- Art Gallery -

 

.

Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΑΡΑΛ. ΑΝΤΡΕΑΔΗΣ

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Δ. Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ 8 — Δρόμος Πραξιτέλη — 8 1907

Χ. ΧΡΗΣΤΟΒΑΣΙΛΗ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΕΙΑΣ

ΕΚΔΟΤΗΣ ΧΑΡΑΛ. ΑΝΤΡΕΑΔΗΣ

ΑΘΗΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟ Δ. Γ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΥ 8 — Δρόμος Πραξιτέλη — 8

ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Ο τόπος, όπου γεννηθήκαμε, κι' όπου μας φώτισε πρώτη φορά ο ήλιος με τες χρυσές του αχτίδες, είναι για τον καθένα μας τόπος ιερός και αγαπητός, είναι τόπος όπου μαθαίνουμε την αγάπη στη μεγάλη μας πατρίδα, την ελεύτερη και τη σκλαβωμένη ακόμα Ελλάδα, όπως η Εκκλησιά είναι ο τόπος όπου μαθαίνουμε την αγάπη στο Θεό.

Δεν μπορεί να πη κανείς πως έχει πατριωτισμό ξεχνώντας τον τόπο του, κι' αν τύχη νάναι ο τόπος του όχι μεγάλη πολιτεία, παρά και μικρούτσικο χωριό ακόμα.

Με τα «Διηγήματα της ξενιτειάς» του ο μεγάλος διηγηματογράφος μας και έξοχος ποιητής Χρ. Χρηστοβασίλης δυναμώνει τη λαχτάρα του καθενός μας για τον τόπο του, κι' ό,τι αισθάνεται ο ίδιος για το αγαπημένο του χωριό κάνει να το αιστάνεται και για το χωριό του ο κάθε του αναγνώστης, και ένα που ξέχασε την πατρίδα τον και ζούσε χρόνια πολλά στη Ρουμανία τον έκανε να τη θυμηθή και να γυρίση πίσω, μ' ένα του διήγημα στη «Φωνή της Ηπείρου» με τον «Ξενιτεμένο» δηλ. που τον έχουμε και σ' αυτή τη συλλογή

Τόχω καμάρι μου που βάζω κοντά στ' όνομα του μεγάλου μας διηγηματογράφου και το δικό μου όνομα, κ' ευτυχισμένος θα είμαι αν κατορθώσω με αυτή μου την έκδοση να δώσω νέα δύναμη και νέα ζωή στη θύμηση και την αγάπη του κάθε ξενιτεμένου αναγνώστη και για τον τόπο του και για την κοινή μας πατρίδα.

Ο ΕΚΔΟΤΗΣ

Η ΑΝΙΚΗΤΗ ΕΛΠΙΔΑ

ΣΗΜΕΡΑ τα Φώτα, το δειλινό της παραμονής του Άη-Γιαννιού, η κάκω η Μήτραινα, σαν όλες της παραμονές του Άη-Γιαννιού, έσφαξε μια παχειά και μεγάλη κόττα, από τες δέκα-δώδεκα κοττούλες, που είχε στην πλατύχωρη αυλή της, τη ζεμάτησε, τη μάδησε, και την έβαλε να βράση ακέρια, μέσα σ' ένα κακκάβι, συγύρισε το σπιτοκάλυβό της, έστρωσε στην κορφή της παραστιάς τη νυφιάτικη την προκόβα της, έδεσε τη γκρινιάρα της τη σκύλλα στην κρικέλλα, και περίμενε, σαν όλες τες παραμονές του Άη-Γιαννιού, νάρθη ο ξενιτεμένος της ο Γιάννης, ξημερόνοντας του Άη-Γιαννιού.

Αυτή η ιστορία εξακολουθούσε χρόνια και χρόνια. Είταν ακόμη νεια η κάκω η Μήτραινα, όταν, χήρα πεντάμορφη και πεντάρφανη, ξεκίνησε τον μονάκριβο της τον Γιάννη για την έρημη την Ξενιτειά. Δεν είχε ακόμα άσπρη τρίχα στα κατάμαυρα και σγουρά μαλλιά της, όταν τον φίλησε για ύστερη φορά, και τον είδε ψηλά από τη ραχούλα, από τ' αγνάντια απάνω, με δακρυόπνιχτα μάτια, να χάνεται στο μάκρος του δρόμου, και να γίνεται άφαντος. Χρόνια και χρόνια από τότε η δόλια η κάκω-Μήτραινα περνούσε τη ζωή της μονάχη στο σπιτοκάλυβό της, έχοντας για μόνη συντροφιά, της τους τέσσερους τοίχους, το εικόνισμα, τη στια, μια γίδα, μια γάτα, μια σκύλλα, και καμμιά δεκαριά κόττες, μ' έναν ώμορφο πετεινό, που της χρησίμευε κάθε πρωί, σαν ωρολόγι, να την ξυπνάη για ν' ανάβη τη φωτιά της, και ν' αρχινάη το εργόχειρο της: ρόκα, ή πλέξιμο, ή μπάλωμα, ή για να πηγαίνη στο λόγγο να ζαλκόνεται και να κουβαλάη ξύλα.

Τα νειόπαιδα του χωριού πήγαιναν κι' έρχονταν στην ξενιτειά, ποιο σε τρία, ποιο σε τέσσαρα, και ποιο σε πέντε χρόνια, το βαρύ-βαρύ, αλλ' ο Γιάννης της κάκως της Μήτραινας ούτε φαίνονταν, ούτε ακούονταν πουθενά! Όλος ο κόσμος τον θωρούσε χαμένο, και ο προεστός του χωριού τον ξέγραψε από το δεφτέρι του, για να μη πληρόνη η κακομοίρα η κάκω-Μήτραινα το χαράτσι του. Και όμως η κάκω η Μήτραινα έσχισε τα ρούχα της, άμα έμαθε, ότι της ξέγραψε ο προεστός το παιδί της, και πήγε στο σπίτι του και τον έκανε απ' ασπρού.

— Ακούς εκεί, έλεγε βγαίνοντας από του προεστού, να μου σβήση το παιδί μου! Τι τον μέλλ' αυτόν, σαν πληρόνω εγώ; Να σβήσ' το κεφάλι του ο παλιάνθρωπος! Κακό χρό… να μην έχη!

Είχε πάντα την καρδιά της γεμάτη ελπίδα, ελπίδα ζουρλή και παράλογη, και της φαίνονταν, ότι το παιδί της είταν γερό και καλά, ότι κέρδαινε χρήματα, με το σωρό, ότι απόχτησε χτήματα, κι' ότι βρίσκεται στο δρόμο νάρχεται. Ζούσε η καημένη με τ' αργατικό, πότε στ' αμπέλια και πότε στα χωράφια των χωριανών της, κι' ενώ όλος ο κόσμος τη συμπονιώνταν, αυτή δεν τώβανε κάτω, αλλ' απολογιώνταν με θυμό:

— Μπα! και ποιος σας πληρόνει να μου τραβάτε την αγκούσα; Μη σας πέρασ' από την ιδέα, ότι χάθηκε το παιδί μ' και δε θα μώρθ'; Αυτό ζη και βασιλεύει, δόξα σ' ο Θεός!

Έτσι μου λέει η ελπίδα, πώχω εδώ μέσα στην καρδιά μ'!

Κάθε δειλινάκι, χειμών-καλόκαιρο, όταν έτρεμε ο ήλιος να βασιλέψη, άφινε την αργατειά της, και γνέθοντας πήγαινε ψηλά στη ραχούλα, στ' αγνάντια του χωριού, που δίνουν στο μάτι μεγάλο δρόμο, κι' εκεί κάθονταν, κι' αγνάντευε τη στράτα, ως μια ώρα μακρυά, όσο έκοβε το μάτι της, και με ανίκητη ελπίδα ακολουθούσε τους διαβάτες, που έρχονταν, και μοναχοκουβέντιαζε:

— Να! αυτός είναι! Αυτός ο καβαλλάρης! Κύττα πώς τρέχει το μουλάρι του! Καλώς ώρισες, παιδί μ'! Καλώς τα μάτια σ' τα δυο!

Και ξεφώνιζε κι' άνοιγε την αγκαλιά της με άφατη χαρά, και ροβολούσε δύο-τρία βήματα, αλλ' ο καβαλλάρης εκείνος δεν είταν ο Γιάννης της κάκως της Μήτραινας, ούτε καν χωριανός της, γιατί, άμα ζύγονε προς το χωριό, έπαιρνε τον άλλον τον δρόμο, τραβώντας για ξένο χωριό, κι' η κάκω-Μήτραινα, χαρωπή-χαρωπή, έπαιρνε από κοντά με το βλέμμα της άλλον καβαλλάρη διαβάτη, για το Γιάννη της, όσο που κι' αυτός έπαιρνε άλλον δρόμο, και δεν έφευγε από τ' αγνάντια παρά όταν θόλονε, κι' άρχιζε να χύνεται το σκοτάδι με το σακκί απάνω στη γη. Τότε γύριζε στο σπιτοκάλυβό της γελαστή και χαρωπή, σαν πάντα, με την καρδιά της γεμάτη ελπίδα, κουνώντας το κεφάλι της και λέγοντας:

— Ποιος ξέρ' το μοναχό μ', πού να νυχτώθηκε! Δεν το άφηκε η κούραση του δρόμου να φτάσ' απόψε! Κι' αύριο μέρα του Θεού ξημερόν'! Αύριο έρχεται……

Αυτή η δουλειά εξακολούθησε χρόνια και χρόνια. Η ελπίδα φώλιαζε βαθυά στα φυλλοκάρδια της κάκως της Μήτραινας και τίποτε δεν μπορούσε να την ξεσκαλίση απέκει μέσα. Οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνούσαν μπροστά της, σαν ερμητικό ποτάμι, σαν όνειρο φτερωτό, και παρέσερναν στο διάβα τους νειάτα, κι' ελπίδες, αλλ' η κάκω η Μήτραινα δε σκοτίζονταν καθόλου κι' είχε πάντα την καρδιά της περιβόλι. Όταν δούλευε με την αργατειά, αυτή έσερνε πάντα το τραγούδι, και τραγουδούσε όλο ξενιτεμένα τραγούδια, για τον ξενιτεμένο τον γυιό της, που πάντα έρχονταν σε χρυσοκάπουλη μούλα, και ποτέ δε φαίνονταν! Όλος ο κόσμος, άντρες και γυναίκες, την ψυχοπονιώνταν την καημένη την κάκω-Μήτραινα, κι' έλεγαν μέσα τους:

— Ο Θεός να της αυγατάη την ελπίδα της ορφανής!

Τα λειανόπαιδα όμως του χωριού, όταν η κάκω η Μήτραινα τραβούσε με την ρόκκα στο ζωνάρι προς τ' αγνάντια, για ν' αγναντέψη τάχα τον γυιόκα της, που έρχονταν από τα ξένα, την έπαιρναν από το κοντό, κι' όταν άρχιζε να μοναχοκουβεντιάζη της έλεγαν με παιδιακίσια κακία:

Όταν ασπρίση ο κόρακας και γένη περιστέρι Τότε κι' ο Γιάννης σου θ' αρθή, μ' ένα ραβδί στο χέρι. Χα χα χα χα χα χα χ α χ α χ α α ά!

Η κάκω η Μήτραινα τες πλειότερες φορές δεν τους απολογιώνταν, αλλ' όταν την παραφούρκιζαν, τα κακολογούσε:

— Ουγκζού! Να δαγκάσετε τη γλωσσά σας! Ουγκζού! Κακό χρό….. να μην έχετε! Έτσι λέτε σεις να μην έλθη ο Γιάννης μου! Μωρέ θάρθη, παλιόπαιδα, και θα σκάσετε!….

Στο τέλος άλλαζε τη φωνή της και τάπιανε με το καλό:

— Σωπάτε, παιδάκια μ'! Σωπάτε καλημέρα σας! Τι καλούδια θα σας φέρη ο Γιάνν'ς μου ολωνών, όταν έρθ'!…

Και τα παιδιά, ακούοντας ότι ο Γιάννης της Μήτραινας. θα τους έφερνε καλούδια, προντίζονταν και την άφιναν ήσυχη.

Πέρασαν χρόνια και χρόνια, που εξακολουθούσε η κάκω η Μήτραινα να ελπίζη, κι' όλο να ελπίζη. Κάθε βράδυ περίμενε το Γιάννη της, και κάθε βράδυ ξενυχτούσε έρημη και μοναχή στο σπιτοκάλυβό της, χωρίς να χολιάζη, χωρίς να αδημονάη, χωρίς ν' απελπίζεται, περιμένοντας και βγαίνοντας στ' αγνάντια. Είχε χάσει τον λογαρισμό πόσα χρόνια είχε ο Γιάννης της στα Ξένα. Δε θυμώνταν πόσα χρόνια της βάραιναν τη ράχη, κ' από την ημέρα, που ξεκίνησε το μονάκριβό της, και τ' αγνάντεψε από τη ραχούλα, ως που τώχασε από τα δακρυόπνιχτα μάτια της, είχε σκεπάσει τον καθρέφτη της, που είχε κρεμασμένο δεξιά στη θύρα της, κι' από τότε δεν είχε ιδή το πρόσωπό της! Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει όλα, τα μούτρα της είχαν ζαρώσει, κι' η ράχη της είχε κυρτώσει, κ' αυτή δεν το γνώριζε! Τα χρόνια σωρεύονταν το έν' απάνω στ' άλλο, κι' η κάκω η Μήτραινα δεν το καταλάβαινε, γιατί τα δόντια της στέκονταν γερά, και κάθε Σάββατο, που λούζουνται, λούζονταν σύνταχα, στα σκοτεινά στο πρώτο λάλημα του πετεινού της, και πέταζε τ' αποχτενίδια στη φωτιά, κι' έτσι δε μπορούσε να ιδή τα μαλλιά της που είχαν γένει άσπρα, σαν βαμπάκι.

Αν και κάθε δειλινό έβγαινε στ' αγνάντια η κάκω η Μήτραινα, για να ιδή το παιδί της νάρχεται, όμως ούτε φαγί ετοίμαζε, ούτε την πρόκοβα έστρωνε, ούτε τη σκύλλα έδενε στην κρικέλλα, για να μην αληχτάη τους χωριανούς. Μόνο την παραμονή του Άη-Γιαννιού έκανε αυτή τη δουλειά. Το είχε κομποδεμένο εκείνη την ημέρα, ότι θάρχονταν ο Γιάννης της, χωρίς άλλο, ξημερόνοντας η γιορτή του, κι' από την παραμονή, χωρίς να βγη καθόλου στ' αγνάντια, έσφαζε την παχύτερη της την κόττα, τη ζεματούσε, τη μαδούσε, και την έβανε να βράση, σκούπιζε το σπίτι καλά καλά, έστρωνε την πρόκοβα της τη νυφιάτικη στην κορφή κι' έδενε την σκύλλα στην κρικέλλα, για νάνε όλα έτοιμα το πρωί, και να μην έχη άλλη δουλειά, παρά να πάη μόνο στην εκκλησιά, κι' ούδ' άλλο, κι' ούδ' άλλο.

Τόσοι Άη-Γιάννηδες πέρασαν καρτέρει και καρτέρει, που μπορούσαν να φκιάσουν ακέριο μήνα κι' ο Γιάννης της κάκω Μήτραινας δε φαίνονταν! — Τι να είχε γείνει ο Γιάννης της κάκως της Μήτραινας; — Χωρίς άλλο θα έλυωσαν τα κόκκαλά του άβγαλτα κι' ατάραγα, κάτω από το μαύρο μνήμα, χωρίς κηρί, χωρίς λιβάνι, χωρίς τρισάγιο, χωρίς λουλούδια, χωρίς δάκρυα! Αλλά, πού περνούσαν αυτά από το νου της κάκως της Μήτραινας! Μπάξ' ο Θιός να της έκανε κανείς τέτοιον λόγο! Τον έτρωε με τα σκουτιά!…

— Τι λέγαμε στην αρχή;… Α! λέγαμε ότι η κάκω η Μήτραινα έσφαξε την πλειο παχειά της κόττα, τη ζεμάτησε τη μάδησε και την έβαλε να βράση ακέρια, σιγύρισε το σπιτοκάλυβό της, έστρωσε στην κορφή της παραστιάς την πρόκοβα της τη νυφιάτικη, έδεσε στην κρικέλλα τη σκύλλα της και περίμενε να ξημερώση του Άη — Γιαννιού, για νάρθη ο ξενιτεμένος της….

Όταν έβρασε καλά καλά η κόττα, είχε βασιλέψει ο ήλιος. Τότε η κάκω η Μήτραινα την έβγαλε από τη φωτιά, την απόθεκε ψηλά στο πεζούλι της στιας, κι' ύστερα έκανε το σταυρό της μπροστά στο εικόνισμα, παρακαλώντας την Κυρά την Παναγιά και τον Άη — Γιάννη να της φέρουν το παιδί της γερό και καλά από τα Ξένα, πήρε την τσέργα της, χάλασε και σκέπασε τη φωτιά, έσβησε το λυχνάρι, και πλάγιασε ψηλά στην πρόκοβα της τη νυφιάτικη, για να κοιμηθή, γιατί είταν περασμένη η ώρα.

Τα πρόσφορα τα είχε έτοιμα από την ημέρα του Σταυρού. Το βαθύ πρωί, νύχτα ακόμα, πριν λαλήσουν οι πετεινοί, άμα ήκουσε το σήμαντρο της εκκλησιάς, σηκώθηκε, νύφτηκε, άναψε το καντήλι στο εικόνισμα, έκανε το σταυρό της, άναψε τη φωτιά, κι' έβαλε ψηλά ένα μεγάλο κούτσουρο· έφκιασε τρία-τέσσαρα κηριά, από ένα κρουγγί κηρί, που είχε ψηλά σε μια σκαλοφρύδα, γέμισε το ροΐ της λάδι, πήρε το πρόσφορό της, και κίνησε για την εκκλησιά, κλειώντας πίσω της τη θύρα μόνον με το μάνταλο, για να μπορέση να μπη μέσα μονάχο του, το ξενιτευμένο της το παιδί. Είταν τόσο βέβαιη η κάκω η Μήτραινα, ότι θάρχονταν, χωρίς άλλο, ο Γιάννης της εκείνο το πρωί, που μπορούσε να στοιχηματίση το κεφάλι της το ίδιο. Στην εκκλησιά κάθησε από την αρχή της λειτουργίας ως το τέλος, και, κατά πώς το συνηθούσε πάντα, πήγε στη θύρα του ιερού πρώτη-πρώτη για να πάρη αντίδωρο μπροστύτερα απ' όλο τ' άλλο το Χωριό και να πάγη γλήγορα στο σπήτι της, να δεχτή το παιδί της, που έρχονταν από την Ξενιτειά. Έτσι έκανε πάντα, κι' ο παπάς, που ήξερε αυτή την αδυναμία της, της έδινε αντίδωρο πρώτα απ' όλους, κι' αυτή, παίρνοντας τ' αντίδωρο, βγήκε τρεχάτη από την εκκλησιά, κρατώντας στο χέρι το αδειανό το ροΐ, και τράβησε ίσια γιό το σπιτοκάλυβό της.

Και το ότι δεν είχε φέξει καλά, όταν γύριζε, κι' η συννεφιά η βαρειά, που κρέμονταν στον αιθέρα, έκαναν τον ουρανό μαύρον και φόβιον. Ο άνεμος τραβούσε δυνατά, κι' η κάκω η Μήτραινα έτρεχε γλήγορα, πατώντας, όπως λάχαινε, μέσα στες λάσπες, για να φτάση το γληγορότερο στο σπιτοκάλυβό της και να σφίξη στην αγκαλιά το παιδί της. Μπαίνοντας μέσα στην αυλή, κύτταξε ολόγυρα για να δοκηθή αν κλωτσοβροντάη κανένα μουλάρι, και μη δοκιώντας τίποτε, απόθεκε κάπου το ροΐ της, βγήκε στο δρόμο, και τράβηξε ίσια κατά τ' αγνάντια, κι' άμα έφτασε στη μεριά, που είχε ξεχωριστή τον Γιάννη της, φώναξε με μεγάλη φωνή.

— Ώωωωρε Γιάννηηηηη!!! Γιάννη ούουουουού!!!…

— Όρσεεεεεε!!!!

Απολογήθηκε μια φωνή από μακρυά.

— Χτύπα γλήγορα, παιδάκι μ', γιατί σέφαγε το κρύο!

Του απολογήθηκε η κάκω η Μήτραινα.

Σε λίγο το ποδοβολητό του μουλαριού ακούονταν ξαστερώτερα, αλλ' η κάκω η Μήτραινα δεν το κουνούσε παραπέρα από εκείνη τη μεριά. Τον περίμενε εκεί τον Γιάννη της, ως που ήρθε.

— Παιδάκι μ'! και ψυχούλα μ'!

 — Μαννούλα μ'! Ποιος σου πήρε τα σχαρήκια και βγήκες τέτοια ώρα εδώ
να με καρτεράς;

 — Η Ελπίδα μ' ψυχούλα μ'. Η ανίκητη Ελπίδα μ' που φώλιαζε μέσα εδώ
στην καρδιά μ' βαθυά!

Ο Γιάννης κατέβηκε από το μουλάρι, η κάκω η Μήτραινα άνοιξε την αγκαλιά, και μάννα και παιδί έγειναν ένα σώμα από το σφιχταγκάλιασμα. Εκεί στην ίδια μεριά, που αγκαλιάσθηκαν και φιλήθηκαν μάννα και παιδί το θεόπικρο αγκάλισμα και φίλημα του ξεχωρισμού εδώ και τόσα χρόνια, εκεί στην ίδια τη μεριά πάλε μάννα και παιδί ξαναφιλιώνταν και ξαναγκαλιάζονταν το χαρμόσυνο φίλημα κι' αγκάλιασμα του ερχομού! Κι' έτσι φιλιώντας κι' αγκαλιάζοντας, έφτασαν στο σπιτοκάλυβο. Μια βαρειά ντουφεκιά έπεσε στον αυλόγυρο της κάκως της Μήτραινας, που βρόντησε όλο το Χωριό. Η χαρά της κάκως της Μήτραινας, ούτε γράφεται ούτε μολογιέται!

***

— Μωρέ τι τρέχει;

Έλεγε ο ένας στον άλλο.

— Κάποιος ξενιτεμένος θάρθε!

Απολογιώνταν.

Σε λίγο όλο το Χωριό έμαθε, ότι ήρθε ο Γιάννης της κάκως της Μήτραινας από τα Ξένα, κι' έτρεξαν να τον καλωσορίσουν. Το σπιτοκάλυβο της κάκως της Μήτραινας γέμισε κόσμο κι' αχολογούσε από φιλήματα, ευκές και καλωσορίσματα. Ο ουρανός είχε φέξει, κι' ο ήλιος έβγαινε πίσω από τα σύννεφα.

Κι' όταν ο κόσμος τραβήχτηκε, και τα λειανοπαίδια πήραν τα καλούδια τους, που τους είταν ταγμένα τόσες φορές κι' έμειναν μάννα και παιδί μοναχοί τους, τότε η κάκω η Μήτραινα κύτταξε καλά-καλά το Γιάννη της, και βλέποντας λίγες άσπρες τρίχες στα μουστάκια του, και στα μαλλιά του, του είπε με κάποιον μελαχολικόν τόνο:

— Άρχισες να γηράζης, παιδάκι μ', κακό που μ' ηύρε!

— Αμ τι δα! Μισοκαίριασα, μάννα μ'!

Της απολογήθηκε ο Γιάννης.

Της φάνηκε παράξενο της κάκως της Μήτραινας η κουβέντα του Γιάννη της, γιατί της φαίνονταν, ότι δεν είχαν περάση παρά λίγα χρόνια, τρία ή τέσσαρα μοναχά, αφόντας τον ξεκίνησε, ολωσδιόλου αμούστακο, για τα Ξένα. Παράξενο της φαίνονταν, που τον έβλεπε και μουστακωμένον ακόμα. Σ' αυτό απάνω έπεσε το μάτι της στον καθρέφτη της ταμπακέρας, πούχε ο Γιάννης τον καπνό του, και της φάνηκε, ότι είδε ένα ξένο πρόσωπο μέσα. Γύρισε να ιδή και δεν βλέπει κανέναν άλλον ξένον μέσα στο σπίτι. Τρόμαξε. Είταν αυτή μέσα στον καθρέφτη; Μα πώς είταν δυνατό! Τότε για να καταλάβη καλύτερα πήγε στο δεξί της θύρας, σήκωσε το σκέπασμα από τον καθρέφτη και για πρώτη φορά, αφόντας ξενιτεύτηκε ο Γιάννης της, κύτταξε μέσα το πρόσωπό της. Είδε τα μαλλιά της κάτασπρα βαμβάκι και το πρόσωπό της, πρόσωπο βάβως! Όλη η δροσιά του προσώπου της είταν φευγάτη! Αναστέναξε μες από την καρδιά της, κι' είπε με καημό μεγάλο:

— Γέρασα η καημένη, και δεν τώξερα!

Κι' ύστερα από λίγη σιωπή, ξανάειπε:

— Αφού σ' απόλαψα, παιδάκι μ', το ίδιο κάνει κι' αν γέρασα κι' αν δε γέρασα!

Το κύτταγμα μέσα στον καθρέφτη την έκανε να μελαχολήση…..Κρέμασε τα μούτρα κι' άρχισε να συλλογιέται.

Συλλογίστηκε, συλλογίστηκε κι' άρχισε να κλαίη, και τα δάκρυα της κίνησαν κι' έτρεχαν σαν κουμπιά μαργαριτάρι.

Πλειότερο από τριάντα χρόνια είχαν περάση, που δεν είχαν δακρύσει τα μάτια της κάκως της Μήτραινας, από την πολλή της την ελπίδα. Έκλαιε, έκλαιε η κάκω η Μήτραινα, που δεν ήξερε ως τότε τι θα ειπή κλάμα και πόνος. Έκλαιε τα θαμμένα της τα νειάτα σε τριάντα χρονών και πλειότερο Ξενιτειά. Όλη η πολύχρονη Ξενιτειά του μοναχογυιού της έγεινε ένα καταπότι και την κατάπιε μοναμιάς! Τι κλωνισμό που αισθάνονταν εκείνη τη στιμή μέσα στα τρίσβαθα της καρδιάς της! Όταν η καρδιά κολυμπάη σε πέλαγο ιερής λύπης, η ψυχή βρίσκεται σταυροχεριασμένη μπροστά στον Πλάστη της!

Ο Γιάννης, για να σκορπίση τη λύπη της, είπε, προσπαθώντας να κρύψη κι' αυτός τη συγκίνηση του και τα δάκρυα του:

— Δε μας φέρ'ς να φάμε, μάννα;

— Αλήθεια, παιδάκι μ', μου είσαι πεινασμένο!…. Είπε και σηκώθηκε τρικλίζοντας, έστρωσε τραπέζι, κι' απόθεκε απάνω τα χουλιάρια, το ψωμί και το προσφάγι, και κάθησαν να φάνε.

Ύστερα από το φαγητό ο Γιάννης έδωκε στη μάννα του μια σακκούλα γεμάτη φλιοριά, να τάχη δικά της, και να δίνη για την ψυχή της, και της διηγήθηκε την ιστορία της ξενιτειάς του:

— Φεύγοντας, μαννούλα μ', απέδω, πήγα στο Βουκουρέστι. Την ίδια μέρα μπήκα σ' έναν αφεντικό, κι' ύστερα από μια βδομάδα ξεκινήσαμε μαζύ για τη Μολδαβιά, όπου είχε το σπίτι του και τα χτήματά του. Έδειξε τόση αγάπη και συμπάθεια για μένα, ο αφεντικός μ', που δεν μολογιέται. Με θεωρούσε σαν παιδί τ'. Εκεί μια μέρα, ύστερα από λίγον καιρό, μώδωκε ένα γράμμα, και το γράμμα αυτό διαλάβαινε ότι είχες πεθάνει, εσύ! Μαθόντας αυτήν την είδηση κόπηκα στα κλάματα. Αυτός κι' η γυναίκα προσπάθησαν με κάθε τρόπο να με παρηγορήσ'ν, και στα υστερνά μώταξαν να με κάν'ν παιδί τ'ς και να μ' αρραβωνιάσ'ν με την μοναχοθυγατέρα τ'ς! Δεν είταν βολετό να παντρευτώ ποτέ εγώ στα ξένα, αλλά ο θάνατος της μάννας μ'..

— Στάχτη στη γλώσσα τ'ς, παιδάκι μ'!…..

Διέκοψε η κάκω η Μήτραινα με θυμό…

— …. Μ' έκανε να μου φαίνεται φαρμάκι η γλυκύτατη Πατρίδα, να μου φαίνεται ερημιά! Μέρα με την ημέρα όμως συνήθισα με την ιδέα του θανάτου σ'…

— Άλας και ακάρφη στη γλωσσά τ'ς….

Ξανάειπε η Μήτραινα.

— Αλλ' η πατρίδα, όσο γλυκειά κι' αν είναι, χωρίς μάννα, χωρίς πατέρα, χωρίς αδέρφια, χωρίς πρωτοξάδερφα, όπως είμουν εγώ έρημος, μου φαίνονταν μαύρη και σκοτεινή, κι' έτσι, ύστερα από τρία χρόνια, παντρεύτηκα την θυγατέρα του αφεντικού μ'…

— Παναγιά μ'! Ζουρλάθηκες, παιδί μ'! Τ' είν' αυτά που μου λες;

Ξεφώνησε απελπιστικά η κάκω η Μήτραινα.

— ….. κι' απόφευγα να γνωρίζωμαι με πατριώτες, για να μη μου ανοίγη η πληγή της Πατρίδας, που είχα μέσα μ'.

— Ούι! παιδάκι μ' τι μου λες. … Παντρεύτηκες!

Ξεφώνησε πάλε η κάκω η Μήτραινα, τραβώντας τα μαλλιά της.

— Σώπα, μάννα, της είπε ο Γιάννης, ν' ακούσης πρώτα την ιστορία, και ύστερα κρίνε!

— Λέγε, γυιέ μ'!

— Πήρα την θυγατέρα τ' αφεντικού μ', αλλά προκοπή τίποτε!

— Βέβια! βέβια!

Χαμογέλασε η κάκω η Μήτραινα και της ήρθε η καρδιά στον τόπο.

— Πέθαναν τα πεθερικά μου γλήγορα, σε δυο χρόνια απάνω, κι' ύστερα από λίγα χρόνια πάη κι' η γυναίκα μου στη γέννα απανωθιό.

— Ας είναι! Συ να είσαι καλά παιδί μ'!

— Μ' άφησε ένα παιδάκι.

— Τι; Τι;

Αλλά σ' ένα-δυο μήνες πάη κι' αυτό!

— Βέβια! Βέβια!

Τότε πήρα όλο το βιο, που είχαν αφήσει τα πεθερικά μ' και τράβησα τον ανήφορο μακρύτερα, μέσα στα χιόνια, στην ξακουσμένη Μόσχα της Ρουσσίας, κι' εκεί ζούσα, σαν έρημος, που είμουν, χωρίς να με ξέρη κανείς, πούθε κρατάει η σκούφια μ'. Τον περασμένο Μάη γένονταν στη Μόσχα η Στέψη του Αυτοκράτορα της Ρουσσίας, κι' έτρεξαν από τα τέσσαρα πέρατα του κόσμου, κόσμος και κοσμάκης. Ανάμεσα στους πολλούς υπάρχονταν και κάμποσοι πλούσιοι πατριώτες μας κι' η Βασίλισσα μας, η Όλγα, με το Διάδοχο τον Κωνσταντίνο και το δεύτερο της παιδί, τον Γεώργιο. Ο πόνος της Πατρίδας με τραβούσε στο παλάτι, που είταν κονεμένη η Βασίλισσα. Πήγα πολλές φορές, για να βλέπω τη Βασίλισσα και τα βασιλόπουλα από μακρυά. Εκεί γνωρίστικα μ' έναν υπηρέτη της βασιλικής συνοδείας. Απ' ομιλία σ' ομιλία μ' αυτόν, και με το «πούθε είσαι» και «πούθε είμαι», γνωριστήκαμε πατριώτες! και τι πατριώτες; Χωριανοί! Είταν ο Κώστας της γειτόνισσας μας της Γιώργαινας! Κι' όταν του είπα, πως είμαι της Μήτραινας του Ζώτου παιδί με κύτταξε καλά καλά, και μου είπε:

— «Μωρέ συ είσ' ο Γιάνν'ς ή το φάντασμα τ';»

— «Εγώ! όλος κι' όλος!»

Του είπα και άρχισαν να τρέχ'ν τα δάκρυα μ' ποτάμι, κι' η καρδιά μ' να φουσκόνη, σα βουνό.

— «Βρε τρισκατάρατε», μου είπε με θυμό, «γιατί δε γράφ'ς της μάννας σ'; Γιατί δεν της στέλλ'ς χρήματα να ζήση;……. Γιατί τη λησμόνησες; Γιατί……; Γιατί……; Γιατί…..; » κι' ένα σωρό άλλα. «γιατί;»

Μου φάνηκε, πως άνοιξαν τα ουράνια, θαμπώθηκα από το φως, που χύθηκε μπροστά μου από την είδηση, ότι ζη η μαννούλα μ'.

— «Βρε αδερφέ, του λέγω, μη με παραπαίρ'ς έτσι! Εγώ έχω γράμμα εδώ και τριάντα χρόνια, ότι η μάννα μ' είναι πεθαμένη…. θάχης κανένα λάθος…. »

«Τον κακό σου τον καιρό! μου είπε. Η μάννα σ', ωρέ μπουμπουνισμένε ζη και ζαίνεται με τες αργατιές, και συ κάθεσαι στα Ξένα και…. »

— «Μα, την ξέρ'ς καλά τη μάννα μ';»

Του είπα.

— «Μωρέ την κάκω τη Μήτραινα δεν ξέρω, τη γειτόνισσα μ'; Για χαμένο μ' έχεις;»

Τότε τον αγκάλιασα σφιχτά και φιλιώντάς τον, του είπα για ύστερη φορά να βεβαιωθώ καλύτερα:

— «Αλήθεια, ζη η μάννα μ';»

— «Ζη και παραζή, σου είπα, και σε καρτεράει κάθε μέρα, και κάθε ώρα και στιγμή!»

Μου φάνηκε, ότι κέρδισα ένα βασίλειο. Μου φάνηκε, ότι είμουν πλειο ευτυχισμένος από όλους, τους βασιλειάδες του κόσμου, κι' όλα τα βασιλόπουλα, που είταν' μαζωμένα εκεί στη Μόσχα.

— «Ζη η μάννα μ', είπα μέσα μ', και με καρτεράει, κι' εγώ κάθομαι στα Ξένα! Να φύγω το γληγορότερο!»

Κι' έτσι πούλησα ό τι είχα και δεν είχα, έμασα το ένα μ' και το άλλο μ', κίνησα για εδώ, κι' ήρθα γερός και καλά, δόξα σ' ο Θεός.

Και λέγοντας αυτά τα λόγια, έκανε τρεις φορές το σταυρό του, με μεγάλη κατάνυξη.

Η κάκω η Μήτραινα τον ξαναγκάλιασε πάλι, και τον έσφιξε δυνατά στα στεγνωμένα στήθια της, λέγοντας του:

— Καλώς ήρθες, παιδάκι μ'! καλώς ήρθες!

Ο Γιάννης, εξακολούθησε:

— Πιστεύω, τον ψεύτικο θάνατό σ' τον έπλασε ο μακαρίτης ο πεθερός μ', για να με κάνη γαμπρό τ'. Αλλά βλέπ'ς; δεν τώστρεξε το άδικο ο Θεός! Όπως δούλεψε έτσι απόλαψε, κι' όπως έστρωσε έτσ' πλάγιασε! Θεός σχωρέσ'τον όμως, ας πούμε τώρα!

* * *

Σε λίγο ήρθε κι' ο παπάς να σηκώση το ύψωμα, για τ' όνομα του Γιάννη.

Πρώτη φορά, αφόντας ξενιτεύτηκε ο Γιάννης, θρονιάζονταν η χαρά στο ταπεινό σπιτοκάλυβο της κάκως της Μήτραινας!!

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΓΡΙΑΣ

Κόντευε το βασίλεμα ήλιου της παραμονής των Χριστουγέννων. Έβρεχε δυνατά κι' ο καιρός φαίνονταν άγριος. Πυκνή συννεφιά σκέπαζε τον ουρανό, τόσο που το ηλιοβασίλεμα δεν έδειχνε κανένα χρωματισμό.

Μια εβδομηντάρα γριά, η πρωτονοικοκυρά του χωριού κάθονταν στην κορφή του δωματίου, δίπλα στη γωνιά κι' έδινε ορμήνειες στην υπηρέτρα της, πώς να ζεματήση τες τηγανίτες μην τύχη και το νερό πάη πλειότερο, ή το μέλι λιγώτερο, ή τα καρύδια λειψά, ενώ η οχτάχρονη μοναχαγγονιά της, η πολυχαϊδεμένη Μαριανθούλα, πετούσε σα ζαρκάδι από την κατάστεγνη και φιλόστοργη αγκαλιά της γριάς στα τεψιά, που είχαν μέσα τες τηγανίτες, κι' από τα τεψιά στην αγκαλιά της γριας, και πότε αγκάλιαζε και φιλούσε τη βάβω της, που τη χάιδευε δεκάδιπλο απ' ό τι θα τη χάιδεβε η αγουροθανατισμένη μάννα της, αν ζούσε, κι' ο πατέρας της, αν δεν έλειπε στην ξενιτειά, και πότε τσιμπούσε κανένα καρυδότριμμα ψηλά από τες τηγανίτες, ή κανένα φυλί τηγανίτα. Η γριά όμως, σκρυμπιασμένη από τα χρόνια, καμένη από το Χάρο, γιατί είχε θάψει τόσους και μαζή με τους πολλούς και τη μονάκριβή της νύφη — τη μάνα της Μαριανθούλας, — φαρμακωμένη από την ξενιτειά του μοναχογυιού της, που τον πρόσμενε, μέρα με την μέρα, έλεγε στην άταχτη και ζωηρή Μαριανθούλα με ξαστενεμένη φωνή:

Μη, Μαριανθούλα μου, κάνη'ς ζούρλιες και δεν έρχεται ο πατέρας σου από την Ξενιτειά!

— Τι ζούρλιες κάνω, βάβω μου;

Της απολογιώνταν εκείνη και ρίχνονταν απ' εδώ κι' απ' εκεί.

— Άλλες ζούρλιες; Να που δεν κάθεσαι φρόνιμα!

Της ξανάλεγε η γριά.

Σ' αυτό απάνω ήρθαν τρεις-τέσσερες γυναίκες, από τες πλειο φτωχότερες του χωριού, ζητώντας άλλη μέλι, άλλη καρύδια κι' άλλη αλεύρι για τες τηγανίτες, γιατί πάντα το ανηλιακό της γριάς είταν γεμάτο. Η Γριά σηκώθηκε τότε από τη γωνιά της και τρεκλά — τρεκλά πάη στ' ανηλιακό μαζύ με τες γυναίκες, που ήρθαν, κι' έδωκε της καθεμιανής απ' ό τι ήθελαν κι' αυτές, φεύγοντας για έξω, της έλεγαν τη στερεώτυπη ευχή:

— Σ' πολλά 'τη, Κυραμάννα! Και του χρόνου τέτοια μέρα! Να είσαι πάντα καλά και να καλοδεχτής!…

Η γριά, γυρίζοντας από τ' ανηλιακό αγκουσεμένη, έλεγε μοναχή της:

— Να καλοδεχτώ και να καλοδεχτώ μου λέει πάντα ο κόσμος, κι' ο γυιόκας μ' δεν ηύρε ακόμα δρόμο νάρθη!

Κάθησε πάλι σιμά στη γωνιά γονατιστή και ξακολούθησε να κουβεντιάζη μονάχη της:

— Μωρέ δε με μέλλ' γι' άλλο, παρά μην τα κλείσω και μείνη αυτό το άτυχο στους πέντε δρόμ'ς! Ποιος θα μου το συμμάσ' τότε, λέλεμ'; Ποια θα μου το πλύν'; Ποια θα μου το λούση; Μάννα δεν έχ' τ' άμοιρο εδώ και τόσα χρόνια, να της λείψ' κι' η βάβω; Αλλοίμονο στην τσιουπούλα μ'! Θα μου τη φάγη η αναλλαγιά! Δεν την αγαπώ πλειο τη ζωή, γιατί σύμμασε η ώρα και κατά πώς το λέει κι' ο λόγος:

«Τα μακρυνά μου κόντιναν, τα δυο μου γίγκαν τρία» και καμμιά προκοπή δεν έχω, και καμμιά ευχαρίστηση δε βλέπω πλειο, αλλά μόλα ταύτα ήθελα να ζήσω έξη-εφτά χρόνια ακόμα — αν δεν εύρισκε ως τότε δρόμο ο πατέρας τ'ς ναρθή — για να πάντρευα αυτή τη μαυρότσιουπρα, κι' ύστερα θάνοιγα τα χέρια μου κατά τον ουρανό και θάλεγα:

— «Στείλε θε μ' τον άγγελό σ' να πάρ'ς το πνέμα μ'!»

Η Μαριανθούλα αφηκράζονταν με προσοχή μεγάλη το μονόλογο της γριάς, έχασε στη στιγμή τη ζωηράδα της και τα τρελλά της τα παιγνίδια κι' άρχισε να κλαίη, γυρίζοντας το πρόσωπο της κατά τον τοίχο.

— Να! καημένη κυρά, τι έκαμες τώρα μ' αυτά τα λόγια! Είπε της γριάς η υπηρέτρα.

— Χμ!

— Κλαίει η Μαριανθούλα, με τα λόγια που της είπες…

— Έλα δω, μωρή χαμένη! είπε η γριά στη Μαριανθούλα με τρυφεράδα άρρητη. Μη φοβάσαι, κυρά μου, δεν πεθαίνω εγώ πριν έρθ' ο πατέρας σ', ή πριν παντρέψω εσένα! θα ζήσω ως τότε, κι' ύστερα ας παρουσιαστή ο άγγελος του Κυρίου. Πιστεύω να βρη δρόμο κι' ο πατέρας σ' και να μην πάω με την καρδιά καμένη! Α! Αν πεθάνω, ωρές τσούπρες, χωρίς να ιδώ το παιδί μ', ή χωρίς να παντρέψω εσένα, μοναχούλα μ' και ακριβούλα μ', και να σ' αρματώσω νυφούλα με τα χεράκια μ', να το ξέρετε: Δε θα με φάη το χώμα, και θα με βρήτε άλυωτη, όταν έρθετε να με ξεχωνιάσετε!.

— Τ' είν' αυτά τα κακορρίζικα τα λόγια, πού το πας συγκρατούμενο, καημένη κυρά, είπε πάλε η υπηρέτρα. Σήμερα χρονιάρα μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, δε θα τα λησμονή'ης αυτά, καμμιά φορά;

— Είναι καλά τα νειάτα, ωρές τσιούπρες! Είναι καλά τα έρημα! Τα έρημα τα γεράματα είναι κόλαση. Όταν είμουν νεια, τράβηξα ξενιτειές και ξενιτειές! Πότε πέντε χρόνια, πότε δέκα, και πότε δέκα πέντε με τον μακαρίτ' τον γέροντά μου, χωρίς να μου λείψη ποτέ το δάκρυ από το μάτι, αλλά δεν απελπιζόμουν. Νειάτα τα λεν αυτά! Είχα κορμί γερό, και πολέμαγα τον πόνο. Η Ξενειτειά του παιδιού είναι βαρύτερη· γιατί κι' ο πόνος είναι βαθύτερος και πλατύτερος, και το κορμί αδυνατώτερο … από τα γεράματα:

Και κουνιώντας το κεφάλι ξακολούθησε:

Ωχ! λελέ μ'! Αλλωνών μαννάδων τα παιδιά πάνε κι' έρχονται, και μόνο το δικό μου, που το λεν όλοι προκομμένο στα γράμματα και στους λογαριασμούς, δε βρίσκει δρόμο να φανή!.. Δεν είταν να μην είχε όλες αυτές τες χάρες, και να πάη και νάρχεται κάθε τρία χρόνια; Σ' αυτό εγώ φταίω! Αυτό καλά αγαπούσε τα γίδια και τα πρόβατα, και πήγαινε στα λόγγα και στα λειβάδια με τους πιστικούς αλλά εγώ το τρωγόμουν νύχτα μέρα και του έλεγα:

— «Πιστικός θα γέν'ς, παιδάκι μ', που δεν αγαπάς τα γράμματα; Σύρε ψυχούλα μ' στο σκολειό να μάθ'ς γράμματα και να γέν'ς προκομμένος άνθρωπος!» Στο τέλος που του το πήγαινα συγκρατούμενο «γκιρ-μιρ» μ' άκουσε, άφησε την κλύτσα και την κάππα, τα γίδια και τα πρόβατα, τες ράχες και τα βουνόπλαγα, τους λόγγους και τα λακκώματα μπήκε στο σκολειό, ρίχτηκε με τα μούτρα στα γράμματα, έφυγε, κι' από τότε το βλέπω κάθε δέκα χρόνια! Να είχα κι' άλλα παιδιά, δε θα χόλιαζα τόσο, θα παρηγοριώμουν, αλλά τώχω έν' μοναχό! Να είταν μαύρη ώρα, που τ' ανάγκαζα να μπη στα γράμματα!…

Λέγοντας αυτά τα πικραμένα τα λόγια η πονεμένη μάννα, έβγαλε το μαντήλι της από μέσα από το ζωνάρι της και σφούγγισε τα καταδακρυσμένα τα μάτια της, που είχαν μι' αδιάκοπη κοκκινάδα μέσα, από τ' ανέλλειπα μητρικά δάκρυα. Η Μαριανθούλα τότε πετάχτηκε από τον τοίχο, που στέκονταν, και ρίχτηκε στην αγκαλιά της βάβως της, κι' αφού την αγκάλιασε και τη φίλησε γλυκά, της είπε:

— Μη βαβούλω μου, κλαις και μη λες τέτοια λόγια! Μη λες πως θα πεθάν'ς!… Εγώ δε θέλω να πεθάν'ς!..

Η γριά την έσφιξε στην αγκαλιά της και της είπε:

— Καλά ψυχή μ'! Καλά χαδιάρα μ'! Δεν πεθαίνω. Σου είπα πότε θα πεθάνω. Θα βαστάξω την ψυχή μου στα δόντια, όσο νάρθη ο πατέρας σου, ή αν δεν έρθη, όσο να σε παντρέψω. Δε σ' αφήνω εγώ έρημη! θα σε βάλω σε ίσκιο αντρός κι' ύστερα…

— Εγώ σε θέλω να μη πεθάν'ς..,.

— Αχ! το ξέρω, ψυχή μ', πως το θέλ'ς και το παρα'θέλ'ς, αλλά…. είναι ψηλά μας ένας μεγάλος νοικοκύρης, που μας ορίζει όλους και στέλνει τον άγγελό τ' και μας μαζεύει… Έπειτα, τσιούπρα μ'… εγώ ζω άδικα πλειο. Είμαι πεθαμένη κι' άθαφτη. Μόνο οι δυο πόθοι με συγκρατούν και με βαστούν σε τούτον τον κόσμο. Ο καιρός μ' ήρθε από πολλής. Ούρμασε τ' απίδι και θα πέση κάτω από την απιδιά. Τι; θέλ'ς να ζήσω ογδοήντα, εννενήντα, εκατό χρόνια, να ξωλαλάω, να μη γνωρίζω, να μη βλέπω, και να λέγω την ψείρα μπούμπα; Ο Θεός να μη μ' το χρωστάη! Το καλό μ' είναι να τα κλείσω με τα φρένα μ'!..

Εκείνη τη στιγμή μπήκε μια μαύρη κόττα στο δωμάτιο, σήκωσε τα φτερά της, τα τέντωσε και τα χτύπησε σα να ήθελε να λαλήση. Βλέποντας αυτό το σημάδι η Μαριανθούλα, είπε χαρούμενη στη βάβω της:

— Βάβω! βάβω! Είδες, καλημέρα μ'! τι έκαμε η κόττα; Σήκωσε τα φτερά της και τα χτύπησε, και τεντώθηκε σα να ήθελε τα λαλήσ'!…

— Ε! κι' ύστερα;…. είπε η γριά, σα με θυμό.

— Δεν έλεγες, βαβούλω μ', ότι, όταν κάνουν έτς οι κόττες, έρχεται ο πατέρας μ';

— Το έλεγα, τσιούπρα μ', αλλά το είδα τόσες φορές αυτό το σημάδι, που δεν μου κάν' η καρδιά να το πιστέψω πλειο. Κατά το κοντινό το γράμμα τ' ο πατέρας σ' λέει, ότι θα είναι εδώ πριν από τα Χριστούγεννα. Τα Χριστούγεννα ήρθαν κι' αυτός πούναι τος; Πάη τελείωσε κι' αυτή η μέρα. Πάη, ψυχή μ', κι' αυτή η διορία του πατρός σ' μαζύ με τες πολλές! Τώρα θα μας ρίξη με κανένα άλλο του γράμμα στη μεγάλη Πασκαλιά! Ετς πάμε τώρα τόσα χρόνια: Από πασκαλιά σε πασκαλιά κι' απ' Άη-Γεώργη σ' Άη Δημήτρη!….

— Πού το ξέρ'ς, καημένη κυρά; της είπε η υπηρέτρα. Μπορεί νάρθη κι' απόψε. Η μέρα δε σώθηκε ακόμα!

Εκείνη τη στιγμή ακούστηκ' ο σήμαντρος της εκκλησιάς, που σήμαινε τον εσπερινό «τσιγγ τσιαγγ… τσιγγ τσιαγγ»

Σηκώθηκε η γριά ορθή κι' είπε στη Μαριανθούλα περίλυπα:

— Να το σήκωμα των φτερών της κόττας! Πάη κι' αυτή η ελπίδα! Το σημάδι έδειχνε τον ερχομό του παπά, πούρθε από το χωριό τ' να μας λειτουργήσ' αύριο..

Ύστερα σηκώθηκε και πάη μπροστά στο εικονοστάσι, σταυροκοπήθηκε, σκύβοντας σε κάθε σταυροκόπημα το γέρικο κορμί της, σα χοντρόκορμη βαλανιδιά, που την κλονίζει η δύναμη του βοριά, κι' αφού τελείωσαν τα σταυροκοπήματα έβαλε ένα σκαμνί μπροστά στο εικονοστάσι, ανέβηκε ψηλά με τρεμάμενα ποδάρια, ξεκρέμασε τη σβυστή καντήλα, την κατέβασε ανάγαλια-ανάγαλια, την έχυσε στο βάθος της στιας, την έπλυνε με στάχτη, την γέμισε πάλε με καθαρό νερό και την έδωκε της Μαριανθούλας να την κρατάη, έβγαλε από ένα ξύλινο κουτί καινούριον αφαλό, πέρασε το φυτήλι στον αφαλό, έρριξε στην καντήλα καθαροκάθαρο λάδι, άναψε το φυτήλι, απόθηκε τον αφαλό αναμμένο μέσα στο πλεούμενο λάδι και κρατώντας την αστραφτερή καντήλα με τρεμάμενο χέρι, ξαναπάη στο σκαμνί, ανέβηκε πάλε ψηλά και την κρέμασε μ' ευλάβεια μπροστά ατό εικόνισμα· ξανακατέβηκε με προσοχή ανασκήρησε το σκαμνί, ξανασταυροκοπήθηκε κι' άρχισε να πέφτη στα γόνατα και να κάμη μετάνοιες μπροστά στην εικόνα της Μάννας του Θεού, που κρατούσε στην τρυφερή της αγκαλιά το Παιδάκι της, χαρούμενη που τούχε μπροστά της. Τι πέλαγο θλίψης χτυπούσε μέσα στα κατάστεγνα στήθια της γριάς.

Το παράδειγμα της Γριάς μιμήθηκαν κι' η Μαριανθούλα με την υπηρέτρα, και για κάμποση ώρα όλη εκείνη η χριστιανικώτατη τριάδα προσεύχονταν μπροστά στους εφέστιους θεούς της, ενώ η φωτόλουστη καντήλα πήγαινε πέρα-δώθε ακόμα μπροστά στες εικόνες, που είταν ζωγραφισμένες σ' ένα παμπάλαιο τριμόρφι, και μαζύ με την καντήλα πήγαιναν πέρα-δώθε κι' οι αργυρόχρυσες αχτίδες της κι' έδιναν μιαν άγια όψη παρεκκλησιού σ' εκείνη τη χριστιανική κατοικία.

Είχε θολώσει στα καλά πλειο. Οι αγέλες του χωριού συμμαζεύονταν από τους κάμπους στα κατώγια των σπιτιών ή στες καλύβες, κι' ακούονταν τα μουγκρητά των βωδιών. Τα σπιτιάρικα τα γίδια έμπαιναν στες πλατύχωρες αυλές, λαλώντας τα κυπριά τους «γλαν-γλαν», κάθε σπιτιού κοπή χωριστά, γνωρίζοντας το κατοικειό της.

Η Μαριανθούλα, η μοσχαναθρεμμένη μοναχαγγονιά της γριάς, άμα ήκουσε τα κυπριά των γιδιών, που έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού, έτρεξε σαν αστραπή, κατεβαίνοντας τες σκάλες, κι' ανακατεύτηκε με το καλοβοσκημένο κοπάδι, για να ιδή τα νιογέννητα κατσικάκια, που είχαν γεννηθή εκείνη την ημέρα στο λόγγο, κι' ενώ το πιστικόπουλο απολούσε τ' άλλα τα κατσίκια από τον τσάρκο, για να βυζάξουν τα καημένα, αυτή άρπαξε ένα-ένα τα τρία νιογέννητα κατσικάκια και τα κουβάλησε ψηλά στη βάβω της, με γέλοια και με χαρές, για να ιδή κι' εκείνη και να χαρή.

— Να τα! βάβω μ', της είπε, τα κατσικάκια μας! Δεν σου τώλεγα εγώ σήμερα, ότι θα γεννήσ' η Νιάγγρα η σκουλαρικάτη, η Γκιώσσα η πρωτόγεννη κι' η Κανούτα η κουτσοκέρατη; Να! αυτό το παρδαλό είναι της Κανούτας, το μπάλλιο είναι της Νιάγγρας, και τούτο το μετσένιο της Γκιώσσας. Τα καημένα! Τι ώμορφα που είναι! Είναι και τα τρία θηλυκά, καλημέρα μας!

Αλλ' ενώ η Μαριανθούλα με τη γριά χαίρονταν τα νιογέννητα κατσικάκια, που αυγατούσαν τη σπιτιάρική τους τη στάνη, οι τρεις γίδες, η Νιάγγρα η σκουλαρικάτη, η Γκιώσσα η πρωτόγεννη, κι' η Κανούτα η κουτσοκέρατη, ανέβηκαν τη σκάλα και μπήκαν μέσα στο δωμάτιο. Η γριά, ακούοντας τον ποδοβολητό, νόμισε ότι είταν ο παπάς και προσηκώθηκε λέγοντας:

— Κόπιασε, Δέσποτα μ', στην κορφή…

Στο προσκάλεσμα της γριάς οι τρεις γίδες αποκρίθηκαν μ' ένα μακρύ «μεκεκεεέ, » η καθεμιά γυρεύοντας το παιδί της. Η Μαριανθούλα με την υπηρέτρα άρχισαν να ξεκαρδίζωνται στα γέλοια, κι' η Γριά τους είπε με παράπονο:

— Γελάτε με! Γελάτε με! παλιότσουπρες! Εγώ δε θα ξαναγυρίσω αυτού που είστε σεις, αλλά σεις — ζωή νάχετε — θαρθήτε εδώ που είμαι εγώ!…

Οι τσιούπρες όμως δεν έπαβαν τα γέλοια, ως που ανέβηκε τη σκάλα στα σωστά ο παπάς, και μπήκε στο δωμάτιο, κι' έτσι θέλοντας και μη, αναγκάστηκαν να λουφάξουν, και να παν να του φιλήσουν το χέρι, μιμώντας τη γριά, που πρώτη-πρώτη έτρεξε να του το φιλήση.

Ο παπάς, αφού πρώτα έβγαλε στην άκρη της θύρας τα κουντούρια του, κάθισε φαρδύς-πλατύς σταυροπόδι δίπλα στην ωμορφοκαμωμένη φωτιά, που έκαιε σα φούρνος, κι' έπεφταν λαχταριστά από τ' αναμμένα τα κούτσουρα μεγάλα κάρβουνα φλογιασμένα. Αντίκρυ του παπά, από την άλλη την κορφή, κάθησε η γριά και δίπλα στη γριά η Μαριάνθη έχοντας τα τρία τα κατσίκια στην ποδιά της, κι' αυτά μούλοναν ήσυχα-ήσυχα μέσα εκεί, από τη γλύκα της φωτιάς. Δίπλα στη Μαριάνθη κάθονταν οι τρεις γιδομάννες, μασσώντας κριθάρι, που τους είχαν βάλει μέσα σ' ένα γκριμπούρι, για μεγαλύτερη περιποίηση, και για να κατεβάσουνε πλειότερο γάλα. Η υπηρέτρα άναψε την λάμπα και την κρέμασε στον τοίχο, κι' έτσι έφεγγε πλειότερο το δωμάτιο, που ως τότε φωτίζονταν μόνον από το γλυκό και ήμερο φως της καντήλας του εικονοστασίου.

Ο παπάς ιδόντας τα κατσικάκια και τες γίδες, είπε:

— Α!.. βλέπω απόψε, Μαριανθούλα, έχετε και φιλινιάδες!

— Έχομε για! Σήμερα γεννήθηκαν τούτα τα μικρουλάκια…

 — Ε! τα καημένα ξανάειπε ο παπάς, τι ώμορφα και τι μεγάλα και
πρόθυμα που είναι!

 — Φτύσ' τα, παπά μ', του είπε η Μαριανθούλα, για να μη μας τα φας
με το μάτι…

— Φτου! Φτου! να μη μας βασκαθούν!

Έφτυσε κι' είπε ο παπάς, αλλά της γριάς της κακοφάνηκε, που του είπε έτσι η Μαριανθούλα, και της είπε χαμηλά, για να μη τ' ακούση εκείνος:

— Αχ! στρίγλα! Αχ! γουρούνα! Ποιόν ορμηνεύω εγώ; Έτσι λεν του παπά;…

Η Μαριανθούλα χαμήλωσε τα μεγάλα και μαύρα της μάτια από την εντροπή της κι' ο παπάς, για να της κάνη την καρδιά, είπε στη γριά:

— Το μάτι είναι κακό. Έχει κακή έλξη. Κάνει κανείς μ' αυτό το κακό, χωρίς να το καταλαβαίνη και χωρίς να το θέλη. Έτσι ικανοποιήθηκε η Μαριανθούλα, σήκωσε το πρόσωπό της το πεντάμοφο και χάηδεψε τα κατσικάκια, που μούλοναν μέσα στην αγκαλιά της, σαν πουλλάκια στη φωλιά.

Η γριά τότε είπε διαταχτικά στη Μαριάνθη και στην υπηρέτρα:

— Σκωθήτε τσιούπρες μ'! Πάρτε τες γίδες και τα κατσίκια και σύρτε και κλείστε τες στην αχυροκαλύβα, γιατί απόψε είναι κακοκαιρία, θα μαζευτούν πολύ τα γίδια στο μαντρί και θα τσαλαπατήσ'ν τα μικρά. Πέτε και του πιτσικόπουλου ταπόδειπνο να μάσ' τάλλα τα κατσίκια, στον τσάρκο, χωρίς ναφήση κανένα όξω και να τον κλείση καλά..

Η υπηρέτρα με τη Μαριάνθη βγήκαν από το δωμάτιο με τες γίδες και με τα κατσίκια, κι' η γριά σηκώθηκε, πήγε στο ντουλάπι, πήρε το μισοκάρικο το παγούρι, που είταν γεμάτο ρακί, και τώδωκε στον παπά, κατέβασε και το κανίστρι με τα καφοκούτια από τ' αράφι κι' όσο να φκιάση τον καφέ για τον παπά, με το ζεστό το νερό, που είταν παραστιάς έτοιμο στο χαλκούτσι, γύρισαν από τη δουλειά η Μαριάνθη με την υπηρέτρα και κάθησαν κι' αυτές γύρα στη φωτιά.

 — Σ' υγεία, κυρά! Να καλοδεχτής! Και χρόνους πολλούς σαν αύριο…
είπε ο παπάς και τράβησε την πρώτη ρουφησιά.

 — Ευχαριστώ, δέσποτα μ', είπε η γριά ξέκαρδα, καλή ιερωσύνη και
καλόν παράδεισο…

Ο παπάς, μη γνωρίζοντας, πού ναποδώση τη στενοχώρια της γριάς, τη ρώτησε:

— Τ' έπαθες κι' είσαι έτσι χολιασμένη;

— Τι να μην είμαι, παπά μου! του απολογήθηκε η γριά. Το ξέρ'ς. Έχω τόσον καιρό, που καρτεράω κι' ακόμα ο γυιός μου δεν ηύρε δρόμο! Γριά γυναίκα είμαι. Πού ξέρω τι μου ξημερόν';

Και λέγοντας αυτά έρριξε τα μάτια δακρυσμένα ψηλά στη Μαριανθούλα, για να δώση του παπά να νοιώση πλειότερα.

— Δεν έλαβες άλλο γράμμα; Τη ρώτησε πάλι ο παπάς, από κείνο που σου έχω διαβάσει εδώ κι' ένα μήνα;

— Δεν έλαβα άλλο…

— Τότε θα πη πως μπορεί ναρθή αυτές τες ημέρες..

— Πούν' τος, παπά μ'! Αφού δεν ήρθε ως ταπόψε, κόπησαν οι ελπίδες μ'!…

Α! κυρά! Μη στενοχωριέσαι έτσι! Δρόμος είν' αυτός! Θάλασσες, ποτάμια, βροχές χιόνια…

Η καημένη η γριά δεν μπόρεσε ν' απαντήση άλλο, αλλ' ακούμπησε τες πλάτες της στον τοίχο κι' αφαιρέθηκε μονάχη της.

Ο παπάς, μη θέλοντας ν' ανακατέψη πλειότερο τη χολή της καρδιάς της, ακούμπησε κι' αυτός στο προσκέφαλο κι' άρχιζε να παίζη το κομπολόγι του «τικ-τακ, τικ-τακ… » κ' η Μαριανθούλα έγειρε στην αγκαλιά της γριάς με τα μαγουλα κατακόκκινα από την επιρροή της μεγάλης φωτιάς.

Βάβω κι' αγγονιά, ενωμένες με την απεριόριστη αγάπη, που ενώνει τες βάβες προς τ' αγγόνια, και τ' αγγόνια προς τες βάβες, μ' ένα άγουρο μνήμα, που είχεν ανοιχτή στη μαύρη γη, και μια ψυχή, που περίμεναν και οι δύο μ' ανυπομονησία από την Ξενιτειά, καθισμένες εκεί παραστιάς η μια κοντά στην άλλη, σαν ονειροφάνταχτη συνέχεια της δημιουργίας της ανθρωπότητας, σχημάτιζαν ένα από τα πλειο συγκινητικά και τα πλειο ώμορφα συμπλέγματα, που μπορούσε να πλάση η φαντασία ενός καλού ζωγράφου.

Γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά η βάβω, μ' ένα σωρό ξηρά κλωνάργια: έτοιμη να ξεραθή και να πέση σύρριζα κατά γης για να τη φάη η σαπήλα και να χαθή, κρουσταλένια κι' αργυρογάργαρη βρυσούλα η αγγονιά στη ρίζα της βελανιδιάς που έδινε, με το νάμα της, ζωή και την έκανε να βγάζη φύλλα… Χωρίς τη βαλανιδιά ασκήμιζε κ' αγιάζονταν η αργυρογάργαρη βρυσούλα, αλλά και χωρίς τη βρυσούλα, στέγνονε και χάνονταν η γέρικη βαλανιδιά. Βάβω κι' αγγονιά είταν δυο πράγματα στον κόσμο, που το ένα είχε τόσο την ανάγκη τ' αλλουνού, που δε μπορούσε να ζήση το ένα χωρίς το άλλο!

Αχ! δόσε, Θε μου! νερό στην κρουσταλλένια κι' αργυρογάργαρη βρυσούλα να ποτίζη τη γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά! Αχ! δόσε Θε μ', δύναμη στη γέρικη και κουφαλιασμένη βαλανιδιά να ισκιόνη, να προστατεύη και να ομορφαίνη τη βρυσούλα την αργυρογάργαρη και κρουσταλλένια!

Άξαφνα ξεπετιέται η γριά, σα να την είχε ξυπνήσει τρομαχτικό όνειρο, και λέει στη Μαριανθούλα:

— Σήκου, κυρά μ', καλή μέρα σ', και βάλε τραπέζι να φάμε, γιατί θα ξυπνήσωμε πολύ ταχυά αύριο, για να πάμε στην εκκλησιά!…

Στη διαταγή της γριας η Μαριανθούλα κι' η υπηρέτρα κινήθηκαν. Στρώθηκε το τραπέζι, κάθησαν όλοι γύρα-γύρα, βλόγησε ο παπάς, σταυροκοπήθησαν, άρχισαν να τρώνε, απόφαγαν, ξαναβλόγησε ο παπάς, ξανασταυροκοπήθηκαν, κι' έτσι σηκώθηκε το στρογγυλό τραπέζι από τη μέση και σκούπισε η Μαριανθούλα τα τρίμματα από καταγής, για να μη πατηθούν και γείνη αμαρτία. Ύστερα από όλα αυτά, ο παπάς καλονύχτησε τη γριά και τράβηξε για το δωμάτιο, που πήγαινε πάντα ταχτικά και κοιμώνταν, κάθε φορά, που έρχονταν από το χωριό του, για να λειτουργήση. Η γριά κατέβηκε τότε να κοιμηθή με τη Μαριανθούλα της στο ζεστό μαντζάτο, κι' η υπηρέτρα, μένοντας μοναχή της, ξαδέρφωσε τα δαυλιά της φωτιάς, σκέπασε την αθράκα με κρύα στάχτη, για να βαστάξουν τα κάρβουνα αναμμένα ως το πρωί, και να μην έχουν άκρα στο σπίτι τα ισκιώματα, τα φαντάσματα, οι πειρασμοί, οι δαιμόνοι οι κατσικοποδαραίοι κι' οι καληκαντζάροι, πήρε το προσκέφαλό της και το σάγισμά της κι' έγειρε παραστιάς να κοιμηθή.

Ενώ από μια μεριά ο παπάς στο δωμάτιο του, κι' από άλλη η υπηρέτρα στην τραπεζαρία, έπαιρναν το πρωτοΰπνι, η γριά με τη Μαριανθούλα δεν είχαν πλαγιάση ακόμα. Έκαναν μετάνοιες και σταυρούς και παρακαλούσαν μυστικά Παναγιά και το Χριστό, να τους φέρουν από την Ξενιτειά της μιανής τον γυιό της και της αλληνής τον πατέρα της και μόνον όταν κόπησαν από την κούραση, μπήκαν κάτω από την φλοκωτή την τσέργα, για να κοιμηθούν η μια στην αγκαλιά της αλληνής. Κοιμήθηκε στη στιγμή η Μαριανθούλα με τη γλυκειά ιδέα, πως το πρωί, άμα θα έρθ' από την εκκλησιά, θάτρωγε γκουλιάστρα, αυγά, τυρί, μανέστρα, και κόττα δύο λογιών: βραστή και ψητή, αλλ' η καημένη η γριά δε μπορούσε να κλείση μάτι. Ο νους της πετούσε μακρυά, σαν πουλλί, κι' έφευγε με γληγοράδα αστραπής, και πήγαινε στην Ξενιτειά τη Χρυσόσπαρτη, για να βρη το παιδί της, που το καρτερούσε τόσα χρόνια με τα δάκρυα στα μάτια, και με τη ψυχή στα δόντια, έτοιμη να φτερουγήση. Η νύχτα προχωρούσε συννεφιασμένη και κατάμαυρη με τα σκοτάδια της, με τα ισκιώματά της, με τα φαντάσματά της, με τους πειρασμούς της, με τους δαιμόνους της, με τους κατσιποδιαραίους της, με τους καληκαντζάρους της, με τους βρυκολάκκους της, με τα στοιχειά της, με τα σκοτεινά της τα μυστήρια, με τον άγριο τον άνεμό της, που βογγούσε ψηλά στες στέγες, σαν ψυχή κολασμένου γίγαντα, και με τα τρομαχτικά γαυγίσματα των σκυλλιών, μέσα στους αυλόγυρους, ή όξω στους δρόμους, κι' η Μαριανθούλα κοιμώνταν βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα παιδάκια, στην αγκαλιά τη γλυκύτατη της βάβως της, κι' έπλεε σ' ευχισμένα παιδικά όνειρα, αλλ' η καημένη η γριά ξαγρυπνούσε, μη μπορώντας να κλείση μάτι, και για να χαλινώση τον νου της και να τον γυρίση πίσω από την Ξενιτειά, που πλανιώνταν, σαν το έρημο πουλλί, τον έστρεφε πίσω, πολύ πίσω στον καιρόν που είταν νύφη ακόμα, και γεννούσε το πολυαγαπημένο της και το μονάκριβο της το παιδί. Θυμώνταν πως το βύζανε, όταν είταν μικρό, θυμώνταν πώς το κουνούσε στη σαρμανίτσα και πώς το νανούριζε με ώμορφα και με αγκαιροφκιασμένα τραγουδάκια, θυμώνταν πώς το ζαλόνονταν, όταν πήγαινε στ' αμπέλι, στο θέρο, στο σκάλο, στα μαντριά.., θυμώνταν πώς το είχε τάξει στη Μεγαλόχαρη, όταν της είχε αρρωστήση βαρυά μια φορά, θυμώνταν όταν τώστελνε στο σκολειό. Θυμώνταν όταν το ξεκίνησε γαμπρό με δυνατό ψίκι, θυμώνταν όταν το πρωτοξεκίνησε για την Ξενιτειά την έρημη και τη φλογισμένη.

Τα θυμώνταν όλα, όλα. Όλη η ζωή του καθρεφτίζονταν μέσα στη μνήμη της καημένης της μάννας σαν πως καθρεφτίζονται μέσα στα κατάργυρα νερά της λίμνης τα βουνά κι' οι ράχες, που στέκονται ολόγυρά της.

Ενώ η γριά πάλευε κατ' αυτόν τον τρόπο με τες αναμνήσες της και τον μητρικό της τον πόνο, κι' ο ύπνος πετούσε μακρυά από τα μάτια της, και προχωρούσε η συννεφιασμένη και κατάμαυρη νύχτα με τα σκοτάδια της, με τα ισκιώματά της, με τα φαντάσματά της, με τους πειρασμούς της, με τους δαιμόνους της, με τους κατσιποδαραίους της, με τους καληκαντζάρους της, με τους βρυκολάκους της, με τα στοιχειά της, με τα σκοτεινά της τα μυστήρια, με τον άγριο τον άνεμό της, που βογγούσε ψηλά στες στέγες, σαν ψυχή κολασμένου γίγαντα, και με τα τρομαχτικά γαυγίσματα των σκυλλιών, μέσα στους αυλόγυρους ή όξω στους δρόμους και κοιμώνταν η Μαριανθούλα βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα παιδάκια στην αγκαλιά τη γλυκύτατη της βάβως της, σαν αρνάδα στον προσήλιο…..

— « Κικιρίκουουουου» λάλησε μέσα από το κοττέτσι ο μεγάλος ο πετεινός του σπιτιού, «Κικιρίκουουουου..!» λάλησαν κι' οι άλλοι οι μικρότεροι «Κικιρίκουουουου!» φώναξαν κι' οι πετεινοί της γειτονιάς κι' όλου του χωριού.

Ο παπάς ξεπετάχτηκε αμέσως από τη στρώση του, τράβησε ένα σπίρτο στον τοίχο, άναψε ένα κηρί, που έβγαλε από τον κόρφο του, βγήκε όξω στο πεζούλι της κρεβάτας, μουρμουρίζοντας κάτι προσευχές, νίφτηκε, χτενίστηκε με μια αριά τσατσάρα κι' ύστερα πήρε το ραβδί του, κατέβηκε τη σκάλα και φτάνοντας όξω από τα μαντζάτα φώναξε:

— Κυρά! Κυρά!

— Όρσε, παπά!

Απολογήθηκε η γριά και πετάχτηκε ορθή.

— Δος μου το πρόσφορο κι' τ' άναμα, ευλογημένη! της είπε.

Η γριά, πασπατεύοντας στα σκοτεινά, πήρε την προσφορά, και τ' ανάμα, που τα είχε μαζύ στη σκαλοφρύδα, έβγαλε και τρεις κόκκινες λαμπάδες μέσα από μια κασσέλα κι' ανοίγοντας τη θύρα του δωματίου της, του τάδωκε όλα του παπά, ρωτώντας:

— Κάνει, δέσποτα μ', να κοινωνήσω, που δεν κοιμήθηκα καθόλου απόψε;

 — Κάνει, ευλογημένη, κάνει, της είπε ο παπάς. Αλλά τι δουλειά
είχες, που δεν κοιμήθηκες;

 — Δεν είχα καμμιά δουλειά, δέσποτα μ', αλλά μ' έτρωγε η συλλογή και
δε μπορούσα να κοιμηθώ…

Έφυγε ο παπάς και σε λίγο ακούστηκε ο σήμαντρος της εκκλησιάς. Η γριά ξύπνησε την υπηρέτρα και το πιστικούδι και διέταξε ν' ανάψουν τη φωτιά για ν' ανεβή απάνω με την τσιούπρα και να περιμείνουν εκεί ως το δεύτερο το σήμαντρο. Το πιτσικόπουλο πήγε ξύλα από την αυλή, η υπηρέτρα άναψε τη φωτιά, έχοντας ως προσάναμμα τ' αποδαύλια και η γριά άρχισε να φωνάζη της τσιούπρας να ξυπνήση. Η Μαριανθούλα κοιμώνταν βαρυά-βαρυά, σαν όλα τα μικρόπαιδα και δεν ξυπνούσε εύκολα.

— Ξύπνα, Μαριανθούλα μ'! Φώναζε η γριά. Ξύπνα και μας καρτεράει ο παπάς στην εκκλησιά, να μας δώση πασκαλίτσα, και να γυρίσωμε γλήγορα να φάμε γκουλιάστρα, γάλα, αυγά, τυρί, κόττες και τηγανίτες, που φάσκιονε η Κυρά μας η Παναγιά το Παιδάκι της το Χριστό, όταν είταν κι' αυτός μικρός. Σήκου, Μαριανθούλα μ', και μας περιμένει ο παπάς! Σήκου να πάμε γλήγορα! Σήκου, καμάρι μου! Σήκου, για να γυρίσωμε γλήγορα και να φάμε γαλατάκι από τες γιδούλες μας!

Με τα πολλά ξύπνησε η τσούπρα. Άνοιξε τα μάτια της και κύτταξε κακιωμένα τη βάβω της, δακρύζοντας και λέγοντας:

 — Αχ! μωρή βάβω, και συ τι μώκανες! Αχ! τι μώκαμες, παλιοβάβω! Αχ!
τι μώκανες!

 — Τι σώκανα, ψυχή μ'; Τι σώκανα, καρδούλα μ'! τη ρώτησε με
τρυφεράδα η γριά.

— Πώς τι μώκανες; Εγώ έγλεπα στον ύπνο τον πατερούλη μ', κι' εκεί που τον αγκάλιαζα και τον φιλούσα, με ξύπνησες εσύ! Γιατί να με ξυπνήσης, καημένη βάβω; Αχ! η καημένη, πώς έχασα τον πατέρα μ' μες από την αγκαλιά μ'! Αχ! γιατί να μη τον αγκαλιάσω πολύ σφιχτά, για να μη μου φύγη, και να ξυπνήσωμε μαζύ! Αχ! τι ώμορφος, που είταν ο πατερούλης μ'! Ψηλός, ασπροκόκκινος, μαυρομμάτης, μαυροφρύδης και μαυρομούστακος. Άγγελος γραμμένος, βαβούλα μ'! Τι πατέρα ώμορφον έχω η καημένη και δεν το γνώριζα ως τα τώρα!

Η γριά, ακούοντας τα λόγια της αγγονιάς της, άρχισε να σταυροκοπιέται, ενώ τα δάκρυα της ανέβαιναν από την καρδιά στα μάτια, η τσιούπρα στέκονταν κακιωμένη, κι' η υπηρέτρα έφερε τα μπρικολίγενα να νιφτούν. Νίφτηκε η γριά νίφτηκε κι' η τσιούπρα, κι' αφού σφουγγίστηκαν, ανέβηκαν στην τραπεζαρία, κάθησαν στην παραστιά, κι' άπλωσαν τα χέρια κατά τη φωτιά για να πυρωθούν, κι' έμειναν έτσι κοντά στη φωτιά, ως που χτύπησε κι' ο δεύτερος ο σήμαντρος.

Τότε η γριά, η Μαριανθούλα κι' η υπηρέτρα ξεκίνησαν για την εκκλησιά, αφού έκλεισαν την εξώθυρα. Το πιστικούδι πήγαινε μπροστά, κρατώντας στο δεξί του χέρι μια μεγάλη δαύλα αναμμένη και την έσερνε πέρα δώθε για να φέγγη τον δρόμο, γιατί τ' ανεμοσούρι δεν άφινε ούτε λαμπάδα, ούτε δαδί αναμμένο. Κατ' αυτόν τον τρόπο πήγαινε στην εκκλησιά κι' όλο τ' άλλο Χωριό. Κάθε φαμίλλια έβανε μπροστά έναν άντρα, ή μια γυναίκα, μένα δαυλί στο χέρι και τραβούσε για την εκκλησιά. Το είδος αυτό του πηγαιμού στην εκκλησιά, κάθε φορά, που γίνεται η λειτουργία πολύ νύχτα, δίνει μια καταχθόνια όψη στο χωριό, όψη, που εξυψόνεται σε πραγματική σκηνή του Άδη, από το σκοτάδι, από τες άφλογες λάμψες των δαυλιών κι' από τα φοβερά κι' ακατάπαυτα γαυγίσματα των σκυλλιών, που δεν είναι συνηθισμένα να βλέπουν συχνά τέτοιο θέαμα.

Δεν πέρασε πολλή ώρα από τη στιγμή, που βάρεσε ο δεύτερος ο σήμαντρος κι' η εκκλησιά αγκάλιασε με τους τέσσερους τοίχους της όλον τον κόσμο του χωριού. Άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά, όσες ψυχές βρίσκονταν στο χωριό, εξόν μία λεχώνα κι' ένα βρέφος αβάφτιστο ακόμα, είταν συμμαζωμένοι μέσα στην ταπεινή εκκλησούλα κι' ακουρμαίνονταν με κατάνυξη το χαρμόσυνο τροπάρι: «Η γ έ ν ν η σ η σ ο υ Χ ρ ι σ τ έ ο Θ ε ό ς… »

Είπε ο παππάς τα γράμματα, τέλειωσε η λειτουργιά κι' άρχισεν ο κόσμος να μεταλαβαίνουν από τη μια μεριά, κι' από την άλλη να παίρνουν αντίδωρο από το δίσκο, που τον κρατούσε ένα από τα λίγα παιδιά του χωριού, που έκαναν τον αναγνώστη της εκκλησιάς. Πρώτη- πρώτη μετάλαβε η γριά με τη φαμίλλια της, αυτή πήρε πρώτη αντίδωρο κι' αυτή βγήκε πρώτη από την εκκλησιά και τράβησε για το σπίτι της, γιατί είταν η πρώτη του χωριού και κανένας άλλος δε μπορούσε να της πατήση αυτό το δικαίωμα. Άμα μπήκε στο σπίτι η γριά με τη φαμίλλια της, η υπηρέτρα άναψε τη λάμπα και τη φωτιά, ανασκήρησε το ένα και το άλλο μες από το δωμάτιο, έβαλε το τραπέζι κι' απόθεκε ψηλά το τεψί με τες μελοποτισμένες τηγανίτες. Η γριά έβαλε τότε στην πυροστιά τη χύτρα, γεμάτη ζωμί τετράπαχης όρνιθας, που είταν καταντεμένη από την άλλη την ημέρα, θέλοντας να φκιάση τη μανέστρα, όσο νάρθη ο παπάς από την εκκλησιά, το πιστικόπουλο έφερε μια μεγάλη λίμπα γεμάτη γάλα κι' άλλη μια μικρότερη γεμάτη κουλάστρα, που είχε αρμέξει εκείνη τη στιγμή από τες γίδες, τες απόθεκε και τες δύο στη γωνιά, για να χύσουν και το ένα και το άλλο γάλα, σε ιδιαίτερα αγγειά να βράσουν, κ' η Μαριανθούλα άπλωνε το χέρι της σ' έναν ταβά, που είχε μέσα μια κόττα ψημένη στη γάστρα, για να τσιμπήση κάτι τι από μέσα, γιατί είχε αποθυμήσει την αρτυμή ένα σαραντάημερο, αλλά το άγρυπνο μάτι της γριάς την είδε και:

— Μη, βλαστάρα μ', της είπε. Μην είσαι λαίμαργη! Να έφτασε ο παπάς να μας βλογήση το τραπέζι. Γιατί, ψυχούλα μ', να φας αβλόγητο φαγί, αφού μπορείς να καρτερέσης λίγο ακόμα, και να το φας βλογημένο!

— Δεν μπορώ, βάβω μ', να βαστάξω πλειότερο!

— Περίμενε και λίγο ακόμα! Σαράντα μέρες βάσταξες και μια στιγμή δε βαστάς; Ο παπάς σε λίγο θα είναι εδώ!

Η Μαριανθούλα, θέλοντας και μη, τραβήχτηκε, και για να μη σκανταλίζεται βγήκε όξω στο πεζούλι της κρεβάτας, περιμένοντας τον παπά να φανή στην αυλή. Δεν πέρασε όμως πολλή ώρα κι' ήρθε ο παπάς, και κάθησε στην κορφή της στιας, κι' αφού τράβησε μια γερή ρακή με το παγούρι, κι' έπιε και τον καφέ, που του είχεν έτοιμο η γριά, και κύκλωσαν όλοι το καταφορτωμένο το τραπέζι από χριστουγεννιάτικα φαγητά, έβαλε το βλογητό: «Χριστέ ο Θεός ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν.» αλλά πριν τελειώση το βλογητό του, «μπουμ» ακούστηκε μια ντουφεκιά στην εξώθυρα. «Μπουμ!» κι' άλλη μια. Αντραλλεύτηκαν τα σκυλλιά. Πετάχτηκαν όλοι ορθοί και σωρό-κουβάρι κατέβηκαν τη σκάλα και βγήκαν στην αυλή.

— Ψυχούλα μ', παιδάκι μ'! φώναξε η γριά με ψυχόπονο. Δόξα σοι ο Θεός πούρθες γερός και καλά!

— Ψυχούλα μ', πατερούλη μ'! φώναξε κ' η Μαριανθούλα. Καλώς ώρισες!

Κατέβηκε ο ξενιτεμένος, ο γυιός της γριάς κι' ο πατέρας της τσιούπρας, από τ' άλογό του, και μάνα και παιδί, πατέρας και τσιούπρα και βάβω κι' αγγονιά, εγειναν κι' οι τρεις ένα δυσκολοχώριστο σύμπλεγμα αγάπης και πόνου, χαράς κι' ευφροσύνης. Η υπηρέτρα με το πιστικόπουλο τράβησαν το κατακουρασμένο τάλογο, στο κατώγι να το ξεφορτώσουν και να το σηλαρώσουν, ενώ οι τρεις οι καλοκαρδισμένοι ανέβηκαν τη σκάλα μαζύ με τον παπά, και μπήκαν στο δωμάτιο, που είταν το τραπέζι στρωμένο. Οι γάτες είχαν στήσει πανυγήρι από τη στιγμή, που, πέφτοντας οι ντουφεκιές, πετάχτηκαν οι άνθρωποι όξω. Είχαν φάγει όλο το γάλα, και τη στιγμή, που έμπαιναν οι νοικοκυραίοι στο δωμάτιο, ξέσκιζαν τη βραστή την κόττα, την τετράπαχη! Δεν είχαν λάβει ακόμα καιρό να γγίξουν την κόττα, που είταν στον ταβά, τη μανέστρα, που είταν στη σουπιέρα, και το τεψί με τες τηγανίτες. Σπολλάτη!

— «Τσιτ! τσιτ!» καταραμένες! — φώναξε ο παπάς για να τες διώξη, η γριά όμως, που σ' άλλη περίσταση θα είταν ικανή να τες σκοτώση, δε θύμωσε καθόλου, αλλά είπε:

— Άφς τες, παπά μ'! Ζώα είναι. Έχ'ν κι' αυτές δίκιο σήμερα να κάν'ν πασκαλιά.

Κάθησαν τότε γύρα στο τραπέζι, ο παπάς ξαναβλόγησε κι' άρχισαν να τρώνε. Μόνον η γριά με τη Μαριανθούλα δεν έτρωγαν μ' όρεξη. Η χαρά τους την είχε κόψει.

Πριν σηκωθή το τραπέζι ακόμα, ο παπάς είπε στη γριά:

— Ε! τώρα, κυρά, ετοιμάσου να πεθάνης, όπως έλεγες, γιατί απόλαψες ό τι ποθούσες!

— Τι λες, δέσποτα μ'; Τι κουβεντιάζεις; Αμ τώρα θέλω να ζήσω και να χαρώ! Ε ζωή είναι γλυκή όταν αδερφώνεται με τη χαρά. Ο πόθος συγκρατάει τη ζωή μας κι' η λύπη τη σβυεί. Τώρα θέλω να ζήσω να παντρέψω τη Μαριανθούλα μ', να τη νυφοστολίσω με τα χεράκια μ', να ιδώ κι' ένα-δυο δίγγονα, που λέει ο λόγος, κι' ύστερα ας παρουσιαστή ο άγγελος να του παραδώσω την παρακαταθήκη, που μου έβαλε ο Θεός. Και τι κατάλαβα, από τη ζωή, αν δε ζήσω τώρα;

Ύστερα απ' αυτά τα λόγια σήκωσε το ποτήρι, που είταν γεμάτο κρασί, έκανε το σταυρό της και τώπιε ως τον πάτο, λέγοντας:

— Δόξα σοι Θεέ μου! Σ' ευχαριστώ! Καλώς ώρισες, παιδί μ'!

Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ

Είταν ένα Σαββάτο βράδυ του χειμώνα του 186…

Καμμιά δεκαριά γυναίκες του Μικρού Χωριού, που είν' ψηλά στην αγκαλιά της ράχης, έπαιρναν νερό στην άκρη του Καλαμά, που σκίζει την Ήπειρο από βοριά κατά νοτιά. Κάθε μια απ' αυτές ήθελαν και παραήθελαν ποιά να γιομίση πρίτερα, γιατί είταν η ώρα περασμένη και μια κατεβασιά μοναχά είταν στον όχτο του ποταμιού, κι' από κει έπρεπε να γιομίσουν τες βουτσέλλες τους, κατεβαίνοντας μια-μια, γιατί το μέρος της κατεβασιάς είταν στενό. Οι νύφες όμως κι' οι τσιούπρες, αν κι' είταν από πολλή ώρα στην άκρη του ποταμού, άφιναν τες μεγαλύτερες, αν κι' αυτές έρχονταν αργότερα, γιατί η ηλικία χαίρει πολλά δικαιώματα στον τόπον εκείνον τον μισοάγριο.

Η μέρα εκείνη, που ψυχορραγούσε, είταν βροχερή. Γι' αυτό και το νερό του ποταμού είταν θολό. Οι Μικροχωρίτες, αν κι' έχουν γύρα τους άλλα ποταμάκια και ρεματιές με ξάστερα νερά, πάντοτε παίρνουν νερό από τον Καλαμά.

Τα υστερνά σύννεφα, που έκαναν το ηλιοβασίλεμα σα φλωρένιο κάμπο, λίγο κατ' ολίγο έγειναν μαύρα, φοβερά, κι' έλαβαν χίλιων λογιών μορφές, κι' η Νύχτα, που άρχισε ν' απλώνη τα φτερά της, έδινε ένα γλυκό φίλημα στο πρόσωπο της Ημέρας, που έφευγε, γέροντας πίσω από το φωτεινό όχτο, που φκιάνουν οι κορφές των βουνών, κι' επήγαινε περίλυπη να θαφτή στην απέραντη νεκρόπολη των περασμένων.

Ο ποταμός κατρακυλώνταν με θυμό, κι' η φωνή, που έβγαινε από τα νερά του, έκανε ένα είδος άγριας, περίφανης και μονότονης μουσικής, που χύνει απέραντο πέλαγο μελαγχολίας στην ψυχή.

Μια φωνή, ίσως της νιώτερης, από τες γυναίκες πώπαιρναν νερό εκεί, σηκώθηκε μ' ανυπομονησιά:

— Ντέτεστε! καμμιά βολά, καημένες!, μας πήραν τα μεσάνυχτα στην ποταμιά!

Πρέπει όμως να ξέρη κανένας, ότι μόνο τες παραμονές των γιορτών οι γυναίκες του Μικρού-Χωριού πηγαίνουν πολύ αργά για νερό εξ αιτίας που οι παραμονές των γιορτών έχουν πολλές ετοιμασίες και μεγάλες φροντίδες.

Στη φωνή αυτή, άλλη φωνή γερασμένης γυναίκας, απάντησε με αδιαφορία:

— Μη βιάζεστε, τσιούπρες!, γιατί γεράζετε γλήγορα! Δυο δρασκέλες είναι το χωριό…

Μια άλλη πάλι φωνή απολογήθηκε λυπητερά:

— Μ' εγώ, χαλασιά μου, πώχω να διαβάσω και τα σκουτιά του παιδιού μου.

Να και μια άλλη σημείωση για τες γυναίκες του Μικρού-Χωριού, όταν παίρνουν νερό: Όποια έχει να πλύνη σκουτιά απομένει πάντα η κοντινή, όσο μεγάλη κι' αν είναι, εξόν αν είναι πολύ γριά, αλλά οι γριές δεν παν ποτέ για νερό. Το νερό είναι έργο εκείνων, πώχουν μαύρα μαλλιά.

Όσο ξακολουθούσε το γιόμισμα των βουτσελλών, γένονταν στον ανήφορο μια γραμμή από φορτωμένες γυναίκες βουτσέλλες με νερό. Ανηφορούσαν αργά-αργά τον δρόμο, που βγαίνει στο Μικρό-Χωριό. Υστερνή είταν η μικρομάνα εκείνη, πούχε να διαβάση τα σκουτιά του παιδιού της. Το σκοτάδι είχε αρχίσει να ξαπλώνη τα μαύρα του φτερά στη γη και στον συννεφιασμένον ουρανό, και οι γυναίκες με το νερό ανέβαιναν τον ανήφορο, βλέποντας όχι πλειο με τα μάτια, αλλά με τον νου, γιατί κάθε μια από τες γυναίκες εκείνες, που πήγαιναν η μια πίσω από την άλλη, σαν άλυσος, είχεν αναιβή και καταιβή χιλιάδες βολές εκείνον το στενόδρομο. Ενώ η συνοδειά των γυναικών ανέβαινε σκυφτή από το βάρος του νερού, γλυκός ήχος κυπριού ακούστηκε πίσω τους «τριγκ… τριγκ… τριγκ… » κι' όσο οι γυναίκες ανέβαιναν άλλο τόσο κι' ο γλυκός ήχος του κυπριού ακούονταν καθαρώτερα και δυνατώτερα «τριγκ… τριγκ… τριγκ… » κι' από τα ξηρά και βροντερά πατήματα πεταλωμένου ζώου φαίνονταν, ότι πίσω τους βρίσκοντον καβαλλάρης. Δεν πέρασαν πολλές στιγμές κι' ο καβαλλάρης βρίσκονταν πίσω από τες πλάτες της γυναικός, που είταν παραπίσω απ' όλες. Εκείνη τότε φώναξε:

Αναμεράστε, μωρές, να περάση ο άνθρωπος με το μουλάρι!..

Από το πολύ σκοτάδι, κι' από τον βαρυσυννεφιασμένον καιρό δεν είταν δυνατό να καταλάβη αυτή η γυναίκα, αν το ζώο, που καβαλίκευε εκείνος, πώρχονταν από πίσω της, είταν μουλάρι ή άλογο, αλλά το γνώριζε, ότι σωστά είταν μουλάρι, γιατί καμμιά φορά ποδάρι αλογινό δεν είχε πατήση στο Μικρό-Χωριό, κι' εξόν απ' αυτό, μόνο στο λαιμό των μουλαριών συνηθίζουν να κρεμούν κυπρί, μικρό κουδουνάκι από μπρούζο, που κάνει «τριγκ… τριγκ… τριγκ… »

Στο χουγιατό αυτό της γυναικός της υστερνής, όλες οι γυναίκες εστριμώχτηκαν δεξιά και ζερβιά του μονοπατιού, για να κάνουν τόπο να διαβή το μουλάρι, πούχε ψηλά του έναν άνθρωπο κουκουλωμένο με πλατειά και μακρειά καπότα. Έρριξαν όλες τα μάτια τους περίεργα απάνω του, για να καταλάβουν ποιος είταν εκείνος ο άνθρωπος, που δεν ώμοιαζε για χωριανός τους, αλλά καμμιά δε μπόρεσε να καταλάβη τίποτε.

— Σαν ποιος νάναι, μωρές γυναίκες, αυτός ο άνθρωπος;

Είπε μια.

— Ξέρω κι' εγώ;

Είπε άλλη.

— Σ' αφίνει το έρμο το σκοτάδι να ιδής;

Είπε πάλι μι' άλλη.

— Νάναι τάχα καένας ξενιτεμένος;

Είπε άλλη μια πάλι.

— Να είταν ξενιτεμένος· είπε μια άλλη, δε θάρριχνε καένα ντουφέκι, άμα μπήκε στο σύνορο του χωριού μας; Τι διάτανο; Ντίπου στα κρυφά θα μας έρχονταν;

— Καλά λες, είπε η γεροντότερη της συνοδείας, μ' αναστεναγμό, αλλά να ξεπεζέψη τέτοια ώρα και σαββατόβραδο σε ξένο χωριό δεν πάει! Θάναι δικός μας αυτός! Θάναι χωρίς άλλο ξενιτεμένος από το χωριό μας!..

— Τι κάθεσαι και λες, κακορρίζικη Κυρά-Κώσταινα, είπε μια γυναίκα, σαν από μέσα της, αλλά φωναχτά. Τι καψαπαντοχή έχ'ς και νειρεύεσαι ξενιτεμένους; Δεν πήρες ακόμη τον απόθωρό σ;

— Τι να σας πω, μωρές τσιούπρες, είπ' η Κώσταινα, και στάθηκε κι' ακκούμπησε σ' ένα μεγάλο λιθάρι, για ν' ανασάνη. Αλήθεια σαράντα χρόνια έχω ξενιτεμένη, σαράντα χρόνια έχω, που καρτεράω να ισκιώσ' η θύρα μ', κι' αυτή η έρμη η μέρα δε φαίνεται νάρθη, αλλά δεν απελπίζομαι.

Και λέγοντας αυτά τα λόγια, αναστέναξε μες από τα φυλλοκάρδια της, και σηκώθηκε να τραβήση τον δρόμο.

Αν κι' είχαν ακουστά όλες οι γυναίκες της συνοδειάς — γιατί είταν αγέννητες τότε, — ότι ο Κώστας της Κώσταινας έλειπε σαράντα χρόνια στην Ξενιτειά, πάλι αναστέναξαν, σαν άκουσαν τη φριχτή αλήθεια, — λέγω φριχτή, γιατί οι πλειότερές τους είχαν άντρες και αδέρφια στην Ξενιτειά, ποια ένα χρόνο, ποια δυο και ποια τρία. Σταυροκοπήθηκαν όλες από την τρομάρα τους, εξόν της Κώσταινας, που είταν η αιτία της συλλογής τους, κι' είπαν η κάθε μια χωριστά:

— Γλύσε μας, Θε μ'!

— Τι ζουρλή που είσουν`, καημένη κυρά, και δεν τον μούντζωνες, (είπε μια), και να πάρ'ς κανέναν άλλο, ν' αποχτή'ης παιδιά….

— Αχ! καημένη! (απολογήθηκε με βαθύν αναστεναγμό η κακομοίρα η Κώσταινα) Πε, καημένη, να σε φυλάξ' ο Θεός! Είναι εύκολο θαρρείς να ξεχάση μια γυναίκα το πρώτο της το στεφάνι; Αν μάθαινα πως απέθανε, χωρίς άλλο θάπαιρνα τον απόθωρό μου και θα ξαναπαντρεύομουν, αλλά ποιος μου είπε πως απέθανε; Ύστερα, πώς να ξεχάσω έναν άντρα, που δεν τον γνώρισα σαν άντρα, παρά μόνο σαν αδερφό; Ξέρετε τι θα ειπή αυτό; Μια βδομάδα μοναχά ζήσαμαν αντάμα, σαν αδέρφια αγκαρδιακά, κι' ύστερα… πάη, πάη, κι' ακόμα πάη!.-

— Κι' είσαι άγγιχτη ακόμα;

Είπε μια, η πλειο περίεργη.

— Ντίπου άγγιχτη! απολογήθηκε η Κώσταινα. Μα τον Θεό, και μα την πίκρα της Ξενιτειάς! Όταν παντρευτήκαμαν, εγώ είμουν δέκα πέντε χρονών, κι' εκείνος — νάσκαζα — είταν δώδεκα μοναχά. Δεν τάχε κι' αυτά σωστά ακόμα, και δεν ήξευρε τίποτε από τα εγκόσμια. Τον είχαν παντρέψει οι γοναίοι του τόσο μικρόν, γιατί είταν αποφασισμένοι να τον ξενιτέψουν, κι' εφοβώνταν μη δε γυρίση γλήγορα. Εξόν απ' αυτό, δεν είχαν κι' άλλο παιδί, ούτε σερκό, ούτε θηλκό, κι' είχαν οι καημένοι ανάγκη από πηρέτια. Θιός σχωρέσ' την ψυχή τους, κι' άγιο το χώμα τους!

Με τα λόγια αυτά έπαψε η κακομοίρα η Κώσταινα το πικρό της το ξεμολόγημα. Δυο φλογερά δάκρυα &αυλάκωσαν& τα καταπάρθενα μάγουλά της, και σε ολίγο όλη η συνοδειά είταν μέσα στο χωριό, όπου άρχισαν να χωρίζωνται, γιατί η κάθε γυναίκα έμπαινε στο σπίτι της.

Το Μικρό Χωριό είναι όνομα και πράμμα μικρό χωριό. Έχει το όλο δέκα μόνο σπίτια, χτισμένα με άσπρο ασβεστολίθι και σκεπασμένα με άσπρες πλάκες. Κεραμίδια εκεί δεν ξέρουν τι πράμμα είναι. Τα πλειότερα σπίτια είναι ισόγεια, κι' είναι το ένα κοντά στα άλλο, και δεν χωρίζονται παρά από κανέναν κήπο.

Τη βραδειά εκείνη από το χειμωνιάτικο σκοτάδι έφεγγαν οι θύρες και τα παράθυρά του. Η μεγάλη κοκκινωπή αναλαμπή, που έβγαινε μέσα από τα σπίτια, δεν είταν από τα πολλά λυχνάρια τους, αλλ' από τα ξηρά ξύλα, που έβαναν στη στια και για το ζέσταμα των ανθρώπων και για το φώτισμά τους αντάμα.

Ο ουρανός λίγο-λίγο θολόνονταν πλειότερο, άστρο κανένα δεν έφεγγε ψηλά του κι' ο Βοριάς άρχισε να φυσάη πολύ δυνατά. Το Μικρό Χωριό, αφού δείπνησε και &σιλάρωσε& τα ζωοπράμματά του, έκλεισε τες θύρες του και τα παράθυρά του κι' ετοιμάστηκε να κλείση τα μάτια του και να ριχτή στην αγκαλιά του ύπνου, όσο που να βαρέση το πρωινό ο παπάς το σήμαντρο της εκκλησιάς. Όξω ο λυσσιασμένος Βοριάς κόπασε κι' άρχισε να χιονίζη. Το χιόνι έπεφτε τόσο πυκνό και πολύ, ώστε όλο εκείνο το σκοτάδι της συννεφιασμένης νύχτας άλλαξε όψη.

Μες από τα σπίτια ετοιμάζονταν το Μικρό Χωριό να κοιμηθή, για να ξυπνήση, όταν βαρέση ο σήμαντρος της εκκλησιάς, όξω από τα σπίτια χιόνιζε ακατάπαυστα και γαύγιζαν τα σκυλλιά, κι' απάνω σ' αυτό ένας γλυκός ήχος κυπριού αχολογούσε στο σκοτάδι μελαγχολικά — μελαγχολικά «τριγκ…. τριγκ…. τριγκ…. τριγκκκ. »

— Γιατί γαυγίζουν τα σκυλλιά «γκάβου, γκάβου, γκάβου»; Ποιος είν' ο ξένος που φέρνει γύρα το χωριό τη νύχτα «γκρουπ.. γκρουπ.. γκρουπ» καβάλλα στο μουλάρι, πώχει το κυπρί που λαλάει γλυκά-γλυκά «τριγκ… τριγκ… τριγκκκ»;

Το &φάνισμα& του ξένου τώμαθε το Μικρό Χωριό από τες γυναίκες, που πήγαν στο ποτάμι για νερό, αλλά πάντεχαν, ότι θάχε κανένα γνώριμο στο χωριό, κι' ότι πήγε εκεί, αλλά τα γαυγίσματα των σκυλλιών, «γκάβου.. γκάβου.. γκάβου.. » το ποδοβολητό του μουλαριού «γκρουπ.. γκρουπ.. γκρουπ.. » και το λάλημα του κυπριού «τριγκ.. τριγκ.. τριγκκκ.. » έδωσαν εις το Μικρό Χωριό να καταλάβη, ότι ο ξένος δεν πήγε σε κανένα σπίτι, κι' ότι δεν είχε κανένα γνώριμο στο χωριό.

Οι θύρες τότες άνοιγαν μια-μια, και μια γλυκή φωνή έβγαινε από μέσα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι αν είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής, και ψωμί να χορτά'ης.. »

Αλλ' ο ξένος εχάνονταν σαν ίσκιωμα, χωρίς να δώση απάντηση στο ευγενικό προσκάλεσμα, από πίσω του ακολουθούσαν μανιωμένα τα σκυλλιά, γαυγίζοντας, και μοναχά το λάλημα του κυπριού του μουλαριού του ακούονταν γλυκά και θλιβερά «τριγκ.. τριγκ.. τριγκκκκ».

Ο αγνώριστος ξένος πέρασε μπροστά απ' όλες τες εξώθυρες, στάθηκε μπροστά σ' όλες, όλα τα σπίτια του Μικρού Χωριού ένα-ένα τον προσκάλεσαν:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Αλλ' εκείνος χάνονταν σαν ίσκιωμα, χωρίς να δώση απάντηση στο ευγενικό προσκάλεσμα, από πίσω του ακολουθούσαν μανιωμένα τα σκυλλιά, γαυγίζοντας «γκάβου.. γκάβου.. » και μοναχά το λάλημα του κυπριού του μουλαριού του ακούονταν θλιβερά στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας «τριγκ.. τριγκ.. τριγκκκ.. »

Μοναχά ενός σπιτιού δεν άνοιξε η θύρα, μοναχά ενός σπιτιού το σκυλλί δε γαύγισε «γκάβου.. γκάβου.. γκάβου.. » και μοναχά από ένα σπίτι δεν ακούστηκε το προσκάλεσμα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Αυτό το σπίτι είταν της Κώσταινας, πούχε τον άντρα της σαράντα χρόνια στα Ξένα, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά.

Η Κώσταινα, επειδής είταν μοναχή της, δεν εδέχονταν ξένους χωρίς γνώρο, αλλ' ακολουθούσε με τ' αυτί το ποδοβολητό του μουλαριού «γκρουπ… γκρουπ… γκρουπ… » και το γλυκό λάλημα του κυπριού «τριγκ.. τριγκ.. τριγκ… »

Ο αγνώριστος ξένος δέκα φορές έφερε το Χωριό άνω κάτω. Ξέταξε όλα τα σπίτια ένα-ένα, σα νάθελε να βρη καμμιά εξώθυρα γνώριμη, αλλά έχανε τον κόπο του του κάκου. Δεν μπορούσε ναυρή τίποτε. Όλα του είταν ξένα. Όλα του είταν άγνωστα. Φαίνονταν, σα να γνώριζε, ότι είταν μέσα στο Μικρό Χωριό, αλλά το χωριό δεν είταν αυτό. Είχ' αλλάξει όψη. Τα σπίτια είταν αλλοιώτικα, οι οβοροί αλλοιώτικοι, οι δρόμοι αλλοιώτικοι, η εκκλησιά αλλοιώτικη: τα όλα αλλοιώτικα, και γι' αυτό, όταν τον εκυνηγούσαν τα σκυλλιά αληχτώντας «γκάβου.. γκάβου.. γκάβου» κι' άκουε το σπλαχνικό προσκάλεσμα:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι' ό,τι κι' αν είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Έφευγε κι' ακόμα έφευγε σαν ίσκιωμα, χωρίς ν' απολογηθή στο ευγενικό προσκάλεσμα, αφίνοντας οχ πίσω του μοναχά το γλυκό λάλημα του κυπριού του μουλαριού του « τριγκ… τριγκ… τριγκκκ… »

Το Μικρό Χωριό, εξόν της Κώσταινας, όλο έγεινε άνω-κάτω, γιατί δε μπορούσε να καταλάβη, αν ο άνθρωπος, που είταν καβάλλα στο μουλάρι, κι' έφερνε γύρα το χωριό, είταν άνθρωπος ή ίσκιωμα…. Άνθρωπος δεν είταν δυνατό να είταν, γιατί, ως άνθρωπος, θα είχεν ανάγκη για ζέστα, για θροφή και για ύπνο. Κι' επειδής φαίνονταν ότι δεν είχε ανάγκη απ' όλα αυτά, είταν χωρίς άλλο ίσκιωμα!..

Μες από τα σπίτια του Μικρού Χωριού βασίλευε αμολόγητος φόβος, όξω από τα σπίτια χιόνιζε ακατάπαυτα. Ακούονταν οι αληχτησιές των σκυλλιών και το κακό το λάλημα του κυπριού «τριγκ… τριγκ… τριγκκκ… » Γι' αυτό δεν ανοίχτηκε πλειο καμμιά θύρα και καμμιά σπλαχνική φωνή δεν προσκάλεσε πλειο τον ξένον σαν πριν:

— «Κόπιασε μέσα, ξένε μ', αν είσαι Χριστιανός, κι ό,τι κι' αν είσαι, θαυρής φωτιά να ζεσταθής και ψωμί να χορτά'ης».

Καρδιοχτύπι φοβερό είχε πιάση όλο το Μικρό Χωριό, εξόν της νυφοκόρης, της Κώσταινας, που περίμενε μ' ανυπομονησιά να χτυπήση το σήμαντρο της εκκλησιάς και να πάη το ίσκιωμα μαζύ με το μουλάρι του και με το κυπρί του στ' άφαντα και στα κατακλείδια της γης, όπου έχει το κατοικειό του, αλλά ο σήμαντρος δεν ακούονταν…

— Τι νάχη τρέξη τάχα; Μη δεν μπόρεσε να βγη ο παπάς από το χιόνι κι' από το σκοτάδι;

— Αχ! τι καλό πράμμα να είχε το καημένο το Μικρό Χωριό τον παπά του εγκάτοικο, και να μην προσμένη παπά από το γειτονικό χωριό νάρχεται κάθε γιορτή νύχτα να λειτουργάη; — Κακό χωριό τα λίγα σπίτια! — Τι κατάρα στο καημένο το Μικρό Χωριό να μην έχη ποτέ δικό του παπά!

— Κικιρίκουουουουου!

Λαλούν τ' αρνίθια. Είναι ώρα που τα ισκιώματα της νύχτας γκρεμοτσακίζονται και φεύγουν από τον απάνω-κόσμο!

Κοντεύει να χαράξη! Κοντεύει να βαρέση ο σήμαντρος!

Το Μικρό Χωριό αναλαβαίνει λίγο θάρρος.

— Δόξα σοι ο Θεός! Τώρα όπου κι' αν είναι θα βγη ο παπάς και θα βαρέση το σήμαντρο! Λάκκισε το ίσκιωμα!

— Κικιρίκουουουουου!..

Λαλούν τα πετείνια δεύτερη φορά.

— «Τσιγκ-τσαγκ, τσιγκ-τσαγκ, τσιγκ-τσαγκ!… » Χτυπάει ο σήμαντρος!

Γλυκοχαράζει βαθυά η ανατολή μέρα με ξαστεριά.

Όλο το Μικρό Χωριό ανοίγει τες θύρες του. Πηγαίνει στην εκκλησιά κι' είναι βέβαιο, ότι το ίσκιωμα πήρε με την ώρα του το δρόμο του ποταμού. Και στα σωστά φαίνονταν ο τορός του μουλαριού ψηλά στο χιόνι να καταιβαίνη στον ποταμό.

Η εκκλησιά στη στιγμή γέμισε απ' ανθρώπους, άντρες, γυναίκες και παιδιά κι' ο παπάς έλεγε τα γράμματα της λειτουργιάς.

Η μοναχή κουβέντα, πώκαναν μέσα στην εκκλησιά, είταν το φάνισμα του ισκιωματιού τη νύχτα μέσα στο χωριό, και τόσο πολύ η κουβέντα αυτή έπαιρνε κι' έδινε, ώστε κι' οι άντρες κουβέντιαζαν, πράμμα που μόνον οι γυναίκες τώκαναν ως τα τότε, κι' έκαναν πάντα τον παπά να τους φωνάζη μες από το γιερό:

— «Σωπάστε, γυναίκες»!…

Ο καθένας έλεγε τ' αλλουνού σιγανά για το ίσκιωμα, πως το κατάλαβε πως είταν, για το μουλάρι του, που είταν καβάλλα, και για το λάλημα του κυπριού. Οι γυναίκες π' αγαπούνε φυσικά πολύ την κουβέντα λησμόνησαν ότι βρίσκονταν στην εκκλησιά, κι' ούτε άκουγαν τον παπά, που τους έλεγε κάθε λίγο με θυμό:

— «Σωπάστε, καταραμένες»!

Όλον τον νου τους τον είχαν στο ίσκιωμα και πλειότερο εκείνες, που πήγαν το βράδυ στον ποταμό για νερό. Η μια έλεγε πως είδε, ότι το ίσκιωμα είχε γένεια μακρυά, ως τα γόνατα, η άλλη, ότι είχε κάτι νύχια, Παναγιά μου! μακρυά και σουβλερά μια πιθαμή μακρύτερα από τα δάχτυλά του, άλλη, ότι το μουλάρι δεν είχε ουρά, κι' εκείνο το πράμμα, που φαίνονταν σαν ουρά είταν η ουρά του ισκιωματιού. Άλλες πάλε έλεγαν άλλα, σε τρόπο, που μπορούσε κανένας να πιστέψη — αν πίστευε τα γυναικίσια λόγια — ότι το ίσκιωμα εκείνο είταν χίλιων λογιών, και ότι είταν ο ίδιος ο Ζερζεβούλης.

Μοναχά η Κώσταινα, η νυφοκόρη του χωριού, δεν ανακατεύτηκε στες κουβέντες, αλλά στέκονταν κοντά στην εικόνα της Παναγιάς, την παρακαλούσε μέσα πο τα φυλλοκάρδια της να κάνη το θάμα της, και να φέρη τον Κώστα της, που έλειπε σαράντα χρόνια στην Ξενιτειά. Τον φαντάζονταν ακόμη νιόν, αν και της έλειπε μια ζωή, τον φαντάζονταν ίσως παιδί ακόμα, σαν που τον είχε ιδεί την κοντινή τη φορά, όταν τον ξεκίνησε για τα έρημα τα Ξένα, φορώντας ακόμα τα χρυσά τα τέλια στο κεφάλι της. Της έρχονταν στο νου της η ανυπαντροπαντρεμένη ζωή σαράντα χρονών, που πέρασε, αφόντας βγήκε από το πατρικό της, σα νύφη και σαν παρθένα. Κι' όσο ζούσαν τα πεθερικά της αντιστέκονταν ο πόνος, πούχε για τον πολυαγαπημένο της τον Κώστα, στο πρόσωπο εκεινών, αλλά ύστερα από το θάνατό τους έμεινε σαν τον κούκκο μοναχή, ανάμεσα στους τέσσερους τοίχους, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά. Αλλά στην επανάσταση του 1854, όταν μαζύ με άλλα χωριά της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ήπειρως κάηκε και το Μικρό Χωριό και μαζύ με το Μικρό Χωριό κάηκε και τ' ώμορφο το σπίτι της, έμεινε στους πέντε δρόμους μοναχή, σαν η σταλαμματιά από το δέντρο, κι' είδε κι' έπαθε με τα ξενοδούλια, για να μπορέση να βγάλη τα έξοδα, για να βάλη μαστόρους να χτίση, όχι σαν το σπίτι, πούχε πρώτα με ανώγια και κατώγια, αλλά ένα χαμηλό σπιτάκι, με δυο στιες μονάχα, γιατί δεν είχε τίποτε άλλο, παρά πεντέξη γιδούλες και τρία τέσσερα προβατάκια για να ντυέται και ν' αρταίνεται.

Επειδή είταν ώμορφη, τίμια και νοικοκυρά, πολλοί πολλές φορές τη γύρεψαν να την πάρουν, αλλ' αυτή δε θέλησε ν' ακούση για δεύτερη παντρειά. Πρόσμενε πάντα και παρηγορούσε την ερημιά της, μ' ένα γράμμα, μοναχό γράμμα, που είχε στείλη ο Κώστας στους γονήδες του, άμα έφτασε στα Ξένα. Το γράμμα αυτό το φύλαγε μέσα στο νυφικό της το φέσι με τα τέλια τα χρυσά, και κάθε φορά που ήκουεν ότι η τάδε έλαβε γράμμα από τον άντρα της, έβγαζε κι' αυτή από τη χιλιοπλουμισμένη κασσέλλα της το γράμμα αυτό και πήγαινε στον παπά να της το διαβάση. Κατόπι το δίπλονε πάλε με μεγάλη έγνοια και το ξανάβαζε στη μοσκομυρισμένη αγκαλιά του νυφικού της του φεσιού με τα χρυσά τα τέλια, πούχε μέσα στη χιλιοπλουμισμένη της την κασσέλλα.

Σαράντα χρόνια εκείνο το γράμμα, που αντιπροσώπευε τον πολυαγαπημένο τον άντρα της Κώσταινας, εκοιμώνταν μέσα στην μοσκομυρισμένη αγκαλιά του νυφιάτικου του φεσιού της, με τα χρυσά τα τέλια, που αντιπροσώπευε τες νυφιάτικες τες μέρες της. Αυτά τα δύο πράμματα: το γράμμα και το φέσι είταν τα μόνα με την κασσέλλα, που πρωτοσκέφτηκε η Κώσταινα να γλυτώση στην επανάσταση του 1854, τότε που τα σπίτια μαζύ με το βιο όλου του χωριού έγειναν φλόγες.

Εκεί μπροστά στο εικόνισμα της Παναγιάς θυμώνταν η καημένη η Κώσταινα τα λόγια, πούχε μέσα του Κώστα της το γράμμα, που έγραφε στους γοναίους του να προσέχουν τη νύφη τους και να μην τη μαλλόνουν. Αυτά τα λόγια, που ήκουε ταχτικά, όσες φορές έδινε το γράμμα της να της το διαβάση ο παπάς, ξανάνειοναν την υπομονή της στα στήθια της, και παίρνοντας καινούργιο θάρρος έλεγε μέσα της:

— Ο Κώστας μου μ' αγαπάει… δε γίνεται να με λησμονήση! Θάρθη μια μέρα!

Αναβάνοντας όλα αυτά η καημένη η Κώσταινα στο νου της, κύτταζε την Παναγιά στα μάτια, κι' έχοντας τα δικά της τα μάτια γεμάτα δάκρυ και κάνοντας το σταυρό της έλεγε:

— Παναγίτσα μ', κάνε το θάμα σ'!

Ενώ η Κώσταινα βρίσκονταν μοναχή της, με τες σκέψες της και με όσα της θύμιζαν τα σαράντα χρόνια του ζωντανού ξεχωρισμού, κι' η λειτουργιά είταν στο «&εξαιρέτως&» ανοίγει απ' έξω η θύρα της εκκλησιάς και μπαίνει μέσα με βαρυά πατήματα άνθρωπος ψήλος και δασύς, ηλικίας πενήντα χρονών και παραπάνω, με φορέματα ξενιτεμένου, κι' από τη θύρα πώμενε πίσω του μισογυρισμένη μπήκε και το φως της ημέρας, που άρχισε να ξανοίγη, κι' ακούστηκε το λάλημα του κυπριού «τριγκ… τριγκ… τριγκκκκ».

Ο ξένος πήγε ίσια μπροστά στην Παναγιά, κι' ενώ οι Μικροχωρίτες έμεναν ξαπορεμένοι, αυτός άναψε μια μεγάλη άσπρη λαμπάδα, σταυροκοπήθηκε, προσκύνησε κι' άρχισε ν' ασπάζεται τα εικονίσματα του τέμπλου από το Χριστό ως τον Προφήτη-Ηλία, κι' ύστερα τραβήχτηκε σ' ένα στασίδι. Όλοι έβλεπαν μ' απορία τον ξένο και με φόβο παρατηρούσαν για να βρουν κανένα πράμμα, που να μοιάζη με το ίσκιωμα της νύχτας. — Αλλά πάλε μπορεί να μπη ίσκιωμα στην εκκλησιά; Λοιπόν αυτός δεν είναι ίσκιωμα!

— Αλλά ποιος νάναι;

Τέτοιες απάνω-κάτω είταν οι σκέψες του κάθε Μικροχωρίτη, άμα είδαν εκείνον τον ξένο, και δεν έβλεπαν την ώρα πότε να σκολάση ο παπάς τη λειτουργιά και να τον ρωτήσουν ποιος είναι, πούθε έρχεται και πού πάει. Τέλος σ' ένα κομμάτι ώρας σκόλασε η λειτουργία, κι' ο προύχοντας του Μικρού Χωριού, κατά το συνήθειο, προσκάλεσε τον ξένο στο σπίτι του με την ιδέα να μάθη εκεί ποιος είναι και δεν είναι. Ο ξένος, σκεφτικός και μελαγχολικός, έλυσε το μουλάρι του από ένα δέντρο, που το είχε δεμένο, κι' ακολούθησε τον προύχοντα, σα χωρίς να θέλη. Όλοι οι Μικροχωρίτες έρριξαν τα μάτια στον ξένο, σα να είταν κάτι τι περίεργο και αφύσικο, που μπορούσε ν' αγρυπνάη τη νύχτα έξω με τα σκυλλιά και με τα σκοτάδια, και να μπαίνη την ημέρα στην εκκλησιά και ν' ανταμόνεται με τους ανθρώπους.

Πριν να φτάση ο προύχοντας με τον ξένο στο σπίτι του, πέρασαν μπροστά από το σπίτι της νυφοκόρης της Κώσταινας. Αυτή, εκείνη τη στιγμή, στέκονταν στην πορειά της, κι' επειδή αιστάνονταν λιθοπάτημα, κάθε φορά που έβλεπε άνθρωπο με φορέματα ξενιτεμένα, είπε στον προύχοντα ντροπαλά-ντροπαλά, πριν εκείνος της δώση την «καλημέρα».

— Κοπιάστε, αφέντη, από το σπίτι μ' πρώτα, έτσι να ζήσης, να σας κεράσω ορθούς ένα ρακί, για να μου ευκηθήτε το να «&καλοδεχτώ&».

Ο προύχοντας, γέροντας σεβάσμιος και γλυκός, δε μπόρεσε να μη δεχτή το προσκάλεσμα της δυστυχισμένης εκείνης γυναίκας, που την είχε συντρέξη πολλές φορές και με την υπόληψή του και με χρήματα, κι' έστριψε να μπη στον αυλόγυρό της. Άμα είδε αυτό η Κώσταινα, με γληγοράδα ζαρκαδιού μπήκε μέσα στο σπίτι της, για να στρώση κατά γης την καλή της την πρόκοβα και να ρίξη το πλουμισμένο προσκέφαλο. Ο προύχοντας κοντοστάθηκε λίγο στην αυλή, και θεώρησε ανάγκη να δικαιολογήση την επίσκεψη αυτή:

— Ας σταθούμε, του είπε, μια στιγμή σ' αυτή τη φτωχή. Είναι ξενιτεμένη πολλά χρόνια, δίχως γράμμα και δίχως αντιλογιά, και δεν απελπίστηκε ακόμα, περιμένοντας τον άντρα της από τα Ξένα.

Σ' αυτά τα λόγια ο ξένος, σέρνοντας από πίσω του το μουλάρι με το κυπρί, που λαλούσε ακατάπαυτα «τριγκ-τριγκ-τριγκκκκ…. » στάθηκε, σα να ήθελε να βρη με το μάτι του κάτι τι, ή να θυμηθή κάτι τι. Αχτίδα χαράς φώτισε το πρόσωπό του, πούχε κάνει η μελαγχολία σκοτεινό, αλλ' η αχτίδα εκείνη ισκιώθηκε κι' έσβυσε στη στιγμή, και το πρόσωπο του ξένου ντύθηκε την πρώτη σκυθρωπάδα. Δεν είχαν ξεπεράσει ακόμα τη μέση της αυλής ο προύχοντας με τον ξένον, όταν το μουλάρι του ξένου χλιμήτρησε, και το σκυλλί της Κώσταινας πετάχτηκε από το κουμάσι του και χωρίς ν' αληχτήση περικύκλωσε τον ξένο και ρίχνονταν γύρα του περίχαρο. Ο προύχοντας πήρε αυτά τα δυο σημάδια, δηλαδή το χλιμήτρημα του μουλαριού και τα πηδήματα του σκυλλιού για καλόν οιώνα, και φώναξε δυνατά:

— Τα σχαρήκια, Κώσταινα…

Ο ξένος είχεν ακούσει, ότι η Κώσταινα είταν ξενιτεμένη πολλά χρόνια, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά, ακούοντας τώρα, ότι την έλεγαν και Κώσταινα, και τον προύχοντα να φωνάζη «τα σχαρήκια… » κοντοστάθηκε λίγο, κλονίστηκε, σαν κυπαρίσσι, που τώχει κόψει τες ρίζες του ο ξυλοκόπος, άφησε από τα χέρια του το καπίστρι του μουλαριού, γονάτισε και σωριάστηκε κατά γης, ψηλά στο χιόνι. Βλέποντας τούτο ο προύχοντας σκιάχτηκε και φώναξε μ' όλα τα δυνατά του:

— Τρέξ' όξω, σκύλλα Κώσταινα, με τη βουτσέλλα, λιγοθύμησ' ο ξένος!…

Η Κώσταινα πετάχτηκε ξυπόλυτη έξω, κρατώντας στα χέρια της τη βουτσέλλα γεμάτη νερό κι' άρχισε να την χύνη στο κεφάλι του ξένου. Στην στιγμή έτρεξαν κι' οι γειτόνοι, σήκωσαν τον ξένο στα χέρια και τον έβαλαν ψηλά στην προκόβα, πούχε στρωμένη η Κώσταινα, και τον σκέπασαν με την καινούργια την στέργα, ενώ ο προύχοντας, νομίζοντας ότι προσβάλλονταν η φιλοτιμία του, επέμενε να σηκώσουν τον άρρωστο και να τον πάνε στο σπίτι του, γιατί είταν προσκαλεσμένος του, και να μη τον αφήση να κοιταστή σε άλλο σπίτι, και μάλιστα στης φτωχότερης και της ορφανώτερης του χωριού, αλλ' η Κώσταινα δεν έστρεγε, και του είπε με μύτη:

— Εδώ πώπεσε, αφέντη, ο άνθρωπος, εδώ και θα μείνη, κι' αν είμαι φτωχή, ο άντρας μ' να ζήσ'… ποιος ξέρ':..

Ένεκα που λιγοθύμησε ο ξένος τόσο ξαφνικά και τόσο ανεπάντεχα, έτρεξε όλο το χωριό στο σπίτι της Κώσταινας, για να μάθουν τι και πώς έγεινε, αλλά ο ξένος κοίτονταν βουβός και δε μπορούσε να μιλήση. Σ' αυτό απάνω κατάφτασε κι' ο παπάς, γιατί είχε μάθει από πριν ότι κάποια σχέση είταν ανάμεσα του ισκιωματιού, που φάνηκε τη νύχτα κι' εκεινού του ξένου. Πέρασε στη στιγμή το πετραχήλι στο λαιμό κι' άρχισε τους ξορκισμούς, που τους ήξερε απ' έξω.

Ο παπάς αυτός ήταν ξακουσμένος για το μνημονικό του, γιατί γνώριζε απ' έξω όλα τα βιβλία της εκκλησιάς: Βαγγέλιο, Απόστολο, Ψαλτήρι, Χτωήχι, Ρολόγι, Τριώδι, Πεντηκοστάρι και όλα τα γράμματα των γιορτών, πώχουν τα Μηναία. Κοντολογία: αυτός ο παπάς είταν το θάμα όλων των χωριών, που είταν γύρα στο Μικρό Χωριό, κι' οι Μικροχωρίτες τον αγαπούσαν πλειότερο, γιατί έλεγε όλα τα γράμματα, που είναι μπροστά από τη λειτουργιά στο δρόμο, από το χωριό του ως το Μικρό Χωριό, κι' άμα χτυπούσε το σήμαντρο, έμπαινε αμέσως στη λειτουργιά.

Ο παπάς δεν είχε ειπή δυο-τρεις εξορκισμούς, όταν ο λιγοθυμισμένος ξένος άνοιξε τα μάτια του και με φωνή τρεμουλιαστή είπε σ' όλους τους ανθρώπους, που βρίσκονταν γύρα του:

— Καλώς σας ηύρα χωριανοί! Είμαι ο Κώστας! Είμαι ο νοικοκύρης της νοικοκυράς….

Ήθελε να ειπή ότ' είταν ο άντρας της Κώσταινας, αλλά το συνήθειο της πατρίδας εμποδίζει να λέγωνται στώνομα μπροστά στους άλλους, τ' αντρόγυνα. Εξ αιτίας απ' αυτό αναγκάστηκε να το ειπή με άλλα λόγια.

Άμα ήκουσε τα λόγια αυτά η Κώσταινα, τάχασε ολότελα. Δεν ήξερε τι έλεγε. Δε μπορούσε να σταθή στα ποδάρια της, ούτε να πάη εκεί που ήθελε. Άλλου ήθελε να πάη, κι' άλλου πήγαινε. Ήθελε να δείξη τη χαρά της με λόγια, αλλά δε μπορούσε να πη τα λόγια, που ήθελε. Στο τέλος της δέθηκε κι' η γλώσσα! Δεν ήξερε τι έκανε. Νους, γλώσσα, χέρια, ποδάρια, κορμί είχαν όλα πιαστή από τη χαρά.

Ο παπάς βλέποντας, ότι οι εξορκισμοί του έφεραν ανεπάντεχα καλά, έπαψε το διάβασμα, κι' όλοι, όσοι βρίσκονταν εκεί, άντρες και γυναίκες και παιδιά, ξεφώνησαν από τη χαρά τους, ενώ το κυπρί του μουλαριού ακούονταν, που λαλούσε όξω στην αυλή «τριγκ-τριγκ-τριγκ- τριγκκκκ…..»

Αφού κατάπαψε η βοή της χαράς κι' ήρθε στον εαυτό της η Κώσταινα, ο Κώστας βήκε όξω, ξεφόρτωσε το μουλάρι, τώδεσε και το σιλάρωσε, κατόπι γύρισε μέσα κι' αφού έβαλε τα πράγματά του σε μια γωνιά κάθησε σιμά στην παραστιά κι' άρχισε να μολογάη της ξενιτειάς του, τα πάθια:

— «Είμουν, είπε, δώδεκα χρονών παιδί, όταν ξεκίνησα για την Ξενιτειά. Πέρασα βουνά, ποτάμια, κάμπους, και θάλασσες. Εκεί μπήκα σ' έναν αφεντικό. Σε λίγον καιρό ο αφεντικός μου κατηγορήθηκε ότι ήταν ενάντιος του βασιλειά κι' έγεινε εξορία μαζύ με την φαμίλλια του. Όλοι οι δούλοι του τον παράτησαν, και μοναχά εγώ πήγα κοντά του, γιατί είταν καλός και με αγαπούσε. Μας πήγανε σ' έναν πολύ άγριον τόπο, κι' εκεί μας πούλησαν στους κουρσάρους της Μπαρμπαριάς, και μας πήγαν δεμένους στην πατρίδα τους. Εκείνοι μας μέρασαν, κι' ο καθένας μας πουλήθηκε στο Παζάρι &σκλάβος αλευτέρωτος& σ' άλλους ανθρώπους. Ανθρώπους λέγω; Θηρία!!! Εγώ πουλήθηκα πέντε φλωριά. Δεν μπορώ να σας μολογήσω της σκλαβιάς τα πάθια και τα βάσανα, φτάνει μόνο να σας ειπώ, πως προτιμούσα χίλιες φορές το θάνατο από κείνη τη ζωή. Έκαμα τριάντα πέντε χρόνια ακέραια σκλάβος και μέρα νύχτα έκανα το σταυρό μου και παρακαλούσα την Παναγιά να με γλυτώση από τα κακά χέρια και να γυρίσω στην Πατρίδα μου. Τέλος ο Θεός με λυπήθηκε κι' έστειλε ένα κακό θανατικό, που θέρισε όλους εκείνους τους κακούς ανθρώπους, που μ' είχαν σκλάβον αλευτέρωτο. Σ' αυτό απάνω ηύρα τον καιρό κι' έφυγα. Αφόντας σκλαβωθήκαμαν τι δρόμο πήρε ο αφεντικός μου και η φαμίλλια του δεν ξέρω.

«Αφού γλύτωσα, τράβησα δρόμο κατά τη θάλασσα. Ύστερα από πολλές μέρες έφτασα σ' ένα λιμάνι, μπήκα μέσα σ' ένα καράβι φράγκικο και μ' έβγαλε στην Αλεξάντρα. Απέκει τράβησα πάρα μέσα. Έκατσα τέσσαρα- πέντε χρόνια και, δόξα τον Θεό, απόλαψα πολλά ολίγα χρήματα, και κίνησα νάρθω στην Πατρίδα. Δεν γνώριζα αν στέκονταν ορθό το σπίτι μου κι' αν η…. δεν πήρε άλλον άντρα. Όσο για τους γοναίους μου, είμουν παραβέβαιος ότι είχαν πεθάνει εδώ και πολλά χρόνια, γιατί είταν γερόντοι άνθρωποι και δε μπορούσαν να ζήσουν πλειότερο.

«Γι' αυτό, ψες ήρθα νύχτα και δεν έρριξα κάνα ντουφέκι σαν ξενιτεμένος. Ποιος θα βγη να με δεχτή; (Είπα μέσα μου). Να σας πω την αλήθεια; Όταν μπήκα στο σύνορο του χωριού μετάνοιωσα π' άφηκα την Ξενιτειά για νάρθω σ' άλλη Ξενιτειά.

Όταν μπήκα στο χωριό, μου φάνηκε πως δεν είταν το χωριό μου, που το είχα πάντα στο νου μου σαράντα χρόνια, μαζύ με τους σπιτιακούς μου και την πίστη μου. Τρία πράγματα δεν έφυγαν απ' το νου μου σ' όλον τον καιρό της κακής μου ξενιτειάς: το χωριό μου, οι σπιτιακοί μου, κι' η πίστη μου. Δεν το γνώρισα ολότελα το καημένο μου το χωριό, που μου γελούσε πάντα στον ύπνο μου και στα ονείρατά μου. Τα σπίτια μου φάνηκαν αλλοιώτικα, οι δρόμοι αλλοιώτικοι, το μεσοχώρι αλλοιώτικο… Είναι αλήθεια ότι έφυγα μικρό παιδί και γυρίζω σήμερα γέρος, αλλά τόσο θυμούμαι τα πράγματα εδώ, που μου φαίνεται, σαν να έχω φύγει χτες. Υπόθεσα ότι έγεινε κανένας χαλασμός από θανατικό, ή από επανάσταση, ότι κανένας Μικροχωρίτης δε βρίσκεται εδώ μέσα, κι' ότι είστε όλοι φερτικοί από μακρυνόν τόπο.

— Μας χάλασε η επανάσταση, του είπαν οι χωριανοί.

— Τι λέτε; Αλήθεια;… Ας είναι. Μου τα λέτε ύστερα….. «Δε μου έκανε η καρδιά να χτυπήσω κανενός θύρα κι' αποφάσισα να περάσω όλη την νύχτα στο δρόμο, κι' άμα φέξη να ιδώ μια φορά με τα μάτια μου το χώμα που πέρασα τα παιδιακάτα μου κι' ύστερα να φύγω, να φύγω, κι' εγώ να μην ξέρω πού να πάγω. Να φύγω σε ξένον τόπο και να πεθάνω λησμονημένος, χωρίς να ξέρη κανένας πούθε είμαι και ποιος είμαι. Θα το είχα πλειότερο παράπονο να είμαι ξένος στον τόπο μου παρά στην Ξενιτειά.

«Είχα ξεμακρύνει κι' έφυγα με καρδιά βαρειά, πλειο βαρύτερη από το βουνό, όταν ακούω το σήμαντρο της εκκλησιάς μας να βαρή, και θυμήθηκα πως είχα φέρει τάξιμο μια λαμπάδα για την Παναγιά. Τότες είπα μέσα μου:

«Ας γυρίσω πίσω ν' ανάψω στην Παναγιά τη λαμπάδα που της έφερα, χωρίς να ειπώ κανενός ποιος είμαι και ποιος δεν είμαι, κι' ύστερα ανοιχτός μου είναι ο δρόμος της Ξενιτειάς… Γύρισα, μπήκα στην εκκλησιά κι' άναψα τη λαμπάδα. Τ' άλλα τα ξέρετε! Και πάλε καλώς σας ηύρα, χωριανοί μ'. Είμ' ο Κώστας!!! »

Όταν τελείωσε την ιστορία του ο Κώστας, όλοι γύρω του είχαν τα μάτια γεμάτα δάκρυα. Ο προύχοντας, θέλοντας να διώξη τη Λύπη, που άνοιξε τα φτερά της ψηλά στο πανηγύρι της Χαράς, τη λύπη, που προξένησε η ιστορία του Κώστα, είπε στην Κώσταινα:

— Κώσταινα! εγώ σου είπα πρώτος «τα σχαρήκια!» άμα μπήκα στην αυλή σου. Δος μου, λοιπόν τα σχαρήκια μου τώρα! Δεν το κουνάω απέδω χωρίς σχαρήκια!…

Κι' η Κώσταινα περίχαρη άνοιξε τη μοσκοβολημένη της την κασσέλλα κι' έβγαλε από μέσα καρύδια, σταφύλια, σύκα, συκομαΐδες και μήλα κι' έδωκε στον προύχοντα και σ' όλους, όσοι είταν μέσα, ύστερα τους έδωκε το παγούρι με το ρακί, κι' αφού έπιαν καθένας από κάνα δύο φορές κι' ευκήθηκαν στον Κώστα το «&Καλώς ήρθες από τα ξένα γερός και καλά&» και στην Κώσταινα το «&καλώς τον αποδέχτηκες&» έφυγαν, κι' έμειναν μοναχοί μέσα στο σπίτι εκείνο, που δεν είχε ιδεί άλλη φορά καλή μέρα, η Κώσταινα με τον Κώστα της, πούχε σαράντα χρόνια στην Ξενιτειά, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά.

Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΤ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

ΞΗΜΕΡΩΝΕ μια μεγάλη γιορτή στο Χωριό.

«Η μέρα έδειχνε κλεισμένη, η γη είταν ασπρισμένη, ο ουρανός χιόνιζε και το μάτι δε μπορούσε να ιδή πλειότερο από μια σπορειά τόπο. Φοβερό αγριοκαίρι. Σαρανταήμερο. Καρδιά του Χειμώνα!

«Καβάλλα απάνω σ' ένα γερό, ώμορφο και ψηλό άλογο, και κουκουλωμένος με μια μεγάλη καππότα, έμπαινα με μεγάλη χαρά στα πολυπόθητα σύνορα του χωριού μου, ύστερα από νυχτοπερπάτημα δέκα πέντε ωρών, δρόμο δέκα πέντε μερών και ξενιτειά δέκα πέντε χρονών, μακρυά, πολύ μακρυά, σε ξένα σύνορα και σε ξένα βασίλεια….

«Στο ποτάμι, πούναι κάτω από το χωριό μου, πότισα, διαβαίνοντας, το κατακουρασμένο τ' άλογό μου. Ύστερα τράβησα τον ανήφορο, που βγαίνει ίσια-μέσα στ' αγαπημένο μου το Χωριό, ανάμεσα από ραϊδιά, από γκρεμούς, από μεγάλες πέτρες, από δέντρα κι' από λίγ' αμπελοχώραφα.

«Είταν πολύ πρωί. Στιγμή, που πολεμάει το φως της ημέρας, πώρχονταν, με το σκοτάδι της νυχτός πώφευγε, και τ' άλογο ανέβαινε αργά-αργά, και βαρυά-βαρυά τον ανάποδο και κακοτρόχαλο ανήφορο από τη μεγάλη του την κούραση και από τη μεγάλη του την αποσταμάρα.

«Έκανε φοβερό κρύο. Άγριος βοριάς φυσούσε, σα λυσσιασμένος, από πίσω μου, κι' μ' ανασήκωνε από τη σέλλα τ' αλόγου μου. Το χιόνι προντίζονταν από καταγής, στο μανιωμένο φύσημά του, σαν αλεύρι κάτασπρο, πότε από τα κάτω προς τ' άνω, πότε ίσια-πέρα, πότε ίσια- δώθε και πότε με περικύκλωνε ολόγυρα, σαν ανεμοστρόβιλας. Κι' όμως δεν αιστάνομουν καθόλου κρύο μέσα μου. Μόνο τα δάχτυλα των ποδαριών μου κρύωναν λίγο, και τα χέρια μου λιγώτερο ακόμα, γιατί κρατούσα, με το δεξί το βούρδουλα και με το ζερβί τα χαλινάρια του αλόγου.

«Η καρδιά μου χτυπούσε τικ-τακ, σα λιθοπάτημα από τη συγκίνηση, που έβλεπα, ότι βρισκόμουν και περπατούσα στον τόπο των ονειρατιών μου, στον τόπο που γεννήθηκα!

«Τι γλυκειά στιγμή! Τι πανυγήρι, που έκανε η καρδιά μου! Μου φαίνονταν, σαν εκείνες τες πλούσιες χαρές, που βλέπει κανείς στον ύπνο του.

«Σε κάθε πατημασιά τ' αλόγου μου ξάνοιγα κι' ένα κομμάτι από τα παιδιακίσια μου. Κομμάτι ζωής χαρωπής, γλυκειάς και πολυαγαπημένης. Έβλεπα το μεγάλο ραϊδιό που ανέβαινα ψηλά, και, γλυστρώντας ίσια κάτω, έφτανα ως τον πάτο στο λάκκωμα, είτε με ξεγδάρματα, είτε χωρίς ξεγδάρματα, στο τρυφερό μου κορμί. Έβλεπα το μεγάλο πουρνάρι, που ανέβαινα το καλοκαίρι, κι' έπιανα τα πουλλιά μέσα στες φωλίτσες τους, πριν φτερουγίσουν ακόμα, χωρίς να με μέλλη και χωρίς να με κόβη και να με νοιάζη για τα τσιουρίσματα των μαννάδων τους, που φτερούγιζαν ψηλά από το κεφάλι μου, χωρίς νάχουν οι καημένες τη δύναμη να μου τ' αρπάξουν μες από τα σκληρά μου τα χέρια. Έβλεπα τα χωράφια μου, που πηδούσα, σαν ζαρκάδι, με τα ομόηλικά μου, κι' έπαιζα τ' αγαπημένα μου τα παιγνίδια, που δε μπορούσα να τα χορτάσω ποτέ. Έβλεπα τ' αμπέλι μου, με τη μεγάλη βαλανιδιά στην κορφή του, που περνούσα τες καλύτερες και τες πλειο ευτυχισμένες ώρες της παιδιακάτικης ζωής μου, τρώγοντας γλυκύτατα σταφύλια, ωριμώτατα σύκα και ζουμερώτατα ροδάκινα… Είταν όλα, όπως τα είχα αφήσει εδώ και δέκα πέντε χρόνια. Όλα στον τόπο τους και στη θέση τους.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν' αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά αργά «γκρουπ-γκρουπ- γκρουπππ…. »

«Είχα σκαπετήσει μια μικρή ραχούλα και δεν μου είχε μείνει, παρά να σκαπετήσω ακόμα μια, για να μπορέσω ν' αγναντέψω το χωριό μου, που κάθε σπίτι του καπνίζει αδιάκοπα, χειμώνα-καλοκαίρι, και να ιδώ το σπίτι μου με τον πλατύχωρο τον αυλόγυρό του και με το μεγάλο το δέντρο του στη μέση της αυλής του, που χρησιμεύει το καλοκαίρι, κι' ως κατοικειό, κι' ως τραπεζαρία, κι' ως αίθουσα υποδοχής, κι' ως τόπος ύπνου, κι' ως ξαποστασιό, κι' ως χωροστάσι, που μαζεύεται το χωριό, για να κρίνη τες διαφορές του και τα χωριάνικα ζητήματα, πάντα κατά πως το θέλει ο προεστός, που η γνώμη του πάντα είναι σύμφωνη με τη γνώμη των πολλών.

«Μώρχονταν στο νου πόσες φορές ξαπόστασα και ξεκουράστηκα, κάτω από τον ίσκιο αυτουνού τ' αγαπημένου δέντρου, και πόσες φορές μάλωσα με τον Κοράκη και με το φτερωτό κοπάδι της μάννας μου, — τες κόττες, — που ήθελαν να μ' αρπάξουν από τα χέρια το νόστιμο ψωμότυρό μου.

«Αμέτρητη χαρά πλημμυρούσε την καρδιά μου, επειδή ξανάβλεπα τη γη των παππούδων μου, τη γη που είδα για πρώτη φορά το γλυκό φως του ήλιου, και κατάλαβα για πρώτη φορά τον εαυτό μου άνθρωπο. Μώρχονταν να ξεκαβαλλικέψω, και καταιβαίνοντας ν' αγκαλιάσω και να φιλήσω ό τι έβλεπα κι' εύρισκα μπροστά μου: χώμα, πέτρες, χαμόκλαδα, δέντρα ….. αλλ' ο πόθος μου να φτάσω όσο το δυνατό γληγορώτερα στη ράχη, που είταν μπροστά μου, και μ' εμπόδιζε να ιδώ το Χωριό μου, το σπίτι μου, δε μ' άφινε, να καταιβώ και να εκτελέσω τούτον τον άγιο σκοπό.

— «Αχ! έλεγα μέσα μου, πότε θα φτάσω ψηλά σ' εκείνη τη ράχη, για να ιδώ απέκει ό τι ωνειρεύομουν δέκα πέντε τόσα χρόνια στα Ξένα, και να ρίξω το ντουφέκι του ξενιτεμένου, για να μάθη το Χωριό τον ερχομό μου!

«Και λέγοντας αυτά, χτυπούσα το κακόμοιρο τ' άλογο με τους φτερνιστήρές μου, κι' αυτό το καημένο πηδούσε αγκομαχώντας, και μου φαίνονταν, ότι πηδούσε στα σύννεφα, αλλ' ο δρόμος δεν τελείωνε!

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν' αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά αργά «γκρουπ-γκρουπ- γκρουππππ…

«Χίλια δυο πράμματα, γεμάτα γλυκές αναμνήσες του παιδιακίσιου μου καιρού, σαν αφροστεφανωμένες εικόνες, ζωγραφισμένες με ουράνια χρώματα, φανίζονταν μπροστά μου κι' άρχισαν να καταπραΰνουν την ανυπομονησία μου. Εδώ έβλεπα τον εαυτό μου μικρό παιδί, να τρέχω ξυπόλυτο και στο τρέξιμο να μου μπη στο ποδάρι ένα φοβερό παλιουρίσιο αγκάθι. Εκεί, έβλεπα για πρώτη φορά, να σκοτώνω μια πυκνόμαλλη και μαυρονούρα αλεπού, που κράταε ακόμα στο στόμα της την ωμορφότερη και βαρύτερη κόττα του χωριού, πώσκουζε η καημένη βραχνά- βραχνά, κι' αδύνατα-αδύνατα «κραααά-κραααά-κραααά…. ». Παρέκει, πίσω από μια μεγάλη πέτρα, έβλεπα να με πιάνη ο δάσκαλος μου από τ' αυτί σφιχτά-σφιχτά, γιατί μ' ηύρε να στήνω πλάκες για να τσακώσω κοσσύβια κι' άλλα τσεροπούλλια, πράμμα, που μας το είχε απαγορεμένο, και να με τραβάη για να με πάη μπροστά στ' άλλα μαθητούρια του χωριού, που κάναμαν σκολειό χειμων-καλόκαιρο στο νάρθηκα της εκκλησιάς, όπου το Ψαλτήρι είταν για μεγαλύτερο μάθημα, απ' όλα τα μαθήματα. Έβλεπα ν' αναιβοκαταιβαίνω το δρόμο του ποταμού χιλιάδες φορές, πότε γκότσι στες πλάτες της μάννας μου, ή της αδερφής μου, πότε περβατώντας, και πότε καβάλλα. Έβλεπα σε μια πλαγιά, εκεί πέρα, την αδερφή μου να βόσκη ζυγούρια και κατσίκια, και να μου λέγη τραγούδια. Μου φαίνονταν πως ήκουα ακόμα την αγγελική της τη φωνή. Παραπέρα έβλεπα τη μεριά, που για πρώτη φορά είπα «σ' αγαπώ» στην ώμορφη γειτονοπούλα μου. Μ' ένα λόγο, έβλεπα τόσα, που δε μπορούν να μπούνε σ' αυτό εδώ για το χαρτί. Νειάτα σπαρμένα καταγής, σα λουλούδια απριλιάτικα, σαν άνθια μαγιάτικα, σαν τριαντάφυλλα μοσκομυρωδάτα.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν' αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη αργά-αργά τον ανήφορο «γκρουπ-γκρουπ- γκρουπ-π π… ».

Λίγος δρόμος μου είχε απομείνει ακόμα, όσο ν' αναιβώ στη ράχη, αλλά δεν τελείωνε ποτέ! Την υπομονή μου διαδέχονταν ανυπομονησιά και την ανυπομονησιά μου υπομονή! Εκεί καταστενοχωριώμουν για τ' αργοβάδισμα τ' αλόγου μου, για την ορμή του ανέμου, για τες τουλούπες του χιονιού, πώδερναν το πρόσωπό μου, για το κρύο π' άρχισε να μ' αναιβαίνη, από τα ποδάρια ως την καρδιά, και να μου τρυπάη τα κόκκαλα, και για τον ατέλειωτο δρόμο, κι' εκεί βρισκόμουν ήσυχος- ήσυχος στη ζεστή και γλυκή αγκαλιά της υπομονής, και στοχαζόμουν τη στιγμή, που θάμπαινα στο σπίτι μου, τι χαρά θα έκανε η μαννούλα μου, που μώγραφε στο υστερνό της γράμμα, ότι τα συμφώνησε με τον Χάρο να την καρτερέση ως να με δεχτή πρώτα από τα Ξένα, κι' ύστερα να του παραδώση την ψυχή της. Στοχάζομουν το πανυγήρι, που θάκανε η ορφανή μονοθυγατέρα μου, που την είχα αφήσει μικρή, πολύ μικρή βυζανιάρικη, σαράντα μερών φώσινο, όταν κίνησα να πάω μακρυά στα Ξένα, να προκόψω και να πλουτίσω το σπίτι μου. Στοχαζόμουν τον αναγαλλιασμό της αδελφής μου, που την είχα αφήσει μικρούλα και θα την εύρισκα παντρεμένη, μ' ένα-δυο παιδάκια τριγύρω της, και την ευχαρίστηση, που θα αιστάνονταν οι χωριανοί μου, που, άμα θα μ' έβλεπαν να μπαίνω στο αντρορρημαγμένο πατρικό μου, θάτρεχαν να μ' αγκαλιάσουν και να με φιλήσουν όλοι, μικροί-μεγάλοι, άντρες και γυναίκες.

«Όλα αυτά ανακατεύονταν μέσα στο μυελό μου, το ένα κατόπι τ' αλλουνού, σαν κύμα που ακολουθάει το κύμα, και μάκραιναν ως χίλιες οργυιές την υπομονή μου. Αλλ' άμα έρριχνα τα μάτια μου προς τη ράχη, που είταν πάντα μπροστά μου, μου φαίνονταν, ότι έφευγε κι' αυτή με την ίδια γληγοράδα, που κυνηγούσα να τη φτάσω, μ' έπιανε η στενοχώρια της ανυπομονησιάς, κι' άρχιζα να κεντάω με μανία τα πλευρά του κακομοιριασμένου του ζώου, που είχα κατωθιό μου, κι' αυτό το δύστυχο, γεμάτο υπακουή σκλάβου, κι' υπομονή Ιώβ, αφίνοντας μικρό βογγυτό, μες από τα στήθια του, τραβούσε μπροστά, μ' όση ορμή μπορούσε να βάλη, χωρίς να δείξη το παραμικρό κάκιωμα, για τες σκληρές και απάνθρωπες κεντησιές, που του τραβούσα στα πλευρά με τους φτερνιστήρες μου.

«Το χιόνι ξακολουθούσε να πέφτη, ο βοριάς ξακολουθούσε ν' αγριοφυσάη, το κρύο ξακολουθούσε ν' αντρειεύεται και τ' άλογο ξακολουθούσε ν' αναιβαίνη τον ανήφορο αργά-αργά « γκρουπ-γκρουπ- γκρουπππ… ».

Λίγες δρασκελιές μου είχαν μείνει ακόμα, ως που να φτάσω στην κορφή της ράχης, που έκρυβε το πολυπόθητο χωριό μου, και λίγες ακόμα στιγμές, ως που να ρίξω τη χαρμόσυνη ντουφεκιά του ξενιτεμένου, που θα έκανε όλες τες καρδιές του Χωριού, να λαχταρήσουν από χαρά και λίγες θα είταν οι καλότυχες, που θα δέχονταν ξενιτεμένο, αλλά η ανυπομονησιά μου σήκωνε κεφάλι, μέσα στα στήθεια μου πάλι, κακομούτσουνη και φοβερή, και μ' έκανε να νομίζω, ότι τα ποδάρια τ' αλόγου μου είταν καρφωμένα ψηλά στη γη, και βρίσκομουν από πολλή ώρα στην ίδια μεριά. Το χτύπησα τότε τ' άλογο, για ύστερη φορά, με όση δύναμη είχα απάνω μου, και σα να έκανε φτερά το καημένο το ζώο, βρεθήκαμε στην κορφή της χιλιοπόθητης ράχης! Δόξα σοι ο Θεός!

«Εκεί το κρύο και το φύσημα του βοριά, και το χιόνι θα είταν δυνατώτερα, αλλά το Χωριό μου, που μου έδειχνε το συμπαθητικό πρόσωπό του, από μια ντουφεκιά τόπο μακρυά, μ' έκανε να μη αιστάνωμαι την αγριάδα τους.

«Όλο το Χωριό είταν συμμαζεμένο στην πλαγιά του βουνού, σαν κοπάδι καλογραικιασμένο. Κάθε σπίτι ώμοιαζε με πρόβατο και κάθε παράσπιτο με αρνί. Το σπίτι το δικό μου, μεγαλύτερο απ' όλα τ' άλλα, φαίνονταν σα βαρυκούδουνο γκεσέμι, που μπορεί να σύρη πίσω του χίλια κεφάλια πρόβατα.

«Άμα το ξεκάμπισα το Χωριό μου, έρριξα μια βαρυγιόματη ντουφεκιά, για να νοιώσουν οι χωριανοί, ότι «ξενιτεμένος έρχεται!» κι' από τον πολύν τον βρόντο τρεις φορές αχολόγησαν τα λαδώματα, οι ρεματιές και τα βουνόπλαγα.

«Καρφώνοντας τα μάτια μου στο ταπεινό και συμπαθητικό χωριό μου, νόμιζα ότι οι σκεπές του εκείνες, που κάπνιζαν ήσυχα-ήσυχα, οι καλύβες του, τ' αυλόδεντρά του, οι αυλόγυροί του, οι φράχτες του, οι ριζιμιόπετρές του, που στέκουν σκόρπια, εδώ κι' εκεί, σαν απολιθωμένοι γιγάντοι, οι δρόμοι του, οι κήποι του, τα όλα του, ότι ζωντάνεψαν, ότι έτρεχαν χαμογελώντας και χοροπηδώντας το ένα κατόπι τ' αλλουνού, και προχωρούσαν κατ' απάνω μου, για να μ' αποδεχτούν, και να μου πούνε το γλυκό χαιρετισμό:

— «Καλώς ώρισες από τα Ξένα! Δόξα σοι ο Θεός, πούρθες γερός και καλά!»

«Απέραντο πέλαγο χαράς, κι' αναγαλλιασμού είχε πλημμυρήσει τότε την καρδιά μου. Ότι έβλεπα μπροστά μου, είταν μαγευτικό, και μου φαίνονταν πως έπλεα μ' ολάνοιχτα πανιά σε πέλαγο δίχως άκρη, ευτυχίας ατέλειωτης.

«Το χιόνι έπαψε να πέφτη πλειο και μεταβάλθηκε σε γλυκή ζεστασιά, ο μανιωμένος βοριάς έπαψε να βουίζη πλειο και μεταβάλθηκε σε δροσόπνιχτο και μοσκοβολάτο καλοκαιρινό αγεράκι, και τ' άλογο μου έπαψε ν' αναιβαίνη πλειο τον ανήφορο αργά-αργά, και βρέθηκε «μπρουφ» μέσα στον αυλόγυρο του σπιτιού μου!

«Στο έμπα μου, έτρεξε πρώτος-πρώτος ο γέρικος σκύλλος του σπιτιού μου, ο Κοράκης, και ρίχτηκε, με τα μπροστινά του τα ποδάρια, απάνω στη σέλλα τ' αλόγου μου και με κάτι κουνήματα του κεφαλιού του, και με κάτι φωνές, που έβγαζε από το στόμα του, ήθελε ν' αποδείξη τη μεγάλη χαρά του, για τον ερχομό του ξενιτεμένου αφεντός του. Στα μάτια του μέσα, έλαμπε σαν ανοιξιάτικη δροσιά, ανάμεσα σε φύλλα τριανταφυλλιού, ένα αναγάλλιασμα, που δεν μπορεί να γραφτή. Εκείνη τη στιγμή, που ο Κοράκης είχε ριγμένα τα ποδάρια ψηλά στη σέλλα, και παραπονιώνταν μέσα του, γιατί να μη του έχη χαρίσει κι' αυτουνού ο Θεός λόγο, για να καλωσορίση τον αφέντη του ανθρωπινά, ο γάτος του σπιτιού, ο Λειάρος, πήδησε πίσω από τη στέγη κι' έγεινε καπνός!

«Ύστερα από το σκύλλο, κατάφτασε η μάννα μου κουτσά-κουτσά, από τα γερατειά, ξεσκούφωτη από τη χαρά της, και με τα μάτια γεμάτα δάκρυα, άγια δάκρυα μητρικά· τρίτη κατάφτασε η θυγατέρα μου, κορίτσι ώμορφο, γερό και ασπροκόκκινο, με δύο μεγάλα-μεγάλα και μαύρα-μαύρα μάτια, που βρίσκονταν στο σύνορο της ηλικίας του παιδιού και της νύφης· τέταρτη κατάφτασε η αδερφή μου με τον άντρα της και τα παιδιά της, που έβλεπα για πρώτη φορά, και σα να είμουν άψυχο πράμμα, μ' άρπαξαν στην αγκαλιά τους, και μ' έφεραν και μ' απόθεσαν μέσα στον καλό τον οντά.

«Έφερα γύρα τα μάτια μου στο σπίτι, κι' είδα πως δεν είχε αλλάξει τίποτε από μέσα. Νόμισα, πως έλειπα από τα χτες. Όλα είταν στην ίδια τους θέση, όπως τα είχα αφήσει, και μοναχά οι άνθρωποι είχαν αλλάξει όλοι. Απ' αυτουνούς, άλλοι από παιδιά έγειναν νύφες, άλλοι από νιοί γερόντοι, άλλοι από το Τ ί π ο τ ε φύτρωσαν ανθρώποι, κι' άλλοι αλλοίμονο! — έλειψαν ολότελα! Η μια αδελφή μου, ο ένας ο θειος μου, η γυναίκα μου, κι' ο πατέρας μου, δε βρίσκονται πλειο στο δεφτέρι των ζωντανών, αλλ' είχαν ταξειδέψει για τ' ανεγύριστο ταξείδι του Κάτω-Κόσμου, απ' όπου ούτε γυρίζει κανείς ποτέ, ούτε γράμματα ή χαιρετίσματα έρχονται!

«Η καρδιά μου εκείνη τη στιγμή, είχε γείνει απέραντο πέλαγο και μέσα σ' αυτό το πέλαγο πότε η Λύπη αρμένιζε μ' ολάνοιχτα πανιά και σηκόνονταν τα κύματα γύρα της, ως τον ουρανό, πότε η Χαρά έβγαινε στη μέση κι' έκανε το νερόχτιστο κάμπο του ήσυχο και μαλακό, σαν πρόσωπο απέραντου και κρουσταλλένιου καθρέφτη.

«Αν κι' από πολλά χρόνια είχα μάθει τους σκληρούς θανάτους, πώχουν γείνει στο σπίτι μου, κι' ο Γιατρός-Καιρός έχυσε το σωτήριο βάλσαμό του στες ανοιγμένες πληγές της καρδιάς μου, πάλι δεν μπορούσα να μην αιστανθώ, άλλη μια φορά, όλη τη λύπη ακέρια, για τον παράκαιρο χαμό των πολυαγαπημένων μου. Τα δάκρυα μου πλημμύριζαν, σαν ποτάμια, και πάσκιζαν να με πνίξουν, αλλ' άμα έρριχνα τα μάτια μου στη μάννα μου, που τα γεράματά της, κι' η μητρική της λαχτάρα μου φυσούσαν άγιο σέβας, στη θυγατέρα μου, που η αγάπη της, κι' η δροσερή της νιότη φύτευαν στη ματωμένη μου καρδιά την πλειο γλυκύτερη χαρά και την πλειο μεγαλύτερη ελπίδα, και στην αδερφή μου και στο γαμπρό μου, που η αγάπη τους, και η ειλικρινή τους έγνοια μ' έκαναν να γεμίζω παρηγοριά, σταματούσαν τα δάκρυα μου και σκορπούσε ο πόνος μου, σαν πως σκορπίζονται τα σύννεφα στον ουρανό, όταν φυσάη ο δυνατός βοριάς. Πάντα το Τώρα νικάει το Π ρ ι ν.

«Σ' αυτό απάνω κατάφτασαν κι' οι σιμώτεροι γειτόνοι να με καλωσορίσουν. Ύστερα απ' αυτουνούς κι' οι μακρυνώτεροι, και λίγο- λίγο το σπίτι μου δέχτηκε, μέσα στους κόρφους του, όλο το Χωριό, άντρες, γυναίκες και παιδιά, γιατί είναι χρέος άγιο το να τρέχη κανείς να χαιρετάη ξενιτεμένο, και να πανηγυρίζη τον ερχομό του.

«Φιλήματα απ' εδώ, αγκαλιάσματα απ' εκεί, αναγαλλιάσματα από τούτη τη μεριά, γέλοια από εκείνη, σταυρόνονταν κάθε στιγμή σ' εκείνο το χαρούμενο πανηγύρι, που εγώ είμουν αιτία και κέντρο.

«Στην τιμημένη και ποθητή μας Πατρίδα, η Ξενιτειά τα συμπαθάει όλα. Ζήλιες, διαφορές, μαλώματα κι' έχτρες, τα λυόνει όλα η Ξενιτειά, σαν πως λυόνει η νοτιά το χιόνι. Ο Ξενιτεμένος είναι άγιο πράμμα, που σέρνει το σεβασμό και την αγάπη των χωριανών κι' όλου του κόσμου πέρα και πέρα.

Τη στιγμή εκείνη το σπίτι μου ώμοιαζε κρινί μελισσιών, στον καιρό του καλοκαιριού, που μαζεύονται στη θύρα και μπαινοβγαίνουν τα μελίσσια.

«Τέλος η μάννα μου άνοιξε τη νυφική της κασσέλλα, που είχε μέσα φυλαγμένα απ' όλα τα πωρικά, που βγαίνουν στο χωριό μου, κι' όλα τα γλυκύσματα, που κάνουν εκεί, δηλαδή: σύκα, σταφίδες, μήλα, καρύδια, ρόιδια, κυδώνια, μουστόπητες, σιρυμπίκια, και συκομαΐδες, κι' άρχισε να τα μοιράζη πολλά-πολλά απόλα στα λειανοπαίδια, που είχαν τρέξει όλα, άμα έμαθαν τον ερχομό μου, γνωρίζοντας, ότι θα καλοπλερόνονταν ο κόπος τους γι' αυτό. Η αδερφή μου άρχισε να πλάθη πήττα, η θυγατέρα μου κερνούσε τους μεγάλους ρακί, με το μισοκάρικο το παγούρι, ο γαμπρός μου κάθουνταν σιμά μου καταχαρούμενος, κι' εγώ μολογούσα σ' εκείνους, που με ρωτούσαν πώς πέρασα τον καιρό μου στην Ξενιτειά, τι είδα, τι ήκουσα, τι έμαθα, τι έκανα, ποιόν πατριώτη είδα κι' αντάμωσα, από ποιους και σε ποιους έφερα γράμματα, πώς είναι ο τάδες χωριανός μας, τι δουλειά κάνει ο τάδες ο πλησιοχωρίτης μας, μ' ένα λόγο έδινα ταχτική αναφορά και ταχτικό λογαριασμό του τι έκανα, τι άκουσα, τι είδα και τι έμαθα σ' όλον τον καιρό των δέκα πέντε χρονιών, που βρισκόμουν στην Ξενιτειά.

«Ύστερα άρχιζαν να φεύγουν λίγοι-λίγοι οι καλοί χωριανοί μου, κι' έμεινα μόνος με τους ανθρώπους του σπιτιού μου. Καθίσαμε όλοι σταυροπόδι γύρα στη στια, που έκαιγε σαν καρμοκάνι, περιμένοντας να ετοιμαστή το γιώμα, ενώ είταν ξαπλωμένος μπροστά μας ο γάτος ο Λειάρος, όλως διόλου αναίστητος και ξένος προς το πανηγύρι του σπιτιού, και πίσω μας κάθονταν στα πισινά του ποδάρια ο σκύλλος, ο Κοράκης, προσέχοντας στες ομιλίες μας, σαν πως προσέχουν στο Βαγγέλιο, βλέποντας μας, κατάματα, όσους δεν του είχαν γυρισμένες τες πλάτες, και πλειότερο εμένα, τον νοικοκύρη, και τόσο πολύ προσείχε τ' αυτί του, και τόσο πολύ κάρφονε τα μάτια του απάνω μου, που μ' έκανε να πιστέψω, ότι θ' ανακατώνονταν στες ομιλίες μας, μιλώντας με ανθρώπινη γλώσσα!

«Η ζέστα, η χαρά, τ' αναγάλλιασμα, οι κόποι του δρόμου, η αϋπνία, κι' η συγκίνηση νάρκωσαν τόσο πολύ το πνέμα μου και το κορμί μου, ώστε, καθώς βρισκόμουν εκεί, γύρισα το κεφάλι μου στη μοσχοβολημένη παρθενική αγκαλιά της θυγατρός μου, έκλεισα γλυκά-γλυκά τα μου, κι' αποκοιμήθηκα… »

Και…. όταν ξύπνησα, κι' άνοιξα τα μάτια μου, δεν είδα τίποτε μπροστά μου! Μάννα, θυγατέρα, αδελφή, σπίτι, χωριό, πατρίδα είταν όλα φευγάτα! Βρισκόμουν, και βρίσκομαι ακόμα στα έρημα τα ξένα, κι' όλα όσα είδα και σας διηγήθηκα δεν είταν άλλο παρά μια γλυκειά οπτασία, ένα ευτυχισμένο όνειρο, που μου δώρησε η αγάπη της Πατρίδας μου, που βρίσκεται τόσο μακρυά.

Τι πικρή που θα είταν ακόμα η Ξενιτειά, αν δεν είταν και τα όνειρα!

ΤΟ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟ ΜΝΗΜΑ

ΔΩΔΕΚΑ ακέρια χρόνια είταν στην ξενιτειά ο αδερφός του Γιάννη, ο Φώτος!

Εννιά χρόνια έστελνε ταχτικά γράμματα και χρήματα, αλλά τα επίλοιπα τρία χρόνια ούτε χρήματα, ούτε γράμματα έστελνε, κι' ο Γιάννης δε σκέφτονταν, γιατί δε λάβαινε χρήματα, αλλά το γιατί δεν λάβαινε γράμματα. Ήθελε να μάθη, ότι ο αδερφός του ζούσε κι' είταν στον Απάνω-Κόσμο, κι' ας έλειπαν τα χρήματα. Περίμενε, περίμενε ένα μήνα, δυο, τρεις, ένα χρόνο, έγειναν τρία σωστά χρόνια, χωρίς γράμμα και χωρίς αντιλογιά! Στο τέλος είδε κι' απόειδε, πήρε ένα σακκούλι στον ώμο του, φόρεσε την κάππα του από το ένα το μανίκι και τράβησε για την Ξενιτειά, έχοντας για μόνο του σύντροφο ένα μακρύ δικανίκι.

Πλανήθηκε σαράντα μέρες δρόμο, πέρασε σαράντα πολιτείες, και διάβηκε κάμπους και βουνά, ποτάμια και θάλασσες, ως που να φτάση στο μέρος που ξενειτεύονταν ο αδελφός του. Δε γνώριζε κανένα, ούτε κανένας πατριώτης βρίσκονταν εκεί. Είταν μεγάλη Παρασκευή, όταν μπήκε σ' αυτήν την πολιτεία, μέσα στην Ανατολή, κοντά στην Κόνια. Τράβησε σ' ένα ταπεινό ξενοδοχείο, έφαγε λίγο ψωμί και κρομμύδι, κι' από την πολλή του την κούραση έπεσε να κοιμηθή, χωρίς να ειπή τίποτε σε κανένα, γιατί ήρθε και ποιόν γυρεύει. Αλλά ένα μαύρο προαίστημα του είχε γραπώσει την καρδιά, από τη στιγμή, που πάτησε το ποδάρι του εκεί.

Τα μεσάνυκτα άρχισαν οι καμπάνες να βαρούν δυνατά. Ξύπνησαν όλοι, όσοι είταν χριστιανοί, ξύπνησε κι' ο Γιάννης, σα χριστιανός που είταν κι' αυτός, και πάη μαζί με τους πολλούς, σε μια από τες πολλές εκκλησιές της πολιτείας. Παρεκύτταξε όλους τους ανθρώπους, που είταν σ' αυτήν την εκκλησιά, αλλά δεν του ώμοιαζε κανένας για τον αδερφό του, το Φώτο. Απέκει πάη σ' άλλην εκκλησιά, αλλά κ' εκεί τίποτε. Πάη σ' άλλη, και σ' άλλη, και σ' άλλη, αλλά σε καμμιά δεν απάντησε την αχτιδόλαμπρη μορφή του αδερφού του!

Στην τελευταία εκκλησιά ηύρε τον Επιτάφιο έτοιμο να βγη. Ο κόσμος όλος, που τον ακολουθούσαν είχαν από ένα κερί στο χέρι τους. Αγόρασε κι' ο Γιάννης ένα κερί κι' ακολούθησε τον Επιτάφιο. Ύστερα από λίγη ώρα, όλοι οι Επιτάφιοι των εκκλησιών της πολιτείας σμίχτηκαν στα πρόθυρα του νεκροταφείου. Εκεί όλοι μαζύ έγειναν ένα, και μπήκαν μέσα στα μνήματα.

Όλος ο περίβολος του νεκροταφείου φεγγοβολούσε. Μες από τα κουτιά των πεθαμένων ξεπετούσε η ήμερη λάμψη του καντηλιού, που είχε ανάψει χέρι συγγενικό, ή φιλικό. Νόμιζε κανείς, ότι όλοι εκείνοι οι κάτοικοι του Κάτω-Κόσμου ξαγρυπνούσαν, περιμένοντες τον Επιτάφιο. Ο Γιάννης χώθηκε ανάμεσα στα μνήματα προσέχοντας μη δρασκελίση κανένα, και μη σκοντάψη σε κανένα Σταυρό. Εκεί που πήγαινε, χώρια από το πλήθος των Επιταφίων, που έκραζε ακατάπαυτα «Κύριε ελέησον», περβατώντας ανάμεσα στες νεκρικές κατοικίες, απάντησε ένα σβυστό μνήμα. Είταν στην άκρη του νεκροταφείου, και στο σαρακωμένο κουτί του, που είταν γυρμένο από τον άνεμο και την πολυκαιρία, δεν έφεγγε καθόλου καντήλι.

— Να, που βρίσκονται και στον Κάτω-Κόσμο φτωχοί, (είπε με το νου του ο Γιάννης), και δεν έχουν ένα καντηλάκι, με λίγο λαδάκι ν' ανάψουν κι' αυτοί τούτη τη βραδειά, και να πανηγυρίσουν με τους πολλούς. Κρίμα! Εγώ νόμιζα ως τα τώρα, ότι η φτώχεια μόνο στον Απάνω-Κόσμο είχε μερδικό!

Λέγοντας αυτά τα λόγια, έσκυψε με δακρυσμένα μάτια να κολλήση το κερί, που κρατούσε, ψηλά στο σαρακωμένο και βαγισμένο νεκρικό κουτί, κι' έτσι να προσφέρη μια μικρή ελεημοσύνη στον φτωχό Κατωκοσμίτη, που βρίσκονταν στα σκοτεινά, αλλ' εκεί, που κολλούσε το κερί, έπεσε το μάτι του στα κάτασπρα γράμματα, που είταν γραμμένα ψηλά στο μαύρο κουτί, κι' έμπηξε ένα μεγάλο ξεφωνητό με όλη τη δύναμη της καρδιάς του, σα να τον είχε τσιμπήσει στην καρδιά οχιά πικρή, η κακή μονομερίδα.

— «Αχ! αδερφούλη μου, Φώτο! Εγώ σε γύρευα ανάμεσα στους ζωντανούς, και συ βρίσκεσαι ανάμεσα στους πεθαμένους!»

Λέγοντας αυτά ξαπλώθηκε ψηλά στο χορταριασμένο μνήμα, κλαίοντας και μύροντας, σα μικρό παιδί.

Κανένας δε ζύγωσε να τον παρηγορήση, για μια τέτοια μεγάλη δυστυχία. Έκλαιγαν κι' άλλοι γύρα του σκυμμένοι σε φωτισμένα μνήματα, αλλά καθένας έκλαιγε τον πόνο του.

Ύστερα από λίγη ώρα έφυγαν οι Επιτάφιοι, καθένας για την εκκλησιά του, ο κόσμος τραβήχτηκε για το σπίτι τους, το νεκροταφείο έμεινε έρημο, και μοναχά ο Γιάννης στριφογύριζε βογγώντας ψηλά στο μνήμα του αδερφού του, σα λαβωμένο φείδι, κι' όταν ο ήλιος φώτισε τον Κόσμο μας με τες αργυρόχρυσες αχτίδες του, πήρε τα σύνεργα του νεκροθάφτη, που είταν χωμένα κάτω από ένα καλυβούτσι, άνοιξε τ' αδερφικό μνήμα μ' έγνοια, έμασε όλα τα κόκκαλα ένα-ένα, κι' αφού τα πότισε με καυτερά αδερφικά δάκρυα, τάβαλε μέσα στο σακκούλι του, σταυροκοπήθηκε κατά ήλιου και ξεκίνησε με την καρδιά καμένη και φλογισμένη για την έρημη την Πατρίδα, φορτωμένος τ' αδερφικά κόκκαλα, που έβγαλε από το ξενιτεμένο μνήμα, τα κόκκαλα εκείνα, που είταν αναστημένα με το ίδιο γάλα, και το ίδιο αίμα, για να τ' αποθέση στο ταπεινό κοιμητήρι του χωριού του!

Με τι καρδιά γύριζε ο καημένος στο χωριό του!

Ο ΓΚΕΣΟΥΛΗΣ

ΓΚΕΣΟΥΛΗΣ λέγουνταν εκείνο το λαμπρό σκυλλί!

Τόνομα του Γκεσούλη έχουν όλα τα σκυλλιά, πούναι στο κορμί μαύρα και άσπρα στο λαιμό και στην κοιλιά. Αυτό το είδος του χρωματισμού των σκυλλιών έχει λευκώματα και στα ποδάρια, πότε στα τέσσερα και πότε σε λιγώτερα, και κάτι καστανές γραμμές κάτω από τα μάτια. Τώρα γιατί τα σκυλλιά πώχουν αυτόν τον χρωματισμό λέγουνται Γκεσούληδες, δεν μπορώ να σας το ειπώ, γιατί είναι ξένο προς το θέμα μας, κι' έρχουμαι στο Γκεσούλη μου.

Η ιστορία, που θα σας διηγηθώ τώρα έγεινε στην Ήπειρο, και λέγω ιστορία, γιατί το διήγημα μου είναι αληθινό, κι' ούτε πολλά χρόνια είναι πώγινε το πράμμα.

Ο Γκεσούλης, μικρό κουταβάκι, πριν ανοίξη ακόμα τα μάτια του, είχε ριχτή στο φάραγγα, είδος Κεάδα του χωριού, μ' άλλα έξη-εφτά ομογέννητα αδερφάκια του, γιατί ο αφέντης της μάννας του, θέλοντας να δοκιμάση την αξία όλων των κουταβιών πούχε γεννήσει η σκύλλα του εκείνες τες μέρες, τάβαλε όλα απάνω σ' ένα λυκοτόμαρο, και μόνο δυο κουτάβια, που απ' όλα συνταράχτηκαν και σήκωσαν τη μύτη τους κι' έβγαλαν ένα μικρό γουρλητό, αυτά κράτησε, για να βυζαίνουν το γάλα της σκυλομάννας, γιατί αυτά τα κουτάβια θα γίνουνταν καλύτερα και φοβερώτερα κι' ως μαντρόσκυλλα κι' ως αυλόσκυλλα, και τάλλα τα πέταξε στο φάραγγα κρυφά από τη μάννα τους, που τ' αγαπούσε η καημένη όλα ίσια, κι' είχε για το καθένα ξεχωριστό βυζί στην κοιλιά της.

Όταν πέταξαν τα κουτάβια στο φάραγγα, ο Γκεσούλης φαίνεται δεν είχε πάθει τίποτες από το πέταγμα κάτω στον φοβερό γκρεμό, και κατόρθωσε να ζήση ένα ολάκαιρο μερονύχτι μέσα στο φάραγγα, όταν ένας κυνηγός, ο Λέντζος, κυνηγώντας αγρίμια, πέρασε από το μέρος εκείνο, που βρίσκονταν ριγμένα τα κουτάβια, που μόνον ο Γκεσούλης μας είτανε ζωντανός ακόμα και γουρλιώνταν το καημένο το ζώο από την πείνα κι' από το κρύο, και βλέποντάς το να παραδέρνη έτσι μόνο του μέσα στην ερημιά, το λυπήθηκε και τώμασε από καταγής και τόβαλε μέσα στο κυνηγοσάκκουλό του. Ύστερα από λίγη ώρα, βρέθηκε σένα μαντρί κοντά, πούχε γαλάρια γιδοπρόβατα. Εκεί ζήτησε λίγο γάλα κι' ο πιστικός άρμεξε όλο το βυζί μιανής γίδας στο στόμα, του κατανήστικου κουταβιού. Άμα το γάλα μπήκε στην κοιλούλα του, το κουτάβι άνοιξε για πρώτη φορά τα μάτια, και κοίταξε κατάματα τον κυνηγό, κι' έκανε σα νάθελε κάτι να του ειπή, αλλά τι να του έλεγε ένα τέτοιο άλογο ζώο;

Να μην τα πολυλογούμε, σε τρεις-τέσσερους μήνες απανωθιό, ακείνο το κουταβάκι είχε γείνει ένα ωραίο κι' έξυπνο σκυλλάκι, που είταν ο μεγαλύτερος φύλακας του σπιτιού.

Στο σπίτι του κυνηγού είταν πολλοί άντρες, γυναίκες και παιδιά, αλλά το Γκεσουλάκι, αν κι' αγαπούσε όλη τη φαμίλια κι' όλο το σπίτι, κι' όλα τα ζώα του σπιτιού, ως και τες κόττες ακόμα, γιατί μια μέρα ρίχτηκε να ξεσκίση ένα γειτονικόν πετεινό, που κυνηγούσε ένα πετεινάρι του σπιτιού, και πρόφτασε να του βγάλη μόνο την ουρά, αγαπούσε όμως πλειότερο απ' όλους κι' απ' όλα τον κυνηγό.

Όταν έμπαινε ο κυνηγός μέσα στο σπίτι, το Γκεσουλάκι χοροπηδούσε από τη χαρά του και ρίχνονταν ως απάνω, σα νάχε φτερά. Τέλος από Γκεσουλάκι έγεινε ένας φοβερός Γκεσούλης, και λέγοντας «Γκεσούλης» μέσα στο χωριό, εννοούσαν αυτόν.

Σ' αυτό απάνω ο ευεργέτης του Γκεσούλη, ο πολυαγαπημένος του απ' όλο το σπίτι, αφίνοντας το ντουφέκι του κυνηγιού, ξεκινούσε ένα πρωί για την Ξενιτειά. Όλο το σπίτι κι' όλο το χωριό τον συμπροβόδησαν ως το σύνορο τους, κι' εκεί κάτω από ένα μεγάλο πολύκλαδο και φουντωτό πουρνάρι, γένονταν ο πολύπικρος ξεχωρισμός! Τι δάκρυα, τι σιγοκλάμματα, τι αναστεναγμοί, από τη γριά-μάννα του, από ταδερφοξάδερφά του, κι' από τη γυναίκα του και τι λύπη και τι κατήφεια απ' όλους τους χωριανούς! Το ύστερο σταυρωτό φίλημα και σφιχτακάλιασμα είταν της πικραμένης της μάννας του, και το ύστερο κατευόδιασμα της πανώριας και περίκαλλης γυναίκας του.

Η ξενιτεμένη συνοδεία τράβησε και χώθηκε πίσω από ένα σκαπέτημα, και σπιτιακοί, συγγενήδες, γειτόνοι, φίλοι και λοιποί χωριανοί γύρισαν προς το χωριό…. Αλλά λίγο έλειψε να λησμονήσωμε τον καημένο τον Γκεσούλη! — ένα σκυλλί. —

Ο Γκεσούλης στάθηκε στο πουρνάρι, καθισμένος στα δυο του πισινά ποδάρια κι' έβαλε μάτι για το δρόμο της ξενιτεμένης συνοδείας, ενώ κάποτε γύριζε και κοίταζε και τους άλλους, που γύριζαν στο χωριό.

Σε λίγο, που κρύφτηκαν κι' αυτοί πίσω από μια ραχούλα, ο Γκεσούλης άρχισε να γυρίζη γλήγορα-γλήγορα το κεφάλι του, πότε προς το δρόμο, που είχε πάρει ο Ξενιτεμένος, και πότε προς το δρόμο του χωριού, σαν πετροπέρδικα, που φοβάται να μην τη σκιώση το γεράκι. Τέλος έκανε τίναγμα ξαφνικό και ρούπησε κατά το δρόμο του Ξενιτεμένου!

Πέρασαν τέσσερα χρόνια ολάκαιρα από τότε. Ο Ξενιτεμένος, αφού έκανε γερό πουγγί στην Αθήνα, ως ψωμάς, ξεκίνησε για την πολυπόθητη πατρίδα, μαζύ με τον αγαπημένο του τον Γκεσούλη. Στο ξεκίνημα του είχε κολλήσει κ' ένας χωριανός του, που η τύχη δεν τον είχε χαϊδέψει καθόλου από τη μεγάλη του ακαματιά. Αυτός ο χωριανός του λέγονταν Φετάνης και γνώριζε πόσο παχύ είταν το πουγγί του Λέντζου. Φτάσανε μαζύ στην Άρτα. Εκεί ο Λέντζος είδε ένα ώμορφο μουλάρι και το αγόρασε για το σπίτι, και την άλλη την ημέρα πρωί-πρωί ξεκινήσανε για τα Γιάννινα: ο Λέντζος καβάλλα κι' ο Φετάνης με τον Γκεσούλη πεζοί. Ο δρόμος από την Άρτα ως τα Γιάννινα είναι μια ολάκαιρη μέρα, αλλά για να φτάση κανείς σε μια μέρα από την Άρτα στα Γιάννινα πρέπει να ξεκινήση πρωί και να μη χασομερήση στο δρόμο. Το χωριό των ξενιτεμένων είταν άλλες έξη ώρες πέρα από τα Γιάννινα.

Ο Φετάνης στο δρόμο αρρώστησε από πονόκοιλο και πήγαινε «στάσου εδώ» και «στάσου εκεί». Ο Λέντζος, κι' επειδή τον λυπήθηκε κ' επειδή ήθελε να φτάση το βράδυ στα Γιάννινα, κατέβηκε από το μουλάρι κι' έβαλε τον Φετάνη καβάλλα, αλλ' ο Φετάνης κοντοβαστούσε το μουλάρι, λέγοντας ότι το γοργοπερπάτημα του μουλαριού του μεγάλονε τον πόνο. Να μην τα πολυλογούμε, όταν ο ήλιος κοντοβασίλευε, η συντροφιά βρίσκονταν τρεις ώρες μακρυά από τα Γιάννινα. Είταν Αύγουστος μήνας και το νυχτοπερπάτημα πλειο ευχάριστο.

Από λίγο-λίγο ο ήλιος καταίβαινε φλογερός πίσω από το βουνό του Μακρυαλέξη, σέρνοντας πίσω του ολάκαιρη χρυσή ουράνια λίμνη. Λίγο- λίγο πάλι εκείνη η χρυσή λίμνη έγινε χάλκινη κι' η χάλκινη μολυβένια, τ' αστέρια άρχισαν ν' ανάβουν ένα-ένα στον ουρανό, κ' η Νύχτα αγκάλιασε τον Κόσμο στα κοταμέλανα φτερά της. Τότε ο Φετάνης γυρίζει και λέγει του Λέντζου, που έρχονταν από πίσω τραγουδώντας:

— Έλα να καβαλλικέψης εσύ, γιατί μ' άφησ' ο πόνος.

Σταμάτησε το μουλάρι, ξεκαβαλλήκεψε, και καβαλλήκεψε ο Λέντζος. Ξακολούθησαν έτσι ως μια ώρα δρόμο, όταν έφτασαν σε μια ράχη, οπούθε φαίνουνταν τα Γιάννινα μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, με τα πολλά τους φώσια, σαν απέραντο πάπλωμα, κεντημένο με χρυσά αστέρια. Σ' αυτή τη μεριά ο Φετάνης λέγει του Λέντζου:

— Έχ'ς ένα τσιγάρο;

Ο Λέντζος σταμάτησε το μουλάρι κι' έβγαλε ένα τσιγάρο, κ' ενώ άπλωνε να το δώση του Φετάνη, αυτός αντί να πάρη το τσιγάρο, του δίνει μια βαθειά μαχαιριά στα πλευρά!

— Άπιστο σκυλλί, μ' έφαγες!

Πρόφτασε μόνο να ειπή ο Λέντζος κι' έπεσε καταγής νεκρός. Ο Γκεσούλης έτρεξε στην απελπισμένη φωνή τ' αφέντη του, και τη στιγμή που ο φονιάς άπλωνε το άτιμο χέρι του να βρη τη γεμάτη σακκούλα, το στόμα του πιστού σκυλλιού του τ' άρπαξε. Σκυλλί και φονιάς πάλαιβαν ο ένας με το φονικό μαχαίρι κι' ο άλλος με τα δόντια. Ώρες βάσταξε, το πάλαιμα, κι' ο φονιάς, βλέποντας, ότι δε μπορούσε να βάλη χέρι στο άψυχο κορμί και ν' αρπάξη τους κόπους και τους ίδρους τεσσάρων χρόνων, αναγκάστηκε ν' απομακρυνθή και να φύγη. Εννοείται, ότι αν ο φονιάς είχε ένα πιστόλι, θα ξαπλώνονταν κι' ο Γκεσούλης νεκρό στο πλάγι τ' αφέντη του. Αλλά οι δολοφόνοι δεν αγαπούν τα βροντερά όπλα και πάντα προτιμούν το βουβό μαχαίρι.

Φεύγοντας ο φονιάς, ο πιστός Γκεσούλης ζύγωσε το νεκρό, στρώθηκε καταγής και βάζοντας το κεφάλι του ανάμεσα στα μπροστινά του τα πόδια, άρχισε το λυπητερό γουρλητό ως το πρωί, κλαίγοντας τον πολυαγαπημένο του τον αφέντη κι' ευεργέτη του.

Εκείνο το πρωί μια συνοδειά χριστιανών από τα πλησιόχωρα, άντρες και γυναίκες, άλλοι καβάλλα κι' άλλοι πεζοί, πηγαίνοντας για τα Γιάννινα, έπεσαν απάνω στο σκοτωμένο. Ιδόντας αυτό το φοβερό δράμα, αποφάσισαν να φορτώσουν τον νεκρό στο μουλάρι του, που βοσκούσε ξέγνοιαστο εκεί κοντά και να τον παν στη Μητρόπολη. Ο Γκεσούλης δεν έκανε καμμιάν αντίσταση κι' ακολούθησε τη νεκροπομπή με το κεφάλι κάτω και την ουρά στα σκέλια, βαδίζοντας στο πλάγι του μουλαριού, πούχε φορτωμένο τον αφέντη του.

Στη Μητρόπολη, όπου ξεφόρτωσαν τον νεκρό κι' όπου παραβρέθηκαν κι' αντιπρόσωποι της Αρχής, έγεινε σωματική έρευνα και βρέθηκαν απάνω του διακόσες τόσες λίρες κ' ένα γράμμα της γυναίκας του, κι' απ' αυτό το γράμμα γνωρίστηκε ποιος είταν ο σκοτωμένος κι' από ποιο χωριό κατάγονταν.

Αμέσως ειδοποιήθηκαν ταδέρφια του κ' η μαυρισμένη η γυναίκα του, κι' ήρθαν και πήραν το άψυχο κουφάρι του, με τα χρήματα, το μουλάρι, το φόρτωμα και τον πιστό το Γκεσούλη και πήγανε στο χωριό να του κάνουν το ξόδι.

Δυο-τρεις μέρες υστερώτερα παρουσιάστηκε στο χωριό κι' ο Φετάνης κι' έκανε πως λυπιώνταν κι' αυτός για το φόνο του Λέντζου. Δεν απόκρυψε όμως, ότι ξεκίνησαν μαζύ από την Αθήνα, γιατί θα μαθεύονταν, ότι βγήκανε μαζί στο τούρκικο από της Άρτας το γεφύρι, δηλαδή κι' αυτό θα μαθεύονταν από πολλούς χωριανούς του, που βρίσκονταν στην Αθήνα και στην Άρτα, — κι' ότι ενώ ο Λέντζος τράβηξε για τα Γιάννινα καβάλλα, αυτός λοξοδρόμησε στη Φιλιππιάδα, με την ιδέα να βρη εκεί καμμιά δουλειά. Όλοι πίστεψαν τα ψεύτικά του τα λόγια, γιατί κανενός δεν μπορούσε να πέραση από την ιδέα, ότι αυτός είταν ο φονιάς.

Ύστερα από λίγες μέρες ο Φετάνης, κατά το συνήθειο του τόπου, πήγε στα Λεντζέικα να παρηγορήση, κι' εκεί που ανέβαινε τες σκάλες τον λόγιασε ο Γκεσούλης, που κοίτονταν θλιμμένος σε μιαν άκρα της αυλής. Ώρμησε απάνω του σα μολύβι και του ρίχτηκε με μεγάλη έχτρητα. Φετάνης και Γκεσούλης κουτρουβαλιάστηκαν στα σκαλοπάτια. Έτρεξαν να τους χωρίσουν άντρες και γυναίκες από μέσα από το σπίτι, κι' ο Φετάνης, για να γλυτώση, έβγαλε το φονικό του μαχαίρι να χτυπήση τον Γκεσούλη, τον μόνο μάρτυρα του κακουργήματός του. Εκείνη τη στιγμή ένας από τους Λεντζαίους, για να γλυτώση το σκυλλί, αρπάζει το μαχαίρι, που έφερε ακόμα το αίμα του δολοφονημένου απάνω στο λεπίδι σκουριασμένο (1). Ο Φετάνης άλλο από την επίθεση του Γκεσούλη, κι' άλλο από το άρπαγμα του φονικού μαχαιριού, νόμισε, ότι κάποιος τον είχε προδώσει και φώναξε απελπισμένα:

— _Ήμαρτον! ήμαρτον! Μη με σκοτώνετε! Σχωράτε με! Εγώ τώκανα και σεις να μην το κάνετε!

Οι Λεντζαίοι κατάλαβαν από τα λόγια, του ότι αυτός είταν ο φονιάς του ανθρώπου τους και τον έπιασαν για καλά. Σε λίγο μαζεύτηκαν οι γειτόνοι κι' όλο το χωριό. Ο φονιάς παραδόθηκε δεμένος στη Δημογεροντία, κι' η Δημογεροντία τον έστειλε στον Πασιά στα Γιάννινα.

Ο Γκεσούλης, αφού έσωσε την περιουσία των ορφανών, μην αφίνοντας τον φονιά να πάρη τη σακκούλα του σκοτωμένου, κι' αφού παράδωκε και τον φονιά, κι' έκαμε τέλεια το χρέος του, ψόφησε απάνω σε σαράντα μέρες!

Είπαν ότι ψόφησε από τη λύπη του!

1) Υπάρχει μια λαϊκή πρόληψη, ότι το ανθρώπινο αίμα δεν καθαρίζεται ποτέ από το σίδηρο και ότι το φονικό μαχαίρι, καθώς και κάθε φονικό άρματο λιώχνει τους δαιμόνους τη νύχτα.

Η ΔΟΛΙΑ Η ΜΑΝΝΑ

Χαροπάλευε η δόλια η μάννα, η πρωτονοικοκυρά του σπιτιού. Είταν τρία νυχτόημερα του θανατά. Τρεις νυφάδες, δυο γυιοί, τρεις θυγατέρες, τρεις γαμπροί και καμμιά δεκαριά αγγόνια, αρσενικά και θηλυκά, περικύκλοναν το στρώμα της. Όλος αυτός ο κόσμος, που είχε βγη μες από τα σπλάγχνα της, δε μπορούσε να γεμίση τον τόπο του τρίτου γυιού της, του Βασίλη, που βρίσκονταν μακρυά στην Ξενιτειά. Χαροπάλευε και ξωλαλούσε η δόλια η Μάννα, κι' όλα τα ξωλαλήματά της είταν για τον ξενιτεμένο της το Βασίλη.

— Την ευχή μου νάχετ' όλοι σας, κι' ο Βασίλης μου την πλειότερη. Χώματα να πιάνη και μάλαμμα να γίνωνται.

Από τη δεξιά τη μεριά είχε τη νύφη της τη Βασίλαινα και της κρατούσε το χέρι.

— Μου φαίνεται έτσι πως πιάνω τη σάρκα του Βασίλ' μου.

Έλεγε με πόνο η δόλια η Μάννα.

Κι' ύστερα από λίγο, άρχισε το τραγούδι του Ξενιτεμένου, που βουλιέται να γυρίση στην πατρίδα του.

«Τώρα είν' ο Μάης κι' η άνοιξη, τώρα 'ντό καλοκαίρι, «Τώρα κι' ο Ξένος βούλεται στον τόπο του να πάη… «Νύχτα σελώνει τ' άλογο, νύχτα το καλλιγόνει «Βάνει τα πέταλα χρυσά και τα καρφι’ ασημένια.. »

Τώλεγε και το ξανάλεγε αυτό το τραγούδι και μέσα στο παραλόγισμα του θατανά έχανε τους στίχους κι' έλεγε αλλ' άντ' άλλων, κι' έδινε διαταγές, σαν όταν είταν γερή:

— «Κώσταινα! Εσύ να πας για ξύλα σήμερα!…. »

— «Εσύ, Γιώργαινα να μάσης τα σκουτιά και να πας στο πλύμα!.. Ο Κώστας να πάη στα πρόβατα, κι' ο Γιώργης στο ζευγάρι»

— «Εσύ, Βασίλαινα να ζυμώ'ης καθάριο και να φκιά'ης πρόσφορα.. Να φκιά'ης και πήττα!… Τα παιδιά όλα τα προσέχω εγώ.. Σηκωθήτε όλοι και στες δουλειές σας! Έδωκε ο Θεός τη μέρα του…. τι περιμένετε»;

— «Ξιουουουού!.. παλιόκοττες που να σας μάση ο μπούφος! μου λερώνετε την πρόκοβα! Ξιουουουού»!

Στέκονταν όλοι γύρα στο επιθανάτιο κρεβάτι της δόλιας Μάννας, της αληθινής μάννας του σπιτιού και περίμεναν το τέλος της, την ύστερη πνοή της με βαρυοθλιμμένο πρόσωπο και με δάκρυα στα μάτια. Σε λίγο ήρθε κι' ο παπάς με τ' αρτοφόρι για να τη μεταλάβη. Άμα μπήκε μέσα ο παπάς, τρέμοντας με την κοινωνιά στα χέρια, η άρρωστη ήρθε στα λογικά της, σήκωσε τα μάτια της, έκανε το σταυρό της κι' είπε:

— «Σχωράτε με κι' ο Θεός σχωρέσ' σας»!

Άνοιξε το στόμα της και δέχτηκε από τη λαβίδα τη μεταλαβιά με μεγάλη ευχαρίστηση και με μεγάλον αναγαλλιασμό. Ύστερα είπε:

— «Αν ήξερα, ότι ο Βασίλης μου θάρχονταν σε μια βδομάδα μέσα, θα βαστούσα στα δόντια μου την ψυχή ως που νάρθη, κι' ύστερα θα πέθαινα ευχαριστημένη. Μη νομίζετε, ότι δεν σας αγαπώ εσάς τους άλλους, αλλ' ο πόνος της Ξενιτειάς είναι βαθύτερος και με κάνει να πονώ πλειότερο αυτήν την ώρα τον Βασίλ' μου, γιατί δεν τον βλέπω μπροστά μ'. Έτσι λέει και το τραγούδι:

«Κι' ο ζωντανός ο χωρισμός παρηγοριά δεν έχει… »

Ύστερα απ' αυτά τα λόγια, την έπιασε ένα βογγητό, και τη βάσταξε κάμποση ώρα, κι' ύστερα από το βογγητό άρχισε πάλε τα ξωλαλήματα:

— Σάμα ήκουσα να πέφτουν δυο-τρία ντουφέκια στην αράδα.. θάναι ο Βασίλ'ς μου! Ακούω ποδοβολητό αλόγου:. «Πώχει τα πέταλα χρυσά και τα καρφιά ασημένια… »

Σηκωθήτε όλοι να τον καρτερέσετε στην αυλή.. Μην του πήτε πως είμαι του θατανά και σκανιάση… Πέτε του ότ' είμαι λιγάκι άρρωστη… Ότι με πονεί το κεφάλι…… Όχι, όχι.! Πέτε του καλύτερα, ότι χτύπησα στο ποδάρι και για αυτό δεν μπόρεσα να βγω να τον καρτερέσω…. Μη βγαίνετε όμως όλοι έξω… Ας μείνουν κι' ένας-δυο μέσα μ' εμένα, γιατί φοβούμαι να μείνω μοναχή μου…

Κι' ενώ έλεγε και ξανάλεγε όλα αυτά τα ξωλαλήματα, τα παιδιά της, γυιοί της, θυγατέρες της, νυφάδες της, γαμπροί της κι' αγγόνια της, κάθονταν ολόγυρα στο στρώμα της και περίμεναν με βουρκωμένα μάτια το τέλος της. Σ' αυτό απάνω, ανασηκώθηκε λιγάκι, ζύγιασε τα μάτια της κατά τη θύρα κι' είπε:

— Ανοίξτε τη θύρα κι' αναμεράστε όσοι είστε μπροστά, γιατί μ' εμποδίζετε να ιδώ. θέλω να τον ιδώ τον ξενιτεμένο μου να μπαίνη μέσα μ' όλη του τη λεβεντιά..

Αναμέρησαν όσοι στέκονταν κατάντικρυ της θύρας κι' άφηκαν ελεύτερο το μάτι της δόλιας της Μάννας να βλέπη προς τα έξω, κι' αυτή κάρφωσε τα μάτια της στο έμπα της θύρας για κάμποση ώρα, κι' ύστερα άρχισε το τραγούδι, σα να είταν γερή.

«Ξενιτεμένο μου πουλί, γλυκό χελιδονάκι, «Η Ξενιτειά σε χαίρεται κι' εγώ πίνω φαρμάκι.

     «Ο Ξένος μες στη Ξενιτειά, σαν το πουλί γυρίζει,
     «Σαν τον βασιλικόν ανθεί, αλλ' όμως δεν μυρίζει.

«Ανάθεμα σε, Ξενιτειά, κι' εσέ και τα καλά σου, «Ούτε τ' άσπρα σου ήθελα, ούτε τα βάσανά σου.

Ύστερα άλλαξε το σκοπό:

«Τι να σου στείλω, Ξένε μου, τι να σου προβοδήσω; «Να στείλω μήλο σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει, «Να στείλω σου τα δάκρυα μου σ' ένα χρυσό μαντήλι.. «Τα δάκρυα μου είναι καφτερά και καίνε το μαντήλι..

Και με την ύστερη λέξη αυτού του τραγουδιού έπεσε σε βαθειά νάρκη. Μια ώρα ακέρια πέρασε, που βαρυοκοιμώνταν στην αγκαλιά του Ύπνου, που μια τρίχα, τη χώριζε από τον θάνατο. Ανησύχησαν όλοι κι' άρχισαν με κλάμματα να την κουνούν, για ν' ανοίξη και να ιδούν για ύστερη φορά τα μάτια της, και ν' ακούσουν για ύστερη φορά τα ευλογημένα της τα λόγια.

Η δόλια η Μάννα άνοιξε για ύστερη φορά τα μεγάλα τα μάτια, και κύτταξε όλους με την αράδα, σα να τους μετρούσε έναν έναν, και τους έδωκε την ευχή της ολωνών.

— «Νάχετε όλοι την ευχή μου! Σας την δίδω με όλην μου την καρδιά! Να ζήσετε καλοκαρδισμένοι και να γεράσετε με παιδιά και μ' αγγόνια, και σύντομη Ξενιτειά, δυο-τρία χρόνια το πολύ. Οι μικρότεροι να σέβεστε τους μεγαλύτερους κι' οι γυναίκες τους άντρες. Έτσι να κάνετε για νάχετε την ευχή μ' ολάκερη. Μην κλέψετε, μην φονέψετε, μην πορνέψετε, μην ψευτομαρτυρήσετε. Έτσι είπε ο Θεός. Να δίνετε ελεημοσύνη όσο μπορείτε. Η ελεημοσύνη βγαίνει με το βελόνι και μπαίνει με το σακκί. Να μην καταφρονήτε κανένα, να κρατάτε το θυμό σας και να φοβάστε τον Θεό. Κάνοντας αυτά θα ζήσετε καλά στον κόσμο… Ύστερα από λίγο δε θα είμαι εδώ-κάτω… Παιδιά μου πεθαίνω!

Όλοι άρχισαν να κλαιν και να της φιλούν το μέτωπο και τα χέρια. «Μάννα μ'!» φώναξαν όλα τα στόματα του σπιτιού. Τα μάτια της δόλιας της Μάννας άρχισαν να κλειούνε, να βασιλεύουν, σαν όταν πέφτει ο ήλιος πίσω από το βουνό, και τα χείλια της να σφαλούν. Η Βασίλαινα η πλειο μικρή κι' η πλειο αγαπημένη της νύφη άρχισε πρώτη το μυρολόγι. Ο ήχος του μυρολογιού την ξαναγύρισε τη δόλια Μάννα. Ξανάνοιξε τα μάτια της και τα χείλια της, κι' είδε για ύστερη φορά τα παιδιά της και τους είπε τα πλειο υστερινά λόγια:

— Η Ξενιτειά του Βασίλη μου με στέλλ' στον Κάτω Κόσμο πικρή- φαρμακωμένη. Χίλια φορτώματα ζάχαρη δε θα μπορούσαν να μου γλυκάνουν την καρδιά. Μώρχεται πως από την πίκρα της καρδιάς μου θα ξεφυτρώσουν από το μνήμα μου αλιφασκιές, σπλώνοι και πικραγγουριές. Σας αφίνω διάτα, όταν έρθ' με το καλό ο Βασίλ'ς μου, όταν σας πάρουν τα σχαρήκια, νάρθ' ένας σας απάνω στο μνήμα μου, να ρίξ' τρία βροντερά ντουφέκια και να μου φωνάξ' δυνατά:

— «Μάννα, ήρθ' ο Βασίλ'ς!»

Τ' όνομα του Βασίλη είταν η υστερινή της λέξη. Η δόλια η Μάννα δεν είταν πλειο στη ζωή. Αντήχησαν τα μυρολόγια, δυνατά, κι' όλο το Χωριό έτρεξε στο χαροχτυπημένο σπίτι.

Μήνες πέρασαν από το θάνατο της δόλιας της Μάννας, την άνοιξη δέχτηκε το καλοκαίρι, και το καλοκαίρι ο χινόπωρος, και το χινόπωρο, ο χειμώνας. Ο ξενιτεμένος ο Βασίλης δεν ακούονταν πουθενά, Τώχουν σύστημα οι ξενιτεμένοι, όταν βουλιώνται ναρθούν, κόβουν τα γράμματα. Τον θάνατο της μάννας του δεν του τον είχαν γράψει τ' αδέρφια του για να μην του φανή πικρότερος στην Ξενιτειά, και τον περίμεναν ναρθή και να τον μάθη στην αγκαλιά του σπιτιού του. Πέρασε ο Άη- Δημήτρης, πέρασε των Ταξιαρχών, Γέρασε κι' ο Άη-Νικόλας και ζύγοναν και τα Χριστούγεννα.

Ένα απόγευμα πρόβαλε ένας συχαρηκιάρης κι' άρπαξε το μαντήλι από το κεφάλι της Βασίλαινας!

— Ο Βασίλ'ς! της είπε λαχανιασμένος.

Εκείνη η στιγμή είταν η πρώτη χαρούμενη στιγμή, αφόντας είχε πεθάνει η δόλια η Μάννα, που αιστάνονταν το χαροκαμένο σπίτι. Η Βασίλαινα για μια στιγμή τάχασε από τη χαρά της, άμα άκουσε το χαρμόσινο άγγελμα.. ύστερα από λίγο συνήρθε, έτρεξε στην κασσέλλα της, την άνοιξε, έκοψε ένα μικρό φλωρί από την τραχηλιά της, το έδωκε του σχαρηκιάρη, κι' ενώ το σπίτι γένονταν άνω κάτω από τη χαρά, και μικροί-μεγάλοι έτρεχαν τον κατήφορο να δεχτούν τον Ξενιτεμένο, αυτή ξεκρέμασε το ντουφέκι και τες παλάσκες από τον τοίχο και τράβησε κατά το νεκροταφείο, στο μνήμα της δόλιας της Μάννας, κι' εκεί απάνω έρριξε τρία ντουφέκια στην αράδα «μπαμμ!» μπαμμ!» «μπαμμ!» κι' ύστερα φώναξε με όλη τη δύναμη της:

— «Μάνναααα! ήρθ' ο Βασίλ'ς!»

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΚΡΙΤΗΣ

ΕΙΝΑΙ πολλά χρόνια, αφόντας έγεινε η ιστορία, που θα σας διηγηθώ. Ο μικρός Κριτής σήμερα είναι γέρος με παιδιά και μ' αγγόνια, και με δίγγονα, αν κι' η Μοίρα δεν τον αξίωσε να χαϊδέψη δικό του παιδί. Αλλά το ίδιο πράγμα είναι. Τα παιδιά, τ' αγγόνια και τα δίγγονα είναι του αδερφού του, μικρότερου του κατά την ηλικία, σαν και δικά του είναι.

Ο μικρός Κριτής, Σπύρος λεγόμενος, είταν και δεν είταν δέκα χρονών, όταν για πρώτη φορά, ακολουθώντας το αναγκαίο έθιμο της πατρίδας του, ξεκίνησε για την Ξενιτειά, την Κίρκη αυτή του ηπειρώτικου κόσμου. Ο πατέρας του, ο κυρ-Χρήστος Κριτής λεγόμενος απ' όλη την επαρχία, γιατί είταν πραγματικώς ο δικαστής της, τον συνώδεψε ως τα Γιάννινα. Την ώραν του ξεχωρισμού, που ο Ρόβας ο καρβανάρης είχε έτοιμα τα μουλάρια του και τ' άλογά του, και φώναζε σαν άλλος δήμιος. « &Το καρβάνι είν' έτοιμο!!!&», όλοι οι συγγενήδες, που παρακολοθούσαν τους ξενιτεμένους τους, τους ξεμονάχεψαν και τους έλεγαν τα ύστερα λόγια του ξεχωρισμού. Είταν καμμιά εικοσαριά οι ξενιτεμένοι. Άλλος είχε μάννα, άλλος πατέρα, άλλος θειο ή θεια, κι' άλλος μεγαλύτερο αδερφό ή αδερφή. Τι πικρή ώρα, η ώρα του ξεχωρισμού! Όλο το αίμα μαζόνεται στην καρδιά, το πρόσωπο σκυθρωπάζει, και τα μάτια βουρκώνουν από τα δάκρυα.

«Κι' ο ζωντανός ξεχωρισμός παρηγοριά δεν έχει». Λέγει το ηπειρωτικό τραγούδι. Αλήθεια δεν έχει παρηγοριά ο ζωντανός ο ξεχωρισμός! Χάνει από τα μάτια του ένα άνθρωπο ζωντανό, κι' εκείνος, που φεύγει και πάει, κι' εκείνος που μένει πίσω, και δε χάνει έναν πεθαμένο.

Ο καρβανάρης ο Ρόβας έσχιζε από τη μια την άκρη ως την άλλη την πλατύχωρη αυλή του χανιού, κι' έλεγε: —

— «Τελειώστε γλήγορα· πέρασε η ώρα».

Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Οι καρδιές χτυπούσαν δυνατώτερα, τα μάτια δάκρυζαν και κάπου κάπου ακούονταν και ξεφωνητό μάννας ή αδερφής. Πώς περνούν γλήγορα οι ώρες του ξεχωρισμού! Και φτερά αν είχαν, δεν θα περνούσαν, και δεν θάφευγαν γληγορώτερα!

Τέλος ο καρβανάρης ο Ρόβας καβαλλήκεψε ένα χρυσοκάπουλο μουλάρι και χτυπώντας το με τους φτερνιστήρες του, πετάχτηκε έξω από την ορθάνοιχτη θύρα του χανιού, σαν αστραπή. Όλοι οι ξενιτεμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν με τους δικούς τους και καβαλλήκεψαν κι' αυτοί με μάτια θολωμένα από τα δάκρυα του πόνου της πατρίδας, του σπιτιού, και των δικών τους, κι' έκαναν το σταυρό τους. Τα «έ χ ε τ ε γ ε ι ά», τα «ώ ρ α κ α λ ή» και τα «κ α λ ή α ν τ ά μ ω σ η ν α δ ώ σ η ο Θ ε ό ς!», διασταυρόνονταν απ' εδώ και απ' εκεί. Μια μάννα, πικρόμαννα έστησε μυρολόγι:

«Ανάθεμα σε ξενιτειά και τρισανάθεμά σε, Που μου κρατάς τον άντρα μου ακέρια δέκα χρόνια. Κι' εφέτος μ' αποπλάνεψες μου παίρνεις και το γυιό μου!.. »

Την ώρα, που ο Σπύρος δρασκελούσε τη θύρα του χανιού, του φώναξε ο πατέρας του, με παραπονετική φωνή:

— Σπύρο μου, στάσου, να σου ειπώ δυο λόγια ακόμα… Ο Σπύρος σταμάτησε το μουλάρι, κι' ο κυρ Χρήστος, μαραμένος από τον πόνο του ξεχωρισμού του πρώτου παιδιού του, και του πλειο αγαπημένου απ' όλα, του λέγει:

— Παιδί μου1 Άμα σκαπετήσης το Μέτσοβο είσαι ή δεν είσαι παιδί μου είναι το ίδιο. Δεν σε ξέρει κανένας. Αλλά συ να μη λησμονήσης ποτέ ότι είσαι παιδί μου. Μακρά από ψέμμα, κλεψιά, φονικό και ξένη γυναίκα! Και στο βάθος της θάλασσας κι' αν βρεθής να μη χάσης την ελπίδα σου από τον Θεό! Και βασιλειάς αν γένης να μη λησμονήσης την πατρίδα σου. Τάκουσες παιδί μου;

— Τάκουσα, πατέρα μου!

— Ώρα σου καλή τώρα! Ο Θεός κι' η ευχή μου μαζύ σου!

Το παιδί χτύπησε το μουλάρι του για να φτάση το ξεμακρυσμένο καρβάνι, κι' ο πατέρας σωριάστηκε στο πεζούλι του χανιού, κι' άρχισαν να τρέχουν τα μάτια του, σα βρύσες.

Την άλλη την ημέρα ο κυρ Χρήστος βρίσκονταν στο χωριό του και δίκαζε τους πατριώτες του, που έτρεχαν σ' αυτόν να βρουν το δίκιο τους, κι' ο Σπύρος είχε σκαπετήσει το Μέτσοβο κι' όσους απαντούσε στο δρόμο κανέναν δεν γνώριζε, κι' ούτε τον γνώριζαν!

Το καρβάνι τραβούσε για την Πόλη, όλο της στερεάς. Είκοσι μέρες χρειάζονταν τότε για να πάη κανείς από τα Γιάννινα στην Πόλη, αν δεν τύχαινε στο δρόμο κανένα εμπόδιο. Είχαν περάση δέκα μέρες δρόμο, πέρασαν την Θεσσαλονίκη, χωρίς να τους τρέξη κανένα κακό. Είταν όλοι αγαπημένοι, όλοι μια χαρά και περνούσαν τον δρόμο τους τραγουδώντας και κουβεντιάζοντας σαν αδέρφια. Εκείνη την ημέρα μπήκε ο διάβολος στη μέση. Του ενός από το καρβάνι είχε πέσει η σακκούλα του με ότι χρήματα είχε, και την είχε βρη ένας άλλος, από τους είκοσι συνταξειδιώτες, και του την έδωκε, κρατώντας τα μισά για βρετικά. Εκείνος που είχε χάσει την σακκούλα γύρευε ακέριο το χρηματικό ποσό, που είχε μέσα, κι' εκείνος που την είχε βρη δεν τώδινε, λέγοντας, ότι είχε δικαίωμα να βαστάξη τα μισά για βρετικά, κι' από λόγο σε λόγο πιάστηκαν, κι' άρχισαν να χτυπιούνται στα γερά, φωνάζοντας: «βιο μου», ο ένας και «δίκιο μου!» μου ο άλλος. Μπήκαν οι άλλοι να τους χωρίσουν, αλλά κι' αυτοί χωρίσθηκαν σε δυο: άλλοι με τον έναν κι άλλοι με τον άλλον. Εκείνος οπού είχε βρη την σακκούλα επέμενε να βαστάη τα μισά, λέγοντας: Δικαιούμαι να βαστάξω τα μισά, διότι αν δεν το φανέρονα, ότι ηύρα την σακκούλα, μπορούσα να τα φάω όλα τα χρήματα, που είχε μέσα.

Εκείνος πάλι, που την είχε χάσει, επέμενε να τα ζητάη όλα, λέγοντας:

— Δεν δικαιούσαι να μου βαστάξης τα μισά, διότι δεν είμεστε απ' άλλο καρβάνι συ κι' απ' άλλο εγώ, αλλ' είμεστε από το ίδιο καρβάνι· κι' είμεστε σύντροφοι, κι' ως σύντροφοι είμεστε αδέρφια και υποχρεούμεστε ο ένας να βοηθάη τον άλλο, κι' όχι να κερδίζουμε ο ένας από τον άλλο. Φιλονικώντας — φιλονικώντας έφτασαν σ' ένα χάνι, ησύχασαν λίγο, όσο να φαν, κι' άρχισαν πάλι την φιλονικία. Έδωκε πήρε ο Ρόβας, ο καρβανάρης να τους ειρηνέψη, αλλά δεν μπόρεσε· και τα δυο τα μέρη είχαν κάποιο δίκαιο, το καθένα για τον εαυτό του. Η φιλονικία κατάληξε στα χέρια, και μέσα στο μαλλοτράγμα, κάποιος είπε με πόνον καρδιακό:

— Ε! και να ξεφύτρωνες, θεέ μου, τον κριτή μας, τον κυρ-Χρήστο, εδώ πέρα, από καμμιά μεριά, πως θάφευγε ο τρισκατάρατος από τη μέση μας, και πως θα γένονταν όλα μέλι γάλα

— Αχ' πούθε να είταν καημένε, είπε ένας άλλος τους, σε μια στιγμή θα ειρήνευαν τα πάντα.

— Μούρθε μια ιδέα — είπε ένας άλλος….

— Τι; τον ρώτησε τέταρτος.

— Τι;…. Έχομε το παιδί του εδώ πέρα…

— Και σαν τώχομε;

— Να το βάλωμε στη θέση του πατέρα του……. κριτή.

— Μπρε αλήθεια! Να το βάλωμε κριτή. Αν και μικρό ακόμα, θα ξέρη να ειπή κάτι, ως παιδί του κριτή μας.

— Σπύρο — φώναξε — Σπύρο Τι γίνεται ο Σπύρος του κυρ-Χρήστου;

Ο Σπύρος δεν ακούονταν, τον είχε καταβάλει ο κόπος του δρόμου, κι' άμα έφαγε, ακούμπησε στον τοίχο κι' αποκοιμήθηκε, έχοντας προσκέφαλο το δισάκκι του, στρώμα τη βελεντζούλα του και σκέπασμα την κάππα του.

Η πρόταση ν' αναθέσουν την κρίση στο παιδί, είχε γείνει δεχτή απ' όλη τη συνοδεία.

— Ναι, ναι — ακούονταν ανάμεσα στες κουβέντες τους. — να ξυπνήσωμε το παιδί να τους κρίνη. Είναι παιδί του πατέρα του….

Ο αρχηγός του καρβανιού, ο Ρόβας, ακούοντας, ότι ήθελαν να ξυπνήσουν το παιδί για να κάμη την κρίση, και παίρνοντας το πράγμα γι' αστείο, τους είπε:

— Τι λόγια, ωρέ, είν' αυτά που λέτε; Αφήστε το παιδί να κοιμηθή. Τι ξέρει αυτό;

— Όχι! όχι! — εφώναξαν πολλοί — πρέπει να ξυπνήσωμε το παιδί.

Δύο τρεις άρχισαν να ξυπνούν το παιδί, που κομώνταν βαρυά. Ύπνος παιδιακίσιος και μάλιστα ύστερα από δρόμο. Του φώναζαν και το τραβούσαν απ' εδώ κι' απ' εκεί, αλλά δεν μπορούσαν να το ξυπνήσουν. Τέλος του έβαλαν ταμπάκο στη μύτη κι' έτσι φτερνίστηκε και ξύπνησε. Το παιδί, άνοιξε τα μάτια του, κύτταξε γύρω γύρω και το πήρε το παράπονο.

— Γιατί παραπονιέσαι, ωρέ; — του είπε ο Ρόβας.

— Έβλεπα στον ύπνο μου, ότι είμουν στο σπίτι μου με τον πατέρα μου και με ταδέρφια μου… Μάννα δεν είχα.

Και λέγοντας αυτά άρχισε να κλαίη. — Μπρε κριτή που σου τον διάλεξαν! Είπε μόνος του ο καρβανάρης.

— Ξέρ'ς γιατί σε ξυπνήσαμε, Σπύρο; του είπε ένας από εκείνους που τον ξύπνησαν.

— Πού να το ξέρω, — είπε ο Σπύρος, τρίβοντας τα μάτια του.

— Σε ξυπνήσαμε για να μας κάνης την κρίση της φιλονικίας.

Το παιδί τον κύτταξε με το στόμα ανοιχτό.

— Μπρε, τι σας έφταιγε το καημένο και του χαλάσατε τ' όνειρο, είπε ο καρβανάρης. Άιντε παιδί μου, κρίνε τους — είπε ο γεροντότερος ταξειδιώτης του καρβανιού. — Γνωρίζεις την αιτία. Απ' αυτού θα καταλάβουμε αν θα γένης σαν τον πατέρα σου.

Το παιδί καλοκάθησε σταυροπόδι, κι' είπε στους μαλλωμένους με ύφος αληθινού κριτή:

— Ελάτε εδώ!

Πήγαν κι' οι δυο μπροστά του με τα χέρια σταυρωμένα.

— Ξέρετε που είμεστε; Τους ρώτησε σοβαρά. Ο καρβανάρης άνοιξε τα μάτια του, προσέχοντας ν' ακούση καλύτερα. Οι μαλλωμένοι δε μιλούσαν.

Να σας ειπώ που είμεστε. Είμεστε κακορρίζικοι, δέκα μέρες μακρυά από τον τόπο μας· είμεστε ξένοι παντάξενοι! Δε μας γνωρίζει κανένας εδώ γύρα! Η Ξενιτειά μας αδερφόνει όλους…

Ο καρβανάρης άρχισε ν' αποράη με τη νοημοσύνη του μικρού κριτή και λέγει μέσα του!

— Μπρε, το παλιόπαιδο! Αυτό είναι σοφό!

— Θέλετε να σας κάνω την κρίση; — τους ρώτησε σοβαρά σοβαρά.

 — Θέλομε, — του απολογήθηκαν, — κι' ότι μας πης θ' ακολουθήσωμε.
Έτσι κάναμε και στον πατέρα σου.

 — Για να σας κάνω την κρίση, πρέπει πρώτα ν' αγκαλιασθήτε και να
φιληθήτε κι' ύστερα να σας κρίνω.

Οι δύο μαλλωμένοι κύτταξαν ο ένας τον άλλον περίλυποι, σα να ντρέπονταν να κάνουν εκείνο, που τους έλεγε.

Οι άλλοι, βλέποντας το δισταγμό τους, τους φώναζαν:

— Κάνετε ωρέ, όπως σας λέγει ο κριτής! Τι καμαρώνετε!

Οι μαλλωμένοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν κλαίοντας.

— Πηγαίνετε τώρα! — είπε το παιδί — Τελείωσε η κρίση σας!

— Και πώς τελείωσε; — είπαν οι πολλοί — Ο ένας κρατάει κι' ο άλλος έχει να λάβη.

— Τελείωσε, είπε το παιδί. — Η διαφορά τους είταν το μίσος. Αφού μπήκε η αγάπη ανάμεσα τους, το μίσος έφυγε και το δίκιο έρχεται μόνο του.

Και πραγματικώς εκείνος που βαστούσε τα μισά τα χρήματα, τάβγαλε από τον κόρφο του και τάδωσε στον άλλο, που τα ζητούσε, λέγοντας:

— Πάρ'τα, αδερφέ!

Κι' εκείνος που τα ζητούσε του απολογήθηκε:

 — Όχι, αδερφέ, όλα! Βάστα τα βρετικά σου. Κράτα όσα θέλεις, κράτα
τα κι' όλα…

 — Όχι! όχι, είναι δικό σου βιο — είπε εκείνος, που τα είχε βρη. —
Μακρυά από εμένα το άδικο!

 — Πάρ'τα ωρέ, — του φώναξαν οι άλλοι, — αφού σου τα δίνει ο
άνθρωπος.

Τα πήρε τότε εκείνος και τα έβαλε στη σακκούλα, κι' αφού την έβαλε στον κόρφο του, ξαναγκαλιάστηκε και ξαναφιλήθηκε με τον αντίθετό του.

— Εύγε! εύγε Σπύρο — φώναξαν οι άλλοι — είσαι αληθινό παιδί του κυρ-Χρήστου! και πήγαν όλοι και το φίλησαν το παιδί, και το ευχήθηκαν να προκόψη.

Ο καρβανάρης ο Ρόβας, που κορόιδευε πρώτα τον μικρό κριτή, πήγε και τον αγκάλιασε κι' αυτός και τον φίλησε, λέγοντας του:

 — Παιδί μου, να με σχωρέ'ης, Εγώ είμαι μεγάλος στα χρόνια και συ
μεγάλος στον νου. Μια μέρα θα γείνης αφέντης.

Και πραγματικώς έζησε και πρόκοψε, κι' όλοι οι συνταξειδιώτες του έγειναν ύστερα από λίγα χρόνια υπηρέτες του.

Υ Σ Τ Ε Ρ Α ΑΠΟ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ

ΔΕΝ είχε ακόμα φέξει καλά-καλά τα Χριστούγεννα κι' η Τασιούλαινα, η ξακουσμένη νοικοκυρά του χωριού με τον μονάκριβο της τον Γεωργάκη, άντρα είκοσι πέντε χρονών, με μαύρο μουστάκι στριμμένο, άμα ήρθαν από την εκκλησιά, κάθησαν στο τραπέζι, πούχε απάνω μια μεγάλη απλάδα κουλάστρα, και μια γαβάθα με κόττα βραστή κι' ένα τεψί με τηγανίτες, σπάραγνα του μικρού Χριστού, ζεματισμένες με μέλι. Δεν άρχιζαν όμως να φαν, γιατί περίμεναν τον παπά-Νικόλα να τους ευλογήση το τραπέζι και να τους ευχηθή μια χαμένη ευχή: «&να καλοδεχτούν&»

Η Τασιούλαινα σαράντα πέντε χρονών γυναίκα, με πρόσωπο στρογγυλό σαν το φεγγάρι, με χρώμα σα μήλο κόκκινο, με μάτια μαύρα, σαν ελιές και φρύδια μακρυά και καμαρωτά, σαν δοξάρια, ώμοιαζε σα να μην είχε φτάσει ακόμα τα τριάντα χρόνια, κι' αν δεν είχε μια αδιάκοπη μελαγχολία στο πρόσωπό της θα φαίνονταν ακόμα νιώτερη απ' ό τι έδειχνε· κι' ο γυιός της, ο Γεωργάκης, με το δασύ του και κατάμαυρο μουστάκι, και με τα χονδρά του τα χαρακτηριστικά έδειχνε, σα να είχε περάσει τα τριάντα πέντε χρόνια, και χαριτωμένη μάννα κι' ωμορφοκαμωμένο παιδί έσμιγαν στην ηλικία, σαν που σμίγουν δύο αγαπημένα στόματα, και φαίνονταν ή σαν αδέρφια ή σαν αντρόγυνο, για όσους δεν τους ήξεραν.

Μάννα και γυιός, δυο όντα στον κόσμο, που το ένα ζούσε για το άλλο, κάθονταν στην άκρη του τραπεζίου μελαγχολικοί, και περίμεναν τον παπά-Νικόλα να ευλογήση και ν' αρχίσουν να φαν, αλλ' ο παπά-Νικόλας αργούσε, γιατί ευλογούσε με τη σειρά τα τραπέζια των σπιτιών του χωριού, και δεν είχε φτάσει ακόμα στο σπίτι της Τασιούλαινας και του Γεωργάκη. Ύστερα από κάμποση ώρα, ακούστηκαν τα σκυλλιά της γειτονιάς. Είταν ο παπά-Νικόλας, που έβγαινε από το ένα σπίτι κι' έμπαινε στ' άλλο. Σε λίγο ανέβαινε τες σκάλες του σπιτιού και μάννα και γυιός σηκώθηκαν να τον υποδεχτούν.

Ο παπάς είπε «καλημέρα» και «χρόνια πολλά» κι' άρχισε να ευλογάη το τραπέζι:

«&Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον την βρώσιν και την πόσιν των δούλων σου και πάντας ημάς&»

Είπε μηχανικώς κι' άρχισε και το τροπάρι του Χριστού:

«&Η γέννησις σου Χριστέ ο Θεός, ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο σε προσκυνείν τον ήλιον της δικαιοσύνης και σε γιγνώσκειν εξ ύψους ανατολήν. Κύριε δόξα σοι.&»

Πήρε ένα φυλλί τηγανίτα, μια χουλιαριά κουλάστρα, ένα μπούτι κόττα, άρπαξε ένα ποτήρι γεμάτο κρασί στο χέρι κι' είπε:

— Να ζήσετε και να καλοδεχτήτε τον Τασιούλα…

Τράβηξε το κρασί και κίνησε να φύγη, ξαναλέγοντας:

— «Και του χρόνου τα Χριστούγεννα… και του χρόνου με τον άντρα σου εσύ, με τον πατέρα σου και με μια καλή νύφη εσύ… εκείνη ντε με τα κατσαρά μαλλιά…. τη γειτονοπούλα που ξέρεις….

Και λέγοντας αυτά ο παπάς κατέβαινε γλήγορα τη σκάλα, κρατώντας με το δεξί την πατερίτσα του και με το ζερβί το μπούτι της κόττας, και πήγαινε βιαστικός να ευλογήση κι' άλλα σπίτια, και να πη κι' άλλα «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον…» κι' άλλα «Η γέννησίς σου Χριστέ ο Θεός..» κι' άλλα «Να ζήσητε και να καλοδεχτήτε…» κι' άλλα «Και του χρόνου τα Χριστούγεννα…»

Φεύγοντας ο παπάς, μάννα και γυιός γύρισαν και κάθησαν στο κατάφορτο τραπέζι από φαγητά, για να φαν, αλλά ούτε η μάννα, ούτε το παιδί έκαναν το σταυρό ν' αρχίσουν να φαν, σαν κάποιον να περίμεναν, που είταν η θέση του αδειανή στο κεφαλοτράπεζο, εικοσιπέντε ακέρια Χριστούγεννα, κι' άλλους τόσους Άη-Βασίληδες, κι' άλλες τόσες Λαμπρές, κι' άλλους τόσους Άη-Γεώργηδες….-Είκοσι πέντε χρόνια ξενιτειά, είκοσι πέντε χρόνια μάρα και θλίψη, και δάκρυα και κακολογίες δεν είταν μικρό πράμμα για την καημένη την Τασιούλαινα… Είκοσι χρονών είταν όταν παντρεύτηκε τον Τασιούλη, παλληκάρι είκοσι πέντε χρονών, και δυο-τρεις μήνες ύστερα από το γάμο της ο Τασιούλης της ξεκίνησε για τη Βλαχιά με τον Ρόβα τον αγωγιάτη, κι' από τότε ούτε γράμμα, ούτε αντιλογιά… Όταν γέννησε το Γεωργάκη της ο κόσμος λογάριαζαν στα δάχτυλα τους μήνες,…. αλλά δεν έβγαζαν εκείνο πούθελαν, γιατί είταν εννιά μήνες παρά δέκα ακέριες μέρες, αφόντας είχε φύγει ο Τασιούλας, κι' ο Γεωργάκης, όχι εφταμηνίτικο, αλλά είταν και παράειταν στον καιρό του, ένα παιδί σα σαραντισμένο με τα μαλλιά μια παλάμη μακρυά στο κεφάλι του. Κι' όμως υπήρχαν και καμπόσες στριγλόγριες, που έλεγαν ότι ο Τασιούλας τάχα δεν είχε φύγει αντήμερα του Άη-Γεωργιού, αλλ' αντήμερα του Θωμά, δέκα μέρες πρωτύτερα και το παιδί μπορούσε να μην είναι του Τασιούλα, γιατί καμμιά φορά οι γυναίκες γεννούν δύο-τρεις μέρες πρωτύτερα από τους εννιά μήνες…

Η μάννα, με την καρδιά βαλαντωμένη από τον πόνο άρχισε να λέη στο παιδί της:

— …. Παιδί μου! Είκοσι πέντε Χριστούγεννα σωστά λείπει ο πατέρας σου στην Ξενιτειά. Χριστούγεννα, Άη-Βασιλειού και Φώτα δεν έχω κάνει μαζύ του. Μόνον αποκριές, Λαμπρή κι' Άη-Γεώργη… Αντήμερα τ' Άη- Γεωργιού έφυγε… για να μην ξαναγυρίση!… Τι έχω ακούσει παιδί μ', από τον παλιόκοσμο! Τι έχω ακούσει! Φθονούσε τα νειάτα μου, φθονούσε την ωμορφιά μου, πάη καλά, αλλά να φθονή και τη δυστυχία μου!

— Πόσες φορές μου τα είπες, μαννούλα μ' αυτά…. Τα ξέρω… Έλα να φάμε και να ευκηθούμε ακόμα μια φορά να τον καλοδεχτούμε, κι' ό τι θέλ' ο Θεός ας γένη!

Της απολογήθηκε ο Γεωργάκης.

— Αν έχει πεθάνει, σχωρεμένος νάναι, κι' άγιο το χώμα του, πούναι πεσμένος, αλλ' αν ζη και λησμόνησε τη γυναίκα του — εσένα, παιδί μου, δε σε ξέρει, αν ήρθες στον κόσμο — και λησμόνησε το σπίτι του, τα υπάρχοντά του, το Χωριό του, την πατρίδα του, από το Θεό να το βρη, με την αδικία που μας έχει κάνει των δυονών μας!

Άρχισε να κλαίη. Ο Γεωργάκης την αγκάλιασε, και την μίλησε για να την παρηγορήση και να της κάνη την καρδιά, κι' έτσι αγκαλιασμένοι έγειραν στο προσκέφαλο της παραστιάς. Η φωτιά έκαιγε γλυκά — γλυκά, κι' έπεφταν από τον δαυλοστάτη κόκκινα και χοντρά τα κάρβουνα, το τραπέζι στέκονταν μαραμένο με τες μελωμένες τηγανίτες, με την απλάδα γεμάτη κουλάστρα και με τη γαβάθα γεμάτη κόττα βραστή, η θύρα κι' η οξώθυρα είταν ανοιχτές πέρα-πέρα για τη χρονιάρα την ημέρα και τη δεσποτική τη γιορτή, και για τον ξενιτεμένο του σπιτιού. Έξω αγέρας, κρύο και χιονόνερο, τα στοιχειά του χειμώνα χόρευαν με μανία, κι' η μάννα με το παιδί της κοιμώνταν παραστιάς σφιχταγκαλιασμένοι, σαν όταν ο Γεωργάκης είταν εφτά χρονών παιδάκι..

Τι να είχε γείνει ο καημένος ο Τασιούλας; Άλλοι έλεγαν, ότι τον καιρό, που πήγαινε στη Βλαχιά είχε πέσει από το μουλάρι στο Δούναβη και πνίγηκε, άλλοι πάλι, ότι στο Γιάσι, που καταστάθηκε, τον αγάπησε μια Βλάχα για την ομορφιά του και τον παντρεύτηκε, άλλοι ότι είχε πεθάνει από αρρώστεια, κι' άλλοι πάλι έλεγαν άλλα. Τελευταία όμως ένας Ζαγορίσιος είχε ειπή στα Γιάννινα, και τα λόγια έφτασαν ως το χωριό, ότι ο Τασιούλας είχε κατηγορηθή άδικα όταν έφτασε στο Γιάσι, ότι είχε σπάσει μια κάσσα και πήρε φλωριά και καταδικάστηκε σε είκοσι πέντε χρόνια φυλακή, κι' ότι μες στη φυλακή έκρυβε την εντροπή του, μη θέλοντας να ειπή ούτε από ποιο χωριό είταν, ούτε στο σπίτι του να γράψη, κι' ότι μέσα στη φυλακή, που βρίσκουνταν, έφκιανε διάφορα εργόχειρα και με την οικονομία του είχε κάνει αρκετή περιουσία και περίμενε να τελειώση η ποινή του και ναρθή στην πατρίδα του. Αλλ' η Τασιούλαινα τ' άκουγε όλα αυτά τα πράγματα και τίποτε δεν πίστευε και μόνη της παρηγοριά είχε το παιδάκι της, που μεγάλονε ημέρα με την ημέρα, και μόνον τα Χριστούγεννα, τ' Άη- Βασιλειού, τη Λαμπρή και τ' Άη-Γεωργίου θυμώνταν πως είταν παντρεμμένη και είχε άντρα στην Ξενιτειά.

Ενώ η μάννα και το παιδί κοιμώνταν στου πόνου το προσκεφάλι, ένας γουνοφορεμένος ξένος μπήκε καβάλλα στην αυλή. Κατέβηκε, ξεφόρτωσε, έδεσε τ' άλογό του στο κατώγι, ανέβηκε τη σκάλα και μπήκε στο δωμάτιο, όπου ηύρε τη φωτιά να καίγη γλυκά-γλυκά, το τραπέζι φορτωμένο από φαγητά, και τη μάννα και το παιδί να κοιμούνται σφιχταγκαλιασμένοι…. Ο ξένος έγεινε αλλοιώτικος και στη στιγμή μια μεγάλη δίστομη μαχαίρα άστραψε στο δεξί του χέρι. Μια στιγμή τον χώριζε από φρικτό έγκλημα, και μ' άδικη λέξη βούιξε στο στόμα του:

— Άτιμη!

Μάννα και παιδί πετάχθηκαν από τον βαθύν ύπνο. Ο Γιωργάκης πέταξε από το ζωνάρι του άλλη μαχαίρα κι' οι δυο άντρες βρέθηκαν αντιμέτωποι κι' έτοιμοι να σκοτώση ο ένας τον άλλο, ενώ η Τασιούλαινα έμπηξε τες φωνές και τραβούσε τα μαλλιά της.

— Ποιος είσαι συ εδώ μέσα!

Φώναξε άγρια άγρια ο ξένος του Γιωργάκη.

— Είμαι ο νοικοκύρης του σπιτιού! (απολογήθηκε ο Γιωργάκης) Εσύ ποιος είσαι που μπήκες εδώ μέσα!

— Κανένας άλλος από μένα δεν είναι εδώ μέσα νοικοκύρης!

Είπε ουρλιαχτά ο ξένος.

Η Τασιούλαινα ακούοντας αυτά, μπήκε στη μέση των δύο αντρών και φώναξε μ' όλα της τα δυνατά:

— Μη Τασιούλα!!! είναι το παιδί μας! Μη Γιωργάκη μου!!! είν' ο πατέρας σου!

Στη στιγμή η δύο μαχαίρες έπεσαν κατά γης. Άντρας και γυναίκα πατέρας και παιδί βρέθηκαν κι' οι τρεις αγκαλιασμένοι, και σε λίγο, κάθησαν κι' οι τρεις στο τραπέζι και γιώρτασαν μαζύ τα Χριστούγεννα, τα πρώτα Χριστούγενα, ύστερα από είκοσι πέντε χρόνια ξενιτειά.

Η ΤΡΕΙΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Μια φορά κι' έναν καιρό είταν ένας πατέρας, πούχε ένα μοναχοπαίδι και τ' αγαπούσε καλύτερα απ' όλον τον κόσμο. Μια μέρα ο πατέρας αρρώστησε και στην εβδομάδα απανωθιό έγεινε του θανάτου. Τη στιγμή, που θ' απέθνησκε είπε στο παιδί του, που κάθονταν στο προσκέφαλό του κι' έκλαιγε:

— Μην κλαις, παιδί μου! Έτσ' είν' ο κόσμος. Ο γονιός πρέπει να πεθαίνη πρωτύτερα από το παιδί του, κι' αυτό είναι το καλύτερο. Αν πέθαιναν τα παιδιά πρωτύτερα από τους γονιούς τότε η πλάση θα χάνονταν. Άκουσε τι έχω να σου ειπώ στην υστερνή μου ώρα: Δεν έχω πλούτη να σ' αφήσω, γιατί η Τύχη δε θέλησε ποτέ να με βοηθήση, θα σ' αφήσω όμως τρεις συμβουλές: Η μια είναι: «&Ή μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου&» Η άλλη: «&Μικρός ξενιτέψου και μεγάλος γύρνα σπίτι σου&». Κι' η τρίτη: «&Κάλλιο μια συμβουλή καλή παρά χίλια φλωριά&» Αυτές οι τρεις συμβουλές, παιδί μου είναι καλύτερες απ' όλα τα πλούτη του κόσμου.

***

Πέθανε ο πατέρας και πάη, και το παιδί άρχισε να σκέφτεται τι θ' απογένη: Να παντρεφτή ή να καλογερευτή; Προτίμησε να παντρευτή όσο μικρός κι' αν είταν κι' έτσι έκανε την πρώτη συμβουλή του πατρός του. Ύστερα από την παντρειά του, μη έχοντας ούτε χωράφια να δουλεύη, ούτε γίδια και πρόβατα να βόσκη, ούτε μουλάρι να κάνη τον αγωγιάτη, ούτε καμμιά τέχνη για να ζη στον τόπο του, αποφάσισε το γληγορώτερο να ξινιτευτή. Αποχαιρέτισε τη γυναίκα του κι' έφυγε, κι' αφού πέρασε κάμπους και βουνά, ποτάμια και θάλασσες, έφτασε στην Ξενιτειά. Εκεί μπήκε σ' έναν αφεντικό με συμφωνία να δουλέψη εφτά χρόνια πιστά κι' ύστερα να πάρη εκατό φλωριά και να γυρίση στον τόπο του και στο σπίτι του. Έτσι έκανε και τη δεύτερη συμβουλή του πατρός του.

***

Περνώντας τα εφτά χρόνια, παρουσιάστηκε στον αφεντικό του να πάρη τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του. Ο αφεντικός του τού μέτρησε τα εκατό φλωριά, του τάβαλε σε μια σακκούλα, και την απόθεκε, ύστερα έγραψε κάτι σ' ένα χαρτί, το δίπλωσε, τώβαλε δίπλα στη σακκούλα και του είπε:

— Εδώ, παιδί μου (δείχνοντας τη σακκούλα) είναι ο μιστός σου, κι' εδώ (δείχνοντας το διπλωμένο χαρτί) είναι μια συμβουλή. Όποιο θέλεις από τα δύο πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά, θέλεις τη συμβουλή. Αν πάρης τα φλωριά δε θα πάρης τη συμβουλή, κι' αν πάρης τη συμβουλή δε θα πάρης τα φλωριά. Διάλεξε ένα από τα δύο.

Αυτός μ' όλη την επιθυμία, πούχε, να πάρη τα φλωριά του και να γυρίση το γληγορώτερο στον τόπο του και στο σπίτι του, και να ιδή τη γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν εφτά χρόνια ακέρια, θυμήθηκε την τρίτη συμβουλή του πατρός του, και προτίμησε τη συμβουλή από τα εκατό φλωριά. Κάνοντας την απόφαση, ανοίγει το χαρτί και διαβάζει.

«&Μη βγαίνης ποτέ από τον ίσιο δρόμο&».

Διαβάζοντας τη συμβουλή, μετάνοιωσε, γιατί την προτίμησε από τα εκατό φλωριά, αλλά δε μπορούσε να κάνη αλλοιώτικα, και συμφώνησε πάλι άλλα εφτά χρόνια να ξαναδουλέψη τον αφεντικό του πάλι για εκατό φλωριά, κι' έτσι ξαναμπήκε πάλι στη δουλειά.

***

Πέρασαν και τα δεύτερα εφτά χρόνια και ξαναπαρουσιάστηκε πάλε στον αφεντικό του να πάρη τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του και στο σπίτι του.

Ο αφεντικός του μέτρησε πάλι εκατό φλωριά, του τάβαλε σε μια σακκούλα, και την απόθεκε, ύστερα έγραψε πάλι κάτι σένα χαρτί, το δίπλωσε, τώβαλε πάλι δίπλα στη σακκούλα και του ξανάειπε πάλε τα ίδια:

— Εδώ, παιδί μου, (δείχνοντας τη σακκούλα) είναι πάλι ο μιστός σου, κι' εδώ (δείχνοντας το διπλωμένο χαρτί) είναι πάλι μια συμβουλή. Όποιο θέλεις πάλε από τα δύο, πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά θέλεις τη συμβουλή. Αν πάρης τα φλωριά δε θα πάρης τη συμβουλή, κι' αν πάρης τη συμβουλή, δε θα πάρης τα φλωριά. Διάλεξε πάλι έν' από τα δυο.

Αυτός πάλι μ' όλη την επιθυμία, πούχε να πάρη τα φλωριά του και να γυρίση το γληρορώτερο στον τόπο του, και στο σπίτι του και να ιδή τη γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν δέκα τέσσερα ακέρια χρόνια, θυμήθηκε πάλι την ίδια συμβουλή του πατρός του και προτίμησε τη συμβουλή από τα εκατό φλωριά. Κάνοντας την απόφαση, ανοίγει το χαρτί και διαβάζει:

«&Μην ανακατεύεσαι ποτέ στες δουλιές του αλλουνού!&»

Διαβάζοντας τη συμβουλή, μετάνοιωσε πάλι, γιατί την προτίμησε από τα εκατό φλωριά, αλλά δε μπορούσε να κάνη αλλοιώτικα, και ξανασυμφώνησε πάλι γι' άλλα εφτά χρόνια να μεταξαναδουλέψη τον αφεντικό του για εκατό πάλι φλουριά κι' έτσι ματαξαναμπήκε πάλι στη δουλειά….

Πέρασαν και τα τρίτα εφτά χρόνια, και ματαξαναπαρουσιάστηκε πάλι στον αφεντικό του να πάρη τον μιστό του και να γυρίση στον τόπο του και στο σπίτι του.

Ηύρε τον αφεντικό του, που τον περίμενε, έχοντας μπροστά του μια σακκούλα μ' εκατό φλωριά, κι' ένα χαρτί διπλωμένο δίπλα της, κι' άμα τον είδε του μεταξανάειπε πάλι τα ίδια:

— Εδώ, παιδί μου (δείχνοντας του τη σακκούλα) είνε ο μιστός σου, κι' εδώ (δείχνοντας του το διπλωμένο χαρτί) είνε πάλι μια συμβουλή. Όποιο θέλεις παλιμάτα από τα δύο πάρε: θέλεις τα εκατό φλωριά, θέλεις παλιμάτα την συμβουλή. Αν πάρης τα φλωριά, δε θα πάρης τη συμβουλή, κι' αν πάρης παλιμάτα τη συμβουλή δε θα πάρης τα φλωριά. Ματαξαναδιάλεξε έν' από τα δυο…

Αυτός παλιμάτα, μ' όλη την επιθυμία πούχε, να πάρη τα φλωριά του και να γυρίση το γληγορώτερο στον τόπο του και στο σπίτι του και να ιδή τη γυναίκα του, που δεν ήξερε τι γένονταν είκοσι ακέρια χρόνια, θυμήθηκε ματαπάλι την συμβουλή του πατρός του και προτίμησε παλιμάτα τη συμβουλή από τα εκατό φλωριά, και κάνοντας την απόφαση, ανοίγει το χαρτί και διαβάζει:

«&Τη δουλειά που θέλεις να κάνης θυμωμένος, άφησε τη γι' αύριο&».

Κι' έτσι λοιπόν δούλεψε είκοσι ένα χρόνια μακρυά από τον τόπον του, από το σπίτι του, κι' από τη γυναίκα του, για τρεις συμβουλές! Είταν πολύ μενανοιωμένος, αλλά τι νάκανε; Σκέφτηκε να ματαξανασυμφωνήση γι' άλλα εφτά χρόνια και να πάρη τέλος εκατό φλωριά και να γυρίση στο σπίτι του μια για πάντα, αλλά ακολουθώντας την συμβουλή του πατρός του, αποφάσισε να γυρίση πριν γεράση κι' έτσι έδωκε το χέρι να αποχαιρετήση τον αφεντικό του. Εκείνη τη στιγμή ο αφεντικός του τού είπε:

— Στάσου μια στιγμή….

Και λέγοντας αυτά, άνοιξε μια κασσέλα, έβγαλε τρία ψωμιά και του τα έδωσε, λέγοντάς του:

— Σε συμβουλεύω αυτά τα τρία ψωμιά να τα φυλάξης στο δρόμο που θα πας, και να τα πας σπίτι σου απείραχτα. Εκεί, άμα φτάσης με το καλό, κόψε και φάτα με την γυναίκα σου.

Κι' αυτός έβαλε τα τρία ψωμιά στο σακκούλι του, φίλησε το χέρι τ' αφεντικού του κι' έφυγε, γυρίζοντας στον τόπο του, στη γυναίκα του, και στο σπίτι του.

Στο δρόμο ανταμώθηκε με μια μεγάλη συνοδεία. Έκαναν δύο — τρεις μέρες δρόμο, όταν σ' ένα μέρος τους λεν ότι τους καρτερούσαν οι κλέφτες να τους πιάσουν. Ακούοντας αυτόν τον λόγο, σκόρπισαν όλοι από το φόβο τους και μόνον ο Ξενιτεμένος μας έμεινε στο δρόμο του. Θέλησε και αυτός να παραδρομήση, σαν τους άλλους, αλλά τη στιγμή, που έκανε να βγη από το δρόμο, τούρθε στο νου η πρώτη συμβουλή: «&Μη βγαίνης ποτέ από τον ίσιο δρόμο&», κι' είπε μέσα του:

— Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την ακολουθήσω; θα είναι κρίμα.

Κι' έτσι τράβησε ίσια το δρόμο του.

Οι κλέφτες, βλέποντας από μακρυά, ότι όλοι σκόρπισαν από το δρόμο και μόνον αυτός δεν παραδρόμησε είπαν συναμεταξύ τους:

— Ας κυνηγήσωμεν αυτούς, που σκόρπισαν, διότι, για να φοβηθούν, χωρίς άλλο θα έχουν χρήματα κι' ας αφήσωμε αυτόν, που πάει το δρόμο του. Φαίνεται, ότι αυτός απ' ότι έχει κλέφτη δεν φοβάται.

Κι' έτσι τον άφησαν αυτόν κι' έπιασαν όλους τους άλλους και τους πήραν ότι κι' αν είχαν.

Ο Ξενιτεμένος μας τράβησε το δρόμο του, όπως είπαμε, κι' έφτασε το βράδυ σ' ένα σταθμό. Εκεί έμαθε, ότι οι σύντροφοι του, άλλοι σκοτώθηκαν κ' άλλοι ληστεύτηκαν και δεν γλύτωσε κανένας από τους κλέφτες.

Μανθάνοντας αυτό έκανε το σταυρό του, δόξασε τον Θεό κι' είπε μέσα του:

— Να το θάμα της πρώτης συμβουλής!

Αν δεν την ήξερα όχι εκατό φλωριά, αλλά και χίλια αν είχα θα μου τάπαιρναν οι κλέφτες.

Κοιμήθηκε το βράδυ εκεί πέρα και την άλλη μέρα πρωί πρωί ξεκίνησε. Περπάτησε — περπάτησε και το βράδυ έφτασε σ' έναν άλλο σταθμό. Εκεί που ετοιμάζονταν να φάγη λαβαίνει κάλεσμα από τον άρχοντα του τόπου, να πάη στον πύργο του. Θέλοντας και μη, κίνησε και πήγε. Ο άρχοντας τον δέχτηκε και τον έβαλε στο τραπέζι, που είταν έτοιμο με διάφορα φαγητά. Τη στιγμή που άρχισαν να τρων, δύο υπηρέτες άρχισαν να κόφτουν ψωμί. Έκοψαν, έκοψαν, έκοψαν, κι' όλο έκοφταν. Ο Ξενιτεμένος μας, βλέποντας αυτό το κόψιμο του ψωμιού, που μπορούσαν να φαν χίλιοι άνθρωποι κι' όχι δύο μοναχά, παραξενεύτηκε, και αν και τούρθε να ρωτήση τον άρχοντα, για ποια αιτία κόφτουν τόσο ψωμί, ενώ δε χρειάζονταν πλειότερο από δυο κομμάτια να φαν στο τραπέζι αυτός κι' εκείνος, αμέσως θυμήθηκε τη δεύτερη συμβουλή:

«&Μην ανακατεύεσαι ποτέ στες δουλιές του αλλουνού&» κι' είπε μέσα του:

— Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την ακολουθήσω; Είναι κρίμα. Κι' έτσι έβλεπε το κόψιμο του ψωμιού και δεν έλεγε τίποτε. Αλλ' ο άρχοντας βλέποντας τον έτσι απερίεργο, τον ρώτησε:

— Δεν βλέπεις τίποτε παράξενο εδώ μέσα;

— Όχι!

Του απάντησε ο Ξενιτεμένος.

Πάλι τον ερώτησε το ίδιο ο άρχοντας και πάλι αυτός του απάντησε το ίδιο. Τον ρώτησε και τρίτη και τετάρτη φορά και την ίδια την απάντηση λάβαινε. Τέλος ο άρχοντας τον αγκάλιασε και του είπε:

— Είσαι ο σοφώτερος άνθρωπος απ' όσους έχω ιδεί στον κόσμο.

Ύστερα του διηγήθηκε την ιστορία του:

— Εγώ (του είπε) εκληρονόμησα από τον πατέρα μου χιλιάδες φλωριά, και ζω σαν άρχοντας κι' ορίζω χώρες και χωριά, αλλ' η διαθήκη γράφει να παίρνω κάθε βράδυ έναν ξένο στο σπίτι μου και να τον φιλεύω και γύρα μας να γίνεται κάποιο παράξενο, σαν καλή ώρα το κόψιμο των ψωμιών χωρίς λογαριασμό, κι' όσοι λαβαίνουν την περιέργεια κι' ερωτούν γι' αυτό το παράξενο, να τους σκοτώνω, κι' όταν θα βρίσκονταν άνθρωπος, που να μην είχε την περιέργεια να με ρωτήση, τότε να πάψω τα φονικά και να δώσω σ' αυτόν τον άνθρωπο χίλια φλωριά. Τον κατέβασε ύστερα στο κατώγι, του έδειξε τα κόκκαλα όλων εκείνων που είχε σκοτώσει από την περιέργεια, που είχαν ν' ανακατεύωνται στες δουλειές των αλλωνών, του έδωκε τα χίλια φλωριά, άρματα για προφύλαξή του κι' ένα μουλάρι και τον ξεπροβόδισε.

Ο Ξενιτεμένος μας, βλέποντας τι τύχη του έφεραν οι δύο οι συμβουλές, που η μια τον γλύτωσε από τον θάνατο κι' η άλλη του έδωκε χίλια φλωριά, έγεινε άλλος από την χαρά του, και συχώρεσε τα πεθαμένα του αφεντικού του, που του πούλησε τόσο φτηνά τέτοια πολύτιμη συμβουλή. Τέλος πάντων εξακολούθησε το δρόμο του και σε κάμποσες μέρες έφθασε στον τόπο του και στο χωριό του. Τράβησε ίσια ατό σπίτι του και εκεί πέζεψε και ξεφόρτωσε το μουλάρι του. Η γυναίκα του, επειδή δεν είχε φανή ύστερα από τόσα χρόνια, νόμισε πως είχε πεθάνει, και του έβρασε το σιτάρι και ζούσε σα χήρα, ώστε, όταν ήρθε, δεν τον γνώρισε καθόλου. Αλλά κι' αυτός δεν της έδωκε γνωριμία, και της είπεν, ότι είταν απ' άλλη χώρα κι' ο δρόμος τον έφερε να ξενυχτίση στο σπίτι της.

Είταν παραμονή της πρωτοχρονιάς εκείνη τη βραδειά, κι' η γυναίκα άλλο από λίγο ψωμί αραποσίτικο δεν είχε και στενοχωριώταν. Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα κι' ένα παλληκάρι, μίλησε κρυφά με τη γυναίκα, βγήκε έξω στην αυλή, έπιασε ένα πετεινό, τον έσφαξε και σένα κομμάτι ώρας τον έβαλαν στη χύτρα να βράση. Όταν έβρασε ο πετεινός και κάθισαν στο τραπέζι να φαν, ο Ξενιτεμένος μας έβγαλε από το σακκούλι του τα τρία ψωμιά, που τούχε δώσει ο αφεντικός του, και κόβοντας τα στη μέση, ηύρε στο καθένα από εκατό φλωριά, ήτοι όλους τους μιστούς των είκοσι ενός χρόνων πούχε δουλέψει!

Όταν απόφαγαν, έκαναν το σταυρό τους και πλάγιασαν, ο Ξένος από τη μια τη μεριά και η γυναίκα του από την άλλη, μαζύ με τον νέο. Ο Ξενιτεμένος μας, βλέποντας ότι η γυναίκα του κοιμάται με άλλον άντρα, έγεινε έξω φρενών, σηκώθηκε κρυφά-κρυφά με μια μαχαίρα στο χέρι για να τους σκοτώση και τους δυο εκεί που κοιμώνταν στο ίδιο προσκέφαλο, αλλά τη στιγμή, που θα έμπηχνε τη μαχαίρα απάνω τους, τούρθε η τρίτη συμβουλή στο νου του:

«&Τη δουλειά, που μέλλεις να κάνης θυμωμένος άφησε τη γι' αύριο&»

Κι' είπε μέσα του:

— «Εγώ δούλεψα εφτά χρόνια γι' αυτή τη συμβουλή και να μην την ακολουθήσω; Είναι κρίμα!»

Και λέγοντας αυτά, γύρισε πίσω και πάη να κοιμηθή. Αλλά, πού ύπνος! Παράδερνε ακέριες ώρες, όταν τη στιγμή, που άρχισαν να λαλούν τ' αρνίθια, τον έκλεψε ο ύπνος και δεν ξύπνησε, παρά όταν λαλούσε ο σήμαντρος της εκκλησιάς. Εκείνη τη στιγμή η γυναίκα έλεγε στον παρακοιμώμενό της:

— Σήκου, παιδί μου, γιατ' έφεξε…

— Αχ! καημένη μάνα (απολογήθηκε το παιδί) τι ευχαρίστηση μου έσβυσες! Έβλεπα στον ύπνο μου, πως ήρθε ο πατέρας μου από την Ξενιτειά…

Ακούοντας αυτά τα λόγια ο Ξενιτεμένος μας, πετάει τη μαχαίρα πέρα, και ρίχνεται απάνω στο παιδί του σα ζουρλός, λέγοντας:

— Αλήθεια είταν τ' όνειρο σου! Ήρθε ο πατέρας σου από τη Ξενιτειά! Είμαι εγώ!

Κι' έτσι φανερώθηκε κι' έζησαν αυτοί καλά κι' εμείς καλύτερα.

Δημοτικά τραγούδια

Η ΠΙΣΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

Ξενιτεμένη έπλενε στην άκρη στο πηγάδι Κι ένας διαβάτης στάθηκε στο μαύρο του καβάλλα, Την εχαιρέτισε γλυκά και της μιλάει με πόνο. — Βγάλε τρεις σίκλους, λιγερή, να πιώ κι' εγώ κι' ο μαύρος, Και θα σου δώσω μάλαμμα για τον καλό σου κόπο. — Σου βγάζω ξένε μου νερό, να πιής κι' εσύ κι' ο μαύρος, Το μάλαμμά σου κράτα το, σ' εμένα δεν περνάει, Έχω τον άντρα μου μακρυά, στης Ξενιτειάς τα μέρη, Χρόνους εννιά τον καρτερώ και τρεις θα τον προσμένω, Κι αν ως τα τότε δεν ερθή, θα κόψω τα μαλλιά μου Θα βάψω τα σκουτάκια μου και καλογριά θα γένω. — Απέθανεν ο άντρας σου και μην τον περιμένης. Δεν τον ελέγαν Κωσταντή, Σένα δε λεν Χρυσάιδω; — Στην Ξενιτειά δουλεύουνε χιλιάδες Κωσταντήδες, Πε μου κάνα σημάδι του κι' απέ να σε πιστέψω. — Είταν ψηλός, είταν λιγνός, είταν και παλληκάρι, Είχε τα μάτια σαν ελιές, τα φρύδια σα γαϊτάνια Είχε φωνή σαν τ' αηδονιού, όταν ετραγουδούσε.. Στο θάνατό του βρέθηκα, κι' εκεί που ξεμαχούσεν Ένα φιλάκι μούδωκε, και μου είπε να στο δώσω. — Ξένε μου σύρε στο καλό μαζύ με το φιλί του… Κάλλια να ιδώ το αίμα μου να τρέχη σαν ποτάμι, Παρά τα μαγουλάκια μου να τα φιλήση ξένος. — Δος μου, Χρυσάιδω, το φιλί, για' είμαι ο Κωσταντής σου. Αν είσ' εσύ ο Κωσταντής, αν είσ' εσύ ο καλός μου, Πε μου σημάδια του σπιτιού κι' απέ να σε πιστέψω. — Έχομε σπίτι τρίπατο και κλήμα στην αυλή μας, Κάνει σταφύλια ροζακιά με ρόγες σαν καρύδια. — Κάποτ' απ' έξω πέρασες και τα είδες σα διαβάτης· Πε μου σημάδια του κορμιού κι' απέ να σε πιστέψω. — Έχεις ελιά στα στήθια σου και στη δεξιά σου πλάτη.. — Εσ' είσαι ο Κωσταντάκης μου, εσ' είσαι κι ο καλός μου! Αγκαλιαστήκανε σφιχτά και γλυκοφιληθήκαν, Και τράβηξαν στο σπίτι τους όλο χαρά και γέλοια.

***

Η ΚΛΕΙΔΩΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ

— Καρδιά με δεκοχτώ κλειδιά, γιατ' είσαι κλειδωμένη; Άνοιξε, παίξε, γέλασε, σαν που είσουν μαθημένη, Και χύσε γύρα τη χαρά με δυο γλυκά σου λόγια. — Και πώς ν' ανοίξω να χαρώ, να παίξω, να γελάσω; Τα χέρια, που την κλείδωσαν είναι ξενιτεμένα, Παν τρία χρόνια ολάκαιρα, οπού τα περιμένω, Ναρθούν να την ανοίξουνε, να παίξω να γελάσω. — Κι' αν δεν σου ερθούνε, λιγερή; Κλειστή θα μέν' αιώνια; — Τα χέρια, που την κλείδωναν, πήραν και τα κλειδιά της.

***

ΚΗΔΕΙΑ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

Μα τ' είδαν τα ματάκια μου τους ξένους πώς τους θάφτουν! Χωρίς λιβάνι και κερί και δίχως ψαλμωδία, Χωρίς παπά και κόλυβα και δίχως μοιρολόγια Δεν είδα μάννα να βογγάη, γυναίκα να θρηνάη, Δεν είδα αδερφοξάδερφα να χύνουν μαύρα δάκρυα, Παπάδες κι' εξαφτέρυγα και κόσμο ν' ακλουθάη. Είδα μονάχα τέσσερους με χάχανα και γέλοια Να κουβαλούνε το νεκρό σαν το σκυλλί στον λάκκο.

Ο ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΣ

Αλλοί του, πούν' στην Ξενιτειά και ξενοπαραδέρνει Δεν έχει μάννα κι' αδερφή κι' εμπιστεμένο ταίρι Να μαγειρεύουν του να τρώη, να πλένουν τα σκουτιά του Να στρώνουνε το στρώμα του, να πέφτη να κοιμάται Κι αν αρρωστήση ο δύστυχος και πέση στο κρεβάτι Να κλαιν στο προσκεφάλι του, να χύνουν μαύρα δάκρυα. Ξένες του μαγειρεύουνε, και πλένουν τα σκουτιά του. Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του. Του μαγειρεύουν μια και δυο, του πλένουν τρεις και πέντε Και στρώνουνε το στρώμα του και τα σκεπάσματά του, Κι' απέ του λένε με θυμό, του λεν με καταφρόνια. Φέρε να μαγειρέψωμε, πλέρωσε για το πλύμα, Πλέρωσε για το στρώμα σου και τα σκεπάσματά σου.

***

Η ΞΕΝΙΤΕΙΑ

Παρακαλώ σε, Κύριε μου, και προσκυνώ σε, Θε μου, Του ξένου δος του ξενιτειά, κι αρρώστια μην του δίνεις, Τι η αρρώστια θέλει στρώματα, θέλει προσκεφαλάδια, Θέλει μαννούλα στο πλευρό, γυναίκα στο κεφάλι, Θέλει κι' αρσενικό παιδί κρύο νερό να φέρνη. 'Γώ το είδα με τα μάτια μου σ' έναν απεθαμένον· τον πήγαν και τον έθαψαν σαν το σκυλλί στο λάκκο, Δίχως θυμιάμα και κερί, δίχως παπά και ψάλτη

***

Η ΜΑΓΙΣΣΑ

Κινήσαν τα καράβια τα Ζαγοριανά, Κίνησε κι' ο καλός μου, πάη στην Ξενιτειά, Δώδεκα χρόνους χάνει χωρς απολογιά· Κι' απάν σ' αυτόν τον χρόνο στέλνει απολογιά Κι ένα χρυσό μαντήλι, μ' είκοσι φλωριά, Και στο μαντήλι μέσα μια πικρή γραφή: Κι' έλεγε του καλού μου η πικρή γραφή. — «Θες, κόρη μου, παντρέψου, θες καλόγρεψε! Τι εδώ πούμ' ο καημένος επαντρεύτηκα, Επήρα μια γυναίκα κόρη μάγισσας. Μαγεύει τα καράβια, δεν κινούν γι' αυτού Με μάγεψε κι' εμένα, δεν κινώ κι εγώ. Όντας κινώ για νάρθω, χιόνια και βροχές, Όντας γυρίζω πίσω, ήλιος ξαστεριά. Ζώνομαι τ' άρματά μου, πέφτουν κατά γης, Πιάνω γραφή και γράφω, και ξεγράφεται!»

***

Τ' ΟΝΕΙΡΟ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ

— Βαρυά κοιμάσαι, κόρη μου, βαρυά είσαι κι' υπνωμένη Βαρυά κοιμούμαι, αφέντη μου, βαρυά είμαι κι' υπνωμένη, Είδα έν' όνειρο κακό, που δέλει για τ' εσένα: Είδα τον μαύρο σου γυμνό τη σέλα τσακισμένη Και τ' αλαφρό σου το σπαθί στο δρόμο πεταγμένο. — Μη μου σκανιάζης κόρη μου, και μη βαρυοχολιάζης Ο μαύρος είναι Ξενιτειά κι' η σέλλα είν ο δρόμος Και τ' αλαφρό μου το σπαθί ο καλογυρισμός μου. Λαλούν τ' αρνίθια δυο φορές, λαλούνε τρεις και πέντε, Φωνάζουνε μες στο χωριό και μες στο χωροστάσι: — Ποιος είναι για την Ξενιτειά να σηκωθή να φύγη Η συντροφιά ξεκίνησε και δεν τον καρτεράει.

Τα Διηγήματα της Ξενιτειάς 1 δραχμή

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License