- Art Gallery -

 

.


Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ

Τραγούδια της ερημιάς, Αθήνα 1898 Δρ 2.50 Τα ελεγεία και τα ειδύλλια, Αθήνα 1898 1.50 Αγάπη στο χωριό, Αθήνα 1910 0.80 Goethe: Ιφιγένεια εν Ταύροις, μετάφραση 1η έκδοση, Τοβίγκη(1) 1910 2.00 Ο πύργος του ακροποτάμου, Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη, Αθήνα 1915 3.00 Υπεράνθρωπος, Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη Φέξη, Αθήνα 1915,3.00 Geigerstam: Το βιβλίο του μικρού αδερφού, μετάφραση Αθήνα 1916 2.50

ΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΟ Τάσω κι άλλα διηγήματα Goethe: Φάουστ, μετάφραση Hofmannsthal: Ηλέκτρα, μετάφραση

1) [Η λέξη δεν διαβάζεται καλά]

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ ΑΡΙΘ. 1

ΓΚΑΙΤΕ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΤΑΥΡΟΙΣ
ΔΡΑΜΑ ΣΕ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΕΝΤΕ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ ΕΚΔΟΣΗ Β' ΑΝΑΘΕΩΡΗΜΕΝΗ

ΑΘΗΝΑ, 1916 ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ ''ΕΣΤΙΑ,,

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΘΕΟΤΟΚΗ

ΠΡΟΣΩΠΑ

Ιφιγένεια Θόας, βασιλιάς των Ταύρων Ορέστης Πυλάδης Αρκάς

Η σκηνή στο δάσος εμπρός στο ναό της Άρτεμης.

Για τη σκηνή η μετάφραση θεωρείται χειρόγραφο.

ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στους ίσκιους σας ασίγαστες κορφές του παλαιού, ιερού, πυκνόφυλλου άλσους, καθώς και στης θεάς το ατάραχο άδυτο, νιώθω ακόμα την ίδια ανατριχίλα, πρώτη φορά που τα πατώ σα νάταν, κι ο νους μου εδώ δε συνηθίζει. Τόσους χρόνους κρυμμένη με κρατεί εδώ τώρα μια θέληση υψηλή, που εμπρός της σκύβω• μα πάντα μένω ξένη, όπως στο πρώτο. Τι αχ! με χωρίζει απ τους καλούς μου η θάλασσα, και μακρές μέρες στέκω στο ακρογιάλι, με την ψυχή ζητώντας των Ελλήνων τη χώρα• και το κύμα μόνο κούφια βογκώντας μου απαντά στους στεναγμούς μου. Αλί του, από γονιούς μακριά κι αδέρφια που έρμη ζωή περνά! Του τρώγ' η λύπη την πιο γλυκειά χαρά μπροστά στα χείλη. Πάντα πίσω πετούν οι στοχασμοί του στις πατρικές στοές, όπου το πρώτο τον ουρανό τού άνοιξε μπρος του ο ήλιος, όπου τ' αδέρφια, παίζοντας, ολοένα πιο σφιχτά με γλυκούς δεσμούς δένονταν. Με τους θεούς δεν πιάνομαι• όμως είναι αξιολύπητη η θέση της γυναίκας. Στο σπίτι και στον πόλεμο ο άντρας άρχει, και στα ξένα δε χάνεται• τον πλούτο αυτός χαίρεται, αυτόν δοξάζ' η νίκη! και τιμημένο τέλος τον προσμένει. Πόσο στενή είναι η τύχη της γυναίκας! Απότομο άντρα να υπακούη της είναι παρηγοριά μαζί και χρέος• αλί της αν τη ρίξη στα ξένα ενάντια μοίρα! Κ' εμέ εδώ ο Θόας, άντρας γενναίος, μ' έχει σε σοβαρά, ιερά δεσμά σκλαβώσει. Ω, με ποια μου ντροπή, θεά, το λέω πως απρόθυμα μέσα μου δουλεύω τη σώτειρά μου εσέ! Με θέλησή μου έπρεπε τη ζωή μου να σου τάξω. Πάντα έλπισα σ' εσέ κ' ελπίζω ακόμα σ' εσέ, Άρτεμη, που εμένα τη διωγμένη κόρη του βασιλιά του πιο μεγάλου στην ιερή, απαλή σου αγκάλη πήρες. Ναι, του Δία κόρη, αν τον τρανό τον άντρα, που παίδεψες την κόρη του απαιτώντας, αν το θεϊκό Αγαμέμνονα, που σου έχει προσφέρει στο βωμό το πιο ακριβό του, από της Τροίας τα γκρεμισμένα τείχη στην πατρίδα τον γύρισες με δόξα, τη συμβία, την Ηλέκτρα και το γιο, τους θησαυρούς του αν του έχης φυλαγμένους: γύρνα και μένα εκεί και λύτρωσέ με, ως μ' έχεις απ το θάνατο λυτρώσει, κι απ' αυτή τη ζωή, θάνατον άλλο.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια. Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Να χαιρετήσω ο βασιλιάς με στέλνει της Άρτεμης την ιέρεια. Αυτή είν' η μέρα, που οι Ταύροι ευχαριστούνε τη θεά τους για θαυμαστές καινούριες νίκες. Τρέχω μπροστά απ το βασιλιά κι απ το στρατό, να μηνήσω: ο ένας φτάνει, ο άλλος σιμώνει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με προθυμία θα τους δεχτούμε, ως πρέπει• κ' η θεά μας προσμένει μ' ίλεο βλέμμα καλόδεχτη θυσία απ του Θόα το χέρι.

ΑΡΚΑΣ. Της ιέρειας και γώ ας έβρισκα το βλέμμα, της τιμημένης κι άξιας, το βλέμμα σου, πιο ξάστερο, πιο φωτεινό, άγια κόρη, οιωνό καλό σ' όλους εμάς! Ακόμα η θλίψη όλη μυστήριο σου σκεπάζει τα βάθη• μάταια χρόνους καρτερούμε απ το στήθος σου λόγο εμπιστεμένο. Όσο στο μέρος τούτο σε γνωρίζω, είναι το βλέμμ' αυτό, που εμπρός του πάντα τρέμω• και σα με σίδερα η ψυχή σου μένει δετή στα τρίσβαθα του στήθους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στην ορφανή κ' εξόριστη όπως πρέπει.

ΑΡΚΑΣ. Λοιπόν εδώ ορφανή κ' εξόριστ' είσαι;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μπορούν πατρίδα να γενούν τα ξένα;

ΑΡΚΑΣ. Μα εσένα ξένη σου έγινε η πατρίδα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γιαυτό κ' η ματωμένη μου καρδιά δε γαίνει. Ότι η ψυχή στα πρώτα νιάτα με πατέρα, μητέρα και μ' αδέρφια εδέθη, ότι τα νέα βλαστάρια, ταίρι γλυκό, από των παλιών κορμών τη ρίζα τον ουρανό να φτάσουν θέλαν, ξένη αχ! μ' άδραξε κατάρα, απ τους καλούς μου με χώρισε, τον όμορφο δεσμό με σιδερένιο έσπασε χέρι. Πάει της νιότης η χρυσή χαρά, παν τ' άνθια των πρώτων χρόνων. Κι αν λυτρώθηκα, ήμουν ίσκιος μου μόνο• ο δροσερός ο πόθος της ζωής δεν ανθεί μέσα μου πάλι.

ΑΡΚΑΣ. Δυστυχισμένη τόσο αν λες πως είσαι, αχάριστη μπορώ να σ' ονομάσω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χάρη σας έχω πάντα.

ΑΡΚΑΣ. Όχι την τέλεια, που η ευεργεσία ζητά• το φαιδρό βλέμμα, που μαρτυρά ζωή ευχαριστημένη και πρόθυμη καρδιά στον ευεργέτη. Όταν μια μοίρα όλη βαθύ μυστήριο στο ναό σ' είχε φέρει εδώ και χρόνια, σ' εδέχτη ο Θόας με σέβας και μ' αγάπη, σα μια σταλμένη απ τους θεούς, και τούτος ο γιαλός, που των ξένων τρόμος ήταν, σ' εσέ καλός, φιλόξενος εστάθη. Πριν σου κανείς δεν πάτησε τον τόπο χωρίς θυσία, κατά συνήθεια αρχαία, στης Άρτεμης να πέση το ιερό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ζωή δεν είναι μόνο ν' ανασαίνης. Ζωή είν' αυτή, που στο ιερό θλιμμένη περνώ, σα γύρω από τον τάφο του ίσκιος; Και να την πω ζωή χαρούμενη, όταν κάθε μια μέρα, σε όνειρα χαμένη, για τις θαμπές μας ετοιμάζει εκείνες μέρες, που, λησμονώντας τον εαυτό του, των πεθαμένων το θλιμμένο πλήθος στης Λήθης το γιαλό γιορτάζει; Μάταιη ζωή είναι τέλος πρώιμο• αυτή είν' η μοίρα της γυναικός και πιο πολύ η δική μου.

ΑΡΚΑΣ. Τη γενναία σου την έπαρση, ο εαυτός σου να μη σου αρκή, τη συχωρώ, όσο κι αν σε κλαίω, που τη χαρά να ζης σου κλέβει. Τίποτ' εδώ δεν έκαμε ο ερχομός σου; Του βασιλιά ποιος φαίδρυνε τη θλίψη; Ποιος με γλυκειά πειθώ χρόνο με χρόνο την παλιά σκληρή εμπόδισε συνήθεια, κάθε ξένος ν' αφήνη στο βωμό της Άρτεμης θυσία τη ζωή του, κι από το βέβαιο θάνατο τους σκλάβους συχνά έστειλε στον τόπο τους και πάλι; Μην η θεά, αντίς ωργισμένη νάναι, που οι 'ματερές παλιές θυσίες της λείψαν, την πράα σου δέηση δεν ακούει περίσσια; Μη γελαστή δε φτερουγίζ' η νίκη στο στρατό γύρω; εμπρός δεν τρέχει κιόλα; Και τύχη πιο καλή δε νιώθουμ' όλοι απ τον καιρό που ο βασιλιάς, που χρόνια με αντρεία μας κυβερνά και φρονιμάδα, και τη γλυκάδα χαίρεται σιμά σου κι απ της βουβής υπακοής το χρέος μας αλαφρώνει; Μάταιη είν' η ζωή σου σε χίλιες άλλες βάλσαμο σα στάζη; Σα στο λαό, που ήρθες θεόσταλτη, είσαι αστέρευτη πηγή ευτυχίας καινούριας, και στο άξενο ακρογιάλι του θανάτου σώζεις και δίνεις γυρισμό στον ξένο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τα λίγα χάνοντ' εύκολ' απ το μάτι, που εμπρός κοιτάζει πόσα ακόμα μένουν.

ΑΡΚΑΣ. Ώστε παινάς τον που αψηφά ό τι κάνει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τον που υψώνει ό τι κάνει κατακρίνουν.

ΑΡΚΑΣ. Και τον που γαύρα δεν τιμά ό τι αξίζει και τον που μάταια ψεύτρα αξία σηκώνει. Πίστεψέ με, άκουσ' έναν, που πιστός σου είναι και τίμιος. Σήμερα αν μιλήση ο Βασιλιάς μαζί σου, ευκόλυνέ τον εκείνο να σου πη που έχει στο νου του.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με κάθε καλό λόγο με τρομάζεις• συχνά την πρόταση του έχω ξεφύγει.

ΑΡΚΑΣ. Σκέψου τι κάνεις κι όφελός σου τι είναι. Απ τον καιρό, που ο βασιλιάς το γιο του έχασε, λίγους πια από τους δικούς του μπιστεύεται, κι αυτούς όχι σαν πρώτα. Με ζήλια βλέπει κάθε νέο από γένος κληρονόμο του κράτους του• φοβάται αβόηθητα γεράματα, έρμα κ' ίσως παράβολη ανταρσία και πρώιμο τέλος. Δεν ξέρει ο Σκύθης τη χάρη του λόγου, ο βασιλιάς πιο λίγο. Μαθημένος μονάχα να προστάζη και να πράττη, του λείπ' η τέχνη απόμακρα να στρίβη μια ομιλία σιγαλά προς το σκοπό του. Ας μην του φέρη εμπόδιο η άρνησή σου κ' η παρανόηση η σκόπιμη! Μ' αγάπη σύρε μεσοδρομίς κι απάντησέ τον!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Να ταχύνω το τι με φοβερίζει;

ΑΡΚΑΣ. Φοβέρα λες το πως συμβία σε θέλει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για μένα η τρομερώτερ' είν' απ' όλες.

ΑΡΚΑΣ. Στη συμπάθεια του δώσε πίστη μόνο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Την ψυχή μου απ το φόβο αν λύση πρώτα.

ΑΡΚΑΣ. Γιατί κρύβεις το γένος σου από κείνον;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γιατί στην ιέρεια το μυστήριο αρμόζει.

ΑΡΚΑΣ. Στο βασιλιά δεν έπρεπε μυστήριο τίποτε νάναι• κι αν δεν το γυρεύη, βαθιά το νιώθει στην τρανή ψυχή του προσεχτικά πως κρύβεσαι από κείνον.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τρέφει θυμό λοιπόν για με και κάκια;

ΑΡΚΑΣ. Έτσι δείχνει. Σωπαίνει και για σένα• από κάποια όμως λόγια του πιστεύω πως του έχει την ψυχή κυριέψει ο πόθος να σε αποχτήση. Μη, ω μην τον αφίνης στον εαυτό του μόνο! η οργή στο στήθος μην του ωριμάση και σου φέρη τρόμο, κι αργά θα θυμηθής μετανιωμένη τα πιστά μου τα λόγια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πώς; Στο νου του ο βασιλιάς βάζει ό τι γενναίος άντρας, που αγαπά τ' όνομά του και στο σέβας των ουράνιων το στήθος του δαμάζει, δε θάβαζε ποτέ; Λέει να με σύρη απ το βωμό στην κλίνη του με βία; Τότε όλους τους θεούς καλώ και πρώτη την τολμηρή την Άρτεμη, που σκέπη της ιέρειας της θα δώση κ' η παρθένα θα σώση με χαρά μια άλλη παρθένα.

ΑΡΚΑΣ. Ησύχασε! Και νέο ορμητικό αίμα το βασιλιά σε πράξη δεν τον σπρώχνει παράβολη ως αυτή. Απ το στοχασμό του κάποια άλλη σκληρή απόφαση φοβούμαι, που ακράτητος στο πλήρωμα της θάναι: γιατί στεριά είναι, αλύγιστη η ψυχή του. Για τούτο σε ικετεύω, δώσ' του πίστη, δείξε του χάρη, αν άλλο δεν μπορής.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω πες ό τι άλλο ξέρεις.

ΑΡΚΑΣ. Απ τον ίδιον μάθε το! Έρχεται, βλέπω, ο βασιλιάς. Τον τιμάς, κ' η καρδιά σου σε προστάζει να τον δεχτής γλυκά κ' εμπιστεμένα. Σ' ένα γενναίον άντρα ανοίγει δρόμους της γυναίκας καλός λόγος. (Φεύγει.)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μένη). Δε βλέπω πως του πιστού τη συμβουλή ν' ακούσω. Μα πρόθυμα υπακούω στο χρέος, λόγο γλυκό να πω του βασιλιά για ό τι καλό μου έκαμε. Κ' είθε να μπορούσα να πω με αλήθεια του ισχυρού ό τι ορέγεται.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ιφιγένεια, Θόας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Βασιλικά αγαθά η θεά ας σου δίνη! Ας σου χαρίζη νίκη, δόξα, πλούτο και την ευδαιμονία των δικών σου! Κάθε ευλαβή σου πόθο ας τον ακούση! Συ, στους πολλούς που μ' έννοια βασιλεύεις, και πιο πολλή να χαίρεσαι ευτυχία.

ΘΟΑΣ. Μου φτάνει αν ο λαός μου με δοξάζη: Ό τι κέρδισα εγώ, το χαίροντ' άλλοι περσότερο από με. Πιο ευτυχισμένος, ή βασιλιάς ή ο τελευταίος, είναι την προκοπή στο σπίτι του όποιος έχει. Συμπόνεσες τη μαύρη θλίψη μου, όταν των εχτρών το σπαθί απ το πλάι το γιο μου το στερνό, τον καλύτερο, μου πήρε. Όσο είχα την εκδίκηση στο νου μου, την ερμιά του σπιτιού δεν αισθανόμουν μα τώρα ησυχασμένος που γυρίζω, το κράτος τους ερείπια, εκδικημένος ο γιος μου, τι στο σπίτι θα μ' ευφράνη; Η φαιδρή υπακοή, που τη θωρούσα μια φορά να κοιτά από κάθε μάτι, τώρα έσβησε απ την έννοια και τη θλίψη. Ο καθένας στοχάζεται το μέλλον και στον άτεκνο ακούει μόνο από χρέος. Και τώρα στο ναό αυτόν μπαίνω, που ήρθα συχνά για νίκη να δεηθώ, ή για νίκη να ευχαριστήσω. Παλιόν πόθο τρέφω μέσα στο στήθος, που άγνωστος και σένα δε σου είναι, ούτε ανεπάντεχος. Ελπίζω για καλό του λαού μου και δικό μου, στην κατοικία μου νύφη να σε φέρω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, στην άγνωστη προσφέρεις πολλά. Μπροστά σου με ντροπή η φευγάτη στέκει, που εδώ άλλο δε ζητά απ τη σκέπη και τη γαλήνη, που της έχεις δώσει.

ΘΟΑΣ. Πως στο μυστήριο πάντα του ερχομού σου σκεπάζεσαι από με, ως κι απ τον καθέναν, δε θα τόλεγε ορθό λαός κανένας. Ο γιαλός τούτος σκιάχτρο είναι των ξένων: Ο νόμος το απαιτεί κ' η ανάγκη. Μόνο από σε, που καλόδεχτός μας ξένος, κάθε ιερό δικαίωμα απολαβαίνεις και τις μέρες σου χαίρεσαι όπως θέλεις, μια εμπιστοσύνη πρόσμενα, που η πίστη του φιλοξενητή τολμά να ελπίζη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αν έκρυψα γονιούς και γένος, ήταν στενοχώρια μου κι όχι κακή πίστη, ω βασιλιά! Τι αν ήξερες ποια στέκει μπρος σου, ποια κεφαλή καταραμένη τρέφεις και σκέπεις, την τρανή καρδιά σου τρόμος και φρίκη θάπιανε κι αντί να με καλής στο θρόνο πλάι, θα μ' είχες από καιρό απ το κράτος σου διωγμένη• ίσως πριν φτάσ' η πρόσχαρη ώρα, που είναι δωσμένο να γυρίσω στους δικούς μου κ' η πλάνησή μου να σωθή, θα μ' είχες στη δυστυχία πετάξει, που προσμένει ολούθε κρύα και τρομερή καθέναν πλανεμένο, απ το σπίτι του διωγμένο.

ΘΟΑΣ. Η βουλή των θεών όποια κι αν είναι για σε, κι ό τι κι αν γράφουν της γενιάς σου και σένα, όσο όμως είσαι δω μαζί μας και χαίρεσαι ιερή φιλοξενία, η ευλογία τ' ουρανού δε μου έχει λείψει. Δύσκολα θα πειστώ πως προστατεύω σ' εσέ κεφάλι αμαρτωλό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ευλογία σου φέρν' η καλοσύνη σου, όχι ο ξένος.

ΘΟΑΣ. Σε μιαρούς ό τι κάνουμε ευλογία δε φέρνει. Να σωπαίνης και ν' αρνιέσαι πάψε! Δεν το απαιτεί άδικος κανένας. Στα χέρια μου σ' έχει η θεά δωσμένη• όπως γι' αυτή, ιερή ήσουν και για μένα. Το νεύμα της και τώρα ας μου είναι νόμος: Στο σπίτι σου αν ελπίζης να γυρίσης, από την κάθε απαίτηση σε λύνω. Μα αν ο δρόμος σου κλείστηκε για πάντα κ' η γενιά σου είν' εξόριστη ή από κάποια μεγάλη συμφορά σβησμένη, τότε δική μου είσ' από κάθε νόμο. Μίλει ελεύτερα! το ξέρεις, κρατώ λόγο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πρόθυμα η γλώσσα απ τον παλιό δεσμό της δε λυέται τέλος πια, να ξεσκεπάση ένα μυστήριο φυλαγμένο χρόνια. Τι ως βγη στο φως, αγύριστα πια αφήνει το άσυλο που είχε στης καρδιάς τα βάθη, βλάφτει ή ωφελεί, όπως οι θεοί το θέλουν. Άκουσε! Είμ' απ το γένος του Ταντάλου.

ΘΟΑΣ. Ξεστομίζεις ατάραχη μεγάλο λόγο. Ονομάζεις πρόγονό σου εκείνον, που μια φορά για πάρα αγαπημένον απ τους θεούς τον ξέρει ο κόσμος; Είναι ο Τάνταλος εκείνος, που στα δείπνα και στα συμβούλια τον καλούσε ο Δίας, και στα σοφά, πολύπειρά του λόγια, σα σε χρησμούς, οι ίδιοι οι θεοί ευφραίνονταν;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτός είναι• οι θεοί δεν έπρεπε όμως με ανθρώπους, όπως μ' ίσους τους, να ζούνε• το γένος των θνητών αδύναμο είναι σε ασύνηθο ύψος ζάλη να μη νιώθη. Δεν ήταν αγενής, ούτε προδότης• μόνο τρανός για δούλος και για φίλος του μεγαλόβροντου άνθρωπος μονάχα. Και το έγκλημά του ανθρώπινο• δεινή ήταν η κρίση τους και ψέλνουν ποιητές: Έπαρση κι απιστία απ του Δία τα δείπνα στου αρχαίου Ταρτάρου την ντροπή τον ρίξαν. Και το μίσος τους πήρε όλ' η γενιά του.

ΘΟΑΣ. Του προγόνου ή δικό της κρίμα πήρε;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του στήθους την ορμή και των Τιτάνων η δύναμη την πήραν κλήρα γιοί του κ' εγγόνια• μα ο θεός στο μέτωπό τους γύρω έζωσε χαλκό στεφάνι. Μέτρο, στοχασμό, υπομονή και φρονιμάδα απ τη δειλή, θολή έκρυψε ματιά τους. Κάθε ορμή τους λύσσα έγινε, κ' η λύσσα ακράτητη ξεσπάζει γύρω. Πρώτος ο Πέλοπας, σφοδρός στη θέλησή του, ο γιος ο αγαπημένος του Ταντάλου, με προδοσία κερδίζει και με φόνο την Ιπποδάμεια, την πιο ωραία γυναίκα, του Οινόμαου κόρη. Αυτή στου αντρός τους πόθους δύο τέκνα, τον Ατρέα και το Θυέστη φέρνει. Με φτόνο βλέπουν τούτοι πάντα να γέρνη η αγάπη του πατρός στον πρώτο γιό απ' άλλη κλίνη. Το μίσος τους δένει και μυστικά τολμούν την πρώτη πράξη στο φόνο του αδερφού. Ο πατέρας ρίχνει στην Ιπποδάμεια το έγκλημα, αγριεμένος το γιό απ' αυτή ζητά, και κείνη μόνη της σκοτώνεται —

ΘΟΑΣ. Σωπαίνεις; Διηγήσου! Μη μετανιώνης γιατί άρχισες! Λέγε!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χαρά στον, που στη μνήμη τους προγόνους φέρνει ευχάριστα, ευφραίνεται τις πράξες, το μεγαλείο τους να ιστορά, και βλέπει με χαρά κρύφια στην ωραία να σμίγη σειρά κι αυτός! Τι αμέσως ένα γένος δε γεννά τον ημίθεο ή το τέρας• μια σειρά φαύλων ή καλών θα βγάλη τέλος τον τρόμο ή τη χαρά του κόσμου. — Σαν πέθανε ο πατέρας, ο Θυέστης κι ο Ατρέας μαζί βασίλεψαν στην πόλη. Μα δεν μπόρεσε η ομόνοια να βαστάξη καιρό. Σε λίγο ο Θυέστης ατιμάζει την κλίνη του αδερφού. Ο Ατρέας τον διώχνει για εκδίκηση απ το κράτος. Δόλια, πράξες βαρειές στο νου ο Θυέστης μελετώντας, ένα γιό του αδερφού είχε πριν κλεμένο κι αναθρεμμένο σα δικό του. Λύσσα κ' εκδίκηση τα στήθη του γεμίζει και στη βασιλική τον στέλνει πόλη, τον πατέρα για θειο του να σκοτώση. Του νέου ο σκοπός μαθεύεται. Σκληρά ο βασιλιάς τον ένοχο παιδεύει γιό του αδερφού θαρρώντας πως σκοτώνει. Αργά το ακούει ποιος μπρος στα μεθησμένα τα μάτια του πεθαίνει μαρτυρώντας• και για να σβήση μέσα του τη δίψα της εκδίκησης θρέφει με το νου του πράξη ανάκουστη. Αδιάφορος, πραεμένος, ήσυχος δείχνει ότ' είναι και πλανεύει τον αδερφό με τους δυο γιους του πίσω στο κράτος, πιάνει τα παιδιά, τα σφάζει, και το φριχτό, σιχαμερό φαγί το βάζει στον πατέρα εμπρός, στο πρώτο δείπνο. Κι αφού απ τη σάρκα του ο Θυέστης χόρτασε, θλίψη πιάνει την ψυχή του, για τα παιδιά ρωτά και κει που ακούει, θαρρεί, το βήμα, τη φωνή τους πίσω στην πόρτα, ο Ατρέας σαρκάζοντας του ρίχνει των σκοτωμένων κεφαλές και πόδια. — Γυρνάς με φρίκη, ω βασιλιά, την όψη: Έτσι έστρεψε κι ο ήλιος τη θωριά του και το άρμα απ τον αιώνιο δρόμο. Αυτοί είναι της ιέρειας σου οι πρόγονοι. Και μοίρες ολέθριες των αντρών πολλές, και πράξες πολλές του συγχισμένου νου σκεπάζει η νύχτα με βαριά φτερά κι αφήνει να δούμ' ένα φριχτό θάμπωμα μόνο.

ΘΟΑΣ. Με τη σιγή και συ ας τις κρύψης! Φτάνει η φρίκη! Πες μου τώρα με ποιο θάμα βγήκες εσύ από το άγριο αυτό γένος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του Ατρέα γιός πρώτος ήταν ο Αγαμέμνων πατέρας μου αυτός είναι. Τολμώ ωστόσο να πω πως είδα από μικρή σε κείνον του τέλειου αντρός τον τύπο. Πρώτο αγάπης βλαστό του έφερε μένα η Κλυταιμνήστρα, κατόπι την Ηλέκτρα. Κυβερνούσε ήσυχα ο βασιλιάς και στου Ταντάλου το γένος είχ' έρθει η χαμένη ειρήνη. Απ των γονιών την ευτυχία ένας μόνο γιός έλειπε, μα ο πόθος σαν πληρώθη κι ανάμεσα στις δυο αδερφές ο Ορέστης μεγάλωνε ο μονάκριβος, νέο τώρα περίμενε δεινό το ήσυχο σπίτι. Σας ήρθε η φήμη του πολέμου, που όλους τους ηγεμόνες των Ελλήνων γύρω συνάθροισε στην Τροία, για να εκδικήσουν την αρπαγή της πλέον ωραίας γυναίκας. Την πόλη αν πήραν, αν εκδικήθηκαν, δεν τόμαθα. Ο πατέρας μου ωδηγούσε το στρατό των Ελλήνων. Στην Αυλίδα πρόσμεναν μάταια αέρα πρίμο: Η Άρτεμη, με τον τρανό αρχηγό τους ωργισμένη, τους βιαστικούς εμπόδιζε απαιτώντας με του Κάλχα το στόμα τη μεγάλη κόρη του βασιλιά. Με τη μητέρα μας κράξαν στο στρατόπεδο• με σύραν μπρος στο βωμό και στη θεά αφιερώσαν αυτή την κεφαλή. — Ήταν πραεμένη : Δε μου ήθελε το αίμα και σε νέφος, σώζοντάς με, με τύλιξε• σε τούτον το ναό στη ζωή ήρθα πάλι. Εγώ είμαι, η ίδια η Ιφιγένεια, η εγγονή του Ατρέα, του Αγαμέμνονα η κόρη, της θεάς το χτήμα, που μιλώ μαζί σου.

ΘΟΑΣ. Πίστη και προτίμηση πιότερη δε δίνω στου βασιλιά την κόρη από την άγνωστη. Ό τ' είπα στην αρχή σου λέω και πάλι: Έλα μαζί μου και μοιράσου ό τι έχω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, πώς να τολμήσω τέτοιο βήμα; Μόνη η θεά, που μ' έχει σώσει, την ταμένη ζωή μου δεν ορίζει; Δε διάλεξε αυτή το άσυλο για μένα κ' ενός πατέρα με φυλάει, που μόνο για τα μάτια πολύ τον παίδεψε, ίσως για πιο γλυκειά χαρά των γηρατειών του; Ίσως ο γυρισμός μου κοντά νάναι και γώ άσεβη στο δρόμο της, εδώ να δεσμευτώ εναντίο στο θέλημά της; Σημείο της γύρεψα αν να μείνω πρέπη.

ΘΟΑΣ. Το σημείο είναι πως μένεις εδώ ακόμα. Πρόφαση νάβρης μην παλεύης! Ένας που θέλει ν' αρνηθή, του κάκου χάνει λόγια πολλά, ο άλλος το όχι μόνο ακούει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν είναι λόγια αυτά να σε πλανέσουν• σου έχω ανοίξει το βάθος της καρδιάς μου. Και δεν το νιώθεις μόνος με τι τρόμο πρέπει να λαχταρώ για τον πατέρα, τη μητέρα, τ' αδέρφια; Στις αρχαίες στοές, που κάπου κάπου μόνο η θλίψη σιγολέει τ' όνομά μου — σαν τριγύρω σε νεογέννητη νάπλεκε από στύλο σε στύλο τα πιο ωραία η χαρά στεφάνια. Ω αν μ' έστελνες εκεί μ' ένα σου πλοίο, θάδινες νέα ζωή σε με και σ' όλους!

ΘΟΑΣ. Τότε γύρνα! Ότι λέει η καρδιά σου κάμε• μην ακούς τη φωνή της φρονιμάδας! Γυναίκα ας είσαι σ' όλα, στην ορμή παραδώσου που ακράτητα σε αρπάζει και δω και κει σε σέρνει! Όταν τους καίη στα στήθη η επιθυμιά, ιερός κανένας δεν τις κρατεί δεσμός απ τον προδότη, που απ την πιστή, δοκιμασμένη αγκάλη του αντρός ή του πατέρα τις πλανεύει. Μα σα σιγά στα στήθη η γοργή φλόγα, η χρυσή γλώσσα της πειθώς του κάκου βάζει πιστά τη δύναμή της όλη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το γενναίο σου το λόγο, ω βασιλιά, θυμήσου! Έτσι την πίστη μου ανταμείβεις; Έτοιμος ήσουν να τ' ακούσης όλα.

ΘΟΑΣ. Ν' ακούσω ανέλπιστα έτοιμος δεν ήμουν έπρεπε όμως κι αυτά να τα προσμένω: δεν ήξερα γυναίκα ότ' είχα μπρος μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω βασιλιά, μη βρίζης το φτωχό μας γένος! Όχι λαμπρά, σαν τα δικά σας, μα κι αγενή δεν είναι της γυναίκας τα όπλα. Πίστεψέ με, το καλό σου μπορώ κάλλιο από σε να το γνωρίζω. Θαρρείς, δίχως εσέ ούτ' εμέ να ξέρης, ένας δεσμός στενώτερος μπορούσε σ' ευτυχία να μας ένωνε. Όλος θάρρος και θέληση καλή απαιτείς να στρέξω• μα οι θεοί χάρη ας έχουν, που μου δώσαν τη σταθερότη αντίσταση να φέρω σ' ένα δεσμό, που εκείνοι δεν τον θέλουν.

ΘΟΑΣ. Δε μιλούν οι θεοί, μιλεί η καρδιά σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με την καρδιά μας μόνο μας μιλούνε.

ΘΟΑΣ. Να τους ακούω δικαίωμα εγώ δεν έχω;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Την απαλή φωνή την πνίγ' η μπόρα.

ΘΟΑΣ. Η ιέρεια τάχα μόνη την ακούει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ο βασιλιάς ας την προσέξη πρώτος.

ΘΟΑΣ. Τ' άγια σου χρέη και το δικαίωμα, πούχεις κληρονομιά στου Δία τα δείπνα, πλέον σιμά σε φέρνουν στους θεούς παρά έναν της γης άγριο γιό.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Έτσι μου πληρώνεις μια εμπιστοσύνη με τη βία παρμένη!

ΘΟΑΣ. Είμ' άνθρωπος• και κάλλιο να τελειώνουμε. Τούτη είναι η απόφασή μου: Ιέρεια μείνε της θεάς, καθώς σ' έχει διαλεγμένη. Αλλά η θεά και μένα ας συχωρέση, που μ' άδικο και βάρος στην ψυχή μου της κρατώ τις παλιές θυσίες ως τώρα. Ξένος κανείς εδώ άβλαβος δε φτάνει• παλαιόθε ο θάνατος του βέβαιος ήταν. Μα εσύ με μια γλυκάδα, που χαιρόμουν βαθιά σ' αυτή να βλέπω μια της κόρης αβρή στοργή, μια της μνηστής αγάπη κρύφια, εσύ, σα να μ' έδεσες με μάγια, το χρέος μου μ' έχεις κάμει να ξεχάσω. Νανουρισμένα είχες τα φρένα μου. ώστε το γογγυσμό δεν άκουα του λαού μου• τώρα το κρίμα για το πρώιμο τέλος του γιού μου κράζουν δυνατώτερα όλοι. Πια δεν κρατώ για χάρη σου το πλήθος, που βιαστικά γυρεύει τη θυσία.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ποτέ δεν τόχω χάρη μου απαιτήσει• τους ουράνιους δε νιώθει όποιος νομίζει πως διψούν αίμα• μόνο τις δικές του σκληρές ορμές τους δίνει. Δε με πήρε μόνη η θεά απ τον ιερέα; Της ήταν το έργο μου πιο ωραίο απ το θάνατό μου.

ΘΟΑΣ. Την ιερή συνήθεια δε μας πρέπει με άστατη γνώμη κι ως το θέλει ο νους μας να κυβερνούμε κ' εξηγούμε. Κάμε το χρέος σου, εγώ θα κάμω το δικό μου. Δυο ξένοι είναι στα χέρια μου, που μέσα στις σπηλιές του γιαλού ήβραμε κρυμμένους και που καλό στον τόπο μου δε φέρνουν. Μ' αυτούς ξανά η θεά την πρώτη ας πάρη δίκια θυσία της, που καιρό της λείπει. Εδώ τους στέλνω• το έργο το γνωρίζεις.

ΣΚΗΝΗ Δ'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Σύννεφα έχεις, ω [δέσποινα σώτειρα, να σκεπάζης διωγμένους αθώους, κι απ τα χάλκινα χέρια της μοίρας στους αέρηδες, πέρα απ το κύμα κι απ της γης τα μακρύτατα πλάτη, όπου θέλεις εσύ να τους φέρνης. Και σοφή είσαι και βλέπεις τα μέλλοντα• περασμένα για σε δεν περάσαν• στους δικούς σου ησυχάζει το βλέμμα σου, ως το φως σου, ζωντάνια της νύχτας, ησυχάζει στη γης και δεσπόζει. Ω απ το αίμα τα χέρια μου φύλαξε! Ευτυχία και γαλήνη δε φέρνει κ' η θωριά του τυχαία σκοτωμένου θάναι σκιάχτρο στις μαύρες τις ώρες του φονιά του θλιμμένου κι αθέλητου. Τι αγαπούν των ανθρώπων οι αθάνατοι τα σπαρμένα παντού αγαθά γένη• του θνητού με χαρά του μακραίνουν τη γοργή τη ζωή, τους αρέσει τ' ουρανού τους του αιώνιου ν' αφήσουν τη χαρούμενη θέα έναν καιρό ν' απολάψη και κείνος μαζί τους.

ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Ορέστης, Πυλάδης.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Του θανάτου είναι ο δρόμος που πατούμε: Σε κάθε βήμα πιο η ψυχή ησυχάζει. Του Απόλλωνα όταν γύρεψα να πάρη τη φριχτή συνοδεία των Ερινύων από κοντά μου, φάνηκε να τάζη με λόγια θετικά, γεμάτα ελπίδα λυτρωμό και βοήθεια στο ναό της ακριβής της αδελφής του, που άρχει στους Ταύρους• κι αληθεύει τώρα, κάθε πόνος μαζί με τη ζωή μου σβήνει. Πώς εύκολα, σαν ένα χέρι θείο μου σφίγγει την καρδιά, το νου πρααίνει, τ' όμορφο φως του ήλιου μπορώ ν' αφήσω! Αν στα εγγόνια δε δόθηκε του Ατρέα νάβρουν στη μάχη τέλος δοξασμένο, και γώ, ως οι πρόγονοί μου κι ο πατέρας, θύμα να πέσω αν πρέπη άθλιου θανάτου: Ας γίνη! Κάλλιο στο βωμό εδώ, πάρα σε γωνιά κολασμένη, όπου τα δίχτυα συγγενής δολοφόνος στήνει. Ως τότε αφήστε μου γαλήνη, ω καταχθόνιες, που, σα σκυλιά στο αγρίμι, μανιωμένες χιμάτε στο αίμα, που απ τα βήματά μου σταλάζοντας, το πέρασμά μου δείχνει, Αφήστε με! σε λίγο κατεβαίνω σε σας• και με και σας το φως της μέρας δεν πρέπει να θωρή. Της γης τ' ωραίο, χλωρό λιβάδι για στοιχειά δεν είναι. Κάτω εκεί θα σας έβρω: εκεί όλους δένει όμοια μοίρα σ' αιώνια θαμπή νύχτα. Μονάχα εσέ, Πυλάδη, σύντροφέ μου αθώε στο κρίμα και στην εξορία, πώς άθελα σε παίρνω στο θλιμμένον τόπο πρώιμα! Η ζωή είτ' ο θάνατός σου μου δίνουν μόνο ελπίδα ή φόβο ακόμα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σαν εσέ, δεν είμ' έτοιμος, Ορέστη, στο βασίλειο των ίσκιων να κατέβω. Ζητώ απ τα μπερδεμένα μονοπάτια, που δείχνουν να οδηγούν στη μαύρη νύχτα, πώς στη ζωή και πάλι ν' ανεβούμε. Δε σκέφτομαι το θάνατο• γυρεύω να βρω μην οι θεοί τρόπο και δρόμο για κάποια ποθητή φυγή ετοιμάζουν. Ο θάνατος, ή τον φοβάσαι είτ' όχι, φτάνει ακράτητος. Κι όταν θα σηκώση το χέρι η ιέρεια αγιάζοντας να κόψη την κόμη μας, μονάχη σκέψη θάχω το λυτρωμό μας. Ύψωσε απ τη θλίψη την ψυχή σου! τον κίντυνο ταχύνεις διστάζοντας. Ο Απόλλωνας μας είπε πως στο ιερό της αδερφής βοήθεια, παρηγοριά και γυρισμός προσμένουν. Διπλόγνωμα δεν είναι των θεών τα λόγια, ως τα φαντάζεται ο θλιμμένος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τη μαύρη σκέπη της ζωής τριγύρω στο νιο κεφάλι μου άπλωσε η μητέρα. κ' έτσι μεγάλωνα, ο ίδιος ο πατέρας, και το βουβό μου βλέμμα ήταν πικρή κατάκριση εκεινής και του εραστού της. Πόσες φορές, σαν η αδερφή μου η Ηλέκτρα στη φωτιά κοντά αμίλητη καθόταν μες στη βαθειά στοά, στην αγκαλιά της χιμούσα φοβισμένος και με μάτια ξαφνισμένα την κοίταζα να κλαίη πικρά. Τότε πολλά για το μεγάλο πατέρα μας μιλούσε κείνη. Πόσο ποθούσα να τον δω, νάμουν κοντά του! Μια ήθελα γώ να πάω στην Τροία, μια εκείνος νάρθη. Ήρθε η μέρα —

ΠΙΛΑΛΗΣ. Ω άφησε για κείνη την ώρα να μιλούν στοιχειά στον Άδη! Το θύμημα καιρών πιο ωραίων ας δίνη νέα δύναμη σε μας για άθλα καινούρια. Οι αθάνατοι έχουν χρεία κάποιους ανθρώπους καλούς, στην πλατειά γη να τους δουλεύουν. Και σένα σε χρειάζονται• για τούτο συνοδειά δε σε δώσαν του πατέρα, σαν κατέβηκε αθέλητα στον Άδη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, αδράζοντας το φόρεμά του, νάχα κοντά του πάει!

ΠΙΛΑΔΗΣ. Για με νιαστήκαν όποιοι σε φύλαξαν• γιατί και γώ δεν ξέρω τι θα γινόμουν, αν δε ζούσες• όταν με σένα και για σένα απ τα μικρά μου χρόνια ζω μόνο και να ζήσω θέλω.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Μη μου θυμάς τις μέρες τις ωραίες, που ήβρα άσυλο στο σπίτι σου• με αγάπη και φρονιμάδα ο γενναίος σου ο πατέρας πήρε κοντά του τ' άνθος το φρυμένο, ενώ φαιδρός συ πάντα σύντροφός μου, σαν πεταλούδα πλουμιστή τριγύρω σε σκοτεινό λουλούδι, κάθε μέρα με νέα ζωή φτερούγιζες, σκορπούσες μες στην ψυχή μου τη χαρά σου, τόσο που ξεχνώντας τη μοίρα μου, μαζί σου σ' ένα όνειρο γοργής σερνόμουν νιότης.

ΠΙΛΑΔΗΣ. Αφότου σε αγαπώ αρχινά η ζωή μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η συμφορά μου πες, και λες αλήθεια. Το πιο φριχτό της μοίρας μου είναι τούτο: Σα μολυσμένος, που παντού τον διώχνουν, πόνο κρυφό και θάνατο στα στήθη φέρνω• κι όπου γερόν πατήσω τόπο, τριγύρω οι ανθερές μορφές αμέσως τη θλιβερή όψη αργού θανάτου παίρνουν.

ΠΥΛΑΛΗΣ. Ο θάνατος αυτός θάβρισκε πρώτον, Ορέστη, εμέ, αν φαρμάκωνε η πνοή σου. Δεν είμ' ακόμα όλο όρεξη και θάρρος; Και η όρεξη κ' η αγάπη τα φτερά είναι σ' έργα μεγάλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Έργα μεγάλα; Ναι, ήταν καιρός, που εμπρός μας τάχαμε! Όταν κυνηγούσαμε σ' όρη και λαγκάδια τ' αγρίμια, λαχταρώντας πως στο στήθος και στη γροθιά με τους τρανούς προγόνους μια μέρα ίσοι, με ρόπαλο και ξίφος στους ληστές και στα τέρατα θα ορμούμε• και στο γιαλό όταν γέρναμε το βράδυ, ένας στον άλλον ήσυχα ακουμπώντας, και στα πόδια μας έπαιζε το κύμα και πλατύς ανοιχτός άπλων' ο κόσμος μπροστά μας, στο σπαθί το χέρι ωρμούσε και μέλλοντ' άθλα χύνονταν σαν τ' άστρα τριγύρω μας αμέτρητα απ τη νύχτα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Είν' άπειρο το έργο, που μας βιάζει την ψυχή ο τελειωμός του. Καθεμιά μας πράξη εξαρχής τη θέλαμε μεγάλη τόσο, όπως γίνεται όταν με τα χρόνια σε τόπους και γενιές λαών τη σέρνει των ποιητών το στόμα υψώνοντάς τη. Ηχεί γλυκά ό τι έκαμαν οι πατέρες, όταν γερτός στο βραδινό ίσκιο ο νέος με τους αχούς της άρπας το ρουφάει• κι ό τι εμείς κάνουμε είναι, ως και για κείνους ήταν, άπλερος μάταιος κόπος! Έτσι, το ό τι μας φεύγει κυνηγούμε, το δρόμο που περνούμε μην ψηφώντας, και πλάι μόλις το βήμα των προγόνων θωρούμε και τα χνάρια της ζωής τους. Στον ίσκιο τους κοντά τρέχουμε πάντα, που στεφανώνει ισόθεος στη μακρότη σε σύννεφα χρυσά τα κορφοβούνια. Δεν έχω ιδέα μεγάλη για όποιον τρέφει στο νου, πώς ο λαός να τον υψώση: Μα εσύ, νέε, των θεών ας χρωστάς χάρη, που με σε τόσο πρώιμα τόσα έκαμαν!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Όταν αυτοί στον άνθρωπο δωρίζουν ευχάριστο έργο, από δεινά να σώση τους δικούς του, το κράτος του ν' αυξήση, ν' ασφαλίση τα σύνορα κ' εχτροί παλιοί να πέσουν ή να φύγουν τότε να ευχαριστή! που ένας θεός την πλέον μεγάλη της ζωής του έδωσε χάρη. Μα εμένα μ' έχουν για φονιά διαλέξει της σεβαστής πάντα μητρός μου, μ' έχουν, με το νόημά τους να εκδικήσω ανόσια μιαν ανομία, στον όλεθρο σπρωγμένον. Πίστεψε, πείσμα τόβαλαν στο γένος του Ταντάλου• και γώ, ο στερνός, δεν πρέπει αθώος, δεν πρέπει τίμια να χαθώ.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Στο γιό οι θεοί δεν εκδικούν τις πράξες των πατέρων• καλός, κακός, καθένας τα έργα του πληρώνει• των γονέων κληρονομιέται η ευχή κι όχι η κατάρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Εμάς, θαρρώ, δε φέρνει εδώ η ευχή τους.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Η βουλή των τρανών θεών ωστόσο.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ώστε η βουλή τους είναι που μας χάνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κάμε ό τι σε προστάζουν και καρτέρει! Την αδερφή του Απόλλωνα αν του φέρης και στους Δελφούς κ' οι δυο είναι, λατρεμένοι από ένα λαό μ' αίσθημα γενναίο, γι' αυτή την πράξη σου ίλεο θα σου γίνη το θείο ζευγάρι, κι απ των καταχθόνιων τα χέρια θα σε σώση. Τώρα κιόλα καμιά τους δεν τολμά εδώ στο άγιο δάσος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τουλάχιστο έτσι ήσυχο τέλος θάχω.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αλλιώς εγώ στοχάζομαι και δένω όχι άκριτα το τι έγινε με το ό τι μέλλεται, κ' έτσι ο νους μου το εξηγεί: Καιρό ίσως να ωριμάζη η τρανή πράξη στη βουλή των θεών. Η Άρτεμη θέλει να φύγη απ το ακρογιάλι των βαρβάρων κι απ τις σκληρές ανθρώπινες θυσίες. Σε μας ήταν δωσμένο τ' όμορφο άθλο, σε μας έπεσε ο κλήρος κι από θάμα τώρα εδώ είμαστ' αθέλητα φτασμένοι.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πλέκεις μαζί σοφά με σπάνια τέχνη τους πόθους σου και των θεών τη γνώμη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τι είναι η σοφία τ' ανθρώπου, αν δεν ακούη των ουράνιων το θέλημα με σέβας; Σε δεινή πράξη ένας θεός καλεί το γενναίον άντρα που έσφαλε, τον βάζει ό τι θαρρούμε αδύνατο να κάμη. Ο αντρείος νικά• πληρώνοντας το κρίμα, θεούς και κόσμο με τιμή δουλεύει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να ζήσω αν πρέπη και να πράξω κάτι, ένας θεός ας πάρη απ το βαρύ μου το μέτωπο τη ζάλη, που στο δρόμο το γλιστερό, απ το μητρικό βρεγμένον αίμα, με σέρνει στους νεκρούς. Με σπλάχνος ας ξεράνη τη βρύση, που πηδώντας μπρος μου απ της μάνας τις πληγές, με μιαίνει παντοτινά.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Πιο ατάραχος καρτέρει! Πληθαίνεις το κακό κι ο ίδιος παίρνεις των Ερινύων το έργο. Ήσυχος μείνε, να στοχαστώ άφησέ με. Κι όταν τέλος σμιχτή χρειαστή δύναμη, σε κράζω κ' οι δυο μαζί στοχαστικά τολμούμε την πράξη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Λέω κι ακούω τον Οδυσσέα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη χλευάζης! Καθένας ας διαλέγη τον ήρωά του κι ας γυρεύη απάνω στα χνάρια του τον Όλυμπο. Το λέω: δε βρίσκω νάναι ο στοχασμός κι ο δόλος ντροπή για κείνον που τολμά μεγάλα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Εγώ τιμώ όποιον είναι αντρείος κ' ίσιος.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Γιαυτό και δε σου γύρεψα τη γνώμη. Το πρώτο βήμα έχει γίνει. Ως την ώρα πολλά έμαθα απ τους φύλακές μας. Ξέρω πως μια ξένη, θεόμοιαστη γυναίκα τον άγριο νόμο τον κρατεί δεμένον. Αγνή καρδιά και δέηση και λιβάνι προσφέρει στους θεούς. Πολύ εγκωμιάζουν την αγαθή. Πιστεύουν απ το γένος των Αμαζόνων είναι κ' έχει φύγει για να σωθή από συμφορά μεγάλη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η φωτεινή της βασιλεία έχει χάσει τη δύναμη άμα σίμωσε ο κακούργος, που πίσω του, ως πλατειά νυχτιά, η κατάρα τρέχει και τον σκεπάζει. Η ιερή δίψα του αιμάτου λύνει την παλιά συνήθεια απ τα δεσμά της για όλεθρό μας. Τ' άγριο του βασιλιά το πνεύμα μας σκοτώνει• δεν μπορεί να μας σώση μια γυναίκα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τύχη μας νάναι αυτή γυναίκα! Ο άντρας κι ο πιο καλός, το νου του τον μαθαίνει στη σκληράδα και τέλος κάνει νόμο και κείνο που μισεί• γίνεται ωμός, αγνώριστος σχεδόν από συνήθεια. Μόνο η γυναίκα σταθερή στη γνώμη μένει. Κάλλιο βασίζεσαι σε κείνη σε καλό και κακό. — Σώπασε! Να την• άσε μας μόνους. Ποιοι είμαστε δεν πρέπει αμέσως να της πω, να φανερώσω τη μοίρα μας αφύλαχτα. Εσύ φύγε, και πριν με σέ μιλήση αυτή, σε σμίγω.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια, Πυλάδης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Πούθε έρχεσαι, πούθε είσαι, ω ξένε, λέγε. Θαρρώ πως πιο πολύ μ' Έλληνα μοιάζεις παρά με Σκύθη. (Του λύνει τα δεσμά.) Η λευτεριά, που δίνω εγώ, κίντυνος είναι• κι ας θελήσουν οι αθάνατοι απ αυτόν να σας λυτρώσουν!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Γλυκειά φωνή! Της μητρικής μου γλώσσας καλοπρόσδεχτε αχέ στον ξένον τόπο! Τα γαλανά βουνά του πατρικού μου λιμανιού ξαναβλέπω ο σκλαβωμένος ευφρόσυνα μπροστά μου. Ας σε ασφαλίση αυτή η χαρά πως Έλληνας και γώ είμαι! Για μια στιγμή το έχω ξεχάσει πόση ανάγκη σου έχω και το νου μου μόνο στο λαμπρό δράμα γύρισα. Ω για πες μου, αν τα χείλη σου κάποιο πεπρωμένο δεν τα σφαλή, από ποια από τις φυλές μας η ισόθεη κρατεί καταγωγή σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μαζί σου μιλεί η ιέρεια, που την έχει διαλέξει κι αφιερώσ' η ίδια η θεά της. Τούτο ας σου φτάση• πες μου, εσύ ποιος είσαι και ποια τύχη με ολέθρια βουλή σ' έχει εδώ φερμένον με το σύντροφό σου;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Εύκολο να σου πω με τη βαρειά του συντροφιά ποιο δεινό μας κυνηγά. Τόσο εύκολα ας μπορούσες να μας δώσης και συ το φαιδρό βλέμμα της ελπίδας! Από την Κρήτη είμαστε, γιοι του Αδράστου. Είμ' ο νιώτερος, Κέφαλο με λένε. κι ο άλλος Λαοδάμας, πρωτογεννημένος. Ανάμεσό μας ένας τρίτος, άγριος και τραχύς τη χαρά και την ομόνοια από μικρός χαλούσε στα παιγνίδια. Τη μητέρα υπακούγαμε ήσυχα όσο πολεμούσε ο πατέρας μας στην Τροία• μα όταν με πλούσια λάφυρα ήρθε πάλι και πέθανε σε λίγο, ευθύς τ' αδέρφια τα χώρισε η διχόνοια για το κράτος και για το θρόνο. Εγώ του πρώτου μέρος πήρα. Τον αδερφό σκότωσε κείνος. Για το φόνο οι Ερινύες εδώθε κείθε τον κυνηγούν με ορμή. Μ' ελπίδα ωστόσο ο δελφικός ο Απόλλωνας μας στέλνει στον άγριο αυτό γιαλό. Στης αδερφής του το ιερό να προσμείνουμε βοήθεια μας πρόσταξε. Μας πιάσαν και μας στείλαν εδώ σε σένα για θυσία. Το ξέρεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Έπεσε η Τροία; Ακριβέ, βεβαίωσέ με

ΠΥΛΑΔΗΣ. Έπεσε! Ω ασφάλισέ μας σωτηρία! Τάχυνε τη βοήθεια, που μας έχει ταμένη ένας θεός. Τον αδερφό μου σπλαχνίσου τον! Καλό ένα λόγο πες του! Μα πρόσεχέ τον, σα μιλής μαζί του, το ικετεύω θερμά: Τι μ' ευκολία από χαρά και θύμηση και πόνο κυριεύεται, ανταριάζεται η καρδιά του. Η μανία τον ξανάβει κ' η ψυχή του η ελεύτερη κι ωραία στις Ερινύες παραδίνεται σκλάβα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όσο μεγάλη κι αν είναι η συμφορά σου, σε ικετεύω, λησμόνα την κι απάντησέ μου πρώτα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Η τρανή πόλη, που αντιστάθη δέκα χρόνους στο στράτεμα όλο των Ελλήνων, είναι σωρός, πια δε σηκώνεται. Όμως κάποιοι των πιο καλών μας τάφοι κράζουν στο βάρβαρο γιαλό το νου μας. Κείτεται εκεί ο Αχιλλέας με τον ωραίο του φίλο.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θεϊκές μορφές και σεις γίνατε σκόνη!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κι ο Παλαμήδης κι ο Αίας ο Τελαμώνιος δεν ξανάειδαν τον ήλιο της πατρίδας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη της). Σιγά για τον πατέρα μου, δε λέει με τους πεσμένους τ' όνομά του. Ναι! Ζη ακόμα! θα τον δω! Καρδιά, έχε ελπίδα!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μα μακάριοι οι χιλιάδες, που πεθάναν τον πικρόγλυκο θάνατο απ το χέρι του εχτρού! Γιατί άγριους τρόμους και θλιμμένο τέλος, αντί για θρίαμβο, έχει ετοιμάσει σ' όσους γυρίσαν ένας ωργισμένος θεός. Η ανθρωπινή φωνή δε φτάνει σε σας; Όσο μακριά αυτή πάει, τη φήμη σπέρνει ανάκουστων έργων, που έχουν γίνει. Η συμφορά, που τις στοές γεμίζει της Μυκήνας με θρήνους δίχως τέλος, κρυφή σου μένει εσένα; — Η Κλυταιμνήστρα με τη βοήθεια πλάνεψε του Αιγίσθου τον άντρα της, την ίδια την ημέρα που γύρισε τον σκότωσε! — Το γένος του βασιλιά αυτού θα τιμάς! Το βλέπω, το στήθος σου του κάκου με το λόγο, τον τρομερό ανεπάντεχα, παλεύει. Κόρη είσαι φίλου του; είσαι γεννημένη γειτονικά σ' αυτήν τη χώρα; Μην το κρύβης και σε μένα μην το ρίξης, που πρώτος σου μηνώ τη φρίκη τούτη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Λέγε, πως η δεινή έχει γίνει πράξη;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Την ίδια μέρα που ήρθε ο βασιλιάς, απ το λουτρό όπως βγήκε δροσισμένος κ' ήσυχος, απ το χέρι της συμβίας το φόρεμα γυρεύοντας, χιτώνα που τεχνικά πολύδιπλος μπλεκόταν η ολέθρια απάνω του έρριξε στους ώμους, στο ευγενικό κεφάλι γύρω• κι όπως να ξεμπλεχτή του κάκου πολεμούσε σαν από δίχτυ, εκεί ο προδότης Αίγισθος τον χτύπησε, και πήγε σκεπασμένος στους νεκρούς ο μεγάλος βασιλιάς.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πληρωμή ποια πήρε ο συνωμότης;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Το κράτος, και την κλίνη που είχε πρώτα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ώστ' έσπρωξε στο κρίμα άχρειος πόθος;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Κ' εκδίκησης παλιάς μεγάλο πάθος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και πώς την είχε ο βασιλιάς προσβάλει;

ΠΥΛΑΔΗΣ. Με δεινή πράξη, που αν ο φόνος είχε δικιωμό, θα τη δίκιωνε. Με δόλο στην Αυλίδα την έκραξε και κει, όταν κρατούσε τα πλοία των Ελλήνων κάποια θεά με ορμητικούς ανέμους, την Ιφιγένεια, την πρώτη του κόρη, μπρος στο βωμό της Άρτεμης θυσία την πρόσφερε για χάρη των Ελλήνων. Αποστροφή της άφησε αυτό, λένε, βαθιά μες στην καρδιά, ώστε παραδόθη του Αιγίσθου και τον άντρα της στου ολέθρου τον τύλιξε τα δίχτυα μοναχή της.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (σκεπάζοντας το κεφάλι). Ω, φτάνει! θα με ξαναδής.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σα νάναι απ της βασιλικής γενιάς τη μοίρα βαθιά συγκινημένη. Όποια κι αν είναι, το βασιλιά θάχη γνωρίσει βέβαια, και για καλό μας από μέγα σπίτι την πούλησαν εδώ. Σώπα, καρδιά μου, και στο άστρο της ελπίδας που μας λάμπει στοχαστικά χαρούμενοι ας στραφούμε!

ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Ιφιγένεια, Ορέστης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δυστυχισμένε, τα δεσμά σου λύνω μοίρας πιο θλιβερώτερης σημάδι. Η λευτεριά που δίνει το ιερό είναι, σαν της ζωής την τελευταία λάμψη στο βλέμμα του βαριά άρρωστου, θανάτου μηνυτής. Δεν μπορώ, ούτε θέλω ακόμα να πιστέψω πως είσαστε χαμένοι! Με χέρι φονικό πως θα μπορούσα να σας τάξω στο θάνατο! Κι όσο είμαι ιέρεια γώ της θεάς, κανένας, όποιος κι αν είναι, δεν μπορεί την κεφαλή σας να γγίξη. Αλλά κι αν αρνηθώ το χρέος, που ο βασιλιάς άγρια απαιτεί, διαλέγει μιαν άλλη απ τις παρθένες μου και τότε μένει η θερμή μου ευχή μόνος βοηθός σας. Τιμημένε συντοπίτη! Αν κι ο δούλος, που έχει τους πατρικούς θεούς αγγίξη στη γωνιά μας, καλόδεχτος μας είναι στον ξένον τόπο, εγώ με ποια χαρά μου πρέπει εσάς να δεχτώ, που την εικόνα των ηρώων, που έχω μάθει απ τους γονιούς μου να σέβουμαι, μου φέρνετε και μέσα την καρδιά μου δροσίζετε με νέα κι όμορφη ελπίδα!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Επίτηδες σωπαίνεις γνωστικά γένος κι όνομα; Ή μπορώ να μάθω ποια θεόμοιαστη αντικρύζω;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Θα με γνωρίσης. Τώρα λέγε μου ό τι μισά απ τον αδερφό σου άκουσα μόνο. τα τέλος εκεινών, που από την Τροία γυρνώντας, στο κατώφλι τους βουβά σκληρή, αδόκητη μοίρα τους εδέχτη. Μικρή με φέραν στο ακρογιάλι τούτο, μα τη δειλή ματιά καλά θυμούμαι, που με φόβο και ξάφνισμα είχα ρίξει σ' αυτούς τους ήρωες. Ξεκινούσαν σάμπως νάνοιγε ο Όλυμπος και νάστελνε κάτω τις μορφές του λαμπρού πανάρχαιου κόσμου, του Ιλίου φοβέρα, και πιο απ' όλους ήταν θαυμαστός ο Αγαμέμνονας. Ω πες μου! Στο σπίτι του πατώντας, από δόλο της συμβίας του έχει πέσει και του Αιγίσθου;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Το είπες!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αλί σου, δύστυχη Μυκήνα! Έτσι έσπειραν τα εγγόνια του Ταντάλου κατάρα σε κατάρα με γεμάτα άγρια χέρια! Κι ολέθρια, ως τα ζιζάνια, κεφάλια σειώντας, και χιλιάδες σπόρους τινάζοντας, φονιάδες συγγενείς σε τέκνα τέκνων γέννησαν για αιώνιο αλληλοσπαραγμό! — Φανέρωσέ μου εκείνο που απ τους λόγους του αδερφού σου γοργά το σκότος μου έκρυψε του τρόμου. Πώς ο γιός ο στερνός του τρανού γένους, το γλυκό τέκνο, που έχει να εκδικήση τον πατέρα του, ο Ορέστης πώς εσώθη τη μέρα της σφαγής; Μην όμοια τύχη στου θανάτου τον τύλιξε τα δίχτυα; Γλίτωσε: Ζη; Ζη η Ηλέκτρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ζουν.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Χρυσέ ήλιε, τις πιο όμορφές σου αχτίδες δάνεισέ μου, για χάρη απίθωσε τις μπρος στο θρόνο του Δία! Γιατί φτωχή εγώ κι άφωνη είμαι.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Με τη βασιλική γενιά αν σε δένουν φιλοξενίας δεσμοί ή στενώτεροι άλλοι, καθώς η ωραία χαρά σου το προδίνει, τότε δάμασε, κράτα την καρδιά σου! Γιατί σκληρό για έναν που χαίρεται είναι το ξαφνικό το κύλημα στη λύπη. Μονάχα του Αγαμέμνονα το τέλος ξέρεις, βλέπω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μην τούτο δε μου φτάνει;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Έμαθες μόνο τη μισή τη φρίκη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τι να σκιαχτώ άλλο; Ο Ορέστης ζη κ' η Ηλέκτρα.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Και για την Κλυταιμνήστρα δε φοβάσαι;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ούτ' ελπίδα ούτε φόβος τη λυτρώνει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Κι αυτή άφησε τον τόπο της ελπίδας.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μετανιωμένη, το αίμα της μονάχη
λυσσώντας έχυσε;

   ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι, από το ίδιο
το αίμα της ωστόσο βρήκε τέλος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθαρώτερα μίλει, μη μ' αφήνης να συλλογιούμαι. Το άγνωστο τα μαύρα φτερούγια χιλιοπανωτά χτυπά στη φοβισμένη κεφαλή μου γύρω.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Διαλέξαν οι θεοί λοιπόν εμένα για μηνυτή μιας πράξης, που ποθούσα μες στο βασίλειο το άφωνο της νύχτας να κρυβόταν; Χωρίς το θέλημά μου με βιάζει το γλυκό σου στόμα. Ωστόσο και θλιβερά αν ζητήση, θα τα λάβη. Σαν έπεσε ο πατέρας, για να σώση τον αδερφό της έκρυψε η Ηλέκτρα κι ο θειος του ο Στρόφιος πρόθυμα τον πήρε, τον ανάθρεψε πλάι με το δικό του γιό, τον Πυλάδη, που έπλεξε τριγύρω στο νιόφερτο δεσμούς φιλίας ωραίους. Κι ως μεγαλώναν, μέσα τους κι ο πόθος μεγάλωνε, το φόνο να εκδικήσουν του βασιλιά. Ανεπάντεχοι, ντυμένοι ξενικά, στη Μυκήνα φτάνουν, τάχα το μήνυμα πως φέρνουν του θανάτου του Ορέστη με τη στάχτη του. Η βασίλισσα τους δέχεται και μπαίνουν. Στην Ηλέκτρα ο Ορέστης φανερώνεται και κείνη του φυσά της εκδίκησης τη φλόγα, που η ιερή της μητέρας παρουσία την έπνιξε. Κρυφά τον πάει στον τόπο που είχε ο πατέρας πέσει, που του αιμάτου του αδιάντροπα χυμένου παλιό χνάρι με αχνές έβαφε αράδες, υποψία γεμάτες, τις συχνά πλυμένες πλάκες. Του ιστορά με την πύρινή της γλώσσα πως το μιαρό κακούργημα είχε γίνει, την άθλια και δουλόπρεπη ζωή της, των προδοτών των τυχερών το θράσος και ποιοι τ' αδέρφια κίντυνοι προσμέναν από τη μάνα που έγινε μητριά τους• εδώ του δίνει το παλιό λεπίδι, που φρύαξε στο γένος του Ταντάλου, κ' η Κλυταιμνήστρα πέφτει από γιού χέρι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αθάνατοι, που πάντα σε νέα νέφη μακάριοι ζήτε την καθάρια μέρα, για τούτο με χωρίσατε απ τον κόσμο τόσα χρόνια, κοντά σας με φυλάτε τόσο, το παιδικό μου δώσατ' έργο την πύρα της ιερής φωτιάς να τρέφω, την ψυχή μου, παρόμοια με τη φλόγα, σε αδιάκοπη θεόσεβη λαμπράδα μου σύρατε ψηλά στα δώματά σας, μονάχα για να νιώσω του σπιτιού μου πιο αργά και πιο βαθιά τις φρίκες; — Λέγε για τον άμοιρο! Πες για τον Ορέστη!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω ας είχα να σου πω το θάνατό του! Πώς βράζοντας απ το αίμα της σφαγμένης ανέβηκε το πνεύμα της μητέρας και στις πανάρχαιες της νυχτιάς τις κόρες κράζει: «Ο φονιάς της μάνας μη σας φύγη! Στον κακούργο χιμάτε! Είναι ταμένος σε σας!» Ακούν αυτές κ' η βαθουλή τους ματιά με δίψα αϊτού κοιτάζει γύρω. Ταράζονται στις μαύρες τις σπηλιές τους κι απ τις γωνιές αγάλια οι σύντροφοί τους, ο Δισταγμός και το Μετάνιωμα, έξω σέρνονται. Απ τον Αχέροντα ανεβαίνει μπρος τους καπνός και μες στο ανταριασμένο στριφούλισμά του ο στοχασμός της πράξης γυρνά άκοπα συγχύζοντας του ενόχου το κεφάλι. Κι αυτές, που το χαμό έχουν έργο, πατούν τη γη τη θεοσπαρμένη, όθε παλιά τις έδιωξε κατάρα. Το γλήγορό τους πόδι το φευγάτον κυνηγά και του δίνουν ησυχία μονάχα για να τον τρομάξουν πάλι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άθλιε και συ είσαι σε παρόμοια θέση και νιώθεις τι τραβά ο δυστυχισμένος.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τι μου λες; Ποιά ονομάζεις όμοια θέση;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Του αδερφού σε βαραίνει και σε ο φόνος• το ξέρω απ το μικρότερο αδερφό σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δεν το βαστώ, ω ψυχή μεγάλη, νάσαι με τον ψεύτικο λόγο απατημένη. Ένας ξένος στο δόλο μαθημένος, ύφαμα ας πλέκη πλανερό στα πόδια του ξένου για παγίδα: Ανάμεσό μας αλήθεια ας είναι! Είμ' ο Ορέστης και το ένοχο κεφάλι γέρνει στον τάφο και ζητά το θάνατο: μ' όποια μορφή κι αν θέλη, καλώς νάρθη! Όποια κι αν είσαι, λυτρωμό και σένα και του φίλου μου θέλω• εμέ όμως όχι. Χωρίς να θέλης, φαίνεται, εδώ μένεις• τρόπο φυγής ζητάτε, εμέν' αφήστε. Το κορμί μου νεκρό ας ριχτή απ το βράχο, ως τη θάλασσα το αίμα μου ας αχνίση, στο βάρβαρο γιαλό κατάρα ας φέρη! Μα εσείς γυρίστε στην ωραία Ελλάδα, μια νέα ζωή χαρούμενη ν' αρχίστε! (Κάνει πέρα).

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω πληρωμή, του πιο τρανού πατέρα κόρη πιο ωραία, μου κατεβαίνεις τέλος! Πώς στέκεσαι θεόρατη μπροστά μου! Μόλις σου φτάνει η ματιά μου τα χέρια, που με στεφάνια και καρπούς γεμάτα τους θησαυρούς του Ολύμπου φέρνουν κάτω Καθώς ο βασιλιάς από το πλήθος γνωρίζεται των δώρων — γιατί του είναι λίγο ό τι γι' άλλους χίλιους είναι πλούτος — έτσι και σεις, θεοί, απ τα φυλαγμένα, ετοιμασμένα με καιρό και γνώση χαρίσματα γνωρίζεστε. Τι μόνο σεις το καλό μας ξέρετε• το κράτος του μέλλοντος το διάπλατο θωρείτε, όταν τη θέα μας κρύβη κάθε βράδυ ο πέπλος της αντάρας και των άστρων. Ακούτε ατάραχοι, όταν σας ζητούμε παιδικά το γληγόρεμα των πόθων μα το χέρι σας άγουρους δεν κόβει τους ουράνιους χρυσούς καρπούς• κι αλί του, που ακράτητος στο πείσμα σας τους φάει ξινούς για θάνατό του. Ω μην αφήστε την ευτυχία, που χρόνους καρτερούσα, κι ούτε τη στοχαζόμουν, σαν τον ίσκιο του πεθαμένου φίλου να μου φύγη κούφια, αφήνοντας τρίδιπλο τον πόνο!

ΟΡΕΣΤΗΣ (πηγαίνοντας πάλι κοντά της). Αν τους θεούς για σε και τον Πυλάδη καλής, μη μελετήσης τ' όνομά μου! Τον κακούργο, που σμίγεις, δεν τον σώζεις• συμφορά μόνο παίρνεις και κατάρα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στη μοίρα σου είν' η μοίρα μου δεμένη.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Όχι! Μόνο, ασυντρόφευτο άφησέ με να πάω στους πεθαμένους! Κι αν ακόμα το φονιά με τον πέπλο σου σκεπάσης, από των πάντα ακοίμητων το μάτι δεν τον φυλάς, κ' η παρουσία η δική σου, ω ουράνια, μόνο απόμερα τις σπρώχνει, δεν τις διώχνει. Τ' αδιάντροπα χαλκά τους πόδια το άγιο το δάσος να πατήσουν δεν τολμούν• όμως ακούω μακρόθε κει και δω το άγριο τους γέλιο• Έτσι προσμένουν λύκοι γύρω απ το δέντρο, όπου ο διαβάτης σκαρφάλωσε. Εκεί απόξω μονιασμένες ησυχάζουν μα αν βγω απ' αυτό το δάσος. τότε, τα φιδωτά κεφάλια σειώντας κι ολούθε σκόνη υψώνοντας, πετιούνται και χιμούνε στο θύμα τους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μπορείς, Ορέστη, ένα γλυκό ν' ακούσης λόγο;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Για ένα φίλο των θεών φύλαξέ τον.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτοί σου δίνουν φως ελπίδας νέας.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Σε καπνό μέσα βλέπω το αχνό θάμπος του Αχέροντα στον Άδη να μου φέγγη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιαν αδερφή έχεις μόνο, την Ηλέκτρα;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Γνώρισα μόνο αυτή• η καλή της μοίρα, που εμάς φριχτή μας φάνηκε, την πρώτη απ του σπιτιού μας τα δεινά νωρίς την πήρε. Ω μη ρωτάς, και συ μη σμίγης τις Ερινύες! Φυσούν απ την ψυχή μου χαιρέκακα τη στάχτη• δεν αφήνουν τα στερνά δαυλιά μέσα μου να σβήσουν της πυρκαϊάς του γένους μας. Αιώνια, επίτηδες λοιπόν συδαυλισμένη και θρεμμένη με θειάφι από τον Άδη, θα καίη η φωτιά μαρτύριο στην ψυχή μου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Φέρνω γλυκό θυμίαμα στη φλόγα. Ω, της αγάπης την αγνή πνοή σιγοφυσώντας, άφησε του στήθους να σου δροσίση τη φωτιά! Ακριβέ μου, Ορέστη, δεν μπορείς ν' ακούσης; Σου έχει τόσο στις φλέβες το αίμα σου ξεράνει η συνοδεία των τρομερών δαιμόνων; Περνά, ως απ το κεφάλι της Γοργόνας το κορμί σου γητειά και το πετρώνει; Αν το χυμένο μητρικό αίμα κράζη με μουγκή φωνή κάτω προς τον Άδη, της αγνής αδερφής η ευχή δεν πρέπει βοηθούς θεούς από ψηλά να κράξη;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Κράζει! Κράζει! Τον όλεθρο μου θέλεις; Μην κρύβεται καμιά Ερινύα σε σένα; Ποια είσαι συ, που η φωνή σου μου ταράζει τόσο φριχτά στα βάθη τους τα σπλάχνα;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Της καρδιάς σου τα τρίσβαθα το λένε: Ορέστη, εγώ είμαι! Δες την Ιφιγένεια! Ζω!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Συ;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αδερφέ μου!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ω, άφησέ με! Φύγε! Άκουσέ με, μη γγίξης τα μαλλιά μου! Φωτιά άσβηστη αποπάνω μου πετιέται, σαν απ της Κρέουσας τον πέπλο. Άφησέ με Σαν ο Ηρακλής, θέλω γώ ο ανάξιος, μόνος θάνατο ντροπιασμένο να πεθάνω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δε θα χαθής! Ω να μπορούσα μόνο νάκουα από σε ήσυχο ένα λόγο! Ω λύσε το δισταγμό μου, ασφάλισε και μένα την ευτυχία, τη χρόνια ικετεμένη. Ένας τροχός από χαρά και θλίψη στην ψυχή μου γυρνά. Απ τον ξένον άντρα η φρίκη με μακραίνει• μα τα σπλάχνα ορμητικά στον αδερφό με σέρνουν.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ναός του Βάκχου εδώ είναι και μανία την ιέρεια αχαλίνωτη κυριεύει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω άκου με! Ω δες πως ύστερ' από τόσο καιρό στην ευτυχία η καρδιά μου ανοίγει, του πιο ακριβού, που έχει για μένα ακόμα ο κόσμος, το κεφάλι να φιλήσω, στην αγκαλιά, που απλωνόταν στους άδειους τους ανέμους, να σφίξω εσέ! Ω άφησέ με! Τι τόσο λαγαρή απ τον Παρνασσό δεν τρέχει η βρύση η αστέρευτη στους βράχους προς τη χρυσή πηδίζοντας κοιλάδα, όσο η χαρά αναβρύζει απ την καρδιά μου κι ως θάλασσα ευτυχίας με πλημμυρίζει. Ορέστη! Ορέστη! Αδερφέ μου!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ωραία νύμφη, σε σένα και στα χάδια σου δε δίνω πίστη. Η Άρτεμη σεμνές ιέρειες θέλει• το ντροπιασμένο το ιερό εκδικιέται. Το χέρι σου από μένα πάρε! Αν θέλης ένα νέο ν' αγαπήσης σώζοντάς τον και τη γλυκεία ευτυχία να του προσφέρης, την καρδιά σου στο φίλο μου ας γυρίσης, τον άξιο! Κάπου εκεί στο μονοπάτι του βράχου τριγυρνά• πήγαινε βρες τον και δείξε του το δρόμο• εμέ λυπήσου!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ησύχασε, αδερφέ, και γνώρισέ με! Της αδερφής την καθαρή κι ουράνια χαρά σαν πόθο ανίερο μην τη βρίζης! Ω πάρτε του την πλάνη απ τ' άγρια μάτια, η στιγμή της χαράς της πιο μεγάλης να μη μας κάνη δύστυχους τριπλά! Η αδερφή σου η χαμένη χρόνους είμαι. Απ το βωμό μ' έχει η θεά αρπαγμένη και δω μ' έχει γλιτώσει στο ιερό της. Εσύ σκλάβος, φερμένος για θυσία, στην ιέρεια απαντάς την αδερφή σου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δυστυχισμένη! Ας δη λοιπόν ο ήλιος τις τελευταίες φρίκες του σπιτιού μας! Δεν είναι η Ηλέκτρα εδώ; Ν' αφανιστή κι αυτή μαζί με μας κ' έτσι η ζωή της για πιο βαριά δεινά να μη μακραίνη! Έ, ιέρεια! Στο βωμό σ' ακολουθώ. Ο φόνος του αδερφού είναι πια συνήθεια αρχαία του παλιού γένους• και σας έχω χάρη, θεοί, γιατί με χάνετε άτεκνο. Κι άκου, μην αγαπάς πολύ τον ήλιο, μήτε και τ' άστρα• έλα μαζί μου κάτω στο σκοτεινό βασίλειο! Σαν τους δράκους τους γεννημένους σε θειαφένια βάλτα, που πολεμώντας τη γενιά τους ένας τον άλλον τρώει, χάνεται μόνο τ' άγριο γένος• μαζί μου έλα άτεκνη κι αθώα! Με σπλάχνος με κοιτάς; Μη, μη! Με τέτοιες ματιές ζητούσε η Κλυταιμνήστρα δρόμο στου γιού της την καρδιά• μα το υψωμένο χέρι του ήβρε το στήθος της. Η μάνα έπεσε! — Έβγα, ωργισμένο πνεύμα! Κύκλο κλείστε, Ερινύες, ολόγυρα και δέτε το ευφρόσυνο το θέαμα, το στερνό, το φριχτότερο που έχετε ετοιμάσει! Δεν της τροχίζει εκδίκηση και μίσος το μαχαίρι• η γλυκειά αδερφή άθελά της με θυσιάζει. Μην κλαις! Δε φταις! Δεν έχω από παιδί άλλο τίποτε αγαπήσει, ως θα μπορούσα ν' αγαπήσω εσένα. Σήκωσε το μαχαίρι, μη λυπάσαι, σκίσε τα στήθη αυτά κι άνοιξε δρόμο στα ποτάμια που βράζουν εδώ μέσα!

(Πέφτει λιποθυμισμένος.)

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τόση ευτυχία και τόση συμφορά μόνη δεν τη βαστώ. Πού είσαι, Πυλάδη; Ακριβέ, τη βοήθεια σου πού νάβρω;

(Φεύγει ψάχνοντας.)

ΣΚΗΝΗ Β'

ΟΡΕΣΤΗΣ (ενώ ξυπνά από τη ζάλη του κι ανασηκώνεται). Ένα ακόμα! Απ τα κύματα της Λήθης το στερνό δροσισμού ποτήρι δος μου! Ο σπασμός της ζωής από το στήθος ξεπλένεται σε λίγο• στην πηγή της Λησμονιάς σε λίγο αφιερωμένο το πνεύμα μου τρέχει ήσυχο σε σας σκιές, μες στην αιώνια αντάρα. Αφήστε καλόβολες να βρη στη σιγαλιά σας δροσιά της γης ο γιός ο πλανεμένος! — Ποιο ψιθύρισμ' ακούω μέσα στους κλώνους; Ποια βοή από το θάμπωμα εκεί φτάνει; Βγήκαν κιόλα να δουν το νιοφερμένο! Ποιοι είν' αυτοί που γελούνε μεταξύ τους, λαμπροί, σα συναγμένο βασιλιάδων γένος; Ειρηνικά πηγαίνουν γέροι και νιοι, γυναίκες μ' άντρες• με αθανάτων και μεταξύ τους όμοιες είναι οι ειδές τους. Ναι, οι πρόγονοι του γένους μου είναι. — Ο Ατρέας με το Θυέστη φιλικά μιλώντας πάει• γύρω του χαδεύονται τ' αγόρια. Έχτρα εδώ πια δεν είναι ανάμεσό σας; Η εκδίκηση ως το φως του ήλιου έχει σβήσει; Τότε και γώ καλόδεχτος σας είμαι και να σμίξω μπορώ με τη γιορτή σας. Γεια σας πατέρες! Σας κράζει ο Ορέστης. απ τη γενιά σας άντρας στερνός• ό τι εσείς σπείρατε έχει θερίσει: βαριοκατάρατος κατέβη εδώ. Μα εδώ αλαφρότερα είναι τα βάρη: Πάρτε τον, πάρτε τον στη συντροφιά σας! — Σε, Ατρέα, τιμώ και σε, Θυέστη: Σβήστηκε απ' όλους μας η έχτρα εδώ. — Πού είν' ο πατέρας μου, που μια μονάχα φορά τον είδα; — Συ είσαι, πατέρα; με τη μητέρα μαζί μιλείς; Της Κλυταιμνήστρας το χέρι αν πιάνης, μπορεί κι ο Ορέστης να πάη κοντά της και να της πη: Το γιό σου δες! — Δέτε το γιό σας! Καλώς σας ήρθε! Στη γη στο σπίτι μας το σύνθημα ήταν πάντα του φόνου ο χαιρετισμός, και τις χαρές του πέρ' απ τη νύχτα έχει το γένος του αρχαίου Ταντάλου. Με χαιρετάτε και με καλείτε! Στον πρώτο φέρτε με, στον πρόγονό μου! Ναι, πού είναι ο γέροντας; Να τον ιδώ, το πολυσέβαστο, άξιο κεφάλι, που συνεδρίαζε με τους θεούς. Σα να διστάζετε, γυρνάτε κείθε; Τι είναι; Ο θεόμοιαστος μην υποφέρη; Οϊμέ! οι υπερδύναμοι του έχουν χαλκέψει στ' αντρεία τα στήθη σκληρά μαρτύρια με σιδερένιες σφιχτά αλυσίδες.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ορέστης, Ιφιγένεια, Πυλάδης.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Τι, κατεβήκατε κιόλα και σεις; Γεια σου, αδερφή! Μας λείπει η Ηλέκτρα! Να μας την έστελνε κάποιος θεός με γλυκά βέλη γοργά και κείνη! Μόνο εσέ θλίβομαι, άμοιρε φίλε! Πάμε! Στου Πλούτωνα το θρόνο πάμε, τους νιοφερμένους να δη ο άρχοντάς μας!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αδέρφια εσείς, που απ τα πλατιά [τα ουράνια στους ανθρώπους φωτάτε μέρα νύχτα και στους νεκρούς η λάμψη σας δεν πρέπει, λυτρώστε εμάς τ' αδέρφια! Πλέον απ' όλα όσα η γης και τα ουράνια σου προσφέρουν, το γλυκό αγαπάς, Άρτεμη, αδερφό σου, και την παρθενική σου ειδή με πόθο γυρνάς ήσυχο στ' άσβηστο το φως του. Ω, μην αφήνης το μονάκριβό μου, που τόσο αργά τον βρήκα, στο σκοτάδι να δέρνεται της τρέλας! Κ' η βουλή σου, που εδώ μ' έχεις κρυμμένη, αν επληρώθη, κ' είναι το θέλημά σου να βοηθήσης εμέ μ' αυτόν κι αυτόν με μένα, λύσ' τον απ τους δεσμούς εκείνης της κατάρας, του λυτρωμού ο καιρός να μη μας φύγη!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Δε γνωρίζεις εμάς και το άγιο δάσος κι αυτό το φως, που σε νεκρούς δε φέγγει; Της αδερφής, του φίλου σου τα χέρια, που ζωντανόν σε σφίγγουν, δεν τα νιώθεις; Άδραξέ μας! Δεν είμαστε ίσκιοι κούφιοι. Άκου τι λέω! Έλα στα φρένα σου! Είναι κάθε στιγμή ακριβή κι ο γυρισμός μας κρεμιέται από ψιλές κλωστές, που μοίρα καλόβουλη, όπως φαίνεται, τις κλώθει.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πρώτη φορά στην αγκαλιά σου ας έβρω μ' ελεύτερη καρδιά χαρά καθάρια! θεοί, που με ορμή πύρινη περνάτε και τα βαριά σας λιώνετε τα νέφη, και τη βροχή, καιρό που σας γυρεύαν, σπλαχνικά σοβαροί στη γη σκορπάτε σε μπόρες άγριες με βροντές κι ανέμους, μα σε λίγο τον τρόμο των ανθρώπων γυρνάτε σ' ευτυχία, και το δειλό τους το ξάφνισμα το αλλάζετε σε βλέμμα φαιδρό και χάρη, αφού στων νιολουσμένων φύλλων τις στάλες λάμψη ο νέος ήλιος, και γελαστή, πολύχρωμη, με χέρι ανάλαφρο σκίση η Ίριδα τον πέπλο το σταχτερό των υστερνών συννέφων — κ' εμέ : στης αδερφής τον κόρφο αφήστε, στου φίλου μου το στήθος ν' απολάψω μ' ευγνωμοσύνη αυτό που μου δωρείτε! Λυέται η κατάρα, μου το λέει η καρδιά μου. Τις Ευμενίδες τις ακούω που φεύγουν στα Τάρταρα και πίσωθέ τους κλείνουν τις πόρτες τις χαλκές μακροβροντώντας. Η γη δροσιστική ευωδιά αναδίνει και με καλεί στους κάμπους της χαρά ζωής κ' έργα μεγάλα να γυρέψω.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη χάνετε καιρό που λίγος μένει! Ο αέρας που φουσκώνει το πανί μας, τη χαρά μας στον Όλυμπο ας πάη πρώτα. Ελάτε! Γοργή απόφαση εδώ πρέπει.

ΠΡΑΞΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Αν βρίζουν οι ουράνιοι γεννημένου στη γη πολυτάραχες μέρες, κι αν τον ρίχνουν μεμιάς απ το γέλιο στο κλάμα κι απ το κλάμα στο γέλιο με βαριούς σπαραγμούς: Ύστερα του αναθρέφουν ή στη χώρα κοντά, ή σε γιαλό μακρινό, στης ανάγκης τις ώρες να του φέρη βοήθεια έναν ήσυχο φίλο. θεοί, ευλογάτε τον Πυλάδη μας κι ό τι αυτός καταπιάνεται! Του νέου το χέρι είναι στη μάχη, και το μάτι το φωτεινό του γέρου στα συνέδρια: Τι είν' ήσυχ' η ψυχή του• της γαλήνης το αστέρευτο ιερό αγαθό φυλάγει και γνώμη και βοήθεια από βαθιά της στους ταραγμένους δίνει. Αυτός με πήρε απ του αδερφού το πλάγι• τον θωρούσα και τον ξαναθωρούσα ξαφνισμένη χωρίς την ευτυχία μου να πιστεύω, και δεν τον παρατούσα απ την αγκάλη, μη νιώθοντας ποιος κίντυνος μας ζώνει. Τώρα παν το σκοπό τους να τελειώσουν στο γιαλό, που το πλοίο με τους συντρόφους, σ' έναν κόρφο κρυφτό, σημείο προσμένει. Και μένα λόγο γνωστικό μου μάθαν, τι ν' απαντήσω δίδαξαν, αν στείλη ο βασιλιάς και τη θυσία προστάξη βιάζοντάς με. Αχ το βλέπω καλά, πρέπει ν' αφήσω σαν παιδί να με οδηγούνε. Δεν έμαθα να κρύβω• ούτε κανέναν ν' απατώ δόλια. Αλί! Ω αλί στο ψέμα! Δεν αλαφρώνει το στήθος σαν κάθε αληθινά ειπωμένος λόγος• θάρρος δε δίνει, μόνο βασανίζει εκείνον, που κρυφά το χαλκεύει και σα βέλος ριγμένο και κρουσμένο πίσω από έναν θεό, γυρνά και βρίσκει τον τοξότη. Έννοιες απάνω σ' έννοιες μου σαλεύουν στο στήθος. Μη στο ανάγιαστο το μέρος του γιαλού οι Ερινύες αρπάξαν πάλι τον αδερφό αγριεμένες; Μην τους πιάσαν; θαρρώ κι ακούω ωπλισμένους να σιμώνουν! Να! — Ο μηνυτής του βασιλιά με βήμα γοργό φτάνει. Η καρδιά χτυπά, η ψυχή μου θολώνει, ως βλέπω τη θωριά του ανθρώπου, που θα τον απαντήσω μ' ένα ψέμα.

ΣΚΗΝΗ Β'

Ιφιγένεια, Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Τάχυνε, ιέρεια, τη θυσία! Προσμένει ο βασιλιάς και λαχταρά ο λαός.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το χρέος μου θάκουα και το μήνυμά σου, αν δεν έμπαινε ανέλπιστα ένα εμπόδιο το πλήρωμα της πράξης να ταράξη.

ΑΡΚΑΣ. Και τι εμποδά του βασιλιά το λόγο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Η τύχη, που κανείς δεν την ορίζει.

ΑΡΚΑΣ. Πες μου το, ευθύς να πάω να το μηνήσω! Το θάνατο των δυο έχει αποφασίσει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν τον αποφάσισαν κ' οι θεοί. Ο πιο μεγάλος απ' αυτούς χυμένο συγγενικό του έχει αίμα κ' οι Ερινύες τον κυνηγούν. Τον έπιασε η μανία μες στο ναό και τον αγνόν τον τόπο η παρουσία του μόλυνε. Πάω τώρα μαζί με τις παρθένες μου στο κύμα του γιαλού τη θεϊκή να ράνω εικόνα μ' αγιασμό μυστικό. Μη μας ταράξη κανένας την αμίλητη πομπή μας!

ΑΡΚΑΣ. Το νέο το εμπόδιο να μηνήσω αμέσως στο βασιλιά πηγαίνω• μην αρχίσης το έργο το ιερό, πριν άδεια δώση.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτό το ορίζει μόνη της η ιέρεια.

ΑΡΚΑΣ. Το σπάνιο ας μάθη το άκουσμα και κείνος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τίποτε η προσταγή του δεν αλλάζει.

ΑΡΚΑΣ. Ο δυνατός ρωτιέται για τα μάτια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σε ό τι έχω χρέος ν' αρνηθώ μη βιάζης!

ΑΡΚΑΣ. Ό τ' είναι για καλό σου μην αρνήσαι!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το δέχομαι, αν μονάχα δεν αργήσης.

ΑΡΚΑΣ. Πάω γοργά με το νέο στο βασιλιά και γοργά με τα λόγια του γυρίζω. Να του έλεγα ας μπορούσα κάτι ακόμα, που όλα θα τάλυνε όσα μας συγχύζουν! Δεν έχεις του πιστού τη γνώμη ακούσει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με προθυμία έχω κάμει ό τι μπορούσα.

ΑΡΚΑΣ. Ακόμα είναι καιρός ν' αλλάξης γνώμη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αυτό δεν είναι στο δικό μας χέρι.

ΑΡΚΑΣ. Θαρρείς αδύνατο ό τι σε κοπιάζει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για σένα δυνατό το κάνει ο πόθος.

ΑΡΚΑΣ. Θα κιντυνέψης ήσυχη τα πάντα;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Στο χέρι των θεών τα έχω όλα αφήσει.

ΑΡΚΑΣ. Ανθρώπινα αυτοί σώζουν τους ανθρώπους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Από το θέλημά τους κρέμονται όλα.

ΑΡΚΑΣ. Σου λέω είναι στο χέρι σου. Μονάχα του βασιλιά τα φρένα τ' αγριεμένα τον πικρό δίνουν θάνατο στους ξένους. Καιρό ο στρατός απ τις σκληρές θυσίες έχει ξεσυνηθίσει την καρδιά του. Μάλιστα κάποιοι, που μια ενάντια μοίρα στην ξενιτιά τους πήγε, νιώσαν μόνοι πως σα θεός στα σύνορα τα ξένα τον έρημο απαντά τον πλανεμένο γελούμενη όψη ανθρώπου. Ω μη μας παίρνης ό τι στο χέρι σου ήταν να μας δώσης! Εύκολα εκείνο που άρχισες τελειώνεις. Γιατί η γλυκάδα, που με ανθρώπινη όψη κατεβαίνει απ τα ουράνια, αλλού δε χτίζει βασίλειο πιο γοργά παρά όθες ένας θαμπός κι άγριος λαός καινούριος, όλος ζωή, δύναμη, θάρρος, στον εαυτό του και σε δειλή υποψία παρατημένος, της ζωής τα τρανά τα βάρη σέρνει.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μη μου ταράζης έτσι την καρδιά μου,
που δεν τη σέρνεις με το θέλημά σου.

   ΑΡΚΑΣ. Όσο μένει καιρός, δε χάνει κόπο
κανείς λόγο καλό να ξαναλέη.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Και συ κοπιάζεις και για μένα πόνους
ξυπνάς. Του κάκου και τα δυο. Άφησέ με!

   ΑΡΚΑΣ. Αυτούς τους πόνους κράζω για βοήθεια.
Είναι φίλοι• καλό σου συμβουλεύουν.

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ορμητικά κυριεύουν την ψυχή μου.
μα την αποστροφή της δεν τη σβήνουν.

   ΑΡΚΑΣ. Και νιώθει αποστροφή μια ωραία ψυχή
για το αγαθό, που ένας γενναίος προσφέρει;

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ναι, όταν αυτός γυρεύη ό τι δεν πρέπει,
αντί για ευγνωμοσύνη, εμέ την ίδια.

ΑΡΚΑΣ. Συμπάθεια όποιος δε νιώθει, δεν του λείπει μια πρόφαση ποτέ. Στο βασιλιά θα πω το τι έχει τρέξει. Ω, να θυμόσουν μες στην ψυχή σου, πως γενναία σου εφέρθη απ την ημέρα του ερχομού σου ως τώρα!

ΣΚΗΝΗ Γ'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Μεμιάς από τα λόγια [αυτού του ανθρώπου αισθάνομαι την ώρα που δεν πρέπει ν' αλλάζη η καρδιά μέσα μου. Τρομάζω! — Καθώς με γοργοφούσκωμα το κύμα πληθαίνοντας, τους βράχους κατακλύζει στον άμμο του γιαλού: έτσι μια πλημμύρα χαράς μέσα μου σκέπασε τα σπλάχνα. Το αδύνατο κρατούσα στην αγκάλη. Ήταν σαν ένα σύννεφο ν' απλώθη πάλι απαλά τριγύρω μου, κι απάνω με σήκωσε απ τη γης, κοιμίζοντάς με στον ύπνο εκείνον, που η καλή θεά μου είχε τυλίξει γύρω στο κεφάλι, σα μ' άδραξε το χέρι της και μ' έσωσε. — Τον αδερφό με ορμή η καρδιά είχε αρπάξει: Μόνο του φίλου του άκουγα το λόγο• να τους σώση η ψυχή ποθούσε μόνο. Κι ως με χαρά γυρνά την πλάτη ο ναύτης σ' ενός έρμου νησιού τους βράχους, έτσι πίσω άφηνα τους Ταύρους. Τώρα πάλι με ξυπνά του πιστού του αντρός ο λόγος, πως και δω αφήνω ανθρώπους μου θυμίζει. Διπλομίσητη μου είν' η απάτη. Μείνε ατάραχη ψυχή μου! Να διστάζης, να κλονίζεσαι αρχίζεις; Τη στεριά πρέπει ν' αφήσης της ερμιάς σου! Πάλι στο καράβι τα κύματα σε αρπάζουν και σε κυλούν δειλή και ζαλισμένη, δε νιώθεις τον εαυτό σου και τον κόσμο.

ΣΚΗΝΗ Δ'

Ιφιγένεια, Πυλάδης.

   ΠΥΛΑΔΗΣ. Πού είναι την; Με γοργά να της πω λόγια
του λυτρωμού μας το φαιδρό το νέο!

   ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με βλέπεις, νοιαστική εδώ περιμένω
τη βέβαιη παρηγοριά που μου τάζεις.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Ο αδερφός σου γιατρεύτηκε! Τους βράχους και τον άμμο του ανάγιαστου γιαλού πατήσαμε φαιδρά μιλώντας. Δίχως να νιώσουμε περάσαμε το δάσος. Και λαμπρή και λαμπρότερη ολοένα έκαιε της νιότης η ώρια φλόγα γύρω στη σγουρή κεφαλή• θάρρος κ' ελπίδα του πύρωναν το μάτι, κ' η καρδιά του η ελεύτερη όλη δόθηκε στον πόθο τη σώτειρά του εσέ και με να σώση.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ευλογημένος νάσαι κι απ τα χείλη, που τέτοιο είπαν καλό, ποτέ του θρήνου και της θλίψης ο αχός ας μην ηχήση!

ΠΥΛΑΔΗΣ. Φέρνω κι άλλο• τι ωραία συνωδεμένη, σα βασιλιάς, πάντα η ευτυχία σιμώνει. Και τους συντρόφους βρήκαμε. Το πλοίο στους βράχους σ' έναν κόρφο είχαν κρυμμένο και θλιμμένοι προσμένοντας κάθονταν. Τον αδερφό σου ως είδαν, σηκωθήκαν αλαλάζοντας όλοι και ικετεύαν του μισεμού την ώρα να ταχύνη. Το κουπί λαχταρά κάθε παλάμη και με γλυκό μουρμούρισμα ένα απόγειο τ' ανάλαφρα φτερά σαλεύει, απ' όλους ακουστό. Ας μην αργούμε, οδήγησέ με στο ναό νάμπω μέσα και να γγίξω με σεβασμό των πόθων μας το τέλος! Της θεάς την εικόνα μπορώ μόνος στους γυμνασμένους ώμους να σηκώσω• πώς λαχταρώ το ποθητό το βάρος!

(Με τα τελευταία λόγια πηγαίνει προς το ναό δίχως να προσέξη πως η Ιφιγένεια δεν τον ακολουθεί• τέλος στρέφει πίσω).

Σταματάς και διστάζεις! — Πες! — Σωπαίνεις! Ταραγμένη είσαι! Μήπως αντιστέκει στην ευτυχία μας νέο κακό; Για λέγε! Στο βασιλιά τον μήνησες τα λόγο το γνωστικό, όπως τόχαμε ειπωμένο;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τον μήνησα, ακριβέ• μα θα μαλώσης. Μου ήταν βουβή κατάκριση η ματιά σου! Του βασιλιά ήρθε ο μηνητής, κι ως μου είχες το λόγο υπαγορέψει, έτσι τον είπα. Ξαφνίστηκε κι απαίτησε το σπάνιο να μηνήση αγιασμό στο βασιλιά αμέσως και ν' ακούση τη βουλή του• και τώρα τον προσμένω να γυρίση.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αλί μας! Στο κεφάλι μας κρεμιέται ο κίντυνος και πάλι• πώς δεν πήρες για σκέπη το ιερό δικαίωμά σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Για πρόφαση ποτέ μου δεν το πήρα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τότε, ω αγνή ψυχή, και τον εαυτό σου αφανίζεις και μας. Γιατί από πρώτα να μην το στοχαστώ να σε οδηγήσω πως κι απαίτηση τέτοια να ξεφύγης!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μάλωσε μόνο εμέ! Δικό μου σφάλμα είναι, το νιώθω• μα αλλιώς δεν μπορούσα στον άντρα να φερθώ, που λογικά και σοβαρά μου απαίτησ' ένα πράμα που ορθό το λέει η καρδιά μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Πιο στενά ο κίντυνος μας κλει• μα ας μη δειλιάζουμε κι από αστόχαστη βια ας μην προδοθούμε. Πρόσμενε ήσυχη ο κήρυκας ναρθή, κι ό τι κι αν φέρη, σταθερή εσύ μείνε! Ο βασιλιάς δε στέκει να προστάξη τέτοιο αγιασμό, πάρεξ η ιέρεια μόνο. Κι αν σου απαιτήση ίσως να δη τον ξένο, που η τρέλα τον βαραίνει, μην το στρέξης. Πες πως μας έχεις και τους δυο κλεισμένους μες στο ναό και τον καιρό έτσι δώσ' μας, από τον άγριο αρπάζοντας κι ανάξιο λαό το άγιο κειμήλιο, βιαστικά να φύγουμε. Τα πιο καλά σημάδια ο Απόλλωνας μας στέλνει• πριν τον όρο πληρώσουμε μ' ευλάβεια, αυτός πληρώνει το τάμα του θεϊκά. Γιατρεύτη ο Ορέστης, λευτερώθηκε! — Ω φέρτε μας μαζί με το λευτερωμένον, πρίμοι άνεμοι, στο νησί με τους Βράχους, του θεού την κατοικία! Και κείθε στη Μυκήνα, να ζωντανέψη αυτή, κι από τη στάχτη της σβησμένης γωνιάς ν' αναστηθούνε οι πατρικοί θεοί φαιδροί, κι ωραία φωτιά τα δώματα τους να λαμπρύνη! Από χρυσά ποτήρια ας τους σκορπίση θυμίαμα, πρώτο το δικό σου χέρι. Ζωή ξανά σε κείνο το κατώφλι και χαρά εσύ θα φέρης, την κατάρα θα λύσης και μ' ανθούς ζωής καινούριους, δροσερούς θα στολίσης τους δικούς σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σ' ακούω, ακριβέ, κι όπως γυρίζει τ' άνθος κατά τον ήλιο, κ' η ψυχή γυρίζει, χτυπημένη απ του λόγου σου τη λάμψη, προς τη γλυκειά παρηγοριά. Του φίλου ο βέβαιος ο λόγος πόσο αξίζει, ενώ όποιος μόνος ζη, τη δύναμή του τη θεία στερείται και το θάρρος χάνει. Γιατί σκέψη και τόλμη αργά ωριμάζουν στο στήθος του κλειστές, ενώ του φίλου η παρουσία γοργά τις ξεβλασταίνει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Σ' αφήνω και πηγαίνω να ησυχάσω τους φίλους, που προσμένουν με λαχτάρα. Ξανάρχομαι γοργά και δω κρυμμένος μες στα θάμνα σημάδι περιμένω. Τι συλλογιέσαι; Ξάφνω κρύα θλίψη στο ξάστερο το μέτωπο κρεμιέται.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Συμπάθα με! Ως περνούν μπροστά απ τον ήλιο αλαφρά νέφη, έννοια αλαφρή και δείλια περνά από την ψυχή μου.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μη φοβάσαι. Δόλια στενά συμμάχησαν ο φόβος κι ο κίντυνος• κ' οι δυο τους σύντροφοι είναι.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Γενναία την έννοια λέω που δε με αφήνει να κλέψω δολερά το βασιλιά, που δεύτερος μου στάθηκε πατέρας.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τον που τον αδερφό σου σφάζει φεύγεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ο ίδιος είναι, που καλό μου έχει κάμει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Δεν είναι αχαριστία, αν προστάζ' η ανάγκη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τέτοια απομένει• η ανάγκη ας το δικιώνη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Εσέ βέβαια σε θεούς μπρος κι ανθρώπους.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μονάχα την καρδιά δε μου αναπαύει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Έπαρση κρύφια είναι η πολλή αυστηρότη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν εξετάζω, αισθάνομαι μονάχα.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Αν αισθάνεσαι ορθά. σου πρέπει σέβας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μονάχα αγνή καρδιά είν' αναπαμένη.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Τέτοια έχεις στο ιερό και συ απομείνει. Λιγώτερο αυστηροί με τον εαυτό μας και με τους άλλους νάμαστε, η ζωή μας μαθαίνει• και σε θα σου το μάθη. Περίεργα είναι πλασμένο αυτό το γένος, μπερδεμένο, περίπλοκα δεμένο, που αγνός κανείς κι ασύγχυστος να μείνη και μόνος δεν μπορεί και με τους άλλους. Κι ούτε κριτές μας βάλαν του εαυτού μας: Το δρόμο του να πάη και μπρος να βλέπη είναι το πρώτο πρώτο χρέος του άνθρωπου: Τι σπάνια κρίνει ορθά το τι έχει κάμει, και το τι κάνει πες ποτέ δεν ξέρει να το κρίνη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Κοντεύεις να με πείσης.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Θέλει πειθώ, όπου δεν είν' άλλος τρόπος; Τον αδερφό σου, εσέ την ίδια κ' ένα φίλο να σώσης ένας είναι ο δρόμος• αν θα τον πάρουμε, είναι να ρωτήσης;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Να διστάζω άφησέ με! Και συ ο ίδιος τέτοιο άδικο δε θάκανες σε κείνον, που θάνιωθες πως χάρη του χρωστούσες.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μα αν χαθούμε, κατάκριση θα σ' έβρη πιο σκληρή, που θα φέρη απελπισία. Στο χαμό φαίνεσαι άμαθη πως είσαι, αφού απ τη συμφορά για να γλιτώσης έναν ψεύτικο λόγο δε θυσιάζεις.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αχ, ας είχα καρδιά μέσα μου αντρίκεια! που κάποιο τολμηρό σκοπό όταν τρέφη, σε κάθε άλλη φωνή κλειστή απομένει.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Άδικα αρνείσαι• το χαλκό το χέρι της Χρείας προστάζει κ' είναι το αυστηρό της το νεύμα νόμος ύψιστος, που εμπρός του κ' οι ουράνιοι γέρνουν. Της αιώνιας Μοίρας αμίλητη η κουφή αδερφή δεσπόζει. Ότι κι αν σου φορτώνη, βάστα το! Ότι προστάζει, κάμε! Τ' άλλα τα γνωρίζεις. Γυρνώ σε λίγο απ το ιερό σου χέρι του λυτρωμού να πάρω τη σφραγίδα.

ΣΚΗΝΗ Ε'

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (μόνη). Χρωστώ να τον ακούσω• γιατί βλέπω τους καλούς μου σε κίντυνο μεγάλο. Μα αχ! κ' η δική μου μοίρα με τρομάζει πάντα πιότερο. Ω, πρέπει να μη σώσω την κρύφια ελπίδα, που είχα θρέψει ωραία στην ερημιά μου: Πρέπει να δεσπόζη για πάντα αυτή η κατάρα; Αυτό το γένος δεν πρέπει να υψωθή ποτέ του πάλι με νέα ευλογία; — Ωστόσο σβήνουν όλα! Η πιο γλυκειά ευτυχία, της ζωής η δύναμη η πιο ωραία στερνά αποστένουν! Γιατί όχι κ' η κατάρα; Ώστε του κάκου έχω ελπίσει πως εδώ φυλαγμένη, χωρισμένη απ τη μοίρα της γενιάς μου, με χέρι αγνό κι αγνή καρδιά μια μέρα θα εξιλέωνα το σπίτι το βαριά κριματισμένο! Μόλις ο αδερφός μου γοργά και θαυμαστά στην αγκαλιά μου απ το άγριο το κακό γιατρεύτη, μόλις ένα πλοίο, ικετεμένο χρόνια, φτάνει στο πατρικό λιμάνι να με φέρη, διπλό κακό μου ρίχνει η κουφή Χρεία με χαλκό χέρι: τη θεϊκή να κλέψω εικόνα, τη σεβάσμια, τη σε μένα μπιστεμένη, και κείνον ν' απατήσω, που του χρωστώ και μοίρα και ζωή. Ω ας μη φυτρώση μέσα μου στο τέλος αποστροφή• το μίσος των Τιτάνων, των παλαιών θεών, προς σας, Ολύμπιοι, με νύχια γερακιού το απαλό στήθος ας μην αδράξη! Σώστε με και σώστε την εικόνα σας μέσα στην ψυχή μου! Στ' αφτιά μου το παλιό αντηχά τραγούδι — τόχα ξεχάσει, με χαρά ξεχάσει — των Μοιρών το τραγούδι, που με τρόμο τραγουδούσαν αυτές σαν είχε πέσει απ τη χρυσή του ο Τάνταλος καθέδρα. Πονούσαν το γενναίο τους φίλο κ' ήταν αγριεμένο το στήθος τους, φριχτή η φωνή τους. Στα χρόνια τα μικρά μας σε με το τραγουδούσε η παραμάνα και στ' αδέρφια• το φύλαξα στο νου μου. Φοβού τους θεούς, ανθρώπινο γένος! Βαστούνε το κράτος σε αθάνατα χέρια, καθώς τους αρέσει με αυτό κυβερνούν.

Διπλά ας τους φοβάται ο που τον υψώσουν! σε βράχους και νέφη τραπέζια προσμένουν με ολόχρυσους θρόνους.

Αν έρθη διχόνοια, αισχρά οι καλεσμένοι γκρεμίζονται κάτω στα βάθη της νύχτας, και μάταια προσμένουν δεμένοι στα σκότη τη δίκαιη τη δίκη.

Μα αυτοί σε τραπέζια χρυσά καθισμένοι γιορτάζουν αιώνια. Απ το ένα πηγαίνουν βουνό στο άλλο πέρα: και κάτω απ τα βάθη τους φτάνει η πνοή πνιγμένων Τιτάνων, σαν κνίσσα θυσίας, ανάλαφρο νέφος.

Γυρνούν οι δεσπότες το ίλεο το βλέμμα απ' όλο το γένος• δε θέλουν στο εγγόνι να δούνε την ίδια μορφή του προγόνου, που αγάπησαν πρώτα.

Αυτά οι Μοίρες ψέλναν κι ακούει ο διωγμένος στα μαύρα τα σπήλαια, ο γέρος θυμάται παιδιά του κ' εγγόνια και σειεί το κεφάλι.

ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΤΗ

ΣΚΗΝΗ Α'

Θόας, Αρκάς.

ΑΡΚΑΣ. Συγχυσμένος το λέω, πως δε γνωρίζω την υποψία μου καταπού να στρέψω. Οι σκλάβοι μελετούν κρυφά να φύγουν, ή τάχα η ιέρεια τους βοηθά; Πληθαίνει η φήμη πως το πλοίο που εδώ φερμένους τους έχει σ' έναν κόρφο είναι κρυμμένο. Και του ενός η μανία, ο αγιασμός τούτος, της άργητας η πρόφαση η ιερή, την υποψία καλούν και την προφύλαξη πιο δυνατά.

ΘΟΑΣ. Εδώ ας έρθ' η ιέρεια αμέσως! Στο γιαλό τρεχάτ' έπειτα και ψάχτε απ το ακρωτήριο ως της θεάς το δάσος! Τα ιερά του τα βάθη σεβαστήτε! Στοχαστικά παγίδες στήστε κι όπου τους πιτύχετε, πιάστε τους, σαν πάντα!

ΣΚΗΝΗ Β'

ΘΟΑΣ (μόνος). Φριχτά μου ανάβει η οργή το στήθος, μ' αυτή, γιατί τόσο άγια τη θαρρούσα, στερνά μ' εμέ, γιατί με τη γλυκάδα και το καλό την έκαμα προδότρα. Στη σκλαβιά κανείς εύκολα μαθαίνει και στην υποταγή, τη λευτεριά αν του πάρουν ολότελα. Ναι, αν είχε και κείνη πέση στα σκληρά τα χέρια των προγόνων μου, κ' η άγια οργή αν την είχε λυπηθή, θα χαιρόταν τον εαυτό της να σώση μοναχά, μ' ευγνωμοσύνη θα γνώριζε τη μοίρα της, και ξένο χύνοντας αίμα στο βωμό τη χρεία θα την έλεγε χρέος. Τώρα η δική μου γλυκάδα της ξυπνά στο στήθος πόθο παράβολο. Μαζί της να ενωθώ του κάκου έλπισα. Αυτή ζητά δική της μοίρα. Με κολακεία μου έχει κερδίσει την καρδιά• αφού της αντιστέκω, θέλει να βρη με απάτη δρόμο και παλιό της χτήμα την καλοσύνη μου νομίζει.

ΣΚΗΝΗ Γ'

Ιφιγένεια, Θόας.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με ζητάς! Στο ιερό μας τι σε φέρνει;

ΘΟΑΣ. Τη θυσία αργοπορείς• το λόγο πες μου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όλα ξάστερα τα είπα στον Αρκά.

ΘΟΑΣ. Από σε ήθελα πιότερα ν' ακούσω.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Διορία η θεά να στοχαστής σου δίνει.

ΘΟΑΣ. Φαίνεται συ να χρειάζεσαι διορία.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Αν η καρδιά σου μένη στη σκληρή της απόφαση, δεν έπρεπε δω νάρθης! Ο βασιλιάς, που απάνθρωπα γυρεύει, δούλους θα βρη, που με μισθό και χάρες παίρνουν της πράξης τη μισή κατάρα κ' έτσι άσπιλη του μένει η παρουσία. Σε μαύρο νέφος μελετά το φόνο, κ' οι μηνυτές του φέρνουν στο κεφάλι του άμοιρου πύρινο όλεθρο• μα εκείνος ατάραχος θρονιάζει στα ψηλά, πάντα θεός ασίμωτος στην μπόρα.

ΘΟΑΣ. Άγριο τραγούδι ηχεί από τ' άγια χείλη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δεν είμαι ιέρεια, του Αγαμέμνονα είμαι κόρη μόνο. Της άγνωστης το λόγο τιμούσες, να προστάξης με βία θέλεις του βασιλιά την κόρη; Όχι! Ν' ακούω από μικρή έχω μάθει, τους γονιούς μου στο πρώτο, μια θεά έπειτα, και πάντα πιο ελεύτερη αισθανόμουν την ψυχή μου με την υποταγή• στο σκληρό λόγο, στην άγρια απόφαση όμως ενός άντρα να υποταχτώ ούτε κει ούτε δω έχω μάθει.

ΘΟΑΣ. Όχι εγώ, αρχαίος νόμος σε προστάζει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άπληστα αδράζουμε ένα νόμο, αν όπλο για το πάθος μας γίνεται. Σε με μιλεί ένας άλλος νόμος, πλέον αρχαίος, ν' αντισταθώ σε σένα, ο νόμος όπου του είναι ιερός ο κάθε ξένος.

ΘΟΑΣ. Δείχνεις πολύ να συμπονής τους σκλάβους• τι απ τη συμπάθεια αυτή ξεχνάς τον πρώτο της φρονιμάδας λόγο, πως δεν πρέπει τον ισχυρό κανένας να ερεθίζη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Μιλώ ή σωπαίνω δω, μπορείς να ξέρης τι είναι και μένει πάντα στην καρδιά μου. Το θύμημα όμοιας μοίρας δεν ξυπνά και σε καρδιά κατάκλειστη το σπλάχνος; Πόσο πλέον στη δική μου! Σ' αυτούς βλέπω τον εαυτό μου. Τρεμούλιασα και γώ μπρος στο βωμό και κει γονατισμένη γιορτερός με τριγύρισε ο παράωρος θάνατος. Είχε αστράψει το μαχαίρι να σκίση τ' ολοζώντανο το στήθος• τα σπλάχνα μου σπαρτάρησαν• εσβήστη η ματιά μου και — βρέθηκα σωσμένη. Ότι μας δώσαν σπλαχνικά οι θεοί, στους άμοιρους και μεις δεν το χρωστούμε; Το ξέρεις, ποια είμαι ξέρεις, και γυρεύεις να με βιάσης!

ΘΟΑΣ. Το χρέος σου άκου κι όχι τον άρχοντα!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Άφησέ το! Μη σκεπάζης τη βία, που στη γυναίκεια αδυναμία χαίρεται. Ελεύτερη είμαι γεννημένη σαν τον άντρα. Αν αντίκρυ σου στεκόταν του Αγαμέμνονα ο γιός και του ζητούσες άπρεπο κάτι — ένα σπαθί και χέρι έχει κι αυτός, του στήθους του το δίκιο να προστατέψη. Εγώ έχω μόνο λόγια, κ' ένας γενναίος άντρας πρέπει νάχη στης γυναικός το λόγο σέβας.

ΘΟΑΣ. Του έχω πιότερο απ' ό τι στου αδερφού το ξίφος.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Των όπλων άστατη είναι η τύχη. Φρόνιμος πολεμιστής δεν αψηφά κανένας τον εχτρό του. Γιατί και τον αδύνατο δεν τον άφησε αβόηθητον η φύση στη βία και στη σκληράδα. Του έχει δώσει του δόλου τη χαρά, του έμαθε τέχνες πώς να γλιστρά, ν' αργή και να ξεφεύγη. Αξίζει του ισχυρού να τ' αντιτάζουν.

ΘΟΑΣ. Στο δόλο η προσοχή σοφά αντιστέκει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Κ' η αγνή καρδιά τη χρεία του δεν έχει.

ΘΟΑΣ. Ξέφρονα μη δικάζης τον εαυτό σου.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω νάβλεπες πώς μάχεται η ψυχή μου να διώξη θαρρετά στην πρώτη ορμή την άγρια μοίρα που κοντά της τρέχει! Στέκω λοιπόν ανήμπορη αντικρύ σου; Την ικεσία, τον πρόσχαρο τον κλάδο, που δυνατώτερα είναι στης γυναίκας το χέρι από σπαθί κι απ' όπλα, εσύ μακριά τα διώχνεις. Τι λοιπόν μου μένει; με τι να υπερασπίσω την καρδιά μου; Απ τη θεά ένα θάμα να ζητήσω; Δεν έχει καμιά δύναμη η ψυχή μου;

ΘΟΑΣ. Καθώς φαίνεται, η μοίρα των δυο ξένων σε κάνει νοιαστική. Πες, ποιοι είναι τούτοι, που ορμητικά το νου σου αναταράζουν;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Είναι — φαίνονται — για Έλληνες τους έχω.

ΘΟΑΣ. Συντοπίτες σου; Κ' έχουν ξανανιώσει του γυρισμού την ώρια εικόνα εντός σου;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ (ύστερα από σιωπή). Είναι λοιπόν του αντρός δικαίωμα μόνο τ' ανάκουστα έργα; Σφίγγει αυτός μονάχα τ' αδύνατα στο βίαιο αντρείο στήθος; Τι λεν μεγάλο; Την ψυχή τι υψώνει του ιστορητή μ' ευλάβεια, τι άλλο πάρεξ του τολμηρού τ' άθλα τ' απίστευτα; Όποιος τη νύχτα σ' εχτρικό στρατό μονάχος γλιστρά σα φλόγα ξαφνική, με λύσσα στους κοιμισμένους πέφτει και σε κείνους που ξυπνούν, ώσπου απ' όσους πήραν θάρρος σπρωγμένος, σ' εχτρικά άλογα καβάλα με λάφυρα γυρίζει ωστόσο, εκείνος δοξάζεται μονάχα; Μόνον όποιος καταφρονώντας σίγουρο ένα δρόμο, παράβολος γυρνά βουνά και λόγκους να καθαρίση απ τους ληστές μια χώρα; Σε μας δε μένει τίποτε; Μην πρέπει το φυσικό της δίκιο ν' αρνηθή μια τρυφερή γυναίκα; Με τους άγριους άγρια να γίνη, σαν τις Αμαζόνες το δίκιο του σπαθιού να σας αρπάξη, το σκλάβωμά της να εκδικήση μ' αίμα; Τόλμημα μέγα μέσα μου σαλεύει: Κατάκριση δεινή δε θα γλιτώσω και βαρειά συμφορά, αν δε μου πιτύχη. Στα γόνατά σας όμως το απιθώνω! Αν είστε αληθινοί, όπως σας ομνούνε, βοηθώντας με ας το δείξετε και δω μ' εμέ ας δοξάστε την αλήθεια! — Ω μάθε βασιλιά, πως χαλκεύεται μια απάτη κρυφή• τους σκλάβους άδικα γυρεύεις• φευγάτοι είναι, τους φίλους πάνε νάβρουν που με το πλοίο προσμένουν στο ακρογιάλι. Ο πιο μεγάλος απ' αυτούς, που εδώ η μανία τον είχε πιάσει και γιατρεύτη τώρα — είναι ο αδερφός μου ο Ορέστης, κι ο άλλος παιδικός, μπιστεμένος του ο Πυλάδης. Απ τους Δελφούς ο Απόλλωνας τους στέλνει με προσταγή θεϊκή στο γιαλό τούτο, της Άρτεμης να κλέψουν την εικόνα και να του παν την αδερφή, και τάζει γι' αυτό απ τις Ερινύες να ελευτερώση τον ένοχο του φόνου της μητέρας. Τώρα στα χέρια σου έχω παραδώσει εμάς τους δυο που μένουμε απ το γένος του Ταντάλου : Αν τολμάς — αφάνισέ μας!

ΘΟΑΣ. Λες ο σκληρός, ο βάρβαρος ο Σκύθης τη φωνή πως θ' ακούση της αλήθειας και της φιλανθρωπίας, που δεν την έχει ακούσει ο Ατρέας, ο Έλληνας;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Καθένας, σ' όποιο ουρανό αποκάτω κι αν γεννήθη, την ακούει, σαν του τρέχη της ζωής αγνή η πηγή ανεμπόδιστα στο στήθος. — Ω Βασιλιά, σιωπώντας τι μου κλώθεις μες στην ψυχή σου; Αφανισμός αν είναι, θανάτωσ' εμέ πρώτα! Γιατί τώρα, που λυτρωμός πια δε μας μένει, νιώθω σε τι κίντυνο μέγα με τη βια μου τους καλούς μου έχω ρίξει! Οϊμένα, εμπρός μου θα τους ιδώ δεμένους! Με ποιο βλέμμα θα χωριστώ στερνά απ τον αδερφό μου που σκοτώνω! Ποτέ δε θα μπορέσω στα μάτια να τον δω τ' αγαπημένα!

ΘΟΑΣ. Έτσι ένα μύθο πλάθοντας οι δόλιοι, σε τέτοιο πλέμα τύλιξαν το νου της χρόνους μονωμένης, που πιστεύει τις πιθυμιές της εύκολα!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όχι, όχι, ω βασιλιά! Να γελαστώ μπορούσα, μα αυτοί πιστοί είναι, αληθινοί. Αν τους έβρης αλλιώς, θανάτωσέ τους κ' εμέ διώξε, για ποινή της μωρίας μου εξόρισέ με σ' ένα γιαλό βραχόνησου θλιμμένον! Αν είναι τούτος όμως ο αδερφός μου ο χρόνια ποθητός, ο αγαπημένος, καλός ας είσαι και στ' αδέρφια, ως ήσουν στην αδερφή! Ο πατέρας μου από κρίμα της γυναικός του χάθηκε και κείνη απ το γιό της. Σ' αυτόν κρεμιέται μόνο η στερνή ελπίδα της γενιάς του Ατρέα. Με αγνή καρδιά και χέρι αγνό να πάω να λυτρώσω το σπίτι μου, άφησέ με! Θα κρατήσης το λόγο σου! — Μου ωρκίστης πως στους δικούς μου αν είναι να γυρίσω, θα μ' αφήσης: Και να την, ήρθε η μέρα. Ο βασιλιάς δε λέει, σαν ο καθένας, για να γλιτώση μια στιγμή από κείνον που τον παρακαλεί• ούτε τάζει κάτι που δεν το ελπίζει: τότε μόνο νιώθει της θέσης του το ύψος, σαν μπορή να κάμη ευτυχισμένο όποιον προσμένει.

ΘΟΑΣ. Άγρια, ως φωτιά που με νερό παλεύει και με βουητό γυρεύει ν' αφανίση τον εχτρό της, και μένα έτσι στο στήθος μάχεται η οργή με τα δικά σου λόγια.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ω άφησε τη χάρη, ως το άγιο φως της σιγασμένης θυσιαστήριας φλόγας να μου αναλάμψη εδώ, στεφανωμένη με υμνολογίες, χαρά κ' ευγνωμοσύνη!

ΘΟΑΣ. Πόσες φορές με πράυνε αυτή η φωνή!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δώσ' μου το χέρι για σημάδι ειρήνης!

ΘΟΑΣ. Πάρα πολλά ζητάς σε λίγην ώρα.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Δε θέλει σκέψη το καλό να κάμης.

ΘΟΑΣ. Πολλή! Γιατί κακό μπορεί να φέρη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Το καλό ο δισταγμός κακό το κάνει. Μη συλλογιέσαι• ως λέει η ψυχή σου κάμε!

ΣΚΗΝΗ Δ

Ορέστης (ωπλισμένος), Οι παραπάνω.

ΟΡΕΣΤΗΣ (γυρισμένος προς τη σκηνή). Διπλή δύναμη βάλτε! Σταματήστε τους! Λίγες στιγμές μονάχα! Εμπρός στο πλήθος μη δειλιάτε! Το δρόμο προς το πλοίο της αδερφής και μένα ασφαλίστε!

(Στην Ιφιγένεια, δίχως να δη το βασιλιά.) Έλα!

Μας προδώσαν. Καιρός φυγής μας μένει λίγος. Τρέξε! (Βλέπει το βασιλιά.)

ΘΟΑΣ. Ατιμώρητος μπροστά μου κανείς δεν ξεσπαθώνει.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Με θυμό και φόνο της θεάς μη βεβηλώστε την κατοικία! Προστάχτε το λαό σας να σταματήση, την ιέρεια ακούστε, την αδερφή!

ΟΡΕΣΤΗΣ. Πες μου! Ποιος είναι τούτος, που εδώ μας φοβερίζει;

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Σ' αυτόν τίμα το βασιλιά, που δεύτερος πατέρας μου στάθηκε! Αδερφέ, συμπάθησέ με! μα η παιδική καρδιά μου του εμπιστεύτη στα χέρια του όλη την τύχη μας. Του έχω ομολογήσει τους σκοπούς μας κ' έτσι έχει σωθεί απ την προδοσία η ψυχή μου.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να φύγουμε με ειρήνη αφήνει;

   ΙΦΙΓΈΝΕΙΑ. Η λάμψη
του σπαθιού μ' εμποδίζει ν' απαντήσω.

   ΟΡΕΣΤΗΣ (βάζοντας μέσα το σπαθί).
Λέγε! Βλέπεις στα λόγια σου υπακούω.

ΣΚΗΝΗ Ε'

Οι παρακάνω, Πυλάδης, Έπειτα Αρκάς. Κ' οι δυο με γυμνά σπαθιά.

ΠΥΛΑΔΗΣ. Μην αργήτε! Οι δικοί μας τη στερνή τους δύναμη βάζουν• πίσω στριμωγμένοι σιγά κατά τη θάλασσα τραβιούνται. Ποια βρίσκω εδώ ομιλία των ηγεμόνων! Αυτή του βασιλιά είναι η τιμημένη κεφαλή!

ΑΡΚΑΣ. Ω βασιλιά, καθώς σου πρέπει, ήσυχος στέκεις στους εχτρούς αντίκρυ. Η τόλμη τους πληρώνεται σε λίγο• φεύγουν και πέφτουν οι δικοί τους κ' είναι στα χέρια μας το πλοίο τους. Πες μονάχα κ' ευθύς το καίμε!

ΘΟΑΣ. Σύρε! Το λαό μου πρόσταξε τον να πάψη! Όσο μιλούμε, ας μην πειράξη τον εχτρό κανένας!

(Ο Αρκάς φεύγει.)

ΟΡΕΣΤΗΣ. Δέχομαι. Σύρε, φίλε, σύναξε όσους δικούς μας μένουν! Και προσμένετε όποιο στις πράξες μας οι ουράνιοι ορίζουν τέλος.

(Ο Πυλάδης φεύγει.)

ΣΚΗΝΗ ς•

Ιφιγένεια, Θόας, Ορέστης.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Λυτρώστε με απ την έννοια πριν αρχίστε! Κακή έριδα φοβούμαι, αν συ στου Δίκιου την ήμερη φωνή δεν υπακούσης, ω βασιλιά, κι αν συ αδερφέ, τη νιότη τη βιαστική δε θέλεις να δαμάσης.

ΘΟΑΣ. Την οργή μου κρατώ, καθώς αρμόζει στον πιο γέροντα. Πες! Πώς αποδείχνεις του Αγαμέμνονα ότ' είσαι γιός και τούτης αδερφός;

ΟΡΕΣΤΗΣ. Να το ξίφος, που της Τροίας τους αντρείους θανάτωνε. Το πήρα απ το φονιά του κ' έχω απ τους θεούς γυρέψει την καρδιά να μου χαρίσουν, το χέρι και την τύχη του μεγάλου ηγεμόνα και θάνατο πιο ωραίον. Διάλεξ' ένα γενναίο από το στρατό σου, τον καλύτερο βάλε αντικρινά μου! Όπου ήρωες τρέφ' η γης, αυτήν τη χάρη δεν την αρνούνται σε κανέναν ξένο.

ΘΟΑΣ. Αυτό παλιά συνήθεια εδώ στον ξένον ποτέ δεν το συχώρεσε.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Ας αρχίση τότε από σε και μένα η νέα συνήθεια. Τη γενναία ακολουθώντας των αρχόντων πράξη, λαός ολάκερος την κάνει νόμο. Όχι μοναχά για τη δική μας τη λευτεριά ν' αγωνιστώ άφησέ με, αλλά σαν ξένος κιόλα για τους ξένους. Αν πέσω, η καταδίκη τους ειπώθη μαζί με τη δική μου, μα αν η τύχη με βοηθήση και δω νικήσω, τότε ποτέ αυτό το ακρογιάλι ας μην πατήση άντρας κανένας δίχως να μην τρέξη το βλέμμα της αγάπης σπλαχνικά να τον δεχτή, και πίσω του χωρίς παρηγοριά κανείς ας μην το αφήνη!

ΘΟΑΣ. Ανάξιος των προγόνων, που για κείνους καυχιέσαι, ω νέε, δε δείχνεις νάσαι. Οι πρώτοι πολλοί είναι κ' οι γενναίοι κοντά μου• ωστόσο ακόμα σε ηλικία είμαι ν' αντικρύσω μοναχός τον εχτρό, μ' εσέ των όπλων να δοκιμάσω είμ' έτοιμος την τύχη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Ποτέ! Αυτό χρεία δεν είναι να το κρίνη, ω βασιλιά, το αίμα! Από το ξίφος κάτω το χέρι! Στοχαστήτε μένα και τη μοίρα μου! Η πάλη η βιαστική τον άντρα αθανατίζει. Αν πέση αμέσως, τον υμνεί το τραγούδι. Τ' άσωστα όμως τα δάκρυα της γυναίκας που απομένει παντέρημη οι κατόπι τ' αψηφούνε, κι ο ποιητής για χίλια μερονύχτια δακρυόβρεχτα σωπάζει, όταν του κάκου καλώντας το γοργά χαμένο φίλο μια αμίλητη ψυχή τρέμει και λιώνει. Μόνη φρόντισα αμέσως να ξετάσω, μήπως η απάτη κανενός ληστή απ το σίγουρο μ' άρπαζε άσυλό μου και στη σκλαβιά με πρόδινε. Για κάθε πράμα ρώτησα, απαίτησα σημεία κ' η καρδιά μου είναι τώρα βεβαιωμένη. Δες στο δεξί του χέρι τα τρία άστρα, σημάδι που την ίδια την ημέρα της γέννησης του εφάνη και με τούτο το χέρι δεινή πράξη πως θα κάμη το εξήγησε ο ιερέας. Διπλά με πείθει η ραφή εδώ στη μέση του φρυδιού του. Παιδί έπεσε απ τα χέρια της Ηλέκτρας, βιαστική αυτή κι απρόσεχτη όπως ήταν. Χτύπησε σ' έναν τρίποδα. — Αυτός είναι. — Πρέπει ακόμα πως μοιάζει του πατέρα, την αναγάλια της καρδιάς μου πρέπει να σου φέρω μαρτύρια που είναι ο ίδιος;

ΘΟΑΣ. Κι αν έσβηναν τα λόγια σου καθένα δισταγμό, κι αν στο στήθος την οργή μου δάμαζα, έπρεπε πάντα ανάμεσό μας τα όπλα να δικάσουν: Φιλιωμό δε βλέπω. Το λες μόνη σου πως ήρθαν της θεάς την εικόνα να μου κλέψουν, θαρρείτε τούτο ατάραχος το βλέπω; Ρίχνει συχνά άπληστο ο Έλληνας το μάτι σε θησαυρούς απόμακρους βαρβάρων, στο χρυσό δέρας, σ' άλογα, ώριες κόρες• μα η βία κι ο δόλος πάντα ευτυχισμένους με τα λάφυρα πίσω δεν τους φέραν.

ΟΡΕΣΤΗΣ. Η εικόνα, ω βασιλιά, ας μη μας χωρίση! Την πλάνη τώρα βλέπουμε, που ως πέπλο ένας θεός μας κρέμασε στα μάτια, όταν εδώ μας πρόσταξε ναρθούμε. Από τις Ερινύες να με λυτρώση του ζήτησα και κείνος μου αποκρίθη: «Την αδερφή από το γιαλό των Ταύρων, που στο άδυτο άθελά της μένει, αν φέρης στην Ελλάδα, σου λύνεται η κατάρα.» Στην αδερφή του Απόλλωνα μας πήγε ο νους• και κείνος εννοούσε σένα! Λυθήκαν τα σφιχτά δεσμά σου τώρα• χαρισμένη είσαι πάλι στους δικούς σου, ω ιερή. Μόλις συ μ' έχεις αγγίξει, γιατρεύτηκα• στερνή φορά η μανία μ' έπιασε μες στην αγκαλιά σου μ' όλη τη δύναμη της και μου τράνταξε όλα τα σπλάχνα τρομερά• κ' ύστερα εχάθη σα φίδι στη φωλιά. Μου δίνεις τώρα να χαίρουμαι καινούριο της ημέρας το διάπλατο το φως. Λαμπρή κι ωραία η βουλή της θεάς ανοίγει εμπρός μου. Σαν άγια εικόνα, που με αυτήν της χώρας την ανάλλαχτη τύχη κρυφός λόγος θεϊκός σφιχτά έχει δέσει, σ' έχει πάρει του γένους η προστάτρα• σε γαλήνη ιερή για σωτηρία σ' έχει φυλάξει του αδερφού και του γένους σου. Ενώ κάθε λυτρωμός στην πλατειά τη γη χαμένος φαινόταν, συ όλα πάλι μας τα δίνεις. — Στην ειρήνη ας γυρίσης την ψυχή σου, ω βασιλιά! Μην την μποδίζης τώρα τον αγιασμό του πατρικού σπιτιού μας να τελειώση, να φέρη εμένα πάλι στην ξαγνισμένη τη στοά, το στέμμα το αρχαίο να μου φορέση στο κεφάλι! Την ευλογία που σου έχει φέρει αντάμειψε, δώσ' να χαρώ το αδερφικό μου δίκιο! Βία και δόλος, του αντρός ύψιστη δόξα, θα ντροπιαστή μπρος στην αλήθεια τούτης της υψηλής ψυχής κι αθώα αγνή πίστη σ' έναν άντρα γενναίον πληρωμή θάβρη.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Τι μου έταξες θυμήσου κι ας σου αγγίξουν την καρδιά τα πιστά αυτά δίκια λόγια! Κοίταξέ μας! Περίσταση δε βρίσκεις τόσο συχνά για τέτοια γενναία πράξη. Δεν μπορείς ν' αρνηθής, στρέξε το αμέσως!

ΘΟΑΣ. Λοιπόν φύγετε!

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Όχι έτσι, βασιλιά μου! Χωρίς την ευλογία σου, θυμωμένον δε θα σ' αφήσω. Μη μας διώχνης! Νόμος γλυκειάς φιλοξενίας ανάμεσό μας να βασιλέψη κάμε! Έτσι για πάντα δε θα χωρίσουμε. Όσο κι ο πατέρας μου είσαι και συ ακριβός, κι αυτό θα μείνη μες στην ψυχή μου. Αν κάποτε στ' αφτιά μου κι ο στερνός του λαού σου ξαναφέρη τον αχό της φωνής, που εδώ έχω μάθει να τον ακούω, κι αν δω τη φορεσιά σας και στο φτωχότερο, όμοια με θεό θα τον δεχτώ, μονάχη μου την κλίνη θα του ετοιμάσω, στη φωτιά κοντά μου θα τον καθίσω, να ρωτώ μονάχα για σένα και την τύχη τη δική σου. Ας σου ανταμείψουν οι θεοί, ως αξίζει, τις πράξες και το σπλάχνος σου! Έχε γεια! Γύρισε δες μας και μ' ένα γλυκό σου λόγο ευχήσου μας! Τι έτσι θα φουσκώνη τα πανιά μας πιο ανάλαφρα το αγέρι και πιο ιλαρά του χωρισμού θα τρέχουν τα δάκρυα απ τα μάτια. Έχε γεια! και δώσ' μας το χέρι της παλιάς φιλίας σημάδι!

ΘΟΑΣ. Ώρα καλή σας!

Αθήνα, Τυπογραφείο «Εστία» Κ. Μάισνερ και Ν. Καργαδούρη — 10805.

Ο Εκπαιδευτικός Όμιλος ιδρύθηκε με σκοπό να βοηθήση την αναγέννηση της παιδείας στην Ελλάδα.

Το Δελτίο του Εκπαιδευτικού Ομίλου βγαίνει σε 250 — 300 σελί- δες το χρόνο.

Τα Γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου είναι στην οδ. Λέκα 4.

Η συνδρομή για τον Όμιλο είναι 10 δρ. το χρόνο. Η συνδρομή στα Δελτίο είναι 5 δρ. τα χρόνο. Μια φτηνότερη έκδοση φοιτητών και δημοδιδασκάλων : 2 δρ. το χρόνο.

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Στη βιβλιοθήκη αυτή δημοσιεύονται μικρές διαφωτιστικές μελέτες για την παιδεία μας, τη γλώσσα και κάθε άλλο ζήτημα που συγγενεύει με την πνευματική μας κίνηση. Ως τώρα βγήκαν:

1. Μ. Τριανταφυλλίδη, Η παιδεία μας και η γλώσσα της (Εικό- νες από τα σχολεία μας), 2η έκδ., 1913, 43 σελ. Τιμή λ. 25.

2. Α. Δελμούζου, Τρία χρόνια δάσκαλος. Μέρος Α', Πώς πήρα τα παιδιά, 1913, 27 σελ. Τιμή λ. 2Ο.

3. Π. Σ. Δέλτα, Τα αναγνωστικά μας, 1913, 24 σελ. Τιμή λ. 20.

4. Απολογία της Δημοτικής, 1914, 196 σελ. Τιμή δρ. 1.

5. Α. Δελμούζου, Τρία χρόνια δάσκαλος. Μέρος Β', Προς τη φύση και προς τη ζωή, 1914, 87 σελ. Τιμή λ. 5Ο.

ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ

Βιβλία για παιδιά, γραμμένα στη γλώσσα τους, με 70 — 140 σελίδες το καθένα και με μια εικόνα στην αρχή.

1. Γ. Βλαχογιάννη Μεγάλα χρόνια, για παιδιά 12 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, όμορφα δεμένο δρ. 2.

2. Π. Σ. Δέλτα Για την Πατρίδα, για παιδιά 10 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, χαρτόδετο δρ. 1.10, όμορφα δεμένο δρ. 2.

3. Αδάμ Από το χωριό μου, (έχει εξαντληθή).

4. Π. Σ. Δέλτα Παραμύθια και άλλα, για παιδιά 12 χρονών και απάνω. Άδετο λ. 75, όμορφα δεμένο δρ. 2.

5. Έβαλτ Παραμύθια, μεταφρασμένα από τον Α. Δελμούζο, για παιδιά 8 χρονών και απάνω. Με πέντε χρωματιστές εικόνες. Άδετο δρ. 1.50, όμορφα δεμένο δρ. 2.50.

Τα βιβλία αυτά βρίσκονται στα Γραφεία του Εκπαιδευτικού Ομίλου, οδ. Λέκα 4, καθώς και στα Βιβλιοπωλεία Ελευθερουδάκη, Βασιλείου, Σιδέρη και Εστίας, και στέλνονται σε όποιον στείλη το αντίτιμό τους και 10 % για τα ταχυδρομικά.

Κείμενα

Hellenica World