχίαν, ώστε εξέδωκε την νύκτα εκείνην προκηρύξεις προς τους Πελοποννησίους, δι' ών τους ειδοποίει ότι εκυρίευσε το φρούριον, τοις έλεγε να ακούωσιν εις το εξής αυτού μόνου τας διαταγάς, και τοις επρομήνυε την διά των ενεργειών του επάνοδον της ησυχίας και ευταξίας καθ' όλην την Πελοπόννησον. Περί δε την 6 ώραν της νυκτός έφθασαν οι Κολοκοτρωνικοί έξωθεν του παλαμηδίου, και ηύραν ανοικτήν την πρώτην πύλην. Ο Γρίβας εσκόπευε ν' αφήση τους προπορευομένους οπλαρχηγούς να έμβωσιν ανύποπτοι, και έπειτα κλείσας την πύλην να τους συλλάβη. Ο Τσόκρης καί τινες άλλοι εμβήκαν πρώτοι· αλλά, πριν προχωρήσωσι και κλεισθή η πύλη, ακράτητοί τινες της φρουράς τους ετουφέκισαν, εφόνευσαν 2, επλήγωσαν 4, εν οίς και τον Τσόκρην εις την χείρα, συνέλαβαν 3 ζώντας και εγύμνωσαν και αφώπλισαν πολλούς των εκτός καταδιωχθέντας. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, έπεσάν τινες κανονίαι από του παλαμηδίου επί τους φεύγοντας. Ακούσας ο Γενναίος τον κρότον και υπολαβών ότι ανηγγέλλετο η κυρίευσις του παλαμηδίου, ως προεσχεδιάσθη, κατέπλευσεν εν τάχει μετά των στρατιωτών του εις το κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, εισήλθεν εις την πόλιν την νύκτα διά της πύλης εκείνης, ευρών αυτήν κατά διαταγήν του Φωτομάρα ανοικτήν, και ανέμενε το φως της ημέρας εις αποβολήν των εν τη πόλει Γριβαίων· αλλά μαθών το πρωί τα εν τη νυκτί συμβάντα, και ιδών ότι εκινδύνευε να συλληφθή, εκλείσθη και ωχυρώθη μετά των περί αυτόν εντός τινων οικιών. Έφθασε την νύκτα εις το Ναύπλιον το βουλευτικόν εξ Ερμιόνης και εμεσολάβησε την επαύριον προς τους αντιφερομένους· συνέτρεξεν εις συμβιβασμόν και ο εν τη πόλει διατρίβων Υψηλάντης, εκίνησαν και οι πολίται πάντα λίθον εις αποτροπήν συγκρούσεως, και ούτως ο Γενναίος, συνοδευόμενος εις ασφάλειάν του παρά του Γαρδικιώτη Γρίβα και του Νικολού Στράτου, εξήλθε της πόλεως αβλαβής, απεμακρύνθη της Αργολίδος και ο Κολοκοτρώνης και εξέδωκεν άλλας προκηρύξεις εναντίας των πρώτων δυσφημών τους Στερεοελλαδίτας.
Ο δε Φωτομάρας είχεν υπαρχηγούς εν τη ακροναυπλία τον Γιαννάκην Στράτον και τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Αξιώτεροι οι υπαρχηγοί του αρχηγού ίσχυαν και εν πάση υποθέσει ηρωτώντο. Καθ' όν δε καιρόν ο Γενναίος εισήλθεν εις την πόλιν, ήσαν οι δύο ούτοι εν Σαλαμίνι· επανελθόντες δε και μαθόντες ότι εισήχθη ο Γενναίος εν αγνοία των αντιπροσώπων αυτών, ήργευσαν τον Φωτομάραν, και μη παύοντες να τον ονομάζωσι φρούραρχον ήρπασαν μετά τινος Ευαγγέλη την πραγματικήν Αρχήν του φρουρίου· υπερείχε δε ο Στράτος. Εν μέσω τόσω δεινών παθημάτων οι κάτοικοι του Ναυπλίου ικέτευσαν την εν Πόρω κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις την νόμιμον καθέδραν της προσδοκώντες επί τη μεταβάσει αυτής ανακούφισιν των δεινών· ηνάγκαζαν την κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις Ναύπλιον και οι μεταβάντες εκεί βουλευταί· υπέσχοντο και οι φρούραρχοι υπακοήν εις τας διαταγάς της. Εν όσω αντείχεν η ακρόπολις των Αθηνών είχε λόγους η κυβέρνησις να μη απομακρυνθή· αλλ' αφ' ού έπεσεν, ανωφελής ήτο πάσα περαιτέρω διατριβή της εν Πόρω·
Ιούνιος δι' όλα ταύτα απάρασα την 15 Ιουνίου κατευωδώθη την επαύριον εις Ναύπλιον. Ήρχισε και η βουλή την 21 τας τακτικάς συνεδριάσεις της, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού των μελών αυτής· αλλά τα πράγματα του Ναυπλίου, αντί να καλλιτερεύσωσιν επί της εν αυτώ εγκαταστάσεως της κυβερνήσεως, εχειροτέρευσαν, δοθείσης της ακολούθου μικράς αφορμής.
Την νύκτα της 28 ήλθαν εις χείρας εντός της πόλεως στρατιώται του Σταύρου Γρίβα και του Γιαννάκη Στράτου καθ' οδόν απαντηθέντες, και η μικρά αλληλομαχία αύτη έγεινε πρόξενος τόσων κακών, όσα δεν έπαθεν άλλοτε η πολλά και πολλάκις παθούσα εκείνη πόλις· ενόμιζέ τις ότι τα δύο φρούρια, το του παλαμηδίου και το της ακροναυπλίας, κανονοβολούντα και κανονοβολούμενα, κατείχοντο υπό δύο εχθρικών στρατευμάτων, και ότι η πόλις, κανονοβολουμένη άνωθεν του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας, κατείχετο υπό εχθρών αμφοτέρων των φρουρών. Εννέα ημέρας ακατάπαυστος ηκούετο καταστρεπτικός και φονικός κρότος κανονίων και τουφεκίων·
Ιούλιος 200 κανονόσφαιραι και βόμβαι ερρίφθησαν την 1 Ιουλίου, και αι δυστυχείς οικογένειαι, αι υπό των Τούρκων καταδιωκόμεναι και εις την πόλιν ασφαλείας χάριν καταφυγούσαι, απεδήμουν εκ της καταστρεφομένης πόλεως αι μεν ενοχλούμεναι επί της εξόδου, αι δε γυμνούμεναι οικίαι, εν αις και η του Πανούτσου Νοταρά, επατήθησαν και διηρπάγησαν^ πολίται, εν οίς και οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης και Κανέλος, ο Επίσκοπος Βρεσθένης και ο Γιώργης Τσόκρης απεκομίσθησαν οι μεν εις παλαμήδι οι δε εις ακροναυπλίαν καί τινες αυτών εκακοποιήθησαν και εζημιώθησαν· ως και αυτό το βουλευτήριον έγεινε θέατρον κακοπραγιών, και μία κανονόσφαιρα εμπεσούσα άνωθεν του παλαμηδίου, εν ώ συνεδρίαζαν οι βουλευταί, εφόνευσεν ένα εξ αυτών, τον Χρήστον Γεροθανάσην, και επλήγωσεν άλλον τον Γιαννάκην Χατσή-Πέτρου· η βουλή και η αντικυβερνητική επιτροπή κατέφυγαν εις τον θαλασσόπυργον· 100 εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εφονεύθη επί της αισχράς ταύτης αλληλομαχίας και ο αυτοχειροτόνητος αντιπρόσωπος των φιλελληνικών εταιριών της Αμερικής, Βάσιγκτων, μαχόμενος υπέρ του Στράτου εν τη ακροναυπλία και κανονοβοληθείς άνωθεν του παλαμηδίου. Η δε κυβέρνησις, ανίκανος να επαναγάγη την ευταξίαν εις την έδραν της, μετεκάλεσε το εν Μεθένοις τακτικόν εις παραλαβήν των φρουρίων, αλλά το απέπεμψε μετ' ολίγον, μη συγκατατιθεμένων των κατεχόντων αυτά· μετεκάλεσε μετά ταύτα τον Τσώρτσην στρατοπεδεύοντα μετά την παράδοσιν της ακροπόλεως των Αθηνών επί του ισθμού εις προφύλαξιν της Πελοποννήσου από ενδεχομένης εχθρικής εισβολής· ο Τσώρτσης ήλθε και εσκήνωσε την 15 προ των πυλών του Ναυπλίου εν τη αγία Μονή, και οι αλληλομαχούντες φρούραρχοι του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας τον εχαιρέτησαν κανονοβολούντες, του εμήνυσαν ότι ήσαν ευπειθέστατοι εις τας διαταγάς του και υπήγαν εις χαιρετισμόν του· αλλά τρεις εβδομάδες παρήλθαν ανωφελώς εις προτάσεις και αντιπροτάσεις. Ανέβη ο Τσώρτσης εις παλαμήδι και ενδιέτριψε δύο ημέρας. Εκάτερος των φρουράρχων υπέσχετο να υπακούση, αν υπήκουε και ο αντίζηλός του. Ο Τσώρτσης διέταξε να περιορισθώσιν, ο μεν εν τω παλαμηδίω, ο δε εν τη ακροναυπλία, ν' απαλλάξωσι δε αμφότεροι την πόλιν των στρατιωτών, και να παραδώσωσι τας πύλας και τα κανονοστάσια εις την κυβέρνησιν· συνήνεσαν αμφότεροι, και διέταξεν ο Θεοδωράκης Γρίβας τον αδελφόν του Σταύρον να εξέλθη της πόλεως. Εξήλθεν· αλλ' αντί ν' απέλθη εις τα χωρία, όπως διετάχθη, ωχυρώθη προ των πυλών αυτής, ως αν είχε σκοπόν να την πολιορκήση, έκοψε το εισρέον νερόν και έδειρε καί τινα αξιωματικόν του αρχιστρατήγου. Ηγανάκτησεν ο αρχιστράτηγος και ηπείλησε ν' αποκηρύξη τους Γρίβας. Αλλ' οι Γρίβαι ηύραν απροσδοκήτως υπεράσπισιν παρ' αυτή τη αντικυβερνητική επιτροπή. Ο Τσώρτσης αγανακτών εκήρυξεν ότι παρητείτο αν δεν εισηκούετο· επί τέλους ο μεν Σταύρος έπαυσεν ενοχλών την πόλιν, ο δε Στράτος παρέδωκεν όσα κατείχεν εν αυτή κανονοστάσια. Εξήλθαν της ακροναυπλίας και ο κατ' όνομα φρούραρχος Φωτομάρας και ο αληθής φρούραρχος Στράτος αφήσας αντιπρόσωπόν του τον Δούκαν· ο δε Γρίβας διέμεινεν εν παλαμηδίω ως και πρότερον. Ως αν δεν ήρκει δε η προς τον αρχιστράτηγον παρακοή των υπαλλήλων του εις εξουθενισμόν της Αρχής του, ήλασαν οι της φρουράς του παλαμηδίου απέμπροσθέν του, διατρίβοντος εν τη αγία Μονή, ολόκληρον αγέλην βοών αρπαγείσαν από τινων χωρίων, και προσέβαλαν και τον Κώσταν Μπότσαρην σταλέντα παρά του αρχιστρατήγου εις απόλυσιν των αρπαγέντων ζώων. Έχων τις υπ' όψιν τον περί ου ο λόγος εξευτελισμόν των υπερτάτων Αρχών ευκόλως δύναται να νοήση πόσον αθλία ήτο τω καιρώ εκείνω η κατάστασις όλης της Ελλάδος. Τούτων γενομένων, ητοιμάσθη ν' αναχωρήση την 15 αυγούστου ο Τσώρτσης εις τον ισθμόν· αλλά δύο ημέρας προ της αναχωρήσεώς του συνέβη ό,τι ολίγον έλειψε να φέρη αποτελέσματα δεινότερα.
Επικρατούσης της ταραχής του Ναυπλίου, πολλοί Στερεοελλαδίται ετοποθετήθησαν εν τη Δελαμανάρα κατά διαταγήν του αρχιστρατήγου προς σωφρονισμόν εν καιρώ ανάγκης των εν τη πόλει εκείνη απειθούντων και ατακτούντων. Επτά ημέρας διετέλουν άσιτοι και μόνην τροφήν είχαν τους καρπούς των αμπέλων της Αργολίδος. Τινές των χωρικών, πλήρεις αγανακτήσεως ότι αι άμπελοί των ετρυγούντο τοιουτοτρόπως, εσκότωσαν δι ενέδρας δύο στρατιώτας. Γνωστού τούτου γενομένου, διεδόθη λόγος ότι οι Πελοποννήσιοι συνώμοσαν να σκοτώσωσι τους Στερεοελλαδίτας· ο ψευδής ούτος λόγος επιστεύθη, και διά μιας και οι εν τοις φρουρίοις και οι εν τη πόλει του Ναυπλίου και οι του εν Δελαμανάρα στρατοπέδου Στερεοελλαδίται όλοι έτρεξαν εις την πόλιν του Άργους προς εκδίκησιν του χυθέντος αίματος και τιμωρίαν των υπολαμβανομένων συνωμοτών. Καλή τύχη, ευρέθησάν τινες φρόνιμοι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί εν τη πόλει του Άργους, οίτινες, θέλοντες να προλάβωσι τα κακόν, συνέλαβαν τους φονείς προς τιμωρίαν, και εκλείσθησαν μετά των στρατιωτών αυτών εν ταις κατοικίαις των διδόντες τόπον τη οργή· αλλ' οι χωρικοί ετοποθετήθησαν ένοπλοι εντός των επί της εισόδου της πόλεως κήπων και ερειπίων, και αντεστάθησαν κατ' αρχάς· φονευθέντων δέ τινων, διεσκορπίσθησαν. Οι δε Στερεοελλαδίται, πατήσαντες την πόλιν και μη ευρίσκοντες Πελοποννησίους εν ταις οδοίς, ετράπησαν εις λεηλασίαν και αρπαγήν κυρίως φαγωσίμων. Ευρίσκετο την ημέραν εκείνην εντός του Άργους ο γενναιόφρων Χατσή-Μιχάλης μετά του μικρού ιππικού του. Ούτος φανείς εν μέσω των μαινομένων στρατιωτών, εστηλίτευσεν ως ψευδή την ολεθρίαν φήμην, είπεν, ότι οι φονείς συνελήφθησαν και θα ετιμωρούντο, τοις έφερε πολυειδείς τροφάς, και καθησυχάσας αυτούς διά των πατριωτικών του νουθεσιών, τους έπεισε να επανέλθωσιν αυθημερόν εις τα ίδια, και ούτως επροφυλάχθη η πόλις από της καταστροφής.
Εν ώ δε έπασχε τα πάνδεινα το Ναύπλιον, εκινδύνευσε να εξοντωθή και όλος ο στόλος των Σπετσών εντός του λιμένος υπό των εχθρών του ελληνικού αγώνος Αυστριακών. Δύο πλοία της νήσου ταύτης, το του Αναργύρου Λεμπέση και το του Γιάννη Κούτση, συνέλαβαν έξωθεν της Πρεβέζης τέσσαρα αυστριακά μεταφέροντα ξυλείαν εκ Τεργέστης εις Αλεξάνδρειαν επί λόγω ότι τα φορτία των ήσαν ιδιοκτησία τουρκική, και έστειλαν εις το εν Ναυπλίω θαλάσσιον δικαστήριον τα έγγραφα προς εξέτασιν. Έτυχε να ευρεθή τότε εν τω λιμένι του Ναυπλίου ο διαδεχθείς τον αυστριακόν ναύαρχον Παυλούκην Δάνδολος επί του δικρότου Ενυούς (Bellona) 64 κανονίων, έχων παρ' αυτώ και έν βρίκι, και εζήτησε να ίδη τα έγγραφα· αλλ’, αφ' ού τα έλαβε, τα εκράτησεν, αν και έδωκε τον λόγον του να τα επιστρέψη· την δε επαύριον (18 Ιουλίου) κατέπλευσεν εις Σπέτσας απαιτών τα συλληφθέντα πλοία και τα φορτία. Αντέτεινε το κοινόν επί λόγω, ότι τα μεν κατεδικάσθησαν, τα δε εδικάζοντο, και τον παρέπεμψεν εις το δικαστήριον και εις την κυβέρνησιν· αλλ' εκείνος, απαντήσας ότι ούτε δικαστήριον εγνώριζεν ούτε κυβέρνησιν, έχυσε τους πυριφλεγέθοντας του δικρότου και του βρικίου, και αι πυρινόσφαιραι, και οι μύδροι και αι βομβίδες και οι πυροσίφωνες έπεσαν διά μιας βροχηδόν εις τον μεστόν ταις ημέραις εκείναις πλοίων λιμένα και εις αυτήν την πόλιν. Οι Σπετσιώται, απροετοίμαστοι προς αντιπαράταξιν, και φοβηθέντες παντελή καταστροφήν των εν τω λιμένι πλοίων έσπευσαν να εξιλεώσωσι τον καταστροφέα παραδώσαντες τα τέσσαρα. Ο Δάνδολος, παραλαβών αυτά αδίκαστα έπαυσε να κεραυνοβολή, αλλ' απήτησεν εξακισχίλια δίστηλα εντός δύο ωρών προς αποζημίωσιν άλλου φορτίου ως κακώς καταδικασθέντος τον παρελθόντα ιανουάριον παρά του θαλασσίου δικαστηρίου· αλλά, πριν παρέλθωσιν αι δύο ώραι, πνεύσας σφοδρός άνεμος τον ηνάγκασε ν' απομακρυνθή. Η κυβέρνησις διεμαρτυρήθη κατά της αυθαιρέτου και καταστρεπτικής πράξεως, εμέμφθησαν την πράξιν και οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των άλλων μεγάλων Δυνάμεων, και ο Δάνδολος δεν επέμενεν έκτοτε εις την απαίτησίν του. Εν τοσούτω, μεγίστην βλάβην έπαθεν ο στόλος των Σπετσών, και έν των πλοίων αυτού άναψεν, αλλ' εσβέσθη· εφονεύθησαν και 13, οι μεν εν τοις πλοίοις οι δε εν τη πόλει και κατεστράφησαν και δύο παραλίμενοι οικίαι. Τοιουτοτρόπως επροοιμίασεν ο Δάνδόλος, δυσμενέστερος φανείς και αυτού του Παυλούκη. Είχεν ίσως δίκαιον και τα συλληφθέντα υπό την σημαίαν του αυτοκράτορας του πλοία διά της βίας να λυτρώση, και τας αποφάσεις του εν Ναυπλίω θαλασσίου δικαστηρίου ως μη δικαίας να θεωρήση· τω όντι, το δικαστήριον εκείνο ήτον εργαστήριον ανομίας και αδικίας· αλλά δι' ών έπραξεν υπερεπήδησε τους όρους και του δικαίου και του ανθρωπισμού· δυνάμενος να ικανοποιηθή, ως ικανοποιούντο οι αρχηγοί των άλλων ευρωπαϊκών μοιρών διά παρόμοια παθήματα, ησέβησε μεταχειρισθείς τρόπους καταστροφής, ους πάσα ευνομουμένη πολιτεία αποδοκιμάζει και ουδείς άλλος των ευρωπαίων συναδέλφων του μετήλθεν, εις φθοράν ολοκλήρου στόλου, όθεν εκρέματο η σωτηρία όλου του έθνους. Ολόκληρος δε ο στόλος των Σπετσών θα εφθείρετο, αν δεν επρόφθαναν οι Έλληνες να σβέσωσι την εν μέσω αυτού εξαφθείσαν φλόγα.
Ο δε Ιβραήμης, αφ' ού ανεπαύθη ικανόν καιρόν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, εξεστράτευσεν, αρχομένου του έαρος, εις Ηλείαν και Αχαΐαν, και διέταξε να παραπλέωσι καί τινα πλοία· πρώτον δε έργον του υπήρξε το εξής.
Προ ενός ήμισυ έτους ανεφάνη κατά τα Τριπόταμα της επαρχίας Γαστούνης ασκητής καταγόμενος εξ Ιθάκης και κοινώς λεγόμενος διά μεν το μικρόν ανάστημά του Παπουλάκης, διά δε την πολλήν αρετήν του Αγιοπατέρας· τον ασκητήν τούτον συνώδευεν ασκήτρια θαυμάζουσα και εξυμνούσα την οσιότητα του βίου του. Διαδοθείσης της φήμης της αγιότητος του Παπουλάκη, προσήρχοντο καθ' ημέραν χριστιανοί αιτούμενοι τας ευχάς του και προσφέροντες αυτώ χάριν ευλαβείας δώρα. Ο Παπουλάκης, επί λόγω ότι ήθελε να οικοδομήση επί της θέσεως εκείνης μονήν, δεν απεποιείτο τα προσφερόμενα, και έκτισε την μονήν του· και οι μεν χωρικοί ευλαβεία κινούμενοι δεν έπαυαν φέροντες αναθήματα, αυτός δε απεταμίευεν· ως απαρνηθείς δε τα εγκόσμια και αφωσιωμένος εις τα θεία σπανίως εφαίνετο, και εδέχετο τους προσερχομένους η γυνή διηγουμένη την ισάγγελον πολιτείαν και τας θείας οράσεις αυτού· δεν έπαυε δε εξ ονόματός του και να παρηγορή τους φοβουμένους τους Τούρκους λέγουσα, ότι ο Ύψιστος απεφάσισε την καταστροφήν των ασεβών, και ότι απεκάλυψε τω πιστώ του θεράποντι, Παπουλάκη, την ημέραν, καθ' ήν θα ωδήγει αυτός τους Έλληνας εις εκτέλεσιν της θείας βουλής βαστών μόνον ρόπαλον. Επίστευαν οι απλοί τους λόγους της γυναικός, και ο Παπουλάκης, φωτιζόμενος υπό των ανακαλύψεων αυτής, εθεωρήθη μετ' ολίγον, εξ ών έλεγεν, ως λαβών θεόθεν και το διορατικόν χάρισμα. Τόσον δε ηύξησεν η προς αυτόν ευλάβεια του κοινού, ώστε ουδείς ετόλμα να δείξη ότι εδυσπίστει εις την αγιότητά του· όλοι δε, όσους έκρινεν αξίους της παρουσίας του, ίσταντο ενώπιόν του ασκεπείς, και εσταυρωμένας κρατούντες τας χείρας ηκροάζοντο όσα έλεγεν ως θεόπνευστα. Εν τοσούτω, ακούσας ο Ιβραήμης επί της πορείας του τα φημιζόμενα περί του ανδρός, και κυρίως περί των θησαυρισμάτων αυτού, έστειλεν έν σώμα εις Τριπόταμα, όπερ επιπεσόν αίφνης ήρπασεν όλα τα εκεί αναθήματα, έκαυσε την μονήν, συνέλαβε τον ασκητήν και την ασκήτριαν, και τον μεν έσφαξε, την δε εδημοπράτησε.
Χωρών δε ο εχθρός προς την Ηλείαν διέβη ανεμπόδιστος και ατουφέκιστος το Κλειδί, επέρασε τον Αλφειόν και συνέλαβέ τινας των καταφυγόντων εις τα νησίδια και πολλούς των κατά το Κατάκολον συσσωρευθέντων και χάριν ασφαλείας εις Ζάκυνθον διαπορθμευμένων, τους μεν επί της ξηράς τους δ' επί της θαλάσσης· ηχμαλώτευσε και πολλάς οικογενείας εις τα παρακείμενα πυκνά δάση καταφυγούσας και διά του πυρός και του γαυγίσματος των ρινηλατούντων σκύλων ανευρισκομένας. Πολλαί γυναίκες επί της καταδιώξεως ταύτης αυτολοκαυτώθησαν εις αποφυγήν των δεινών της αιχμαλωσίας. Δήμος δέ τις Κόλιας εφόνευσεν αυτοχειρί την σύμβιόν του και το τέκνον του, και διασωθείς ως ταχύπους εδικαιολογείτο, ότι εισήγαγεν αμίαντα εις τον παράδεισον τα θύματα της χειρός του. Πατήσας ο Ιβραήμης και κακοποιήσας την επαρχίαν της Γαστούνης απέστειλε διά των Πατρών μέρος του στρατεύματός του εις την στερεάν Ελλάδα, ίνα συνοδεύση τρισχιλίους ίππους μακρόθεν μετακομιζομένους προς αναπλήρωσιν του καθ' ημέραν φθειρομένου ιππικού του και των υποζυγίων του· αυτός δε εξεστράτευσεν εις άλωσιν του Χλουμουτσίου και έφθασεν έξωθεν αυτού την 15 απριλίου.
Το φρούριον τούτο ήτο, ως είρηται, πάντη ημελημένον και εγκαταλελειμμένον επί της επαναστάσεως. Αρχομένου δε του μαρτίου του έτους τούτου, εναυάγησε παρά τω παρακειμένω λιμένι της Γλαρέντσας πολεμικόν τουρκικόν πλοίον 14 κανονίων· εξ αυτών ετέθησαν 8 επί του φρουρίου τούτου· αλλ' αι δεξαμεναί του ρανίδα νερού δεν είχαν, διότι ουδέποτε εκαθαρίσθησαν ουδ' επεσκευάσθησαν. Επί δε της επιδρομής ταύτης κατέφυγαν εις αυτό, καθώς κατέφευγαν και άλλοτε, χάριν ασφαλείας 1500 ψυχαί και εισήλθαν εις υπεράσπισιν αυτού 300 μαχηταί υπό τον Μιχάλην Σισίνην. Ο Ιβραήμης, προσκαλέσας τους εγκλείστους να παραδοθώσι και μη εισακουσθείς, τους επολιόρκησε, και στήσας τρία ελαφρά κανόνια και αποβιβάσας εκ των πλοίων δύο βομβοβόλους τους επολέμει. Αντείχαν οι έγκλειστοι κατ' αρχάς γενναίως, και τρις εξώρμησαν διά νυκτός επί τον εχθρόν· αλλά δεν ήσαν προητοιμασμένοι εις μακράν πολιορκίαν, ουδέ την επροσδόκων· διότι και άλλοτε οι εχθροί διέβησαν απέμπροσθεν του φρουρίου και δεν τo επολιόρκησαν· εψεύσθησαν όμως αι πρροδοκίαι των, και οι εχθροί διέμειναν ταύτην την φοράν πολιορκούντες αυτό τρεις εβδομάδας, έως ου η δίψα ηνάγκασε τους εγκλείστους να παραδοθώσι την 5 μαΐου εις την διάκρισιν του εχθρού απορρίψαντος πάντα συμβιβασμόν. Τόσον δε σφοδρά ήτον η καταβασανίζουσα αυτούς δίψα, ώστε πάμπολλοι απέθαναν άμα εξελθόντες και πιόντες διά μιας κατά κόρον. Εκτός του Σισίνη καί τινων άλλων, οι λοιποί κατεδικάσθησαν εις δουλείαν· δεκαπέντε δε Έλληνες εφονεύθησαν επί της πολιορκίας.
Εν ώ δε ο Ιβραήμης κατεγίνετο εις τα της Ηλείας, εξέπλευσε του Ελλησπόντου εις υποστήριξιν των επιχειρημάτων αυτού ο οθωμανικός στόλος συγκείμενος εξ ενός δικρότου, εννέα φρεγατών και δεκαοκτώ βρικίων και γολεττών υπό τον Ταχήρπασαν και τον Πατρονάμπεην, και μηδέν απαντήσας κατά τον πλουν εμπόδιον κατευοδώθη εις Νεόκαστρον.
Ο δε αποπλεύσας του Πειραιώς Κοχράνης επεσκέφθη την Ύδραν και τας Σπέτσας. Συνήλθαν συγχρόνως κατά διαταγήν του εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών αι μοίραι των τριών ναυτικών νήσων. Η ψαριανή δεν είχε την φοράν ταύτην τον αρχηγόν της Νικολήν Αποστόλη, υφ' όν πολλάκις εδοξάσθη. Ο αξιότιμος ούτος και αρχαϊκός ανήρ επλήρωσε το κοινόν χρέος την 6 απριλίου εν Αιγίνη, όπου μετώκησε καταστραφείσης της πατρίδος του. Έτοιμοι ήσαν αι ελληνικαί μοίραι να εκπλεύσωσιν· αλλ' ο Κοχράνης, μαθών ότι ο Ιβραήμης διέμενεν εντός τινος εν τω λιμένι της Γλαρέντσας βρικίου, διαρκούσης της πολιορκίας του Χλουμουτσίου, έβαλε κατά νουν να τον αφαρπάση, και αφήσας όλον τον στόλον απέπλευσεν επί της φρεγάτας επαγόμενος και την Καρτερίαν. Την 10 μαΐου προς το εσπέρας επλησίασεν η Ελλάς την Γλαρέντσαν υπ' αυστριακήν σημαίαν· αλλ' ο Ιβραήμης, είτε εξ υποψίας είτε εκ περιστάσεως, προλαβών απέβη εις την ξηράν· ο δε Κοχράνης, μη ευρών το θήραμά του προσέβαλε δύο αιγυπτίας κορβέττας, έβλαψε την μίαν και εσκότωσε πολλούς του πληρώματος, αλλ' ουδεμίαν συνέλαβε. Καθ' ήν δε ημέραν έπλευσεν η Ελλάς προς την Γλαρέντσαν, έπλευσε και η Καρτερία προς τας Πάτρας· αλλά, παθούσης της μηχανής της, επόδισε, και εν ώ παρήλλαττε τον Μαλέαν, σφοδρός ανεμοστρόβιλος έρριψε τα δύο της κατάρτια. Δέκα δε ημέρας περιπλεύσας ο Κοχράνης το ιόνιον πέλαγος συνέλαβε πλοίον φέρον πολεμεφόδια και αιχμαλώτους Έλληνας μετακομιζομένους εις Νεόκαστρον προς μεταβίβασιν εις Αίγυπτον και το απέστειλεν εις Πόρον αποβιβάσας αβλαβείς εις το Λοιμοκαθαρτήριον της Ζακύνθου δέκα Τούρκους ευρεθέντας εν αυτώ· την δε 25 απήντησεν εκτός των Κυθήρων τον ελληνικόν στολίσκον αναμένοντα αυτόν εκεί κατά δευτέραν διαταγήν του και συγκείμενον εξ ενός τρικατάρτου, δεκατεσσάρων βρικίων και οκτώ πυρπολικών, και συναπέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν επί σκοπώ να πέση αίφνης εις τον λιμένα και καύση διά των πυρπολικών τον εν αυτώ στόλον του Μεχμέτ-Αλή ανέτοιμον εις αντίστασιν και εις έκπλουν.
Ιούνιος Την 4 Ιουνίου, μετά μεσημβρίαν, εφάνησαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν της Αλεξανδρείας υπό αυστριακήν σημαίαν· και εν πρώτοις μεν υπελήφθησαν ως αυστριακά εμπορικά υπό συνοδίαν φρεγάτας· αλλά πλησιάσαντα εγνωρίσθησαν, και αι προφυλακίδες του στόλου του Μεχμέτ-Αλή φοβηθείσαι έδραμαν εις τον λιμένα, και μία αυτών εκάθησεν επί του στόματος. Η Ελλάς ηγκυροβόλησε δύο μίλια μακράν της ξηράς, και ο Κοχράνης διέταξε τα οκτώ πυρπολικά να εισπλεύσωσιν· εισέπλευσαν δύο και έκαυσαν την επί του στόματος προφυλακίδα 22 κανονίων. Κατεταράχθησαν οι Αιγύπτιοι ιδόντες τον εχθρόν προ των θυρών, ηγωνίσθησαν δι' όλης της νυκτός να ετοιμάσωσι τα πλοία των, και, πρωίας γενομένης, ο Μεχμέτ-Αλής έπλευσεν ως παρατηρητής προς το στόμα του λιμένος επί τινος πολεμικού βρικίου νεωστί κατασκευασθέντος εν Μασσαλία· εξέπλευσαν μετ' ολίγον καί τινες κανονοφόροι επί σκοπώ να κυριεύσωσι πυρπολικόν ελληνικόν κείμενον υπό την ξηράν εν άκρα νηνεμία, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν. Τα ελληνικά πλοία διέμειναν όλην την ημέραν έμπροσθεν του λιμένος και προς το εσπέρας εστράφησαν αρκτοδυτικώς· την δε επαύριον εξέπλευσαν έξ φρεγάται, έξ κορβέτται και δέκα βρίκια εις καταδίωξιν αυτών υπό την οδηγίαν του Μεχμέτ-Αλή. Ο στόλος ούτος ηκολούθησε τα ελληνικά μέχρι της Ρόδου μακρόθεν, έως ου έγειναν άφαντα· την δε 20 επανήλθαν εις τα ίδια, και η Ελλάς ηγκυροβόλησεν εν Πόρω.
Μετά δε την πτώσιν του Χλουμουτσίου μετέβη ο Ιβραήμης εις Πάτρας, δουλαγωγήσας καθ' οδόν επτακοσίας ψυχάς καταφυγούσας εις την λίμνην της Καλογραίας κατά τον Πάπαν και μετέβη την 25 μαΐου εις Ρίον, όπου παρέλαβε τους τρισχιλίους ίππους του. Την δε 2 Ιουνίου εξαπέστειλεν εις χρήσιν της εν Τριπολιτσά φρουράς δισχίλια τροφοφόρα ζώα υπό την συνοδίαν του Δελή-Αχμέτη.
Δύο ήμισυ έτη παρήλθαν αφ' ού επάτησε την Πελοπόννησον ο Ιβραήμης και μεγάλα τα εντεύθεν παθήματα των Πελοποννησίων. Τα ζοφερά σπήλαια, αι δυσανάβατοι ακρώρειαι, τα δυσπρόσιτα έλη, οι κρημνοί και οι απότομοι βράχοι ήσαν τα μόνα ασφαλή κατοικητήριά των, το χώμα δε πολλάκις στρωμνή και τροφή τα άγρια χόρτα· εφονεύοντο, ηχμαλωτίζοντο, ελαφυραγωγούντο, κατεστρέφετο η πατρίς των, αλλά δεν επροσκύνουν. Επί των ημερών όμως τούτων οι κάτοικοί τινων επαρχιών απηρνήθησαν τον εθνικόν αγώνα. Πρό τινος καιρού είχε μυστικάς σχέσεις προς τον Ιβραήμην είς των υποπλαρχηγών της επαρχίας των Πατρών, ο εκ Ζουμπάτης Δημήτρης Νενέκος. Ούτος απέρριψεν επί της εκστρατείας ταύτης το προσωπείον, εστράτευσε μετά του Ιβραήμη κατά των συμπολιτών του, και συμβουλεύσας αυτόν να ανεξικακή και να πολιτεύεται τους Έλληνας επιεικώς, εδείχθη θερμός απόστολός του. Το παράδειγμα και η φωνή του αρνησιπάτριδος Νενέκου, η πλαστή εξημέρωσις του αγρίου Ιβραήμη, αι ευτυχείς εκστρατείαι του, η απελπισία των λαών από πάσης αντιλήψεως και η γενική παράλυσις των ελληνικών πραγμάτων τόσον επηρέασαν τα πνεύματα των ανθρώπων, ώστε τα πλείστα χωρία των επαρχιών Πύργου, Γαστούνης, Πατρών, Βοστίτσης και Καλαβρύτων επροσκύνησαν, και το μόλυσμα φόβος μέγας ήτο μη διεδίδετο και αλλού· θεραπείαν το κακόν δεν είχεν ειμή την εμψύχωσιν των λαών διά της εν Πελοποννήσω συστάσεως στρατοπέδων. Ακάματος εδείχθη ο Κολοκοτρώνης εν τη δεινή ταύτη ώρα· έγραψε παντού απειλών και συμβουλεύων, εκίνησε στρατιωτικά σώματα εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, προητοίμασε το εν τω ομφαλώ αυτής φρούριον της Καρυταίνης εις αντίστασιν και καταφύγιον των περιοικούντων, και έστειλεν ικανούς εις υπεράσπισιν του μεγάλου Σπηλαίου, καταφυγίου των γειτονικών επαρχιών, διότι εμελέτα ο Ιβραήμης να το πατήση είτε ως εχθρός είτε ως φίλος.
Την δε 13 επανήλθεν ο Δελή-Αχμέτης εκ Τριπολιτσάς εις Πάτρας, αφ' ού εξετέλεσεν ευτυχώς το έργον του, και την 17 εστράτευσεν ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων μηδεμίαν προξενήσας καθ' οδόν επί τη συμβουλή του Νενέκου βλάβην, και εσκήνωσε κατά το μετόχιον του μεγάλου Σπηλαίου, Σάλμενα, δύο ώρας μακράν της πόλεως των Καλαβρύτων και δύο ήμισυ του μοναστηρίου, και έγραψε προς τους πατέρας περιποιητικώ τω τρόπω προσκαλών αυτούς εις το στρατόπεδόν του ίνα λάβωσι τα αμνηστήρια και συμβουλεύσωσιν, ως υπηρέται του Θεού του ελέους και της ειρήνης, τους προκρίτους της Πελοποννήσου να μη γίνωνται αφορμή της φθοράς του τόπου και της αιματοχυσίας των αδελφών των. Φοβηθέντες οι πατέρες υπεκρίθησαν υποταγήν, αλλ' απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις το στρατόπεδόν του. Απήτησε και εκ δευτέρου ο Ιβραήμης την παρουσίαν των ενώπιον του ως αναγκαίαν, αλλά παρήκουσαν και εκ δευτέρου, επαναλαμβάνοντες πάντοτε την προς την υψηλήν Πύλην πίστιν και υποταγήν των. Τοις έγραψεν ο Ιβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση. Την νύκτα της 23 ανέβησαν τρισχίλιοι εχθροί υπό την οδηγίαν των περί τον Νενέκον διά δυσβάτων μερών και δι' αγνώστων μονοπατίων εις τον υπερκείμενον του μοναστηρίου υψηλόν σταυρόν, και εξημερώθησαν ενώπιον των απειθών πατέρων· εξακόσιοι ήσαν οι υπερασπισταί του μοναστηρίου, κληρικοί και λαϊκοί, κατέχοντες νεοδμήτους τινάς πύργους δυναμωθέντας προ ολίγου διά κανονίων. Μετά την ανατολήν του ηλίου ήρχισεν η μάχη και διήρκεσε μέχρι του δειλινού. Οι Τούρκοι απέτυχαν και ωπισθοδρόμησαν αυθημερόν εις το στρατόπεδόν των, εφονεύθησαν και επληγώθησαν ικανοί εξ αυτών ως πολλάκις ορμήσαντες, ένδεκα δ' εκ των Ελλήνων· εφονεύθη και ο Ανδρέας Σαρδελιάνος. Τοιουτοτρόπως διετηρήθη και την φοράν ταύτην το μοναστήριον απάτητον.
Τούτων γενομένων, ο μεν Ιβραήμης εστράτευσε πανστρατιά εις Τριπολιτσάν· ο δε Νενέκος, όστις δεν έπαυε δίδων τρανά δείγματα πίστεως προς τους καταστροφείς της πατρίδος του και τους δημίους και ανδραποδιστάς των συμπολιτών του, μετέβη μετά των περί αυτόν εις Πάτρας, συνηνώθησαν πολλοί των εκεί Τούρκων,
Ιούλιος και την 3 Ιουλίου προσέβαλαν τους περί τον Βασίλην Πετμεζάν κατά τον Άγιον Βλάσην και τους διεσκόρπισαν· προσέβαλαν την 17 και τους περί τον Χελιώτην και Φεϊζόπουλον κατά την εν τη επαρχία Βοστίτσης μονήν του αγίου Ιωάννου, και κυριεύσαντες δι' επανειλημμένων εφόδων το έξωθεν οχύρωμα, και καταστρέψαντες όλους σχεδόν τους εν αυτώ, ως 60, ανεχώρησαν αυθημερόν πολλά και αυτοί παθόντες.
Δεν εχάρη επί πολύ ο ανοσιουργός Νενέκος τας τιμάς της προδοσίας του, δολοφονηθείς μετά τα συμβάντα ταύτα ενεργεία του Κολοκοτρώνη.
Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Κατσάναν, διήρεσε το στράτευμα, και τους μεν απέστειλεν εις Λαγκάδια διά της γεφύρας της Κυράς προς αφανισμόν και αυτού και των λοιπών χωρίων της επαρχίας Καρυταίνης, ως μη δεχομένων τα αμνηστήρια (α), αυτός δε και οι λοιποί ώδευσαν κατ' ευθείαν, όπως συνενωθώσιν εν τη πεδιάδι της Καρυταίνης.
Ταις ημέραις εκείναις ευρίσκοντο δισχίλιοι Έλληνες εν Λιβαρτσίω υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον προς εμψύχωσιν των λαών. Ούτοι μετέβησαν εις Καρνέσι, όπου ήτον οχύρωμα εχθρικόν, απεδίωξαν τους Τούρκους και το εκυρίευσαν. Ανεφάνησαν αίφνης οι περί τον Ιβραήμην και εφώρμησαν. Οι Έλληνες αντεστάθησαν μέχρι τινός, άφησαν μετά ταύτα το οχύρωμα και απεμακρύνθησαν· επέστρεψαν μετ' ολίγον και ηκροβολίσθησαν, αλλ' επιφανέντος άλλου εχθρικού σώματος ανεχώρησαν· 20 Τούρκοι και 7 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν. Μετά τον ακροβολισμόν τούτον εισήλθε το εχθρικόν στράτευμα όλον εις Τριπολιτσάν, και, αρχομένου του ιουλίου, κατέβη εις Μεσσηνίαν, όπου κατέβη και ο Ιβραήμης.
Την δε 26 εφάνησαν έμπροσθεν των Κυτριών και της Σκαρδαμούλας δεκατέσσαρα πλοία εχθρικά εκπλεύσαντα του Νεοκάστρου, τα πλείστα φρεγάται και κορβέτται, και έρριψαν αυθημερόν 1700 κανονίας, αλλ' αντισταθέντων γενναίως των Μανιατών ανέπλευσαν άπρακτα. Προσέβαλαν την αυτήν ημέραν οι εχθροί διά ξηράς και τους εν Φρουτσάλα υπό τον Νικήταν, αλλ' ουδ' εκεί ευδοκίμησαν. Ανεχώρησαν μετ' ολίγον εκ Νεοκάστρου εις Τριπολιτσάν τετρακισχίλιοι εχθροί συνοδεύοντες μέγα πλήθος τροφοφόρων ζώων. Ο Νικήτας, προκαταλαβών το στενόν του Λεονταρίου, ενέδρευσε, και εφόνευσεν ικανούς, αλλά δεν εμπόδισε την πορείαν των εχθρών· επληγώθησαν δ' εν τη μάχη ταύτη και δέκα Έλληνες.
Ο δ' επανελθών εις Πάτρας Δελή-Αχμέτης εξεστράτευσε λήγοντος του ιουλίου, διέβη ατουφέκιστος τα Σελλά, διεσκόρπισε τους εν τω χωρίω Κουνινά υπό τον Φεϊζόπουλον και τον Λεχουρίτην φονεύσας τινάς αυτών, εν οίς και τον Γεώργιον Μωραΐτην, και προχωρήσας εις το ξενοδοχείον της Ακράτας επανήλθεν εις Πάτρας· εστράτευσε μετ' ολίγας ημέρας και προς το μέρος της Καφικαριάς πλησίον των Λαπαναγών, χωρίου των Καλαβρύτων, όπου έμαθεν ότι συνήλθεν ελληνικόν στράτευμα. Η θέσις αύτη έχει δύο πορείας, την μεν προς το μέρος των Πατρών βατήν, την δε προς το των Καλαβρύτων και της Βοστίτσης σχεδόν άβατον. Εν ταύτη ετοποθετήθησαν 1500 Έλληνες υπό τον Πλαπούταν, τον Μελετόπουλον, τον Ροδόπουλον, τον Χρήστον Φωτομάραν και άλλους. Την 26 αυγούστου πρωί εσκήνωσαν τετρακισχίλιοι εχθροί τακτικοί και άτακτοι, ιππείς και πεζοί, υπό την θέσιν εκείνην, και την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου ανέβησάν τινες αυτών και επολέμησαν τους Έλληνας· αλλά, μη δυνηθέντες να προχωρήσωσι διά το κατωφερές και κρημνώδες του μέρους εκείνου, επανήλθαν αυθεσπερί εις τας σκηνάς των. Την επαύριον εκίνησαν πανστρατιά κατά το αυτό μέρος στήσαντες απέναντι των Ελλήνων δύο κανόνια· αλλ' οι Έλληνες τους αντέκρουσαν κυλίοντες λίθους, και τους ηνάγκασαν να στρέψωσι τα νώτα· εφώρμησαν οι εχθροί και μετά την μεσημβρίαν, αλλ' έπαθαν και τότε όσα και την πρωίαν. Ιδόντες δε ότι ορμώντες εβλάπτοντο και δεν έβλαπταν, απεχώρησαν κανονοβολούντες, και, σκότους γενομένου, ανεχώρησαν. Πολλοί επί της διημέρου μάχης εχθροί τακτικοί και άτακτοι εφονεύθησαν και επληγώθησαν, καί τινες ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και δύο σημαιοφόροι· τρεις δε Έλληνες εφονεύθησαν και δέκα επληγώθησαν. Μετά την μάχην ταύτην, οι μεν Έλληνες κατέβησαν εις Πετσάκους δύο ώρας μακράν της Καφικαριάς, οι δ' εχθροί, διασκορπισθέντες εις τα χωρία, τα ελεηλάτησαν και συνενωθέντες πάλιν εις Βοστίτσαν εστράτευσαν προς το Διακοπτόν, όπως προχωρήσωσι κατά την Ακράταν· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, προκαταλαβόντων αυτό των εν Πετσάκοις Ελλήνων, ωπισθοδρόμησαν εις Βοστίτσαν.
Επικειμένης δε της συγκομιδής της σταφίδος, αμφιβάλλετο αν θα ήσαν συγκομισταί οι Τούρκοι ή οι Χριστιανοί. Οι πατέρες του Σπηλαίου εκάλεσαν τους περί τον Κολοκοτρώνην εις υπεράσπισιν της ιδιοκτησίας των επί αντιμισθία. Ήλθαν οι κληθέντες, αλλ' ούτε των πατέρων ούτε των άλλων την ιδιοκτησίαν εδυνήθησαν να προστατεύσωσιν ως κειμένην επί πεδιάδος· οι δε εχθροί μετεκόμισαν την σταφίδα εις τα πλοία των, επανήλθαν εις Πάτρας και ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις Νεόκαστρον υπό τον Δελή-Αχμέτην διά Γαστούνης και Πύργου.
Απάρας δε ο Κοχράνης του Πόρου τα τέλη Ιουνίου, περιήλθε το Αιγαίον επί εισπράξει των εθνικών προσόδων εις κίνησιν της ναυτικής δυνάμεως, και επέβαλεν είκοσι χιλιάδων διστήλων φόρον επί τους εμπόρους της Σύρας· επεσκέφθη μετά ταύτα το Ναύπλιον, διαρκούντων των εμφυλίων δεινών,
Ιούλιος επανήλθεν εις Πόρον και απέπλευσε την 15 ιουλίου προς τα μεσημβρινά παράλια της Πελοποννήσου, ουδενός άλλου πλοίου συνοδεύοντος την Ελλάδα. Την επαύριον απήντησε τον Σωτήρα, δικάταρτον δωρηθέν παρά της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας και διοικούμενον παρά του Άγγλου Θωμά, και τα συμπαρέλαβε· την δε 18, καθ' ήν έπλεαν τα δύο ταύτα πλοία έξωθεν του Νεοκάστρου, εφάνησαν 16 οθωμανικά ερχόμενα απ' άρκτου εις Νεόκαστρον υπό εναντίον άνεμον· εξ αυτών μία κορβέττα, δύο βρίκια και δύο γολέτται απεκόπησαν ένεκα της αντιπνοίας και έπλεαν παρά την παραλίαν της Ζακύνθου· επέπλευσαν η Ελλάς και ο Σωτήρ, και περί την μεσημβρίαν της 20 τα κατέφθασαν έμπροσθεν της Γλαρέντσας και τα προσέβαλαν· και η μεν Ελλάς εκυρίευσε την κορβέτταν μετά γενναίαν αντίστασιν, καθ' ήν εφονεύθησαν εκ του πληρώματος ταύτης, εις 300 συμπληρουμένου, 25, εν οίς και ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος, και επληγώθησαν 35· επληγώθησαν και 2 του πληρώματος της φρεγάτας· ο δε Σωτήρ εκυρίευσε μίαν των γολεττών, φονευθέντων και πληγωθέντων, εκ του πληρώματος αυτής 15, τα δε άλλα τρία πλοία κατέφυγαν εις Πάτρας. Η γολέττα ήτο τουνεζική 10 κανονίων, η δε κορβέττα 28 και εφημίζετο ως η ταχυπλουστέρα του εχθρικού στόλου· ευρέθησαν δε εν αυτή 20 αιχμαλωτίδες.
Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου κατέπλευσαν η Ελλάς, ο Σωτήρ και αι δύο λείαι εις Πόρον, αποβιβασθέντων των παραδοθέντων Τούρκων σώων και αβλαβών εις Κρήτην. Ο δε Κοχράνης διέταξε να συναχθή εκ νέου ο στόλος εις Σπέτσας, όπου έπλευσε και αυτός την 24· την δε επαύριον είς των υιών του Λουκιανού Βοναπάρτου, συμπλέων επί της Ελλάδος, επληγώθη κατά περίστασιν εις την κοιλίαν υπό της πιστόλας του, εν ώ την εξεκρέμα, και απέθανεν αυθωρί. Ο Κοχράνης, διατάξας να ταριχεύσωσι και αποκομίσωσι τον νεκρόν εις το μοναστήριον των Σπετσών μέχρι δευτέρας διαταγής του, απέπλευσε παραγγείλας να μεταπλεύσωσι τα πλοία εις Βάτικα, αφ' ού συναχθώσιν όλα, και να τον προσμείνωσιν.
Σεπτέμβριος Συνήχθησαν τα πλοία, μετέπλευσαν όπου παρήγγειλε, και την 1 σεπτεμβρίου ανέπλευσαν υπό την οδηγίαν του· ήσαν δε όλα 23, ό εστιν η Ελλάς, η Καρτερία, ο Σωτήρ, 2 τρικάταρτα, 11 βρίκια, 4 πυρπολικά και 3 κανονοφόροι. Την 6 πρωί, ηγκυροβόλησεν όλος ο στόλος απέναντι του Μεσολογγίου, αι δε τρεις κανονοφόροι όσον εδύναντο πλησιέστερον του Βασιλαδίου. Επειδή δε τα πλοία ήσαν υπό άλλην σημαίαν, οι επί του Βασιλαδίου Τούρκοι δεν υπώπτευσαν κατ' αρχάς ότι ήσαν ελληνικά. Την α' δε ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εμβήκεν ο Κοχράνης εις πλοιάριον, επλησίασε το Βασιλάδι και έρριψε πυροσίφωνας, αλλ' ουδείς εισέπεσεν· εκανονοβόλησαν και αι κανονοφόροι, αλλά και αύται ανωφελώς. Εξύπνησαν τότε οι Τούρκοι και αντεκανονοβόλησαν, αλλά και ούτοι εις μάτην. Επανελήφθη και την επαύριον ο κανονοβολισμός, καθ' όν επληγώθησαν βαρέως δύο ναύται μιας των κανονοφόρων, οίτινες μετεκομίσθησαν χάριν θεραπείας εις την Ελλάδα· οι δε λοιποί της αυτής κανονοφόρου, μη πεισθέντες να πλησιάσωσιν εκ νέου ως διετάχθησαν, ετέθησαν κατά διαταγήν του στολάρχου έν τινι λέμβω και περιεφέροντο εν τω μέσω του στόλου υπό τον ήχον του τυμπάνου προς καταισχύνην και ποινήν ως απειθείς και φυγόμαχοι. Εν τοσούτω ητοιμάσθη επί της Ελλάδος εις βομβολισμόν σχεδία, ερρίφθη εις την θάλασσαν και εβομβοβολήθη εκείθεν το Βασιλάδι, αλλ' ουδεμίαν έπαθεν ουδέ τότε ζημίαν. Ιδών δε ο Κοχράνης, ότι διά των τρόπων τούτων δεν κατωρθούτο η κυρίευσις του Βασιλαδίου, διέταξε τας λέμβους των πλοίων επί τη συμβουλή του Μιαούλη να έμβωσι διά του στενού αύλακος του Προκοπανίστου και να το αποκλείσωσιν. Η διαταγή του επιτυχώς εξετελέσθη υπό την οδηγίαν τινών Μεσολογγιτών ειδότων τον είσπλουν, αλλά δεν ετελεσφόρησε, προλαβόντων των εν τη πόλει Τούρκων και εφοδιασάντων την προτεραίαν το Βασιλάδι παντός αναγκαίου. Μετά την ανωφελή ταύτην δοκιμήν ανήχθη ο στόλος· εναπέμειναν δε ο Σωτήρ δύο κανονοφόροι, δύο γολέτται και η Καρτερία, ήτις ανάψασι εξ απροσεξίας εκινδύνευσε να καή. Εκείναις ταις ημέραις έφθασεν εις Ελλάδα και το προ καιρού κατασκευαζόμενον εν Αγγλία δεύτερον ατμόπλουν η Επιχείρησις.
Επειδή δ' εγνώσθη ότι εντός του κορινθιακού κόλπου ήσαν πλοία τινα τουρκικά, διέπλευσαν την 9 εν πλήρει μεσημβρία εις άλωσιν ή καταστροφήν αυτών αι δύο γολέτται και ο Σωτήρ ρυμουλκών μίαν κανονοφόρον υπό τον κανονοβολισμόν των επί του στόματος φρουρίων. Την επαύριον, πνέοντος σφοδρού ανέμου, εδοκίμασε να διαπλεύση και η Καρτερία ιστιοφορούσα δι' έλλειψιν γαιανθράκων· αλλά προχωρήσασα έπεσεν εις γαλήνην και έμεινεν έξωθεν μέχρι της 11, καθ' ήν ρυμουλκουμένη παρ' άλλης κανονοφόρου διέπλευσε και αύτη αβλαβής. Ήσαν εν τω λιμένι των Σαλώνων 3 εμπορικά αυστριακά και 9 τουρκικά, τουτέστι μία γολέττα 14 κανονίων, έν βρίκι 16, τρεις μικρότεραι γολέτται, δύο ένοπλα φορτηγά, και δύο κανονοφόροι· επροστατεύοντο δε τα πλοία ταύτα υπό τινος επί της ξηράς κανονοστασίου.
Πριν δε διαπλεύση η Καρτερία, εκινήθησαν επί τα εχθρικά πλοία ο Σωτήρ και αι δύο γολέτται· αλλά, πνέοντος βιαίου ανέμου, απέτυχαν και κατέφυγαν εις τον λιμένα του Λουτρακίου. Την δε 14 έπλευσεν η Καρτερία μετά της παρακολουθούσης κανονοφόρου προς τον λιμένα των Σαλώνων και φθάσασα εις το στενότερον αυτού μέρος ηναγκάσθη εξ αιτίας εναντίου ανέμου να ποδίση. Την δε 18 επανέπλευσεν ευτυχώς εις τον αυτόν λιμένα και συνεπανέπλευσαν και ο Σωτήρ και τα λοιπά ελληνικά πλοία, επήραν τα 3 αυστριακά ως παραβιάσαντα τον αποκλεισμόν, κατέστρεψαν 7 εκ των 9 τουρκικών, και εφόνευσαν πολλούς εχθρούς· επληγώθησαν δε επί της ναυμαχίας ταύτης ελαφρώς μεν ο πλοίαρχος του Σωτήρος Θωμάς εις τον πόδα, βαρέως δε ο υποπλοίαρχός του Σκάνλανος Ιρλανδός.
Ο δε Ιβραήμης, ασχοληθείς παντοίοις τρόποις μετά την εις τα φρούρια επάνοδόν του να εφελκύση τους Μεσσηνίους, όπως εφείλκυσε τους Αχαιούς, απέστειλε την 20 τα στρατεύματά του υπό τον Κεχαγιάμπεην, τα μεν εις την άνω, τα δε εις την κάτω Μεσσηνίαν, προς ερήμωσιν του τόπου, αν οι κάτοικοι δεν επροσκύνουν. Εκάλεσεν ο Κεχαγιάμπεης τους κατοίκους εις υποταγήν και μη εισακουσθείς (β) διέταξε την πελέκησιν όλων των καρπίμων δένδρων και την πυρπόλησιν των χωρίων. Ουδέποτε τα εχθρικά στρατεύματα εφάνησαν τόσον φθοροποιά όσον εν τη παρούση εκστρατεία. 60,000 ελογίσθησαν αι κατακοπείσαι συκαί, και 95.000 αι ελαίαι και αι συκαμινέαι· καπνοί δε και φλόγες πολυήμεροι εσκέπαζαν τον ορίζοντα.

1827

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.

Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 Ιουνίου. — Ναυμαχία Νεοκάστρου. — Αναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ Κωνσταντινουπόλεως.

ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ έτος παρήλθεν αφ' ού ο εν Κωνσταντινουπόλει Κάννιγγ ανεδέχθη τον συμβιβασμόν Ελλάδος και Τουρκίας και δεν ίσχυσαν παντάπασιν οι λόγοι του. Αγέρωχος πάντοτε η Πύλη, αγερωχοτέρα εδείχθη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου και την στενήν πολιορκίαν των Αθηνών, θεωρούσα επικειμένην την παντελή καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. Ο Κάννιγγ, μη θέλων να παρεμβάλη εις την διαπραγμάτευσιν νέα προσκόμματα, δεν επρόσφερεν εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του ειμή την 24 Ιανουαρίου του έτους τούτου. Τον αυτόν δε μήνα η εχθρωδώς πάντοτε προς την Ελλάδα διακειμένη αυλή της Αυστρίας, προθεμένη να διασκεδάση τας υπέρ αυτής σωτηρίους ταύτας προσπαθείας, έστειλεν εις Ελλάδα αξιωματικόν της και ανήγγειλεν, ότι περί πολλού ποιουμένη τα συμφέροντα των Ελλήνων, ετοίμη ήτο να έλθη εις αντίληψίν των και μεσιτεύση παρά τω σουλτάνω, αν επεκαλούντο την συνδρομήν της· ήλπιζε δε να εισακουσθή διά την έως τότε αποτυχίαν της μεσιτείας της Αγγλίας και την εντεύθεν απελπισίαν των Ελλήνων. Αλλ' η κυβέρνησις της Ελλάδος, έχουσα υπ' όψιν τα κακά όσα έπασχεν η Ελλάς αδιακόπως και εκ της πολιτικής της αυλής ταύτης και εκ της αισχράς διαγωγής του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της και υποπτεύουσα επιβουλήν, απεποιήθη την προσφοράν της.
Μετ' ολίγας δε ημέρας αφ' ού ο Κάννιγγ επρόσφερε τη Πύλη εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του, έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Ρωσσίας Ριβωπιέρρος, είς των δύο εν Ακερμάνη πληρεξουσίων της, και εσύστησε και ούτος θερμώς την πρότασιν του Καννιγγος. Εις ένδειξιν δε της ανάγκης της περί ης επρόκειτο ειρηνεύσεως ανέφεραν αμφότεροι την πολυετή παράτασιν του αγώνος της Ελλάδος, την εις παύσιν του ανικανότητα της Πύλης, την εντεύθεν αιματοχυσίαν και καταστροφήν, την βλάβην του ευρωπαϊκού εμπορίου εξ αιτίας της αναφυείσης πειρατείας και την υπόθαλψιν του διά τόσων θυσιών και αγώνων σβεσθέντος αλλά μη αποσβεσθέντος φιλοταράχου πνεύματος των λαών της Ευρώπης.
Γνωστοποιούντες δε κατά πρώτην φοράν και την επί σκοπώ της περί ης ο λόγος ειρηνεύσεως γενομένην πράξιν εν Πετρουπόλει και συνιστώντες τους όρους αυτής εσυμβούλευαν την Πύλην δεχομένη την μεσιτείαν να προομοιάση διά της παύσεως των εχθροπραξιών έλεγαν δε ότι, αν άλλως επολιτεύετο, θα ηναγκάζοντο αι Δυνάμεις να σχετισθώσι προς τους Έλληνας. Η Πύλη, συμφέρον έχουσα εξ αιτίας των κατά την στερεάν Ελλάδα και την Πελοπόννησον ευτυχών προόδων της ν' αναβάλλη την απάντησίν της, μόλις την έδωκε την 28 μαΐου, ίσως καθ' ήν ημέραν έμαθε την παράδοσιν των Αθηνών. Διά της απαντήσεως δε ταύτης, δι' ής έθετεν αρχάς τινας, καθ' άς καθίστανται, συντηρούνται και διοικούνται κατά θείαν νεύσιν αι κοινωνίαι, και δεν επιτρέπεται η παρέμβασις μιας Δυνάμεως εις τα εσωτερικά άλλης, και δι' ής έλεγεν, ότι όλαι αι διατάξεις αυτής θεμελιουνται επί του ιερού νόμου, και διά τούτο είναι και δίκαιαι και αμετάτρεπτοι, διεσάλπιζε την προς τους ραγιάδας γενναιότητα των Μουσουλμάνων και ιδιαιτέρως τα καλά όσα ούτοι απελάμβαναν υπό την αγαθοποιόν σκιάν του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, εμέμφετο την προς τον μεγαλόδωρον αυθέντην των αχαριστίαν των αποστατών Ελλήνων, κατέκρινε τας κατά των Μουσουλμάνων απανθρωπίας των, εκήρυττε την μεγάλην μακροθυμίαν της, την εντός του ιερού νόμου προς πάντας πάντοτε τους Έλληνας επιεική διαγωγήν της, και την προς τους εν μετανοία προσερχομένους ευσπλαγχνίαν της· διετείνετο δε ότι, περί πολλού ποιουμένη την επάνοδον της ησυχίας ηγωνίζετο να καταστέλλη την αποστασίαν, αλλά ξένοι την υπέθαλπαν και την διετήρουν, και η κυβέρνησις των ξένων τούτων (ενόει δε την αγγλικήν) επροφασίζετο, ότι δεν ημπόρει να τους εμποδίση, παραβαίνουσα τοιουτοτρόπως όσα κυβέρνησις ώφειλε προς φιλικήν κυβέρνησιν· ηπόρει δε πώς Δυνάμεις τινές εσυνθηκολόγησαν περί των αφορώντων τους αποστάτας υπηκόους της παρά γνώμην και εν αγνοία αυτής, και πώς παρέμβαιναν παρά το δημόσιον δίκαιον εις τα εσωτερικά της, εν ώ αύτη είπε ρητώς και επανειλημμένως, ότι απεποιείτο πάσαν ξένην παρέμβασιν υπενθύμιζε δε ότι και ο Στραγγφόρδος, επανελθών εκ βερώνης, την εβεβαίωσεν εξ ονόματος όλων των ανάκτων, ότι εις εαυτήν και μόνην απέκειτο να πράξη ό,τι δέον έκρινεν ως προς τους απειθείς ραγιάδας της, και ότι οι εν Ακερμάνη πληρεξούσιοι της Ρωσσίας είπαν, ότι ο αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνην την εξίσασιν των ιδιαιτέρων διαφορών του (α), και σκοπόν δεν είχε να παρέμβη εις τα της Ελλάδος· ηπόρει δε πώς δεν εσυστέλλοντο αι Δυνάμεις λέγουσαι ότι επί τη μη παραδοχή, της μεσιτείας σκοπόν είχαν να θεωρήσωσιν ως Δύναμιν συμμορίαν ληστών, και πώς, προκειμένου λόγου περί των αφορώντων την επί αποστατών υπηκόων νόμιμον εξουσίαν της Πύλης, ανέφεραν τας λέξεις μ ε σ ι τ ε ί α ν, ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ α, α ν α κ ω χ ή ν, ε ι ρ ή ν ε υ σ ι ν, εν ώ αι λέξεις αύται αναφέρονται μόνον ως προς σχέσεις κράτους προς κράτος· ηρνείτο δε ότι εξ αιτίας των ταραχών εζημιούτο το ευρωπαϊκόν εμπόριον, λέγουσα, ότι μόνα τα συμφέροντα αυτής έπασχαν, και επανελάμβανεν ότι ούτε εις βλάβην ούτε εις ύβριν της χριστιανικής θρησκείας εκινείτο ουδέ κατεφέρετο καθ' όλου του έθνους των Ελλήνων, αλλά μόνον κατά των ταραχοποιών· παραπονουμένη δε ότι αι Δυνάμεις κακώς πολιτευόμεναι εθάρρυναν τους αποστάτας λόγω και έργω, έλεγεν, ότι ουδέποτε θα απηρνείτο τα επί της Ελλάδος δίκαιά της, και ουδέποτε θα παρέβαινεν, ενδίδουσα, τα παραγγέλματα του ιερού νόμου· διεκήρυττε δ' επί τέλους διά τελευταίαν φοράν, ότι απέρριπτε διά παντός πάσαν ξένην μεσιτείαν και πάσαν παρέμβασιν, ότι μιας και της αυτής γνώμης ήσαν κατά τούτο και ο σουλτάνος και οι υπουργοί του και το έθνος όλον των Μουσουλμάνων, και ότι επεθύμει να παύσωσιν εις τα εξής αι ξέναι Δυνάμεις του να την ενοχλώσι περί τούτου.
Καθ' όν δε καιρόν εματαιοπόνουν οι πρέσβεις εν Κωνσταντινουπόλει, η Ρωσσία και η Αγγλία, αι επ' ειρηνεύσει της Ελλάδος συνδεθείσαι, κατεγίνοντο να παραλάβωσι και τας τρεις άλλας μεγάλας αυλάς συνεργούς· αλλ' η μεν Πρωσσία απεποιήθη επί λόγω, ότι δεν είχε το αυτό συμφέρον, και υπεσχέθη μόνον την φιλικήν παρά τη Πύλη σύμπραξίν της. Η δε Αυστρία, η πρώτη άλλοτε προτείνασα την αναγνώρισιν της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, απήντησεν, ελθούσης της κρισίμου ταύτης ώρας, ότι έχαιρε μεν επί τη ενώσει των δύο αυλών εις κατάπαυσιν των μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξιών, αλλά δεν ημπόρει ν' αναδεχθή επί αιτήσει αποστατών μεσιτεία· προθεμένην απόσπασιν μεγάλου μέρους της Ελλάδος από της εξουσίας του σουλτάνου, δεν απεποιείτο όμως ουδ' αυτή την παρά τη Πύλη φιλικήν συνδρομήν της. Μόνη η γαλλική κυβέρνησις πρόθυμος εφάνη. Η εν Γαλλία υπερισχύσασα κοινή γνώμη υπέρ Ελλάδος, αι εν αμφοτέραις ταις βουλαίς βαρείαι και συνεχείς προσβολαί κατά του υπουργείου ως τουρκίζοντος, και η αείποτε και υπεράλλοτε ευμενής τότε προς τον χριστιανικόν αγώνα διάθεσις του βασιλέως επερρέασαν επί τέλους την επί Βιλλέλου κυβέρνησιν και την ηνάγκασαν όχι μόνον ν' ασπασθή την υπέρ των Ελλήνων πράξιν των δύο Δυνάμεων, αλλά και να προβάλη ίνα μετασχηματισθή η πράξις αύτη εις συνθήκην, να εγγυηθή παρά των τριών Δυνάμεων ό,τι ορισθή, και να πειθαναγκασθή η Πύλη εις παραδοχήν αυτής· συνέταξε δε, επί τη αξιώσει Αγγλίας και Ρωσσίας, και την συνθήκην, ήτις τροπολογηθείσα υπεγράφη εν Λονδίνω την 24 Ιουνίου υπό των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων ορίζουσα εν συνόψει τα εξής.
Αι Δυνάμεις να προσφέρωσι τη Πύλη την μεσιτείαν των εις συνδιαλλαγήν αυτής και των Ελλήνων, και ν' απαιτήσωσιν άνευ αναβολής ανακωχήν.
Οι Έλληνες να κυβερνώνται υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου επί ετησίω φόρω υπό Αρχών εκλεγομένων παρ' αυτών, συνευδοκούντος και του σουλτάνου.
Οι Έλληνες να ιδιοποιηθώσι την παρ' αυτοίς ιδιοκτησίαν των Τούρκων αποζημιούντες αυτούς.
Η οροθετική γραμμή να χαραχθή μετά ταύτα.
Μηδεμίαν ωφέλειαν να ζητήσωσιν αι Δυνάμεις δι' εαυτάς ή διά τους υπηκόους των.
Ν' ασφαλισθώσιν οι συμβιβασθησόμενοι όροι υπό την εγγύησιν των Δυνάμεων όπως μετά ταύτα εγκριθή.
Και ταύτα μεν διέταττε φανερά η συνθήκη. Κατά πρότασιν δε της γαλλικής κυβερνήσεως, της υπέρ πάσαν άλλην προθεμένης να φέρη εις αίσιον και ταχύ πέρας την συνθήκην, υπεγράφησαν ταυτοχρόνως και οι εξής μυστικοί όροι.
Αν η Πύλη δεν εδέχετο εντός ενός μηνός την μεσιτείαν των Δυνάμεων, να συνδέσωσιν αύται εμπορικάς και προξενικάς σχέσεις μετά των Ελλήνων. Αν δε η Πύλη δεν εδέχετο την ανακωχήν ή οι Έλληνες απεποιούντο την εφαρμογήν αυτής, να κηρύξωσιν αι Δυνάμεις, ότι και εν τοιαύτη περιπτώσει εσκόπευαν να την πραγματοποιήσωσι διά των καταλληλοτέρων τρόπων, αμέτοχοι πάντοτε των εχθροπραξιών των αλληλομαχούντων. Αν δε παρά πάσαν προσδοκίαν η Πύλη εθεώρει τα ανωτέρω ανεπαρκή εις παραδοχήν των προτάσεών των, ή οι Έλληνες απέρριπταν τους όρους της συνθήκης, αι Δυνάμεις να μη παύσωσιν ουδέ τότε εργαζόμεναι εις ευόδωσιν της προκειμένης ειρηνεύσεως εφ' ών έθεσαν όρων.
Μοναδικόν φαινόμενον της αείποτε ιδιοτελούς πολιτικής θα θεωρήσει την συνθήκην ταύτην όστις αναλογισθή υπό ποίων, κατά ποίας περιστάσεις, διά ποία τέλη, και υπέρ ποίων αρχών εγράφη. Όσα αι Δυνάμεις διεσάλπισαν και εν Λαϋβάχη και εν Βιέννη κατά των εις βλάβην της εξουσίας εις ην υπάγονται εξανισταμένων λαών, όλα διά της συνθήκης ταύτης εματαιώθησαν. Η συνθήκη επρόσφερε θύμα εις εξιλέωσιν των λαών τας αρχάς της ιεράς συμμαχίας, εμυκτήρισε την υπό το ιερόν όνομα αυτής ανίερον πολιτικήν των αυλών βάσιν αληθή έχουσαν την φιλαρχίαν αυτών και την καταπίεσιν των λαών, και καθιέρωσε νέον δημόσιον δίκαιον νομιμοποιούσα ανέγερσιν τυραννουμένων κατά τυραννούντων. Ως αίτια δε της συνθήκης ταύτης ανεφέροντο ο παρατεινόμενος αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος, η κορυφωθείσα αταξία και αναρχία, και η εντεύθεν πηγάσασα εις βλάβην όλου του ευρωπαϊκού εμπορίου πειρατεία· αλλ' απεσιωπήθησαν τα δύο ισχυρότερα αίτια, η ένθερμος συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών λαών υπέρ των Ελλήνων, και ο φόβος της ενόπλου παρεμβάσεως της Ρωσσίας. Εγένετο δε η μεσολάβησις των αυλών, κατά το λέγειν της συνθήκης, επί τη αιτήσει των Ελλήνων προς την Γαλλίαν και την Αγγλίαν.
Είδαμεν ότι μόνης της Αγγλίας εζήτησαν οι Έλληνες την μεσιτείαν εθνικώς και επισήμως· αλλ' ο Ρόσχης διά του επί της εν Ελλάδι διατριβής του αναφανέντος γαλλικού κόμματος (β) υπενήργησεν αναφοράς πολιτών αιτουμένων την μεσιτείαν της Γαλλίας, σταλείσας προς αυτήν μυστικώ τω τρόπω, ας ανακαλύψασα η ελληνική κυβέρνησις και αυτάς κατέκρινεν ως απαδούσας προς όσα το έθνος εν Επιδαύρω εψήφισε και τους πρωταιτίους αυτών ετιμώρησεν.
Αύγουστος Έπλεαν ήδη κατά το Αιγαίον δύο μοίραι· η μεν αγγλική υπό τον Κοδριγκτώνα, η δε γαλλική υπό τον Δεριγνήν, και ανεμένετο και ρωσσική. Την 5 αυγούστου αφίχθησαν εις Ναύπλιον ο Κοδριγκτών και ο Δεριγνής και ανήγγειλαν ανεπισήμως τα της συνθήκης συμβουλεύοντες την κυβέρνησιν να καλέση τους λαούς εις ομόνοιαν και ευταξίαν, να τους προετοιμάση εις παραδοχήν ανακωχής, και να μεταβή και αύτη εις Αίγιναν εξ αιτίας των εν Ναυπλίω εμφυλίων τότε ταραχών, ίνα σκέπτεται και ενεργή εν ησυχία και ανεπηρεάστως. Συνήνεσεν η κυβέρνησις, εξέδωκε την 9 προκήρυξιν κατά την έννοιαν των συμβουλών των ναυάρχων (γ), και, απάρασα την 15 από του θαλασσοπύργου, όπου έδρευε· εξ αιτίας των εν τη πόλει ταραχών, κατήρε την 17 εις Αίγιναν. Μετέβη δ' εκεί συγχρόνως και η Βουλή, ης ο πρόεδρος, πέντε μέλη και ο επί των εξωτερικών γραμματεύς απετέλουν κατά το ις' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως το συμβούλιον, εις ό ανετέθησαν τα του συμβιβασμού (δ). Την δε 20 ο Χαμιλτών, ο Γάλλος πλοίαρχος Χουγών και ο σύμβουλος της εν Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας Τιμώνης απήτησαν επισήμως παρά των Ελλήνων ανακωχήν. Ό,τι απήτησαν αι Δυνάμεις παρά των Ελλήνων ήτον ό,τι εζήτησαν οι Έλληνες παρά των Δυνάμεων επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως· δι' ο προθύμως συνήνεσαν. Αλλ' ήσαν και πολλοί αυτών και όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες, οίτινες αντέλεγαν και αντέπρατταν πρόφασιν έχοντες αυτήν την συνθήκην ως μη διαγράφουσαν τα όρια της νέας επικρατείας και ως υποκινούσαν αμφιβολίας ως προς την μέλλουσαν τύχην της τόσα παθούσης στερεάς Ελλάδος.
Την δε 4 αυγούστου έφεραν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων εις γνώσιν της Πύλης την συνθήκην δι' ενός και του αυτού εγγράφου διαλαμβάνοντος ότι έξ έτη ματαίως ηγωνίσθησαν αι Δυνάμεις να την πείσωσιν εις ειρήνευσιν της Ελλάδος· ότι, εξ αιτίας τόσων δυστυχημάτων όσα έπαθεν εντεύθεν η ανθρωπότης, και τόσων ζημιών όσας υπέστη το εμπόριον όλων των εθνών, το ζήτημα κατέστη ευρωπαϊκόν· ότι αι Δυνάμεις ηναγκάσθησαν να παρέμβωσιν εις παύσιν του μεγάλου τούτου κακού, και ότι, αν η Πύλη απέρριπτε την μεσιτείαν των και δεν διέταττεν εντός 15 ημερών διακοπήν των εχθροπραξιών, απόφασιν είχαν να ενεργήσωσιν ό,τι απήτει το αληθές συμφέρον αυτής της Πύλης, η ασφάλεια του εμπορίου και η ησυχία της Ευρώπης.
Παρελθούσης δε της δεκαπενθημέρου προθεσμίας, υπήγαν οι διερμηνείς των τριών πρεσβειών ζητούντες απάντησιν. «Αν ήξευρα», τοις απεκρίθη ο Ρεήζ-εφέντης, «ότι το έγγραφον απέβλεπε τα της Ελλάδος, δεν θα το εδεχόμην· αλλά μαθών τι περιείχε, δεν το ανέγνωσα· είπατε προς τους αποστείλαντάς σας ότι η θετική, η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησις της υψηλής Πύλης είναι, ότι ουδεμίαν δέχεται πρότασιν περί Ελλήνων, ότι επιμένει εις ην εξέφρασεν άλλοτε γνώμην και θα επιμένει μέχρι συντελείας του αιώνος». Οι πρέσβεις, μαθόντες ταύτα, ανήγγειλαν την επαύριον τω Ρεήζ-εφέντη ότι, επειδή απερρίφθη η πρότασίς των, αι Δυνάμεις εσκόπευαν να ενεργήσωσιν αυταί τα της συνθήκης. Η Πύλη εζήτησέ τινας διασαφήσεις, επανέλαβε τα αυτά, εκήρυξεν ότι δεν δέχεται εις το εξής έγγραφον περί ταύτης της υποθέσεως, και ότι εθεώρει το δοθέν ως μη δοθέν· διέταξε δε να οχυρωθώσιν αμέσως τα του Βοσπόρου και Ελλησπόντου φρούρια, έφερε στρατεύματα εν τη βασιλευούση και παρεσκευάζετο εις πόλεμον. Επεσκέφθησαν οι διερμηνείς των πρεσβειών τον Ρεήζ-εφέντην και την 2 σεπτεμβρίου και συνδιελέχθησαν, αλλά και τότε απέτυχαν. Προκαλούμενος εν τη συνδιαλέξει ταύτη ο Ρεήζ-εφέντης παρά του διερμηνέως της Αγγλίας ν' ανακαλύψη τι διενοείτο να πράξη η Πύλη επί τη περιστάσει ταύτη, είπεν· «Ο Θεός και το δίκαιόν μου είναι το ρητόν της αυλής σου· ουδέν άλλο ρητόν εγκριτώτερον και παρ' ημίν, εν ώ προτίθεσθε να μας προσβάλετε». Οι πρέσβεις εγνωστοποίησαν την κατάστασιν των πραγμάτων τοις προξένοις και δι' αυτών τοις υπηκόοις των τριών αυλών, οίτινες, θεωρούντες άφευκτον τον πόλεμον, ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσι. Διετάχθησαν δε συγχρόνως παρά των πρέσβεων και οι ναύαρχοι να ενεργήσωσιν ό,τι ώριζεν η συνθήκη, απεχόμενοι μεν πάσης εχθροπραξίας, αλλ' εμποδίζοντες τον επισιτισμόν του τουρκοαιγυπτίου στρατού και διά της βίας, αν η χρεία το εκάλει. Διετάχθησαν παρά της γαλλικής κυβερνήσεως και οι παρά τω Μεχμέτ-Αλή Γάλλοι να παραιτηθώσι της υπηρεσίας του.
Εκείναις ταις ημέραις, είτε εκ συγκυρίας είτε εκ προμελέτης, έφερεν επισήμως προς την Πύλην ο τότε πατριάρχης Αγαθάγγελος αναφοράς των κατοίκων των υπό τα οθωμανικά όπλα επαρχιών της στερεάς Ελλάδος και της Ευβοίας, δι' ών εκθειάζοντες την φιλανθρωπίαν του Κιουταχή οι υπό το κοπτερόν ξίφος αυτού Έλληνες και μετανοούντες δι' όσα έπραξαν κατέφευγαν εις το έλεος της Πύλης αιτούμενοι διά της μεσιτείας του πατριάρχου την απόδοσιν των κτημάτων αυτών και την άφεσιν των επί της αποστασίας και των επί του παρόντος έτους οφειλομένων φόρων. Η Πύλη, θέλουσα να κατασιγάση τας φωνάς της μεσιτευούσης συμμαχίας και να εφελκύση και άλλους αποστάτας, έδραξε την ευκαιρίαν ταύτην, ήνοιξε δι' εγγράφου της προς τον πατριάρχην την θύραν του ελέους, τον διέταξε να καλέση όλους τους αποπλανηθέντας εις μετάνοιαν, υποσχομένη άφεσιν αμαρτιών και παραδεχομένη τας λοιπάς αιτήσεις των· απέλυσε δε και όλους τους επί πολιτικώ λόγω κρατουμένους Έλληνας.
Αφ' ού αι Δυνάμεις απεφάσισαν να παύσωσι τον πόλεμον άκοντος του σουλτάνου, ώφειλαν ν' αποκλείσωσι τον λιμένα της Αλεξανδρείας, όπου ευρίσκοντο ταις ημέραις εκείναις πολεμικά πλοία της Κωνσταντινουπόλεως, της Αιγύπτου, και του Τουνεζίου έτοιμα εις έκπλουν. Αν εγίνετο τούτο, και απεκλείοντο διά τινας μόνον ημέρας και τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου, δι' ών ετροφοδοτούντο τα εχθρικά στρατεύματα, και τα ολέθρια σχέδια του Ιβραήμη θα εματαιούντο, και αυτός θα ηναγκάζετο να επιθυμήση την εις Αίγυπτον επάνοδον· αλλ' η συμμαχία ηρκέσθη να στείλη τον συνταγματάρχην Κραδόκον προς τον Μεχμέτ-Αλήν εις αναβολήν του έκπλου των στόλων συμβουλευτικώ τω τρόπω· ο δε φέρων την εντολήν ταύτην δεν έφθασεν εν καιρώ εις Αίγυπτον αλλά και εν καιρώ αν έφθανε, δεν θα εισηκούετο βεβαίως· Εχρειάζετο βία και όχι πειθώ· διότι, και αν επείθετο ο Μεχμέτ-Αλής, θα εχρειάζετο και τότε βία κατ' επιφάνειαν εις δικαιολογίαν του παρά τω σουλτάνω.
Εν τούτοις, λήγοντος του Ιουλίου, εξέπλευσαν του λιμένος της Αλεξανδρείας 92 πλοία, εξ ών 51 πολεμικά, και τα λοιπά φορτηγά· και ο μεν βυζαντινός στόλος υπό τον καπητανάμπεην συνίστατο εις δύο δίκροτα, πέντε φρεγάτας, και εννέα κορβέττας· ο δε αιγύπτιος υπό τον Μουχαρέμπεην εις τέσσαρας φρεγάτας, ένδεκα κορβέττας, τέσσαρα βρίκια, έξ γολέττας και έξ πυρπολικά· συνέπλεαν δε και τρεις τουνεζικαί φρεγάται μικραί μεθ' ενός βρικίου, και ως οδηγός του Μουχαρέμπεη ο Γάλλος υποναύαρχος Τελλιέρος, υφ' όν και υπό τινας άλλους Γάλλους αξιωματικούς εξησκήθησαν τρισχίλιοι Άραβες περί τα ναυτικά (ε)· τα δε φορτηγά, τα μεν 36 ήσαν υπό σημαίαν τουρκικήν, τα δε 5 υπό αυστριακήν, φέροντα όλα 1000 τακτικούς, 100 ιππείς ανίππους, τρόφιμα, πολεμεφόδια και έν εκατομμύριον διστήλων. Εσκόπει δε ο Ιβραήμης να προσβάλη μετά την άφιξιν της δυνάμεως ταύτης την Ύδραν. Τα πλοία ταύτα κατευωδώθησαν την 20 αυγούστου εις Νεόκαστρον, ουδέν συμμαχικόν ή ελληνικόν πλοίον απαντήσαντα καθ' όλον τον πλουν.
Ο δε δραστήριος Ιβραήμης ήρχισεν αμέσως να επιβιβάζη εις άλλα πλοία άλλα στρατεύματα προς ταχείαν εκπλήρωσιν του μεγάλου σκοπού του. Καθ' ήν δε ημέραν κατέπλευσεν η εχθρική αύτη δύναμις εις Νεόκαστρον, ο μεν Κοδριγκτών ευρίσκετο εν Ναυπλίω, ο δε Δεριγνής εν Μήλω· αμφότεροι δε μαθόντες τον κατάπλουν, ανεχώρησαν· και ο μεν Κοδριγκτών,
Σεπτέμβριος αφιχθείς πρώτος έμπροσθεν του Νεοκάστρου, έστειλε την 7 επιστολήν προς τον καπητανάμπεην κοινοποιούσαν τα της συνθήκης και λέγουσαν, ότι κατ' αυτήν απηγορεύετο πάσα κίνησις πλοίων και στρατευμάτων και πάσα μεταφορά πολεμεφοδίων εις βλάβην οποιουδήποτε μέρους της στερεάς Ελλάδος και των νήσων, και ότι, αν μία κανονία ερρίπτετο επί την βρεττανικήν σημαίαν, θα κατεστρέφετο όλος ο στόλος του. Την 10 αφίχθη και ο Δεριγνής, και έγραψαν αμφότεροι αυθημερόν τω Ιβραήμη τα αυτά. Την δ' επαύριον επεσκέφθη ο Δεριγνής τον Ιβραήμην συναινέσει και του Κοδριγκτώνος και τον ηύρεν εις άκραν αμηχανίαν περί του πρακτέου, διότι ούτε τας δυνάμεις του ήθελε να ριψοκινδυνεύση, ούτε τας διαταγάς του σουλτάνου να παρακούση· ηγνόει δε και την γνώμην του πατρός του. Την δε 1 εξήλθαν εις επίσκεψίν του οι δύο ναύαρχοι, και παρόντων των αρχηγών των στόλων επανέλαβαν όσα έγραψαν. Ο Ιβραήμης απεκρίθη εις επήκοον όλων, ότι δεν ήτον αυτεξούσιος, αλλ' υπηρέτης της υψηλής Πύλης, και ότι, διαταχθείς να καταστρέψη την ελληνικήν επανάστασιν διά της καταστροφής της Ύδρας, χρέος του ενόμισε να εκτελέση την θέλησιν του κυρίου του· επειδή όμως ενδεχόμενον να μη προείδεν ο κύριός του την νέαν φάσιν των πραγμάτων, εθεώρει αναγκαίον να ζητήση νέας διαταγάς, έτοιμος πάντοτε να υπακούση, oποίαι και αν ήσαν· αλλ' υπέσχετο ε π ί-λ ό γ ω-τ ι μ ή ς μηδένα έκπλουν να επιτρέψη εν τω μεταξύ τούτω. Οι ναύαρχοι της συμμαχίας ευχαριστήθησαν και ανεχώρησαν, ο μεν Κοδριγκτών εις Ζάκυνθον, ο δε Δεριγνής εις Ελαφοννήσια, αφήσαντες ανά μίαν φρεγάταν έφορμον.
Την δε 19, περί το δειλινόν, ειδοποιήθη ο Κοδριγκτών, ότι 30 πλοία, των εν Νεοκάστρω, πολεμικά και φορτηγά, έπλεαν υπό επιτήδειον άνεμον προς τας Πάτρας εις τιμωρίαν, ως εγνώσθη μετά ταύτα, των περί τον Χάστιγγα και εις επισιτισμόν του στρατού. Ανήχθη επί τη αγγελία ταύτη η αγγλική ναυαρχίς, και πρωίας γενομένης ευρέθη μεταξύ του στόματος του κόλπου και της τουρκικής ταύτης μοίρας παρακολουθουμένη υπό των φρεγατών Δαρτμούθης και Ταλβότης καί τινος βρικίου. Ο Κοδριγκτών έσπευσε να ειδοποιήση τον αρχηγόν της τουρκικής μοίρας, ότι παράβασιν του λόγου της τιμής του γενικού αρχηγού εθεώρει τον έκπλουν της μοίρας ταύτης και δεν επέτρεπε να προχωρήση. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επόδισεν η μοίρα προς το Νεόκαστρον, και την επαύριον απήντησεν άλλην παρακολουθούσαν εκ του Νεοκάστρου, εν ή και ο Ιβραήμης. Επόδισε και αύτη προς το Νεόκαστρον μαθούσα τα του Κοδριγκτώνος. Επανέπλευσαν τότε εις Ζάκυνθον τα αγγλικά πλοία. Σκότους δε γενομένου, εστράφησαν αι δύο αιγύπτιαι μοίραι προς τας Πάτρας· αλλ', επικρατούσης καθ' όλην την νύκτα σφοδράς αντιπνοίας, ολίγον επροχώρησαν. Οι δε περί τον Κοδριγκτώνα, ιδόντες την επαύριον τα πλοία ταύτα, ανήχθησαν, και, θαλασσομαχούντες εξ αιτίας της δεινής κακοκαιρίας, τα επρόφθασαν το εσπέρας έμπροσθεν του Πάπα, τα εκανονοβόλησαν και τα ηνάγκασαν να επαναπλεύσωσιν εις Νεόκαστρον. Εν τούτοις έφθασε και η ρωσσική μοίρα υπό τον υποναύαρχον Χεϋδένον.
Οκτώβριος Αφ' ού παρέβη ο Ιβραήμης τον λόγον του, οι ναύαρχοι εσκέφθησαν, ότι δεν ησφαλίζοντο ειμή παραφυλάττοντές τον. Επί τω σκοπώ τούτω συνήνωσαν τα πλοία των την 6 οκτωβρίου έμπροσθεν του Νεοκάστρου· αλλ' επειδή εθεώρησαν και βαρύ και επικίνδυνον να θαλασσομαχώσι παρά την δυσπαράπλευστον εκείνην ακτήν, απεφάσισαν να εισπλεύσωσιν εν ειρηνικώ πνεύματι. Ηρεθισμένοι δε διά την παράβασιν του λόγου του Ιβραήμη, ηρεθίσθησαν έτι μάλλον κατ' αυτού ως δις συμβουλεύσαντές τον προ ολίγου να μη καταστρέφη ως αγενής εχθρός την Μεσσηνίαν διά πυρός και σιδήρου και μη εισακουσθέντες. Ουδέν ήττον ηρεθισμένοι κατά των ναυάρχων ήσαν και οι Τούρκοι, βλέποντες τα μεγάλα σχέδιά των διασκεδαζόμενα καθ' ήν ώραν εφαίνετο βεβαία η ευόδοσίς των, τους τόσον αιματηρούς και πολυδαπάνους αγώνας των ματαιουμένους, και εαυτούς ενώπιον των αποστατών εξευτελιζομένους. Υποπτεύοντες δε μάχην προητοιμάσθησαν θέσαντες τα πλοία των εις σχήμα πετάλου επί δύο γραμμών αρχομένων από της μιας άκρας της εισόδου του λιμένος, παρατεινομένων εις το εν μέσω αυτού κείμενον νησίδιον του Χελωνακίου και εις την άλλην άκραν περατουμένων· το σχήμα δε τούτο έθετε τα εισπλέοντα πλοία υπό την πυροβολήν όλου του στόλου. Συνίστατο δε η εν τω λιμένι του Νεοκάστρου δύναμίς των την ημέραν εκείνην εις τρία δίκροτα, δεκαεννέα φρεγάτας, ων αι τέσσαρες αιγύπτιαι ήσαν δίφρακτοι (vaisseau rasés), εικοσιέξ κορβέττας, δώδεκα βρίκια και έξ πυρπολικά, φέροντα όλα κανόνια 1994 (ς)· εφρουρείτο δε το στόμα του λιμένος και υπό του πυρός του φρουρίου και μιας εκατέρωθεν του στόματος κανονοστοιχίας. Και η μεν ένδον γραμμή εσχηματίζετο εκ δικρότων και φρεγατών, έχουσα επί των εσχατιών της εκατέρωθεν τα πυρπολικά, η δ' εκτός υπό κορβεττών και βρικίων κατά τα κενά της ένδον· εσάλευαν δ' επ' αγκύρας όπισθεν της έξω γραμμής καί τινα των μικροτέρων πλοίων διαγράφοντα τρίτην ατελή γραμμήν προς τα άνω και κατά την αριστεράν πλευράν του πετάλου· εναυλόχουν δε τα τουνεζικά εκείθεν του Χελωνακίου· τα δε φορτηγά έκειντο όλα παρά τον νοτιοανατολικόν αιγιαλόν. Και οι μεν περί τον καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατείχαν τα δεξιά, οι δε περί τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην τα αριστερά. Εν τούτοις εισέπλευσαν τον λιμένα δύο συμμαχικά πλοία μη φέροντα σημαίαν, και περιπλεύσαντα εις κατασκόπευσιν, ως εικάζεται, εξέπλευσαν ακοινώνητα και ανεπηρέαστα.
Ο δε Κοδριγκτών, όστις, έχων βαθμόν αντιναυάρχου, ήρχεν όλου του συμμαχικού στόλου, εχόντων των δύο συναδέλφων του τον του υποναυάρχου, διέταξε τον είσπλουν, μεσούσης της ημέρας της 8, παραγγείλας ουδείς των υπό την οδηγίαν του να κανονοβολήση, αν δεν εκανονοβόλουν οι Τούρκοι πρώτοι. Συνεκροτούντο δε αι συμμαχικαί μοίραι, η μεν αγγλική εκ τριών δικρότων, της ναυαρχίδος Ασίας, της Γενούης και της Αλβιώνος, εκ τεσσάρων φρεγγατών, της Γλασκόβης, της Καμβρίας, της Δαρτμούθης και της Ταλβότης, και εκ πέντε βρικίων και γολεττών, του Ρόδου, του Κώνωπος, του Γοργού, της Φιλομήλας και της Ελάφου· η δε γαλλική εκ τριών δικρότων, της Βρεσλαβίας, του Σκιπίωνος και της Τριαίνης, εκ δύο φρεγατών, της ναυαρχίδος Σειρήνος και της Αρμίδας, και εκ δύο γολεττών, της Δάφνης και της Αλκυώνος· η δε ρωσσική εκ τεσσάρων δικρότων, της ναυαρχίδος Αζόφης, του Αλεξάνδρου Νεύσκη, της Γαγγούτης και του Ιεζεκιήλ, και εκ τεσσάρων φρεγατών, του Κάστορος, του Κωνσταντίνου, της Ελένης και της Προβονόης. Ιδού τα ονόματα των πλοίων τούτων των μεν Αγγλιστί των δε Γαλλιστί· Asia, Genoa, Albion, Glasgow, Cambria, Dartmouth, Talbot, The Rose, Muskitto, Alegro, Philomelus, Zebra. — Breslaw, Scipion, Trident, Sir;ene, Armide, Daphn;e, Alcyon. — Asof, Alexandre Newsky, Slanat, Jeseckiel, Castore, Constantin, Hellène, Provonnog· έφεραν δε αι τρεις αύται μοίραι κανόνια 1276 (ζ)· αλλ' η δύναμις αύτη, αν και υποδεεστέρα της τουρκικής κατά τον αριθμόν των κανονίων, ήτο λίαν επικρατεστέρα ως εμπεριλαμβάνουσα δέκα δίκροτα, και, αν προσέβαλλε την τουρκικήν μετέωρον, θα την κατέστρεφε και ευκόλως και ταχέως. Έπλεαν δε αι σύμμαχοι μοίραι εις δύο γραμμάς, υπήνεμον μεν η αγγλική και γαλλική, υπερήνεμον δε η ρωσσική. Και κατ' αρχάς μεν προέπλεεν αύτη· αλλ', αφ' ού έφθασε προς το στόμιον του λιμένος, φοβηθείς ο Κοδριγκτών μη τα φρούρια και αι κανονοστοιχίαι πυροβολήσωσι τα πλοία διαπλέοντα προς τα ακροστόμια, την διέταξε ν' ανακωχεύση, και, τούτου γενομένου, κατέλαβε την πρώτην τάξιν η αγγλική, την δευτέραν η γαλλική και την τελευταίαν η ρωσσική επί σκοπώ να διαπλεύσωσιν επί μιας γραμμής το στόμα του λιμένος κατάμεσον.
Μόλις εφάνη εισπλέουσα η αγγλική ναυαρχίς και κανονοκρότησις από του φρουρίου έβαλεν εις κίνησιν ως εκ συνθήματος όλον τον τουρκοαιγύπτιον στόλον. Ο δε καπητανάμπεης, βλέπων αυτήν προβαίνουσαν είπεν, «ο κύβος ερρίφθη, οι Άγγλοι δεν παίζονται», παρήγγειλε δ' εν τω άμα τω Κοδριγκτώνι να εκπλεύση. «Δεν ήλθα να λάβω, ήλθα να δώσω διαταγάς», απεκρίθη ο υπερήφανος Άγγλος, προσθέσας, ότι η απιστία του Ιβραήμη ηνάγκασε τους συμμάχους να εισπλεύσωσι, και ότι, αν επυροβολείτο η σημαία των, θα κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος.
Την β' ώραν μετά μεσημβρίαν εισέπλευσαν υπό λεπτόν εμβάτην, εξαιρουμένων της Καμβρίας και της Γλασκόβης, ανενόχλητα τα αγγλικά πλοία· και αγκυροβόλησαν τα μεν τρία δίκροτα κατά σειράν παράπλευρα της τουρκικής ναυαρχίδος, ενός άλλου δικρότου και μιας φρεγάτας· η δε Δαρτμούθη, τα βρίκια και αι γολέτται παρά τα προς τον είσπλουν πυρπολικά, τα μεν κατά την Σφακτηρίαν, όπου και η Ταλβότη, τα δε αντικρύ, εν οίς και η Δαρτμούθη. Συνεισέπλευσαν καί τινα της γαλλικής μοίρας μετά της ναυαρχίδος. Και η μεν Σειρήν ηγκυροβόλησεν εντεύθεν των αγγλικών δικρότων παρά τα κατά την αυτήν πλευράν αιγύπτια πλοία, όπου διετάχθησαν να παραπλαγιάσωσι και δύο των εισέτι έξω του λιμένος τριών γαλλικών δικρότων· η δε Αρμίδα ηγκυροβόλησε παρά την Ταλβότην, η δε Δάφνη και η Αλκυών παρά την Ασίαν· τα δε λοιπά και όλη η ρωσσική μοίρα ενηνέμουν έξωθεν του λιμένος.
Εν τούτοις, απέστειλεν ο πλοίαρχος της Δαρτμούθης την λέμβον του προς τους εν τω παρ' αυτή πυρπολικώ παραγγέλλων ν' απομακρυνθή· αλλ' οι εν αυτώ, υποπτεύσαντες ότι ήρχοντο οι Άγγλοι να το κυριεύσωσι, τους ετουφέκισαν ερχομένους απροφυλάκτως και εσκότωσαν τον αξιωματικόν καί τινας των ναυτών· αντετουφέκισαν οι εν τη Δαρτμούθη και οι εν τη παρελλιμενιζούση Σειρήνι· έπεσε παρά τινος των αιγυπτίων πλοίων μία κανονία εις την Σειρήνα· αντεκανονοβολησεν η Σειρήν· συνεκανονοβόλησεν η Ασία την βυζαντινήν ναυαρχίδα κανονοβολήσασαν αυτήν πρώτην, και ούτως εξήφθη η μάχη. Επί δε τη θέα ταύτη, ανήγγειλεν ο Μουχαρέμπεης, ούτινος το πλοίον έκειτο και αυτό παράπλευρον της Ασίας αριστερόθεν ότι σκοπόν δεν είχε να την κανονοβολήση· απέστειλε και ο Κοδριγκτών τον πρωρέα του, Πέτρον Μικέλλην, ίνα αναγγείλη ότι, μη κανονοβολούμενος, ουδ' αυτός θα εκανονοβόλει· αλλ' οι περί τον Μουχαρέμπεην, είτε κατά διαταγήν είτε εν αγνοία αυτού, και τον στελλόμενον εσκότωσαν, προσερχομένης της λέμβου, και πρώτοι εκανονοβόλησαν την Ασίαν. Ήρχισε τότε η μέχρι τούδε κανονοβολούσα την βυζαντινήν ναυαρχίδα δεξιόθεν Ασία να κανονοβολή και την αιγυπτίαν αριστερόθεν και κατεναυμάχησεν αμφοτέρας· οι δ' εκθρώσκοντες ουρανομήκεις καπνοί τόσον την περιεκάλυψαν υπό παχείαν νεφέλην, ώστε οι παρεστώτες την εξέλαβαν ως συναπολεσθείσαν αλλά, διασκεδασθέντος του καπνού, την εχαιρέτησαν αναφανείσαν αλαλάζοντες. Πολλά δε παθούσα επί της συμπλοκής ταύτης, πλείστα έπαθεν αρθέντων των πλοίων τούτων εκ του μέσου από της πυκνής πυροβολής της δευτέρας και τρίτης γραμμής.
Διεκρίθη και η Γενούη προς έν δίκροτον και μίαν μαχομένη φρεγάταν· και το μεν δίκροτον κατεπολέμησε, την δε φρεγάταν αύτανδρον εβύθισεν· αλλ' η καταναυμαχηθείσα τουρκική ναυαρχίς εξοκείλασα όπισθεν της Γενούης και εκκενώσασα την κανονοστοινίαν της, καιρίως την έβλαψε και πολλούς των εν αυτή εφόνευσεν, εν οίς και τον πλοίαρχον Βαθούρστην ιστάμενον επί της στέγης του πλοίου άφοβον καθ' όλην την πάλην.
Προσέβαλε και η Αλβιών μίαν εχθρικήν φρεγάταν, και πλήρεις τόλμης οι ναύται της επιπεσόντες ξιφήρεις την επάτησαν αλλ' οι εν αυτή προφθάσαντες την επυρπόλησαν και ερρίφθησαν προς σωτηρίαν εις την θάλασσαν· παρ' ολίγον δε συνεπυρπόλησαν και την Αλβιώνα. Αποφυγούσα δε τον κίνδυνον τούτον η Αλβιών, έπεσεν εν μέσω τριπλού πυρός προσβαλλομένη ταυτοχρόνως υπό μιας φρεγάτας και των δύο παθόντων δικρότων εξοκειλάντων προς την πρύμνην της και απώλεσέ τινας, εν οίς και τον υποπλοίαρχον. Καλή τύχη, εισέπλευσε την ώραν εκείνην η Βρεσλαβία, και δραμούσα την απήλλαξε των δεινών τα δύο δ' εχθρικά δίκροτα, εξοκείλαντα επί της όχθης, εκάησαν.
Τα δε πλοία τα παραφυλάττοντα τα πυρπολικά ριψοκινδύνως επάλαισαν ποτέ απωθούντα αυτά και ποτέ καταστρέφοντα. Έν δε των πυρπολικών μετέδωκε τας φλόγας του εις την Δαρτμούθην, αλλά και αι φλόγες εσβέσθησαν και το φλέξαν αυτήν πλοίον κανονοβολούμενον εβυθίσθη· κατέστρεψε δε η Δαρτμούθη καί τινα παρά την πόλιν μικρά πλοία, και κατεσίγασε και το επί του αιγιαλού παρακείμενον κανονοστάσιον. Μεγάλως ηρίστευσαν και αι συμπολεμούσαι Ταλβότη και Αρμίδα, προκαλέσασαι δι' ών κατώρθωσαν τας ευφημίας των ορώντων. Ουδέν ήττον ηρίστευσαν και τα μικρά πλοία.
Η δε Σειρήν μέγαν αγώνα υπέστη, αρξαμένης της μάχης, μόνη παλαίουσα προς τρεις διφράκτους φρεγάτας· αλλ' εισπλεύσασα μετ' ολίγον η Τρίαινα ήλθεν εις αντίληψίν της, και διήρεσε τας κατ' αυτής δυνάμεις. Επί δε της συμπλοκής ταύτης κατεφλέχθη μία των διφράκτων φρεγατών, και παρακειμένη η Σειρήν εκινδύνευε μέγαν κίνδυνον· αλλ' ελκομένη διά σχοινίων υπό της Δαρτμούθης, και υπό διαφόρων λέμβων ρυμουλκουμένη, διεσώθη απομακρυνθείσα. Εισέπλευσεν εν τούτοις ο Σκιπίων. Τρις εξερράγη το πυρ εντός αυτού, εφορμήσαντος ενός πυρπολικού, και ως εκ θαύματος διεσώθη καταστρέψας επί τέλους το πυρπολικόν.
Μόλις την γ' ώραν εισέπλευσεν εξ αιτίας της νηνεμίας η ρωσσική μοίρα, και ισχυρώς από του φρουρίου και υπό των επί της Σφακτηρίας κανονίων προσβληθείσα και παθούσα, αντιπαρετάχθη προς όλην την δεξιάν πλευράν των εχθρών. Πρωταγωνιζομένου δε του γηραιού Χεϋδένου ανηβήσαντος εν τη μάχη έθραυσε τους παρατεταγμένους εχθρούς συνεργεία προς μεν τα άνω της Βρεσλαβίας, προς δε το στόμιον της Αρμίδας και Ταλβότης και των βραδύτερον εισπλευσασών Καμβρίας και Γλασκόβης· αποβιβάσασα δε ναυμάχους ηνάγκασε τους κατέχοντας την επί της Σφακτηρίας κανονοστοιχίαν να την εγκαταλείψωσιν· εφαίνετο δε η νήσος αύτη όλη φλεγομένη, εξαπτομένων υπό της διακαούς πυροβολής των επικειμένων θάμνων.
Τετράωρος διήρκεσεν η καταστρεπτική αύτη μάχη. Απαξάπαντες οι υπό τας συμμαχικάς σημαίας διέπρεψαν αμιλλώμενοι τις να φανή ευτολμότερος και επιδεξιώτερος. Ευτόλμως και ριψοκινδύνως ηγωνίσθη και ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, αλλ' έπαθε τα πάνδεινα διά την υπερέχουσαν δύναμιν και την πείραν των πολεμίων. Δίκροτα, φρεγάται, κορβέτται, βρίκια, τα μεν κατεσυντρίφθησαν, τα δε εκάησαν, τα δε εβυθίσθησαν ή εις την ξηράν εξεβράσθησαν· τινά δε και επ' αγκύρας εισέτι σαλεύοντα κατήντησαν άχρηστα· ολιγώτατα δε τα μη παθόντα.
Υπερπεντακισχίλιοι ελογίσθησαν οι απολεσθέντες και πάμπολλοι οι πληγωθέντες, εν οίς και ο Μουχαρέμπεης και ο καπητανάμπεης, αποκοπέντος του ποδός του· πολλοί επί των κυμάτων διεσώθησαν υπό των ναυτών των υπό τας συμμαχικάς σημαίας πλοίων, καί τινες αποβάντες εις την άκραν του λιμένος απηυδημένοι έπεσαν εις χείρας των παρενεδρευόντων Ελλήνων. Εφονεύθησαν δε και εκ των υπό τας συμμαχικάς σημαίας 175, και επληγώθησαν 451, εν οίς και ο υιός του Κοδριγκτώνος (η).
Παυσάσης της μάχης, οι ναύαρχοι της συμμαχίας έγραψαν τω Ιβραήμη (θ) και τοις αρχηγοίς του στόλου ότι δεν εισέπλευσαν ως εχθροί, ότι δεν θα τους επολέμουν, αν δεν επυροβόλουν την σημαίαν των εκείνοι πρώτοι, και ότι ουδέ μετά την απρομελέτητον μάχην είχαν σκοπόν να συντρίψωσι τα διασωθέντα πλοία των· αλλ', αν επυροβολούντο εκ νέου, και τα διασωθέντα θα κατέστρεφαν, και τα φρούριά των θα κατηδάφιζαν, και ως κήρυξιν πολέμου του σουλτάνου κατά των συμμάχων την πράξιν ταύτην θα εξελάμβαναν· επί τέλους δε τοις έλεγαν να υψώσωσιν αυθημερόν επί των φρουρίων λευκήν σημαίαν, αν ήθελαν να θεωρώνται εις το εξής ως φίλοι. Έντρομοι οι τουρκοαιγύπτιοι ύψωσαν την λευκήν σημαίαν, αι εχθροπραξίαι δεν επανελήφθησαν, και την 13 απέπλευσαν αι συμμαχικαί μοίραι, διότι πολλά των πλοίων αυτών έπαθαν και εστάλησαν προς επισκευήν τα μεν εις Μάλταν, τα δε εις Τολώνην, τα δε εις Αγγλίαν, αλλ' ουδέν αυτών απωλέσθη.
Ο δε Ιβραήμης, όστις, εν ώ κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, περιεφέρετο εις τα πλησιόχωρα μέρη καταστρέφων και αυτός, επανήλθε την επαύριον της μάχης εις Νεόκαστρον, όπου αφήσας προ ολίγου λαμπρούς στόλους ηύρε ναυάγια· ανακαλέσας δε τα στρατεύματά του και συγκεντρώσας αυτά παρά τα φρούρια ησχολήθη σπουδαίως να επισκευάση όσα των παθόντων πλοίων ήσαν επισκευάσιμα, και την 6 δεκεμβρίου απεστάλησαν εις Αλεξάνδρειαν έν δίκροτον, τέσσαρες φρεγάται, δύο κορβέτται, τρία βρίκια και πολλά φορτηγά· έφεραν δε τα πλοία ταύτα και τους διασωθέντας των φθαρέντων ναύτας, τους ασθενείς και πληγωμένους, τας γυναίκας του Ιβραήμη και των αγάδων και τρισχιλίους αιχμαλώτους Έλληνας και Ελληνίδας.
Ανεκλάλητον χαράν εχάρη όλη η Ελλάς επί τη καταστροφή του τουρκοαιγυπτίου στόλου, ανέπεμψε προς Θεόν ευχαριστίας επ' εκκλησίας και υπέλαβε το ακούσιον έργον των ναυάρχων της συμμαχίας ως έργον της αοράτου χειρός του. Εχάρησαν και η Αμερική και η Ευρώπη αι υιοθετήσασαι τον αγώνα. Συνεχάρησαν και αι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ρωσσίας· αλλ' η της Αγγλίας ελυπήθη και παρέστησεν ενώπιον των βουλών της την ναυμαχίαν ως απαίσιον συμβάν. Είχεν ήδη αποθάνει ο Γεώργιος Κάννιγγ, και η εξουσία περιήλθεν εις άλλας άλλως πολιτευομένων χείρας· ευάριθμοι δε ήσαν οι εν ταις βουλαίς φιλελληνίζοντες, και εις μάτην οι γενναιόφρονες Ολλανδός εν τη άνω βουλή και Βρούχαμος εν τη κάτω ωνείδιζαν τους βλασφημούντας την κατά των βαρβάρων ναυμαχίαν υπουργούς (ι).
Οκτώβριος Πριν δε μάθη το μέγα συμβάν η Πύλη, τα έμαθαν οι παρ' αυτή πρέσβεις. Πλοίαρχός τις Άγγλος ειδοποίησεν εκ Σμύρνης τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν, ότι την 8 οκτωβρίου, μετά μεσημβρίαν, εν ώ έπλεε μεταξύ Κυθήρων και Μάνης, εφαίνοντο λάμψεις εναέριοι και ηκούοντο βαρείαι βρονταί κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, και ότι, απαντήσας την αυτήν ημέραν πλοίον ελληνικόν αποπλεύσαν την προτεραίαν εκ Νεοκάστρου, έμαθεν, ότι οι σύμμαχοι στόλοι ητοιμάζοντο να εισπλεύσωσι την επαύριον. Την δε 16 εβεβαιώθησαν οι καταταραχθέντες επί τη ανωτέρω αγγελία πρέσβεις εκ γραμμάτων των ναυάρχων, ότι αι αναφανείσαι λάμψεις ήσαν αι αναβαίνουσαι φλόγες των καιομένων πλοίων, και αι ακουόμεναι βρονταί ήσαν οι συντριμμοί των. Ήκουσε και η Πύλη όσα εφημίζοντο, και καλέσασα τους διερμηνείς των πρεσβειών την 21, έμαθεν ότι, παραβάντος του Ιβραήμη τον λόγον της τιμής, έπλευσαν εν ειρηνικώ πνεύματι οι συμμαχικοί στόλοι εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ότι κατεστράφη ο τουρκοαιγύπτιος δώσας πρώτος αιτίαν, ότι ελυπούντο οι πρέσβεις, διότι ηναγκάσθησαν οι στόλοι της συμμαχίας ν' αντιτάξωσι βίαν προς την βίαν, και ηύχοντο η φρόνησις της υψηλής Πύλης ν' αποτρέψη καν εις τα εξής άλλα δυστυχήματα.
Τοιούτον συμβάν, οποίον το εν Νεοκάστρω, αν συνέβαινε καθ' ούς καιρούς επεκράτει ο γενιτσαρισμός, θα έφερεν άνω κάτω την Κωνσταντινούπολιν και θα έβαλλεν εις κίνδυνον και την ζωήν και την τιμήν των Φράγκων· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγόγγυσαν μεν οι Μουσουλμάνοι, αλλά δεν ητάκτησαν, και ανέθεσαν παρά πάσαν προσδοκίαν τα πάντα εις την φρόνησιν της κυβερνήσεώς των. Η δε κυβέρνησίς των ησθάνθη και την μεγάλην φθοράν και την μεγάλην περιφρόνησιν, εθεώρησε και παρέστησε το συμβάν προς τους πρέσβεις, ομολογούντας πάντοτε τα προς αυτήν φιλικά αισθήματα των αυλών, ως έργον πολέμιον, εκώλυσε τον πλουν των υπό τας σημαίας αυτών εν τω λιμένι πλοίων, δεν έδωκε τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια τοις ταχυδρόμοις αυτών, απήτησεν ικανοποίησιν και αποζημίωσιν, και διέκοψε μέχρι τινός τας προς αυτούς αμέσους σχέσεις της· αλλ’, αισθανομένη την αδυναμίαν της, δεν επροχώρησε περαιτέρω. Εν μέσω δε του αναφανέντος κινδύνου μεγάλην σταθερότητα έδειξαν οι πρέσβεις κατ' αρχάς ως προς τον υπέρ της εκτελέσεως της συνθήκης σκοπόν της συμμαχίας εντός πάντοτε των όρων της ειρήνης. «Δεν θέλω ν' ακούσω παραμικρόν λόγον περί Ελλάδος», τοις έλεγεν ο Ρεήζ-εφέντης, «και συμβιβαζόμεθα περί παντός άλλου»· «αχώριστα είναι», απεκρίνοντο οι πρέσβεις, «τα της Ελλάδος και τα των τριών αυλών». Η Πύλη τοις έλεγεν ότι απέλυε τα κρατούμενα πλοία και εξέδιδε τα οδοιπορικά φιρμάνια, αν υπέσχοντο να μη επέμβωσι πλέον αι αυλαί εις τα της Ελλάδος, να την αποζημιώσωσι διά την φθοράν του στόλου της, και να την ικανοποιήσωσι διά την ύβριν της σημαίας της. Οι δε πρέσβεις απεκρίνοντο, ότι η περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος κατά την συνθήκην απόφασις των αυλών ήτον αμετάτρεπτος, ότι ουδεμία αποζημίωσις ωφείλετο διά την φθοράν του στόλου της ως προκληθείσαν παρ' αυτής, και ότι, υβρίσασα η Πύλη πρώτη την σημαίαν των, αδίκως απήτει ικανοποίησιν· την ηρώτων δε αν είχε σκοπόν να παύση ενεργούσα παρά τας συνθήκας, κρατούσα τα πλοία και μη δίδουσα τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια, και αν συγκατετίθετο εις τας προς αυτήν περί Ελλάδος προτάσεις των. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη, η Πύλη μη αλλάξασα σκοπόν ήλλαξεν ύφος, και επ' ελπίδι να φέρη διαίρεσιν μεταξύ των πρέσβεων, ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρους ποτέ μετά του ενός ποτέ μετά του άλλου δώσασα καί τινας ελπίδας συμβιβασμού ηθέλησε δε να παρεμβάλη μεταξύ εαυτής και των τριών πρεσβειών την αυστριακήν πρεσβείαν, ήτις επί τη αιτήσει αυτής έγραψε ταις συναδέλφαις της, ότι η υψηλή Πύλη απεφάσισε ν' απολύση τα υπό την σημαίαν των αυλών αυτών πλοία και απήτει να τη στείλωσι την συνήθη περί αυτών σημείωσιν^ ητιολόγει δε την παρέμβασίν της επί τη μη προσελεύσει των διερμηνέων αυτών εις την Πύλην, ως και πρότερον. Αλλ' οι πρέσβεις απέρριψαν ομοθυμαδόν την φιλικήν παρέμβασιν της Αυστρίας, και απέδειξαν ανίσχυρον την δικαιολογίαν της, ειπόντες, ότι η Πύλη συνείθιζε να καλή παρ' εαυτή τους διερμηνείς των, οσάκις είχε τι να τοις κοινοποιήση· έστειλαν δε προς την Πύλην αυθημερόν τους διερμηνείς ζητούντες κατ' ευθείαν απάντησιν επί των τελευταίων προτάσεων αλλ' η Πύλη επανέλαβε το πρώτον ύφος· και ως προς μεν το κατά το Νεόκαστρον συμβάν απήντησεν, ότι, μη λαβούσα εισέτι καθαράς πληροφορίας, ηναγκάζετο ν' αναβάλη πάσαν συζήτησιν, αλλ' ότι το εθεώρει παράβασιν των συνθηκών και κήρυξιν πολέμου· περί δε των ελληνικών πραγμάτων είπε και ήδη όσα και πάντοτε, δηλαδή ότι απέρριπτε την παρέμβασιν· απεσιώπησε δε το περί απολύσεως των πλοίων. Ωργίσθησαν οι πρέσβεις επί τη απαντήσει ταύτη και απήτησαν να τοις αναγγείλη σαφώς, αν, συγκατατιθεμένη εις την επανόρθωσιν των σχέσεων, απέλυε τα κρατούμενα πλοία, και αν εδέχετο τας περί μεσιτείας και ανακωχής προτάσεις, διότι άλλως θ' ανεχώρουν. Η Πύλη εδείχθη ευδιάθετος μεν ως προς την απόλυσιν των πλοίων, αλλ' εναντία, ως αείποτε, ως προς τα της Ελλάδος· επειδή όμως απεφάνθησαν οι πρέσβεις την φοράν ταύτην ότι ανεχώρουν, αν απερρίπτετο το περί Ελλάδος ζήτημα, ανέβαλε την οριστικήν απάντησιν περί πάντων.
Εν τούτοις, κατέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν ο εν Νεοκάστρω επί τη καταστροφή του στόλου Ταχήρπασας, και έπαθεν η Πύλη επί τη ελεύσει του ανδρός τούτου ό,τι πάσχει μήτηρ επί τη πρώτη συνεντεύξει οικείου παρευρεθέντος επί τω εν τη αλλοδαπή θανάτω αγαπητού τέκνου. Ο Ταχήρης, ανήρ πλήρης προλήψεων και μίσους προς τους Φράγκους, τόσον εξηγείωσε την Πύλην αναξήνας τας πληγάς της δι' ών ανέφερεν, ώστε οι μέχρι τούδε ακλόνητοι πρέσβεις εκλονίσθησαν εξ αιτίας του τραχέος και αποτόμου ύφους αυτής· και επί μακράς συνεντεύξεως αυτών και του Ρεήζ-εφέντη (κ) ηρώτησαν, αν η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ των Ελλήνων μεσιτείαν, ευηρεστείτο καν να τοις χαρίση αυθόρμητος προνόμια ανάλογα της συνθήκης, ό εστι Μολδοβλαχικά, αν κατέφευγαν εις το έλεός της. Ο Ρεήζ-εφέντης ανέβαλε την απάντησιν, και μετά την συνέντευξιν ταύτην εκλήθησαν οι μεγιστάνες του κράτους εις γενικόν συμβούλιον, και, γενομένου λόγου περί των τελευταίων προτάσεων της συμμαχίας ως παραιτουμένης από πάσης παρεμβάσεως, ενέκριναν όλοι ομοθυμαδόν ως υπέρτατον όρον των προς τους αποστάτας βασιλικών δωρεών, αλλά και αυτών προς χάριν της συμμαχίας, την λήθην των παρελθόντων, την απόδοσιν των κτημάτων και την άφεσιν των οφειλομένων φόρων· ο δε σουλτάνος, καμφθείς εις τας θερμάς παρακλήσεις του αρχιβεζίρη επικαλεσθέντος γονυκλινώς το προς τους πταίσαντας έλεός του, συγκατένευσε να τοις χαρίση και τον του χαρατσίου φόρον του πρώτου έτους αφ' ού επροσκύνουν. Οι πρέσβεις, ιδόντες ότι και από των όρων της συνθήκης παρεκτραπέντες δεν εισηκούσθησαν, εζήτησαν μετά τρεις ημέρας τα αποδημητήριά των. Η Πύλη δεν αντέτεινεν εις την αναχώρησίν των, αλλά δεν έδωκε τα αποδημητήρια μη θέλουσα να φανή ότι συγκατετίθετο. Εζήτησαν μετά ταύτα αξιωματικούς της Πύλης ως συμπλωτήρας μέχρι των φρουρίων εις εξομαλισμόν ενδεχομένων δυσκολιών, αλλ' ουδέ και κατά τούτο εισηκούσθησαν· ανήγγειλαν, ότι αναχωρούντες έθεταν τους υπηκόους των αυλών των και τα συμφέροντά των υπό την προστασίαν του πρέσβεως της Ολλανδίας, αλλ' ουδέ τούτο εδέχθη η Πύλη, ειπούσα, ότι αύτη είχε σκοπόν ν' αποπέμψη όλους τους κακούς, και να κρατήση υπό την προστασίαν της μόνους τους καλούς· επρόβαλαν ν’ απολύση τα υπό τας σημαίας των αυλών των πλοία, αλλά και την πρότασιν ταύτην ετροποποίησεν η Πύλη υπό τον όρον ν' αποβιβάσωσι τας τροφάς επί πληρωμή μέρους της τιμής επί του παρόντος, και του υπολοίπου βραδύτερον. Οι πρέσβεις ανήγγειλαν την αναχώρησίν των τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των, τοις ναυάρχοις της συμμαχίας και τοις κατά την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν προξένοις·
Νοέμβριος την δε 23 νοεμβρίου ειδοποίησαν την Πύλην, ότι την εθεώρουν υπεύθυνον, αν, εξ αιτίας της διαγωγής της, συνέβαινε τι δεινόν είτε προς αυτούς αναχωρούντας, είτε προς τους υπηκόους των αυλών των μένοντας· και οι μεν της Αγγλίας και Γαλλίας απέπλευσαν την 26, ο δε της Ρωσσίας την 4 δεκεμβρίου.
Όχι μόνον ουδεμιάς μομφής αλλά και πολλών επαίνων φαίνεται αξία η Πύλη, ως ανεξάρτητος Αρχή, διά την ακλόνητον επιμονήν της εις απόρριψιν της δι' επιρροής ξένων αυλών ειρηνεύσεως του κράτους της· ο δε επί των εξωτερικών υπουργός, Πετέρ-εφέντης, εδείχθη ανήρ πολλής ικανότητος. Αλλά μωρά και ανεπιτήδειος εφάνη, μη θελήσασα επί τη προτάσει των τριών πρέσβεων να παραχωρήση ο ί κ ο θ ε ν-κ α ι-ά ν ε υ-ξ έ ν η ς-π α ρ ε μ β ά σ ε ω ς τα Βλαχομολδαυικά προνόμια, απατηλά και αυτά ως ανεγγύητα. Άπορον δε πώς οι πρέσβεις, κατά παράβασιν των όρων της συνθήκης και εν αγνοία, των Ελλήνων, επρότειναν τοιούτον αισχρόν συμβιβασμόν. Αλλά καλή τύχη η δυσμενής Πύλη διά της άφρονος και ιδιοβλαβούς αποποιήσεώς της διέσωσε τας συμμάχους αυλάς από του δικαίου τούτου επί τη παλινωδία των πρέσβεων ονειδισμού, και προητοίμασεν άκουσα ευτυχεστέραν λύσιν του ελληνικού ζητήματος.

1827-28

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ο'.

Εκστρατείαι των Ελλήνων εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα εις Κρήτην και Χίον.

ΑΦ' ού οι Τούρκοι απέρριψαν τας περί Ελλάδος προτάσεις των πρέσβεων, απελύθησαν και οι Έλληνες του χρέους της ανακωχής. Επειδή δε εθεώρησαν ενδεχόμενον να πραγματοποιηθή ο μέλλων συμβιβασμός υπό τον όρον του να διατηρήση έκαστος ό,τι κατείχεν, επεχείρησαν να κινήσωσιν δίπλα εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, εις Κρήτην και Χίον προς αναζωπύρησιν του αγώνος.
Λήγοντος του αυγούστου, ο επί του ισθμού της Κορίνθου στρατοπεδεύων αρχιστράτηγος διέταξε τον Βάσσον και τον Κριεζώτην να συνεκστρατεύσωσι μετά των περί αυτούς εις Ανατολικήν Ελλάδα. Συνήλθαν ούτοι εις Σαλαμίνα, και συναποπλεύσαντες έφθασαν εις Σκόπελον τέλη σεπτεμβρίου· εκεί συνήλθαν και οι Θετταλομακεδόνες οπλαρχηγοί, Καρατάσος, Γάτσος, Δουμπιώτης και άλλοι· και κατ' αρχάς μεν, βουλήν έβαλαν να πέσωσιν εις Εύβοιαν·
Νοέμβριος μαθόντες δε, ότι η κωμόπολις των Τρικέρων ήτον αφρούρητος και ευάλωτος, απέβησαν την 5 νοεμβρίου αίφνης πλησίον αυτής και επροχώρησαν αυθωρεί εις άλωσίν της· αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι ευρόντες αντίστασιν όχι μόνον παρά των εν αυτή Τούρκων, αλλά και παρά των εγχωρίων Ελλήνων ενθυμουμένων όσα κακά έπαθαν άλλοτε παρά τινων των εις λύτρωσιν αυτών ελθόντων. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, οι αποβάντες διηρέθησαν, και οι μεν επολιόρκησαν την κωμόπολιν, οι δε ετοποθετήθησαν όπισθεν του επί του ισθμού τείχους εις εμπόδιον πάσης ενδεχομένης επιδρομής των έξωθεν εχθρών. 200 Έλληνες και τα ελληνικά πλοία εκινήθησαν την νύκτα της 9 εις άλωσιν των παραθαλασσίων αποθηκών· και οι μεν της ξηράς εκυρίευσαν σχεδόν αναιμωτί δύο κανονοστάσια, οι δε των πλοίων μίαν γολέτταν και 50 άλλα πλοιάρια. Φοβηθέντες οι Τούρκοι και αφήσαντες όλας τας άλλας θέσεις εκλείσθησαν την αυτήν νύκτα εντός τριών αποθηκών αλλά παρεδόθησαν την επαύριον· ήσαν δε 50· συν αυτοίς ήτο και ο ανεψιός του αρχηγού της φρουράς Ταχήραγα, αλλά προφθάσας έφυγε. Την δε 14 εφάνησαν ερχόμενοι εκ Λαρίσσης και Βώλου εις βοήθειαν των πολιορκουμένων 1200, και την 17 εστρατοπέδευσαν μίαν ώραν μακράν των Ελλήνων και εχαρακώθησαν. Δις εφώρμησαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας οι όπισθεν του τείχους Έλληνες, και επί της δευτέρας ορμής έτρεψαν τους εχθρούς και τους εδίωξαν μέχρι του χωρίου Λευκού, ικανούς εφόνευσαν και αιχμαλώτισαν, πέντε σημαίας εκυρίευσαν, και πολλά επήραν λάφυρα· αλλ' ακούσαντες ότι υπάρχοντα πολλοί άλλοι, όντες και ανεφοδίαστοι των εις διατήρησιν της πολιορκίας αναγκαίων, διέλυσαν μετ' ολίγον το στρατόπεδον και ανεχώρησαν εις τα ίδια.
Εν ώ δε εστρατοπέδευεν ο αρχιστράτηγος επί του ισθμού, στρατιώται τινές επροχώρησαν έως εις Θήβας, ήρπασαν 60 καμήλους, και ήλασαν 4000 πρόβατα· αλλ' επελθόντων των εχθρών μόλις διέσωσαν το δέκατον.
Αναχωρούντος δε του Κιουταχή εις την Άπειρον, φόβος εχθρικής εισβολής εις Πελοπόννησον δεν υπήρχε πλέον, και ο αρχιστράτηγος μετέφερε το στρατόπεδον εις Διακοπτόν, εκείθεν εις Νεύρα, και απεφάσισε να το μεταβιβάση εις Δυτικήν Ελλάδα προς ανέγερσιν εκείνου του μέρους.
Η Δυτική Ελλάς επροσκύνησεν όλη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Απόκρυφων τι και άβατον μέρος αυτής, το νησίδιον του Λεσινίου, διετηρείτο εισέτι ελεύθερον υπό πρόσχημα υποταγής ως σπινθηροβόλος αστήρ εν μέσω πυκνής νεφέλης. Το νησίδιον τούτο ενός μιλίου περιφερείας κείται εντός μακράς και δυσδιεξιτήτου λίμνης μίαν ώραν μακράν της Παληοκατούνας. Οσάκις εισέβαλλεν ο εχθρός εις την Δυτικήν Ελλάδα, το νησίδιον τούτο, εν ώ σώζεται μοναστήριον, εχρησίμευεν ως τόπος καταφυγής πολλών οικογενειών^ ποτέ δεν το επάτησεν ο εχθρός, και απάτητον το διεφύλαξεν ο καλός ηγούμενος του και επί της γενικής καταπατήσεως της Δυτικής Ελλάδος υποκριθείς τον πιστόν ραγιάν. Αρχομένου δε του 1827, καθ' όν καιρόν ο Καραϊσκάκης περιήρχετο ανεγείρων την πεσούσαν Ανατολικήν Ελλάδα, ο Δημοτσέλιος κατέλαβε το νησίδιον τούτο κατά διαταγήν αυτού· κατέλαβαν μετ' ολίγον οι περί τον Ράγκον και Μακρήν και την Παληοκατούναν. Εστράτευσαν οι Τούρκοι υπό την οδηγίαν του Βαρνακιώτη εις διωγμόν των, αλλ' αψιμαχήσαντες ανεχώρησαν άπρακτοι. Εγκαρδιωθέντες οι Έλληνες επί τη αποτυχία των εχθρών, κατέλαβαν και άλλας θέσεις, ο μεν Ράγκος το Δραγαμέστον, ο δε Δημοτσέλιος τον Μύτικαν. Οι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν και κατέλαβαν την Κανδύλαν. Και οι μεν περί τον Ράγκον, ιδόντες πλησίον τους εχθρούς, εγκατέλειψαν την θέσιν των· οι δε περί τον Δημοτσέλιον τους επολέμησαν επελθόντας και τους έτρεψαν· αλλ' ηκούσθη μετά ταύτα ότι πλήθος ήρχετο να κυριεύση τον Μύτικαν και οι περί τον Δημοτσέλιον, ανίκανοι διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσι, κατέφυγαν διά νυκτός εις Πεταλάν, κακείθεν επανήλθαν εις το νησίδιον του Λεσινίου διατηρούντες την εν αυτώ λαμπάδα της ελευθερίας άσβεστον. Οι δε Τούρκοι, καταλαβόντες έκτοτε όλας τας παραθαλασσίους θέσεις της Ακαρνανίας, τας διετήρησαν υπεξουσίους των. Τοιαύτη ήτον η πολεμική κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος καθ' όν καιρόν εμελέτησεν ο αρχιστράτηγος να μεταφέρη εκεί το στρατόπεδον του διά θαλάσσης.
Μεθ' ημέρας δε ολίγας της καταστροφής των εν τω λιμένι των Σαλώνων εχθρικών πλοίων, εξέπλευσεν ο Σωτήρ του κόλπου της Κορίνθου·
Νοέμβριος η δε Καρτερία και τα λοιπά υπό τον Χάστιγγα πλοία εξέπλευσαν την 6 νοεμβρίου επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου εις διαβίβασιν των στρατευμάτων του από του παραλίου του Πάπα εις το της Ακαρνανίας. Διαπλέουσα η Καρτερία το στόμα του κόλπου απώλεσε δύο ναύτας υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, εβύθισεν εν τω λιμένι των Πατρών έν αυστριακόν ως παραβιάσαν τον αποκλεισμόν και μη θελήσαν ν' απομακρυνθή καθώς διετάχθη, και ηγκυροβόλησεν υπό το Καραβοστάσι, αναμένουσα τους περί τον αρχιστράτηγον· συνηκολούθουν δε την Καρτερίαν αι δυο γολέτται και τα τρία αυστριακά. Εν τω μεταξύ δε τούτω εξεστράτευσαν και περί τον αρχιστράτηγον εκ Νεζερών· και μαθόντες καθ' οδόν, ότι, επιστρέφων ο Δελή-Αχμέτης εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Πάτρας μετά 4000 πεζών και 500 ιππέων, έφθασεν εις Γαστούνην, δεν επροχώρησαν ως μη αξιόμαχοι διά την δυσαναλογίαν του πεζικού και την παντελή έλλειψιν ιππικού, έως ου έμαθαν ότι οι εχθροί επέρασαν τον ποταμόν της Καμινίτσας, και τότε, επιδεξίως επιλαβόμενοι του έργου, ερρίφθησαν, επικρατούσης δεινής καταιγίδος και ραγδαίας βροχής, εις την ελώδη πεδιάδα της Παληαχαϊάς, και φθάσαντες δρομαίοι εις Καραβοστάσι, εν αγνοία των εχθρών, επέζησαν όσοι εχώρησαν εις τα υπό τον Χάστιγγα εκεί πλοία και απεβιβάσθησαν την 18 εις Δραγαμέστον, όθεν οι εχθροί φοβηθέντες έφυγαν. Οι δε περί τον αρχιστράτηγον κατέλαβαν και άλλας θέσεις μέχρι του Λιγοβιτσίου. Μετά δε την πρώτην ταύτην απόβασιν, επανήλθαν τα πλοία εις Καραβοστάσι και μετεκόμισαν το υπόλοιπον του στρατού υπό την οδηγίαν του Κώστα Μπότσαρη. Αναζωογονήσας ο αρχιστράτηγος διά της εκστρατείας ταύτης τον τόπον εκείνον, εξέδωκε την 24 διακήρυξιν, δι' ής εκάλει όπου εστρατοπέδευε τους εν Πελοποννήσω Δυτικοελλαδίτας οπλοφόρους, εξέδωκε και άλλην την 26 καλών όλους γενικώς τους Δυτικοελλαδίτας εις τα όπλα· και επειδή πολλοί αυτών επροσκύνησαν, τοις έλεγεν, ότι παρέδιδεν εις λήθην τα παρελθόντα, και ότι ανεγνώριζεν ως πατριώτας· όλους τους Έλληνας, όσοι, καθ' ήν στιγμήν εβάπτετο κάλαμος αποφάσεως, ήρχοντο υπό την σημαίαν της πατρίδος. Η φωνή του αρχιστρατήγου ηκούσθη και υπό των οπλαρχηγών και υπό των πολιτών, και εντός ολίγου εσυστήθη υπό την οδηγίαν του αξιόμαχον στρατόπεδον.
Ο δε άοκνος Χάστιγξ, διαβιβάσας τους περί τον αρχιστράτηγον εις Δραγαμέστον, έπλευσεν εις κυρίευσιν του Βασιλαδίου.
Δεκέμβριος Την νύκτα της 6 δεκεμβρίου ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν αυτού η Καρτερία καί τις κανονοφόρος, και την 10 εβομβοβόλησαν αλλ' ανωφελώς. Συνέπεσαν εν τω μεταξύ κακοκαιρίαι και ανεβλήθησαν αι εχθροπραξίαι μέχρι της 15, καθ' ήν ερρίφθησαν επτά βόμβαι, εξ ών αι τέσσαρες έπεσαν εις την στενήν περιφέρειαν του νησιδίου, και μία εξ αυτών έκχυσε την εν αυτώ πυριτοθήκην. Τούτου γενομένου, εμβάντες οι Έλληνες εις τας λέμβους ώρμησαν εις κυρίευσιν του νησιδίου, και η φρουρά ταραχθείσα και δειλιάσασα παρεδόθη. 50 ήσαν οι επί του νησιδίου προ της μάχης, αλλά 31 επέζων επί της παραδόσεώς του· ευρέθησαν και 12 κανόνια. Ο δε Χάστιγξ, αν και η φρουρά, διαρκούσης της πολιορκίας, ετουφέκισε πλοιάριον σταλέν παρ' αυτού υπό λευκήν σημαίαν και φέρον προτάσεις συμβιβασμού, δεν εμνησικάκησεν ουδ' επαίδευσέ τινα, αλλά τους απεβίβασεν όλους σώους πλησίον του Μεσολογγίου, και ανέστησεν επί του Βασιλαδίου την προ δύο ετών πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν.
Γνωστής δε γενομένης της συμμαχικής συνθήκης, οι Κρήτες επί σκοπώ να συμμεθέξη των καλών αυτής και η πατρίς των, εσκέφθησαν πώς να τακτοποιήσωσι και ενισχύσωσι τα πολεμικά κινήματά των, και επί τω σκοπώ τούτω εστρατολογήθησαν χίλιοι εντόπιοι, εμισθώθησαν και χίλιοι μη Κρήτες, και ητοιμάσθη και ναυτική μοίρα εις υποστήριξιν των κατά ξηράν κινημάτων. Η μοίρα αύτη έφθασεν εις Γραμβούσαν υπό τον Μιαούλην την 25 Οκτωβρίου, αλλά μη ευρούσα την εκστρατείαν ετοίμην ανεχώρησεν. Εν τοσούτω κίνησις μεγάλη κατέλαβε πολλάς επαρχίας της Κρήτης. Οι εν τη επαρχία των Χανιών Χριστιανοί, οι Αποκορωνίται, οι Αυλοποταμίται και άλλοι άλλων επαρχιών εκινήθησαν εις τα όπλα.
Νοέμβριος Οι δε ξεναγωγηθέντες οπλοφόροι, αφ' ού αφίχθησαν εις Γραμβούσαν, απεβιβάσθησαν μετά πολλών εντοπίων υπό την γενικήν αρχηγίαν του Γιάννη Χάλη, οι μεν την 20 οι δε την 21 νοεμβρίου εις τον κατά την Σπιναλόγκαν λιμένα άγιον Νικόλαον. Εφοβήθη φόβον μέγαν ο εν τω μεγάλω Κάστρω Σουλεημάμπεης ιδών την μεγάλην ταύτην κίνησιν, και εζήτησε ταχείαν βοήθειαν παρά του Μουσταφάπασα επί λόγω ότι οι εχθροί επροχώρησαν μίαν ώραν από του φρουρίου. Οι δε αποβιβασθέντες, οι μεν διεσπάρησαν εις τας πλησιοχώρους επαρχίας φονεύοντες σποράδην και λεηλατούντες, οι δε πεσόντες επί την πρωτεύουσαν της επαρχίας του Μιραμπέλου, το Καινούριον χωρίον, όπου ήσαν 200 Τούρκοι, εφόνευσαν και εζώγρησαν 40· απέκλεισαν δε τους λοιπούς, εν οίς και τον διοικητήν της επαρχίας είς τινα δυνατόν πύργον. Εν ώ δε τους εκανονοβόλουν αποβιβάσαντες έν κανόνι 48 λιτρών ήλθαν εις βοήθειαν αυτών 300 έξωθεν· αλλά πολεμηθέντες και αποκρουσθέντες ωπισθοδρόμησαν· εζωγρήθησαν δε 14 εξ αυτών, και εφονεύθησαν 4 Έλληνες και επληγώθησαν 7. Την δε 25 εφάνησαν ερχόμενοι 1000 επιβοηθοί υπό τον κεχαγιάμπεην έλκοντες τρία κανόνια και μίαν βομβοβόλον· αλλ' επιπεσόντων των Ελλήνων ηναγκάσθησαν να στρατοπεδεύσωσιν εν οχυρά θέσει παρά τινι μοναστηρίω αντικρύ των ελληνικών οχυρωμάτων. Επτά ώρας ετουφεκίζοντο και εκανονοβολούντο και εβιάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι τα οχυρώματά των, να κλεισθώσιν εντός του μοναστηρίου και την α' ώραν της νυκτός να φύγωσι κακώς έχοντες αφήσαντες τα κανόνια, την βομβοβόλον, τα πολεμεφόδια και τας τροφάς. 150 ελογίσθησαν οι πεσόντες εχθροί, μεθ' ών και σημαντικός τις Αγάς, Λαδαόγλους, και 36 οι ζωγρηθέντες· επληγώθη και ο κεχαγιάμπεης, και εζωγρήθησαν και 150 υποζύγια. Οι δε εν τω πύργω πολιορκούμενοι, εν οίς και 20 Αλβανοί, απελπισθέντες μετά την φυγήν των συναδέλφων των παρεδόθησαν επί συμφωνία ν' αποπεμφθώσιν ασφαλώς εις Γεράπετρον· και οι μεν Αλβανοί απεπέμφθησαν, οι δε εντόπιοι μετετέθησαν προσωρινώς εις το ζαμίον· αλλ' υποπτεύσαντες ότι εμελετάτο κατ' αυτών επιβουλή, εμαχαίρωσαν τον επί παραλαβή των όπλων και των χρημάτων κατά τα συνομολογηθέντα εισελθόντα προ των άλλων οπλαρχηγόν Κουμάκην και εφόνευσαν 9 εκ των οπαδών του. Εξαγριωθέντες οι Έλληνες επί τη απιστία ταύτη εφώρμησαν και έκαυσαν όλους εκτός των δύο υιών του Καρακάσαγα και του υπηρέτου αυτών. Μετά τα συμβάντα ταύτα ήλθαν εις το ελληνικόν στρατόπεδον άλλοι 700 Κρήτες στρατολογηθέντες κατά το Αιγαίον και συνεπληρώθησαν εις 3000, αλλ' ερίζοντες περί αρχηγίας και καταντήσαντες ακέφαλοι, άφησάν τινας εις φρουράν της Σπιναλόγκας, και την 9 δεκεμβρίου εξεστράτευσαν οι λοιποί προς τα εν τη επαρχία της Πεδιάδος Μάλια, όπου ήσαν εχθροί, και αυλισθέντες παρά το χωρίον Μοχόν ήρχισαν να οχυρόνωνται· αλλ' επέπεσαν οι εχθροί, και εν πρώτοις ώρμησαν επί τον προμαχώνα του Κίτσου Βούλγαρη, και ευρόντες αυτόν οχυρόν απεμακρύνθησαν· έπεσαν έπειτα επί τον του Μαγουλάκη, του Φαρμάκη και Κουρμουλάκη και διεσκόρπισαν τους εν αυτώ φονεύσαντες προς τοις άλλοις και τον Μαγουλάκην και τον Κουρμουλάκην. Τούτου γενομένου, οι Έλληνες ετράπησαν πανταχόθεν και απώλεσαν και το κανόνι των· θα ηφανίζοντο δε όλοι, αν ενεδρεύοντες ο Καζανάκης και ο Καθεκλής δεν ανεχαίτιζαν τους εχθρούς. Παθόντες οι χριστιανοί επί της μάχης ταύτης έπαθαν πλείονα περώντες τον παραρρέοντα ποταμόν, ούσης μεγάλης πλημμύρας. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν επί της μάχης, της τροπής και της ποταμοπορίας. Μετά τα δεινά ταύτα διελύθη η εκστρατεία, και οι μεν ελειποτάκτησαν, οι δε επανήλθαν εις Γραμβούσαν.
Τα δε της Χίου είχαν ούτω.
Μετά την καταστροφήν αυτής, τινές των πολιτών της συνοικισθέντες εν Σύρα χάριν εμπορίου, και πεινώντες και διψώντες την ανέγερσιν της πατρίδος των, έδραξαν την περίστασιν, καθ' ήν απέρριψεν η Πύλη τας προτάσεις των συμμάχων, και συνάξαντες ικανά χρήματα παρά των εν τη αλλοδαπή συμπολιτών, και καταθέσαντες και αυτοί εις κίνησιν ναυτικής και στρατιωτικής δυνάμεως και πορισμόν των αναγκαίων, ανέθεσαν την πραγματοποίησιν του πατριωτικού σκοπού των εις τρεις εντίμους συναδέλφους των, τον Αμβροσήν Σκαραμαγκάν, τον Λουκάν Ράλλην και τον Γεώργιον Ψύχαν. Συσταθείσα η επιτροπή αύτη κατ' έγκρισιν της κυβερνήσεως, συνενοήθη μετά του Φαβιέρου, όστις δυσανασχετών επί τοις μετά την πτώσιν της ακροπόλεως παθήμασί του και επί τη αρχιστρατηγία του Τσώρτση, ον ούτ' ετίμα ούτ' υπήκουεν, εμόναζεν εν Μεθένοις εξασκών το τακτικόν του· χορηγήσασα δε αυτώ τα εις κίνησιν του τακτικού εμίσθωσε και 1500 ατάκτους υπό την οδηγίαν και αυτούς του Φαβιέρου και έβαλεν εις κίνησιν και ναυτικήν δύναμιν προς διακοπήν της κοινωνίας της ξηράς και της Χίου. Έμαθαν οι ναύαρχοι της συμμαχίας όσα εμελετώντο εις ανάκτησιν της Χίου, και έσπευσαν δι' αποστολών προς την εν Αιγίνη κυβέρνησιν, την εν Σύρα επιτροπήν και τον εν Μεθένοις Φαβιέρον να εμποδίσωσι την εκστρατείαν, ως μη περιλαμβανομένης της Χίου εις την οροθετικήν γραμμήν κατά το σχέδιον των συμμάχων· αλλ', επειδή εσυμβούλευαν και δεν διέτατταν, δεν εισηκούσθησαν. Εκυβέρνα την Χίον τω καιρώ εκείνω ο γηραιός Ισούφπασας, και η υπ' αυτόν φρουρά της συνίστατο εις 400 τακτικούς, 700 ατάκτους και 150 κανονοβολιστάς· ήσαν δε εν τω λιμένι και δύο ένοπλοι γολέτται και δύο μίστικα.
Οκτώβριος Την 9 Οκτωβρίου ανεχώρησεν ο Φαβιέρος και οι περί αυτόν εκ Μεθένων εις Ψαρά· συνεκροτείτο δε η τακτική δύναμίς του εκ τριών ταγμάτων 700 στρατιωτών, ενός λόχου πυροβολιστών, 60 ιππέων εφίππων, 140 ανίππων, 3 κανονίων ελαφρών, 7 βαρέων, και 10 βομβοβόλων· συνήλθαν εις Ψαρά και οι 1500 μη τακτικοί Στερεοελλαδίται και Χίοι, εν οίς και υιοί προκρίτων της νήσου, και αποπλεύσαντες όλοι υπό την γενικήν οδηγίαν του Φαβιέρου προσωρμίσθησαν την εσπέραν της 16 εις Μαυρολιμένα, και την επιούσαν, ανατείλαντος του ηλίου, απέβησαν απέναντι εχθρικού τινος σώματος τακτικών, και, μάχης γενομένης, τους έτρεψαν και τους κατεδίωξαν. 36 Έλληνες και 100 Τούρκοι ελέγετο ότι εφονεύθησαν και επληγώθησαν· ο δε αρχηγός Σακήζ-εμίνης, μη προφθάσας να καταφύγη εις το φρούριον, όπου κατέφυγαν οι λοιποί, εκλείσθη μετά τινων άλλων έν τινι των εν Βαρβασίω πύργων, και μετά διήμερον αντίστασιν παρεδόθη. Ήσαν δε όλοι οι εν τω πύργω 14, εν οίς και 2 Εβραίοι· και ο μεν Σακήζ-εμίνης απελύθη άλυτρος επί τη αιτήσει των Χίων ως καλώς προς αυτούς πολιτευσάμενος και επ' ελπίδι απελευθερώσεως δι' αυτού αιχμαλώτων Χριστιανών· οι δε Εβραίοι εστάλησαν εις Σμύρνην επί εξαγορά· αλλά, θορυβηθέντων των ατάκτων, ανεκλήθησαν. Πολλοί δε των κατοίκων κατέφυγαν επί της αποβάσεως ως και άλλοτε εις τα προξενεία, εξ ών το μεν αυστριακόν διηρπάγη, το δε αγγλικόν παρ' ολίγον επατήθη, διότι έγκλειστοί τινες Τούρκοι τουφεκίζοντες εκείθεν εσκότωσαν πέντε Έλληνας. Και οι μεν των αποβάντων διέμειναν εν τη πόλει, οι δε διεσπάρησαν εις τα χωρία καί τινες κατέλαβαν την προς δυσμάς της πόλεως άνωθεν του φρουρίου Τρουλωτήν, και το επί του παραθαλασσίου Ψωμίον· οι δε εχθροί κατέφευγαν πανταχόθεν εις το φρούριον, ώστε την 18 ούτε εν τη πόλει ούτε έν τινι των χωρίων ευρίσκετο Τούρκος· έπεσαν δε και αιχμάλωτοι εις χείρας των Ελλήνων μέχρι της ημέρας εκείνης 120, ους έστειλεν ο Φαβιέρος εις την κυβέρνησιν, ήτις τους απέλυσε. Την δε εσπέραν της 18 εισέπλευσε τον πορθμόν της Χίου η Ελλάς, και την επαύριον ύψωσεν ο Κοχράνης τας τρεις συμμαχικάς σημαίας και την τουρκικήν υπ' αυτάς, τας εχαιρέτησεν, απεβίβασε πέντε βομβοβόλους, και μετά τέσσαρας ημέρας απέπλευσεν, επανήλθεν εις Αίγιναν, και την 29 δεκεμβρίου ανεχώρησεν επί του Μονόκερω εις Αγγλίαν αφήσας την φρεγάταν υπό τον Μιαούλην· μετά οκτάμηνον δε αποδημίαν ανεφάνη επί του Ερμού, ατμόπλου εθνικού, εξώφλησε τους λογαριασμούς του και απεχαιρέτησε διά παντός την Ελλάδα μηδέν πράξας άξιον της φήμης του ή των προσδοκιών και των θυσιών των Ελλήνων και των φιλελλήνων.
Οκτώβριος Αφ' ού οι Τούρκοι συνήχθησαν όλοι εις το φρούριον, τινές δε αυτών κατείχαν και τον θαλασσόπυργον, οι περί τον Φαβιέρον έστησαν την 19 επί του Ψωμίου πέντε βομβοβόλους, και ήρχισαν περί το μεσονύκτιον να βομβοβολώσι το φρούριον υπό τον θούριον ήχον της μουσικής. Μετά δύο δε ημέρας έστησαν επί της αυτής θέσεως έκτην βομβοβόλον και δύο κανόνια πλησίον αυτής, δι' ών κατεσίγασαν τον θαλασσόπυργον και εβύθισαν και έν των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων. Την δε 24 ετάφρευσαν το μεταξύ της άκρας της πόλεως και της θαλάσσης κενόν διάστημα προς τους ανεμομύλους, όπου ετοποθετήθησαν οι εντόπιοι, και την αυτήν ημέραν έστειλεν ο Φαβιέρος προς τον Ισούφπασαν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν λέγουσαν, ότι ο εν Νεοκάστρω τουρκοαιγύπτιος στόλος εκάη, ότι οι σύμμαχοι απέκλεισαν τον Ελλήσποντον, ότι η Αλβανία απεστάτησεν, ότι ουδεμίαν ελπίδα βοηθείας είχεν ο πασάς, και ότι, αν ήθελε να παραδοθή, τω υπέσχετο την ασφαλή μεταβίβασιν όλης της φρουράς εις Τσεσμέν ή εις Μιτυλήνην· ει δε μη, θα επάθαινεν όσα έπαθαν άλλοτε οι Χριστιανοί της Χίου και των Ψαρών. Εις την κομπορρήμονα ταύτην επιστολήν απήντησεν ο πασάς δι' ευστόχων κανονοβολών. Την νύκτα δε της 26 ετέθησαν επί της Τρουλωτής δύο κανόνια. Την δε 29 ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Χίου γαλλική τις κορβέττα, και ο πλοίαρχος αυτής αποβάς, είπε τω Φαβιέρω, ότι ο ναύαρχος Δεριγνής εκέλευε να κενώση την νήσον. Ο Φαβιέρος δεν εδέχθη το κέλευσμα, και την επαύριον έθεσε δύο βομβοβόλους επί της Τρουλωτής. Εφάνη δε την αυτήν ημέραν εν τω λιμένι και αυστριακή γολέττα, ο Φοίνιξ, και υψώσασα σημεία τινα, γνωστά αναμφιβόλως τοις εν τω φρουρίω, ανεχώρησε την επιούσαν νύκτα.
Νοέμβριος Την δε 2 νοεμβρίου, παρεισδύσαντός τινος των υποπλαρχηγών εις την περί το φρούριον τάφρον επί συνομιλία, ο συνομιλών Αλβανός του έκοψε την κεφαλήν και την έρριψεν έμπροσθεν των συναδέλφων αυτού. Την αυτήν νύκτα εφάνησαν φανοί προς τον θαλασσόπυργον, όπου εισήλθαν, πριν εξημερώση, 150 Τούρκοι επί τριών ολκάδων από της αντικρύ ξηράς διαπορθμευθέντες. Την επαύριον επανήλθεν η αυτή σημειοποιός αυστριακή γολέττα, και έστειλε την λέμβον της εις την ξηράν αλλά βομβοβοληθείσα κατά διαταγήν του Φαβιέρου έκοψε την άγκυραν, εγκατέλειψεν εκ της βίας την επί του αιγιαλού λέμβον και έγεινεν άφαντος· επαναπλεύσασα δε μετά τινας ημέρας ανείλκυσε την άγκυραν και παρέλαβε και την λέμβον αδεία του Φαβιέρου. Την δε 4 έφερεν έν αγγλικόν βρίκι διαταγήν των τριών ναυάρχων της συμμαχίας προς τον Φαβιέρον ίνα κενώση την νήσον· ο Φαβιέρος απεκρίθη ότι εχρειάζετο διαταγή προς αυτόν της ελληνικής κυβερνήσεως. Την επιούσαν έφθασεν ο Αλμέιδας, φέρων 200 στρατιώτας και 60 ίππους εις χρήσιν των ανίππων του τακτικού· έφερε και 3 κανόνια και ικανάς κανονοσφαίρας. Εστάλησαν μετ' ολίγας ημέρας και άλλα κανόνια και βομβοβόλοι εκ Ναυπλίου, έφθασαν και ο γνωστός υπόνομοποιός Κώστας και 40 συντεχνίται του, και ήρχισαν να υπονομεύωσι προς την επάνω πύλην του φρουρίου. Αλλά την νύκτα της 30 εξώρμησαν οι εν τω φρουρίω, έτρεψαν τους φυλάττοντας το στόμιον της υπονόμου, το παρεγέμισαν, εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας των υπονομοποιών, και επανήλθαν εις το φρούριον αρπάσαντες και έν ελαφρόν κανόνι.
Η δε θέσις του θαλασσοπύργου, επικίνδυνος ως υπό το πυρ του φρουρίου, εθεωρείτο πολλά αναγκαία, διότι, αν την εκυρίευαν οι Έλληνες, εκόπτετο η των πολιορκουμένων και της ασιατικής παραλίας κοινωνία· διά τούτο, αφ' ού έστησεν ο Φαβιέρος κατ' αυτού έν άλλο κανονοστάσιον, ώπλισε τέσσαρας λέμβους,
Δεκέμβριος και την νύκτα της 1 δεκεμβρίου εκίνησαν 200 Έλληνες και φιλέλληνες τακτικοί και άτακτοι εις άλωσίν του· αλλ' οι άτακτοι τόσον εθορύβουν επί της θαλασσοπορείας των, ώστε εξύπνησαν οι εν τω θαλασσοπύργω κοιμώμενοι εχθροί και απεδίωξαν τους επερχομένους κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Έκτοτε ηναγκάσθη ο Φαβιέρος να περιορισθεί εις απλήν πολιορκίαν του φρουρίου μη ελπίζων να το κυριεύση ειμή διά μόνης της πείνας. Αλλ' εν καιρώ χειμώνος δυσκόλως και επικινδύνως επολιορκείτο διά θαλάσσης· διά τούτο συνέλαβε την ιδέαν να καταστρέψη διά τολμηράς επιδρομής τας επί του αντικρύ αιγιαλού αποθήκας των εχθρών και τα πλοία τα μετακομίζοντα εν καιρώ νυκτός εις το φρούριον τα αναγκαία, και ούτω να ματαιώση πάσαν στρατιωτικήν επικουρίαν. Επί τω σκοπώ τούτω εισβιβάσας την 5 το πρώτον τάγμα είς τι πλοίον το απεβίβασε διά νυκτός ημιώριον μακράν του Τσεσμέ, και τους μεν ετοποθέτησεν εκεί, τους δ' έστειλεν εις την πόλιν επί παραγγελία να μη επιχειρήσωσί τι πριν βάλωσιν οι ναύται πυρ εις τα εν τω λιμένι εχθρικά πλοία. Τέσσαρα πλοιάρια, κωπηλατούντων φιλελλήνων, εισέπλευσαν υπό το βαθύ σκότος και οι εν αυτοίς ανήγαγαν τρεις τροφοφόρους σακολέβας, αλλ' αι δύο εκάθησαν εν τω στομίω του λιμένος· θα έκαιαν δε και όλα τα άλλα πλοία, αν είχαν πυροσίφωνας· αλλ' η περί τούτου φροντίς ανετέθη εις τον έμπειρον Κανάρην παρακολουθούντα επί του πυρπολικού του· ο άνεμος όμως ήτον ενάντιος, το πυρπολικόν δεν εδυνήθη να εισπλεύση, και τα πλοία δεν εκάησαν, ώστε οι περί τον Φαβιέρον επανήλθαν εις Χίον άπρακτοι.
Ιανουάριος Αρχομένου δε του Ιανουαρίου, έφθασαν εις ενδυνάμωσιν του αποκλεισμού η αλωθείσα τουρκική κορβέττα μετονομασθείσα Ύδρα και ο Σωτήρ· ο δε άοκνος Φαβιέρος έβαλε κατά νουν να πλεύση μεθ' όλων των πλοίων και του πλείστου μέρους του στρατεύματός του εις τον κόλπον της Σμύρνης και ν' αρπάση πολυαρίθμους τινάς αγέλας πλησίον των Βουρλών βοσκούσας· αλλά την 6, καθ' ήν εμελέτα να επιβιβάση τον στρατόν του, σφοδρά καταιγίς επιπεσούσα έβλαψε τα πλείστα των ελληνικών πλοίων εντός του λιμένος, και ρίψασα τον Σωτήρα εις την ξηράν, τον εσύντριψεν. Εξαιτίας τούτου ανεβλήθη η επιβίβασις του στρατού εις την 11· αλλά την νύκτα της 10, όρθρου βαθέος, ανοίξαντες οι εχθροί την επί της προς τους ανεμομύλους πλευράς του φρουρίου πύλην εξώρμησαν ως χίλιοι, έπεσαν επί την έμπροσθεν αυτής γραμμήν των χαρακωμάτων των Ελλήνων, και την εκυρίευσαν όλην αμαχητί, φυγόντων των υπερασπιστών αυτής· μόνοι οι περί τον οπλαρχηγόν Γκέγκαν διέμειναν γενναίως μαχόμενοι εν τω προς την θάλασσαν επί της αυτής γραμμής χαρακώματί των. Πλησίον της κυριευθείσης γραμμής ηυλίζοντο 225 τακτικοί του β' τάγματος. Ιδόντες ούτοι την τροπήν των πολλών και την αντίστασιν των περί τον Γκέγκαν ώρμησαν επί τους εν τη γραμμή εκείνη εχθρούς, και προφθάσαντες πολλούς αυτών διαβαίνοντας την τάφρον τους εφόνευσαν. Οι δε προλαβόντες και διαβάντες, οι και πλειότεροι, έδραμαν και εκυρίευσαν σχεδόν αμαχητί την Τρουλωτήν, φυγόντων των φυλαττόντων αυτήν, και εκάρφωσαν και τα εκεί κανόνια εκτός ενός στρέψαντές το προς την πόλιν. Κατεθορυβήθησαν οι εν τη πόλει Έλληνες ιδόντες τους εχθρούς άνωθεν αυτών, και πολλοί, αφήσαντες τας οικίας όπου διέμεναν, έφυγαν· ο δε Φαβιέρος, ιδών εκ του καταλύματός του τας εχθρικάς σημαίας επί της Τρουλωτής, εξήλθε δρομαίος, παρέλαβε δύο λόχους του γ' τάγματος, 200 στρατιώτας του α' και 20 ιππείς και έδραμε προς αυτήν. Καθώς δε εφοβήθη και έφυγεν η ελληνική φρουρά εκείθεν προ ολίγου ιδούσα μόνον τους Τούρκους κινουμένους προς αυτήν, ούτως εφοβήθησαν και έφυγαν και οι Τούρκοι ιδόντες τους τακτικούς αναβαίνοντας υπό τον Φαβιέρον. Μη δυνάμενοι δε να εισέλθωσιν εις το φρούριον δι’ ής εξήλθαν οδού, ερρίφθησαν εις την πόλιν επί σκοπώ να εισέλθωσι δι' αυτής· αλλ' οι άτακτοι ιδόντες τους τακτικούς επί της Τρουλωτής και εμψυχωθέντες, έτρεξαν και κατέλαβαν εκ νέου τας εγκαταλειφθείσας οικίας, ώστε οι Τούρκοι φονευόμενοι και φεύγοντες εύρισκαν άλλους φονείς έμπροσθέν των, έπιπταν σφάγια σωρηδόν, και, κατά το λέγειν του Φαβιέρου, μόλις 150 επέστρεψαν σώοι εις το φρούριον· αλλά θα εχάνοντο και ούτοι, αν προκατελάμβαναν οι Έλληνες την μεταξύ της πόλεως και του φρουρίου τάφρον. Ηχμαλωτίσθησαν δε 30, εν οίς και ο αρχηγός του κινήματος Ιβραήμαγας Μαγδαρής Αλβανός, και έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων επτά σημαίαι. Εφονεύθησαν και επληγώθησαν και εκ τούτων 39, εφονεύθη καί τις φιλέλλην Άγγλος Λουτχίνος και επληγώθη ελαφρώς και ο Φαβιέρος.
Μετά την φθοροποιάν ταύτην έξοδον, οι μεν Τούρκοι ησύχασαν εντός του φρουρίου, οι δε Έλληνες ησχολήθησαν σπουδαιότερον εις την διακοπήν πάσης κοινωνίας της ασιανής ξηράς και του φρουρίου και έστειλαν ανθρώπους πολλαχού της Ελλάδος προς εύρεσιν πλοιαρίων επιτηδείων εις πολιορκίαν. Τοις έστειλαν τοιαύτα πλοία οι Σάμιοι και οι Ψαριανοί· τοις έστειλε και ο Εϋδέκος μίαν κανονοφόρον υπό τον Δανόν φιλέλληνα Φαλσίνον κατασκευασθείσαν εν Πόρω· αλλ' εχθρική κανονία επιπεσούσα την εβύθισεν. Εν τούτοις η διά θαλάσσης πολιορκία εγίνετο καθ' εκάστην αυστηροτέρα. Την 24 τα ελληνικά πλοιάρια έτρεψαν εις φυγήν τέσσαρα τροφοφόρα εχθρικά· την 20 συνέλαβαν δύο φέροντα φορέματα και τροφάς, και μεσούντος του φεβρουαρίου διέκοψαν διόλου πάσαν κοινωνίαν της ασιανής ξηράς και του φρουρίου, ώστε η πείνα ήρχισε να προμηνύη την εγγίζουσαν πτώσιν αυτού· αλλά έπασχαν και οι πολιορκούντες άλλα κακά επίσης δεινά. Εξ αιτίας της μακράς και απροσδοκήτου παρατάσεως της πολιορκίας του φρουρίου εξηντλήθησαν οι πόροι της επιτροπής, και το άτακτον στράτευμα στερούμενον των μισθών του και κακουχούμενον εν ακμή βαρέως χειμώνος ητάκτει, ηπείθει και περιφερόμενον εις τα χωρία ελεηλάτει. Το μόλυσμα της αταξίας διεδόθη και εις το τακτικόν πάσχον και αυτό όσα και το άτακτον. Οι του γ' τάγματος απεμακρύνθησαν του στρατοπέδου ως μη μισθοδοτούμενοι και δεν επανήλθαν ειμή εντραπέντες τον αρχηγόν των, ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκινδύνευε να διαλυθή πριν παραδοθή το φρούριον. Ανεφύησαν και διχόνοιαι και εγεννήθησαν και βαρείαι λογομαχίαι μεταξύ της επιτροπής και του Φαβιέρου εξ αυτής της αρχής της αποβάσεως, και τα κακά ταύτα εκορυφώθησαν μετά ταύτα εξ αιτίας της αποτυχίας, καθώς πάντοτε συμβαίνει· ηύξαναν δε τα κακά και αι επανειλημμέναι απειλαί των ναυάρχων της συμμαχίας τρίτην φοράν καλεσάντων την επιτροπήν και τον Φαβιέρον ν' απομακρυνθώσι της νήσου επί απειλή παντελούς εγκαταλείψεως, αν τουρκική δύναμις επήρχετο· αλλά και η επιτροπή και ο Φαβιέρος επέμεναν εις την πολιορκίαν πεποιθότες ότι ήγγιζεν η ώρα της πτώσεως του φρουρίου διά την έλλειψιν των αναγκαίων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της πολιορκίας ταύτης λήγοντος του φεβρουαρίου.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.

Προσπάθειαι Καποδιστρίου εν Ευρώπη υπέρ Ελλάδος μετά την εκλογήν του. — Κατάβασις αυτού εις Ελλάδα και εγκαθίδρυσις της κυβερνήσεώς του.

Η ΠΡΟΣ αλλήλους διχόνοια και δυσπιστία των πρωταγωνιστών Ελλήνων ηνάγκασαν την εθνικήν συνέλευσιν της Τροιζήνος, ως είδαμεν, να εκλέξη κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καποδίστριαν συνενώσασα εις χείρας αυτού και μόνου την έως τότε διηρημένην εις πολλάς νομοτελεστικήν δύναμιν.
Υπηρέτει προ πολλών ετών ο ανήρ ούτος την Ρωσσίαν, ευφημούμενος δικαίως διά την πολιτικήν ικανότητά του, τας ιδιωτικάς αρετάς του και την ακεραιότητα του χαρακτήρος του· διήγε δ' εν Λαϋβάχη, παρά τω αυτοκράτορι Αλεξάνδρω καθ' όν καιρόν εξερράγη η ελληνική επανάστασις, ην κατέκρινε και ως υπηρέτης της Ρωσσίας ως τείνουσαν εις ανατροπήν όσων προς διατήρησιν της γενικής ειρήνης ωρίσθησαν, και ως Έλλην ως παράκαιρον και κινδυνώδη· αλλά άλλων αυλών πολιτευταί αμφίβαλλαν περί της ειλικρινείας του και δεν έπαυαν διαβάλλοντές τον παρά τω αυτοκράτορι, επί σκοπώ να τον απομακρύνωσι των συμβουλίων του, ως ακριβή γνώσιν έχοντα των της εταιρίας και ως υποκινήσαντα τον Υψηλάντην εις την επανάστασιν, ή ως δυνάμενον να τον εμποδίση και μη θελήσαντα· αλλά δεν ίσχυσεν η κατ' αυτού διαβολή, διότι εξεμυστηρεύετο ο διαβαλλόμενος κατά καιρούς τω αυτοκράτορι όσα εμάνθανε περί της εταιρίας. Αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν η κατ' αυτού διαβολή, το κατώρθωσεν η περί ης άλλοτε ανεφέραμεν (α) παρά τη αυλή της Ρωσσίας υπέρ ειρήνης λύσις του μεταξύ αυτής και Τουρκίας ζητήματος· ώστε καθ' όν καιρόν ητοιμάζετο να μεταβή ο αυτοκράτωρ εις Βερώνην, μετέβη και ο Καποδίστριας, ο υπέρ πολέμου τότε γνωμοδοτήσας και μη εισακουσθείς, εις Γενεύην επ' αορίστου απουσίας αδεία ως μη δυνάμενος να εργασθή υπέρ ου δεν ενέκρινε συστήματος· έζη δε ιδιωτεύων μακράν της Ρωσσίας μέχρι του θανάτου του Αλεξάνδρου απολαμβάνων την εύνοιαν, την υπόληψιν και την προστασίαν του. Επί δε τη αναγορεύσει του Νικολάου, απήλθεν εις προσκύνησίν του· καθ' οδόν έμαθε την εν Τροιζήνι εκλογήν του, και φθάσας εις Πετρούπολιν, μεσούντος του μαΐου, έλαβε τα περί αυτής εθνικά έγγραφα.
Εβάδισεν, ως είδαμεν, ο νέος αυτοκράτωρ την πολιτικήν οδόν, ως προς την Πόλιν, ην ηύχετο ο Καποδίστριας να βαδίση ο προκάτοχός του. Εκ της πολιτικής δε ταύτης ομοφροσύνης ηύξησεν η προς αυτόν προϋπάρχουσα ευμένεια της ρωσσικής αυλής. Δεσμοί πολιτικοί συνέδεαν τον Καποδίστριαν μέχρι τούδε μετά της αυλής εκείνης· αλλ' οι μετά της Ελλάδος νέοι δεσμοί απήτουν την λύσιν εκείνων^ δι' ό και απελύθη επί τη αιτήσει του της ρωσσικής υπηρεσίας, και απεποιήθη γενναίως ην τω επρόσφερεν η αυλή σύνταξιν, ασυμβίβαστον θεωρήσας να ήναι αρχηγός ενός έθνους και μισθωτός άλλου. Εκείναις ταις ημέραις διεπραγματεύετο η υπέρ Ελλάδος συνθήκη, και η πρόοδος των ελληνικών πραγμάτων θα εξωμάλυνε τας εις την παραδοχήν και εκτέλεσιν αυτής δυσκολίας. Επί τω σκοπώ τούτω εισακούσασα η ρωσσική αυλή τας υπέρ της προόδου του ελληνικού αγώνος αιτήσεις του κυβερνήτου συγκατετέθη να δοθώσιν επί λόγω δανείου τη ελληνική κυβερνήσει οι εξ αρχής της ελληνικής επαναστάσεως συσσωρευθέντες τόκοι των άλλοτε παρ' Ελλήνων εν τη ρωσική τραπέζη παρακατατεθέντων χρημάτων προς διατήρησιν των εν Ιωαννίνοις Σχολείων, συμποσούμενοι εις φράγκα 200,000, να μη εξοδευθώσι δε ειμή επί τη προτάσει του κυβερνήτου ρούβλια 400,000 προσενεχθέντα παρά των φιλανθρώπων και ομοθρήσκων Ρώσσων προς εξαγοράν αιχμαλώτων Ελλήνων. Προς αύξησιν δε των υπέρ της βελτιώσεως των πραγμάτων του έθνους έξωθεν πόρων, εκάλεσεν ο κυβερνήτης τους εντός και εκτός της Ρωσσίας πλουσίους Έλληνας εις χορηγίας επί λόγω δανείου, και κατέθεσε πρώτος αυτός φράγκα 50,000· ενεργήσας δε όσα η νέα θέσις του και η περίστασις απήτουν ανεχώρησεν εκ Πετρουπόλεως την 10 Ιουλίου πλήρης ελπίδων, και διαβάς διά του Βερολίνου έφθασεν εις Λονδίνον την 1 αυγούστου.
Άνθρωπος, ως ο Καποδίστριας, τόσα έτη και τόσον πιστώς υπηρετήσας την Ρωσσίαν, και εξ αυτής της θέσεώς του αντιπολιτευθείς πολλάκις τας αντιζήλους αυλάς της αυλής εκείνης, δεν ήτο πιθανόν να δυνηθή να εμπνεύση μέγα θάρρος τη Αγγλία, όσον ειλικρινώς ελληνική και αφιλόρρωσσος και αν ήτον η πολιτική του. Αι συμπάθειαι και αι αντιπάθειαι των ανθρώπων επιζούν ως επί το πλείστον και μετά τας μη εισέτι ζώσας σχέσεις των αλλά και οσάκις δεν επιζούν, επιζώσαι και τότε θεωρούνται· διά τούτο, αν και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη ο Καποδίστριας εις εξάλειψιν της τοιαύτης περί αυτού γνώμης της Αγγλίας, δεν ίσχυσε να την εξαλείψη, και τα πολιτικά σχέδιά του δεν ευδοκίμησαν εν Λονδίνω.
Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν τον εδέχθη Γεώργιος ο Δ' (β).
Φθάσας ο Καποδίστριας εις Αγγλίαν εζήτησε να προσκυνήση τον βασιλέα και μετά πολλάς ημέρας αφιχθείς κατά διαταγήν αυτού εις Βινδσώρην, όπου διέτριβεν, εισήχθη εις την πινακοθήκην του παλατίου· μετά πολλήν δε ώραν ήνοιξεν άλλη θύρα, εισήλθεν άνθρωπος υψηλού αναστήματος ιδιωτικώς και αμελώς ενδεδυμένος, έκλεισε την θύραν και ήρχισε να παρατηρή τας ανακειμένας εικόνας και να προχωρή όπου ίστατο ο Καποδίστριας. Ούτος και εκ του προσώπου και εκ του αναστήματος επείσθη ότι ήτον ο βασιλεύς, όν είχεν άλλοτε ιδεί συνοδεύων εις Αγγλίαν τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· απορών δ' επί τω παραδόξω τούτω τρόπω της εντεύξεως ανέμενε το αποβησόμενον όρθιος, άφωνος και ακίνητος. Προχωρών ο βασιλεύς κατήντησεν όπου ίστατο ο Καποδίστριας, και ως αν τον συνήντησεν απροσδοκήτως ανεφώνησεν «Ah! vous êtes ici, monsier le comte! je suis bien aise de vous voir». Ταύτα είπε και μηδ' απάντησιν αναμείνας απεχαιρέτησεν, απεμακρύνθη ησύχως παρατηρών τας λοιπάς εικόνας και εξήλθε δι' ής είχεν εισέλθει θύρας· τούτου γενομένου ήνοιξέ τις την θύραν δι' ής εισήχθη ο Καποδίστριας, και τον προέπεμψεν εις την άμαξάν του, ως λαβούσης χώραν της μετά του βασιλέως εντεύξεώς του. Ο τρόπος ούτος εξεικόνισεν αποχρώντως την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως προς τον κυβερνήτην της Ελλάδος.
Εν Λονδίνω ο Καποδίστριας διατρίβων απήντησε την 11 ιουλίου εις τα προς αυτόν της εθνικής συνελεύσεως έγγραφα, λέγων, ότι έλαβεν εν Πετρουπόλει τα δύο ψηφίσματα, το μεν περί του διορισμού του, το δε περί ευρέσεως δανείων· ότι και προ της παραλαβής των εγγράφων και επί μόνη τη διά των εφημερίδων αγγελία του διορισμού του κατέβαλε πάσαν φροντίδα περί ευρέσεως πόρων· ότι διέμενεν εισέτι μακράν της Ελλάδος, ίνα μεμονωμένην την σχετίση προς τας Δυνάμεις και τη προμηθεύση πόρους πλουσιωτέρους και σταθερωτέρους· ότι η επ' αγαθώ της Ελλάδος τάσις της εξωτερικής πολιτικής διά της παρεμβάσεως των αυλών εκρέματο εκ του πατριωτισμού των στρατιωτικών και των πολιτικών της Ελλάδος, των μεν πειθομένων εις τους αρχηγούς των, των δε διοικούντων τον τόπον διά τον τόπον, και ότι ήλπιζεν επί της καταβάσεώς του να τω δοθή η απαιτουμένη δύναμις εις επωφελή συμβιβασμόν των μεταξύ Ελλάδος και Δυνάμεων. Διά της επιστολής ταύτης υπηνίττετο και την υπέρ της Ελλάδος των τριών αυλών συνθήκην· διότι, αν και καθ' όν καιρόν έγραφεν, η συνθήκη είχεν υπογραφή, δεν είχεν όμως επικυρωθή· την δε 19 αυγούστου ό εστι μετά την επικύρωσίν της, έγραψε πλατύτερον περί αυτής και καθαρώτερον, προτρέπων την προσωρινήν κυβέρνησιν να την δεχθή αδιστάκτως ως σωτήριον.
Έξ περίπου εβδομάδας διέτριψεν ο Καποδίστριας εν Λονδίνω, καταγινόμενος πολυειδώς και πολυτρόπως και παρά τω συμβουλίω της συμμαχίας, και παρά τοις δυνατοίς του τόπου επ' ωφελεία του έθνους του αναθέσαντος αυτώ τα της κυβερνήσεώς του· και μεταξύ άλλων εσχεδίασε να φέρη εις Ελλάδα ξένα στρατεύματα εις πρόοδον του πολέμου και τακτοποίησιν του εσωτερικού. Αλλ' επειδή δεν επραγματοποίησε το υπό της εν Τροιζήνι συνελεύσεως ψηφισθέν δάνειον, δεν επραγματοποιήθη ούτε το περί επικουρικών στρατευμάτων σχέδιον. Εκ Λονδίνου μετέβη εις Παρισίους, όπου ηύρε καλλίστην υποδοχήν, και διέτριψεν αγωνιζόμενος υπέρ της Ελλάδος τέσσαρας εβδομάδας· εκείθεν μετέβη εις Αγκώνα την 8 νοεμβρίου, και μη ευρών το επί διάπλω του ταχθέν κατά την αίτησίν του αγγλικόν πλοίον διέμεινεν έξ εβδομάδας και απέπλευσεν επί της αγγλικής κορβέττας Λύκου· κατά δε τον διάπλουν μετεβιβάσθη εις το δίκροτον Warspite, και έφθασεν εις Μάλταν την 28 δεκεμβρίου, όπου διέτριβε τότε ο Κοδριγκτών·
Ιανουάριος απέπλευσεν επί του αυτού πλοίου την 2 ιανουαρίου και κατευωδώθη την 8 εις Ναύπλιον και η πόλις εκείνη, η τα πάνδεινα πάσχουσα εξ αιτίας των εσωτερικών ταραχών και διαιρέσεων, απηλλάχθη παντός φόβου, φανέντος μόνον του φέροντος τον κυβερνήτην πλοίου, και οι αντιφερόμενοι φρούραρχοι του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας, οι παρακούοντες και κυβέρνησιν και αρχιστρατηγίαν, επρόσφεραν αυτώ αυθόρμητοι και αυθημερόν την υποταγήν των και τας κλεις της πόλεως και των φρουρίων· αλλά δεν εδέχθη την προσφοράν επί λόγω ότι δεν ενήργει εισέτι ως κυβερνήτης. Την δε 8 απέβη εις την πόλιν υποδεχθείς επί του παραθασσαλίου μετά πάσης χαράς και τιμής· προπροευομένου δε του κλήρου ιεροφορούντος και του λαού παρακολουθούντος, υπήγεν υπό τον ήχον των δοξολογιών και των ευφημιών εις την μητρόπολιν, και μετά την τελετήν εδέχθη τον κλήρον, τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς της πόλεως και λοιπούς προκρίτους, επέβη το εσπέρας εις το δίκροτον, απέπλευσε την επαύριον και κατευωδώθη την 11 εις Αίγιναν, όπου έδρευαν η βουλή και η αντικυβερνητική επιτροπή. Την αυτήν ημέραν τον επεσκέφθησαν επί του πλοίου τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής ιδιωτικώς, την επαύριον δε και επισήμως και συν αυτοίς ο πρόεδρος της βουλής, επί σκοπώ να τον συνοδεύσωσιν εις την ξηράν. Κατά την επίσημον δε ταύτην επίσκεψιν ανυψώθη η ελληνική σημαία επί του αγγλικού δικρότου και επί της γαλλικής φρεγάτας, Ήρας, ελλιμενιζούσης εν Αιγίνη, και εχαιρετήθη διά 15 κανονοβολών. Αριστήσαντες δε όλοι επί του δικρότου, έπιαν εις υγείαν των τριών ανάκτων, του κυβερνήτου, και εις ευτυχίαν της Ελλάδος, και υπό την κανονοβολήν όλων των εν τω λιμένι πλοίων συνώδευσαν τον κυβερνήτην εις την ξηράν αι ελληνικαί Αρχαί και οι πλοίαρχοι και οι αξιωματικοί του δικρότου και της φρεγάτας· τον υπεδέχθησαν δ' επί της αποβάσεώς του κληρικοί ιεροφορούντες και λαϊκοί, και τον έφεραν ψάλλοντες και αγαλλόμενοι εις το επί τούτω δαφνοστρωθέν προαύλιον της μητροπόλεως, όπου τον ανέμεναν η βουλή και οι λοιποί εν τη νήσω προύχοντες, και όπου προσήκουσαι ευχαί προς Θεόν ανεγνώσθησαν, ευφημίαι εις τιμήν των υπερμάχων τριών Δυνάμεων και του κυβερνήτου επλήρωσαν όλων τα στόματα, λόγος πατριωτικός εξεφωνήθη υπό του διδασκάλου Καήρη, και μετά την τελετήν, ο κλήρος, αι Αρχαί, οι Βουλευταί, οι παρευρεθέντες λοιποί προύχοντες, ο λαός και οι συναποβάντες ξένοι συνώδευσαν τον κυβερνήτην εις την κατοικίαν του.
Ουδέποτε άνθρωποι εδέχθησαν ευνοϊκώτερον τον λυτρωτήν των. Και ο στρατιωτικός και ο πολιτικός και ο ιδιώτης της Ελλάδος εχάρησαν όλοι την αυτήν χαράν, διότι όλοι ησθάνοντο την αυτήν χρείαν.
Είδαμεν, ότι θέατρον δεινών καταχρήσεων εδείχθη η ξηρά και κατ' εξοχήν η θάλασσα, και η Ελλάς εφαίνετο πλοίον εγκαταλελειμμένον εις την διάκρισιν των ανέμων· διά τούτο η έλευσις του κυβερνήτου εξελήφθη ως εμφάνισις εωθινού αστέρος εν μέσω νεφέλης· αλλ', αν η θέσις της Ελλάδος ήτο κακή ως θέσις αναρχική, η διάθεσις όλου του λαού ήτο καλή ως διψώντος την εγκατάστασιν της ευταξίας· την εδίψων και αυτοί οι αίτιοι της αταξίας, οι κατέχοντες τα φρούρια του Ναυπλίου, και τους είδαμεν αυτοπροαιρέτως προσφέροντας τω κυβερνήτη και τας κλεις των φρουρίων και εαυτούς. Εκ ταύτης της αιτίας ευχερεστέρον ήτο το υπέρ τακτοποιήσεως του κράτους έργον του κυβερνήτου παρ' ό,τι επιπολαίως εφαίνετο, διότι το επικρατούν κακόν ήτο των περιστάσεων και όχι των διαθέσεων, αι δε περιστάσεις δεν ήσαν πλέον αι αυταί επί της αφίξεώς του εξ αιτίας της συμμαχικής αντιλήψεως και τόσων άλλων καλών της πολιτικής θέσεώς του.
Η εν Τροιζήνι συνέλευσις, η ψηφίσασα τον Καποδίστριαν κυβερνήτην, συνεψήφισεν, ως είδαμεν, και σύνταγμα εις κυβέρνησιν της Ελλάδος. Βάσις αυτού ήτον η πλήρης και τελεία ανεξαρτησία του έθνους· απηγορεύετο δε η δι' οποιονδήποτε λόγον και εν οιαδήποτε περιστάσει κατάργησις της ανεξαρτησίας. Αλλ' η συνθήκη της συμμαχίας ανεδείκνυε την Ελλάδα υποτελή, ό εστιν ανέτρεπε την βάσιν της ανεξαρτησίας, εφ' ής εσάλευε το σύνταγμα· οι δε Έλληνες, οι συντάξαντες αυτό τον απρίλιον, καθ' όν δεν υπήρχεν η συμμαχία, έσπευσαν να δεχθώσιν ευγνωμονούντες και την επί της συστάσεως αυτής συνθήκην, ώστε εδέχθησαν πανδήμως δύο συστήματα ανατρεπτικά αλλήλων, το του συντάγματος και το της συνθήκης. Αι διτταί αύται αρχαί της υποτελείας και της ανεξαρτησίας αδύνατον ήτο να συγχωνευθώσι, και έπρεπε να προτιμηθή η συφερωτέρα. Το σύνταγμα της Τροιζήνος παρείχε την ανεξαρτησίαν, πλην γραπτήν· η δε Ελλάς, εξαντληθείσα εν μέσω μακρών αγώνων και αταξιών, δεν είχε πλέον τρόπους εις υπεράσπισίν της. Αλλ', αν παρείχε μετριωτέρα καλά η συνθήκη, η απόλαυσις αυτών και βεβαία ήτον υπό την εγγύησιν τριών μεγάλων αυλών και προαγωγός εφαίνετο εις το μετά ταύτα και αυτής της ανεξαρτησίας. Η συνθήκη αύτη δεχθείσα παρά της Ελλάδος εφηρμόζετο ήδη δι' όπλων και διαπραγματεύσεων, διότι η Ελλάς εφρουρείτο διά θαλάσσης υπό την προστασίαν αυτής, και η μάχη του Νεοκάστρου ήτον αποκύημα.
Ο κυβερνήτης είχε σταθεράν απόφασιν, και πριν πατήση το έδαφος της Ελλάδος, να βαδίση ην διέγραφεν η συνθήκη οδόν· ουδέ δυνατόν ήτο να βαδίση άλλην· μαρτυρεί δε την απόφασίν του ταύτην αυτός έν τινι προς τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας αναφορά προ της εκείθεν αναχωρήσεώς του (γ) λέγων, ότι τότε θ' ανεδέχετο τα της εντολής του εν Ελλάδι, ότε ελάμβανε την αναγκαίαν πληρεξουσιότητα παρά των Ελλήνων εις διευθέτησιν της μελλούσης υπάρξεώς των επί των όρων της εν Λονδίνω συνθήκης· αν δε οι Έλληνες επέμεναν εις τα της παντελούς ανεξαρτησίας, δεν θ' ανεμιγνύετο εις τα πράγματα και θ' ανεχώρει εις την γενέθλιον εστίαν του. Αλλ' εχρειάζετο και νομιμότης εις μεταβολήν του συνταγματικού συστήματος, και νομιμότης δεν υπήρχεν. Οι λόγοι του κυβερνήτου εις αλλοίωσιν των αρχών, εφ' ών έθεσεν η εν Τροιζήνι συνέλευσις την υπ' αυτόν κυβέρνησιν, ήσαν ακαταμάχητοι· αλλά τις εδύνατο να μετακινήση ό,τι έθεσεν εθνική συνέλευσις ως αμετακίνητον; όχι άλλος βεβαίως ειμή εθνική συνέλευσις, και ο κυβερνήτης ώφειλε να την συγκαλέση ευθύς εις νομιμοποίησιν της κυβερνήσεώς του· αλλ' εβάδισεν άλλην οδόν· εζήτησε και έλαβεν εξουσίαν εις σύστασιν του νέου κυβερνητικού οργανισμού παρά των ενυπαρχόντων δύο σωμάτων, του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήγουν παρά των μηδεμίαν εχόντων εξουσίαν να δώσωσι, διότι ουδεμίαν εξουσίαν έδωκεν αυτοίς η εθνική συνέλευσις. Ο Καποδίστριας εφοβήθη τα αποτελέσματα εθνικής συνελεύσεως και επρόκρινεν ατυχώς τον τρόπον τούτον. Αλλ' ήτο πρέπον να στήση την κυβέρνησίν του επί παρανομήσεως; επροφασίσθη την επικρατούσαν αταξίαν ως πρόσκομμα των εκλογών· και μήπως όλαι αι προλαβούσαι εκλογαί δεν έγειναν, και όλαι αι προλαβούσαι εθνοσυνελεύσεις δεν συνεκροτήθησαν εν μέσω εθνικής αταξίας; αλλ' η μετά ταύτα διαγωγή του επί της συντάξεως του περί εκλογών νόμου και επί των εκλογών αυτών ανεκάλυψε φανερά τα αληθή αίτια της αναβολής της εθνικής συνελεύσεως. Ήθελε να επιρρεάση τας εκλογάς διά της υπαλληλίας του, και διά τούτο ήθελε να εγκαταστήση εν πρώτοις αυτήν· αλλ' η λαμπρά και εγκάρδιος εθνική υποδοχή του, η υπακοή όλων, ως και αυτών των στασιαστών, εις τας διαταγάς του, η πλήρης πεποίθησις των Ελλήνων εις την ικανότητά του και τον πατριωτισμόν του, και προ πάντων η αναπόδραστος ανάγκη της εις τα πράγματα κλήσεώς του έπρεπε να τον πείσωσιν, ότι επί συνελεύσεως είχε το παν να κερδίση και ουδέν να φοβηθή· αλλ' ο κυβερνήτης, καθώς απέδειξεν όλη η εν Ελλάδι πολιτική διαγωγή του, ήτον άτολμος πολιτευτής και αμφίβαλλε μόνος αυτός περί ου ουδείς άλλος αμφίβαλλεν. Αν άλλως επολιτεύετο, δεν θα εστηλιτεύετο η κυβέρνησίς του υπό της μετ' ολίγον αναφανείσης αντιπολιτεύσεως ως παράνομος, δεν θα έπασχεν όσους έπαθε κλονισμούς το δύστυχές έθνος υπό την πρόφασιν της παρανομήσεως, και δεν θα έπινεν ουδ' αυτός τόσα φαρμάκια.
Πεσούσης της βουλής διά της συγκαταθέσεως αυτής, ανύψωσεν ο κυβερνήτης επί των ερειπίων της και διά της συναινέσεώς της πολιτικόν σώμα εξ 27 μελών, «το Π α ν ε λ λ ή ν ι ο ν», και το διήρεσεν εις τρία τμήματα διαιρέσας τας εργασίας του εις διοικητικάς, οικονομικάς και δικαστικάς· έκαστον δε των τριών τμημάτων είχε πρόεδρον ονομαζόμενον πρόβουλον· ο δ' επί των οικονομικών ήτο και πρόβουλος όλου του σώματος· ώρισε δε και τα καθήκοντα του σώματος τούτου. Κατ' αυτά επάναγκες ήτο τα ψηφίσματα του κυβερνήτου να εκδίδωνται επί των εγγράφων αναφορών του πανελληνίου ή των τμημάτων αυτού, είτε διοικητικά ήσαν τα αντικείμενα είτε νομοθετικά· και διοικητικά μεν ήσαν τα περί ων αι πράξεις της εν Τροιζήνι συνελεύσεως επρονόησαν, νομοθετικά δε τα περί ων ουδέν ενομοθετήθη.
Καθ' ήν δε ημέραν εξεδόθη ο κυβερνητικός ούτος οργανισμός εξεδόθη και διακήρυξις προς τους Έλληνας λέγουσα τας αιτίας, δι' άς εχρονοτρίβησεν ο κυβερνήτης περιοδεύων επ' ωφελεία της πατρίδος την Ευρώπην, δεικνύουσα την ανάγκην εγκαθιδρύσεως ισχυράς και νομίμου κυβερνήσεως εις κτήσιν των αγαθών της συνθήκης της συμμαχίας, προαναγγέλλουσα συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως τον προσεχή απρίλιον, και δικαιούσα επί λόγω κατεπειγουσών περιστάσεων την απαραίτητον σύστασιν του προσωρινού συστήματός του συναινέσει της βουλής και των εγκριτωτέρων του έθνους. Μετά τινας δε ημέρας ο κυβερνήτης ωρκίσθη τον εξής όρκον.
«Εν ονόματι της αγιωτάτης και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να εκπληρώσω, κατά τας οποίας αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρου και της Τροιζήνος έθεσαν βάσεις, τα εμπιστευθέντα μοι χρέη παρά του έθνους. Ορκίζομαι να τα εκπληρώσω μέχρι της συγκαλέσεως της εθνικής συνελεύσεως κατά τους κανόνας διά της καταστάσεως της προσωρινής κυβερνήσεως ορισθέντας, μόνον σκοπόν έχων να προάξω την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής ανακαινίσεως της Ελλάδος, ώστε να δυνηθή όσον τάχιστα να απολαύση των σημαντικών ωφελειών τας οποίας η εν Λονδίνω συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 τη επαγγέλλεται.
«Καθίστημι εμαυτόν υπεύθυνον δι' όλας τας πράξεις της διοικήσεώς μου και εγγυώμαι να υποβάλω αυτάς εις την κύρωσιν της εθνικής συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει τον απρίλιον μήνα».
Πλημμελής φαίνεται ο τύπος του όρκου τούτου, αν και τον συνέταξεν αυτός ο κυβερνήτης γαλλιστί, διότι ελάλει αλλά δεν έγραφεν ελληνιστί. Ορκισθείς να κυβερνήση την Ελλάδα καθ' άς έθεσαν βάσεις αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρου και της Τροιζήνος, βάσεις πλήρους ανεξαρτησίας και αντιπροσωπικού πολιτεύματος, ωρκίσθη να την κυβερνήση και καθ' ό εισήξε πολίτευμα μέχρις ου συνεκαλείτο η εθνική συνέλευσις εις απόλαυσιν ρητώς των καλών όσα η εν Λονδίνω συνθήκη επηγγέλλετο· η συνθήκη δε αύτη καθίστα την Ελλάδα υποτελή τω σουλτάνω, και το πολίτευμά του δεν ήτον αντιπροσωπικόν.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΒ'.

Πειρατεία και εξάλειψις αυτής. — Τα κατά την Γραμβούσαν. — Τακτοποίησις του ναυτικού και του στρατιωτικού. — Παράδοσις των φρουρίων Ναυπλίου εις την κυβέρνησιν και αλλαγή φρουρών. — Πώλησις προσόδων — Διοικητικός οργανισμός της Ελλάδος. — Κατεδαφισμός Τριπολιτσάς παρά του Ιβραήμη.

ΚΑΙ άλλοτε ανεφέραμεν περί της πειρατείας, αλλά πρό τινος καιρού το κακόν υπερεπλεόνασε. Μοναδικόν και αίσχιστον φαινόμενον εν τη ιστορία των εθνών ανεδεικνύετο. Καθ' όν καιρόν οι στόλοι των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, καταβάντες εις Ελλάδα προς σωτηρίαν των Ελλήνων, κατέστρεφαν τας δυνάμεις, και κατεπόντιζαν χιλιάδας των εχθρών αυτών, τινές των Ελλήνων περιτρέχοντες την θάλασσαν ελήστευαν τα υπό ευρωπαϊκήν σημαίαν πλοία και εκακοποίουν ενίοτε και αυτά τα πληρώματά των· το δε πάντων αίσχιστον, έπρατταν τα τοιαύτα πολλάκις υπό την σκέπην καταγωγικών εγγράφων της κυβερνήσεώς των· μετακομιζόμενα δε τα πλοία, όπου έδρευεν αύτη, κατεδικάζοντο ενώπιον αυτής δι' ασεβούς και αναιδούς δικαστηρίου. Ηγανάκτησεν η Ευρώπη όλη, εφρύαξαν οι ναύαρχοι της συμμαχίας επί τη τοιαύτη διαγωγή, εστηλίτευσαν την κυβέρνησιν ως ανίσχυρον και κακοήθη, και την ηνάγκασαν εκούσαν άκουσαν να διακηρύξη, ότι επ' ουδεμία προφάσει επετρέπετο του λοιπού έκπλους εις καταγωγήν, ή σύλληψίς τινος των υπό ουδετέραν σημαίαν πλοίων, ότι μόνα ήσαν αλώσιμα όσα απεδεικνύοντο ένοχα παραβιάσεως πραγματικού αποκλεισμού εντός ρητής αποστάσεως, και ότι εθεωρούντο ως πειραταί οι παραβάται των κανόνων τούτων, και εφωδιασμένοι αν ήσαν διά τακτικών εγγράφων καταγωγής.
Καθ’ άς δε ημέρας ήλθεν εις Ελλάδα ο κυβερνήτης, η μεταξύ Ελλησπόντου, Ρόδου και ανατολικών παραλίων της Πελοποννήσου θάλασσα ήτο θέατρον πειρατείας· αλλ' η Γραμβούσα και αι βόρειοι σποράδες ήσαν καθ' αυτό πειρατήρια, και όλον το ευρωπαϊκόν εμπόριον έπασχε δεινώς. Εις θεραπείαν του κακού διέταξεν η αγγλική κυβέρνησις να εμποδίζεται παν ένοπλον πλοίον υπό σημαίαν ελληνικήν του να θαλασσοπορή μέχρι της συστάσεως εν Ελλάδι κυβερνήσεως ικανής ν' ασφαλίση την θαλασσοπλοΐαν, εξαιρουμένων των πολεμικών της ελληνικής κυβερνήσεως και των υπό τας διαταγάς αυτής πλεόντων. Κατά την διαταγήν ταύτην τα περί ων ο λόγος μέρη, όπου επλεόνασεν η πειρατεία, είλκυσαν κυρίως την προσοχήν και των ναυάρχων της συμμαχίας και του κυβερνήτου· και ο μεν Κοδριγκτών ανεδέχθη, επί της κατά την Μάλταν εντεύξεώς του μετά του κυβερνήτου, να καθαρίση την Γραμβούσαν, ο δε κυβερνήτης τας βορείους σποράδας. Επί τω σκοπώ τούτω απεστάλη ο μοίραρχος Άγγλος Θωμάς Σταίνης εις Γραμβούσαν έχων υπό τας διαταγάς του τρεις φρεγάτας, δύο δικάταρτα και δύο γολέττας· παρηκολούθουν δε και μία κορβέττα, έν δικάταρτον και δύο γολέτται υπό σημαίαν γαλλικήν υπό τον Ρεβερσώνα· συναπέπλευσε και ο Μαυροκορδάτος ως επίτροπος της ελληνικής κυβερνήσεως. Απόρθητος είναι η Γραμβούσα και δυσπρόσιτος διά την αλίμενον, κρημνώδη και ανεμώδη θέσιν της· το δε ορμητήριον τούτο των πειρατών ήτον εν ταυτώ και ορμητήριον των υπέρ ελευθερίας της νήσου αγωνιστών· εκείθεν εξώρμων συγχρόνως κακούργοι επί της θαλάσσης και πολεμισταί κατά των Τούρκων επί της ξηράς. Οι δε σύμμαχοι, οι θέλοντες την παύσιν της πειρατείας, ήθελαν και την πρόοδον του ελληνικού αγώνος, ελπίζοντες ν' αναγκάσωσι τοιουτοτρόπως έτι μάλλον την Πύλην εις συμβιβασμόν. Διά τούτο, αφ' ού η ρηθείσα αγγλογαλλική δύναμις εφάνη έξωθεν της Γραμβούσης, έγραψεν ο μοίραρχος Άγγλος προς την εν τω φρουρίω εκείνω επιτροπήν των Κρητών, ότι ήλθε να εξαλείψη την πειρατείαν, αλλ' όχι και να εμποδίση τους υπέρ ελευθερίας της νήσου αγώνας. Εζήτει δε εις ευόδωσιν του σκοπού, δι' όν εστάλη, να τω παραδοθώσι τα πλοία των, τα εξ αρπαγής σωζόμενα πράγματα και δώδεκα Κρήτες ονομαστί θεωρούμενοι ως οι μάλλον ένοχοι· να παραδοθή δε και το φρούριον εις την ελληνικήν κυβέρνησιν. Κατ' εκείνον τον καιρόν κατεγίνοντο οι Κρήτες να διαβιβάσωσιν εκ Γραμβούσας εις τον λιμένα των Σφακιών τα υπό τον Χατσή-Μιχάλην και άλλους καταπλεύσαντα εκεί στρατιωτικά σώματα καί τινα εντόπια εις έξαψιν του ήδη αναρριπισθέντος πολέμου, και επρότειναν τω μοιράρχω να μη εμποδίση την ήδη ετοίμην διαβίβασιν αυτών, υποσχόμενοι να τω παραδώσωσι μετά ταύτα και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ' αποποιούμενοι την παράδοσιν των δώδεκα επί λόγω, ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εντός του φρουρίου. Την πρότασιν ταύτην υπεστήριζαν και ο Χαμιλτών και ο Μαυροκορδάτος ως ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της συμμαχίας. Αλλ' ο μοίραρχος, άνθρωπος του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των οδηγιών του, και θεωρών ένοχον την επιτροπήν, διότι μέλη τινά αυτής ήσαν εκ των δώδεκα, μηδέ πιστεύων τους λόγους της, έδωκεν επί τη παρακοή αυτής το σημείον της προσβολής, και πρώτος αυτός επί της Φρεγάτας, Ίσιδος, εκανονοβόλησε τα έμπροσθεν του φρουρίου πλοία και αυτό το φρούριον.
Ήτον η 19 ιανουαρίου, και έπνεε την ώραν εκείνην σφοδρός λίβας. Η Ίσις, παραπλέουσα την γην επί σκοπώ να βλάψη έτι μάλλον τα εν τω λιμένι πλοία, ευρέθη αίφνης πλησίον υφάλου, και εις αποφυγήν του κινδύνου ανεκρούσθη. Αλλ' επί τη απροσδοκήτω ανακρούσει έπεσεν επί την παραπλέουσαν Καμβρίαν, και αι δύο φρεγάται περιεπλέχθησαν. Εις διαχωρισμόν δε αυτών έκοψαν οι ναύται τον δόλωνα της Καμβρίας, και η μεν Ίσις διεσώθη, αλλ' η Καμβρία ωθουμένη προς την ξηράν υπό του επικρατούντος ανέμου, και μη δυναμένη να ορθοπλεύση εξ αιτίας του παθήματός της, εκάθησεν επί της υφάλου και εναυάγησεν· εκινδύνευσε δε και η την επί της υφάλου πεσούσαν παρακολουθούσα τρίτη φρεγάτα, πλην δεν έπαθε ρίψασα την άγκυράν της εις πυθμένα βαθύτατον. Αλλά τα παθήματα ταύτα δεν απέτρεψαν τον μοίραρχον του σκοπού του. Δώδεκα μεγάλα πλοία ευρέθησαν εν τω λιμένι της Γραμβούσης, εξ ών τέσσαρα εκάησαν, τρία εβυθίσθησαν, και πέντε αφηρπάγησαν και εστάλησαν εις Μάλταν· εις παύσιν δε πάσης εχθροπραξίας απήτει ο μοίραρχος την παράδοσιν των δώδεκα και την του φρουρίου. Οι Κρήτες παρέδιδαν το φρούριον, αλλ' ουδένα των δώδεκα επαναλέγοντες, ότι ουδείς αυτών ήτον εντός· διά τούτο το φρούριον επολιορκείτο υπό των συμμαχικών πλοίων και εις ουδένα των εν αυτώ επετρέπετο έξοδος, διότι όσον περισσότεροι ήσαν οι εν αυτώ, τόσον ταχυτέρα ηλπίζετο η παράδοσις αυτών, καταναλισκομένων των τροφών. Ελέγετο δε ότι ενήσαν επτακισχίλιοι ψυχαί. Εν τούτοις εισήχθη επί παραλαβή του φρουρίου φρουρά της ελληνικής κυβερνήσεως εξ εκατόν τακτικών υπό τον φιλέλληνα Ουρκουάρτον, αλλ' ούτε ευπειθής ήτον η φρουρά, ούτε όσην απήτει η εν τω φρουρίω ευταξία, διότι οι εν αυτώ οπλοφορούντες και μη αποτελούντες μέρος αυτής ήσαν δεκαπλάσιοι· διά ταύτην την αιτίαν προσαπέβησαν εκατόν αγγλογάλλοι εις ενίσχυσιν αυτής και αποκατάστασιν της ευταξίας. Αλλ' οι εν τω φρουρίω, βλέποντες αυτούς ερχομένους και φοβούμενοι μη, ενδυναμωθείσης της φρουράς, κακοπάθωσί τινες αυτών και απολέσωσιν όσα πράγματα εσώζοντο εισέτι εκ της πειρατείας, έκλεισαν την πύλην του φρουρίου κατά πρόσωπον αυτών· αφ' ού όμως τους είδαν πλησιάσαντας και ετοίμους εις προσβολήν, την ήνοιξαν^ εσκόπευαν δε να εξέλθωσί τινες αυτών επ' ελπίδι να τους πείσωσιν ίνα επανέλθωσιν εις τα πλοία των, διότι δεν ήθελαν να δώσωσιν αφορμήν αλληλομαχίας. Αλλ', εν ώ ηνοίχθη η πύλη, ώρμησαν οι αγγλογάλλοι και εισήλθαν βία εις το φρούριον, μηδενός εναντιωθέντος. Εισήλθαν δε την επαύριον και άλλοι 200 εξ αυτών. Αφ' ού δε το φρούριον κατελήφθη, εδόθη άδεια ν' αναχωρήσωσιν οι θέλοντες, αλλά προσείχαν οι φύλακες επί της πύλης μη υπεκφύγη τις των δώδεκα, όντων, κατά το λέγειν του μοιράρχου, εν τω φρουρίω.
Κατ' εκείνας τας ημέρας εσκοτώθη ο φρούραρχος Ουρκουάρτος επιπεσούσης της στέγης της σεσαθρωμένης κατοικίας του, πνεύσαντος σφοδρού ανέμου. Εστάλη δε ως διάδοχός του ο εκ Χανόβρης φιλέλλην Χάνης.
Αφ' ού δε οι αγγλογάλλοι κατέλαβαν το φρούριον, ο φόβος των εν αυτώ ενόχων ηύξησε, και τόσω μάλλον, καθ' όσον ο μοίραρχος δεν έπαυεν απαιτών τους δώδεκα, και μεταχειριζόμενος παντίους τρόπους εις σύλληψίν των· οι πλείστοι δε των ενόπλων Κρητών εκάθηντο έγκλειστοι εντός των οικιών έτοιμοι εις αντίστασιν, αν επεφέρετο βία. Εν ώ δε επεκράτουν υποψίαι και φόβοι, ειδοποιήθη ο μοίραρχος ότι οι επί της ξηράς αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξόλοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής. Επί τη ειδοποιήσει ταύτη έτρεξεν ο αρχηγός αυτώ Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον της υπονόμου και συνέλαβέ τινας καθ' ήν ώραν έθεταν την εις ανατροπήν του κτιρίου, όπου διέτριβαν οι αγγλογάλλοι, πυρίτιδα, και ούτως η βδελυρά πράξις διεσκεδάσθη. Οι δε εν τω φρουρίω εθορυβήθησαν όλοι, και πολλοί των ενόχων έντρομοι εδραπέτευσαν υπό το σκότος της νυκτός· αλλά συνελήφθησαν καί τινες, εν οίς και έξ εκ των δώδεκα, και εστάλησαν σιδηροδέσμιοι εις Αίγιναν· εστάλησαν συγχρόνως εις Μάλταν και τα συλληφθέντα σώα έξ πλοία και κατεδικάσθησαν μεν ως πειρατικά, αλλ' απεπέμφθησαν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν προς χρήσιν αυτής επί ρητή απαγορεύσει του ν' αποδοθώσιν εις τους ιδιοκτήτας· συναπεστάλησαν δε εις Μάλταν και όσα είδη εκ των διά πειρατείας αρπαγέντων ευρέθησαν εν τω φρουρίω· απέβησαν επί τη ανακαλύψει της υπονόμου και άλλοι στρατιώται εκ των συμμαχικών πλοίων, το φρούριον εκενώθη όλον, οι υπό τον Χατσή-Μιχάλην και λοιπούς απέπλευσαν, πάμπολλαι οικίαι κατηδαφίσθησαν, και ούτως ετελείωσαν τα της Γραμβούσης.
Ο δε κυβερνήτης αναδεχθείς την κατά τας βορείους σποράδας εξάλειψιν της πειρατείας, ανέθεσε την φροντίδα εις τον Μιαούλην. Δεν υπέστη ούτος όσα οι κατά την Γραμβούσαν πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοιαρίων, τα παρέδωκαν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν· ο δε ναύαρχος τα μεν έκαυσε τα δε έστειλεν εις την κυβέρνησιν προς χρήσιν αυτής· επί σκοπώ δε να μη αναβλαστήση το κακόν, μετέφερεν ο κυβερνήτης όλους τους επί των νήσων τούτων Ολυμπίους πειθοί και βία εις Ελευσίνα. Διά των κινημάτων τούτων απηλλάγη η θάλασσα των πειρατών. Ετακτοποιήθη δε και η πολεμική και η εμπορική ναυτιλία διά προσφόρου κανονισμού παρέχοντος αποχρώσας εγγυήσεις, και ηγρύπνει η κυβέρνησις επί τη αυστηρά εφαρμογή του. Η δε Ευρώπη ευφήμισεν όλη τον εξαλείψαντα την πειρατείαν κυβερνήτην.
Πρωτίστη φροντίς του κυβερνήτου ήτο και η τακτοποίησις του στρατιωτικού. Εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της ελεύσεώς του το στρατιωτικόν δεν ετακτοποιήθη· ο στρατιώτης υπέκειτο μάλλον εις τον αρχηγόν του ή εις την κυβέρνησιν, διότι ο αρχηγός του εφαίνετο ότι τον έτρεφε, τον εμισθοδότει και τον επροβίβαζεν· οι πλείστοι δ' αυτών συνήθως είχεν το πολλοστημόριον όσων ελάμβαναν διαταγήν να στρατολογήσωσι, τινές δε μόνους τους ψυχουιούς των· απήτουν όμως σιτηρέσια και μισθούς δι' ολόκληρον τον εν τη διαταγή αριθμόν. Αλλ' η παράλυσις, εν ή ευρέθη το στρατιωτικόν επί της ελεύσεως του κυβερνήτου, βλαπτική κατά τα άλλα, συνέτεινεν εις την επί το βέλτιον ανάπλασίν του ως διαλύσασα τον προϋπάρχοντα σύνδεσμον αρχηγού και στρατιώτου. Ο κυβερνήτης ήθελε να οργανίση το στρατιωτικόν εις χιλιαρχίας· πάμπολλοι στρατιώται Στερεοελλαδίται επλανώντο εν τη Πελοποννήσω άποροι και κακοποιούντες τους αδυνάτους. Ο κυβερνήτης, προθέμενος ν' απαλλάξη την Πελοπόννησον της μάστιγος ταύτης, να εξοικονομήση τους στρατιώτας τούτους και να τους αναδείξη ωφελίμους εν τη κατά την στερεάν Ελλάδα εκστρατεία, τους εκάλεσεν όλους εις Τροιζήνα, όλους ηύρε προθύμους και ανέδειξε κατά πρώτην φοράν τους στρατιώτας των αρχηγών στρατιώτας της κυβερνήσεως, αποσπάσας αυτούς εκείνων αθορυβήτως και θέσας υπό την οδηγίαν άλλων αρχηγών αγογγύστως. Αφ' ού δε ειδοποιήθη ότι συνήχθησαν, επέβη εις το υπό τας διαταγάς του αγγλικόν δίκροτον την 12 φεβρουαρίου, και συνοδευόμενος υπό δύο φρεγατών ρωσσικών και μιας γαλλικής, μετέβη εις Πόρον, όπου τα μεν συμμαχικά πλοία τον εχαιρέτησαν ως αρχηγόν έθνους, οι δε κάτοικοι πάσης τάξεως και οι επί τούτω μεταβάντες εκεί εκ Τροιζήνος αξιωματικοί των ατάκτων Ελλήνων τον εδέχθησαν όλοι ενθουσιώντες επί του παραθαλασσίου, τον συνώδευσαν εις την εκκλησίαν, όπου εψάλη η συνήθης δοξολογία, και εκείθεν εις την κατοικίαν του. Την πέμπτην δε ημέραν της εις Πόρον αφίξεώς του, συνοδευόμενος υπό των διοικητών των συμμαχικών πλοίων και των αξιωματικών Ελλήνων, μετέβη εις την επί της απέναντι όχθης Τροιζηνίαν, όπου χαίροντες και αλαλάζοντες τον εδέχθησαν οι στρατιώται, προηγουμένου του Υψηλάντου, ον απρακτούντα μελετών ο κυβερνήτης να διορίση γενικόν αρχηγόν αυτών έστειλεν εκεί πρότερον εις διατήρησιν της ευταξίας και εις οργανισμόν των χιλιαρχιών· επιθεωρήσας δε το στράτευμα απέπλευσε την επιούσαν, διαρκούντος του οργανισμού των χιλιαρχιών, υπό την αυτήν συμμαχικήν συνοδίαν εις Ναύπλιον. Είπαμεν, ότι επί της εκείθεν διαβάσεώς του οι κατέχοντες τα φρούρια τω επρόσφεραν αυθόρμητοι και αυτά και εαυτούς· πολλοί όμως αμφίβαλλαν περί της ειλικρίνειας των· αμφίβαλλε και αυτός ο κυβερνήτης· αλλ' οι φρούραρχοι εφάνησαν ευπειθέστατοι και παρέδωκαν και τα φρούρια και εαυτούς και τα μεν φρούρια έθεσεν ο κυβερνήτης υπό τας διαταγάς του Εϋδέκου, αυτούς δε διέταξε να τον συνακολουθήσωσιν εις Τροιζήνα, ίνα καταταχθώσιν εν ταις οργανιζομέναις χιλιαρχίαις. Η παράδοσις των φρουρίων τούτων εκραταίωσε την αρτισύστατον κυβέρνησιν και εμεγάλυνε δικαίως το όνομα του κυβερνήτου και εντός και εκτός της Ελλάδος.
Τοιουτοτρόπως διαθέσας τα του Ναυπλίου, επανήλθε διά ξηράς εις Τροιζήνα, όπου, αφ' ού αι χιλιαρχίαι διοργανίσθησαν, έστη εις το μέσον αυτών, τας ώρκισε, ταις παρέδωκε τας σημαίας, και τας μεν απέστειλεν εις Ελευσίνα υπό τον Υψηλάντην ως στρατάρχην κατά την Ανατολικήν Ελλάδα, δύο δε ατελείς εις την Δυτικήν υπό τον εκεί αρχιστράτηγον, διατάξας αυτόν να οργανίση ομοιομόρφως και τα εκεί στρατιωτικά σώματα.
Τακτοποιηθέντων των στρατευμάτων, εκηρύχθη η πώλησις των προσόδων της Πελοποννήσου, και εγένετο μετά πολλής ωφελείας του ταμείου. Αι πρόσοδοι του αιγαίου ήσαν ήδη εν μικρά τιμή εξ αιτίας των ανωμαλιών ηγορασμέναι, η δε ασφάλεια, ην ήρχισε ν' απολαμβάνη εσωτερικώς και εξωτερικώς η επικράτεια, υπέσχετο σημαντικόν κέρδος. Ο κυβερνήτης, ευρών ευλογοφανή αφορμήν το άτακτον της τότε δημοπρασίας, τας εδημοπράτησεν εκ νέου, αποζημιώσας τους πρώην αγοραστάς και ωφελήσας το ταμείον.
Διαθέσας δε τα των προσόδων επανήλθεν εις Ναύπλιον διαβάς την Κόρινθον και αντικαταστήσας τακτικήν φρουράν επί της Ακροκορίνθου· ησχολήθη δ' επί της εν Ναυπλίω διατριβής του και εις τα περί του διοικητικού οργανισμού του κράτους. Επί της διοικητικής επιτροπής τα διοικητικά καθήκοντα ανετέθησαν εις τας κατά τόπους δημογεροντίας. Το σύστημα τούτο επεκράτησε και επί της αντικυβερνήσεως, ώστε διοικηταί δεν υπήρχαν· μόνα τα αστυνομικά και φρουραρχικά καθήκοντα μετήρχοντο άνδρες στελλόμενοι παρά της κυβερνήσεως. Η δε συνέλευσις της Τροιζήνος, αισθανομένη την κατά το επί τουρκοκρατίας σύστημα ατοπίαν των πολυαρίθμων επαρχιών, εψήφισε την συνένωσιν πολλών, και τα αθροίσματα των επαρχιών τούτων επωνόμασεν ως επί των βυζαντινών θεματαρχίας. Την αυτήν οδόν βαδίσαντος του κυβερνήτου συναινέσει του πανελλήνιου, διηρέθη η Πελοπόννησος εις επτά τμήματα, αι δε νήσοι εις έξ. Εδόθησαν δε αυτοίς αρχαίαι ονομασίαι. Το πρώτον τμήμα της Πελοποννήσου εκ των επαρχιών Άργους, Ναυπλίου, Κάτω-Ναχαγέ και Κορίνθου ωνομάσθη Α ρ γ ο λ ί ς· το δεύτερον εκ των επαρχιών Καλαβρύτων, Βοστίτσης και Π. Πατρών, Α χ α ΐ α· το τρίτον εκ των επαρχιών Γαστούνης και Πύργου, Ή λ ι ς· το τέταρτον εκ των επαρχιών Αρκαδίας, Νεοκάστρου, Μοθώνης και Κορώνης, Ά ν ω-Μ ε σ σ η ν ί α· τα πέμπτον εκ των επαρχιών Νησίου, Καλαμάτας, Εμλακίων, Ανδρούσης, Λεονταρίου, Μικρομάνης και δυτικής Σπάρτης, Κ ά τ ω Μ ε σ σ η ν ί α· το έκτον εκ των επαρχιών Μονεμβασίας, Μιστρά, Πραστού και ανατολικής Σπάρτης, Λ α κ ω ν ί α· και το έβδομον, εκ των επαρχιών Φαναρίου, Καρυταίνης, Τριπολιτσάς και αγίου Πέτρου, Α ρ κ α δ ί α.
Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις δύο κλάσεις, εις Σποράδας και Κυκλάδας, εκατέρα δε υποδιηρέθη εις τρία τμήματα λαβόντα και ταύτα την ονομασίαν από της φυσικής θέσεώς των· ωνομάσθησαν δε εκ μεν των Σποράδων, β ό ρ ε ι ο ι μεν ή Σκιάθος, η Σκόπελος, η Σκύρος, τα Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· α ν α τ ο λ ι κ α ί δε η Σάμος, η Κάλυμνος, η Λαίρος, η Πάτμος και η Ικαρία· δ υ τ ι κ α ί δε η Ύδρα, αι Σπέτσαι, ο Πόρος, η Αίγινα και η Σαλαμίς· εκ δε των Κυκλάδων, β ό ρ ε ι ο ι μεν η Σύρα, η Σέριφος, τα Θερμιά, η Ζέα, η Άνδρος, η Τήνος και η Μύκωνος· κ ε ν τ ρ ι κ α ί δε η Νάξος, η Πάρος, η Ίος, η Σύκινος η Πολύκανδρος, η Μήλος, η Κίμηλος, και η Σίφνος· και ν ό τ ι α ι η Σαντωρήνη, η Ανάφη, η Αστυπαλαία, η Κάσσος και η Κάρπαθος. Έκαστον δε των δεκατριών τούτων τμημάτων έθεσεν ο κυβερνήτης υπό έκτακτον επίτροπον, και διέταξε τας διοικητικάς ταύτας Αρχάς να συστήσωσι δημογεροντίας κατά χωρία, κώμας, πόλεις, και επαρχίας υπό νέας διατάξεις, βάσιν όμως εχούσας τον ενυπάρχοντα περί εκλογής δημογερόντων νόμον, και οριζούσας ακριβεστέρον τα καθήκοντα των τοπικών τούτων Αρχών. Ασχοληθείς δε και εις την αύξησιν του τακτικού ανεκαίνισε τον περί απογραφής νόμον της τρίτης διοικητικής περιόδου.
Τοιουτοτρόπως διά της εξοντώσεως της πειρατείας, διά του κανονισμού του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού, διά της τακτοποιήσεως του στρατιωτικού και διά της εφαρμογής του διοικητικού και δημογεροντικού οργανισμού η επικράτεια έλαβε μορφήν ταις ημέραις εκείναις οποίαν δεν είχε πριν.
Καθ' όν δε καιρόν διώριζε τους εκτάκτους επιτρόπους συνέπεσε και να τους διδάξη εμπράκτως τα καθήκοντά των. Επί της αφίξεώς του διώρισεν εκ του προχείρου χάριν της υπηρεσίας διοικητάς προσωρινούς εν Αιγίνη, Πόρω, Σύρα και Ναυπλίω. Ο του Ναυπλίου Ιωάννης Θεοτόκης εδαπάνησε χρήματα του κοινού εις επισκευήν οικιών τινων εθνικών, και αντιφερόμενος προς την ενυπάρχουσαν δημογεροντίαν εδέχθη την παραίτησίν της και αντικατέστησεν άλλην· αλλ' ούτε περί της δαπάνης ούτε περί της αντικαταστάσεως εζήτησε την άδειαν της κυβερνήσεως. Μαθών ο κυβερνήτης ταύτα έπαυσε τον υπάλληλόν του και τον επέπληξεν επισήμως ως παραβάτην των καθηκόντων του. Η αυστηρότης αύτη ενέπνευσε τω λαώ μέγα θάρρος. Υπό τοιούτους οιωνούς ήρχισεν ή νέα κυβέρνησις τας διοικητικάς εργασίας της.
Φεβρουάριος Καθ' άς δε ημέρας κατεγίνετο ο κυβερνήτης εις τα του διοικητικού οργανισμού, ο Ιβραήμης εξεστράτευσε πανστρατιά από των μεσσηνιακών φρουρίων, και θύων καθ' οδόν, καίων, καταστρέφων, λεηλατών και αιχμαλωτίζων, ανέβη την 9 Φεβρουαρίου εις Τριπολιτσάν, όπου διετήρει πολλήν φρουράν, ην απέπεμψεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια την επαύριον, και συναπέπεμψε και όλους τους αιχμαλώτους υπό τον Σουλεϊμάμπεην. Μετά δε ταύτα διέταξε τον κατεδαφισμόν της πόλεως, και λαβών πέλεκυν έδωκε το παράδειγμα πρώτος αυτός. Πέντε ολοκλήρους ημέρας ειργάζετο, επιστατούντος αυτού, όλον το στράτευμα υπό τον ήχον των σαλπίγγων και των τυμπάνων· τα τείχη, αι εκκλησίαι, τα ζαμία, αι βρύσεις και λοιπά δυνατά κτίρια εντός της πόλεως κατηδαφίσθησαν δι' υπονόμων· δι' υπονόμων κατηδαφίσθησαν και αι εκτός της πόλεως θολωταί εκκλησίαι του αγίου Νικολάου και της αγίας Βαρβάρας. Τούτων δε γενομένων, οι κατεδαφισταί προσευχήθησαν, και μετά την προσευχήν ετουφέκισαν· την δε β' ώραν της 16 έβαλαν πυρ πολλαχού της πόλεως, έσπειραν άλας, και εξήλθαν ευχόμενοι μεγαλοφώνως την αυτήν καταστροφήν και τω Ναυπλίω. Ενέδρευσαν καί τινες ιππείς όπισθεν των ερειπίων της πόλεως και εντός τινων κοιλωμάτων της πεδιάδος και συνέλαβαν χωρικούς τρέξαντας προθύμως και ανυπόπτως εις την καυθείσαν και εγκαταλειφθείσαν πόλιν.
Η αναχώρησις των αιγυπτίων από του ομφαλού της Πελοποννήσου και ο περιορισμός έκτοτε όλων των εχθρικών δυνάμεων εις μόνα τα μεταξύ του μεσσηνιακού κόλπου και των Πατρών παράλια της Πελοποννήσου διευκόλυναν την εφαρμογήν του νέου διοικητικού οργανισμού της Πελοποννήσου.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓ'.

Τα μεταξύ σουλτάνου και συμμάχων. — Κήρυξις πολέμου Ρωσσίας κατά Τουρκίας. — Τα μεταξύ αυτών των συμμάχων.

ΚΑΘ' όν καιρόν η Ελλάς διά της υπό τον κυβερνήτην τακτοποιήσεώς της εσχετίζετο στενότερον προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς, η Πύλη, αποποιουμένη πάσαν περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος πρότασιν, διέλυε τας προς αυτάς σχέσεις της. Η αναχώρησις των πρέσβεων εκ Κωνσταντινουπόλεως εξ αιτίας της προς αυτούς διαγωγής της και κωφεύσεως εις τας περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος προτάσεις κατετάραξε και εφόβισε την συμμαχίαν. Σκοπόν έχουσα αύτη να ειρηνεύση διά της συνθήκης τα της Τουρκίας και Ελλάδος εκινδύνευε να έλθη αυτή η ιδία εις πόλεμον μετά της Πύλης· τόσον δε τον εθεώρησε πιθανόν, ώστε την 31 [;] νοεμβρίου επανέλαβεν επί του συμμαχικού συμβουλίου, ότι και εν πολέμω και εν ειρήνη θα διέμενεν εντός των όρων της συνθήκης, ους διέγραψε, και μακράν πάσης ιδιωφελείας. Αλλ' αν αι Δυνάμεις ήσαν σύμφωνοι κατά τούτο προς αλλήλας, ήσαν ασύμφωνοι κατά τάλλα. Η διακοπή των προς την Πύλην σχέσεών των και η διαγωγή αυτής μετά την αναχώρησιν των πρέσβεων ως προς το εμπόριον και τους υπηκόους των, δεν έβλαπταν εξίσου τας τρεις Δυνάμεις· διά τούτο δεν εθεωρείτο παρ' αυτών η ρήξις κατά τον αυτόν τρόπον. Ακερδής απέβαινεν η άλλοτε επικερδής πρός τινας Άγγλους και Γάλλους εμπορία, διακοπτομένης της θαλασσοπλοΐας της Μαύρης θαλάσσης, αλλά καιρίως εβλάπτοντο αι μεσημβριναί επαρχίαι της Ρωσσίας, διότι εμποδίζετο η εξαγωγή των προϊόντων αυτών. Ανεκτέλεστοι ήσαν εισέτι καί τινες των της εν Ακερμάνη συνθήκης όρων, ους είχε περί πολλού η Ρωσσία· διέφερεν ουσιωδώς και η προς την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν γενική πολιτική των Δυνάμεων, των μεν τείνουσα εις συντήρησιν, της δε εις διάλυσιν αυτής. Εκ διαφόρων λοιπόν αιτιών αι Δυνάμεις ορμώμεναι διαφόρους επρόβαλαν τρόπους εις επίτευξιν του σκοπού των επί τη αναχωρήσει των πρέσβεων· ηπίους μεν η Αγγλία και η Γαλλία, πολεμίους δε η Ρωσσία. Επρόβαλεν η Δύναμις αύτη, αν εντός ρητής προθεσμίας δεν υπήκουεν η Πύλη, να διαβώσι τα ρωσσικά στρατεύματα τον Προύθον εν ονόματι της συμμαχίας και να μη σταθώσιν ει μη αφ' ού ευωδούτο ο σκοπός της· οι δε στόλοι της συμμαχίας ν' αποκλείσωσι την Κωνσταντινούπολιν, να θεωρήσωσιν ως εχθρικά όλα τα επιχειρούντα να διαπλεύσωσι τον Ελλήσποντον οθωμανικά και αιγύπτια πλοία, να υπαγορεύσωσιν υπό τα τείχη των ανακτόρων τους όρους της ειρήνης, ν' αποκλείσωσι την Αλεξάνδρειαν και να βομβοβολήσωσι τα κατεχόμενα υπό των Αιγυπτίων φρούρια της Πελοποννήσου εις αποπομπήν των. Επρόβαλεν εν ενί λόγω η Ρωσσία να πολεμήσωσιν αι Δυνάμεις την Τουρκίαν εις πραγματοποίησιν της συνθήκης διά ξηράς και θαλάσσης. Η πρότασις αύτη επραγματοποίει αναμφιβόλως τον σκοπόν της συμμαχίας, αλλά δεν την εδέχθησαν αι άλλαι δύο Δυνάμεις, και κυρίως η Αγγλία, επί λόγω, ότι η παραδοχή της διεκινδύνευε την ειρήνην της Ευρώπης και αντέκειτο προς το ειρηνικόν πνεύμα αυτής της συνθήκης, ην σκοπόν είχεν η πρότασις αύτη να πραγματοποιήση. Πολλών δε λόγων γενομένων, εσυμβιβάσθησαν να εμποδίσωσι διά θαλασσίου αποκλεισμού παντός είδους εισαγωγήν εις χρήσιν των περί τον Ιβραήμην, εξέτειναν την γραμμήν του αποκλεισμού αρκτικώς μεν μέχρι των παραλίων Ακαρνανίας, μεσημβρινώς δε μέχρι Κρήτης, και εκάλεσαν την ελληνικήν κυβέρνησιν να στείλη και αύτη πλοία εις αποκλεισμόν των μεσσηνιακών φρουρίων. Επί τη κλήσει ταύτη εξέπλευσαν 8 υπό τον Σαχτούρην· αλλ', αν αι δύο Δυνάμεις απεδοκίμασαν τα κατά της Πύλης πολεμικά σχέδια της Ρωσσίας ως ολέθρια, η Πύλη διά της αλαζονίας και αφροσύνης της εδικαίωσε την πραγματοποίησιν αυτών προς βλάβην και καταισχύνην της.
Είπαμεν, ότι, αναχωρησάντων των πρέσβεων εκ Κωνσταντινουπόλεως, η Πύλη ηθέλησε παρά γνώμην αυτών ν' αναδεχθή την προστασίαν των υπηκόων των τριών Δυνάμεων, των συμφερόντων αυτών και των πλοίων των υπό την σημαίαν των Δυνάμεων. Αλλ' ιδού τι έπραξεν· απέκλεισε τον Βόσπορον και εμπόδιζε τον διάπλουν παντός υπό ρωσσικήν ή άλλην σημαίαν πλοίου, απεβίβαζε διά της βίας τα φορτία των εν Κωνσταντινουπόλει πλοίων, και ώριζεν αυθαιρέτως την τιμήν· αλλ' ούτε και αυτήν έδιδεν ευθύς· προσεπεζημίονε δε τους ενδιαφερομένους αναβιβάζουσα εν τω μεταξύ τούτω την τιμήν των νομισμάτων της· εθεώρει δε και τους υπηκόους των τριών Δυνάμεων ως υπηκόους της, και τους μεν επαίδευεν ως πταίστας, τους δε εξώριζεν ως ταραξίας, κρίνουσα και αποφασίζουσα τα περί αυτών κατά την τουρκικήν δικαιοσύνην· πολλούς δε μη δυναμένους άλλως πως ν' ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των ηνάγκαζε να εγγραφώσι ραγιάδες· και ταύτα πάντα απέβλεπαν κυρίως την Ρωσσίαν, διότι και οι εν Τουρκία υπήκοοί της ήσαν οι πολυαριθμότεροι, και τα υπό την σημαίαν της πλοία πλειότερα, και αι μεσημβριναί της επαρχίαι δεινώς έπασχαν εξ αιτίας της διακοπής του πλου της Μαύρης θαλάσσης.
Δεκέμβριος Το δεινότερον δε πάντων, εξέδωκε συγχρόνως εις έκστασιν όλης της Ευρώπης την 8 δεκεμβρίου 1827 Χάτι-Σερίφι αναγνωσθέν εν τη βασιλευούση και λέγον εν περιλήψει, ότι όλοι οι άπιστοι, και κατ' εξοχήν οι Ρώσσοι, ήσαν εχθροί θανάσιμοι των Μουσουλμάνων· ότι η Ρωσσία ηγωνίζετο προ 50 ή 60 ετών να πραγματοποιήση τους ολεθρίους κατά της Τουρκίας σκοπούς της και εκίνησεν εις επανάστασιν τους ομοθρήσκους της Έλληνας· ότι Έλληνες και Ρώσσοι συνώμοσαν την εξολόθρευσιν των Μουσουλμάνων και η συνωμοσία αύτη ανεκαλύφθη· ότι η Ρωσσία εκέρδισε διά της απάτης την Αγγλίαν και την Γαλλίαν κατά των Μουσουλμάνων και υπέρ των Ελλήνων, και αν η Πύλη συγκατετίθετο εις όσα υπέρ των Ελλήνων επρότειναν αι Δυνάμεις, εμηδενίζοντο και το κράτος και το γένος των Μουσουλμάνων· ότι η Πύλη προείδεν ότι μόνος ο πόλεμος θα έλυε το ελληνικόν ζήτημα, αλλ' επολιτεύετο μέχρι τούδε τας Δυνάμεις, ίνα μη ταράξη την ησυχίαν των πιστών και κερδίση καιρόν χάριν των αναγκαίων του πολέμου προετοιμασιών· ότι απαράδεκτοι ήσαν αι εν τη Ακερμάνη απαιτήσεις της Ρωσσίας, αλλά τας εδέχθη και επραγματοποίησε τας πλείστας ένεκα των κατεπειγουσών περιστάσεων· ότι η Ρωσσία ετάραττε πάντοτε την Τουρκίαν φθονούσα την στρατιωτικήν μεταρρύθμισίν της και λυπουμένη διά την εξόντωσιν των γενιτσάρων, διότι επί των ημερών αυτών έτρεχε το οθωμανικόν κράτος εις τον όλεθρόν του· ότι ήλθε τέλος πάντων η ώρα του πολέμου και ότι ο πόλεμος ούτος δεν ήτο πολιτικός αλλά θρησκευτικός και εθνικός, διότι οι άπιστοι συνώμοσαν τον αφανισμόν του ισλαμισμού και την πτώσιν του μουσουλμανικού γένους, και διά τούτο ώφειλαν οι πιστοί, θεωρούντες τον πόλεμον χρέος, όχι μόνον να μη ζητήσωσι μισθούς, αλλά και να θυσιάσωσι το παν εις ευόδωσιν αυτού.
Δημοσιεύσασα δε η Πύλη το περί ου ο λόγος Χάτι-Σερίφι, ηθέλησε να καθαρίση έτι μάλλον την βασιλεύουσαν των υπόπτων Φράγκων, και εις τόσην αυστηρότητα και σκληρότητα κατήντησεν, ώστε διέταξε και τους προ πολλών ετών διατρίβοντας εν τη βασιλευούση Αρμενίους καθολικούς να εγκαταλείψωσιν εντός δέκα ημερών τας οικίας, τα εργαστήρια και όλα τα κτήματά των, και να επανακάμψωσιν εις Άγκυραν, όθεν άλλοτε μετώκησαν· τους απέπεμψε δε συν γυναιξί και τέκνοις, διότι ήσαν, κατά το λέγειν της Πύλης, Φράγκοι· ελέγετο δε ότι οι αποπεμφθέντες ήσαν 27,000. Τοιουτοτρόπως η Πύλη δι' ών έπραξε κατά της σημαίας της Ρωσσίας, κατά των υπηκόων της και κατά του εμπορίου της επί φανερά παραβάσει των συνθηκών, δι' ών ερραδιούργησε παρά τη αυλή της Περσίας κατά της Ρωσσίας, και δι' ών μάλιστα είπε διά του εγγράφου της την 8, εματαίωσεν όλους τους απ' αρχής της ελληνικής επαναστάσεως υπέρ διατηρήσεως της ειρήνης βαρείς αγώνας των Δυνάμεων, και την 14 απριλίου εκήρυξεν ο αυτοκράτωρ της Ρωσσίας πόλεμον κατ' αυτής, και αναγγείλας το γεγονός τοις συμμάχοις του απηγόρευε μεν πάσαν παρέμβασιν μεταξύ αυτού και του σουλτάνου ως προς τα του κράτους του και τους όρους των συνθηκών του, ενέμενεν όμως εντός των ορίων της συμμαχίας ως προς τα της Ελλάδος και άφησεν αυτά υπό την κοινήν διάσκεψιν και απόφασιν ως και μέχρι τούδε· αλλά κηρύξας τον πόλεμον υπέρ ρωσσικών συμφερόντων εκήρυξε συγχρόνως, ότι, αναγκασθείς να τον αναδεχθή, δεν κατέθετε τα όπλα, αν δεν επραγματοποιείτο και η περί της Ελλάδος συνθήκη.
Η δε κήρυξις του πολέμου κατετάραξε μάλλον τους συμμάχους ή εφόβισε την Πύλην. Η Πύλη ήλπιζε διά του πολέμου, ον απεδοκίμαζαν όλαι αι άλλαι αυλαί, να διαρραγή ο δεσμός της συμμαχίας και ν' απαλλαγή τοιουτοτρόπως των περί Ελλάδος βαρειών απαιτήσεών της· ήλπιζε δε και να βοηθηθή, διότι ήξευρεν ότι τα συμφέροντα αυτής εθεωρούντο συμφέροντα της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Εις διάρρηξιν δε της συμμαχίας εκάλεσε τους πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, αλλά δεν εισηκούσθη, διότι δεν έλεγεν ότι εδέχετο ούτε τα της μεσιτείας, ούτε τα της ανακωχής, θεωρούμενα παρά της συμμαχίας ως προεισαγωγικά της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Παρ' ολίγον δε διερρήγνυτο η συμμαχία, διότι η θέσις του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εφαίνετο νεοφανής και ασυμβίβαστος προς τους σκοπούς της. Η Ρωσσία ήτο πολέμιος μεν προς την Πύλην διά τα συμφέροντα της, ειρηνική δε προς αυτήν ως μέλος της συμμαχίας· αλλ' εν τω περί πολέμου κηρύγματι περιέλαβε και τα της Ελλάδος και ήθελε δι' ού υπεράσπιζε ξίφους τα συμφέροντά της να φέρη εις πέρας και τα του ελληνικού αγώνος, εν ώ ως μέλος της συμμαχίας παρεδέχθη εις έκβασιν του σκοπού τούτου την χρήσιν μόνον ειρηνικών τρόπων· ήθελε προς τούτοις να συμπαραλάβη εις τας κατά της Πύλης εχθροπραξίας της και τους δύο συμμάχους της επί λόγω πραγματοποιήσεως των όρων της περί Ελλάδος συνθήκης, και τοις επρόβαλε να συμπράξωσιν εντός της μεσογείου διά θαλάσσης κατά της Πύλης· και επειδή επρόβλεπεν ότι δεν θα εισηκούετο, τοις είπεν ότι, αν δεν εβοηθείτο τοιουτοτρόπως εις την πραγματοποίησιν της περί Ελλάδος συνθήκης, θα ηναγκάζετο να την πραγματοποίηση καθ' όν τρόπον απήτει αυτής και μόνης το συμφέρον. Ιδούσα η αγγλική κυβέρνησις ότι εξερράγη ο πόλεμος, ον προθεμένη να εμποδίση διεπραγματεύθη την συνθήκην, όχι μόνον απεποιήθη την ζητηθείσαν σύμπραξίν της, αλλ' εθεώρησε και την συμμαχίαν διαλελυμένην· διά τούτο και αι κοιναί συνδιαλέξεις έκτοτε διεκόπησαν, και εζήτει η Δύναμις αύτη νέους πολιτικούς συνδυασμούς προς άλλας Δυνάμεις· επρόβαλε δε και τη γαλλική κυβερνήσει να ορίσωσιν αι δύο μόνον αυλαί όσα περί Ελλάδος ζητήματα ήσαν αόριστα· αλλ' η γαλλική, μη θεωρούσα ως η αγγλική την συμμαχίαν διαλελυμένην, αντέτεινεν. Ήσαν δε τότε υπ' όψιν δύο σχέδια πολιτικής· το μεν ρωσσικόν, δηλαδή να πολεμήσωσι και οι τρεις σύμμαχοι την Πύλην διά θαλάσσης εντός της μεσογείου· το δε αγγλικόν, δηλαδή να παραιτηθεί η Ρωσσία πάσης προς την Πύλην εχθροπραξίας εντός της μεσογείου. Αφ' ού η Αγγλία απέρριψε το ρωσσικόν, δεν έμενεν ει μη ή να συγκατατεθή η Ρωσσία εις το αγγλικόν, και τότε να διατηρηθή η συμμαχία, ή να ενεργήση ό,τι επρόβαλε, και τότε να διαλυθή· αλλ' η διάλυσίς της έβλαπτε την Ρωσσίαν εν τη ακμή του πολέμου· διά τούτο παρεδέχθη άκουσα την γνώμην της Αγγλίας, και ούτω διεσώθη η κινδυνεύουσα συμμαχία, επανελήφθησαν αι διακοπείσαι των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων συνδιαλέξεις, και την 3 Ιουνίου υπέγραψεν ο πληρεξούσιος της Ρωσσίας μετά των αντιπροσωπευόντων παρά τω συμμαχικώ συμβουλίω την Αγγλίαν και την Γαλλίαν πράξιν, δι' ής ο αυτοκράτωρ παρητείτο πάσης εχθροπραξίας εντός της μεσογείου. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν η Ρωσσία εντός της μεσογείου, εν ώ επολέμει εκτός.
Επειδή δε έλεγεν η συνθήκη ότι, αν η Πύλη δεν εδέχετο την μεσιτείαν των αυλών, θα εσχετίζοντο αι αυλαί προς την Ελλάδα στέλλουσαι και δεχόμεναι προξένους, αν αι Αρχαί της ήσαν άξιαι τοιούτων σχέσεων, και επειδή ο όρος ούτος επληρούτο, ελθόντος εις την Ελλάδα του κυβερνήτου, το συμμαχικόν συμβούλιον επεφάσισεν όχι μόνον να σταλώσι πρόξενοι, αλλά και οι προαναχωρήσαντες εκ Κωνσταντινουπόλεως τρεις πρέσβεις να συνέλθωσιν εις Κορυφούς, και η μένοντες αυτού ή μεταβαίνοντες αλλού, να συζητήσωσι μετά των Ελλήνων τα περί της συνθήκης ως προς τα όρια, τον φόρον, την αποζημίωσιν και την συμμέθεξιν της Πύλης εις την εκλογήν των ελληνικών Αρχών. Επειδή δε το συμβούλιον ενδεχόμενον εθεώρησε το να μεταβάλη η Πύλη εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων την πολιτικήν της, δεχομένη την μεσιτείαν της συμμαχίας και διατάττουσα την ανακωχήν, ωδήγησε τους πρέσβεις περί του πρακτέου και κατά την τοιαύτην περίστασιν· αλλ' η Πύλη, αν και δεν έπαυε προσπαθούσα να αποσπάση την Αγγλίαν και την Γαλλίαν από της Ρωσσίας, ό εστι να διαλύση την συμμαχίαν, απεποιείτο και τότε, καθώς και προτού, και τα της μεσιτείας και τα της ανακωχής.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΔ'.

Τα κατά την Χίον, την Δυτικήν Ελλάδα και την Κρήτην — Φθορά μιας τουρκικής κορβέττας και ενός δικατάρτου υπό το Μέλαν ακρωτήριον (Καρά-Μπαμπάν). — Πανώλης εν Ελλάδι. — Αποστολή αρχιερέων εις Ελλάδα παρά της μεγάλης εκκλησίας. — Χορηγήματα Ρωσσίας και Γαλλίας — Σύστασις επιτροπής γενικής διοικήσεως, περιοδεύοντος του κυβερνήτου.

Η ΕΙΣ ανάκτησιν της πολυπαθούς Χίου εκστρατεία εν μέσω τόσων εσωτερικών και εξωτερικών δυσκολιών και επικρατούσης διαφωνίας του αρχηγού αυτής Φαβιέρου και της επιτροπής των Χίων δεν ευδοκίμει· αλλά χάρις εις τον ζήλον των ενδιαφερομένων διετηρείτο παρά γνώμην και αυτών των ναυάρχων της συμμαχίας.
Ελθόντος του κυβερνήτου, η μεν επιτροπή και ο αρχηγός επεκαλούντο την θερμήν συνδρομήν του εις ενίσχυσιν των έργων των, οι δε ναύαρχοι επροσπάθουν να ενεργήσωσι δι' αυτού την ανάκλησιν των στρατευμάτων, όχι δυσμεναίνοντες προς τον ελληνικόν αγώνα, αλλά πεποιθότες ότι, όπως και αν απέβαινεν, η Χίος θ' απεκλείετο της οροθετικής γραμμής διά την γεωγραφικήν θέσιν της. Ο κυβερνήτης, όστις ούτε να υπακούση τους ναυάρχους ηναγκάζετο, ούτε να υποστηρίξη όσον έπρεπε τον αγώνα δι' έλλειψιν πόρων εδύνατο, έστειλε τω Φαβιέρω εις εξοικονόμησιν του στρατοπέδου εξακισχίλια δίστηλα, εξ ών χίλια συνεισέφεραν οι εν Μάλτα Χίοι, και τον ανέδειξεν έκτακτον επίτροπον της κυβερνήσεως επί της νήσου, εμπιστευθείς αυτώ την γενικήν διεύθυνσιν των πολεμικών και πολιτικών υπό θέσεων· απέστειλε δε και τον Μιαούλην επί της φρεγάτας, παρακολουθούντων και άλλων τινών μικρών πλοίων, επί σκοπώ αν ευδοκίμει ο αγών, να τον υποστηρίξη· ειδέ μη, να φροντίση περί της των επί της νήσου σωτηρίας διά της διαβιβάσεως τω τακτικών εις Μέθενα, των ατάκτων εις Αίγιναν, των δ' εντοπίων, όπου ήθελαν. Αλλά, πριν φθάση ο Μιαούλης εις Χίον, ό εστι την 28 Φεβρουαρίου, εφάνη εν τω πορθμώ της Χίου ο Ταχήρπασας έχων υπό την οδηγίαν του μίαν φρεγάταν, μίαν κορβέτταν, δύο πολεμικά δικάταρτα και έν φορτηγόν και κανονοβολήσας τρία ελληνικά πλοία ευρεθέντα εντός του πορθμού και υπερισχύσας έμεινε κύριος αυτού. Τότε επέβησαν εις τα επί τούτω προετοιμασθέντα πλοιάρια οι πρό τινων ημερών αντίπεραν συναχθέντες Τούρκοι υπό τον πασάν της Σμύρνης Χασάνην και τον σιλιχτάρην του αρχιβεζίρη, ως 2500, και διέπλευσαν εις Χίον ασφαλώς· και κατ' αρχάς μεν, δοκιμάσαντες ν' αποβώσιν εις την αγίαν Ελένην, απεκρούσθησαν, τινές δε και εφονεύθησαν· αλλά, πολλών εκ των υπερασπιστών της θέσεως εκείνης λειποτακτησάντων, των δ' εναπομεινάντων μη ευπορούντων πολεμεφοδίων, απεβιβάσθησαν την 2 μαρτίου και εισήλθαν εις το φρούριον ανατέλλοντος του ηλίου. Η απόβασις αύτη διέλυσε διά μιας την διά ξηράς πολιορκίαν του φρουρίου, αποχωρησάντων και των τακτικών και των ατάκτων· οι δε άθλιοι κάτοικοι της νήσου, φοβούμενοι μη πάθωσι πάλιν όσα επί της πρώτης καταστροφής, συνεσωρεύοντο προς το δυτικόν παραθαλάσσιον της νήσου· αλλ' αυθημερόν ανεθαρρύνθησαν, διότι γενομένης της αποβάσεως ανεχώρησαν ευθύς τα τουρκικά πλοία, επρόφθασαν εις Χίον ο επί της Τριαίνης παρακολουθών Δεριγνής και η φρεγάτα Κρίνον, έφθασε μετά δύο ημέρας και ο Μιαούλης και στήσας εκ νέου την θαλάσσιον πολιορκίαν εστενοχώρει τους εν τω φρουρίω Τούρκους πεινώντας και μη προφθάσαντας να εισφέρωσι τροφάς. Βελτιωθέντων τοιουτοτρόπως των κατά θάλασσαν πραγμάτων, εγένετο πολύς λόγος να επαναληφθή η διά ξηράς πολιορκία του φρουρίου· αλλά οι Έλληνες επείνων ως και οι Τούρκοι, ουδέ πολεμεφόδια είχαν· διά τούτο, θελόντων και μη των αρχηγών, οι μεν εις τα γαλλικά πλοία, οι δε εις την Ελλάδα και εις άλλα ελληνικά επιβάντες, ανεχώρησαν όλοι εκ της νήσου αποκομίζοντες μίαν και μόνην βομβοβόλον και αφήσαντες το άλλο πυροβολικόν εις χείρας των εχθρών· συνανεχώρησαν δε και πάμπολλοι των εντοπίων· οι δε εναπομείναντες υπό τους Τούρκους δεν εκακόπαθαν.
Διατηρήσιμος εθεωρείτο η πολιορκία καθ' όν καιρόν ελύθη διά τούτο γενική η αγανάκτησις του κοινού· και αποβάς εις Σύραν ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να υπερασπίση εαυτόν διά του ξίφους από της προσβολής τινων των εκεί Χίων· κατηγορούντο δε και αυτός και η κυβέρνησις και η επιτροπή ως μη εκπληρώσαντες δεόντως τα καθήκοντά των, και κατήντησαν και αυτοί εν ταις λογομαχίαις των, ως αλληλαίτιοι, εις αμοιβαίας καταδιώξεις προς εξόφλησιν του κατά την εκστρατείαν χρέους.
Ο δε Χάστιγξ, κυριεύσας το Βασιλάδι, εμελέτησε την άλωσιν του Ανατολικού· επί τω σκοπώ τούτω συνήχθησαν οι αναγκαίοι στρατιώται επί των νησιδίων του Βασιλαδίου και του Αγίου-Σώστη, και την νύκτα της 10 απριλίου μετεβιβάσθησαν διά προετοιμασθέντων ενόπλων πλοιαρίων επί του Δολμά καί τινος άλλου παρακειμένου νησιδίου, εφ' ού ανήγειραν πυροβολοστάσιον.
Εκείναις ταις ημέραις τινά των επί της ξηράς ταγμάτων, καταλαβόντα το στενόν του προφήτου Ηλίου, προσέβαλαν τους επί εισκομιδή τροφών ανυπόπτως εξελθόντας του Μεσολογγίου, συνέλαβαν τα φορτηγά των ζώα, εφόνευσαν 15 εκ των συνοδευόντων αυτά και εζώγρησαν 10. Έπαθαν δε καί τινες αυτών.
Αφ' ού εκυριεύθη το Βασιλάδι, οι εν τω Ανατολικώ Τούρκοι εφοβούντο την διά θαλάσσης έφοδον των Ελλήνων· διά τούτο το μεν στόμιον του αύλακος, τον Πόρον, ετοίχισαν, το δε επί του στομίου νησίδιον οχυρώσαντες εφρούρουν· αλλ' οι Έλληνες και τον τοίχον έρριψαν πεσόντες εις την θάλασσαν, και τον Πόρον εκυρίευσαν, και την φρουράν του αιχμαλώτισαν.
Μάιος Τούτων γενομένων, προητοιμάσθησαν εις κυρίευσιν του Ανατολικού, και αφ' ού συνήλθαν και τα επί της ξηράς στρατεύματα αντικρύ επί συμπράξει, έφεραν οι ναύται την 11 μαΐου πλήρεις θάρρους τα πλοιάριά των υπό τον Χάστιγγα εντός βολής τουφεκίου από της πόλεως, και κατέστρεφαν αυτήν, αδιακόπως πυροβολούντες και πυροβολούμενοι επί ασκέπων πλοιαρίων απροφύλακτοι. Αλλ', εν ώ τα πάντα εφαίνοντο αίσια, άναψε διά μιας το φέρον τα πολεμεφόδια πλοιάριον, επληγώθη μετ' ολίγον εις την αριστεράν χείρα ο Χάστιγξ, επληγώθησαν και 20 συναγωνισταί του, και έπεσε νεκρός ο αρχηγός των κανονοφόρων Ανδρέας Παπαπάνου θύμα της μεγάλης τόλμης του. Τα παθήματα ταύτα εματαίωσαν το τολμηρόν επιχείρημα, οι αγωνισταί απεμακρύνθησαν, και ο Χάστιγξ δεινώς πάσχων μετεκομίσθη επί της Καρτερίας εις Ζάκυνθον χάριν θεραπείας και απεβιβάσθη εις το λοιμοκαθαρτήριον, όπου απέθανε την 20 καταλιπών μνήμην ανεπίληστον αφιλοκερδούς Φιλελληνισμού, ενδόξων υπέρ ελευθερίας αγώνων, και ακεραίου χαρακτήρος· δημοτελές δ' ετέλεσε μνημόσυνον εις τιμήν αυτού μετά έν έτος ο κυβερνήτης εν Πόρω όπου τω ανήγειρε και προσωρινόν μνημείον (α).
Δεινότερα παθήματα των εν τη λίμνη του Μεσολογγίου έπαθαν οι Έλληνες εν Κρήτη τας αυτάς ημέρας.
Αρχομένου του Ιανουαρίου, είχε κατευοδωθή εις Γραμβούσαν νέα επικουρία πεζών και ιππέων στρατολογηθέντων και αυτών, ως και των άλλοτε εκεί αποβάντων, διά συνεισφορών των Κρητών· ηγουμένου δε του Χατσή-Μιχάλη, 600, εν οίς και 100 ιππείς, απέβησαν εις το επί της μεταξύ Σφακιών και αγίου Βασιλείου παραλίας Φραγκοκάστελλον προς διέγερσιν των Σφακιανών· αλλ' ούτοι διεφώνουν· οι μεν ήσαν γνώμης να διαμείνωσιν ήσυχοι, οι δε να κινηθώσι, διότι άλλως δεν εδίδετο αφορμή να συμπεριληφθή και η Κρήτη εις την εισέτι αόριστον νέαν ελληνικήν επικράτειαν, και της γνώμης ταύτης ήσαν οι πλείστοι. Έμφοβος ο Μουσταφάπασας μη υπερισχύση η φιλοπόλεμος αύτη γνώμη, εξεστράτευσεν, αρχομένου του απριλίου, και εστρατοπέδευσεν εν τη επαρχία του Αποκορώνου εις συστολήν των Σφακιανών, γράψας αυτοίς ότι, αν δεν επρολάμβαναν ν' αποδιώξωσι τους εμφωλεύσαντας εν τοις παραλίοις των εχθρούς του, θα επάτα τα βουνά των και θα τους ετιμώρει· διέταξε δε και να συγκεντρωθώσι περί αυτόν πολλαχόθεν τα στρατεύματά του. Εν τοσούτω η θέσις των περί τον Χατσή-Μιχάλην ήτο δεινή. Οι Σφακιανοί, εις ους ήλπιζαν, εταλαντεύοντο· η δύναμίς των αυτή καθ' εαυτήν ήτον ολίγη· ο κυβερνήτης, προς ον ανέφερε τα δέοντα ο Χατσή-Μιχάλης, ούτε χρήματα έστειλεν εις αύξησιν αυτής, διότι δεν είχεν, ούτε άδειαν τω έδωκε ν' αναχωρήση· εσπάνιζαν και αι τροφαί του στρατού τούτου, διότι δεν είχεν ειμή όσας ελάμβανεν εκ Γραμβούσης· οι δε συγκροτούντες αυτόν, άνδρες θερμουργοί και φιλοπόλεμοι, άλλα ελπίζοντες και άλλα βλέποντες, εγόγγυζαν κατά του αρχηγού και επέμεναν ή να πολεμήσωσιν ή ν' αναχωρήσωσι. Φιλότιμος και φιλοπόλεμος και ο αρχηγός, επρόκρινε τον πόλεμον, και αφήσας 100 στρατιώτας εντός του Φραγκοκαστέλλου και παραλαβών τους λοιπούς πεζούς και ιππείς, ενωθέντων καί τινων εντοπίων υπό τον Μανουσογιαννάκην,
Μάιος εκίνησε την 8 μαΐου κατά την επαρχίαν της Ρεθύμνης εις λεηλασίαν, και την επαύριον έπεσε κατά συγκυρίαν εις το υπό την οδηγίαν του πασά της Ρεθύμνης προς το γενικόν στρατόπεδον αναβαίνον τουρκικόν σώμα. Ανέτοιμον το σώμα τούτο ως μηδέ καν υποπτεύον το κίνημα των Ελλήνων κατεθορυβήθη επί τη απροσδοκήτω προσβολή, ωπισθοδρόμησε και κατεδιώχθη μέχρι του φρουρίου· 40 Τούρκοι εσκοτώθησαν και συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο εκ Χανιών Ικιντσήαγας. Οι δε περί τον Χατσή-Μιχάλην, εξ ών είς και μόνος εσκοτώθη, θερίσαντες τα εν ώρα θέρους γεννήματα της επαρχίας, και αρπάσαντες τα ευρεθέντα ποίμνια, επανήλθαν εις το Φραγκοκάστελλον.
Ταύτα μαθών ο Μουσταφάς εισήλασεν εις Σφακιά μετά τετρακισχιλίων πεζών και τριακοσίων ιππέων έλκων δύο κανόνια και μίαν βομβοβόλον, μηδεμίαν δε προξενήσας βλάβην όθεν διέβαινεν, έστησε την 16 τας σκηνάς του εν τοις χωρίοις Πατσανώ και Καψοδάσω, ημιώριον μακράν του Φραγκοκαστέλλου· την δε επαύριον, αφήσας εκεί μέρος του στρατού του εκινήθη προς το Φραγκοκάστελλον· εξήλθαν οι εν τω φρουρίω εις συνάντησίν του, πεποιθότες επί την ανδρίαν των, και πλήρεις θάρρους διά την παρελθούσαν νίκην των, ουδεμίαν άφησαν εν αυτώ φρουράν εις ασφαλή υποχώρησιν εν καιρώ ανάγκης. Στήσαντες δε εκ του προχείρου πέντε προμαχώνας ανέμεναν τους εχθρούς, και πλησιάζοντας τους εκάλεσαν εις μάχην· δεν εφρόντισαν δε ουδ' εντός τουφεκοβολής απ' αλλήλων να στήσωσι τον ένα προμαχώνα του άλλου εις συναρωγήν Οι Τούρκοι έπεσαν την 18 επί τον κεντρικόν προμαχώνα, όπου ήσαν 100 Έλληνες, υπό τον Κυριακούλην Αργυροκαστρίτην. Ούτοι ορκισθέντες ή να νικήσωσιν ή ν' απολεσθώσι, συνέθεσαν τους πόδας των επί σκοπώ να συλλυτρωθώσιν ή να συναποθάνωσιν· αλλά μόλις εκένωσαν τα τουφέκια και οι εχθροί δεκαπλάσιοι αυτών εισεπήδησαν τον προμαχώνα ξιφήρεις, και κατέκοψαν όλους παρά δύο φυγόντας. Εφοβήθησαν τότε οι εντός των τεσσάρων άλλων προμαχώνων μη πάθωσιν ό,τι και οι συνάδελφοί των, έφυγαν εκείθεν όλοι και έτρεξαν να κλεισθώσιν εν τω φρουρίω· αλλ' έτρεξαν συγχρόνως και οι Τούρκοι εις προκατάληψιν αυτού. Ο δε Χατσή-Μιχάλης, θέλων να φέρη αντιπερισπασμόν, έπεσεν εις το εχθρικόν ιππικόν και το διεσκόρπισεν, αν και τριπλάσιον, αλλά δεν το κατεδίωξε, και ήλθε και ούτος προς την περιμάχητον είσοδον του φρουρίου· η δε σφοδρά αυτόθι μάχη έγεινε σφοδροτέρα ελθόντος του ελληνικού ιππικού και προσελθόντος και του τουρκικού. Τόση δε σύγχυσις και τύφλωσις επήλθεν εκ του καπνού και του κονιορτού, ώστε πολλοί εφονεύοντο υπό συμπολεμιστών μη διακρινόντων τους εχθρούς των φίλων. Περιμάχητος ήτον εισέτι η είσοδος, ότε ηκούσθησαν τουφεκισμοί κατά τα χωρία Πατσανόν και Καψόδασον. Τινές των Σφακιανών, μαθόντες ότι ο Μουσταφάς εκινήθη πανστρατιά προς το Φραγκοκάστελλον, εφιλοτιμήθησαν να τρέξωσι προς βοήθειαν των εν αυτώ, και έπεσαν διαρκούσης της προ της πύλης του φρουρίου μάχης εις τους εν Καψοδάσω και Πατσανώ εχθρούς. Η προσβολή αύτη αφείλκυσε πολλούς των έμπροσθεν της πύλης του φρουρίου μαχομένων εχθρών, και τοιουτοτρόπως, προκαταλαβόντος τον πυλώνα του αξιωματικού Παλάσκα και φονεύσαντος τον πρώτον του εχθρού σημαιοφόρον εν ώ ανύψωνεν επί του πυλώνος την σημαίαν, εμβήκαν οι Έλληνες εις το φρούριον και εκλείσθησαν· αλλ' επί της μάχης έπαθαν μεγίστην φθοράν. 338, εν οίς και όλοι σχεδόν οι ιππείς, τέσσαρες οπλαρχηγοί και αυτός ο εν γενναίοις γενναίος Χατσή-Μιχάλης εφονεύθησαν· και το μεν σώμα αυτού μεληδόν κατέκοψαν οι εχθροί, την δε κεφαλήν έφεραν ενώπιον του πασά· άλλοι τόσοι εχθροί εφονεύθησαν, εν οίς πολλοί αξιωματικοί και ιππείς.
Αφ' ού δε έμαθαν οι επί τους εν Πατσανώ και Καψοδάσω εχθρούς πεσόντες Σφακιανοί, ότι ησφαλίσθησαν εν τω φρουρίω οι επιζήσαντες συνάδελφοί των, ανεχώρησαν ολίγοι όντες. Εσκοτώθησαν και εξ αυτών 5 και επληγώθησαν 13.
Την επαύριον δε της μάχης απέκλεισεν ο Μουσταφάς το φρούριον και το εκανονοβόλει· οι δ' εν αυτώ ήσαν εις άκραν αμηχανίαν, διότι, αν και άφθονα τα κρέατα και τα γεννήματα, ήσαν δι' έλλειψιν ξύλων άχρηστα· μόνη ελπίς σωτηρίας εφαίνετο η φυγή· αλλ' ήσαν πολλοί πληγωμένοι και ανίκανοι να τρέξωσιν, οι δε υγιείς δεν ήθελαν να τους εγκαταλείψωσιν· ελυτρώθησαν όμως απροσδοκήτως διά του ακολούθου περιστατικού. Κατά την πρώτην ημέραν της πολιορκίας των έμαθεν ο Μουσταφάς, ότι τα Σφακιά εκινήθησαν και έμελλαν να επιπέσωσι. Τούτου χάριν επρόβαλε τοις πολιορκουμένοις ν' αναχωρήσωσι διά θαλάσσης φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήσωσιν εις το εξής εν Κρήτη· τοις υπέσχετο δε τροφάς επί της μεταβιβάσεώς των. Αρεστοί ήσαν οι σωτήριοι και έντιμοι ούτοι όροι· αλλ' υπό ποίαν ασφάλειαν έμελλαν να πληρωθώσιν; οι Έλληνες υπώπτευαν επιβουλήν, ο δε Μουσταφάς παράβασιν του όρου της ουδετερότητος. Ιδού τι συνέβη εις λύσιν των δυσκολιών. Πάμπολλοι των πολιορκούντων και όλοι σχεδόν οι πολιορκούμενοι ήσαν Ηπειρώται και κυρίως Αλβανοί, εκείνοι μεν Μωαμεθανοί, ούτοι δε Χριστιανοί· έτυχαν καί τινες γνώριμοι και πατρικοί φίλοι. Ούτοι, αφ' ού εξ αιτίας των εν πολέμω συνήθων συνομιλιών ανεγνωρίσθησαν, μετέβαλαν την έχθραν εις φιλίαν, εφιλοτιμήθησαν οι μη πάσχοντες να φανώσιν ωφέλιμοι προς τους πάσχοντας, και έσπευσαν να εγγυηθώσι τω μεν Μουσταφά την ακριβή τήρησιν του όρου της ουδετερότητος παρά των πολιορκουμένων, τοις δε πολιορκουμένοις την προς αυτούς καλήν πίστιν του Μουσταφά· εις πίστωσιν δε τούτων, έδωκαν πολλοί εαυτούς ως ομήρους· ώστε οι χθες κινδυνεύοντες να θυσιασθώσιν υπ' αυτών, επρόσφεραν αυθόρμητοι σήμερον την ζωήν των υπέρ αυτών. Υπό τοιαύτας ευτυχείς και απροσδοκήτους περιστάσεις ανεχώρησαν οι έγκλειστοι την 24 όλοι αβλαβείς, ανταλλάξαντες και δώρα· έμειναν δε και 20 παρά τω Μουσταφά. Η τόσον γενναία αύτη πράξις απολιτεύτων ανθρώπων, τιμώσα την ανθρωπίνην φύσιν, θέτει την ανεπίδεικτον απλοϊκότητα υπεράνω του μεγαλαύχου πολιτισμού, και ενθυμίζει τα κατά τον Γλαύκον και Διομήδην τους αναγνωρισθέντας επί της μάχης ως πατρικούς φίλους, και τους εν εκείνη τη ώρα μελισταγείς προς αλλήλους λόγους.
   «Έγχεσι δ' αλλήλων αλεώμεθα και δι' ομίλου . . . . . .
   . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
   «Τεύχεα δ' αλλήλοις επαμείψομεν, όφρα και οίδε
   «Γνώσιν ότι ξείνοι πατρώοι ευχόμεθ' είναι».
Μετά δε τα κατά το Φραγκοκάστελλον συμβάντα, ο Μουσταφάς ανατρέψας το τείχος ανεχώρησε, και δεν εισέβαλεν εις τα Σφακιά ως εσκόπευεν· αλλ' οι Σφακιανοί, οι κατ' αρχάς κινηθέντες εις ιδίαν άμυναν, δυναμωθέντες ήδη υπό των Ριζιτών, των Λακιωτών και άλλων, και συμπληρωθέντες εις δισχιλίους απεφάσισαν να κινηθώσι προς βλάβην του εχθρού και κατέλαβαν τα στενά, δι' ών θα διέβαινεν ο Μουσταφάς πορευόμενος εις Ρεθύμνην. Έσπευσεν ούτος να τους πληροφορήση ότι δεν είχεν εχθρικούς σκοπούς κατ' αυτών, ότι εκινήθη μόνον κατά των έξωθεν εις διατάραξιν του τόπου ελθόντων, και ότι δεν εμνησικάκει κατά των επιπεσόντων Σφακιανών, ους και ημνήστευσεν. Αλλ' οι Σφακιανοί δεν εδυσωπήθησαν, προσέβαλαν την 25 τους υπ' αυτόν τετρακισχιλίους πεζούς και ιππείς προς τα στενά των Χαλάρων και τους απώθησαν· επανήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον και πολλά παθόντες διέβησαν. Εκείθεν προχωρούντες έφθασαν την εφεξής εις άλλο δυσβατώτερον στενόν, το του Κόρακος, όπου έπαθαν χείρονα των πρώτων, απεκρούσθησαν, και απεκλείσθησαν εν μέσω ανύδρου τινός κοιλάδος εστερημένοι τροφών. Τότε εκάλεσεν ο Μουσταφάς εις γενικόν συμβούλιον τους αξιωματικούς του, και αφ' ού συνωμολογήθη ότι η θέσις του στρατεύματος ήτο δεινή, τοις είπεν ότι μίαν και μόνην έβλεπεν ελπίδα σωτηρίας, να ρίψωσι κατά γης έμπροσθεν των εχθρών τα πράγματά των, ώστε, δοθέντων αυτών εις αρπαγήν, να λάβωσιν ούτοι καιρόν και διέλθωσιν. Ούτως έγεινε και οι μεν εχθροί διήλθαν ακαταδίωκτοι, η δε πολυπαθής Κρήτη, εν ώ εταλαντεύετο εξωτερικώς η τύχη της, έχασε διά την αισχροκέρδειάν τινων τον ισχυρότερον παρά τω συμμαχικώ συμβουλίω συνήγορόν της, την παντελή καταστροφήν των πολεμίων της, εξ ών 1050 εν τη δεκαπενθημέρω ταύτη εκστρατεία απωλέσθησαν, 50 ηχμαλωτίσθησαν και 40 μόνον ίπποι εξ όλου του ιππικού διεσώθησαν· απωλέσθησαν δε και 25 Χριστιανοί, και επληγώθησαν βαρέως τρεις οπλαρχηγοί των.
Κατ' εκείνας τας ημέρας έπλεεν ο Μιαούλης επί της φρεγάτας προς τα παράλια της μικράς Ασίας, και την 22 απήντησε μεταξύ Μιτυλήνης και του Μέλανος ακρωτηρίου εχθρικήν κροβέτταν 28 κανονίων νεωστί εν Μιτυλήνη ναυπηγηθείσαν, και έν δικάταρτον 22 κανονίων. Καταδιώκων τα πλοία ταύτα τα ηνάγκασε να καταφύγωσιν υπό την υπεράσπισιν του κατά το ρηθέν ακρωτήριον φρουρίου· την δε 20 έφθασεν επί τη προσκλήσει αυτού ο εν Σάμω Κανάρης, και την επαύριον ερρίφθη ευστόχως επί την κορβέτταν το πυρπολικόν του και τη μετέδωκε τας φλόγας του. Οι Τούρκοι βοηθούμενοι υπό του ανέμου τας έσβεσαν, αλλά πλησιάσασα η φρεγάτα και σφοδρώς κανονοβολήσασα εβύθισε και την κορβέτταν και το δικάταρτον και έφθειρε και τους πλείστους των πληρωμάτων αυτών.
Καθ' ον δε καιρόν ωργανίζετο το εσωτερικόν της Ελλάδος, πανώλης ανεφάνη περί τα μέσα του απριλίου κατά πρώτον εν Ύδρα, μετ' ολίγον εν Σπέτσαις, και μετά ταύτα εν Πελοποννήσω και εν αυτή τη καθέδρα της κυβερνήσεως. Η πανώλης εθέριζεν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, και η εκείθεν μετακόμισις ανταλλαγέντων αιχμαλώτων μετέδωκε το κακόν.
Διατρίβων δε ο κυβερνήτης εν Ναυπλίω. καθ' όν καιρόν ανεφάνησαν τα πρώτα συμπτώματα του μολυσμού, επεσκέφθη αυτοπροσώπως την Ύδραν και τας Σπέτσας μη πατήσας γην,
Μάιος και την 1 μαΐου επανήλθεν εις Αίγιναν· και κατ' αρχάς μεν εκάθησεν εν τη Περιβόλα ευρών την πόλιν υπό κάθαρσιν· μετά δέ τινας ημέρας ανέβη εις την πόλιν και ανεχώρησε την 14 εις Πόρον επί του ελληνικού δικατάρτου Νέλσωνος· συνέπλευσαν δε και η γαλλική φρεγάτα Ήρα και η αγγλική Δρυάς μη συγκοινωνούσαι εξ αιτίας του μολυσμού· χάρις δε εις την αντίληψιν της κυβερνήσεως ο μολυσμός εξηλείφθη εντός ολίγου.
Εν Πόρω δε διατρίβων ο κυβερνήτης έλαβε και εκοινοποίησε την επίσημον αγγελίαν του πολέμου της Ρωσσίας κατά της Τουρκίας· έλαβε συγχρόνως παρά της αυλής της Ρωσσίας και ρούβλια 1,500,000 και επεχείρησεν έκτοτε τον διά θαλάσσης αποκλεισμόν της Ευβοίας και του κόλπου του Βώλου δυναμώσας και τον προϋπάρχοντα της Αττικής.
Εν τούτοις, η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ της Ελλάδος μεσιτείαν των Δυνάμεων, εμελέτησε να μεταχειρισθή, εις υποταγήν των Ελλήνων την Μεγάλην Εκκλησίαν υπενεργήσασα να επικαλεσθή και λάβη αύτη την άδειαν προς επαναγωγήν των αποπλανηθέντων εις την ποίμνην. Εις πραγματοποίησιν δε των διαταγών τούτων απέστειλεν η Μεγάλη Εκκλησία εις Ελλάδα τέσσαρας μητροπολίτας, τον Νικαίας, τον Χαλκιδόνος, τον Λαρίσσης και τον Ιωαννίνων, προς δε και τον μέγα πρωτοσύγγελλον. Περιελθόντες ούτοι διάφορα μέρη της Ελλάδος, και κηρύττοντες όσα παρηγγέλθησαν, έφθασαν την 21 εις Πόρον, και την επιούσαν ήλθαν επισήμως εις λόγους μετά του κυβερνήτου, παρόντων και των πλοιάρχων Ήρας και Δρυάδος, προσκληθέντων ίνα γένωσιν αυτήκοοι των προς τους Έλληνας προτάσεων· ενεχείρισαν δε τω κυβερνήτη συνοδικήν επιστολήν νουθετούσαν, απειλούσαν και προτρέπουσαν εις υποταγήν. Απετείνετο δε η επιστολή αύτη προς τους Λαούς της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου, διότι η Πύλη εθεώρει ως ήδη προσκυνήσαντας τους λαούς της στερεάς Ελλάδος. Μη έχοντες δε οι απεσταλμένοι άλλην εντολήν παρά την επίδοσιν της συνοδικής επιστολής, έλαβαν απάντησιν απορρίπτουσαν τα προτεινόμενα, ελέγχουσαν τα απάνθρωπα έργα του σουλτάνου ως εξάψαντα τον ελληνικόν αγώνα, αναμιμνήσκουσαν τους υπέρ ελευθερίας ή θανάτου όρκους των Ελλήνων και λέγουσαν, ότι διά της αγαθοποιού συνθήκης της συμμαχίας ήγγιζε το τέλος των συμφορών των και το πλήρωμα των ελπίδων και επιθυμιών των.
Και ούτω μεν απέβη η προς υποταγήν εκ νέου των Ελλήνων εις την Πύλην διά του πατριαρχείου απόπειρα, επινοηθείσα εις διασκέδασιν των ευνοϊκών βουλών των αυλών και εις αποφυγήν της παρεμβάσεως αυτών.
Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου μετέβη ο κυβερνήτης εις Ελευσίνα προς επιθεώρησιν του εκεί στρατοπέδου της Ανατολικής Ελλάδος, και μετά δύο ημέρας επανήλθεν εις Πόρον, όπου ηύρε λαμπρά δείγματα της προς την Ελλάδα ευνοίας του βασιλέως της Γαλλίας, ήτοι φράγκα 500,000 εις ενίσχυσιν του αγώνος, και διαβεβαιώσεις περί μηνιαίας εις το εξής αποστολής ίσης ποσότητος. Επισκεφθείς δε την Ανατολικήν Ελλάδα απεφάσισε να επισκεφθή και το κατά την Δυτικήν Ελλάδα στρατόπεδον εις γνώσιν εκ του πλησίον των αναγκών του και της καταστάσεως των κατοίκων του μέρους εκείνου. Αι μέχρι τούδε περιοδίαι του ήσαν ολιγοήμεροι, και οσάκις ανεχώρει δεν καθίστα αναπληρωτικήν αυτού Αρχήν· αλλ' ήδη, προκειμένης μακράς, κατέστησεν «επιτροπήν γ ε ν ι κ ή ς-δ ι ο ι κ ή σ ε ω ς» παρά των τριών προβούλων του πανελληνίου, την εφωδίασε δι' οδηγιών, και την 15 απέπλευσεν εκ Πόρου επί του αγγλικού δικρότου· συνέπλευσαν δε και το γαλλικόν δίκροτον ο-Σ κ η π ί ω ν, και η ρωσσική φρεγάτα η-Ε λ έ ν η. Πριν δε αποπλεύση, απέστειλεν εις Κρήτην επί τω θανάτω του Χατσή-Μιχάλη, ως επιτηρητήν μάλλον ή τοποτηρητήν, τον Ρεϊνέκον.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ'.

Χαρακτήρ του κυβερνήτου και διαγωγή αυτού εν Ελλάδι. — Αίτια και αρχή της αντιπολιτεύσεως. — Κουντουριώται. — Τράπεζα, Νομισματοκοπείον και Ορφανοτροφείον. — Εθνική εκπαίδευσις. — Παύσις πάσης αντικυβερνητικής εφημεριδογραφίας. — Διαγωγή Βιάρου, αδελφού του κυβερνήτου, και διάδοσις εντεύθεν της αντιπολιτεύσεως.

ΜΕΓΑΛΥΝΘΕΙΣ ο Καποδίστριας εν τη αυλή της Ρωσσίας εθεωρείτο όχι μόνον φίλος άλλα και θιασώτης της πολιτικής της εν Ελλάδι. Εις μάτην, καθ' ήν ώραν εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου τούτου, παρητήθη πάσης συντάξεως ρωσσικής και απελύθη παντός ρωσσικού δεσμού· ουδείς υπελάμβανε την διαγωγήν του ταύτην ειλικρινή· αλλ' ηδίκουν τον άνδρα, διότι οιαδήποτε και αν ήτον η προς την ρωσσικήν αυλήν κλίσις του, ουδενός Έλληνος καρδία ήτον ελληνικωτέρα (α)· υπέρ της Ελλάδος μετήλθε την ρωσσικήν επιρροήν του, και όχι υπέρ της Ρωσσίας την ελληνικήν Αρχήν του· αρχηγός έθνους, και αρχηγός όχι διά ρωσσικής ή άλλης ξένης επιρροής ουδέ δι' εσωτερικής ραδιουργίας, αλλά διά της αυθορμήτου θελήσεως του έθνους, ουδένα λόγον είχε ν' ασπασθή ξένης επικρατείας συμφέροντα εις βλάβην της πατρίδος του· αν δε εφαίνετο κλίνων προς την ρωσσικήν αυλήν, ώφειλεν αυτή πολλήν ευγνωμοσύνην ως κυβερνήτης της Ελλάδος, διότι και πάσαν υπέρ αυτής αίτησίν του προθύμως εδέχετο, και ευμενώς προς αυτόν διέθεσε την κυβέρνησιν της Γαλλίας, και την ασπίδα της έστησεν ενώπιόν του εις αντίκρουσιν του δυσμενώς προς αυτόν διακειμένου αγγλικού υπουργείου· ουδενός, ενί λόγω, εφείσθη η ρωσσική αυλή εις υποστήριξιν του κυβερνήτου, ουδέν ουδέποτε απήτησεν παρ' εκείνου υπέρ εαυτής εν Ελλάδι, και αγαθοποιός απέβη προς τον τόπον η προς αυτόν σχέσις της. Κύριος δε σκοπός της κυβερνητικής πορείας του Καποδιστρίου ήτον η υλική βελτίωσις του λαού, διότι ταύτην εθεώρει βάσιν και προαγωγήν πάσης άλλης, και όσον εφρόντιζε περί αυτής, τόσον ώκνει προς ανάπτυξιν της διανοητικής. Πολλαί αρεταί εκόσμουν τον άνδρα· σεμνά ήσαν τα ήθη του, ακέραιος ο χαρακτήρ του και αγαθή η διάθεσίς του· εσέβετο την πάτριόν του θρησκείαν και ηγάπα να προσφέρη πάσαν κυριακήν και πάσαν εορτήν πάνδημον αίνεσιν εις τον Θεόν· λιτός, απέριττος και ανεπίδεικτος ήτον ο βίος του· χαρίεσσα και ευπρεπής η ιδιωτική συμπεριφορά του και πανθομολόγητος η αφιλοκέρδειά του· διέπρεψε μεταξύ των διπλωματών του καιρού του ως οξύνους, φιλόπονος και συνδιαλλάκτης· η γλώσσα του είχε πειθώ και ο κάλαμος του χάριν· εν ώ έθελγεν ως φιλαμοναρχικός τον Νικόλαον, εγοήτευεν ως φιλοδημοκρατικός τον Λαφαγέτην· ολιγοδάπανος δε ήτον η υπό την άγρυπνον κυβέρνησιν του διοίκησις του τόπου. Αλλ' ημαύροναν την λαμπράν ταύτην εικόνα τινές κηλίδες· ηγάπα να περιαυτολογή, να επαίρηται και να ολιγωρή τους άνδρας του αγώνος· και το απρεπέστατον πάντων, τους εχλεύαζεν εις επήκοον αυτών, αν και γράφων προς τους αλλογενείς τους επήνει· αμέτοχος του αγώνος αλλά καρπούμενος τας πρώτας τιμάς, ήθελε να καταβιβάζη την δόξαν αυτού, ίνα μη φαίνηται εν τη φιλοτιμία του οφείλων χάριν τοις προσενεγκούσιν αυτώ την Αρχήν, διό και δεν έπαυε λέγων, ότι αυτός διά της ευρωπαϊκής υπολήψεώς του ανύψωσε την Αρχήν κάτω κειμένην. Ό,τι δε δίκαιον ήτο ν' αποδώση κυρίως εις τας ευτυχείς πολιτικάς περιστάσεις, καθ' άς εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου, το απέδιδεν αυταρέσκως εις μόνην την ικανότητα και υπόληψίν του· επίστευεν ότι ηδικείτο, αν η συμμαχία και η Ευρώπη δεν τον εθεώρουν Ελλάδα, η δε Ελλάς λυτρωτήν της.
Η τοιαύτη έπαρσις τον παρέσυρεν εις άτοπα ανάξια του ορθού νοός του και της αγαθής καρδίας του· δεν εδυσκολεύετο να ονομάζη αυτός εαυτόν παρρησία σωτήρα της Ελλάδος και φθορείς τους κυβερνήσαντας προ αυτού κατά πρόσωπον αυτών· και τους μεν κοτσαμπασίδας εκάλει Τούρκους φέροντας όνομα Χριστιανών, τους δε οπλαρχηγούς ληστάς, αγγεία δε του σατανά τους Φαναριώτας και μωρούς τους λογίους· μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησις του· δεν εσυστέλλετο δε κομπορρημονών, ότι ηύρε την Ελλάδα μεμονωμένην και την εσχέτισε προς την Ευρώπην, ότι αν ανεχώρει, η Ελλάς απώλλυτο, και ότι δεν θα ευτύχει ο τόπος, αν δεν ήρχοντο έξωθεν άνθρωποι να τον κυβερνήσωσιν, αν δεν τω εδίδετο πάσα εξουσία του δεσμείν και λύειν και αν δεν παρήρχετο η γενεά των αγωνιστών· φιλογενής δε και φιλελευθέρους αρχάς πρεσβεύων, ήθελε να κυβερνά δεσποτικώς τους ομογενείς του, επί λόγω ότι τοιούτον κυβερνητικόν είδος έπρεπεν εις έθνος μεταβαίνον από δουλείας εις ελευθερίαν· ουδ' επίστευεν ότι ο δεσποτισμός φθείρει συνήθως τα χρηστά ήθη και αυτών των προς το καλόν του κοινού δεσποζόντων· δεν ανείχετο δε ουδ' ήν αυτός παρέσχε μικράν εξουσίαν του πανελληνίου.
Μεθ' ημέρας δέ τινας της εις Ελλάδα αφίξεώς του εκάλεσεν εις Αίγιναν εκ της πατρίδος του τον πρεσβύτερον αδελφόν του Βιάρον, και τον επιστήθιον του Βιάρου φίλον Ιωάννην Γιαννετάν, μαθητάς της σχολής της Βενετίας, τους εκάθισε την 29 μαρτίου, ό εστι έξ ημέρας αφ' ού ήλθαν, εν τω πανελληνίω εν μέσω των πρωτίστων ανδρών του αγώνος και τοις έδωκεν εξουσίαν οίαν ουδενί έδωκεν άλλω, αναδείξας αυτούς συνάμα νομοθέτας, νομοτελεστάς και αρχιδικαστάς· προσανέθεσε δε εις τον Βιάρον και την έκτακτον επιτροπείαν των δυτικών Σποράδων, εν αις η έδρα της κυβερνήσεως, Αίγινα· απερχόμενος δε εις την Δυτικήν Ελλάδα τον κατέστησε και τοποτηρητήν του επί του τμήματος των πολεμικών προβούλου διατρίβοντος εν Αιγίνη υπό κάθαρσιν, και γραμματέα, ήτοι οδηγόν της επιτροπής της γενικής κυβερνήσεως. Οι απολίτευτοι ούτοι διορισμοί, ους διεδέχθησαν άλλοι τοιούτοι, και οι απρεπείς περί των αγωνιστών λόγοι του κυβερνήτου επλήγωσαν την φιλοτιμίαν πολλών, μετέβαλαν εις δυσμενή την προς αυτόν ευμενή διάθεσίν των και εψύχραναν και αυτούς τους φιλοκυβερνητικούς.
Περιεφέρετο εν Ελλάδι Ιρλανδός τις Στίβενσων γεωπόνος. Τούτον διέταξεν ο κυβερνήτης να φυτεύση γεώμηλα, τω εχορήγησε τα εις τούτο αναγκαία και τω έδωκεν άδειαν να εκλέξη κατάλληλον γην εις φυτείαν. Κατά περίστασιν η εκλογή του Στιβενσώνος έπεσεν επί τον αντικρύ του Πόρου αγρόν της Απαθείας. Ο αγρός ούτος ηγοράσθη το 1825 παρά των Κουντουριωτών, και ήτον εξ ών την αγοράν ηκύρωσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, αλλ' επί αποζημιώσει των αγορασάντων αυτούς· επειδή δε αι μετά ταύτα κυβερνήσεις δεν είχαν πώς ν' αποζημιώσωσι τους αγοραστάς, τοις άφησαν την αποκάρπωσιν αυτών. Εδύνατο ο κυβερνήτης κατά το εθνικόν ψήφισμα ν' αφαιρέση τον αγρόν τούτον από της κυριότητος των Κουντουριωτών, αλλ' ώφειλε κατά την έννοιαν αυτού του ψηφίσματος συγχρόνως να τους αποζημιώση, και όμως ο αγρός αφηρέθη, μήτε αποζημιωθέντων μηδέ καν ειδοποιηθέντων των κατόχων, ως αν δεν ήσαν πάμπολλοι άλλοι εθνικοί αγροί επίσης επιτήδειοι εις φυτείαν. Οι Κουντουριώται, ους αγενώς ο κυβερνήτης έτρωσε, δεν ανήκαν εις τας τάξεις των κοτσαμπασίδων, των Φαναριωτών, των οπλαρχηγών ή των λογίων, ους τόσον απεστρέφετο ο κυβερνήτης· ήσαν έμποροι, οίτινες καθήμενοι επί πέτρας αγόνου επλούτησαν, πολλούς αγαθοποιούντες και μηδένα αδικούντες, και εδαπάνησαν επ' ωφελεία της πατρίδος όλην σχεδόν την πλουσίαν περιουσίαν των μοχθήσαντες ακαμάτως και ριψοκινδυνεύσαντες διά την σωτηρίαν της. Διαφερόντως και επαξίως ετιμάτο παρά πάντων ο πρεσβύτερος των δύο αδελφών Λάζαρος· είχε νουν υγιά, καρδίαν γενναίαν και μέγιστον ζήλον υπέρ της ευοδώσεως του εθνικού σκοπού· εδραίος στύλος εφάνη της πολλάκις διαταραχθείσης και δεινοπαθούσης Ύδρας άπαξ μόνον οκλάσας, αλλά και τότε ωφελήσας μάλλον το κοινόν ή βλάψας· και επί εθνικών συνελεύσεων και επί εθνικών βουλών εκλήθη, συναινούντων και αυτών των αντιπάλων του, εις την υπερτάτην Αρχήν του έθνους, και πάντοτε την απεποιήθη· στασιαζούσης ποτέ της πρωτευούσης, αναγκαίον εθεώρησαν οι εν τοις πράγμασι να τον φέρωσιν εκεί προς καθησύχασιν του λαού· «όλοι οι Έλληνες», τω είπαν οι προς αυτόν σταλέντες, «σε υπολήπτονται ακούοντές σε, και τα μέγιστα θα ενθουσιασθούν ιδόντες σε». «Αν ούτως έχη», απεκρίθη ο Λάζαρος, «κάλλιον να μη με ίδωσι». Κατετάραξεν, ως είδαμεν, και απήλπισε την Ελλάδα όλην η πτώσις του Μεσολογγίου, και επανελθών εκείθεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια ο Ιβραήμης, εσκόπευε να πλεύση πανστρατιά εις καταστροφήν της Ύδρας. Εκλονίσθησαν και αυτοί οι ακλόνητοι Υδραίοι, και φοβηθέντες μη πάθωσιν όσα οι συνάδελφοι των Ψαριανοί, συνήλθαν παμπληθεί εκτός της πόλεως εις σύσκεψιν προς εγκατάλειψιν της γης των, ως μη δυνάμενοι να την προφυλάξωσιν από της επαπειλουμένης αλώσεως. Αλλ', αναστάς ο Λάζαρος, ο θεωρών τον διασκορπισμόν της Ύδρας απώλειαν όλης τις Ελλάδος, είπε «Κάμετε, αδελφοί, ό,τι προαιρείσθε· εγώ, ο αδελφός μου, και οι συν ημίν θ' αποθάνωμεν όπου εδεήθημεν». «Και ημείς, και ημείς», εκραύγασαν ενθουσιώντες επί τοις λόγοις τούτοις οι ακροαταί. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ους επεριφρόνησεν ο Καποδίστριας εν τω αξιομέμπτω κατά των ανδρών του αγώνος παροξυσμώ του· τοιαύτη δε προς τοιούτους πολίτας διαγωγή υπέθρεψε την αντιπολίτευσιν και ηνάγκασε τους Κουντουριώτας να γένωσιν αργηγοί αυτής.
Εκείναις ταις ημέραις εκόπη το πρώτον εν Ελλάδι εθνικόν νόμισμα, καθ' ήν περίστασιν εφανερώθη η οίησις του κυβερνήτου και η προς τα εθνικά ψηφίσματα αδικαιολόγητος ολιγώρησις. Ηγόρασεν εν Μάλτα και μετέφερεν εις Αίγιναν νομισματοκόπον μηχανήν κειμένην άχρηστον εκεί από του καιρού των Ιπποτών· έκοψε δε δι' αυτής νόμισμα αργυρούν και χαλκούν, αμφότερα φέροντα φοίνικα ως σύμβολον, το δε αργυρούν φέρον και το όνομα του φοίνικος· δεν ανέστησε δε τον φοίνικα εις μνήμην της εταιρίας, διότι είδαμεν ότι την κατεφρόνει και την απεστρέφετο, αλλ' ήθελε δι' αυτού, να υποδείξη, ότι, πεσούσα η Ελλάς επί της επαναστάσεως, εξανίστατο επί των ζωοποιών ημερών του. Το αυτό σύμβολον έβαλε και επί των σημαιών, ας επρόσφερεν, ως είπαμεν, εν Τροιζήνι τω στρατώ, αν και κατηργήθη επισήμως επί της πρώτης εθνικής συνελεύσεως ως σύμβολον της φιλικής εταιρίας, αντικατασταθέν υπό του της Αθηνάς του έκτοτε και μέχρις ου ήλθεν ο Καποδίστριας εν χρήσει. Ολίγα χρήματα αλλά πολλάς περί χρημάτων ελπίδας έφερεν ο κυβερνήτης εις την Ελλάδα. Αι ελπίδες εν μέρει δεν εψεύσθησαν· αλλ' η τακτοποιηθείσα υπηρεσία απήτει εις διατήρησίν της ικανά και επί χείρας. Εις θεραπείαν της ανάγκης ταύτης εκάλεσε τους Έλληνας εις δανεισμόν επί τόκω συστήσας τράπεζαν και προικίσας αυτήν δι' εθνικών κτημάτων προς ασφάλειαν των δανειστών. Αλλ' η τράπεζα αύτη ήτο τράπεζα κατ' όνομα, ως μη μετερχομένη τραπεζικά έργα, και κατ' ουσίαν ταμείον εις χρήσιν της υπηρεσίας· αν δε και εξηντλήθησαν οι Έλληνες επί της επαναστάσεως, δεν εκώφευσαν εις την κλήσιν.
Προσδοκών ο κυβερνήτης την βελτίωσιν του ελληνικού έθνους εκ της επερχομένης γενεάς, ως εκφαυλισθείσης της ενεστώσης υπό την διττήν, ως έλεγε, διαφθοράν της τουρκοκρατίας και της επαναστάσεως, δεν παρημέλησεν εν μέσω των πολυειδών του κυβερνητικών φροντίδων ν' αναθρέψη χρηστοήθως και θρησκευτικώς την ανισταμένην γενεάν καθ' όσον εδύνατο, και συνήθροισεν εις Αίγιναν πάμπολλα παιδία, τα πλείστα ορφανά, περιφερόμενα τήδε κακείσε άπορα, και άστεγα, πολλά δε παρακολουθούντα τα στρατεύματα ως ψυχουιοί των αρχηγών· και κατ' αρχάς μεν τα εγκατέστησεν εν προσωρινώ σχολείω, μετά ταύτα δε εν επί τούτω ανεγερθέντι ευρυχώρω ορφανοτροφείω. Τα πλούσια ελέη των ομοθρήσκων Ρώσσων, και ολίγα άλλων δοθέντα τω κυβερνήτη εχρησίμευσαν εις οικοδομήν του καταστήματος τούτου και εις διατροφήν και εκπαίδευσιν των ορφανών· αλλ' αξιοσημείωτον το εισαχθέν εν πρώτοις εις το ορφανοτροφείον και μετά ταύτα εις όλην την επικράτειαν σύστημα της εκπαιδεύσεως. Εφρόνει ο κυβερνήτης ότι η μεγάλη μάθησις ήτο μεγάλη πληγή της κοινωνίας, και ότι η μικρά και θρησκευτική συνετέλει μόνη εις την ευδαιμονίαν της. Επί τη βάσει ταύτη εθεμελίωσε τον περί εκπαιδεύσεως του έθνους γενικόν οργανισμόν· σύστασιν πανεπιστημίου δεν ήθελεν, αλλά κεντρικού σχολείου εν Αιγίνη, θεολογικού εν Πόρω, στρατιωτικού εν Ναυπλίω, νομικού εν Αθήναις, και ναυτικού εν Ύδρα· ήθελε δε να διδάσκωσι τα τήδε κακείσε ταύτα σχολεία υπό την άμεσον επίβλεψιν της κυβερνήσεώς του.
Τοιούτος τρόπος εθνικής εκπαιδεύσεως και τοιούτον είδος κυβερνήσεως δεν εύρισκαν υποστήριξιν παρά τη εν Ελλάδι πανελευθέρα εφημεριδογραφία. Ανέπαφος διετηρείτο εξ αρχής της επαναστάσεως η ελευθερία του τύπου, οιασδήποτε μεταβολάς και αν έπαθεν η πολιτική της Ελλάδος, όσα πάθη και αν εξήψαν οι εμφύλιοι πόλεμοι και όσαι εθνικαί συνελεύσεις και αν συνεκροτήθησαν· και, του κυβερνήτου ελθόντος, ουδέν ουδέ τότε ενομοθετήθη ή διετάχθη κατ' αυτής, αλλά παρελύθη η εφημεριδογραφία. Η τυπογραφία του Μεσολογγίου, όθεν εξεδίδοντο τα Χ ρ ο ν ι κ ά, είχε ταφή υπό τα ερείπια της πόλεως εκείνης· επί της κυριεύσεως των Αθηνών είχε διασκορπισθή και η εκεί, ώστε καθ' όν καιρόν έφθασεν ο κυβερνήτης, υπήρχαν εν τη Ελλάδι μόνον τρεις τυπογραφίαι· δύο ελληνικαί εκδίδουσαι η μεν εν Αιγίνη την γενικήν εφημερίδα της Ελλάδος, η εν Ύδρα τον Ανεξάρτητον, καί τις γαλλική εκδίδουσα την Μέλισσαν. Αι δύο εν Ύδρα εφημερίδες, ελθόντος του κυβερνήτου, μετετέθησαν εις Αίγιναν, και η μεν Μέλισσα έγεινε κυβερνητική, ο δε Ανεξάρτητος, ο αντιπολιτευόμενος την κυβέρνησιν, έπαυσε μετ' ολίγον· εξεδίδετο δε ελληνιστί μόνη η γενική εφημερίς της Ελλάδος· αλλ' ο εκδότης αυτής διετάχθη παρά του κυβερνήτου να εκδίδη μόνον ό,τι ενέκρινε προηγουμένως ο αδελφός του Βιάρος· ώστε ουδέν εγράφετο έκτοτε αντικυβερνητικόν (β). Απηγόρευσε ρητώς η εν Τροιζήνι συνέλευσις πάσαν κατά τόπους πολιτογράφησιν και ανέθηκε το δικαίωμα εις μόνην την βουλήν και την κυβέρνησιν· αλλά τοιαύται εγένοντο υπέρ του Βιάρου, του Γιαννετά, του Εϋδέκου, του Ρίζου και αυτού του κυβερνήτου. Ο κυβερνήτης, ως φύλαξ και εκτελεστής των νόμων, ώφειλε ν' αποδοκιμάση τα παρά νόμον πραττόμενα αφορώντα μάλιστα αυτόν και τους περί αυτόν, και όμως τα ενέκρινε. Τοιαύτη πολιτική πορεία εφόβισε το κοινόν ως φανερά τείνουσα εις το αυθαίρετον. Ούτω διατεθειμένα τα πνεύματα η διαγωγή του Βιάρου επί των εξής περιστάσεων τα παρώργισε κατά της κυβερνήσεως έτι μάλλον και εκραταίωσε την αντιπολίτευσιν.
Αναφανείσης της πανώλους, εσύστησεν ο ανήρ ούτος αυθαιρέτως υγειονομεία εντός του τμήματός του μη προϋπάρξαντα εν Ελλάδι· επί λόγω δε καθάρσεως διέταξε τα γράμματα ν' ανοίγωνται και να καπνίζωνται· αλλά παρήγγειλε και να αναγινώσκωνται, και να αναφέρεται προς αυτόν ό,τι εν αυτοίς λόγου άξιον, διότι τον ανησύχαζεν η μη υποκρυπτομένη κατά της κυβερνήσεως του αδελφού του αντιπολίτευσις. Ο καταλαβών τον άνδρα τούτον φόβος, βλέποντα συνωμοσίας όπου συνωμοσίαι δεν υπήρχαν, και φόβητρα όπου ουδέν το φοβούν, τον παρέσυρε και εις άλλα ατοπήματα βαρύτερα και αναιδέστερα. Υποπτεύσας ότι ο Τάτσης Μαγγίνας, μέλος του πανελληνίου, ερραδιούργει κατά του αδελφού του, διέταξε και συνέλαβαν τον γραμματοφόρον του, εν ώ εξήρχετο της Αιγίνης, και αφήρεσαν παρρησία τα γράμματά του· αλλά τα γράμματα της συνωμοσίας εφάνησαν επί τη αναγνώσει γράμματα απλά στελλόμενα παρ' ανδρός προς σύμβιον. Συνέλαβαν οι υπάλληλοί του και τον Δήμον Κανελόπουλον μεταβαίνοντα εξ Αιγίνης εις Πελοπόννησον, και τον εψηλάφισαν εις εύρεσιν υπόπτων γραμμάτων, αλλ' ουδέν ηύραν. Εξ αιτίας των αθεμίτων τούτων πράξεων κατεβόων έτι μάλλον πάμπολλοι των εν Αιγίνη· διεκρίνοντο δε ο Μιλαήτης, μέλος της πρώην αντικυβερνητικής επιτροπής, και ο συγγενής αυτού Βρατσάνος. Ο Βιάρος, ευρισκόμενος κατ' εκείνας τας ημέρας εν Ύδρα και ειδοποιηθείς, επέστρεψεν απροσδοκήτως εις Αίγιναν το εσπέρας, επρόσταξε και επάτησαν την νύκτα τας οικίας των δύο τούτων πολιτών, τους απέσπασαν από των συνεύνων αυτών, τους μετέφεραν εις Πόρον, εκείθεν εις Ναύπλιον και τους έρριψαν εις τον θαλασσόπυργον, χωρίς να τους ειδοποιήσωσι διατί τους ετιμώρουν. Αν και η επικράτεια δεν έπαθεν όσα δεινά το θανατικόν ηπείλει, αι εν Αιγίνη υγειονομικαί διατάξεις, αυστηρότεραι ημέρα τη ημέρα γενόμεναι δι' ον προείπαμεν πολιτικόν σκοπόν, και όχι διά τον φόβον του θανατικού, όστις ωλιγόστευε καθ' ημέραν, κατέθλιβαν τον λαόν· τον κατέθλιβε δε ιδίως ο βαρύς και ανεπιεικής τρόπος του επιστάτου του υγειονομείου Αιγίνης. Εξ αιτίας τούτου 150 φιλήσυχοι πολίται, εν οίς καί τινες των προκρίτων της Ανατολικής Ελλάδος, υπέγραψαν και έστειλαν αναφοράν προς τον εν Πόρω τότε διατρίβοντα Βιάρον, μεμφόμενοι τον τρόπον του επιστάτου. Μετ' ολίγας ημέρας εκλήθησαν οι εγκριτώτεροι των υπογραψάντων εις το διοικητήριον της Αιγίνης όπως λάβωσιν απάντησιν· τοις έδειξεν ο γραμματεύς του διοικητηρίου την αναφοράν των, και αφ' ού τους ηρώτησε και ήκουσεν ότι ήτον η αυτή, τοις ανήγγειλεν, ότι διετάχθη παρά του εκτάκτου επιτρόπου να την καύση ενώπιον αυτών, και ανάψας λύχνον την έκαυσεν. Ιδού πώς εθεώρει ο Βιάρος το δικαίωμα του αναφέρεσθαι, δικαίωμα εν χρήσει καθ' όλην την Ελλάδα και υπ' αυτόν τον Τουρκικόν ζυγόν.
Ο έκτακτος ούτος επίτροπος υπερέβη και ως προς άλλα τα όρια πάσης πολιτικής αιδούς, και ηθέλησε να στήση την θέλησίν του υπεράνω όχι μόνον των υπαρχόντων νόμων, αλλά της θελήσεως και αυτού του δοτήρος της εξουσίας του αδελφού του. Βαρείς ήσαν οι τόκοι εν Ελλάδι διά την σπάνιν των χρημάτων και την έλλειψιν της περί αποδόσεως των δανείων ασφαλείας. Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν αυτών, αλλ' ο αδελφός του εκήρυξε δι' εγκυκλίου του εντός του τμήματός του ταύτα. «Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου» (γ). Ο αυτοχειροτόνητος ούτος νομοθέτης εψήφισε και ποινήν της παραβάσεως της διαταγής του την δήμευσιν του κεφαλαίου, και έδωκε τω αυθαιρέτω τούτω νόμω και οπισθενεργόν δύναμιν θέσας υπό τον αυτόν κανονισμόν και την αυτήν ποινήν και αυτά του παρελθόντος καιρού τα συναλλάγματα. Εδίδασκε δε, κατά το «πίστευε και μη ερεύνα», τυφλήν υπακοήν εις όσα οι πολίται διετάττοντο. «Μη εξετάζετε» (δ), έγραφε προς τους κατοίκους της Ύδρας, «τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε κρίνατε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να σας φέρη εις λάθος, του όποιου τα αποτελέσματα είναι εις ζημίαν σας».
Γενικήν δικαίω τω λόγω κατακραυγήν εκίνησε καθ' όλον το τμήμα των βορείων Σποράδων τοιαύτη πολιτική παραφροσύνη· ήσαν καί τινες νεήλυδες Έλληνες εν Αιγίνη κατακραυγάζοντες. Μη δυνάμενος ο Βιάρος να παιδεύση όλους τους μεμφομένους τας πράξεις του και τους λόγους του, ηθέλησε να ρίψη την οργήν του μόνον επί τους νεήλυδας καταδικάσας αυτούς να θεωρώνται υπό της αστυνομίας της Αιγίνης ως α λ λ ο ε θ ν ε ί ς· αλλ' είτε εκ προθέσεως είτε ασκόπως συμπαρέλαβεν εις την διαταγήν υπό την κατηγορίαν της αλλοεθνίας όλους τους μη γεννηθέντας εντός της ελευθέρας Ελλάδος ομογενείς (ε). Μυριάδες μη γεννηθέντων εν αυτή έπαθαν και συνηγωνίσθησαν υπέρ της λυτρώσεως της κοινής πατρίδος, και όλοι ούτοι ισόνομοι και ισότιμοι των εν αυτή γεννηθέντων δικαίω τω λόγω ελογίσθησαν, και πολλοί εις τας πρώτας έδρας του κράτους εκάθησαν. Η κατά την ρηθείσαν δε διαταγήν αλλοεθνία αυτών τόσον ηρέθισεν, ώστε ο διοικητής ηναγκάσθη εις θεραπείαν του κακού να τροπολογήση αφ' εαυτού την διαταγήν και να κηρύξη ότι «μη αυτόχθονες ομογενείς της ελευθέρας Ελλάδος» ενοούντο όσοι μη γεννηθέντες εν αυτή έζων εισέτι υπό ξένην εξουσίαν, όσοι εξ αυτών δεν ήλθαν εις την Ελλάδα ειμή προ ολίγου και δι' ίδια συμφέροντα και υποθέσεις, και όσοι δεν έπαθαν ή και δεν συνηγωνίσθησαν μετά των λοιπών Ελλήνων τον ιερόν υπέρ της ελευθερίας αγώνα».
Ενεργών ο έκτακτος επίτροπος ως αυτοκέφαλος δυνάστης του τμήματός του, εξώκειλε και εις άλλα· κατήργησε τους δημογέροντας ους ηύρε, και διώρισε νέους· αλλά έπαυσε και αυτούς μετ' ολίγον μη ζητήσας καν προηγουμένως την άδειαν του κυβερνήτου και εκάλεσε τους δημότας εις εκλογήν άλλων. Φοβούμενος δε, ως έλεγε, τας αντενεργείας των αποβληθέντων, ηύρε προφυλακτικόν τρόπον την φυλάκισιν αυτών, διαρκούσης της νέας εκλογής· συστήσας δε τας δημογεροντίας εντός του τμήματός του έδωκεν εις ον ανέθεσε τα του ειρηνοδίκου δημογέροντα και ένα εμπειρότερον εκείνου ως συνειρηνοδίκην διά την περί τα δικαστικά ανικανότητα των δημογερόντων. Παρά την διάταξιν ήτον η προσθήκη αύτη και εις ουδέν άλλο τμήμα εισήχθη· αλλ' ο Βιάρος, ακράτητος εις τας πολιτικάς παρεκτροπάς του, εξέτεινε κατ' ολίγον τόσω τας δυνάμεις του προσθέτου τούτου ειρηνοδίκου, ώστε ετόλμησε να συστήση αυτεξουσίως εν Αιγίνη δικαστήριον και να ενθρονίση επί του δικαστηρίου του ένα και μόνον δικαστήν, τον πρόσθετον τούτον ειρηνοδίκην. Ο δικαστής ούτος εδέχετο όσας πολιτικάς και εγκληματικάς αγωγάς τω συνίστα ο έκτακτος επίτροπος, και τας εδίκαζεν έχων οδηγόν τας περί δικαστηρίων γενικάς διατάξεις· επεκτείνων δε την δύναμίν του και εις αυτάς τας προ της επαναστάσεως διαφοράς, εφυλάκισε τον Ιωάννην Φίλωνος, ένα των αρχόντων της Λεβαδείας, ως μη θελήσαντα κατά την απόφασίν του ν' αποτίση τω αρχιεπισκόπω Πορφυρίω παλαιόν τι χρέος. Ό,τι ενηργείτο παρά του εν Αιγίνη δικαστηρίου, ενηργείτο επίσης και παρά δικαστηρίων του αυτού χαρακτήρος συστηθέντων αλλαχού του τμήματός του. Το δικαστήριον της Αιγίνης ενεργούν υπό τοιούτον συστητήν, οδηγόν και προστάτην, δεν εσυστάλη να ζήτηση δι' επισήμου εγγράφου του πληροφορίας τινάς και παρ' αυτού του φροντιστηρίου θεωρουμένου ως υπουργείου του πολέμου. Ηγνόει το φροντιστήριον, αν και τα μέλη αυτού ήσαν μέλη του πανελληνίου, καθώς ηγνόει και πάσα άλλη Αρχή, τα περί υπάρξεως τοιούτου δικαστηρίου, και εζήτησε διασαφήσεις παρά του γραμματέως της επικρατείας και γνώμην περί του πρακτέου· και επειδή το δικαστήριον τούτο δεν εσυστήθη κατά διαταγήν της κυβερνήσεως, ηρώτησεν ο γραμματεύς της επικρατείας περί αυτό τον έκτακτον επίτροπον, όστις ωμολόγησεν, ότι το εσύστησεν αυτός εν αγνοία της κυβερνήσεως εις δ ο κ ι μ ή ν, ότι δεν ειδοποίησε περί τούτου την κυβέρνησιν μέχρι τούδε, ίνα δοκιμάση αν ευδοκίμει, και ότι, γενομένης ήδη της δοκιμής, τόσον εθεώρει ωφέλιμον την ύπαρξιν τοιούτων δικαστηρίων, ώστε επρότεινε να διατάξη η κυβέρνησις και τους άλλους εκτάκτους επιτρόπους να πράξωσι το αυτό εις παρηγορίαν του λαού. Και άλλο δεινόν έπραξεν ο έκτακτος ούτος επίτροπος. Διέταξε και ετυπώθησαν άδειαι εξαμηνιαίας διαμονής, ίνα δίδωνται παρά του υπ' αυτόν διοικητού της Αιγίνης τοις άλλοθεν του κράτους εις την νήσον ερχομένοις, επιθέσας αυθαιρέτως οκτώ γροσίων φόρον· επί των τυπωμένων δε τούτων αδειών ο μέχρι τούδε λεγόμενος πολίτης Έλλην ελέγετο υπήκοος. Το κοινόν αναγνώσαν κατά πρώτην φοράν την επωνυμίαν ταύτην, και υπολαβόν, ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να δεσπόση, εθορυβήθη, και η ενεργούσα επί της απουσίας του κυβερνήτου Αρχή έσπευσε να σβέση το καινοφανές τούτο χαρακτηριστικόν του Έλληνος· Τοιαύται πράξεις διέχυσαν εις όλας τας κλάσεις των πολιτών το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.

Πλους του κυβερνήτου μέχρι των παραλίων της Δυτικής Ελλάδος. — Συνέντευξις των αρχηγών των συμμαχικών στόλων και του Ιβραήμη. — Λειποταξία των εν Κορώνη Αλβανών. — Σύγκρουσις αυτών και των Αράβων. — Συμβιβασμός εις ασφαλή έξοδον των Αλβανών εκ της Πελοποννήσου. — Φόνος του Δελή-Αχμέτη. — Επάνοδος του κυβερνήτου εις Αίγιναν. — Νέαι δυσαρέσκειαι.

Ιούνιος ΑΠΟΠΛΕΥΣΑΣ του Πόρου ο κυβερνήτης την 15 Ιουνίου επί του αγγλικού δικρότου, αφίχθη την 16 εις Ναύπλιον και την 18 εις Μονεμβασίαν, καθ' ήν απεχωρίσθη της συνοδίας του το γαλλικόν δίκροτον ο Σκηπίων· αποβάς δε την επαύριον ήλλαξε την φρουράν, εγκαταστήσας φρούραρχον τον τοσάκις και τοσούτον κατά θάλασσαν δοξασθέντα Κανάρην· την δε 23 έφθασεν έξω της Μοθώνης, όπου απήντησε τους ναυάρχους Γάλλον και Ρώσσον και τον μοίραρχον Άγγλον.
Η καταστροφή των μερών της Πελοποννήσου, όπου εξετείνετο η δύναμις του Ιβραήμη, και η απαγωγή των αιχμαλώτων εις Αίγυπτον, την γην της δουλείας, μηδενός εναντιουμένου, διήγειραν κατ' αυτού την αγανάκτησιν της Ευρώπης, και πολλήν κατακραυγήν και κατά των ναυάρχων της συμμαχίας ως μη εμποδισάντων την αποπομπήν των αιχμαλώτων. Πολύς λόγος εγένετο κατ' εκείνων περί τούτου εν ταις βουλαίς Αγγλίας και Γαλλίας· τους εμέμφθη και αυτό το συμμαχικόν συμβούλιον, και τους διέταξε να ερευνώσιν εις το εξής προς απελευθέρωσιν όλα τα αποπλέοντα της Πελοποννήσου πλοία, και να φροντίσωσι την απόλυσιν και αυτών των εις Αίγυπτον αποσταλέντων αιχμαλώτων· τους διέταξε δε να πειθαναγκάσωσι τον Ιβραήμην εις παύσιν του επί ματαίω καταστρεπτικού πολέμου και επιστροφήν εις τα ίδια. Επί τω σκοπώ τούτω επεσκέφθησαν την 24 τον Ιβραήμην οι τρεις αρχηγοί των συμμαχικών στόλων. Ο πασάς υπέλαβεν, ότι είς των συνακολουθησάντων ήτον ο κυβερνήτης, και εταράχθη· αλλ' ησύχασε μετ' ολίγον παρατήρησας, επί τη προτάσει τινός, ότι επί της κορυφής του μεσαίου καταρτίου της ρωσσικής ναυαρχίδος εκυμάτιζεν η ελληνική σημαία εις τιμήν του κυβερνήτου εν αυτή ευρισκομένου. Επείνων, εταλαιπωρούντο και εγόγγυζαν οι Αιγύπτιοι εξ αιτίας του επικρατούντος αυστηρού θαλασσίου αποκλεισμού· τινές μάλιστα των γνωστοτέρων βουλήν έβαλαν να φύγωσι παρά γνώμην του αρχηγού· και αυτός ο αρχηγός εφαίνετο επιθυμών ενδομύχως την εις τα ίδια επάνοδον, και διά τούτο επί τη προτάσει των ναυάρχων απήτησε μόνον να επιβιβάση τον στρατόν του εις πλοία υπό τουρκικήν σημαίαν· αλλά τοιαύτα πλοία δεν ήσαν πρόχειρα· υπεσχέθη δε να απολύση τους παρ' αυτώ αιχμαλώτους, αποποιηθείς να επαναφέρη τους εις Αίγυπτον αποσταλέντας.
Εκτός των περί ων ο λόγος δυσκολιών και στενοχωριών, το στρατόπεδον του Ιβραήμη έπασχε και άλλα κακά.
Πρό τινος καιρού οι το φρούριον της Κορώνης φυλάττοντες Αλβανοί, αντιφερόμενοι προς τον Ιβραήμην οφείλοντα αυτοίς πολλά μηνιαία, κατήντησαν εις φανεράν ανταρσίαν· περί δε τα τέλη μαΐου, κορυφωθέντος του κακού, διεμοίρασαν τας εν τω φρουρίω τροφάς, και την 2 ιουνίου το εγκατέλειψαν, ως 2500, επί σκοπώ να διαβώσιν εις Ρίον, παραλάβωσι τους εκεί ομογενείς των και συναπέλθωσιν εις την πατρίδα των· αλλά φθάσαντες εις τα στενά του Κλειδίου απήντησαν ικανόν πεζικόν και ιππικόν του Ιβραήμη ερχόμενον προς τα φρούρια, συνεκρούσθησαν, και έπεσαν ικανοί. Οι Αλβανοί, θέλοντες να εξέλθωσι διά του ισθμού, εζήτησαν τα πιστά παρά των αρχηγών των Ελλήνων. Τούτο μαθών ο κυβερνήτης καθ' όν καιρόν ευρίσκετο έξωθεν της Μυθώνης, έστειλεν ως έκτακτον επίτροπόν του και πληρεξούσιον τον συμπλέοντα νεώτερον αδελφόν του, Αυγουστίνον, μεταβάντα εκ Κορυφών εις Ελλάδα αρχομένου του ιουνίου, επί σκοπώ να συμβιβάση τα περί της ασφαλούς εξόδου των και τους συνοδεύση πέραν του ισθμού. Τόσον δ' εμάνησαν οι Αλβανοί, προσβληθέντες κατά τα στενά του Κλειδίου, ώστε εζήτησαν την συμμαχίαν των Ελλήνων· αλλ' ο Ιβραήμης δεν επολέμει πλέον τους Έλληνας, και οι Έλληνες δεν ηθέλησαν ουδ' αυτοί να τον πολεμήσωσι. Πεσούσης της προτάσεως ταύτης, εζήτησαν οι Αλβανοί ασφάλειαν ζωής και τιμής επί της εντός της ελληνικής επικρατείας πορείας των.
Οι Έλληνες εδέχθησαν την αίτησίν των, αλλ' απήτησαν ν' απολύσωσι τους παρ' αυτοίς αιχμαλώτους. Οι Αλβανοί έστερξαν, και ούτως απηλευθερώθησαν 160 Χριστιανοί· συνοδευόμενοι δε υπό του Αυγουστίνου, του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών έφθασαν ασφαλώς εις Κόρινθον, όπου μαθόντες, ότι κατά τα Μέγαρα εστρατοπέδευαν πολυάριθμοι Έλληνες εφοβήθησαν να πέσωσιν εν μέσω αυτών και επαλινδρόμησαν προς το Ρίον, όπου ήσαν άλλοι ομόφυλοι των· αλλ' ο εκεί Δελή-Αχμέτης δεν ηθέλησε να τους δεχθή ένδον του φρουρίου και τους ηνάγκασε ν' αυλισθώσιν έξω. Εν τοσούτω, πλοία εις διάβασιν δεν ηύραν, και φήμη διεδόθη ότι ο Ιβραήμης, εκδίκησιν πνέων, επήρχετο πανστρατιά. Εταράττοντο ακούοντες ταύτα οι έξω Αλβανοί, και συνεταράττοντο και οι ένδον διά τον κίνδυνον των ομοφύλων των. Ο δε Δελή-Αχμέτης, θέλων να καθησυχάση τους εν τω φρουρίω, εξήλθε να συνομιλήση μετά των έξω· βαρείας δε λογοτριβής επί της συνεντεύξεως γενομένης, οργισθείς, εφόνευσεν ένα των Αλβανών, τον αυθαδέστερον· εξήφθη τότε αλληλομαχία, ο πασάς εφονεύθη, οι έξωθεν Αλβανοί ώρμησαν και εκυρίευσαν το φρούριον, θελόντων και των έσω Αλβανών, και μετ' ολίγας ημέρας επέρασαν αντικρύ και διεσώθησαν εις τα ίδια.
Ο δε κυβερνήτης, ακόλουθών τον πλουν του επί του αγγλικού δικρότου, και συνοδευόμενος υπό της ρωσσικής φρεγάτας, Ελένης, και της ναυαρχίδος, Αζόφου, ην συνήντησεν έξω της Μοθώνης, διελέχθη εν Ζακύνθω μετά του Κοδριγκτώνος, όστις εκράτησε το δίκροτον, και ηναγκάσθη ο κυβερνήτης να μεταβιβασθή επί της ρωσσικής ναυαρχίδος. Έκτοτε ούτε αγγλικόν ούτε γαλλικόν πλοίον ετέθη υπό την διαταγήν του· η δε φανερά αύτη απομάκρυνσις Γαλλίας και Αγγλίας εκ συμφώνου εθεωρήθη δικαίως υπό των Ελλήνων ως δείγμα δυσμενούς προς τον κυβερνήτην πολιτικής.
Φθάσας δε ο κυβερνήτης εις Μύτικα, επεσκέφθη το κατά την Κανδύλαν υπό τον Τσώρτσην στρατόπεδον, και μετά τετραήμερον εκεί διατριβήν ανεχώρησεν· αφ' ού δε επεσκέφθη τον Κάλαμον, όπου άφησε χρήματα εις περίθαλψιν των εκεί δυστυχών προσφύγων, και έπειτα το Δραγαμέστον, ηκολούθησε τον πλουν του και απέβη την 8 ιουλίου εις Αρμυρόν·
Ιούλιος εκείθεν διελθών το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τριπολιτσάν, κατήντησε την 13 εις τους απέναντι του Ναυπλίου Μύλους, και επιβάς επί της Ελένης, ήτις κατέπλευσεν εκεί εις παραλαβήν του, και διατρίψας δύο ημέρας έμπροσθεν του Ναυπλίου επί του πλοίου, λόγω της επικρατούσης καθάρσεως, κατέπλευσεν εις Μέγαρα την 10 προς έντευξιν του Υψηλάντου, και την επαύριον κατευωδώθη εις Πόρον, όπου ησχολήθη κυρίως εις σχέδιον τακτικής ανεγέρσεως της Τριπολιτσάς αποστείλας εκεί μηχανικόν, και εις σύστασιν εν Ναυπλίω στρατιωτικού σχολείου, του των Ευελπίδων, προς ανατροφήν τέκνων αγαθών γονέων· την δε 26 κατέπλευσεν εις Αίγιναν.
Και προ της αποδημίας του το κοινόν δεν είχε πλέον την αυτήν ευνοϊκήν διάθεσιν προς αυτόν· αλλ' η πολυήμερος απουσία του, ο τρόπος καθ' όν επολιτεύθη κατά την διάρκειάν της ο παντοδύναμος Βιάρος, και τα εν Αιγίνη παρεμπεσόντα εκορύφωσαν την δυσαρέσκειαν, ώστε άλλως άφησεν ο κυβερνήτης τους Έλληνας της πρωτευούσης, και άλλως τους ηύρε. Συνέβη δε και το εξής· κινήσαν και παρ' αυταίς ταις ξέναις Αυλαίς υπονοίας υπερφιλαρχικών σκοπών.
Περιεφέρετο εν Αιγίνη επί της απουσίας του και υπεγράφετο μυστικώ τω τρόπω έγγραφον, δι' ού ο λαός της Ελλάδος απονέμων τω κυβερνήτη την ευγνωμοσύνην του περί ων απήλαυσε καλών, και πεποιθώς επί την πατρικήν κηδεμονίαν του, απέθετεν εις χείρας του την μέλλουσαν τύχην του. Παρόμοια έγγραφα διεδόθησαν εις διαφόρους επαρχίας της Πελοποννήσου χάριν υπογραφής. Οι άνθρωποι, βλέποντες ότι τα περιέφεραν οι εύνοι της κυβερνήσεως, δεν αμφίβαλλον ότι ενήργουν κατά θέλησιν ανωτέραν, και διά τούτο ηύξαναν αι περί της χρήσεως του εγγράφου υποψίαι και οι φόβοι· η περί της υπογραφής δε ενέργεια δεν έπαυσεν ουδ' αφ' ού επανήλθεν ο κυβερνήτης. Περιέφερε το έγγραφον τούτο εις υπογραφήν κατά την μεσημβρινήν Πελοπόννησον ο υιός του Πετρόμπεη, Γεωργάκης. Επειδή δε επήλθε μεγάλη κατακραυγή, ο κυβερνήτης δέον έκρινε να δείξη, ότι εν αγνοία αυτού εγένετο το έγγραφον και ότι απηρέσκετο, και επέπληξεν αυστηρώς και εγγράφως διά του Πετρόμπεη τον υιόν του· αλλ' ο νέος ούτος αισθανόμενος την ανάγκην και τον κυβερνήτην να καθησυχάση, και προς το κοινόν μεμφόμενον αυτόν ν' απολογηθή, έγραψε προς τον κυβερνήτην επιστολήν, εξ ής κατεδεικνύετο η ενοχή του Βιάρου, αν όχι και του αδελφού του (α).
Μη ευρών δε ο κυβερνήτης, ως είρηται, ταύτην την φοράν παρά τω λαώ την εγκάρδιον υποδοχήν ην άλλοτε επανερχόμενος ηύρισκεν, αντί να επανορθώση τα εσφαλμένα και παρηγορήση τους παθόντας και εξυβρισθέντας, εσκληρύνθη. Το πανελλήνιον έσπευσε να υπάγη αυθημερόν εις χαιρετισμόν του· δεν το εδέχθη κατ' εισήγησιν του Βιάρου· το εδέχθη την επιούσαν, αλλ' η υποδοχή ήτο βαρυτέρα της αποβολής. «Ουδείς», είπε, «κάμνει το χρέος του· στρατόπεδα, ναυτικόν, πολιτικαί Αρχαί, όλοι εξηχρειώθησαν, δεν ευρίσκω συνδρομήν, μόνος εγώ τι ημπορώ να κάμω; ο Θεός μ' έδωκε νουν, αλλά δεν μ' έδωκε και δύναμιν να πλάττω ανθρώπους». Τοιούτους λόγους ήκουσε το πανελλήνιον και εξήλθε φρυάττον. Εξαιρουμένων δε των αδελφών του, του Γιαννετά καί τινων άλλων αφοσιωμένων, όλοι όσοι υπήγαν να τω προσφέρωσι το σέβας των τοιαύτα ήκουσαν. Εκτός δε της επί των οικονομικών επιτροπής, ης ο μεν πρόεδρος Κουντουριώτης, αντιπολιτευόμενος, εμόναζεν εν Ύδρα, τα δε λοιπά μέλη, ως αφοσιωμένα, ήσαν ευνοούμενα, αι εν Αιγίνη υψηλαί υπηρεσίαι έχασαν την εμπιστοσύνην του. Δικαίως έχασε την εμπιστοσύνην του έθνους η επί της αντικυβερνητικής επιτροπής συστηθείσα αντί θαλασσίου δικαστηρίου επιτροπή διά τας ανοσίας πράξεις της, και εις ανόρθωσιν της δικαστικής υπολήψεως ο κυβερνήτης αντικατέστησε δικαστάς τον Χριστόδουλον Κλονάρην, τον Γρηγόριον Σούτσον και τον Εδουάρδον Μάσσονα, και πλήρης δικαίας πεποιθήσεως εις τα φώτα και την ακεραιότητα του χαρακτήρος αυτών, επεκύρονε τας αποφάσεις των σχεδόν ανεξετάστως· αλλ' ο Βιάρος τον έπεισε να δυσπιστή και να μη τας επικυρόνη ως άλλοτε. Δυσαρεστηθέντες οι φιλότιμοι και ευσυνείδητοι δικασταί επί τη δυσπιστία ταύτη, παρητήθησαν, και εκ τούτου έπαθεν η υπόληψις και του κυβερνήτου και της υπηρεσίας, και ηύξησεν ο γογγυσμός του κοινού. Μόνος ο Μάσσων ανεκάλεσε την παραίτησίν του (β).
Προϊστάμενοι του φροντιστηρίου ήσαν ο Μαυροκορδάτος επί των ναυτικών, ο Μεταξάς επί των στρατιωτικών, και ο Ζωγράφος επί των τροφών και πολεμεφοδίων, αλλ' ουδείς απελάμβανε την εύνοιαν του κυβερνήτου. Εφόρους των πράξεων της υπηρεσίας ταύτης ήθελεν ο κυβερνήτης να εγκαταστήση τα επί των οικονομικών ευνοούμενα δύο μέλη. Υπήγαν οι επί του φροντιστηρίου προς αυτόν εις διόρθωσιν του ατόπου τούτου και ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των· αλλ' ο κυβερνήτης ούτε καν τους εδέχθη. Επί τη εξυβρίσει ταύτη παρητήθησαν ο Ζωγράφος και ο Μαυροκορδάτος ο είς κατόπιν του άλλου. Ψιθυρισμοί εγένοντο και περί άλλων παραιτήσεων, και η κυβέρνησις εκινδύνευε να στερηθή όλων των αξιωτέρων υπαλλήλων. Ο κυβερνήτης ησθάνθη την βλάβην ταύτην και τον κίνδυνον, και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη εις καταπράυνσιν του Μαυροκορδάτου, διότι, οποία και αν ήτον η προς αυτόν διάθεσίς του, ωμολόγει την ικανότητα και φιλοπονίαν του. Ο Μαυροκορδάτος ανέλαβε τα έργα του, αφ' ού διετέθησαν τα της υπηρεσίας καθ' όν τρόπον δεν έπασχεν η φιλοτιμία του· αλλά και η διόρθωσις αύτη ουδαμώς εθεράπευσε το κακόν, και το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως καθ' ημέραν εκρατύνετο.

1828

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και Μεχμέτ-Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις Αλεξάνδρειαν του Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω Αιγυπτίων στρατευμάτων. — Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα μεταξύ των συμμάχων και κοινοποιήσεις αυτών προς τον σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4 νοεμβρίου.

ΕΚΡΑΓΕΝΤΟΣ του τουρκορρωσσικού πολέμου, η Γαλλία θεωρούσα ότι ανένδοτος ήτον η Πύλη ως προς τα της Ελλάδος, και ότι ο θαλάσσιος αποκλεισμός ικανός δεν ήτο ν' αναγκάση τους Αιγυπτίους εις αναχώρησίν, συνέλαβε την ιδέαν αποστολής αγγλογαλλικών στρατευμάτων προς έξωσιν εκείνων. Αντέτεινεν εν πρώτοις η Αγγλία, επί λόγω, ότι τοιαύτη αποστολή ήτο πολέμιον έργον προς την Πύλην, και αντέβαινεν εις το γράμμα και εις το πνεύμα της ειρηνικής συνθήκης· αλλ' επιμενούσης της Γαλλίας, συγκατετέθη· μόνη δε η Γαλλία ανεδέχθη την αποστολήν εν ονόματι της συμμαχίας, και την 7 Ιουλίου υπεγράφη πρωτόκολλον κανονίζον τα περαιτέρω και συνυπεγράφη και επίσημος περί τούτου αγγελία προς την Πύλην. Πρώτιστον δε σκοπόν έχουσα η εκστρατεία αύτη την αποπομπήν των Αιγυπτίων, είχε και δευτερεύοντα, την αντιστάθμισιν των παραδουναβίων δυνάμεων της Ρωσσίας, και την ουδετέρωσιν της ένεκα του πολέμου ενδεχομένης εν Ελλάδι επιρροής αυτής.
Εν τούτοις συνήχθη γαλλικόν στράτευμα εν Τουλώνη, δεκατριών χιλιάδων, διαιρεθέν εις τρεις μοίρας υπό τρεις υποστρατήγους Τ. Σεβαστιάνην, Χιγονέτον, και Σνεϊδέρον, αρχιστρατηγούντος του Μαιζώνος. «Μέγα και ευγενές έργον», είπεν ο αρχιστράτηγος προς τους στρατιώτας επί τω απόπλω, «σας αναθέτει ο βασιλεύς, συναινούντων των συμμάχων του. Στέλλεσθε ν' απαλλάξετε της κακώσεως πολυένδοξον λαόν. Το έργον τούτο τιμά την Γαλλίαν αποδεικνύον αυτήν αξίαν των ευφημιών όλων των γενναιοφρόνων ανδρών, και σας ανοίγει στάδιον δόξης· ηξεύρετε πώς να το διανύσετε· εγγύησιν έχω το φρόνημα και την ζέσιν υμών.
«Πρώτην φοράν μετά τον ιγ' αιώνα θα φάνουν μετ' ολίγον αι γαλλικαί σημαίαι κατά τα παράλια της Ελλάδος εις λύτρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λάμψιν περιμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των θριάμβων υμών· εν οιαδήποτε θέσει και αν ευρεθήτε, μη λησμονήσετε πόσον προσφιλή συμφέροντα ενεπιστεύθητε· στερήσεις και κακουχίαι σας περιμένουν· θα τας υποφέρετε γενναίως· οι αρχηγοί θα σας δώσουν το παράδειγμα».
Και αι μεν υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον δύο μοίραι απέπλευσαν την 5 και 7 αυγούστου και κατευωδώθησαν εις το παρά την Κορώνην Πεταλίδι την 17, συγκατέπλευσε και ο αρχιστράτηγος· η δε υπό τον Σνεϊδέρον, αποπλεύσασα την 20 και πολλά παθούσα, κατευωδώθη εις Πεταλίδι την 4 σεπτεμβρίου· παρηκολούθουν δε και σοφοί χάριν επιστημονικών και αρχαιολογικών ερευνών.
Καθ' όν δε καιρόν επεβιβάζοντο αι υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον μοίραι, ο πρό τινος καιρού μεταβάς εις Αλεξάνδρειαν Κοδριγκτών επειθανάγκασε τον Μεχμέτ-Αλήν, επί απειλή αποκλεισμού των παραλίων της Αιγύπτου, να συνυπογράψη την 2α Ιουλίου συνθήκην επί αμοιβαία απολύσει των εν Ελλάδι αιχμαλώτων Ελλήνων ή Αιγυπτίων· εκτός των θελόντων να μείνωσι παρά τοις κυρίοις αυτών, επί επιστροφή των προς τον Μεχμέτ-Αλήν, μετά την μάχην του Νεοκάστρου, προαποσταλέντων, επί εξαγορά των παρά τοις ιδιώταις δουλευόντων, διά συνδρομής του Μεχμέτ-Αλή, επί αποδόσει του πληρώματος αιγυπτίας τινός κορβέττας αλωθείσης υπό των Ρώσσων έξωθεν της Μοθώνης, επί επανόδω εις Αίγυπτον των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων στρατευμάτων, επί αποστολή πλοίων παρά της αιγυπτίας Αρχής εις μεταβίβασιν αυτών υπό την επαγρύπνησιν αγγλικών και γαλλικών, και επί διατηρήσει υπό σημαίαν τουρκικήν των φρουρίων Πατρών, Ρίου, Χλουμουτσίου, Μοθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου. Κατά την συνθήκην ταύτην παρέδωκεν ο Μεχμέτ-Αλής 172 αιχμαλώτους δουλεύοντας εν τοις ναυστάθμοις της Αλεξανδρείας. Αλλά, πριν ενεργηθώσι τα της συνθήκης ως προς την κένωσιν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ελλάδα το γαλλικόν στράτευμα. Ο Ιβραήμης είχεν ήδη δεχθή την συνθήκην, αλλά παρενέβαλε δυσκολίας ως προς την αναχώρησίν του· εφαίνετο δε ότι δεν εφοβείτο τους Γάλλους, νομίζων ότι τα εν Αλεξανδρεία συνομολογηθέντα τον επροφύλατταν από πάσης βίας·
Σεπτέμβριος αλλ' επί τέλους απέπλευσεν η μεν πρώτη μοίρα του στρατεύματός του την 4 σεπτεμβρίου, το δε υπόλοιπον και αυτός την 23· οι δυο δε απόπλοι εγένοντο υπό την επαγρύπνησιν συμμαχικών πλοίων έως εις Αλεξάνδρειαν. Ήσαν δε όλοι οι αποπλεύσαντες κατά μεν τον Μαιζώνα 21,000, κατά δε άλλους 15,000, εξ ών πολλοί ασθενείς· οι δε κατά διαφόρους καιρούς εξ Αιγύπτου ελθόντες ελογίζοντο 40,000. Τοιούτον το τέλος της εις Ελλάδα αιγυπτίας εκστρατείας.
Πολλάκις είδαμεν, ότι κατέβαλαν οι Έλληνες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου πολεμούντες άτακτοι προς ατάκτους· αλλά τοιαύτη είναι η υπεροχή των τακτικών, ώστε οι καταβαλόντες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου Έλληνες κατεβλήθησαν επί Ιβραήμη υπό αγενών αλλά τακτικών Φελλάχων, και δεν ανηγέρθησαν ειμή διά της χειρός των συμμάχων. Τα πράγματα όμως απέδειξαν, ότι ουδεμιάς ξένης χειρός χρείαν θα είχεν η Ελλάς, αν ο πασάς της Αιγύπτου δεν ήρχετο εις αντίληψιν του κυριάρχου του διά της τακτικής του δυνάμεως ικανής βεβαίως να καταστρέψη τω καιρώ εκείνω και αυτόν τον κυριάρχην του.
Αναχωρούντος δε του Ιβραήμη, έμειναν τα φρούρια της Πελοποννήσου υπό σημαίαν τουρκικήν κατά την συνθήκην της Αλεξανδρείας. Ο Κοδριγκτών έμαθε κατά πρώτον παρά του Μεχμέτ-Αλή, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις, καθ' όν καιρόν επρόβαλαν την κένωσιν της Πελοποννήσου, έστερξαν να διαμείνωσι τα φρούρια υπό την εξουσίαν της Πύλης· διά τον λόγον τούτον, και διότι δεν ενέδιδεν άλλως ο Μεχμέτ-Αλής, ηναγκάσθη να δεχθή τον αυτόν όρον (α)· αλλ' η συμμαχία δεν τον εθεώρησεν υποχρεωτικόν, διότι η Πύλη ούτε τον εδέχθη, καθ' όν καιρόν επροβλήθη, ούτε, και αφ' ού εγράφη εν τη κατά την Αλεξάνδρειαν συνθήκη, απήτησε την εκτέλεσίν του, ως οφείλουσα να δεχθή και όσα άλλα οι πρέσβεις τη επρόβαλαν τω καιρώ εκείνω υπέρ της Ελλάδος, και προ πάντων την μεσιτείαν των αυλών και την παύσιν του πολέμου· διά τα αίτια ταύτα ο Μαιζών, συναινούσης της συμμαχίας, απεφάσισε να κενώση τα φρούρια διά της βίας, και την επαύριον του απόπλου του Ιβραήμη, ό εστι την 24, απέστειλε στρατεύματα, τα μεν υπό τον Δουρριόν τα δε υπό τον Χιγονέτον, εις κυρίευσιν των φρουρίων Νεοκάστρου και Μοθώνης. «Ούτε παραδιδόμεθα, ούτε πολεμούμεν», απεκρίθησαν οι εν τω Νεοκάστρω. Τότε ανέβησαν οι περί τον Χιγονέτον τα τείχη και εκυρίευσαν το φρούριον αμαχητί. Τα αυτά απεκρίθησαν και οι εν Μοθώνη την επαύριον. Ανέτρεψαν τότε οι περί τον Δουρριόν τας προς της ξηράν και προς την θάλασσαν πύλας του φρουρίου διά της συμπράξεως των πληρώματος δύο δικρότων, του μεν γαλλικού, του δε αγγλικού, και το εκυρίευσαν και ούτοι αμαχητί. Μετά δε την κυρίευσιν των δύο τούτων φρουρίων, εξεστράτευσαν αυθημερόν οι Γάλλοι υπό τον Σεβαστιάνην προς την Κορώνην· και, επειδή ουδ' εκείνοι υπήκουσαν, επεχείρησαν την επαύριον ν' αναβώσι τα τείχη. Οι Τούρκοι, ρίπτοντες άνωθεν λίθους, έβλαψαν τους Γάλλους αναβαίνοντας, και τους ηνάγκασαν έχοντας διαταγήν να μη τουφεκίσωσι πρώτοι, αν δεν ετουφεκίζοντο, να καταβώσι βεβλαμμένοι. Αλλά βεβαιωθέντες οι έγκλειστοι ότι παρεδόθη αμαχητί η Μοθώνη, ήνοιξαν τας πύλας του φρουρίου την επαύριον. Αντίστασιν ηύραν κατ' αρχάς οι υπό τον Σνεϊδέρον αποβάντες κατά τα παράλια της Αχαΐας εις έξωσιν των εν τοις φρουρίοις των Πατρών και του Ρίου Τούρκων.
Οκτώβριος Αλλ' αφ' ού επλησίασαν εντός βολής κανονίου, υπέγραψαν την 7 Οκτωβρίου την παράδοσιν των δύο τούτων φρουρίων ο φρούραρχος αυτών Χατσή-Αβδουλάς και οι λοιποί· καθ' ήν όμως ημέραν επρόκειτο η παράδοσίς των, οι εν τω Ρίω απέρριψαν την συνθήκην παρά γνώμην του φρουράρχου και ήρχισαν εκ νέου πρώτοι πόλεμον· αλλά μετά τινας ημέρας πολεμούμενοι και διά ξηράς και διά θαλάσσης, ελθόντων και άλλων στρατευμάτων υπό τον Χιγονέτον, και άλλων πολεμικών πλοίων και αυτού του Μαιζώνος, και φοβηθέντες την ετοιμαζομένην έφοδον παρεδόθησαν την 18. Εικοσιπέντε Γάλλοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της πολιορκίας ταύτης· οι δε εντός των πεσόντων φρουρίων, όλοι 2800, απεστάλησαν ασφαλώς εις τα ίδια· υψώθησαν και εφ' όλων των φρουρίων αι τρεις συμμαχικαί σημαίαι. Τοιουτοτρόπως εκενώθη όλη η Πελοπόννησος.
Οι δε πρέσβεις των τριών αυλών, συνελθόντες εις Κορυφούς, απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Πόρον παρά τη ελληνική κυβερνήσει προς λύσιν διά της συμπράξεως αυτής των εν τη συνθήκη διαλαμβανομένων τεσσάρων ζητημάτων, ήτοι, της οροθεσίας, του φόρου, της αποζημιώσεως των τουρκικών ιδιοκτησιών, και της εγκαταστάσεως Αρχής συνεργεία και της Πύλης. Πριν δε αναχωρήσωσιν εκ Κορυφών, ανήγγειλαν τω κυβερνήτη τον σκοπόν των, και λαβόντες απάντησιν, δι' ής υπέσχετο την συνδρομήν του εις λύσιν των ανωτέρω ζητημάτων, ανεχώρησαν την 29 αυγούστου και κατέπλευσαν εις Πόρον την 4 σεπτεμβρίου· δι' έλλειψιν δε καταλλήλων κατοικιών, διέμεινεν έκαστος επί του μετακομίσαντος αυτόν βασιλικού πλοίου.
Εν ώ δε διέτριβαν οι τρεις πρέσβεις εν Επταννήσω, οι της Γαλλίας και Αγγλίας έγραψαν τη Πύλη, προβάλλοντες να στείλη, και αύτη πληρεξούσιόν της εις το Αιγαίον κατά την συνθήκην προς εξίσασιν των πολιτικών διαφορών αυτής και της Ελλάδος, και λέγοντες ότι εκτός του πληρεξουσίου Έλληνος θα παρευρίσκετο και πληρεξούσιος Ρώσσος, διότι ο αυτοκράτωρ, αν και πολέμιος της Πύλης επί του Δουνάβεως, έφερε χαρακτήρα μεσίτου, ως και οι δύο σύμμαχοι του, εν τη Μεσογείω. Απέρριψε την πρότασιν ταύτην η Πύλη επί λόγω, ότι δεν παρεδέχετο την εφαρμογήν ως προς την Ελλάδα των εν χρήσει προς κυβερνήσεις τύπων, και ότι η παρουσία πληρεξουσίου Ρώσσου αντέκειτο προς την πολέμιον διαγωγήν της αυλής εκείνης, και ουδόλως εδείκνυε τον ειλικρινή σκοπόν των φιλικών προς την Πύλην διακοινώσεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η Πύλη ήθελε και το περί Ελλάδος ζήτημα ν' αποφύγη, και την συμμαχίαν της Ρωσσίας και των άλλων αυλών δι' άλλων και διά των πλαγίων τούτων τρόπων να διαλύση· διά τον σκοπόν τούτον καλέσασα τους δύο πρέσβεις κατ' ευθείαν την πρώτην φοράν εις Κωνσταντινούπολιν και μη εισακουσθείσα, καλέσασα αυτούς και δευτέραν διά γραμμάτων προς τας κυβερνήσεις των και μηδέ τότε εισακουσθείσα, τους εκάλεσε και τρίτην κατά την ενεστώσαν περίστασιν, αλλ' ούτε και κατ' αυτήν επέτυχε.
Εν τοσούτω, εξάμηνον παρήλθεν αφ' ού τα ρωσσικά στρατεύματα επάτησαν τα χώματα της Τουρκίας, και η Πύλη έπνεεν ως εξ αρχής πόλεμον. Η δε Ρωσσία, θέλουσα να στενοχωρήση έτι μάλλον τον σουλτάνον, απεφάσισε ν' αποκλείση την βασιλεύουσάν του. Ο στόλος της εμπόδιζεν ήδη την μετακόμισιν παντός είδους τροφής διά του Βοσπόρου· ανοικτός όμως ήτον ο Ελλήσποντος, και εχρειάζετο προς εκτέλεσιν του σκοπού να κλείση και αυτόν· αλλ' εχρειάζετο τότε ν' αναλάβη εν τη Μεσογείω ον χάριν της συμμαχίας κατέθεσε πολέμιον χαρακτήοα, και ειδοποίησε τας συμμάχους Δυνάμεις περί τούτου. Εις άκρον ωργίσθη η Αγγλία επί τη ειδοποιήσει ταύτη, και εθεώρησε την Ρωσσίαν παραβάτιν των συνομολογηθέντων. Τοιαύτην την εθεώρησε και η Γαλλία, ώστε η Ρωσσία ηναγκάσθη να παραιτηθή του σκοπού τούτου.
Αφ' ού δε τα γαλλικά στρατεύματα ηλευθέρωσαν την Πελοπόννησον, επρότεινεν η Γαλλία εις εξασφάλισιν αυτής από πάσης έξωθεν εχθρικής προσβολής να ενεργηθή έν των τριών· ή η Πύλη να κηρύξη ανακωχήν, ή αι Δυνάμεις να παραλάβωσι την Πελοπόννησον υπό την προσωρινήν εγγύησίν των, ή η Πελοπόννησος να τεθή εις ασφαλή θέσιν διά της πέραν του ισθμού εκστρατείας των Γάλλων προς έξωσιν των εν Αττική και Ευβοία Τούρκων, ως μη ασφαλιζομένη, αν δεν είχε προπύργια· και την μεν υπερίσθμιον εκστρατείαν απεδοκίμασε το αγγλικόν υπουργείον υπό διαφόρους λόγους, και επρότεινεν εξ εναντίας να διαταχθή η ελληνική κυβέρνησις να φέρη εντός του ισθμού τα εκτός στρατεύματά της· εδέχθη δε να τεθώσιν η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι Κυκλάδες υπό την προσωρινήν εγγύησιν της συμμαχίας άνευ ουδεμιάς βλάβης της μετά ταύτα διαγραφησομένης οροθεσίας. Πολλού δε λόγου περί των ζητημάτων τούτων γενομένου παρά τοις συμμάχοις, ενεκρίθη επί τέλους παρά πάντων η τελευταία αύτη γνώμη, και συνετάχθη και πρωτόκολλον την 4 νοεμβρίου, δι' ού ανεκαλείτο και ο γαλλικός στρατός, μη εμποδιζομένης της Γαλλίας ν' αφήση εν Πελοποννήσω μέρος αυτού προς καιρόν, αν το ενέκρινεν, ως δείγμα και ενίσχυσιν της εγγυήσεως. Ανηγγέλθη δε εγγράφως τη Πύλη η περί ης ο λόγος εγγύησις διά του παρ' αυτή πρέσβεως των Κάτω-Χωρών, δι' ού ενηργείτο η των τριών αυλών και της Πύλης ανταπόκρισις μετά την από Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησιν των πρέσβεων.

1828-29

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΗ'.

Κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. — Πολεμικά συμβάντα εν Κρήτη. — Αδράνεια των υπό τον Υψηλάντην στρατευμάτων. — Ανάκτησις όλης σχεδόν της Ανατολικής Ελλάδος. — Κυρίευσις Βονίτσης. — Πανώλης εν Καλαβρύτοις.

ΚΑΘ' ον δε καιρόν διέβη εις Μύτικα ο κυβερνήτης, όπου έλαβεν ακριβή γνώσιν των εκεί πραγμάτων, εσχεδιάσθη η κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. Το Μεσολόγγι επολιορκείτο διά θαλάσσης, αφ' ού ο Άστιγξ ανήγειρεν επί του Βασιλαδίου την πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν, και δεν ελάμβανεν η φρουρά του τροφάς εκείθεν· αλλ' ο αμβρακικός κόλπος και το Μακρυνόρος ήσαν υπεξούσια των Τούρκων, και διαμετεκομίζοντο τροφαί και παντός είδους αναγκαία εις Μεσολόγγι και ευκόλως και αφθόνως. Οι Βαλτινοί, οι φαινόμενοι προσκυνημένοι, ήσαν έτοιμοι να κλείσωσι τα στενά του Μακρυνόρους, αν έβλεπαν ελληνικήν δύναμιν εν τω κόλπω· η κατάληψις λοιπόν αυτού εφαίνετο η βάσις των μελετωμένων πολεμικών εργασιών κατ' εκείνο το μέρος, και τούτου χάριν επανελθών ο κυβερνήτης εις Πόρον, ησχολήθη εις συγκρότησιν και αποστολήν κατά τον κόλπον εκείνον στολίσκου και διώρισεν αρχηγόν αυτού τον Πασάνον.
Εμφανισθέντος δε του στολίσκου κατά τον Μύτικα, εκινήθη όλον το στράτευμα, και επί σκοπώ να συμπράξη κατά της Πρεβέζης κατέλαβε το παρά το Άκτιον (Πούνταν) Χελογύβαρον.
Σεπτέμβριος Την δε 11 σεπτεμβρίου έφθασεν ο στολίσκος πλησίον του αμβρακικού κόλπου, και ο Πασάνος ανέβη εις την Καρτερίαν. Το ατμόπλουν τούτο, ως και η Επιχείρησις, και το μονοκάταρτον η Μέδουσα σφοδρώς εκανονοβόλουν το φρούριον του Παντοκράτορος, και υπό την κανονοβολήν αυτών τα πλοιάρια επροχώρουν^ αλλά και ο άνεμος δεν ήτο δεξιός και η ρύμη σφοδρά· όθεν ο είσπλους ανεβλήθη εις την αύριον. Εκινήθησαν την αύριον ως και την προτεραίαν και επροχώρησαν πάλιν προς το στόμα· αλλ’, επειδή ο άνεμος ήτον απόγαιος, ηναγκάσθησαν να εγκαρτερήσωσι πολλάς ώρας υπό την πυροβολήν της Πρεβέζης. Προς δε την μεσημβρίαν έπνευσε βοηθός άνεμος· εζήτησαν τότε οι ναύται να εισπλεύσωσιν υπό την οδηγίαν του επί της Καρτερίας αρχηγού· αλλ' ο αρχηγός, προφασιζόμενος ασθένειαν, απεποιήθη να τους οδηγήση αυτοπροσώπως. Συνηθισμένοι οι Έλληνες να βλέπωσι πάντοτε πρωταγωνιστήν τον αρχηγόν, και βλέποντες τον Πασάνον υπεκφεύγοντα τον κίνδυνον επαλινδρόμησαν την νύκτα της 13 εις Μύτικα.
Εν ώ δε αι ναυτικαί εργασίαι oλοτελώς απέτυχαν, αι της ξηράς ευτύχησαν παρά πάσαν προσδοκίαν. Η δεξιά πτέρυξ του στρατεύματος, η υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον (α), κατέλαβε το Λουτράκι, εκυρίευσε μίαν αλιάδα, και δι' αυτής εκυριεύθησαν έξ πλοιάρια τουρκικά και εφωπλίσθησαν. Μετακομισθέντων δε και 100 ναυτών άλλοθεν, εκόπη η συγκοινωνία Πρεβέζης και Καρβασαρά. Οι Τούρκοι, βλέποντες τα γεγονότα, εφώπλισαν έν δικάταρτον και μίαν κανονοφόρον. Εν τούτοις, βλέποντες οι επανελθόντες εις Μύτικα άπρακτοι ναύται το κατόρθωμα των ελληνικών στρατευμάτων, εμβάντες εις τέσσαρα ένοπλα πλοιάρια υπό την οδηγίαν του Ανδρέα Κωφού, του Ανδρέα Τενεκέ, του Ανάσταση Παρασκευά και του Κωνσταντίνου Θεοφίλου, ωρκίσθησαν να εισπλεύσωσιν άνευ του αρχηγού, και τω όντι 4 ώραν μετά την μεσημβρίαν της 21 εισέπλευσαν υπό σφοδρότατον πυροβολισμόν της Πρεβέζης και του Ακτίου εις έκστασιν των παρευρεθέντων θεωρούντων το στόμα του κόλπου αδιάβατον εξ αιτίας των εις υπεράσπισιν αυτού κανονοστασίων και της στενότητός του, διότι βολή τουφεκίου αφικνείται από του ενός εις το άλλο χείλος. Εισελθόντα δε τα ελληνικά πλοιάρια εκυρίευσαν 40 των υπό σημαίαν τουρκικήν ευρεθέντων εν τω κόλπω και εβύθισαν κανονοβολούντα την κανονοφόρον· ηνάγκασαν δε το δικάταρτον να διασωθή εις Σαλαχώραν. Είς μόνος εφονεύθη επί του είσπλου, ο Κωφός, τρεις δε επληγώθησαν, εν οίς και ο Τενεκές· τόσον δε ηρίστευσαν τα πληρώματα των τεσσάρων ενόπλων πλοιαρίων, ώστε ο αρχιστράτηγος έγραφεν, ότι ουδέποτε άνθρωποι εφάνησαν αξιότεροι της ευγνωμοσύνης της πατρίδος των. Εν τούτοις η ανέλπιστος ανανδρία του Πισινού και η ασύνετος διαγωγή του προς την ιόνιον κυβέρνησιν ηνάγκασαν τον κυβερνήτην ν' αντικαταστήση τον Αντώνην Κριεζήν, άνδρα γενναίον και συνετόν.
Τα δε εν τω κόλπω ελληνικά πλοιάρια, καταστρέψαντα την εν αυτώ εχθρικήν δύναμιν εξέπλευσαν· αλλ' εισέπλευσαν εκ νέου περί τα τέλη νοεμβρίου αβλαβώς, επικρατούσης αντιπνοίας και υπό βαρύν κανονοβολισμόν των φρουρίων, και ενδιέμειναν. Και ταύτα μεν τα κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.
Η δε άφιξις του Ρεϊνέκου εις Κρήτην αναζωογόνησε τον αγώνα. Οι Κρήτες, συγκεντρωθέντες περί τα τέλη του Ιουλίου εις Πρόσνερον, ως τρισχίλιοι, εξεστράτευσαν· και οι μεν κατέλαβαν την θέσιν του Διγενή, οι δε την του Αλιγάνου,
Αύγουστος οι δε προσέβαλαν την 1 αυγούστου τους εν Μάλαξα Τούρκους και τους απέκλεισαν εντός τριών οικιών. Συνενωθέντες δε και οι καταλαβόντες τας δύο ανωτέρω θέσεις, απέκρουσαν κατά το Νερόκουρον ευτυχώς τους υπό τον Μουσταφά εξελθόντας των Χανιών προς βοήθειαν των εν Μάλαξα, και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις το φρούριον κακώς έχοντας, καταδιώκοντές τους μέχρι βολής κανονίου· πολλοί εχθροί εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά την συμπλοκήν ταύτην· εφονεύθη και ο κεχαγιάς του πασά, εφονεύθησαν και 10 Έλληνες και επληγώθησαν 20. Οι Έλληνες έπραξαν εν τη περιστάσει ταύτη έργον αξιοσημείωτον ως ασύνηθες. 30 Τούρκοι, αποκοπέντες των άλλων, πολιορκηθέντες εν Νεροκούρω και παραδοθέντες, εστάλησαν αβλαβείς εις Χανιά· πολλά δε και πολυειδή λάφυρα έπεσαν εις χείρας των νικητών. Μετά την μάχην ταύτην το ελληνικόν στράτευμα επάτησεν ακωλύτως τον Αποκόρωνα και ηνάγκασε τους εκεί εχθρούς να καταφύγωσιν εις Σούδαν. Μετά δε την κατά το Νερόκουρον ήτταν εστάλησαν τουρκικά στρατεύματα εις Λάκκους, αλλ' απέτυχαν. Εν τούτοις οι Έλληνες ενεδρεύοντες πολλαχού εφόνευσαν την 13 κατά την Μεσαράν τον επ' ανδρία και ωμότητι γνωστόν Αγριολίδην, αρχηγόν των τουρκικών όπλων του Μεγάλου Κάστρου, και τον απεκεφάλισαν. Τον φόνον τούτον μαθόντες οι εν τω φρουρίω, και ιδόντες το πτώμα ενώπιον αυτών ακέφαλον εφρύαξαν, και κλείσαντες τας πύλας έπεσαν ξιφήρεις επί τους δυστυχείς Χριστιανούς, τους μεν σφάζοντες τους δε ρίπτοντες εις την θάλασσαν, εις τα πηγάδια, και εις τους αποπάτους· ούτε κοράσια ούτε βρέφη ελυπήθησαν· 750 πτώματα ελογίσθησαν μόνον τα εν ταις πλατείαις και αγυιαίς της πόλεως, και εκ των ανδρών μόνος σχεδόν ο μητροπολίτης διεσώθη καταφυγών εις το παλάτιον του πασά· δεν εξιλεώθησαν δε θύοντες τους εν τω φρουρίω Χριστιανούς, αλλ' ώρμησαν και εις τα πέριξ σφάζοντες και εκεί ανηλεώς τους μη πταίσαντας. Εμιμήθησαν και οι Ρεθύμνιοι τους Καστρινούς, και εξελθόντες την 19 διά νυκτός έπεσαν τα εξημερώματα είς τινα χωρία και έσφαξαν υπέρ τους 60 Χριστιανούς, εν οίς και τον ιερέα ενός των χωρίων λειτουργούντα. Η είδησις αύτη μετέβαλε την προς τους πάσχοντας Κρήτας δυσμενή διάθεσιν των εν Πόρω τότε διατριβόντων πρέσβεων επί το ευνοϊκώτερον, και έκτοτε ηυξήθη ο αριθμός των επί της νήσου οπλοφόρων Ελλήνων.
Εκείναις ταις ημέραις έπλεεν υπό το ακρωτήριον της παλαιάς Σούδας η λέμβος του ελληνικού πλοίου, Ηρακλέους, καταδιώκουσα εχθρικόν πλοιάριον. Τούρκοι τινες ενεδρεύοντες ετουφέκισαν αίφνης τους εν αυτή, εφόνευσαν δύο, και επλήγωσαν πέντε.
Μεσούντος δε του οκτωβρίου, έφθασεν εις Χανιά ο διαδεχθείς τον Κοδριγκτώνα, ανακληθέντα, Μαλκώλμης, και επρόβαλεν εν ονόματι της συμμαχίας ανακωχήν. Οι Έλληνες την εδέχθησαν, αλλ' ο Μουσταφάς την απέρριψεν.
Αναχωρήσας ο Μαλκώλμης, άφησε τοποτηρητήν του τον πλοίαρχον Μαιτλάνδον, και επί τη επανειλημμένη προτροπή αυτού εδέχθη ο Μουσταφάς την ανακωχήν· αλλά οι φόνοι, αι λεηλασίαι και αι καταστροφαί δεν έπαυσαν.
Ολίγαι παρήλθαν ημέραι αφ' ού απεστάλησαν τα εν Τροιζήνι στρατεύματα εις Μέγαρα και επληθύνθησαν εις οκτακισχιλίους, όλους Στερεοελλαδίτας· αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν διέμειναν αργά επτά μήνας· αργά τα ηύραν ότ' έφθασαν και οι πρέσβεις εις Πόρον· χειρ αόρατος εφαίνετο αναχαιτίζουσα αυτά, και το κοινόν εγόγγυζε δικαίως. Μόλις αι υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν και Γιαννάκην Στράτον χιλιαρχίαι και η υπό τον Νικολόν Τσαβέλλαν πεντακοσιαρχία απεσπάσθησαν την 11 του γενικού στρατοπέδου και εστράτευσαν κατά τας επαρχίας Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εις εμπόδιον εισαγωγής τροφών εις Ναύπακτον.
Αποβάντες ούτοι εις το παράλιον της Σεργούλας πλησίον των Τριζωνίων, εκυρίευσαν τας επαρχίας Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου, εξελάσαντες τους εν αυταίς κατέχοντας θέσεις εχθρούς. Η είδησις αύτη κατετάραξε τον Αχμέτ-Πρέβισταν, όστις τεταγμένος ως εκτελεστική δύναμις της επαρχίας Κραββάρων, έσπευσε ν' αρπάση όσα ηύρε γεννήματα και τρόφιμα και να κλεισθή εν Λομποτινά, χωρίω της αυτής επαρχίας· εμελέτησε δε να συλλάβη και προκρίτους άλλων τινών χωρίων· αλλ' ούτοι επρόφθασαν και επεκαλέσθησαν εν καιρώ την βοήθειαν των εκστρατευσάντων ομογενών, οίτινες και αυτούς κινδυνεύοντας ελύτρωσαν, και την Λομποτινάν επολιόρκησαν. Γνωσθείσης δε της πολιορκίας, 250 των εν Ναύπακτω εξεστράτευσαν εις βοήθειαν αλλ' ο Γιάννης Φαρμάκης, καταλαβών την θέσιν του Σκοπού, εματαίωσε το σχέδιον. Εν τούτοις ήλθαν άγγελοι λέγοντες τοις πολιορκηταίς, ότι οι εν Πατρατσικίω υπάρχοντο υπό τον Οσμάμπασαν και τον Ασλάμπεην· τότε οι μεν των πολιορκητών, ων ο αριθμός ηυξήθη, αφέντες την πολιορκίαν κατέλαβαν τας εμπροσθινάς θέσεις προς την Αλογόβρυσιν επί των ορίων του Λοιδωρικίου και του Πατρατσικίου, οι δε ετοποθετήθησαν κατά την Οξιάν προς αντίστασιν.
Οκτώβριος Εν τοσούτω οι εν Λομποτινά εχθροί, εμψυχωθέντες υπό των κινημάτων τούτων, εισώρμησαν την 14 και 16 Οκτωβρίου επί τους πολιορκούντας και κατέχοντας το Μυρμηγκάκι και επολέμησαν· αλλ' επανήλθαν εις Λομποτινάν κακήν κακώς, αφήσαντες κατά τας δύο ταύτας μάχας επί του πεδίου της μάχης 50 νεκρούς, εν οίς και τον ανιψιόν του Πρώτιστα. Κατησχύνθη συγχρόνως και ο φρούραρχος των Σαλώνων Μεχμέτ-Δεβόλης, εκστρατεύσας κατά των περί τον Πανομάραν και τον Μαστραπάν έξωθεν του Αντιρρίου διαμενόντων. Οι δε υπό τον Οσμάμπασαν, τον Ασλάμπεην και άλλους αρχηγούς εστρατοπέδευσαν εν πρώτοις έξωθεν του Γαρδικίου δύο ώρας μακράν των ημετέρων, ελογίζοντο δε 1500 και επροχώρησαν αυθημερόν προς την Οξιάν μίαν ώραν μόνον μακράν του ενδιαμένοντος ελληνικού στρατοπέδου. Οι Έλληνες εφώρμησαν, και κατ' αρχάς μεν τους ηνάγκασαν να εγκαταλείψωσι τους προμαχώνας των και ν' αποχωρήσωσιν εις την επάνω ράχιν· αλλά, σφοδράς μάχης επί της θέσεως εκείνης γενομένης, απεκρούσθησαν· εσπέρας δε επελθούσης, οι Τούρκοι επανήλθαν εις Γαρδίκι και εις του Βλαχιώτη το μνήμα. Εν τοσούτω, βλέποντες οι εν Λομποτινά, ότι εις μάτην ανέμεναν έξωθεν βοήθειαν, απεφάσισαν να διασωθώσιν εις Ναύπακτον φεύγοντες, και την 22 όρθρου βαθέος εξήλθαν, εν ώ έβρεχε ραγδαίως. Βραδέως εγνώρισαν οι Έλληνες την φυγήν των, έτρεξαν κατόπιν των, εφόνευσαν 100, και εζώγρησαν πλειοτέρους, εν οίς και τον Αχμέτ-Πρέβισταν, επήραν δε και πλούσια λάφυρα. Οι δε λοιποί, ως 150, εν οίς και ο Καφτάναγας, διεσώθησαν εις Ναύπακτον.
Μαθόντες δε την των εν Λομποτινά φυγήν οι περί τον Οσμάμπασαν και τον Ασλάμπεην επανήλθαν και αυτοί εις Πατρατσίκι καταδιωκόμενοι.
Την δε 24 εκινήθη το γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Υψηλάντην.
Φθάσασα η προφυλακή του εις Χώστια παρά τους πρόποδας του Ελικώνος, απήντησε 200 εχθρούς, οίτινες προσβληθέντες κατέφυγαν εις το μοναστήριον του Δομπού· αλλ' εκεί τους απέκλεισεν η προφυλακή, έκοψε το νερόν, και τους εβίασε να παραδοθώσι την 31 υπό συνθήκην, παραδόσαντας τα όπλα και τας σημαίας. Οι όροι δε της συνθήκης όχι μόνον ακριβώς ετηρήθησαν, αλλά και υπέρβασις αυτών επ' ωφελεία των παραδοθέντων έγεινεν (β).
Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθη το μοναστήριον του Δομπού, εκυριεύθη και η Αράχωβα, φυγούσης της τουρκικής φρουράς. Οι Έλληνες εκυρίευσαν εξ εφόδου και την οχυράν θέσιν του Στεβενίκου, όπου εστάθμευαν 110 Τούρκοι και 30 Χριστιανοί υπό τινα Γιάννην Ζεληνιώτην και 45 μεν των φρουρούντων εθανάτωσαν, διαρκούσης της μάχης, τους δε λοιπούς αιχμαλώτισαν και απέστειλαν αβλαβείς εις Λεβαδείαν· είς των νικητών εφονεύθη και δύο επληγώθησαν.
Εκτός δε του επικρατούντος ρωσσικού πολέμου απασχολούντος όλην την προσοχήν και όλας τας δυνάμεις της Πύλης, συνέβησαν κατ' εκείνας τας ημέρας και αλληλομαχίαι βαρείαι του Κιουταχή καί τινων σημαντικών Αλβανών, αίτινες έφεραν τους εν Ελλάδι ομοφύλους των εις τελείαν απελπισίαν.
Εσκόπευεν ο Κιουταχής προ καιρού κατά διαταγήν της Πύλης να καταστρέψη τινάς των ισχυροτέρων Αλβανών ως αντιπράττοντας εις τους υπέρ της στρατιωτικής μεταρρυθμίσεως σκοπούς της, και ονομαστί τον Σελιχτάρ-Πόδαν, τον Εσήμπεην, τον Αβδουλάμπεην και τον Ισμαήλμπεην, και επί σκοπώ τούτω τους εκάλεσεν εις Ιωάννινα. Ούτοι υποπτεύσαντες συνήλθαν εις Μπεράτι, όθεν έστειλαν προς τον πασάν τον Ισμαήλμπεην, όστις εφονεύθη, εν ώ ανέβαινε την κλίμακα του παλατίου. Φοβηθέντες οι ισχυροί της Αλβανίας περί της ζωής των παρημέλουν έκτοτε τα συμφέροντα του κράτους· απηλπίσθησαν και οι κατά την Ανατολικήν Ελλάδα διεσπαρμένοι ομογενείς των, και οι πλείστοι αυτών βλέποντες, ότι οι Έλληνες εφάνησαν εσχάτως πιστοί φύλακες των συνθηκών και ευμενείς προς τους παραδοθέντας, απεφάσισαν ν' αναχωρήσωσιν αμαχητί και ένσπονδοι εις τα ίδια. Και πρώτοι μεν οι κατέχοντες το Δίστομον, τα Ζεμενόν και το μοναστήριον του Οσίου Λουκά ανεχώρησαν ανεπηρέαστοι, αφήσαντες υπό την κυριότητα των Ελλήνων δύο κανόνια καί τινα πολεμεφόδια· ανεχώρησαν δε μετά ταύτα και οι κατέχοντες την Λεβαδείαν, το παράλιον των Σαλώνων και την Σκρηπούν· κατόπιν ανεχώρησαν και οι κατέχοντες την επαρχίαν του Ταλαντίου· εγκατέλειψαν οι εχθροί και το φρούριον της Βοδωνίτσης και το Τουρκοχώρι· απεδιώχθησαν και εκ της Τοπόλιας, όπου αντιστάσεως γενομένης εσκοτώθησαν 20 και ηχμαλωτίσθησαν πέντε· 60 δε των εκεί εκλείσθησαν εντός τινος προμαχώνος επί της κορυφής του χωρίου, αλλά και ο προμαχών εκυριεύθη εξ εφόδου, και 10 των εν αυτώ εθανατώθησαν. Οι Έλληνες εξεστράτευσαν επί τους κατέχοντας τας οχυράς θέσεις της Κακής Σκάλας και της Άμπλιανης. Οι εν τη Κακή Σκάλα εκλείσθησαν έν τινι αποκρήμνω μέρει προς την Κορακόβρυσιν ιδόντες τους Έλληνας επερχομένους·
Νοέμβριος αλλά και εκεί εφορμήσαντες οι Έλληνες την 9 νοεμβρίου εφόνευσαν υπέρ τους 40, και εζώγρησαν 15, εν οίς και τον αρχηγόν αυτών Ορχανήν Κιαφιξίσην· άλλοι τόσοι απωλέσθησαν Έλληνες εν τη μάχη ταύτη· οι δε κατά την Άμπλιανην εχθροί διεσώθησαν εις Σάλωνα ένσπονδοι. Απελπισμένη και πολιορκημένη η φρουρά της πόλεως εκείνης εσυνθηκολόγησε και αύτη μετ' ολίγον διά του αρχηγού της Μεχμέτ-Δεβόλη, και την 17 παρέδωκε το φρούριον και ανεχώρησεν εις τα ίδια ανενόχλητος. Ευρέθησαν δ' εν τω φρουρίω 8 κανόνια και ικανά πολεμεφόδια και τρόφιμα. Μετά την παράδοσιν του φρουρίου τούτου εκενώθησαν όλαι αι άλλαι θέσεις της Ανατολικής Ελλάδος μέχρι Ζητουνίου εκτός των Θηβών και της Αττικής· μαθόντες και οι εν Καρπενησίω εχθροί τα γενόμενα έφυγαν και αυτοί την 23.
Εις εμψύχωσιν δε του δειλιάσαντος οθωμανικού στρατού, και εις διατήρησιν τουλάχιστον θέσεών τινων επί της Ανατολικής Ελλάδος, ο εν Ζητουνίω διατρίβων Μαχμούτπασας εισέβαλε μετ' ολίγον, μηδενός εναντιουμένου, εις Λεβαδείαν· και επί σκοπώ να εμπνεύση φόβον εμελέτησε να πέση αιφνιδίως επί τινας Έλληνας μεμονωμένους εν Μαρτίνω. Συννοηθείς δε και μετά του Καρυστίου Ομέρπασα, αυτός μεν εκίνησε διά της Σκρηπούς, ο δε διά των Θηβών· αλλά μη φθάσαντος τούτου εν καιρώ διά τον επικρατούντα δριμύν χειμώνα, επέπεσε μόνος την 20 Ιανουαρίου, και αποκρουσθείς υπό των Ελλήνων μαχομένων εντός οχυρωμάτων έφυγεν αισχρώς και ατάκτως. Ικανοί Τούρκοι εφονεύθησαν και τρεις σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Μετά δε την ήτταν απελπισθείς ο Μαχμούτπασας παρέλαβεν όλους τους υπ' αυτόν, και διαβάς τας Θερμοπύλας επανέκαμψεν εις Ζητούνι την 10 φεβρουαρίου.
Πολλάκις επί της παρελθούσης περιόδου του αγώνος είδαμεν εν αγανακτήσει τους Έλληνας παρασπόνδως προς τους παραδιδομένους εχθρούς πολιτευομένους· αλλά τους βλέπομεν ήδη αγαλλόμενοι αξιεπαίνως εκπληρούντας τα εις τους υποσπόνδους οφειλόμενα. Οι άνθρωποι ήσαν οι αυτοί, αλλ' οι καιροί διέφεραν.
Εν ώ δε ευδοκίμουν αι κατά ξηράν εκστρατείαι των Ελλήνων, ευδοκίμουν καί τινα κατά θάλασσαν κινήματά των.
Δεκέμβριος Την 23 δεκεμβρίου εκυρίευσεν η Καρτερία κατά την Στυλίδα τουρκικήν γολέτταν 10 κανονίων, και την αυτήν ημέραν συνέλαβεν ελληνική τις κανονοφόρος εν τω ευβοϊκώ κόλπω 3 τουρκικά εμπορικά πλοιάρια· ελληνική δε μοίρα υπό τον Σαχίνη απεβίβασε μετά τινας εβδομάδας 400 στρατιώτας εις Λιθάδαν προς άλωσιν του εκεί τουρκικού οχυρώματος. Προσέβαλαν οι αποβάντες το οχύρωμα, συναπέβησαν επιβοηθοί και οι εν τοις πλοίοις και το εκυρίευσαν διά συνθήκης· 40 Τούρκοι εφονεύθησαν και 23 επληγώθησαν· εφονεύθησαν και 9 Έλληνες, και επληγώθησαν 16· ανετράπη δε και το οχύρωμα υπό των Ελλήνων την επαύριον της παραδόσεώς του, αποπεμφθέν ασφαλώς των Τούρκων την προτεραίαν εις τα ίδια.
Μετά δε την κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου εμποδίσθη η συνήθης μετακόμισις των τροφών από Πρεβέζης εις Βόνιτσαν, και την 15 οι υπό τον αρχιστράτηγον, συμπράττοντος του στολίσκου, εκινήθησαν εις άλωσιν της Βονίτσης.
Κινδυνώδες ήτο το κίνημα, διότι άνωθεν της πόλεως κείται φρούριον, αλλ' ευδοκίμησε· και οι μεν Έλληνες εκυρίευσαν εξ εφόδου την πόλιν, εν ή ευρέθησαν πάμπολλοι Χριστιανοί αιχμάλωτοι, οι δε εν αυτή Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον, όπου εκλείσθησαν και απεκλείσθησαν· την δε 5 μαρτίου εξήλθαν ένσπονδοι και μετεκομίσθησαν ασφαλώς εις Πρέβεζαν, φέροντες τα όπλα και τας αποσκευάς των. Διαρκούντος δε του αποκλεισμού του φρουρίου, ηνδραγάθησαν εκ νέου οι εν τω κόλπω εκείνω ναύται Έλληνες, ναυμαχήσαντες και αφανίσαντες τα πλείστα των εν αυτώ απομεινάντων εχθρικών πλοίων. Κατά δε την ναυμαχίαν ταύτην εσκοτώθη και ο προ μικρού πληγωθείς Τενεκές. Οι Έλληνες κατέλαβαν την 13 απριλίου το Μακρυνόρος και τον Καρβασαράν.
Μεσούντος δε του απριλίου ανεφάνη πανώλης κατά το Βραχνί, χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων, και μετ' ολίγον και εν αυτή τη πρωτευούση της επαρχίας· αλλά τα κατά την Αχαΐαν γαλλικά στρατεύματα απέσβεσαν εντός ολίγου την αναφανείσαν ταύτην φλόγα.

1828-29

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΘ'.

Διάθεσις των εν Πόρω πρέσβεων προς τον κυβερνήτην — Διαπραγματεύσεις εις εφαρμογήν της συνθήκης. — Διαγωγή της Πύλης και γνώμη των αυλών περί των εν Πόρω εργασιών των πρέσβεων. — Εγκατάστασις τακτικών δικαστηρίων. — Συγκάλεσις εθνικής συνελεύσεως.

Η ΔΙΑΘΕΣΙΣ των εν Πόρω συνελθόντων πρέσβεων προς τον κυβερνήτην εκατόπτριζε την των αυλών. Ο της Ρωσσίας τον υπεστήριζεν όλαις δυνάμεσιν· ο της Γαλλίας μετρίως, ο δε της Αγγλίας ουδαμώς. Είδαμεν, ότι τα πλοία των τριών Δυνάμεων εχαιρέτων την σημαίαν της Ελλάδος· αλλ' επί της εν Πόρω συνεντεύξεως των πρέσβεων και του κυβερνήτου δεν την εχαιρέτησαν, αντιτείναντος του πρέσβεως της Αγγλίας. Παρεπονέθη ο κυβερνήτης διά το δυσμενές τούτο δείγμα, αλλά δεν ικανοποιήθη. Την τοιαύτην δυσμένειαν της Αγγλίας προϊδών ο κυβερνήτης είχε προτείνει να συνέλθωσιν οι πρέσβεις εις Σπέτσας και όχι εις Πόρον προς αποφυγήν πάσης συνεντεύξεως του πρέσβεως της Αγγλίας και των εν Αιγίνη αντιπολιτευομένων, αλλά δεν εισηκούσθη.
Η έλευσις δε των πρέσβεων εις Ελλάδα και ο σκοπός, δι' όν ήλθαν, ήσαν ικανά αίτια να ερεθίσωσι τα πνεύματα των Ελλήνων, και κυρίως των εν Αιγίνη προκρίτων ηρεθισμένων ήδη κατά του κυβερνήτου, και οι έχοντες έργον τας ταραχάς έδραξαν ως αρμοδίαν την περίστασιν ταύτην εις λύσιν παντός δεσμού του πανελληνίου και του κυβερνήτου, και δεν έπαυαν γράφοντες τω κυβερνήτη διατρίβοντι εν Πόρω κατά των άλλοτε εν τοις πράγμασιν ή των εχόντων σημασίαν εντός της Ελλάδος. Κατ' εκείνον τον καιρόν αι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες ότι οι κοινοποιήσαντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας της στενής αυτών σχέσεως προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την συκοφαντίαν ταύτην, και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και άλλη συκοφαντία έτι μάλλον βδελυρά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη και διά τινων εφημερίδων. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν οι πρόκριτοι την κρίσιμον εκείνην ώραν, ηγανάκτουν αναπολούντες τα παρελθόντα εξ αυτής της αφίξεως του κυβερνήτου φανέντος ότι σκοπόν έβαλεν έκτοτε να καταστρέψη την εν ταις επαρχίαις επιρροήν των· απέστειλε δε κατ' εκείνας τας ημέρας και οδηγίας προς τους εκτάκτους επιτρόπους ως προς τον σκοπόν τούτον, ας ανέγνωσε το πανελλήνιον κατά ρητήν παραγγελίαν του επί πλήρους συνεδριάσεως.
Αλλ' όσον οι πρόκριτοι εδυσπίστουν προς τον κυβερνήτην βλέποντες φανερά τον σκοπόν αυτού τείνοντα εις όλεθρόν των, τόσον εδυσπίστει και ούτος προς εκείνους, διότι τω έλεγον και τω έγραφαν πανταχόθεν, ότι εκίνουν κατ' αυτού τον λαόν, και ότι εμελέτων ανατροπήν των καθεστώτων.
Αφιχθέντες δε οι πρέσβεις εις Πόρον εκοινοποίησαν προς τον κυβερνήτην 28 ερωτήματα, ζητούντες να μάθωσι διά της λύσεως αυτών τον πληθυσμόν των εγκατοίκων της Ελλάδος Μουσουλμάνων και Ελλήνων, το ποσόν και την αναλογίαν της ακινήτου περιουσίας αυτών, ποία μέρη της ελληνικής γης απεστάτησαν, πόσοι και ποίου είδους οι προς την Πύλην τακτικοί και έκτακτοι φόροι, οποίαι αι επί τουρκοκρατίας Αρχαί εν Ελλάδι, οποία η συμμέθεξις των Ελλήνων εις τα της διοικήσεώς των, και πώς εκυβερνώντο εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι τούδε.
Λαβών ο κυβερνήτης τα ερωτήματα ταύτα μετέβη εις Αίγιναν και εκάλεσε το πανελλήνιον προς λύσιν αυτών. Εις ταχυτέραν δε και ακριβεστέραν εκπλήρωσιν του σκοπουμένου το πανελλήνιον, διαιρεθέν εις επιτροπάς, διήρεσε και τας εργασίας του υπό τον όρον να σταλώσιν όλα τα έργα των επιτροπών προς τον κυβερνήτην κατ' ευθείαν ασυζήτητα, και αφ' ού συναρμολογηθώσι παρ' αυτού, να τεθή το όλον υπό την συζήτησιν του πανελληνίου· αλλ' ο κυβερνήτης, συντάξας επί των αναφορών των διαφόρων επιτροπών γενικήν έκθεσιν, την έστειλε προς τους πρέσβεις μη ζητήσας την γνώμην του πανελληνίου και προφασισθείς το κατεπείγον του καιρού. Το πανελλήνιον, μήτε σεβόμενον πλέον μήτε εμπιστευόμενον τον αρχηγόν του κράτους, και λαβόν εντεύθεν αφορμήν κατεβόα. Εις παύσιν δε της καταβοής ο κυβερνήτης ηναγκάσθη να στείλη προς αυτά αντίγραφον της εκθέσεώς του και να προκαλέση γνωμοδότησιν. Συνέπεσε δε συγχρόνως και τα εξής σφοδροτέρων διενέξεων αίτιον.
Το 28ον ερώτημα των πρέσβεων απέβλεπε τον τρόπον καθ' όν εκυβερνάτο η Ελλάς εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της ελεύσεως και μετά την έλευσιν του κυβερνήτου. Η έγκρισις ή η κατάκρισις του παρελθόντος και του τωρινού πολιτικού συστήματος απέκειτο εις τον τρόπον της λύσεως του ερωτήματος τούτου. Διά τον λόγον τούτον ανεδέχθη μόνος ο κυβερνήτης να το λύση, και το έλυσεν εις μομφήν του παρελθόντος και εις έπαινον του ενεστώτος συστήματος. Αλλά κληθέν το πανελλήνιον να γνωμοδοτήση περί όλων των ερωτημάτων, εν οίς και το 28ον, απεδοκίμασε την λύσιν αυτού επισήμως· συνώδευσε δε την έκθεσίν του προς τον κυβερνήτην και δι' εγγράφου δεικνύοντος πόσον ολίγον τον επιστεύετο και τον ετίμα. Έλεγε δε το έγγραφον ότι το πανελλήνιον, αφ' ού εθεώρησε την εις λύσιν του 28ου ερωτήματος έκθεσιν του κυβερνήτου διακρινομένην εις δύο μέρη, το από της αρχής της επαναστάσεως μέχρι της αφίξεως αυτού εις την Ελλάδα, και το από της αφίξεώς του μέχρις εκείνης της ημέρας, παρετήρησεν ότι το πρώτον μέρος κατ' άλλα ήτον ελλιπές, και κατ' άλλα διέφερε της ιστορικής αληθείας, όθεν ενόμισε χρέος του να καθυποβάλη άλλην ιστορικήν έκθεσιν ως προς αυτό. Ως δε προς το δεύτερον μέρος περιστρεφόμενον εις πράγματα διατρέξαντα μετά την άφιξιν του κυβερνήτου, επειδή άπαξ εγράφη ως ενέκρινεν αυτός και επαρουσιάσθη προς τους πρέσβεις, το πανελλήνιον έκρινεν ανάρμοστον να επιφέρη τροπολογίαν τινά ή προσθαφαίρεσιν.
Τοιαύτη ήτον η σχέσις του κυβερνήτου προς το πανελλήνιον, καθ' όν καιρόν παρόντες οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων και αυτήκοοι των περί ων ο λόγος διενέξεων εσκέπτοντο περί των όλων. Αντιφερόμενοι δε και αυτοί οι αντιπρόσωποι προς αλλήλους εξ αιτίας της διαφωνίας των αυλών αυτών εσυμβιβάσθησαν επί τέλους και εξέθεσαν γνώμην εκ συμφώνου, διότι εξουσίαν να ορίσωσί τι δεν είχαν· κοινοποιήσαντες δ' επισήμως προς το συμμαχικόν συμβούλιον την γνώμην ταύτην, την εκοινοποίησαν ιδιαιτέρως και προς την ελληνικήν κυβέρνησιν. Τα εις συζήτησιν δε ουσιώδη άρθρα της συνθήκης ήσαν, ως προείρηται, το περί ορίων, το περί φόρου, το περί αποζημιώσεως της τουρκικής ιδιοκτησίας, και το περί της εκλογής της τοπικής Αρχής της Ελλάδος.
Έξ οροθετικάς γραμμάς επί της ξηράς έλαβαν υπ' όψιν εν Πόρω οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας· την επί του ισθμού της Πελοποννήσου· την μεταξύ Πάρνυθος και Κιθαιρώνος εμπεριέχουσαν την Αττικήν και Μεγαρίδα και εις τον κορινθιακόν κόλπον τελευτώσαν· την μεταξύ Θερμοπυλών και κορινθιακού κόλπου εμπεριλαμβάνουσαν και τον Παρνασσόν· την μεταξύ Βώλου και εκβολών του Αχελώου· την μεταξύ του ακρωτηρίου της Ζαγοράς και του κόλπου της Άρτης· και την μεταξύ Ολύμπου και Πίνδου. Και αι μεν πρώται τέσσαρες οροθεσίαι ήσαν του συμμαχικού συμβουλίου, η δε πέμπτη και έκτη της ελληνικής κυβερνήσεως· είχε δε διατάξει το συμβούλιον τους εν Πόρω πληρεξουσίους να προσέξωσιν ώστε «η οροθετική γραμμή να ήναι ακριβώς κεχαραγμένη, ευϋπεράσπιστος, περιλαμβάνουσα αληθώς επαναστατήσαντα λαόν, και παρέχουσα διά της διαγραφής της όσον το δυνατόν μικροτέρας αφορμάς διενέξεων εις τας μεθορίους επαρχίας».
Ούτε νους οξυδερκής, ούτε υγιής πολιτική, ούτε καλή θέλησις ωδήγησαν τους συγκροτούντας το συμβούλιον εις τα περί οροθεσίας της Ελλάδος. Αποκυήματα ωθισμού της παγκοσμίου γνώμης και έργα πολιτικής ανάγκης ήσαν αι υπέρ των Ελλήνων βουλαί των· διήρεσαν καθ' άς διεχάραξαν οροθεσίας την υπό την δουλείαν αδιαίρετον ελληνικήν φυλήν, και ολίγους των Ελλήνων προθέμενοι να ικανοποιήσωσι, και τούτου κατά την ομολογίαν αυτών ως μ η-δ υ ν η θ ε ί σ η ς-τ η ς-Π ύ λ η ς-ν α-τ ο υ ς-α ν α δ ο υ λ ώ σ η, παρέλιπαν τους πλείστους υπό τον ζυγόν· αν γενναιότερον και οξυδερκεστέρον επολιτεύοντο, θα έλυεν η ελληνική επανάστασις το μέγα ζήτημα της ανατολής εις σωτηρίαν της αείποτε κινδυνευούσης ισορροπίας και ωφέλειαν της αναξιοπαθούσης ανθρωπότητος. Και αυτά δε τα συμφέροντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας όστις έλαβεν υπ' όψιν, θα παρετήρησεν εκ των υστέρων, ότι η παράλειψις των ελληνικών επαρχιών όχι μόνον ουδαμώς συνετέλεσεν εις κραταίωσίν της, αλλ' έτι μάλλον την εξησθένισεν ως παντοίοις τρόποις αδιαλείπτως αγωνιζομένων εις ανατροπήν της. Αδύνατον κρατούμενοι, υπερτερούντες των κρατούντων και κατά τον αριθμόν και κατά την διανοητικήν και την κοινωνικήν ανάπτυξιν και ποθούντες την ανέγερσίν των, να μη φθάσωσιν εν καιρώ ευθέτω εις το ποθούμενον.
Ελλιπείς δε των κατά τας οδηγίας του συμβουλίου προσόντων ευρόντες οι εν Πόρω πληρεξούσιοι τας εξ οροθετικάς γραμμάς διέγραψαν αυτοί εβδόμην από του στομίου του κόλπου του Βώλου αρχομένην, διά των βουνών της Γούρας και του Πίνδου διερχομένην, και λήγουσαν εις τον αμβρακικόν κόλπον. Συμπαρελήφθησαν δε και αι Κυκλάδες, η Αμουργός, αι Ανατολικαί Σποράδες και η Εύβοια, αν και τουρκοκρατουμένη, διά την παρά τη Αττική και Βοιωτία θέσιν της. Εξηρέθησαν δε απ' εναντίας η Σάμος, η Χίος και η Κρήτη· η μεν πρώτη διά την προς τα παράλια της Ασίας θέσιν της, αν και ευτυχώς μέχρι τέλους αγωνισθείσα· η δε δευτέρα και διά την θέσιν της και διά την τελείαν υποδούλωσίν της· η δε Κρήτη διότι, αν και εφωπλίσθη εκ νέου, δεν εδυνήθη ν' αποτινάξη τον ζυγόν.
Περί δε του φόρου ενεκρίθη η κατ' έτος απόδοσις του νενομισμένου χαρατσίου και ναζουλαβαριζίου, ήτοι γροσίων 1,500,000· να μη δίδεται δε το ποσόν τούτο κατ' έτος όλον από τούδε, αλλά βαθμηδόν εξ αιτίας όσων έπαθεν η Ελλάς.
Τα δε της τουρκικής γης εθεωρήθησαν διττώς· η μεν ανήκουσα εις τον θρόνον, εις τα βακούφια, ή εις το δημόσιον ν' αφεθή αναποζημίωτος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, η δε ιδιωτική ν' αγορασθή παρά των Ελλήνων.
Ως προς την συμμέθεξιν δε της Πύλης εν τη εκλογή της τοπικής Αρχής ουδέν ερρέθη.
Τοιουτοτρόπως αποπερατώσαντες οι πρέσβεις τα έργα των απέπλευσαν οι μεν της Γαλλίας και Αγγλίας την 6 δεκεμβρίου, ο δε της Ρωσσίας την 8, καθ' ήν επανήλθε και ο κυβερνήτης εις Αίγιναν. Εναπέμειναν δε οι παρά τι ελληνική κυβερνήσει επιτετραμμένοι τα των τριών αυλών, πρό τινος καιρού κατά την συνθήκην της 24 ιουνίου αφιχθέντες εις Ελλάδα.
Αν και η εν Πόρω υπό των πρέσβεων χαραχθείσα οροθετική γραμμή ήτον ην αυτοί επρότειναν διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει, αν και την αυτήν γραμμήν υπέδειξε το συμμαχικόν συμβούλιον διατάξαν τον αποκλεισμόν των παραλίων της Ελλάδος, αν και την παραδοχήν της αυτής γραμμής συνίστων παρά τω συμβουλίω ως βάσιν των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων της συμμαχίας η Γαλλία και η Ρωσσία, τα τορικόν υπουργείου τόσον ωργίσθη κατά του Άγγλου αντιπροσώπου Κάννιγγος δεχθέντος εν τη ορθή κρίσει του και τη αείποτε γενναία προς τους υπό τον σουλτάνον Χριστιανικούς λαούς πολιτική του την οροθεσίαν ταύτην, ώστε τον έπαυσε της πρεσβευτικής υπηρεσίας του· απήτει δε στενότερα όρια και διετείνετο, ότι η γνώμη της εστηρίζετο επί του γράμματος και του πνεύματος της συνθήκης μη προθεμένης σύστασιν ελληνικού κράτους, αλλ' απλήν ειρήνευσιν της τεταραγμένης Ελλάδος εις ασφάλειαν των κατοίκων της Χριστιανών από τουρκικής κακώσεως· ήθελε δε να στήση την οροθετικήν γραμμήν επί του κορινθιακού ισθμού, και εις αποζημίωσιν της στενής ταύτης οροθεσίας επρόβαλε ν' αναδειχθή η Ελλάς ανεξάρτητος· φαίνεται δε ότι η συνεχώς δίδουσα αφορμάς διαφορών και σκανδάλων μεταξύ Τουρκίας και Ρωσσίας ημικυριαρχία της Βλαχομολδαυίας και Σερβίας, προς βλάβην πάντοτε της Πύλης, υπηγόρευσε το περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αλλά πώς εδύνατο να υπάρξη ανεξάρτητος επικράτεια εντός τόσω στενών ορίων μη έχουσα τα προς ύπαρξίν της; ή πώς μετεφέροντο εντός του ισθμού τόσαι χιλιάδες ενόπλων και εμπειροπολέμων Στερεοελλαδιτών κατοίκων των εγκαταλειπομένων εις τους Τούρκους μερών; οι κάτοικοι Χριστιανοί της αποκοπτομένης κατά την πρότασιν ταύτην στερεάς Ελλάδος ελογίζοντο 180,000· εν ώ οι κάτοικοι αυτής Τούρκοι ελογίζοντο 7000 ή 8000· ήτο λοιπόν δίκαιον, και αν ήτο δυνατόν, να μεταναστεύσωσιν οι πάμπολλοι χάριν των ολιγωτάτων; αν δε επρόκειτο κατά την συνθήκην να ειρηνεύση ο τόπος εκείνος, δεν ενέβαλεν η ειρηνοποιός Δύναμις διά της παραδοχής τόσω στενών ορίων αντί ειρήνης μάχαιραν; εις μάτην δε ήλπιζε να φέρη δι' αυτών την Πύλην εις συμβιβασμόν· η Πύλη εβάδιζε και μετά τον ρωσσικόν πόλεμον ην εβάδισεν οδόν και πρότερον· ώστε δεν επρόκειτο περί πλατυτέρων ή στενοτέρων ορίων. Η Πύλη ούτε την μεσιτείαν των συμμάχων εδέχετο, ούτε την ανακωχήν εκήρυττεν, ούτε άλλο τι παρεχώρει υπέρ των Ελλήνων μη συμβιβαζόμενον προς τον χαρακτήρα τ ο υ-ρ α γ ι ά. Αδιαφιλονείκητον δε εθεώρει πάντοτε όλην την στερεάν Ελλάδα, και ουδέ καν λόγον να ακούη ήθελε περί αυτής· εις δε την Πελοπόννησον υπέσχετο να στείλη ένα καλόν πασάν.
Επιμένον δε το αγγλικόν υπουργείον εις ην προέθετο οροθεσίαν εξέφρασε λύπην επί του συμμαχικού συμβουλίου διά τα εν Πόρω διαγραφέντα, και εμέμφθη τους πρέσβεις ως παρεξηγήσαντας τας οδηγίας των και απορρίψαντας ην έλαβαν εν Πόρω πρόσκλησιν της Πύλης να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, διότι και η ανακωχή υπήρχε πραγματικώς, και η παραδοχή της μεσιτείας συνυπηκούετο. Αλλ' η πραγματική ανακωχή προήρχετο, κατά το λέγειν αυτής της Πύλης, εξ αυτών των πραγμάτων και όχι εκ της προαιρέσεώς της, διότι ουδέποτε ηθέλησε να την κηρύξη· διά της αυτής δ' επιστολής, δι' ής εκάλει τους πρέσβεις, έγραφεν ότι «αδύνατον να θεωρήση άλλως πως τον Έλληνα ειμή ραγιάν», και επρόσθετεν ότι μετά την επάνοδον των πρέσβεων εις Κωνσταντινούπολιν τα πάντα επί τη βάσει ταύτη εσυμβιβάζοντο επί μιας και μόνης συνεδριάσεως, ό εστι, καθώς άλλοτε είπε, διά της αποστολής εις την Πελοπόννησον ενός καλού πασά. Διά τους λόγους τούτους αι δύο άλλαι αυλαί ούτε την διαγωγήν των πρέσβεων εμέμφθησαν, διότι δικαίως εθεώρησαν και το ύφος της Πύλης ύπουλον και τα έργα της εναντία της ανακωχής και της μεσιτείας, ούτε την επί του ισθμού οροθεσίαν ενέκριναν.
Τοιαύτη ήτον η πολιτική της συμμαχίας περί τα τέλη του παρόντος έτους. Αι συμμαχικαί Δυνάμεις διεφώνουν όλαι ομού προς την Πύλην, και διεφώνουν και προς αλλήλας.
Ο δε κυβερνήτης, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο μετά των πρέσβεων, ησχολείτο και εις την ανάπτυξιν του εσωτερικού οργανισμού του κράτους. Η σύστασις δικαστηρίων είλκυσε προ πολλού την πρόσοχήν του. Μέγαν γογγυσμόν εκίνει και ενόχλησιν όχι μικράν επροξένει εις την κυβέρνησιν ή έλλειψις αυτών. Καθ' όλον το διάστημα της οκταετούς επαναστάσεως τακτικά δικαστήρια δεν υπήρξαν εν Ελλάδι· αι κατά καιρόν κυβερνήσεις επροσπάθησαν πολλάκις να τα συστήσωσιν αλλά πάντοτε ματαίας απέδειξε τας προσπαθείας των ο πόλεμος· οι φρονιμότεροι δε των Ελλήνων δεν ήσαν και οι προθυμότεροι εις σύστασιν των, ως δυναμένων να απασχολώσι τους Έλληνας των φροντίδων του πολέμου. Η επανάστασις πολλούς ευτυχείς εδυστύχησεν· ολιγώτατοι ήσαν οι δυνάμενοι ν' αποτίσωσι τα χρέη των, και εργώδης ήτον η εκτέλεσις των αποφάσεων των δικαστηρίων εν μέσω τόσων ανωμαλιών και κινδύνων, εν ώ μάλιστα υπερίσχυαν των νόμων αι ιδιωτικαί επιρροαί. Αλλά μετά την έλευσιν του κυβερνήτου η Ελλάς και εις ειρηνικήν θέσιν μετέβη, και το εσωτερικόν της ετακτοποιήθη, και ο νόμος υπερισχύων πάσης ατομικής θελήσεως εφαίνετο. Διά τούτο κατάλληλος εκρίθη ο καιρός εκείνος προς σύστασιν της δικαστικής τάξεως. Εις σύνταξιν δε τοιούτου οργανισμού προ καιρού ησχολείτο το πανελλήνιον κατά πρότασιν του κυβερνήτου· αλλ' επειδή δεν επροχώρει το έργον, ο κυβερνήτης εσύστησεν ον άλλοτε εφήρμοσεν αυθαιρέτως οργανισμόν κατά τας Δυτικάς Σποράδας ο έκτακτος επίτροπος Βιάρος. Δυσηρεστήθη το πανελλήνιον, ως παραχωρούντος του οργανισμού τω κυβερνήτη το δικαίωμα του εκλέγειν τους δικαστάς, και αντέταξε τον αποσιωπηθέντα εν τω διαγγέλματι του κυβερνήτου αλλ' ισχύοντα ιγ' νόμον παρέχοντα τω λαώ το δικαίωμα τούτο. Υπεκρίθη ο κυβερνήτης άγνοιαν του νόμου τούτου, εν ώ τον ανέφερε ρητώς ο 146 παράγραφος του περί δικαστηρίων θ' κεφαλαίου του συντάγματος της Τροιζήνος, του γαλλιστί μεταφρασθέντος εν τω γραφείω του κατά διαταγήν του, και παρ' αυτού επιθεωρηθέντος και σταλέντος προς τους πρέσβεις εις απόδειξιν ότι δεν ήτο κατάλληλος προς ον εγράφη σκοπόν^ και αυτοί δε οι επιστήθιοί του σύμβουλοι, Βιάρος και Γιαννετάς, οι κύριον έργον έχοντες τα περί δικαστηρίων, δεν ήτο δυνατόν ν' αγνοώσι τον νόμον. Πολλών δε συνδιαλέξεων γενομένων ότι ο εθνικός νόμος δεν εφηρμόζετο, εξεδόθη την 15 δεκεμβρίου ψήφισμα περί συστάσεως δικαστηρίων, μη διατηρουμένων όλων των όρων του νόμου· αλλ' η εφαρμογή και η ενέργεια του ψηφίσματος τούτου εβράδυνε διά την εξής αιτίαν.
Είδαμεν, ότι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, μέλη του πανελληνίου, και άλλα μέλη αυτού, αντεπολιτεύοντο παρρησία τον κυβερνήτην. Η μεγάλη επιμονή του εις ταχείαν σύστασιν δικαστηρίων, και λόγοι, ους διέσπειραν οι οικείοι του, έδωκαν δεινάς υποψίας ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να μεταχειρισθή τα δικαστήρια ως όπλα κατ' αυτών. Η επανάστασις περιέπλεξεν εις πολλά πολλούς των αντιπολιτευομένων· τινές αυτών εχρεώστουν και προ της επαναστάσεως ικανά· ήσαν καί τινα χρέη των κοινοτήτων φαινόμενα κατά τα έγγραφα ως ιδιωτικά των προκρίτων· επρόκειτο δε κατά το εκδοθέν ψήφισμα να εκλεχθώσι τα μέλη του ανεκκλήτου δικαστηρίου κατά μόνην την θέλησιν του κυβερνήτου, και ουδέ μετά την τοιαύτην εκλογήν ήσαν αμετακίνητα, ό εστιν ανεξάρτητα της κυβερνήσεως. Διά τους λόγους τούτους οι αντιπολιτευόμενοι πανελλήνιοι, θεωρούντες εαυτούς υπό την διάκρισιν του εχθρού των διά των δικαστηρίων, κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις την μη σύστασιν αυτών, επί λόγω ότι αναγκαίον να κανονίσωσι προηγουμένως τα περί της αποδόσεως των προ της επαναστάσεως κοινών ή ιδιωτικών χρεών. Αι δε υποψίαι, ας συνέλαβαν οι πρόκριτοι ως προς τον τρόπον της συστάσεως των δικαστηρίων και της εκλογής των δικαστών, δεν ήσαν ψευδείς. Ο μετά του Βιάρου εργαζόμενος περί τα δικαστικά Γιαννετάς, προθέμενος να διορίση δικαστήν, τω είπεν, ότι είκοσι μόνον οικογενείας εσκόπευεν η κυβέρνησις ν' αφήση ιδιοκτήτας, και ότι, πριν τον διορίση δικαστήν, επεθύμει να μάθη αν ήτο και αυτός της γνώμης ταύτης. Εκ πολλών δε άλλων περιστατικών έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο κυβερνήτης μήτε την συνταγματικήν οδόν καθ' όλην την διάρκειαν της εξουσίας του εσκόπευε να βαδίση, μήτε εθνικήν συνέλευσιν άνευ κατεπειγούσης ανάγκης να συγκαλέση. Οι δε εν Αιγίνη σημαντικοί, οι υπέρ πάντα άλλον θέλοντες μεταβολήν των καθεστώτων, έδρατταν επί της εν Πόρω διαμονής των πρέσβεων πάσαν ευκαιρίαν γνωστοποιούντες αυτοίς πόσον δυσηρεστούντο οι Έλληνες επί τοις παρούσι, και πόσον ολίγον επανεπαύοντο επί τοις μέλλουσι. Την συγκάλεσιν δε της συνελεύσεως εθεώρουν όλοι ως πολιτικήν πανάκειαν. Αι προτάσεις των πρέσβεων εφαίνοντο και αύται απαιτούσαι ταύτην. Η ενεστώσα κυβέρνησις δεν είχεν άλλας βάσεις εις διαπραγμάτευση της ειρηνεύσεως ειμή όσας έθεσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, καθ' όν καιρόν επεκαλέσθη την μεσιτείαν της Μεγάλης Βρεττανίας· αλλ' αύται αντέβαιναν, ως απεδείξαμεν, προς την συνθήκην της 24 Ιουνίου, ης η πραγματοποίησις ήτο το μόνον σκοπούμενον των πρέσβεων. Η συνθήκη αύτη παρεχώρει τω σουλτάνω φόρον, αποζημίωσιν της τουρκικής γης, δικαίωμά τι επί τη εγκαταστάσει της τοπικής Αρχής της Ελλάδος και δεν ώριζε τα όρια, εν ώ η συνέλευσις της Επιδαύρου και τα όρια ώρισε, και εκτός του φόρου ουδέν άλλο παρεχώρησεν. Εις νομιμοποίησιν λοιπόν και παρά των Ελλήνων της πραγματοποιήσεως της συνθήκης αναγκαίον εφαίνετο να συνέλθωσιν εκ νέου οι Έλληνες εις σύσκεψιν· αλλ' όσα συνωμολόγησαν προς εκτέλεσιν αυτής οι πρέσβεις δεν ήσαν οριστικά· ήσαν, ως είπαμεν, απλή γνωμοδότησις προς το συμμαχικόν συμβούλιον· διά τούτο, αν και η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο άφευκτος, επάναγκες ήτο ν' αναβληθή μέχρις ου το συμβούλιον απεφαίνετο περί αυτών· της γνώμης ταύτης ήσαν και οι πρέσβεις και ο κυβερνήτης· αλλ' η δυσαρέσκεια των Ελλήνων προς το ενυπάρχον σύστημα ήτο τόση, ώστε προς ικανοποίησιν της κοινής γνώμης έπρεπεν ή να εξυπνήση το κοιμώμενον σύνταγμα της Τροιζήνος και να κυβερνηθή η Ελλάς κατ' αυτό, ή να προκηρυχθή από τούδε συνέλευσις· και επειδή το σύνταγμα αντέβαινε φανερά προς τας αρχάς της συνθήκης, η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο η μόνη θεραπεία· διά τον λόγον τούτον και επί τω σκοπώ τούτω έγραψε τω πανελληνίω ο κυβερνήτης την 30 Οκτωβρίου, διατρίβων τότε εν Πόρω, δικαιολογών την μη μέχρι τούδε συγκάλεσιν της συνελεύσεως και προσκαλών αυτό να σκεφθή και ασχοληθή εις τα περί της εκλογής των πληρεξουσίων.
Νόμος εκλογής πληρεξουσίων δεν υπήρξεν επί της επαναστάσεως· αλλ' υπήρξεν εκλογής βουλευτών, και κατά τούτον ενηργούντο αι εκλογαί των κατά καιρούς πληρεξουσίων, διπλασιαζομένου του αριθμού. Επειδή δε επί της επαναστάσεως η κυβέρνησις ήτο δημοκρατική, πάσα εξουσία περί εκλογών αφίετο τω λαώ, και ουδεμία επέμβασις της κυβερνήσεως, ουδέ καν απλή επί των εκλογών επιστασία αυτής, επετρέπετο. Αλλ' ο κυβερνήτης, επί λόγω μεν να τακτοποιήση τα των εκλογών, επί σκοπώ δε να τας επιρρεάση, επέμενε να προεδρεύωνται τα εκλεκτικά συνέδρια υπό υπαλλήλων της κυβερνήσεως. Τα μέλη του πανελληνίου εδιχογνώμουν, και τα μεν ήσαν της γνώμης ταύτης, τα δε να προεδρεύωνται παρ' ενός των εκλογέων. Σφοδραί ήσαν αι συζητήσεις· επί τέλους υπερίσχυσεν η αντικυβερνητική γνώμη. Ανεφάνη και άλλο ζήτημα εν τω πανελληνίω· αν όλοι οι Έλληνες είχαν το δικαίωμα του ψηφοφορείν, ή μόνοι οι αυτόχθονες και οι κτηματίαι· και επειδή οι μη τοιούτοι εφαίνετο ότι συμφέρον είχαν να υποστηρίξωσι την πολιτικήν του κυβερνήτου ως ελπίζοντες εις αυτόν, η πλειονοψηφία του πανελληνίου τους αφήρεσε το δικαίωμα του ψηφοφορείν· αλλ' απέρριψεν ο κυβερνήτης την αγενή ταύτην και ιδιοτελή πράξιν επί λόγω ότι, υπάρχοντος περί εκλογής νόμου, αν και ατελούς και εσφαλμένου, μη εξαιρούντος τους περί ων ο λόγος, δεν εδύνατο να παραδεχθή άλλον, ως μη έχων δύναμιν του νομοθετείν, και μάλιστα προκειμένου περιορισμού του δικαιώματος του ψηφοφορείν. Αλλά δύναμιν τοιαύτην και είχε κατά το καταστατικόν ψήφισμα του πανελληνίου, και πολλάκις εξήσκησε, και επ' αυτή ταύτη τη περιστάσει ενομοθέτει, διότι το σχέδιόν του ετροποποίει ενυπάρχοντα νόμον· εντεύθεν επήγασαν μεταξύ αυτού και του πανελληνίου δεύτεραι σφοδραί και βαρείαι διενέξεις γραπταί και προφορικαί. Η θέσις του κυβερνήτου απέβη μάλλον κρίσιμος έκτοτε μη έχοντος την πλειονοψηφίαν του πανελληνίου· διά τούτο απεφάσισε να δημοσιεύση άνευ της συμπράξεως αυτού το περί εκλογής νομοσχέδιόν του, να καλέση τους λαούς εις εκλογήν πληρεξουσίων κατά τους όρους αυτού, και να νομιμοποιήση τα ανομιμοποίητα υπό ιδίαν ευθύνην ενώπιον της συνελεύσεως. Αλλ' ο γραμματεύς της επικρατείας απεποιήθη την σύμπραξίν του και την προσυπογραφήν του επί λόγω, ότι ώφειλεν ο κυβερνήτης κατά τα νενομισμένα να εκδίδη τα νομοθετικά ψηφίσματά του επί των αναφορών του πανελληνίου, αι δε αναφοραί αύται ήσαν εναντίαι του σχεδίου του. Πολλής δε λογοτριβής επί του προκειμένου γενομένης, μη εισακουόμενος ο γραμματεύς έδωκε την παραίτησίν του. Ο κυβερνήτης ούτε την παραίτησιν εδέχθη, ούτε έπραξεν ό,τι εμελέτησεν· αλλ' ουδέν ήττον επιμένων εις τον σκοπόν του παρεδέχθη άλλον τρόπον, ως δήθεν νομιμώτερον^ συνεπλήρωσε το πανελλήνιον διά προσθήκης εννέα μελών, και ούτως επλειονοψήφησε· μη αρκούμενος δε εις τούτο μετετόπισε και τους γραμματείς των τμημάτων του πανελληνίου και ανέδειξε πρώτους γραμματείς, του μεν των οικονομικών τον αδελφόν του Βιάρον, του δε των εσωτερικών τον Περρούκαν, του δε των πολεμικών τον Κωλέττην. Το βαρύ και αντιρρητικόν ύφος των εγγράφων του πανελληνίου τον επείραζε καιρίως. Εις αποφυγήν και τούτου εισήξεν αντί γραπτών προφορικάς κοινοποιήσεις διά του α' γραμματέως εκάστου τμήματος.
Κατά τους συνταγματικούς κανόνας νομοσχέδιον απορριφθέν δεν εισάγεται εκ νέου εις συζήτησιν, διαρκούσης της αυτής συνόδου· αλλ' ο κυβερνήτης, συμπληρώσας το πανελλήνιον, επανέφερεν αμέσως το νομοσχέδιόν του και το ενομιμοποίησε διά του τρόπου τούτου· κατέστησε δε και γραμματείαν της κυβερνήσεως επί των εξωτερικών, μετέθεσεν εις αυτήν τον και εκ νέου ένεκα του αντισυνταγματικού τούτου τρόπου απαρνηθέντα την προσυπογραφήν του γραμματέα της επικρατείας, εδημοσίευσε την 4 μαρτίου το περί εκλογής ψήφισμα τη προσυπογραφή του διαδεχθέντος τον μετατεθέντα γραμματέα, ώρισεν ημέραν ενάρξεως της συνελεύσεως εν τη καθέδρα της κυβερνήσεως την 15 μαΐου, παρεδέχθη την προεδρίαν εκλογέως αντί υπαλλήλου της κυβερνήσεως, εσύστησεν υπό την προεδρίαν του υπουργικόν συμβούλιον υπό των τριών γραμματέων του πανελληνίου, του γραμματέως της επικρατείας και του επί των εξωτερικών, και εκάλεσε τους λαούς εις εκλογήν πληρεξουσίων.

1829

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.

Διορισμός του Αυγουστίνου ως πληρεξουσίου τοποτηρητού του κυβερνήτου κατά την στερεάν Ελλάδα. — Πτώσις Αντιρρίου και Ναυπάκτου. — Αναχώρησις του Κιουταχή εξ Ηπείρου αναδειχθέντος αρχιβεζίρη. — Εξωτερική πολιτική και διαταγαί Αγγλίας περί λύσεως των αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος. — Ανάκτησις Μεσολογγίου. — Τα μεταξύ κυβερνήτου και Γάλλων. — Επάνοδος εις Γαλλίαν των γαλλικών στρατευμάτων. — Δάνειον ενός εκατομμυρίου ρουβλίων παρά του αυτοκράτορος Νικολάου — Αγαθοεργήματα Αμερικανών.

ΑΝΕΦΕΡΑΜΕΝ ήδη ότι τα κατά την Ελλάδα εχθρικά στρατεύματα παρημελήθησαν υπό της οθωμανικής κυβερνήσεως εξ αιτίας του τουρκορρωσσικού πολέμου και της αλληλομαχίας των Αλβανών· αλλά και τα ελληνικά δεν επεμελήθησαν ως έπρεπεν ουδ' αυτά υπό της ελληνικής. Ο κυβερνήτης εμέμφετο τον αρχιστράτηγον και τον στρατάρχην ως αναξίους της υψηλής θέσεώς των· ούτοι δ' εμέμφοντο εκείνον ως αίτιον της μικράς προόδου εν μέσω τόσων ευτυχών περιστάσεων, ως μη λαμβάνοντα την πρέπουσαν φροντίδα περί της αναγκαίας προμηθείας των στρατοπέδων· τον υπώπτευαν δε και ως υποκινούντα τα στρατόπεδα εις γογγυσμόν κατ' αυτών, όπως εύρη εύσχημον πρόφασιν και δώση την γενικήν αρχηγίαν της στερεάς Ελλάδος τω υπερεπιθυμούντι αυτήν νεωτέρω αδελφώ του Αυγουστίνω. Τω όντι, την 23 Ιανουαρίου ο κυβερνήτης διώρισεν αυτόν πληρεξούσιον τοποτηρητήν του πολιτικόν και πολεμικόν επί των επαρχιών της στερεάς Ελλάδος και των εν αυταίς στρατοπέδων. Ο διορισμός ούτος, όπως και αν έγεινεν, ωφέλησε, διότι και τα στρατεύματα εφάνησαν προθυμότερα υπό την αρχηγίαν του αδελφού του κυβερνήτου, ως δυναμένου και τους αγώνας των ν' ανταμείψη, και τας ελλείψεις του στρατοπέδου ευκόλως να θεραπεύση, και αι αιτήσεις αυτού προς τον αδελφόν του υπέρ της ευοδώσεως της εκστρατείας εισηκούοντο.
Φθάσας ο πληρεξούσιος ούτος εις τον κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον Μιαούλην φρεγάτας, Ελλάδος, ησχολήθη εις άλωσιν της Ναυπάκτου. Προς επιτυχίαν τούτου αναγκαίον εφαίνετο να κυριευθή πρότερον το εν τη στομίω του κόλπου φρούριον του Αντιρρίου· η άλωσις δε αυτού εθεωρείτο εύκολος δι' ήν έπασχαν οι εν αυτώ παντελή σχεδόν σιτοδείαν. Επί τη ελπίδι ταύτη επλησίασαν την πρωίαν της 12 μαρτίου προς το φρούριον διά θαλάσσης μεν η Ελλάς και άλλα τινά πλοία, διά ξηράς δε η υπό τον Τσαβέλλαν χιλιαρχία και το υπό τον Χατσή-Χρήστον ιππικόν. Η Ελλάς εκανονοβόλησε το φρούριον σφοδρώς την επιούσαν νύκτα, την δε επαύριον παρεδόθησαν οι εν αυτώ διά συνθήκης. Η πτώσις του φρουρίου τούτου ηνάγκασε, και η ακριβής διατήρησις της συνθήκης εθάρρυνε τους εν Ναυπάκτω να συνθηκολογήσωσι και αυτοί· ώστε την 18 απριλίου υψώθη κατά πρώτην φοράν διαρκούντος του αγώνος η ελληνική σημαία επί του φρουρίου εκείνου· οι δε εν αυτώ Τούρκοι εμβάντες εις ελληνικά πλοία ανεχώρησαν εις Πρέβεζαν, πιστώς πληρωθέντων των όρων της συνθήκης. Η άλωσις της Ναυπάκτου εστερέωσε τον αγώνα κατά την στερεάν Ελλάδα, και απήλπισεν όλους τους κατά την Δυτικήν Τούρκους, οίτινες εγκαταλιπόντες όσας κατείχαν εν αυτή θέσεις, εκτός των εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ, ανεχώρησαν ανεπηρέαστοι εις Πρέβεζαν. Ηγανάκτει ο δραστήριος Κιουταχής, ο τόσον πιστώς και προθύμως υπηρετών την αυτοκρατορίαν του, βλέπων την βλάβην και ατιμίαν της, αλλ' ουδέν εδύνατο να ενεργήση διά την αθλίαν κατάστασιν των πραγμάτων της Αλβανίας. Εν τούτοις διά την περί τα πολεμικά φήμην του ανεδείχθη αρχιβεζίρης, και κατέστη αρχηγός των δυνάμεων επί του τουρκορρωσσικού πολέμου. Η αναχώρησις του ανδρός τούτου, γνώσιν έχοντος και των ανθρώπων και των πραγμάτων και των τόπων της Δυτικής Ελλάδος, θαυμαζομένου παρά πάντων και φόβον εμπνέοντος τοις πάσιν, απήλπισεν oλοτελώς τους εναπομείναντας εχθρούς.
Η δε ελευθέρωσις της Ναυπάκτου προητοίμασε την του Μεσολογγίου. Μετέβησαν εκεί τα περί την Ναυπάκτον ελληνικά στρατεύματα, και κατέπλευσε συγχρόνως και η Ελλάς φέρουσα τον πληρεξούσιον, όστις ελθών εις λόγους μετά των εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ συνυπέγραψε συνθήκην την 2 μαΐου περί παραδόσεως των δύο τούτων πόλεων^ αλλ' αφ' ού υπεγράφη και πριν ενεργηθή, η συνθήκη, ήλθεν ο Άγγλος μοίραρχος Σπένσερος επί της φρεγάτας, Μαδαγασκάρης, διατεταγμένος να λύση διά της βίας, αν δεν εισηκούετο, την θαλάσσιον πολιορκίαν. Εις πλήρη δε κατάληψιν των αιτίων, δι' ά έδωκεν η κυβέρνησίς του τοιαύτας διαταγάς, παρεισάγομεν ενταύθα τα της εξωτερικής πολιτικής μετά την από Ελλάδος αναχώρησιν των πρέσβεων των τριών Δυνάμεων.
Ο πόλεμος της Ρωσσίας κατά της Τουρκίας δεν προώδευσε το παρελθόν έτος όσον ηλπίζετο, αλλά μεγάλως προώδευσε το ενεστώς. Στρατεύματα εν Ευρώπη υπό τους οφθαλμούς του αυτοκράτορος Νικολάου, στρατεύματα εν Ασία, στόλοι κατά τον Βόσπορον και τον Ελλήσποντον, τοσαύται και τοιαύται δυνάμεις πολλαχόθεν κινούμεναι εφαίνοντο ότι έμελλαν να καταστρέψωσιν εντός ολίγου την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν. Βλέπουσαι αι φίλαι της Πύλης αυλαί τον μέγαν τούτον κίνδυνον, και μη δυνάμεναι να στήσωσιν έμπροσθεν αυτής την αιγίδα των, ηγωνίζοντο αδιακόπως να λύσωσι το ελληνικόν ζήτημα, διότι, τούτου λυθέντος, έπαυεν ο πόλεμος, όχι διότι εκινήθη εξ αιτίας ή εις λύσιν αυτού, αλλά διότι η μωρά πολιτική της Πύλης ως προς την Ρωσσίαν και η αυθάδης γλώσσα της, η προκαλέσασα τον πόλεμον, προήλθαν εξ αυτού. Η Πύλη δεν αντέλεγεν εις όσα δι' εαυτήν απήτει η Ρωσσία, διότι δεν απήτει ειμή όσα διελάμβαναν αι συνθήκαι.
Η δε Αγγλία, η προ παντός άλλου σπουδάζουσα να συνδέση εκ νέου τας προς την Πύλην σχέσεις της, δεν έπαυεν επιθυμούσα την εις Κωνσταντινούπολιν επάνοδον των πρέσβεων. Κηρυχθέντος δε του πολέμου, εξέφρασε σφοδρότερον την επιθυμίαν ταύτην, διότι ενόμιζεν, ότι η επάνοδος αυτών εδύνατο να συντελέση εις ταχυτέραν παύσιν του πολέμου. Η Γαλλία, αντιτείνασα κατ' αρχάς, εδέχθη επί τέλους την γνώμην της Αγγλίας· αλλά δυσσυμβίβαστα ήσαν ως προς την επάνοδον των πρέσβεων τα της Ρωσσίας. Εξ αιτίας του επικρατούντος πολέμου ούτε η Πύλη εδέχετο Ρώσσον αντιπρόσωπον, ούτε η Ρωσσία έστελλεν· αλλ' εξ αιτίας της συμμαχίας τοιούτος αντιπρόσωπος ήτον αναγκαίος. Προς εξομαλισμόν δε της δυσκολίας ταύτης επρόβαλαν αι δύο αυλαί να συγκατατεθή η της Πετρουπόλεως ίνα διαπραγματευθώσιν εν Κωνσταντινουπόλει οι πρέσβεις των δύο αυλών τα περί της Ελλάδος εν ονόματι των τριών. Δεν ενέκρινε την πρότασιν ταύτην η Ρωσσία, αλλά δεν την απέρριψεν εξ αιτίας της επιμονής των δύο αυλών· απήτησεν όμως να ορισθώσι προηγουμένως παρά των τριών αυλών όσα έμελλαν αι δύο να διαπραγματευθώσι περί Ελλάδος άνευ αυτής, αλλ' εν ονόματι και αυτής. Αόριστα ήσαν, ως είρηται, τα των πλείστων όρων της υπέρ Ελλάδος συνθήκης, και ασύμφωνοι προς αλλήλας αι Δυνάμεις, κυρίως δε ως προς την οροθεσίαν· η Γαλλία και η Ρωσσία επέμεναν εις την επί της ξηράς οροθετικήν γραμμήν την μεταξύ των κόλπων της Άρτης και του Βώλου, όπως την εχάραξαν οι εν Πόρω πρέσβεις· αλλ' η Αγγλία την περιώριζε και ήδη ως και πριν εις τον κορινθιακόν ισθμόν· επί τέλους παρεδέχθη την χαραχθείσαν εν Πόρω, αλλ' όχι ως οριστικήν. Συμβιβασθέντες οι σύμμαχοι ως προς τον όρον τούτον εδέχθησαν ομοφώνως και τους λοιπούς, όπως εκανονίσθησαν εν Πόρω, προσθέσαντες καί τινας άλλους συμπληρωτικούς περί του τρόπου της εκλογής της Αρχής, περί της εις Κωνσταντινούπολιν επανόδου των δύο πρέσβεων, περί αμνηστείας και μεταναστεύσεως, περί αμοιβαίας ασφαλείας της Πύλης και της Ελλάδος υπό την εγγύησιν αυτών, περί διατηρήσεως παρά της Πύλης της πραγματικώς ενυπαρχούσης ανακωχής, περί παύσεως πάσης εχθροπραξίας των Ελλήνων και περί ανακλήσεως εις Πελοπόννησον όλων των επί της στερεάς ελληνικών στρατευμάτων. Τούτων ούτω συμβιβασθέντων, συνυπέγραψαν την 10 μαρτίου πράξιν περιέχουσαν τους ανωτέρω όρους, αλλ' όχι ως αναλλοιώτους, και διέταξαν τους πρέσβεις των δύο αυλών να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν ως αντιπροσωπεύοντες και τας τρεις.
Μόνη η Αγγλία εκοινοποίησεν επισήμως την πράξιν της 10 μαρτίου τω κυβερνήτη της Ελλάδος, απαιτούσα την παύσιν πάσης εχθροπραξίας επί της στερεάς Ελλάδος και την εντός του ισθμού ανάκλησιν των πέραν αυτού ελληνικών στρατευμάτων· αλλ' ευλόγως και ευσχήμως απεποιήθη ο κυβερνήτης την διττήν ταύτην απαίτησιν. Ερμηνεύουσα δε η Αγγλία το πνεύμα του όρου της παύσεως πάσης εχθροπραξίας, προσαπήτησε και την λύσιν των θαλασσίων αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος· απήτησε δε την περί ης ο λόγος λύσιν εν ονόματι όλης της συμμαχίας. Ηπόρησαν η Γαλλία και η Ρωσσία, και εξέφρασαν την δυσαρέσκειάν των μαθούσαι, ότι εν ονόματι αυτών απήτησε τούτο η Δύναμις εκείνη, εν ώ λόγος δεν εγένετο επί συμβουλίου· ωμολόγησεν η Αγγλία, ότι κατά λάθος εγένετο χρήσις του ονόματος όλης της συμμαχίας, αλλ' επέμεινεν ουδέν ήττον εν τω ιδίω ονόματι, και διέταξε την κατά την Ελλάδα ναυτικήν δύναμίν της να ενεργήση τα εις πραγματοποίησιν του όρου τούτου, θελλούσης ή μη της ελληνικής κυβερνήσεως. Προς εκπλήρωσιν δε της διαταγής ταύτης ο μεν αρμοστής των ιονίων νήσων έγραψε τα δέοντα τω αρχιστρατήγω, ο δε κατά το ιόνιον πέλαγος μοίραρχος, Σπένσερος, παρήγγειλε τω κατά τον αμβρακικόν κόλπον μοιράρχω Κριμεζί να λύση αμέσως την θαλάσσιον εκείνων των μερών πολιορκίαν^ αφίχθη δε και αυτοπροσώπως εις τον λιμένα του Μεσολογγίου και απήτησε παρά του ναυάρχου Μιαούλη και του πληρεξουσίου τοποτηρητού την λύσιν του αποκλεισμού του Μεσολογγίου επί απειλή βίας, αν δεν εισηκούετο. Μίαν ημέραν προ της αφίξεώς του υπεγράφη η περί παραδόσεως της πόλεως εκείνης και του Ανατολικού συνθήκη. Η περίστασις ήτο κρισιμότατη, διότι, αν εισεκομίζοντο τροφαί, η φρουρά δεν θα παραδίδετο. Καλή τύχη ο Σπένσερος εσεβάσθη την συνθήκην, και ούτως ελευθερώθησαν αι δύο εκείνοι πόλεις αναιμωτί.
Αν δε και το περί ου ο λόγος πρωτόκολλον υπεγράφη τον μάρτιον, δεν εκοινοποιήθει τη ελληνική κυβερνήσει ει μη τον μάιον. Ιδού δε η αιτία. Ουδεμία των Δυνάμεων επίστευεν, ότι εδύναντο οι Έλληνες να κατορθώσωσι τι γενναίον επί της στερεάς Ελλάδος· η δε Γαλλία και η Ρωσσία δεν δυσηρεστούντο αν τοιούτον τι κατωρθούτο, ως θέλουσαι την πέραν του ισθμού έκτασιν των ορίων του νέου κράτους, και δεν εφρόντισαν περί της ταχείας κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου. Αλλ' η Αγγλία, η επιθυμούσα την στένωση της νέας ελληνικής επικρατείας, μαθούσα παρ' ελπίδα την πτώσιν Βονίτσης και Αντιρρίου, και προβλέπουσα εντεύθεν την πτώσιν Ναυπάκτου και Μεσολογγίου, ό εστι την απελευθέρωσιν όλης της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος προς ανατροπήν του σχεδίου της, έσπευσε να εμποδίση αφ' εαυτής, επί τη βάσει του ρηθέντος πρωτοκόλλου, τας προόδους των Ελλήνων διά της λύσεως των αποκλεισμών. Τω όντι το μόνον όπλον των Ελλήνων κατά των Τούρκων ήτον η πείνα, και αν αφηρείτο διά της λύσεως των πολιορκιών, δεν κατωρθούτο ό,τι κατωρθώθη· αλλά καλή τύχη, παρεμβάσα η Αγγλία βραδέως διά την ανωτέρω αιτίαν, δεν εδυνήθη να εμποδίση ούτε της Ναυπάκτου ούτε του Μεσολογγίου την παράδοσιν.
Την δε ανάκτησιν του Μεσολογγίου μαθούσα ή Ελλάς εσκίρτησεν όλη, και ο κυβερνήτης ετέλεσε πάνδημον εορτήν εν Αιγίνη και διεκήρυξε τα εξής.
«Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού. Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται τα οστά των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι αυτής έπεσαν ενδόξως.
«Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν να αποδώσωμεν εις την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών ενθέρμους ευχάς μας. Το χρέος τούτο αφ' ού αποδώσ