- Art Gallery -

 

.

ΣΟΦΟΚΛΗΣ




ΑΝΤΙΓΟΝΗ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ



ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ




ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΡΑΦΕΩΝ



ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ

ΑΝΤΙΓΟΝΗ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ
Κ. ΧΡΗΣΤΟΜΑΝΟΥ



ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ

1912

Υ Π Ο Θ Ε Σ I Σ


Ο Πολυνείκης, υιός του Οιδίποδος, του βασιλέως των Θηβών,
εξεστράτευσε με τους Αργείους εναντίον του αδελφού του
Ετεοκλέους, ο οποίος είχεν αναλάβη μόνος την βασιλείαν. Εις τον
πόλεμον ενικήθησαν οι Αργείοι, αλλά και οι δύο αδελφοί
ονομαχήσαντες εφονεύθησαν.



Ο Κρέων, αναγορευθείς βασιλεύς των Θηβών, διέταξε να μείνη
άταφος ο νεκρός του Πολυνείκους, ως εχθρού της πατρίδος, και
ώρισε ποινήν θανάτου εναντίον οιουδήποτε παραβάτου της διαταγής
του.



Αι δύο αδελφαί του Πολυνείκους, η Αντιγόνη και η Ισμήνη, θρηνούν
και οδύρονται δια τούτο, καθ’ όσον ιερόν καθήκον των συγγενών
ελογίζετο το να κηδεύουν σεμνώς και να ενταφιάζουν τον νεκρόν
συγγενή. Αλλ’ ενώ η Ισμήνη υποκύπτει εις την προσταγήν και
συμβουλεύει μάλιστα την αδελφήν της να πράξη το αυτό, αντιθέτως η
μεγαλόψυχος Αντιγόνη εξεγείρεται εναντίον της σκληράς προσταγής
και αψηφούσα τον κίνδυνον επιχειρεί την ταφήν του αδελφού της.
Γνωρίζει την παρανομίαν της, αλλά συμμορφώνεται με τον άγραφον
ηθικόν νόμον του συγγενικού και οσίου καθήκοντος.

Εντεύθεν επέρχεται η τραγική κάθαρσις. Ο Κρέων άκαμπτος προστάζει
τον θάνατον της Αντιγόνης, αν και ήτον αυτή η μέλλουσα νύμφη του.
Ο Τειρεσίας προλέγει τότε τα εκ της σκληρότητος του Κρέοντος
μέλλοντα δεινά και αποκαλύπτει εις τον βασιλέα τας φοβεράς περί
τούτων μαντείας.

Ο Κρέων εις το άκουσμα κλονίζεται, αλλά δεν είναι πλέον καιρός. Η
μοίρα των ανθρώπων δεν έχει χρονοτριβάς. Επί του νεκρού της
Αντιγόνης ο Αίμων, ο υιός του Κρέοντος, αυτοκτονείται και η μήτηρ
του απηλπισμένη αυτοχειριάζεται. Ο Κρέων αργά συνέρχεται εις
εαυτόν και κατανοεί την συμφοράν του.



ΠΡΟΣΩΠΑ


ΑΝΤΙΓΟΝΗ
ΙΣΜΗΝΗ
ΧΟΡΟΣ (Θηβαίων γερόντων)
ΚΡΕΩΝ
ΦΥΛΑΞ
ΑΙΜΩΝ
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΕΥΡΙΔΙΚΗ



ΠΡΑΞΙΣ Α’



ΑΝΤ. Ισμήνη, αδελφούλα μου, εσύ αγαπημένο κεφαλάκι.
     Ξέρεις νάμεινε απ’ τον Οιδίποδα κακό
     που να μην έρριξεν ο Δίας επάνω μας,
     ενόσω ζούμε;
     Δεν είναι πόνος, ούτε χαλασμός, ούτ’ ατιμία, ούτε
             [ντροπή
     πού να μην είδα εγώ μέσ’ τες δικές μου διστυχίες
             [και στες δικές σου...
     Και τώρα πάλι, τι λένε πως διαλάλησε, καινούργιο
     σ’ όλην την πολιτεία ο στρατηγός ;
     Έμαθες τίποτα και άκουσες ;
     ή δεν μαντεύεις τη συμφορά που έρχεται από τους
             [εχθρούς,
     σ’ εκείνους π’ αγαπούμε;

ΙΣΜ. Εμένα, Αντιγόνη, δεν μούρθε είδησι καμμιά απ’
             [τους αγαπητούς μας,
     ούτ’ ευχάριστη αλλά ούτε και θλιβερή,
     αφ’ ότου η δύο εμείς εχάσαμε τ’ αδέρφια μας τα δύο,
     που σε μια μέρα ‘πήγαν με διπλό θάνατο,
     και τώρα που των Αργείων σκόρπισε ο στρατός,
     την ύστερη νύχτα,
     δεν έμαθ’ άλλο τίποτα για νάμαι πειό χαρούμς ναούς των θεών
     κι αυτός που τραντάζει της Θήβας τη γη, ο Βάκχος,
     κεφαλή ας μας είναι !
     αλλά νάτον οπού είναι τώρα βασιληάς της χώρας
     με τ’ ανέλπιστα που τούτυχαν απ’ τους θεούς,
     ο Κρέων, ο γυιός του Μενοικέα,
     προβαίνει· ποια σκέψι νάχη μέσα του
     πού έβαλε και ‘μάζεψαν τους γέροντας
     με το ίδιο κήρυγμα καλώντας τους όλους μαζύ ;

     ( Εισέρχεται ο Κρέων )


ΚΡΕ. Άντρες, έφεραν πάλι οι θεοί τα πράμματα δεξιά
     στην πολιτεία, έπειτα από τον τόσο σάλο που την
             [είχε χαντακώσει,
     και σας εγώ, από όλους χώρια, μ’ απεσταλμένους
     σας μήνυσα ναρθήτε, επειδή ξέρω το σεβασμό που
             [είχατε
     στου Λάιου τον καιρό πάντα στη βασιλεία και στο
             [θρόνο·
     και πάλι σαν ξανάστησε την πόλι ο Οιδίππους,
     κι’ αφ’ ου ‘κείνος ‘χάθηκε, στα παιδιά των βασιλειάδων
     εμείνατε πιστοί με γνώμη ασάλευτη.
     Τώρα που αυτοί και οι δυο μαζύ σε μια ‘μέρα ‘πάνω
     ‘χάθηκαν χτυπιώντας και χτυπιούμενοι
     με της αυτοχειρίας την αμαρτία,
     ‘πήρα και γω το θρόνο και όλο το βασίλειο,
     σαν συγγενής που είμαι των πεθαμμένων.
     Δύσκολο είνε βέβαια να καταλάβη κανείς
     του κάθε ανθρώπου την ψυχή, τη σκέψι και τη
             [γνώμη,
     πριν να φανή στη διοίκησι και στους νόμους μαθη-
             [μένος.
     Εγώ όμως θαρρώ, και τώρα κι’ απ’ ανέκαθεν,
     πως όταν ένας που κυβερνάει όλη την πολιτεία
     δεν ακολουθάει την πειό καλλίτερη γνώμη
     παρ’ από φόβο κρατεί τη γλώσσα στο στόμα του·
             [κλειστή,
     ην’ απ’ όλους ο χειρότερος.
     Και οποίος έχει καλλίτερο το φίλο απ’ την πα-
             [τρίδα του,
     αυτόνε ούτε να τον λέω δε θέλω,
     επειδή εγώ - ας τ’ ακούση ο Δίας, που πάντα ξέρει
             [όλα -
     πότε μου δεν θα σώπαινα σαν έβλεπα τη συμφορά
     νάρχεται κατ’ επάνω στους πολίτες,
     να πάρη την ευτυχία τους, και ούτε θα έπιανα φίλο
             [μου ποτέ έναν εχτρό της χώρας,
     γνωρίζοντας ότι η πατρίδα είνε που μας βαστάει,
     και πως όταν στέκει αυτή ολόρθη, και ‘μεις απάνω της
     κολυμπάμε στα νερά
     και τότε τους φίλους κάνομε.
     Με τέτοιους νόμους, εγώ αυτή την πόλι ψηλά θα
             [τη σηκώσω.
     Και τώρα πάλι τα ίδια έχω διαλαλημένα στους
             [πολίτες
     για τα παιδιά του Οιδίπου.
     Τον Ετεοκλή βέβαια, που σκοτώθηκε γι’ αυτή τη
             [χώρα
     και δείχτηκε σ’ όλα ήρωας στη μάχη,
     να τον βάλουν στον τάφο
     και να του κάνουν όλα τα πρεπούμενα,
     όσα γίνονται για τους καλλίτερους νεκρούς, σαν κα-
             [τεβαίνουν κάτω·
     αλλά τον αδελφό του - τον Πολυνείκη λέω -
     που απ’ την εξορία του κατέβηκε
     και τη γη αυτή την πατρική του και τους θεούς τους
             [ντόπιους
     ήθελε με τη φωτιά να κάνη στάχτη
     και ήθελε και το αίμα της γεννιάς του να πιή και να
             [χορτάση,
     και σας να σας σκλαβώση και να σας σέρνη δούλους,
     αυτουνού, έβαλα να κράξουν σ’ όλη την πόλι,
     μήτε να του στολίση κανείς τάφο, μήτε και να τον
             [κλάψη,
     παρά να τον αφήσουν άθαφτο και το κορμί του
     να το φάνε τα σκυλιά και τα όρνια να το μαγαρί-
             [σουν,
     που όποιος το βλέπει, το αίμα του να παγώνη.
     Αυτή είνε η θέλησί μου, και ποτέ μου δε θα δώσω
             [στους κακούς
     ό,τι αξίζουν νάχουν οι καλοί.
     Αλλ’ όποιος αγαπάει αυτή την πόλι, και πεθαμμένος
             [νάν’ και ζωντανός,
     από μένα την ίδια τιμή θε να ‘βρη.

ΧΟΡ. Εσένα έτσι σ’ αρέσει να κάνης, γυιέ του Μενοικέα,
             [Κρέων,
     και με τον εχτρό της πολιτείας αυτής και με το φίλο.
     Και σένα στέκει να βάζης το νόμο
     και για τους πεθαμμένους και για τ’ εμάς που ζούμε.

ΚΡΕ. Εσείς κυττάτε τώρα πώς θα φυλάξετε σκοπό για όσα
             [σας είπα;

ΧΟΡ. Σ’ άλλον πειό νεώτερο δόσε νάχη αυτή την έννοια.

ΚΡΕ. Μα είνε κι’ όλας βαλμένοι όσοι θα προσέχουν το
             [νεκρό.

ΧΟΡ. Γιατί λοιπόν παραγγέλνεις πάλι ετούτο κι’ αλλουνού;

ΚΡΕ. Για να μην αφήσετε κανένα σ’ αυτά να παρακούση.

ΧΟΡ. Δεν ειν’ κανείς τόσο κουτός να θέλη να πεθάνη.

ΚΡΕ. Και βέβαια αυτό θα πάθη, αλλά με την ελπίδα να
             [κερδίσουν, πολλοί ως τώρα χάθηκαν.

ΦΥΛ. Βασιληά, δεν μπορώ να πω πως απ’ τη βιάση μου
     λαχάνιασα, και πως τα πόδια μου έκαναν φτερά,
     γιατί πολλές φορές από τη συλλογή μου σταμάτησα
     στο δρόμο και μούρθε να γυρίσω ‘πίσω.
     Χάρις που η ψυχή μου πολλά μου έψαιλνε και μου
             [τσαμπουνούσε.
     «Κακομοίρη, τι πας αυτού, που μόλις φθάσης, θα σε
             [χώσουν μέσα ; »
     « Μα χαντακωμένε, κάθησες πάλι; κι αν το μάθη ο
             [Κρέων από άλλον δε θα σε τζούξη έπειτα; »
     σε τέτοιους συλλογισμούς μπερδεύονταν τα πόδια μου
     κι’ έτσι έφτασα γρήγορα αργά μ’ όλο μου το κολάι,
     γιατί κι ο κοντός δρόμος έτσι γίνεται μακρύς.
     Τέλος βάστηξε η γνώμη νάρθω σ’ εσένα
     κι’ αν δε σου πω και τίποτα, πάλι θα στο πω,
     γιατί έρχομαι απ’ την ελπίδα κρεμασμένος
     πως άλλο δε μπορώ να πάθω απ’ ό,τι μου μέλλεται.

ΚΡΕ. Τι είν’ αυτό που σε κάνει έτσι να φοβάσαι;

ΦΥΛ. Πρώτα, θέλω να σου ‘πώ για τα δικά μου·
     γιατί ούτε τώκανα εγώ το πράμμα ούτε είδα ποιος
             [τώκανε,
     και δεν θάταν δίκηο να πάθω τίποτα κακό.

ΚΡΕ. Όλο προοίμια είσαι κι’ όλο τα φέρνεις γύρω για την
             [ασφάλεια σου·
     φαίνεται πως κάποιο σπουδαίο θέλεις να πης.

ΦΥΛ. Τα φοβερά δίνουν πολύ βαρεμό να τα λέη κανείς.

ΚΡΕ. Θα μιλήσης λοιπόν μια φορά ; έπειτα σ’ αφίνω και
             [φεύγεις.

ΦΥΛ. Να ! σου λέω κιόλας. Κάποιος ‘πήγε κι έθαψε τώρα
             [δα το νεκρό,
     έρριξε σκόνη στεγνή κι επασπάλισε το σώμα του
             [κι έκανε όλα κατά πως είνε συνήθεια.

ΚΡΕ. Τι είπες; ποιος ήταν αυτός που τόλμησε να κάνη
             [αυτό;

ΦΥΛ. Ξέρω κι’ εγώ ; δε φαινότανε ‘κεί πέρα
     ούτε αχνάρι απ’ αξίνα ούτε ξεπέταγμ’ από τσάπα.
     Η γη ξερή πέτρα, μήτε σκασμένη πουθενά, μήτε
             [και σημαδεμένη
     Απ’ τους τροχούς των αμαξιών,
     παρά όποιος τώκανε, δε φανερώθηκε.
     Καθώς μας τώδη αυτή διόλου απορία, και της λέμε όσα
             [πρωτήτερα κι αυτά που τώρα είχε κάνει.
     Και τίποτα δεν απαρνήθηκε. Αυτό εμένα κι ευχά-
             [ριστο μου είνε και λυπηρό αντάμα,
     γιατί να ξεφεύγη κανείς ο ίδιος της συμφορές είνε
             [πολύ γλυκό.
     Αλλά και πάλι εκείνους π’ αγαπάει να τους φέρνη
             [σε δυστυχία,
     κάνει λύπη.
     Αυτά όμως όλα εγώ - έτσι είνε το φυσικό μου –
             [δεν τα βάζω ίσα με το ‘δικό μου το γλυτωμό.

ΚΡΕ. Εσύ τώρα που γέρνεις χάμου το κεφάλι
     το ομολογείς ή αρνιέσαι πως εσύ ‘σαι που έκανες
             [αυτά ;

ΑΝΤ. Και λέω πως ειμ’ εγώ κι ούτε τ αρνιέμαι ότι δεν
             [είμαι.

ΚΡΕ. Πήγαινε τώρα εσύ, όπου θέλεις, ελεύθερος, το κρίμα
             [δε σε βαρένει.
     (φεύγει ο Φύλαξ).

     Εσύ όμως πες μου κι όχι με πολλά λόγια αλλά
             [σύντομα,
     ήξερες πως ήταν κηρυγμένο κανένας να μη κάνη
             [αυτό που έκανες ;

ΑΝΤ. Το ήξερα, και πώς να μη το ξέρω αφού ήτανε
             [γνωστό ;

ΚΡΕ. Kαι πάλι είχες την τόλμη να παραβής αυτό το νόμο ;

ΑΝΤ. Δεν ήταν κανένας Δίας που μου τάχε προσταγμένα.
     Ούτ’ η Δίκη που κατοικεί μαζύ με τους κάτω Θεούς
     έβαλε τέτοιους νόμους στους ανθρώπους,
     ούτε για τόσο μεγαλοδύναμες έπερνα της προσταγές
             [σου,
     για να μπορής τ’ άγραφα κι’ ασάλευτα δίκαια των
             [Θεών
     να τα πατάς εσύ, που είσαι θνητός, γιατί δεν είναι
             [από σήμερον κι’ εχθές παρά πάντα αυτά ζουν
     και κανείς δεν ξέρει πότε φανερώθηκαν.
     Μήπως έπρεπε εγώ γι’ αυτά να δώσω λόγο στους
             [θεούς, αφού δεν εφοβήθηκα
     κανενός ανθρώπου γνώμη;
     Πως θα πέθαινα, το ήξερα καλά, και χωρίς εσύ να
             [βάλης να το κράξουν.
     Κι’ αν πεθάνω πρώτ’ απ’ τον καιρό μου, κέρδος πά-
             [λι το λεω,
     γιατ’ όποιος σαν κι’ εμένα ζει μες τα πολλά τα
       [βάσανα, πώς να μην είναι κερδεμένος σαν πεθάνει;
     Έτσι κι εμένα δεν με πονείς πούχω αυτό το ριζικό,
             [παρά αν υπόφερνα άθαφτο να δω
     τον νεκρό εκείνον που εγέννησε η μητέρα μου·  τότε
             [θα πονούσα· αυτά δεν μου πονούνε.
     Κι’ αν σ’ εσένα τώρα φαίνωμαι ανόητη για ό,τι κάνω,
     μπορώ να ‘πώ πως σ’ ανόητο φαίνομαι ανόητη.

ΧΟΡ. Φαίνεται το άγριο αίμα από άγριον πατέρα στο παιδί.
     Δεν ξέρει αυτή να ζαρώνη ‘μπρος στο κακό.

ΚΡΕ. Να ξέρης πως αυτή σου η ξεροκεφαλιά γρήγορα θα
             [περάση.
     Και το πειό δυνατό σίδερο, το ψημένο απ’ τη φωτιά
             [ολόγυρα σκληρό
     θα το ‘δης να ραΐση και να σπάση πειότερο από άλλο ·
     με κοντό χαλινάρι, ξέρω, τα αγριεμένα αλόγατα βα-
             [στούνται,
     γιατί δεν στέκει νάχη μεγάλ’ ιδέα εκείνος πούναι
             [στον άλλον δούλος.
     Αυτή όμως το καλοήξερε τότε να μας βρίζη με το
             [να παραβαίνη τους βαλμένους νόμους.
     Κι είνε δεύτερη προσβολή - μια ήταν σαν τώκανε
             [- για τούτο κιόλας να καυχιέται
     και να γελάη που τώπραξε.
     Εγώ βέβαια τώρα δεν είμαι άντρας, παρά ο άντρας
             [είναι αυτή,
     αν της περάση αυτηνής να κάνη το θέλημά της ατι-
             [μώρητα,
     Μα είτε της αδελφής μου είναι, είτε και πειό στενή
             [του αίματος συγγένησά μου
     απ’ όλους όσους φυλάει ο σπιτικός μας Ζευς, αυτή
             [και η αδελφή της
     δεν θα ξεφύγουνε την πειό χειρότερη μοίρα·
     γιατί κι’ εκείνη άλλο τόσο την κατηγοράω πως με-
             [λέτησε αυτόν τον τάφο.
     Φωνάξετέ την εδώ τώρα, ότι την είδα μες το σπίτι
             [να μανίζη
     έξω απ’ τα λογικά της.
     Συχνά η ψυχή του ανθρώπου μπροστήτερα προδίνεται
             [σαν κλέφτρα,
     για τα άνομα που στα σκοτάδια κρυφογένονται,
     αλλά και τάλλο ίδια το μισώ, όταν κανείς που πιά-
             [στηκε ‘στό κρίμα του απάνω,
     έπειτα θέλη να το παραστήση ωμορφήτερο.

ΑΝΤ. Μήπως θέλης να μου κάνης πειό μεγαλύτερο, αφού
             [μ’ έπιασες, παρά να με σκοτώσης;

ΚΡΕ. Εγώ άλλο δεν θέλω, μ’ ετούτο τάχω όλα.

ΑΝΤ. Τι κάθεσαι λοιπόν ; όπως κι’ εμένα κανέν’ από τα λό-
             [για σου δεν μου ειν’ ευχάριστο
     και ποτέ δεν θα μ’ αρέση - έτσι κι’ εσένα φυσικά
             [τα ‘δικά μου σ’ ενοχλούν.
     Και πούθε θα μούρχονταν τόση τιμή και δόξα,
     παρά που έβαλα σε τάφο τον αυτάδελφό μου;
     Όλοι τους εδώ θα τώλεγαν πως καλό το βρίσκουνε
     αν δεν τους έδενε τη γλώσσα ο φόβος.
     Έχουν οι βασιλειάδες κι άλλα πολλά που τους κα-
             [λώρχονται
     και μπορούν να κάνουν και να λένε ό,τι θέλουν.

ΚΡΕ. Μονάχη εσύ απ’ τους Καδμείους αυτούς τα βλέπεις
             [έτσι.

ΑΝΤ. Τα βλέπουνε κι’ αυτοί, αλλά μπροστά σου σουρώ-
             [νουνε το στόμα.

ΚΡΕ. Κι’ εσύ δεν ντρέπεσαι νάχης γνώμη διάφορη από
             [τούτους;

ΑΝΤ. Ντροπή δεν είναι να σέβεται κανείς εκείνους πούχουν
             [τα ίδια σπλάχνα.

ΚΡΕ. Μήπως δεν είνε αδελφός σου, και ο άλλος που σκοτώ-
             [θηκε εναντίον του;

ΑΝΤ. Αδελφός από μία μητέρα κι απ’ τον ίδιο πατέρα.

ΚΡΕ. Πώς τον προσβάλλεις λοιπόν με το να κάνης χάρι και
             [τιμή στον άλλο;

ΑΝΤ. Δε θάλεγε τα ίδια γι’ αυτά ο πεθαμμένος.

ΚΡΕ. Αφού τον τιμάς ίδια σαν τον αμαρτωλό.

ΑΝΤ. Δούλος μου δε ‘ χάθηκε, παρά ο αδελφός μου.

ΚΡΕ. Που ρήμαξε τη χώρα, ενώ ο άλλος
     αντιστάθηκε για να την ‘περασπίση.

ΑΝΤ. Το ίδιο και τους δυο με το νόμο του τους ζητάει
             [ο Άδης,

ΚΡΕ. Μα δεν πρέπει ο καλός με τον κακό να έρθη ίσος.

ΑΝΤ. Ποιος ξέρει, εκεί κάτου, περνούν αυτά για άγια ;

ΚΡΕ. Ποτέ ο εχτρός, και σαν πεθάνει ακόμα, φίλος δεν
             [γίνεται.

ΑΝΤ. Όχι για να μισώ μαζύ, για ν’ αγαπώ ‘γεννήθηκα.

ΚΡΕ. Τώρα που θα πας κάτω, σαν πρέπει να τους αγαπάς,
             [αγάπα τους εκείνους,
     ενόσω όμως ζω εγώ, γυναίκα δεν θα προστάξη.

ΧΟΡ. Να την μπροστά στης πύλες την Ισμήνη, που γι’
         [αγάπη της αδελφής της ποτάμι χύνει τα δάκρυα.
     Τα φρύδια της σαν σύννεφο σκιάζουν κι ασχημίζουν
             [το πρόσωπό της το ροδόθωρο
     και τα ώμορφά της μάγουλα είνε βρεμμένα.

ΚΡΕ. Κι εσύ που σαν οχιά στο σπίτι μου χωμένη, κρυφά
             [μούπινες το αίμα
     κι ούτε τώξερα πως θρέφω δυο για δυστυχία και
             [χαλασμό του θρόνου μου,
     για ‘πες μου τώρα, θα ‘πης κι’ εσύ γι’ αυτό τον
             [τάφο πως ήσουν μαζύ ;
     ή θα ‘ξομώσης πως δεν ξέρεις τίποτα ;

ΙΣΜ. Έκανα κι’ εγώ το ίδιο σαν κι αυτή κι’ ό,τι λέει λεω
     κι είμαι μαζύ της και το ίδιο φταίω.

ΑΝΤ. Μα το δίκηο δεν θα σ’ αφήση να το ‘πης αυτό·
     επειδή ούτ’ εσύ ‘θέλησες ούτε κι’ εγώ σε ‘πήρα σύν-
             [τροφο.

ΙΣΜ. Μα τώρα ‘στα βάσανά σου δεν διστάζω μαζύ σου
             [ν’ αρμενίσω
     στο πέλαγος του πόνου.

ΑΝΤ. Πειά έκανε το έργο ο Άδης κι’ αυτοί πούνε κάτου
             [το ξέρουνε.
     Μα δεν την θέλω ‘γώ την φίλη που με τα λόγια
             [μόνο μ’ αγαπάει.

ΙΣΜ. Όχι αδελφούλα μου μη με περιφρονήσης
     μαζύ σου να μη πεθάνω και το νεκρό κι’ εγώ να μη
             [τιμήσω.

ΑΝΤ. Μη μου και μένα το ριζικό μου μ’ αποκοιμίζει.

ΧΟΡ. Αυτή είναι θεά, και θεογεννημένη
     και ‘μείς άνθρωποι θνητών γεννιά.
     Και όμως μεγάλο πράμμα ακούγεται
     νάχη άνθρωπος στο θάνατο την ίδια τύχη
     με τους θεούς.

ΑΝΤ. Ωιμένα με περιγελούν! Γιατί στους θεούς σου
     τους πατρικούς, με βρίζεις, πριν ακόμα να χαθώ
     και ενώ είμαι μπροστά σου;
     ώ πόλι, και σεις άντρες της πολιτείας αυτής πούχετε
     τα πολλά χτήματα,
     αχ βρυσούλες στη Δίρκη ψηλά και της Θήβας
     της καλοαμάξωτης
     λόγγε, εσάς τουλάχιστον σας παίρνω μάρτυρες
     που άκλαφτη από φίλους, και με τι νόμο
     έρχομαι, στο χωματένιο μνήμα
     νάβρω τάφο μου ανέλπιστο ·
     αχ ! δυστυχισμένη εγώ !
     μέσ’ στους ανθρώπους νάμαι χωρίς να είμαι.
     Ούτε με ζωντανούς να
     κατοικώ ούτε και με νεκρούς . . . . !

ΧΟΡ. Προβαίνοντας ίσα με την άκρη του θαρρεμού
     χτύπησες βαρειά στο ψηλό βάθρο της Δίκης· παιδί
             [μου,
     εσύ ξεπληρώνεις τώρα και του πατέρα σου τα κα-
            [τορθώματα.

ΑΝΤ. Μου ‘θύμησες λύπες και καϋμούς,
     του πατέρα μου τη συφορά την τριθεμέλιωτη,
     όλης μας της γενεάς το ριζικό,
ι τον Πλούτωνα να πάψη την οργή
             [του και να μας καλοβλέπη,
     τον ‘λούσαμε σε καθαρό λουτρό και απάνω σε κλαριά
             [νεόκοπα εκάψαμε το λείψανο
     και μνημούρι ολόρθο από της πατρίδος του τη γη
             [του χωματώσαμε·
     και έπειτα ‘γυρίσαμε πάλι για το θωλωτό του Άδη
             [νυφοκρέββατο, το λιθοστρωμμένο,
     που ήταν μέσα η κόρη. Κάποιος όμως άκουσε στριγγό
       [ξεφωνητό να βγαίνη απ’ το θάλαμο τον αφορισμένο
     κι έτρεξε να το φανερώση του αφέντη μας του
             [Κρέοντα.
     Και σ’ αυτόν γύρω καθώς ‘πρόβαινε σιμότερα η
             [ίδια θλιβερή φωνή ‘πετούσε, πειό αδύνατη
     και απ’ τα τρίσβαθα στενάζοντας βγάζει κλαψάρικη
             [λαλιά:
     «Κακορρίζικος εγώ· καλά το ‘μάντεψα λοιπόν ;
     και τώρα περπατώ απ’ όσους στη ζωή μου ‘πέρασαν
             [το πειό θλιβερώτερο δρόμο.
     Τού παιδιού μου η φωνή με τριγυρνάει. Εσείς ‘πε-
             [ρέτες
     τρέξτε γλήγορα, κάτω εκεί, σταθήτε ‘μπρος στον
             [τάφο,
     και απ’ τον αρμό του χώματος σαν η πέτρα ση-
             [κωθή,
     μπαίνοντας στο άνοιγμα του τάφου κυττάχτε του
             [Αίμονος είν’ η φωνή π’ ακούω,
     ή ξεγελιέμαι από τους θεούς ;»
     Και μεις στης προσταγές του πικραμένου αφέντη
             [μας πήγαμε να ‘δούμε
     και μεσ’ το στερνό το μνήμα είδαμε τη μια κρεμα-
             [σμένη απ’ το λαιμό
     με κλωστένιο βρόχο απ’ το πέπλο της δεμένο,
     τον άλλον μπροστά της πεσμένο χάμου απ’ τη μέση
             [να την κρατάη
     θρηνώντας για τη νύφη που χάθηκε και πήγε κάτου
     και για του πατέρα του τα έργατα και το νυφοκρέβ-
             [βατό του το δυστυχισμένο·
     και καθώς το είδε ο Κρέων πικρά βογκώντας προ-
             [βαίνει μέσα και του φωνάζει μ’ αναφιλητό :
     «Δυστυχισμένε μου, τι κάνεις αυτού, στο νου τι
             [σούρθε,
     σε τι συφορά έπεσες ; έλα έξω, παιδί μου, γονατιστός
             [σε παρακαλώ»,
     Μα το παιδί, άγρια ματιά στήλωσε απάνω του, τον
             [έφτυσε κατά μούτρα
     και χωρίς διόλου να απαντήση έπειτα τράβηξε του
             [σπαθιού του τη δίκοπη λεπίδα,
     και ο πατέρας πρόφθασε ορμώντας έξω και του
             [ξέφυγε·
     τότε, ο άραχλος, κατεπάνου του γυρίζει το θυμό
             [του,
     και όπως στέκονταν, το σίδερο μες τα πλευρά
             [του,
     και με τα χέρια του που είχαν παραλύσει, έχοντας
             [ακόμη τα λογικά του,
     αγκαλιάζει την παρθένο, και καθώς ξεφυσούσε, με
             [δύναμι
     πετιέται κόκκινο αίμα βρύσι απάνου στης χλωμές
             [παρειές του κοριτσιού,

     (Φεύγει η Ευρυδίκη έξαλλη και οι γυναίκες τρέχουν πίσω της).

     Και τώρα κείτεται νεκρός σε νεκρής πλευρό ο δόλιος
     το γάμο του γιορτάζοντας στου Άδη τα παλάτια·
             [όμως απόδειξε στον κόσμο
     πως για έναν άνδρα η ασυλλογισιά είναι το μεγα-
             [λείτερο κακό.

ΧΟΡ. Τι να βάλω με το νου μου; έφυγε πάλι η γυναίκα
              [προτού πή λόγο καλό ή κακό.

ΑΓΓ. Κ’ εγώ εθάμμαξα, αλλά παρηγοριούμαι με την ελ-
             [πίδα
     πως σαν άκουσε τη συφορά του παιδιού της,
     δεν θα πάη να μοιρολογήση στην πόλι έξω·
     μέσα στο σπίτι με της δούλες ολόγυρά της
     θα καθήση να κλάψη για το πένθος της·
     γιατί δεν είν’ αμάθητη από καλή γνώμη,
     ώστε να λαθέψη.

ΧΟΡ. δεν ξέρω, ωιμένα, και η πάρα πολλή σιωπή
     κακό σημάδι φαίνεται, καθώς και το πολύ ξεφωνητό
             [το ανωφέλετο.

ΑΓΓ. Αλλά να ‘δούμε μήπως και κρύβει τίποτα στη τα-
             [ραγμένη καρδιά·
     και ας μπούμε μες στο σπίτι, καλά το λες εσύ.
     Και η παρά πολύ σιωπή είναι βαρειό σημάδι.

(Φεύγει ο Άγγελος· εμφανίζεται ο Κρέων κρατώντας στα
χέρια του τον νεκρό του Αίμονος).


ΧΟΡ. Αλλά να, που και ο ίδιος ο βασιληάς έφτασε
     κρατώντας στα χέρια του δείγμα ολοφάνερο-
     αν μου πέφτη και εμένα λόγος - όχι αλλουνού που
             [έφταιξε
     αλλά της αμαρτίας της δικής του.

ΚΡΕ. Ωιμέ του κακοκέφαλου κεφαλιού η αμαρτία πώς
             [‘τέλεψε
     φέρνοντας θάνατο. Αχ ! το φονηά και το σκοτω-
             [μένο κυττάτε μαζί του
     από μια γεννηά. Ωιμένα κακότυχή μου γνώμη.
     Αχ ! παιδί μου, που νέος επήγες με πρώιμο θάνατο
     άι, άι, άι, άι, άι, ‘πέθανες, ‘χάθηκες
     για δική μου όχι για δική σου κακοκεφαλιά.

ΧΟΡ. Ωιμέ, αργά ήταν να δης το δίκηο,

ΚΡΕ. Ωιμένα, το ξέρω ο δόλιος, Μα στο μυαλό μου κά-
             [ποιος θεός τότε
     βρόντηξε που μου κακόθελε βαρειά, και σ’ άγριο
             [δρόμο μ’ έρριξε,
     ώιμέ, πατώντας, με τα πόδια της χαρές μου.
     Αχ ! Αχ! βάσανά του άνθρωπου που δε βαστιώνται.
     (Μπαίνει ο Εξάγγελος).



ΕΞΑ. Αφέντη μου, τα έχεις και τα παράχεις τα βάσανα,
     άλλα βαστάς στα χέρια σου και άλλα πούναι στο
             [σπίτι σου πρόκαναν κι’ όλας,
     και ταχιά με τα μάτια σου θε να τα ‘δης.

ΚΡΕ. Τι είναι πάλι ; χειρότερα ακόμα απ’ τα χειρότερα;

ΕΞΑ. Η γυναίκα σου ‘πέθανε, η δόλια μάννα αυτουνού του
             [νεκρού·
     τώρα δα ‘χτυπήθηκε, κ’ είν’ η πληγές της ανοιχτές.

ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, λιμάνι του Άδη αχόρταγο,
     γιατί, καλέ, με βουλειάζεις ;
     Ω, εσύ που ήρθες να μου φέρης της πικρόλογες συ-
             [φορές, τι λόγο είπες;
     Άι, άι, σκοτωμένον άνθρωπο πήγες να χτυπήσης·
     τι λες, παιδί μου ; τι άλλο πάλι θα μου πής;
     Άι, άι, άι, άι· σφαχτό της συφοράς κείτεται η γυ-
             [ναίκα πεθαμμένη.

ΧΟΡ. Γύρισε και θα ‘δης· δεν την έχουν πειά κρυμμένη
             [μέσα.

ΚΡΕ. Ωιμένα, βλέπω με τα μάτια μου το δεύτερο κακό·
             [τι άλλο,
     τι άλλο μου μέλλεται ; στα χέρια μου κρατώ ακόμα
             [το παιδί μου, ο κακορρίζικος,
     και αντικρύ μου βλέπω τη νεκρή.
     Αχ, άχ, καϋμένη μητέρα ! αχ, παιδί μου.

ΕΞΑ. Έπεσε πληγωμένη βαρειά και αγκάλιασε το βωμό·
             [τα μάτια της έκλεισαν,
     Μα πρώτ’ εμοιριολόγησε για το δοξασμένο θάνατο
             [του Μεγαρέα, που ‘πέθανε μπροστήτερα
     και πάλι γι’ αυτόν εδώ, και τελευταία για της κα-
             [κές σου πράξες
     καταράσθηκε, εσένα, τον παιδοχτόνο.

ΚΡΕ. Άι, άι, άι, άι, τρομάρα μου, γιατί δεν μ’ εσκότωνε
             [κανείς απ’ τους φίλους
     στο στήθος μπροστά με δίκοπο σπαθί ;
     δόλιος εγώ, άι, άι, άι, και με δόλιο τέλος σβύνω.

ΕΞΑ. Και γι’ αυτή και για εκείνη τη θανή σε σένα
     έρριξε την αιτία η πεθαμμένη·

ΚΡΕ. Και με τι τρόπο χάλασε τη ζωή της ;

ΕΞΑ. ‘Χτυπήθη με το χέρι της μέσ’ στο σκότι, καθώς
             [άκουσε
     τι έπαθε το παιδί της, το πολύκλαφτο.

ΚΡΕ. Ωιμένα σε κανέναν άνθρωπο ποτέ δε θα πέση
     σαν τη δική μου κατηγόρια. εγώ, εγώ σε σκό-
             [τωσα,
     άχ! ο άθλιος ! εγώ, αλήθεια λέω· αχ ! άνθρωποι,
     πηγαίνετε με γλήγορα, βγάλτε με από δω έξω,
     γιατί δεν είμαι πειά άλλο παρά τίποτα.

ΧΟΡ. Κερδισμένος θάβγης, αν βγαίνη απ’ τον πόνο κέρδος,
     γιατί η συφορά που γλήγορα περνά απ’ όσες μας
             [έρχονται
     είναι η καλλίτερη.

ΚΡΕ. Ας έρθη, ας έρθη, ας φανή κι’ εμένα η γλυκεία
             [θανή μου,
     που θα μου φέρη πειά την ύστερή μου μέρα·
     ας έρθη, ας έρθη, για να μη ‘δώ πειά άλλη μέρα
     με τα μάτια μου.

ΧΟΡ. Αυτά είναι του ύστερου καιρού·
     για όσα βλέπομε κάτι να γείνη·
     τάλλα θα τα νοιαστούν εκείνοι που τους πρέπει.

ΚΡΕ. Αυτό που λαχταρίζω, αυτό μονάχα ευχήθηκα.

ΧΌΡ. Μην εύχεσαι τώρα τίποτα, αφού ο άνθρωπος
     δεν έχει να ξεφύγη τη γραφτή του μοίρα.

ΚΡΕ. Πάρτε με τον άχρηστο άνθρωπο απ’ εδώ,
     που ‘σκότωσα και σένα, παιδί μου, χωρίς να το θέλω,
             [και τούτην.
     Τρισάθλιος εγώ και δεν έχω πειά που να γυρίσω τη
             [ματιά μου·
     όλα μου ξεφεύγουν, όσα πιάνω στα χέρια· βαρειά
             [συφορά έπεσε στο κεφάλι μου.
     Το πρώτο πράμμα για να ευτυχήση ο άνθρωπος
     είναι η φρονιμάδα,
     και δεν πρέπει να καταφρονάη κανείς σε τίποτα,
     όσα είναι των θεών·
     τα μεγάλα λόγια με μεγάλα βάσανα τα ξεπλερώνουν
     οι καυχησάρηδες,
     και έτσι βάζουνε γνώσι και στα γεράματα. 

Κείμενα

Hellenica World