- Art Gallery -

 

.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. ·

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ

ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ Γ'
Η ΧΡΥΣΗ ΚΑΔΕΝΑ — Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ — ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921

ΕΙΣ ΤΗΝ ΛΕΥΚΗΝ ΜΟΥ ΠΟΛΙΝ

«Έρμη Αθήνα ! . . .» (Χρυσή Καδένα σελ. 46)

Η ΧΡΥΣΗ ΚΑΔΕΝΑ (1900)

Η γόνιμος, η χλοερά, η καλλίβοτρυς άμπελος, την οποίαν εζήλευον όλοι οι διαβάται, ήδη ακλάδευτος, άσκαφος, χορταριασμένη, ήπλωνε τα κλήματά της, έρποντα επί της χέρσου, ως πλατυφύλλους κισσούς, με σταφυλάς πολλάς μεν πλην ανόστους και υδαρείς, έρμαιον των πτηνών και των μυών, υπό τας πυκνάς των αγριολαχάνων λόχμας, υφ' ας ως όφεις ετανύοντο αι μακραί και λεπταί κληματίδες.

Η εύμορφος ως παράδεισος, η περίφρακτος ως ποίμνη, η συμμαζευμένη και συγυρισμένη ως αίθουσα, μικρά άμπελος, της οποίας τα κλήματα όλα καρποφορούντα, όλα από φαγώσιμα εκλεκτά σταφύλια, της οποίας τα φυτά ήσαν περιζήτητα εις όλην την πέριξ χώραν, αφέθη πλέον κλάρα. Άσκαφος, ακλάδευτος, ακαλλιέργητος.

Υψηλά, επί προβλήτας, προς την θάλασσαν εκτεινομένη, ως εγκαλλώπιστος κόρη, η θαυμασία άμπελος, εδείκνυε τους καρπούς της, τους εκλεκτούς, προς τον ήλιον, όστις φωσφορίζων, διά μέσου της βαθυπρασίνου χλόης των κληματοφύλλων, επέθετεν ακτινοβόλα φιλήματα επ' αυτών, ως καλλιμόρφων αγγείων, κρεμαμένων εν παρατάξει, δροσοβολούντων κ' ευφραινόντων την όρασιν, με τους ζωηρούς των χρωματισμούς.

Πού εκείνα τα ραζακιά πλέον, τα ως από ηλέκτρου όντως, τα αργυρόχρυσα, τα οποία, μετ' ιδίας όλως στοργής, εθεράπευεν η καλή νοικοκυρά, από του άνθους των ακόμη, προφυλάττουσα από τους ποικίλους της ατμοσφαίρας κινδύνους, ίνα κατασκευάση δι' αυτών τας ξανθές και γλυκείας, τας ιεράς ασταφίδας της, δι' ων να στολίζη το προγονικόν κόλλυβον, το οποίον κατά σάββατον έστελλεν εις τον ενοριακόν της ναΐσκον.

Πού τα αετονύχια εκείνα, τα ευώδη ως από μύρων, τα νύσσοντα τόσον ηδονικώς τον φάρυγγα διά του λεπτού αρώματός των. Και πού τα νόστιμα εκείνα σφικτάρια, τα έχοντα πολυγωνικάς, εκ της πυκνότητος, τας ρώγας. Αχ! και πού πλέον τα ιόχροα εκείνα φιλέρια, αφ' ων βεβαίως κατεσκευάζετο πάλαι το νέκταρ του Ιμέρου και Πόθου. Και πού ακόμη εκείνα τα πολιτικά, τα χρωματισμένα ελαφρώς με όλας του ερυθρού τας αποχρώσεις, τα σπινθηροβολούντα, τα μόνον διά της όψεως μεθύσκοντα.

Και πού πάλιν η ασπρούδαις, η μικραίς, η κάτασπραις ασπρούδαις, τας οποίας όλον τον χειμώνα συνετήρει η Θωμαή, αποκρεμώσα αυτάς, ανά ζεύγη, από της μεγάλης του προδόμου του οίκου της δοκού, μαζί με της ολόμαυραις μαυροκορούναις, από τας οποίας εκθλίβεται το άγιον νάμα της θείας Μυσταγωγίας.

Όλα εξηφανίσθησαν πλέον και μετ' αυτών η Θωμαή, η καλή, η φιλάμπελος εκείνη και φιλόκαλος δέσποινα. Πόσαις φοραίς δεν επλήρωσεν από των εκλεκτών αυτών καρπών το λεπτόπλεκτον καλαθάκι της, το κομψόν, το κυμαίον, πρώτη-πρώτη αυτή, την ημέραν της Μεταμορφώσεως, προσφέρουσα τα πρωτόλεια εις την εκκλησίαν, να τα ευλογήση ο ιερεύς, κατά το έθος, τον νεοδρεπή της αμπέλου καρπόν, και διανείμη αυτόν εις τους πιστούς, με το αντίδωρον…

— Και του χρόνου! επηύχετο ο ιερεύς προς την ευλαβή νοικοκυράν.

— Και του χρόνου! επανελάμβανον επευχόμενοι και οι πιστοί.

Και ελησμόνει τότε η φιλόπονος νοικοκυρά όλους τους βαρείς μόχθους, ους υφίστατο, κατά το μακρόν της καλλιεργείας στάδιον, πετώσα ταποκλάδια, καίουσα σωρούς-σωρούς την αγριάδα την καταστρεπτικήν, θειαφίζουσα, αργολογούσα, κινδυνεύουσα από το καύμα, κινδυνεύουσα από τας εχίδνας, τας κρυπτομένας υπό τα κλήματα, να μη χολεριάση ουδεμία παραφυλλίς, ουδεμία καν ρώγα.

Αλλ' αι ευχαί της εκκλησίας, ενίοτε, είτε εξ αμαρτιών μας, είτε και προς δοκιμασίαν, δεν εισακούονται. Και ήλθε χρόνος, ότε δεν εφάνη πλέον εν τω ναώ, υπό την εικόνα του Χριστού, τα μικρόν λεπτόπλεκτον καλαθάκι της Θωμαής, το κυμαίον, την ημέραν της Μεταμορφώσεως . . .

Εντός της ερήμου αμπέλου, εντός της ασκάφου κλάρας, η γρηά-Κυρατσού τώρα, η μήτηρ της Θωμαής, ως κορώνη περιεφέρετο, μαύρη και κρώζουσα:

— Θωμαή μου! Θωμαή μου!

Ο φράκτης της αμπέλου, πυκνότατος από τρικοκκιαίς, είχε διασπασθή, ενώ κ' εκεί, υπό των παιδιών, τα οποία ως θώες εισέδυον, να κλέψωσι τας υδαρείς της κλάρας σταφυλάς.

Επάνω-επάνω δε η γηραιά ελαία, η κατάκαρπος πάντοτε, ης το έργον ουδέποτε εψεύδετο, υψηλά, εις το άκρον της προβλήτος, ως σκοπιά, ορφανή, μάτην ανεζήτει την απούσαν δέσποιναν, ήτις εκεί συνήθιζε πάντοτε, υπό δροσεράν σκιάν να γευματίζη, αναπαυομένη από το θειάφισμα την ώραν την καυστικήν του μεσημεριού, και θεωρούσα το πέλαγος, πέραν και μακράν απλούμενον, με κύματα λευκά και με πλοία λευκά και αυτά ως τα κύματα.

Και όταν ετσάκιζεν η ημέρα, ώρα εσπερινού, εκάθητο τώρα η γρηά-Κυρατσού, υπό την αυτήν ελαίαν και αυτή, κατάμαυρη ως κορώνη, να φάγη ολίγον ξηρόν άρτον, διάβροχον από τα δάκρυά της. Και εθρήνει μάλλον ή έτρωγεν, η γερόντισσα, βλέπουσα και αυτή το αφρισμένον πέλαγος. Και ίστατο σιωπηλή, θεωρούσα ως να είχε κάποιον ενώπιόν της και ηρώτα οδυνηρώς:

— Ποιόνε να κλάψω και ποιόνε να μη κλάψω, την Θωμαή, την κόρην μου, ή τον Λαλεμήτρον τον άνδρα της; Ποιόνε να περιμένω, ορφανά μου κλήματα, και ποιόνε να μη περιμένω; Την Θωμαή, την κόρην μου, ή τον Λαλεμήτρον τον άνδρα της;

Κ' εκεί που ως λίθινον κατέπινε τον ξηρόν άρτον, αίφνης, ίστατο ακίνητος και ηκροάτο. Και ο βορράς εσύριζεν, από το πέλαγος μακρόθεν ερχόμενος, ως ήχος αυλών αναριθμήτων, αοράτων βοσκών, ήχος οξύς και λιγυρός. Και η γραία ηκροάτο ως να ωμίλει τις, και ήκουε του ανέμου τα ηχηρά κελαδήματα, τα οποία εσχημάτιζον τοιούτους μυστηριώδεις λόγους εν τη πενθούση διάνοιά της:

— Ίσως και να γυρίσουν και οι δύο, ίσως και να μη γυρίσουν! Ποιος τα ξεύρει αυτά; Μόνος ο Θεός τα ξεύρει, μόνος ο Θεός!

Φρικίασις τότε θανάτου διέτρεχε τα γηραιά μέλη της φανταζομένης γραίας. Φρικίασις ομοία διέσειεν ακόμη και τα ημίξηρα της ακαλλιεργήτου αμπέλου φύλλα, τα οποία συγκρουόμενα, το έν μετά του άλλου, εβόυζον ξηρώς γύρω- γύρω, πλαταγίζοντα εν συσσυρμώ, ως να εσύρετο ερπετόν υπ' αυτά, βραδυπορούν:

— Μόνος ο Θεός το ξεύρει, μόνος ο Θεός!

***

Πέντε μόνον σακκούλαις αλεύρι της άφησε της Θωμαής εις το μικρό μαγαζάκι του ο Λαλεμήτρος, και μισό σακκί ρύζι· και σ' ένα ζεμπιλάκι έως τρεις οκάδες χαρούπια· και ανεχώρησε. Πάει, λέει, 'ς τον Βόλο, να ψωνίση πράγμα, λέει, με του καπετάν Ηλία το κόττερο. Να ψωνίση αλεύρια, λέει, γιατί εφέτος είνε λαδιά, και οι αργάταις των λαδαριών είνε φαγάδες, λέει.

Αυτά έλεγον και επανελάμβανον οι γείτονες, οίτινες είνε παντού και πάντοτε οι αυτοί. Αυτά οι γείτονες τα ήκουσαν από την γρηά-Κυρατσού, η οποία πάλιν τα ήκουσεν από τον γαμβρόν της τον Λαλεμήτρον, όστις μετήρχετο τον αλευροπώλην εν τω χωρίω, υπό τον μικρόν αυλογύριστον οικίσκον, την πολύτιμον της Θωμαής προίκα, διατηρών αλεύρου μαγαζείον.

Ο Λαλεμήτρος τωόντι ανεχώρησεν ένα δειλινόν, εις Βόλον, με το κόττερον του καπετάν Ηλία, ένα βραδύ και χονδρόν σκάφος, ως τον κυβερνήτην του, αφού απεχαιρέτισε την σύζυγόν του και την πενθεράν του, με χαράν καταφανή, χαράν εμπόρου απερχομένου να ψωνίση, χαράν συζύγου, μετ' ολίγας ημέρας μέλλοντος να επανέλθη.

Η γρηά-Κυρατσού, όλη χαρά, την επαύριον, ήρχισε να σκουπίζη το μικρόν μαγαζείον, να τινάζη τας αράχνας της οροφής και των τοίχων, να πλύνη καλώς τους ξυλίνους πάγκους και το ταμείον το ξύλινον, ν' ασπρίζη τους τοίχους και να σφουγγαρίζη το λίθινον αυτού έδαφος. Σχεδόν ετραγουδούσεν από την χαράν της η γραία, θλιβομένη μόνον διά την κόρην της, που δεν έκαμνε παιδιά, η ακαμάτα, να έχη βοήθειαν. Διά τούτο η γερόντισσα εθεράπευε, προς παρηγορίαν της, πάντοτε ένα μικρόν γειτονόπουλον, με κεφαλήν, ως ένα μικρό καρπουζάκι και μάγουλα κατακόκκινα ως το μήλον, το οποίον ηρέσκετο να βλέπη συχνά και να το φιλεύη και να το θωπεύη, ιδίως όταν είχεν ανάγκην η γραία να της κουβαλή το μικρόν παιδίον θάλασσαν, να ξύη τα οψάρια.

— Να ιδής μια φαρφούνα που θα σου κάμω εγώ, μεθαύριο, που θαρθή ο Λαλεμήτρος, να φέρη το χάσικο το αλεύρι. Να ιδής, παιδάκι μου. Να ιδής, καρπουζάκι μου! Και προσέτριβεν η γραία την στρογγύλην του μικρού κεφαλήν, ως να το έλουε. Το δε παιδίον εκόμιζε τότε το βαρύ άντλημα πλήρες θαλασσίου ύδατος, μετά κόπου, ασθμαίνον και κλίνον προς τα δεξιά το κεφαλάκι του, σαν ένα καρπουζάκι μικρό και στρογγυλό, έτοιμο να πέση, και φουσκώνον τα κατακόκκινα μάγουλά του, σαν δύο φούσκαις κόκκιναις, από το βάρος του μεγάλου κουβά.

Και όμως, όλην αυτήν την χαράν της γραίας ηλάττωνε μία θλίψεως γραμμή, βαθεία χαραττομένη εις το λευκόν της Θωμαής πρόσωπον, την οποίαν μετά προσοχής απέκρυπτεν εκείνη, υπό την μανδήλαν της την πολίτικην τυλιγμένη.

Αλλ' η γραία την διέκρινε, με τους εταστικούς εκ της πονηρίας της οφθαλμούς, και ήλεγχε και επέπληττε την κόρην της, η οποία ήτο πάντοτε δήθεν μελαγχολική, η ακαμάτα, που δεν έκαμνε παιδιά, η γρουσούζα, που θα τους φάγη με την σκουντούφλα της.

Και όταν, μετά είκοσιν ημέρας, επανήλθε τα βραδύ και χονδρόν του καπετάν Ηλία κόττερον εκ Βόλου, κοντανασαίνον από το φορτίον, πρωί-πρωί η γρηά- Κυρατσού έσπευσε να υποδεχθή, τον γαμβρόν της, τον Λαλεμήτρον, τον μεγαλέμπορα, ως τον απεκάλει.

Την πρωίαν εκείνην η θλιβερά γραμμή, η ασχημίζουσα, τόσας ημέρας, το λευκόν της Θωμαής πρόσωπον, είχεν αυλακώση όλον το μέτωπόν της, ως να έδακνε θλίψις πικρά την καρδίαν της, κ' εζωγραφίζετο εις τα πρόσωπον ο φοβερός πόνος.

Το κόττερον του καπετάν Ηλία, κατάφορτον εμπορευμάτων και με τάβλαις σωρόν επί του καταστρώματος, μετά βραδύτητος προσήγγισε τέλος, αργά- αργά, εις την αποβάθραν, κοντόν και χονδρόν ως τον καπετάν Ηλίαν τον κυβερνήτην του.

— Καλώς ώρσες, καπετάν Ηλία! πάντα κατευόδιο, καπετάν Ηλία! Ήλθεν ο Λαλεμήτρος; Εφώναζεν η γραία, υψηλά από τον βράχον, καταβαίνουσα εις την παραλίαν.

— Πού είνε ο Λαλεμήτρος; Ηρώτησε πάλιν ανυπόμονος η γραία, σταθείσα εις τα κεφαλόσκαλον εμπρός ως τελωνοφύλαξ;

— Τον είδεθ εθύ; άδο τόθο τ' εγώ!

Απήντησε βραδέως ο καπετάν Ηλίας, βραδύς ως το κόττερον, βραδύς την εργασίαν, και την γλώσσαν βραδύς. Και ήρχισε βραδέως να ρίπτη επί της αποβάθρας μίαν μίαν της τάβλαις, ως να ήτο πιασμένος τας χείρας.

— Τι λες, καπετάν-Ηλία μ'; Έστειλε κάνιο ταλεύρια; Μας φάγανε ο κόσμος.

— Τον είδεθ εθύ; άλλο τόθο τ' εγώ. Επανέλαβε πάλιν ο καπετάν Ηλίας, βραδύγλωσσος, εξακολουθών να ξεφορτώνη το κόττερον.

— Δεν σου έδωκε κάνιο κανένα γράμμα;

— Άφηθέ μας, θεια, άφηθέ μας, τ' έχουμε δουγιά!

Και ως να ήθελε να την παρηγορήση την γραίαν, να ησυχάση κ' εκείνη και αυτός, είπε:

— Πήδε 'θ τον Πεδαία ο Δαδεμήτδος, να φέδη αδεύδια ταϊγανίθα.

***

Ασπρισμένον, ξεσκονισμένον, συγυρισμένον τα μαγαζάκι του Λαλεμήτρου, μάτην ανέμενε τους σάκκους του αλεύρου και αυτόν τον αλευράν. Δεν ήρκει δε η θλίψις, ήτις κατεβασάνιζεν, ήτις εσπάρασσεν ως το δηλητήριον τα σπλάγχνα της Θωμαής, είχε και τας ερωτήσεις των γειτόνων και των πελατών, οίτινες εζητούσαν δήθεν άλευρον, ενώ ήθελον αληθώς να βεβαιωθώσι περί της παρατεινομένης απουσίας του συζύγου της. Παρήλθον εβδομάδες, παρήλθον μήνες και ούτε ήκουσαν πλέον περί του Λαλεμήτρου αι δύο γυναίκες, ούτε γράμμα έλαβον. Τότε δεν είχε πλέον ανάγκην η Θωμαή να κρύψη την θλιβεράν εκείνην γραμμήν, ήτις κατέλαβε πλέον ολόκληρον εκείνο το λευκόν πρόσωπον, περιβληθέν με μίαν ωχράν κατήφειαν, ως το ωχρόλευκον άγαλμα της απογνώσεως.

 — Δεν έχεις αλεύρι; την ηνώχλθουν ακόμη μετά καιρόν την γραίαν οι
γείτονες και οι παλαιοί πελάται.

 — Ο Λαλεμήτρος δεν είνε αλευράς, απήντα η γραία. Ο Λαλεμήτρος είνε
μεγαλέμπορας, και πάει 'ς την Σύρα, να ψωνίση.

Αλλ' οι γείτονες είνε οχληροί πάντοτε, όταν δ' εσχημάτισαν την πεποίθησιν ότι ο Λαλεμήτρος δεν θα επανέλθη, έγειναν αυθάδεις· ήρχισαν να διαδίδωσι πολλά, ότι εμάλωσε με την πενθεράν του, ότι εμουφλούζεψεν, ότι άφησε την γυναίκα του, ότι πάγει πάλιν εις την Αμερική και έλεγον προς την γραίαν μετά σαρκασμού:

— Πες αλεύρι;

Τότε και αυτή έκλεισε πλέον το μαγαζείον.

Εκ Πειραιώς ήλθον πολλά ατμόπλοια και πολλά ταχυδρομεία· η δε Θωμαή δεν ελάμβανε καμμίαν είδησιν περί του συζύγου της. Τότε κατά πρώτον ησθάνθη τον φόβον και ήρχισε πολλά να διαλογίζηται. Ενεθυμείτο διάφορα περιστατικά, άτινα εγκαίρως δεν ηθέλησε να εξελέγξη μετ' ακριβείας η ταλαίπωρος. Και ήρχισε να διηγήται τότε προς την μητέρα της, τι έλεγε προς αυτήν ο Λαλεμήτρος ολίγας ημέρας προ της αναχωρήσεώς του. Παρεπονείτο συνεχώς τότε, ότι δεν έχει δουλειαίς ο τόπος, ότι είνε φτώχια και των γονέων, ότι πήρεν ο Θεός τα μαξούλια πλέον από μας, και άλλα τοιαύτα. Και ήτο λυπημένος εκείναις της ημέραις. Αμίλητος. Ουδ' είχεν όρεξιν να φάγη. Ουδ' εφουμάριζε τον αγαπητόν ναργιλέ του, τον σύντροφόν του τον αχώριστον, δι· ον πολλάκις εζήλευεν η Θωμαή και τον επείραζεν ενίοτε λέγουσα:

— Ούτε σαν τον ναργιλέ πλεια δεν μ' αγαπάς!

Φυλλομετρών αδιακόπως, νήστις και σκεπτικός, το μέγα κατάστιχον του αλευροπωλείου του, έκαμνε λογαριασμούς, κ' επάνω εις τους λογαριασμούς άλλους λογαριασμούς, και κατόπιν ακόμα άλλους, χωρίς τέλος, ψιθυρίζων σάκκους και αριθμούς:

— Τα βερεσέδια, Θωμαή. Θα μας φάνε. Είπε μίαν εσπέραν, λίαν σκεπτικός.

Εδοκίμασε πολλάκις να εισπράξη τα οφειλόμενα· αλλ' «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Το είχεν ακούσει το ρητόν αυτό και εις το σχολείον, μικρός ακόμα, που τα εξηγούσε με ιδιαιτέραν αγαλλίασιν ένας μέθυσος διδάσκαλος, καταχρεωστών εις όλα τα μαγαζεία, και εκ των πραγμάτων τότε το εννοούσεν ως αληθές. Και τώρα δε, ότε εμεγάλωσεν, έβλεπε πάλιν εκ των πραγμάτων ότι ήτο αληθές.

Να παύση τα βερεσέδια· το έλεγε και αυτός, το συνεβούλευε και η Θωμαή. Αλλ' η απόφασις αύτη συνεπήγετο το κλείσιμον του μαγαζείου.

Το είχον κακοσυνηθίση το χωρίον εις τα βερεσέδια οι διάφοροι τοκογλύφοι. Όλοι οι χωρικοί εζήτουν βερεσέ τον σάκκον του αλεύρου, και εις την λαδιά θα επλήρωναν. Δεν αποφαίνεται έτσι το χρέος· και ημπορεί κανείς να τρώγη με όρεξιν, όταν τρώγη βερεσέ. Ήρεσε τούτο εις τους αλευροπώλας. Πρώτος το εφήρμοσεν ο καπετάν-Κονόμος και επλούτησε. Πωλήσας την σκούναν του — δεν ήθελεν αυτός να θαλασσοπνίγεται — διέθεσε τα κεφάλαια του εις το εμπόριον του αλεύρου, κ' εκέρδιζεν εκατό τα εκατό, καθώς έλεγαν.

— 'Σ την λαδιά, παιδιά, πλερώνετε, 'ς την λαδιά. Μια οκά αλεύρι, μια οκά λάδι.

Και έτρεχεν ο κόσμος εις τον καπετάν-Κονόμον, τον καλόν άνθρωπον.

— Να φάγη η φτώχια, να σχωρνάνε τα πεθαμένα! Επανελάμβανεν ο καπετάν- Κονόμος, εξογκών το μέγα κατάστιχον του αλευροπωλείου του, αλλά φουσκώνων, ως ασκός πλήρης ελαίου, κατά την ελαιοκαρπίαν. Αυτά παρεκίνησαν τον Λαλεμήτρον, να γείνη αλευράς, όταν ήλθεν από την Αμερικήν, με αρκετά δολλάρια εις την τσέπην, άτινα εκέρδισε μετερχόμενος εις τον νέον Κόσμον τον δύτην και αλιέα των αστακών, και με μίαν χρυσήν άλυσιν του ωρολογίου, χονδρήν κ' επιδεικτικήν από άδολον χρυσίον, κομψότατον καλλιτέχνημα παλαιών χρόνων, εν σχήματι όφεως, ελικτού περί ράβδον. Ήλθε ν' αναπαυθή πλέον, έλεγεν, εις την πατρίδα του, εις το γηροκομείο. Να πανδρευθή, να κάμη τον αλευράν και να ησυχάση πλέον. Θα ήτο έως πεντήκοντα ετών, υγιής και ηλιοψημένος. Έως πότε να τον τρώγουν τα ξένα χέρια; έως πότε να γυρίζη ξεσπιτωμένος; Με αυτάς τας σκέψεις και αποφάσεις, άμα επανελθών, περιεφέρετο επάνω-κάτω εις την αγοράν και τα σωκάκια του μικρού χωρίου ο Λαλεμήτρος, επιδεικνύων μετ' επάρσεως νεοπλούτου την ολόχρυσον άλυσιν του ωρολογίου του, και δαπανών αφειδώς ταργυρά δολλάρια εις τα μικρά οινοπωλεία:

— Τον έχει τον παρά! . . .

Εξεπλήττοντο οι χωρικοί.

— Να ιδής, Θωμαή μου, μία χρυσή καδένα, μία μαλαματένια καδένα. Μισή οκά χωρίς άλλο!

Είπεν εκπεπληγμένη η γρηά-Κυρατσού προς την κόρην της, ανυπόμονος να την υπανδρεύση· κ' έκαμε γαμβρόν τον Λαλεμήτρον με την χρυσήν καδένα.

Τι σημαίας ύψωσε και τι καμπάναις εσήμαινεν ο εφημέριος της ενορίας, οκτώ ημέρας μετά τον γάμον, την Κυριακήν, όταν θα επήγαιναν οι νεόνυμφοι εις την Εκκλησίαν του μικρού χωρίου. Από τρία τάλληρα έρριψαν και οι δυο τους εις τον δίσκον την ημέραν εκείνην, η δε γραία πενθερά όλη καταχαρουμένη έρριψε και αυτή μια τρύπια σφάντζικα, και είχεν εορτήν όλον το χωρίον αλησμόνητον.

Πολλαί μητέρες εζήλευσαν την γραίαν διά την τόσην τύχην της.

Πολλαί παρθένοι εφθόνησαν την Θωμαήν διά το τόσον ριζικόν της.

 — Φτωχούλα ήταν, έλεγον. Ένα σπιτάκι μόνον είχε και ένα αμπελάκι· μα
είχε μοίρα και ριζικό!

 — Τι καλός ο Λαλεμήτρος, τι χρυσός, τι μαλαματένιος! Σαν την χρυσή
καδένα του, γειτόνισσα, χρυσός, μάλαμα, γειτόνισσα, ο Λαλεμήτρος.

Έλεγεν η γρηά-Κυρατσού, διηγουμένη τα του γάμου της Θωμαής εις μίαν ξηροκίτρινην γειτόνισσάν της, άτυχον και πανάτυχον γυναίκα, ήτις άεργος, με κρεμασμένα τα χέρια από το πρωί ως το βράδυ, μη έχουσα ουδέ κουκκιά καν σπαρμένα να τα σκαλίζη, εύρισκεν ευχαρίστησιν να σκαλίζη τα σκάνδαλα του μικρού χωρίου, ως αι όρνιθες την κόπρον, και είχε πλησιάση προς τον σκοπόν αυτόν την γρηά-Κυρατσού.

— Μ' ένα καλαθάκι σταφύλια, παιδί μου, διηγείτο η γραία, μ' ένα καλαθάκι διαλεχτά σταφύλια, ραζακιά, φιλέρια και μαυροκουρούναις. Δεν εγύρεψε τίποτα, παιδί μου. Χρυσός άνθρωπος ο Λαλεμήτρος. Μάλαμα άνθρωπος· σαν την χρυσή καδένα του ρολογιού του.

 — Λένε πως τώκαμες μάγια, με τα σταφύλια, παρετήρησε τότε μετά πικρίας
η γειτόνισσα.

 — Χριστός και Παναγία! Χριστός και Παναγία! ανέκραξε διαμαρτυρομένη η
γραία. Τέτοια πράματα, παιδί μου!

 — Μέσ' 'ς τα φιλέρια, λένε, και 'ς τα ραζακιά βρέθηκε μία νυχτερίδα
ψόφια . . .

— Πω! Πω! ψέματα! Ψέματα, παιδί μου! Ψέματα!

Έπτυεν η γρηά-Κυρατσού διαμαρτυρομένη.

— Κι' απάνω σε μια ασπρούδα, βρεθήκανε, λέει, δυο ψείραις . . .

Διηγείτο ακόμη η ξηροκίτρινη γειτόνισσα.

— Πω! Πω! ψέματα! Ψέματα! Επανελάμβανεν η γρηά-Κυρατσού. Και εξηκολούθει τους θαυμασμούς της διακόπτουσα τας συκοφαντίας.

— Χρυσός άνθρωπος! Μάλαμα άνθρωπος! Σαν την χρυσή καδένα του!

***

Αληθώς ο Λαλεμήτρος ήτο χρυσούς και άδολος χαρακτήρ. Κατ' αρχάς εν Νέα Υόρκη επώλει, παρά την γέφυραν, άνθη εις τους διαβαίνοντας, επιτυχών την θέσιν ταύτην τη άδεια της αστυνομίας. Και εκέρδιζεν εκεί ακόπως ικανά δολλάρια καθ' εκάστην, και ιδίως τας εορτάς. Είχε βαρύνη πολύ το πουγγίον του και διελογίζετο μετά έν ακόμη έτος να επανέλθη πλέον εις την πατρίδα του, ότε μία Ιταλίς μονόφθαλμος, και ηγκυλωμένην έχουσα την δεξιάν ως αρπάγην αλιέως, εποφθαλμιώσα την θέσιν του εκείνην, την τόσον προσοδοφόρο, δεν ξεύρω πώς, τον περιέπλεξεν εις μίαν αδιέξοδον πλεκτάνην. Και ο Λαλεμήτρος έχασε την θέσιν του, άνευ ελπίδος να την επανακτήση. Αλλά προς τούτοις ερρίφθη και εις το δεσμωτήριον, οπόθεν με πολλούς κινδύνους κατώρθωσεν επί τέλους να διαφύγη, φέρων μεν επ' ώμων την κεφαλήν, αλλά κενόν πλέον το πουγγίον.

— Τι να λιμπισθώ εγώ από μια στραβή, από μια κουλή!

Διεμαρτύρετο προς τον θεόν, ο Λαλεμήτρος, ωσάν τον Ιωσήφ τον πάγκαλον, μη έχων κανένα προστάτην εν τω κόσμω εκείνω, κατά της αδίκου πλεκτάνης της γυναικός.

Και περιφερόμενος έπειτα εις την προκυμαίαν της μεγαλοπόλεως εστέναζε βλέπων μακρόθεν την θέσιν εκείνην την επικερδή, την οποίαν κατείχε πλέον η Ιταλίς εκείνη η παρμένη.

— Όλοι εδώ υπερασπίζουν της γυναίκες. Καϋμένη Ελλάδα! Ούτως, ίνα μη εκ νέου περιπέση εις νέα δίκτυα γυναικεία — και απλούνται τόσα πολλά εκεί εις τους ξένους κόσμους, περιβάλλοντα ως εν αράχναις τα τρίστρατα και τας πλατείας — ήλλαξεν επάγγελμα, εκλέξας έργον καθαρώς ανδρικόν. Κινδυνώδες μεν και αυτό, αλλ' ελεύθερον. Εγένετο δύτης και αλιεύς αστακών, και είχε να κάμη πλέον με φανερούς εχθρούς, με τα κήτη τ'ανθρωποφάγα της αβύσσου, και ουχί με κρυφούς και δολίους, ως είνε οι άνθρωποι της γης. Έμαθε λοιπόν ο Λαλεμήτρος να είνε ευθύς και τολμηρός, άφοβος και αληθής.

Και ως αλευροπώλης απέκτησε καλήν πελατείαν ταχέως εν τω χωρίω του. Αποτροπιαζόμενος αυτός την αμαρτωλόν του καπετάν-Κονόμου τοκογλυφίαν, ήτο δίκαιος εις το εμπόριόν του.

— Ποτέ μην αδικήσης τον πτωχόν εις το ψωμί του, έλεγε, Έδιδε και αυτός επί πιστώσει, αλλά μετά δικαιοσύνης.

Και εις τον καιρόν του ελαιοκάρπου εισέπραττε τα χρήματά του.

Πλην, μετά τα έτη της ευφορίας, ήλθον έτη συνεχή αφορίας και δυστυχίας. Το έργον της ελαίας συνεχώς εψεύδετο εις την νήσον εκείνην. Ήνθιζον καλώς αι ελαίαι, κατάλευκοι τον Μάιον, ως χιονισμέναι, έδενεν ο καρπός εύελπις, αλλ' ένας λίβας αίφνης, πνέων τακτικώς τον Ιούλιον, κατέκαιεν αυτόν.

Τότε, εις τον καιρόν αυτόν της δυστυχίας, ήτο ευτυχής ο καπετάν-Κονόμος, προκηρύττων διά του κήρυκος:

— Μιάμιση οκά αλεύρι, δυο οκάδες λάδι!

Κ' εφώναζε και ο ίδιος με πατρικήν προστασίαν:

— Να φάγη η φτώχια, παιδιά! Να σχωρνάνε τα πεθαμένα!

Είχε κεφάλαια ο καπετάν-Κονόμος. Αλλ' ο Λαλεμήτρος έως πόσα δολλάρια να είχεν ελθών τα πρώτον εξ Αμερικής; Όσα και αν είχεν, έκαμεν ο άνθρωπος επίδειξιν, έκαμε γάμους, έκαμεν έξοδα. Έπαυσαν τότε εν τη δυστυχία εκείνη αι εισπράξεις, αλλ' έπαυσαν συνάμα και αι πιστώσεις του Λαλεμήτρου εις Βόλον· Και να ήθελε να γείνη και αυτός κακός, ως ο καπετάν-Κονόμος, να κερδήση εκατό τα εκατό, δεν ηδύνατο, διότι δεν είχε τα μέσα. Σήμερον, βλέπετε, και διά να γείνη κανείς κακός, χρειάζεται μέσα, ως και όταν θέλη να γείνη καλός. Επανειλημμένως ήλθον διαταγαί εκ Βόλου να εξοφλήση τας συναλλαγματικάς του. Επανειλημμένως ο Λαλεμήτρος εφυλλομέτρησε το κατάστιχόν του, επεσκέφθη τους οφειλέτας του, επεσκέφθη τους ελαιώνας του χωρίου. Αλλ' όλα του απήντησαν με ασπλαγχνίαν αρνητικώς· το κατάστιχον τω επέδειξεν αριθμούς μόνον, δολλάρια ζωγραφισμένα, οι οφειλέται τω έδειξαν τους ελαιώνας των, περιβάλλοντας με δροσιάν όλην την νήσον και οι ελαιώνες τα φύλλα των τα στακτόχροα.

— Αυτά τα βερεσέδια, Θωμαή, πολύ τα φοβούμαι! Είπε την τελευταίαν ημέραν της αναχωρήσεώς του πάλιν εις την γυναίκα του. Ήμουνα βουτηχτής και δεν ετρόμαξα ποτέ τα ψάρια τα άγρια. Και τώρα φοβούμαι πως τα βερεσέδια θα με φάνε.

Η Θωμαή, ανίδεος κόρη από τα του κόσμου, γυνή μη γνωρίζουσα τίποτε άλλο από τα οικιακά έργα, τι να είπη, τι να συμβουλεύση. Ν' αλλάξη ο σύζυγός της εργασίαν; Αλλ' είχε κακοσυνηθίση πλέον εις τον καθιστικόν βίον ο Λαλεμήτρος. Όλην την ημέραν εκάθητο εις τα αλευροπωλείον του, πωλών άλευρον, δεχόμενος έλαιον, φυλλομετρών το κατάστιχόν του και φουμάρων τον ναργιλέ του. Είχε παχύνη όχι μεν ως τον καπετάν-Κονόμον, αλλ' είχε παχύνη τέλος. Πολλάκις τον παρεκάλει η Θωμαή να κλείση τα μαγαζείον ολίγας ώρας, να υπάγουν εις την άμπελον, να φάγουν γλυκά σταφύλια· αλλ' ο Λαλεμήτρος ουδέποτε το απεφάσιζε. Το εμπόριον, και το ευτελέστερον ακόμη, γεννά θέλγητρα μυστηριώδη εις τον μετερχόμενον αυτό, όστις ολίγον κατ' ολίγον τόσον συστέλλει τον μέγαν και απέραντον της ζωής ορίζοντα, ώστε κατορθώνει τέλος να περιορίση αυτόν δέσμιον εν μέσω των τεσσάρων τοίχων του μαγαζείου του. Εθέλγετο λοιπόν εκεί και ο Λαλεμήτρος, φυλλομετρών το κατάστιχόν του. Και φουμάρων τον ναργιλέ του ουδέ απάντησιν έδιδεν εις την Θωμαήν, ήτις τον εκάλει έξω:

— Να μ' αγαπούσες κάνιο σαν τον ναργιλέ! παρεπονείτο τότε κλαίουσα η Θωμαή.

Την παραμονήν της αναχωρήσεώς του είχε λάβη έντονον εκ Βόλου διαταγήν, ότι ώφειλε να εξοφλήση ανυπερθέτως δύο συναλλαγματικάς του, αίτινες προ μηνός έληξαν, άλλως ηπείλουν αυτόν διά προσωπικής κρατήσεως.

— Για τον Θεό!

Εφώνησεν έντρομος ο Λαλεμήτρος, αναγνούς την διαταγήν. Αλλ' ίνα μη εννοήση η σύζυγός του, ήτις τον έβλεπε σύννους, παρακαθημένη, προσέθηκεν ηρεμώτερος:

— Ακρίβηναν, λέει, ταλεύρια πάλιν!

Διενοήθη ο Λαλεμήτρος να ενεχυριάση τότε, ή και να πωλήση εν τη εσχάτη ανάγκη την χρυσήν του ωρολογίου του άλυσιν, μη έχων άλλον πόρον χρημάτων, και σωθή από το αίσχος της φυλακίσεως.

— Δεν είμαι για κόσμο πλεια! επανελάμβανε περιφερόμενος εντός του μαγαζείου του, δεν είμαι για κόσμο!

Αλλά κατεκοκκίνησεν από εντροπήν και μόνον διότι εσκέφθη να προβή εις το διάβημα τούτο, όπερ θα τον εξηυτέλιζεν ολοτελώς εν μέσω του χωρίου.

Εκτός όμως της εντροπής, ησθάνετο και ανέκφραστόν τινα συμπάθειαν προς την χρυσήν εκείνην άλυσιν, την ηγάπα, ως αγαπά φιλάργυρος το χρυσίον.

— Τι ώμορφη! έλεγε πολλάκις και η Θωμαή, θωπεύουσα μαλακά-μαλακά το ολόχρυσον εκείνο καλλιτέχνημα, με τας απαλάς της χείρας.

— 'Σαν χρυσό φειδάκι, καλέ!

Επανελάμβανε.

— Φειδάκι που με φυλάει, έλεγε τότε ο Λαλεμήτρος μειδιών, φειδάκι που αντί για φαρμάκι με ποτίζει ζωήν.

— Ποιος ξέρει ποια αμερικάνα θα σου την εχάρισε!

Και διηγείτο τότε ο Λαλεμήτρος:

 — Ένας Εβραίος. Μου την επώλησεν ένας Εβραίος. Μου είπε κρυφά 'ς το
αυτί:

 — Πάρε την, κουζούμ· πάρε την, κουζούμ. Κουζούμ, πάρε την. Θα με
θυμάσαι!

Ήτο από αγνόν χρυσίον όλη. Υπήγαν εις αδαμαντοπώλην επίσημον και την εδοκίμασαν. Χρυσίον εικοσιτεσσάρων καρατιών.

— Έχω εγώ το μέσον να την πωλήσω, κουζούμ. Αλλά θέλω να την πάρης εσύ. Ξέρεις τίποτε, κουζούμ; εψιθύρισε κρυφά εις το ους του Λαλεμήτρου ο Εβραίος. Ήτανε μέσα σε δικά σας άγια πράγματα. Κάποιος τα έκλεψεν από μοναστήρι μαζύ με άγια δισκοπότηρα και σταυρούς και ήλθεν εδώ και τα επούλησε. Πάρε την, κουζούμ! Να με θυμάσαι! Άκουσέ με! Και μη την βγάλης από πάνω σου!

Αληθώς η χρυσή εκείνη άλυσις εφαίνετο ότι τω όντι ήτο πολύ αρχαία, βυζαντινόν κατασκεύασμα.

Την ηγόρασε λοιπόν ο Λαλεμήτρος και ως έλεγεν εις την Θωμαήν, πολλάκις αύτη τον εφύλαξεν από πολλούς κινδύνους, Εις τον πυθμένα της αβύσσου κάτω τον κελαινόν, ως δύτης, την έφερε μεθ' εαυτού πάντοτε ο Λαλεμήτρος καθώς τον είχε συμβουλεύσει ο Ισραηλίτης, και ουδέποτε ουδέν κακόν τω συνέβη, Τα κήτη επλησίαζον προς αυτόν με ορμήν πολλάκις, αλλά μόλις την έβλεπον, ακτινοβολούσαν την χρυσήν άλυσιν, απεσύροντο ηρέμα, ως φελούκαι προς τα οπίσω κωπηλατούμεναι . . .

Η ψυχή του απέκρουε λοιπόν την ιδέαν της απαλλοτριώσεως της χρυσής του καδένας. Τω εφαίνετο σκληρά αχαριστία προς το θαυματουργόν εκείνο καλλιτέχνημα, αντανακλώσα εις την Χάριν αυτήν του Θεού όπου το είχεν αγιάσει τόσον.

Ενύκτωσεν. Εκάθισε να φάγη δήθεν. Η Θωμαή παρεκάθητο λυπημένη, άφωνος, με την μανδήλαν της καταιβασμένην. Η γραία έμεινε κάτω εις το μαγαζείον, ανοικτόν ακόμη.

Σκέψεις σατανικαί, πειρασμοί ξηροί περιετριγύριζον όλον τον εσωτερικόν άνθρωπον. Προς στιγμήν, εις την λάμψιν της λυχνίας, ως όφις ζωντανός, έλαμψεν η χρυσή άλυσις του ωρολογίου του, εις τους δακρυσμένους της Θωμαής οφθαλμούς· όφις ολόχρυσος, όφις ελισσόμενος εκεί επί του στήθους του Λαλεμήτρου, ως θέλων κάποιον να δήξη εκεί, κάποιον να φαρμακώση γλυκά και χρυσά ως η απιστία.

— Αφού ακρίβηναν ταλεύρια, Λαλεμήτρο, πάρε 'λιγώτερα σακκιά.

Ετόλμησε να παρατηρήση η αθώα γυνή, μαλακύνουσα την αγωνίαν του συζύγου της.

Αλλ' εκείνος θέλων να παίξη ίσως, θέλων να γελάση πιθανώς, ήνοιξε το στόμα του το κλειδωμένον έως τότε και είπεν:

 — Όπως έγεινε σήμερα ο κόσμος με τα βερεσέδια, καλλίτερα είνε να μην
παντρεύεται κανένας!

Και έκυψε προς το στήθος του ο Λαλεμήτρος, ως αισχυνόμενος διά τον λόγον οπού είπε.

Την στιγμήν εκείνην εις τους θαμβωμένους οφθαλμούς της Θωμαής έλαμψεν ως όφις μαύρος με μελανάς λάμψεις η χρυσή καδένα του Λαλεμήτρου. Ο όφις ο δόλιος και σκόλιος, ο δράκων ο παμπόνηρος, ο απατήσας ποτέ την Εύαν εν τω Παραδείσω.

***

Όταν η ελπίς η γόησσα ψευσθή, η τρελλή και παίζουσα ως πεταλούδα ποικιλόπτερος, όταν χωνεύση, ως το ταξειδεύον πλοίον, αναρπαγείσα από τον ορμητικόν της απάτης άνεμον, τότε επέρχεται η απόγνωσις, άπτερος, ως πεταλούδα οπού έκαυσε τα πτερά της. Και η απόγνωσις επήλθεν εν τω οικίσκω της Θωμαής βιαία. Μαύρη και ατελείωτος, ως νυξ του χειμώνος.

Η Θωμαή επέρριπτε την αιτίαν της κακοτυχίας εις την μητέρα της και η μήτηρ εις την κόρην της. Σημείον ότι και αι δύο έπταιον.

— Ένας άσωτος, ένας ξεσόιαστος! έλεγον απεγνωσμέναι.

Εις τα μικρά μέρη το να μένη η κόρη άγαμος, άνευ ελπίδος γηράσκουσα, θεωρείται άτυχον και κακόν. Αλλά το να παραιτήση ο άνδρας την γυναίκα του, και εκείνος μεν να γίνη άφαντος, σαν ένας κομήτης, οπού δεν θα ξαναφανή πλέον, αύτη δε να είνε χήρα, και να μη έχη την άδειαν να μαυροφορέση, τούτο θεωρείται ακόμη πλέον άτυχον, και πλέον κακόν.

— Να θαμπωθούμε πλεια τόσο, να στραβωθούμε, καλέ, από μια χρυσή καδένα! έκλαιον απηλπισμέναι.

Και όμως ήρχοντο ενίοτε ώραι, καθ' ας η Θωμαή, εναντίον όλης της αδυσωπήτου οργής της μητρός της, εύρισκεν ελαφρυντικάς περιστάσεις, ως δικαστής φιλάνθρωπος, διά τον σύζυγόν της, όστις αναχωρών δεν έδειξε καμμίαν δυσαρέσκειαν εναντίον της, καμμίαν υποψίαν αποστροφής ή άλλης δικαίας ή αδίκου αιτίας.

— Τα βερεσέδια, μάννα μου!

Εδικαιολόγει η Θωμαή τον άνδρα της.

Η γραία όμως περισσότερον μνησίκακος, διακόπτουσα ταύτην αποτόμως, έλεγε:

— Το κεφάλι του, πες!

Και υπερασπίζουσα τους πτωχούς χωρικούς, προσέθετεν:

— Ήθελε να πλουτήση από το λάδι. Μα το λάδι του φτωχού είνε ανακατωμένο με το αίμα του και είνε κακοχώνευτο. Να κάμη μια δουλειά να ζήση, 'σαν άνθρωπος, όχι να μοιράση τα λεπτά του, ν' αδειάση τα χέρια του, και να κρατή ύστερα τον ναργιλέ του! Ο τεμπέλης! Και να περιμένη ύστερα την λαδιά, για να κερδήση εκατό τα εκατό. Αυτά μόνον ο καπετάν-Κονόμος ξέρει και τα καταφέρνει.

Τότε και αι δύο, θεωρούσαι γελοίον το πράγμα, να σκέπτωνται κατόπιν εορτής, έθετον τέλος εις τους ακάρπους αυτούς ελέγχους, μεταβαίνουσαι εις την άμπελον και καταγινόμεναι περί την επίπονον αυτής καλλιέργειαν, διότι αύτη μόνον απέμεινε, και διά τας δύο αυτάς ψυχάς, ως το μόνον παραμύθιον. Η άμπελος. Και ο γέρων ιερεύς, ο πνευματικός των, ο παπα- Γιώργης όστις — ας είνε καλά — συχνά τας επαρηγόρει, διδάσκων αυτάς την εν Κυρίω υπομονήν, η οποία βραβεύεται δι' αμαράντων στεφάνων παρά του μισθαποδότου Χριστού.

— Νά, ταις έλεγεν ο ιερεύς, ο γηραλέος και σεβάσμιος, δεικνύων δια της μαύρης χονδρής ράβδου του τα γαμήλια στέφανα της Θωμαής, άτινα ήσαν ανηρτημένα υψηλά από καρφιού, παρά την εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής, συνδεδεμένα διά μεταξωτού λευκού μανδηλίου.

Σκονισμένα, αραχνιασμένα, ως πένθιμα σύμβολα διαζευχθέντος ανδρογύνου, εφωτίζοντο, ημέραν και νύκτα, αμυδρώς, υπό της ιεράς εκείνης κανδήλας του εικονίσματος. Τα χρυσά βαράκια και τα εκ ψευδοχρύσου φυλλάρια αυτών είχον μαυρίσει, εξαφανισθείσης της χρυσής στιλβώσεως, και τα άλλα δε τα εκ λευκών κ' ερυθρών ταινιών ανθέμια και οι φιογγίσκοι και οι ψευδείς κάλυκες της λεμονέας, είχον ωσαύτως αμαυρωθή. Νά! ταις έλεγεν ο γέρων ιερεύς. Βλέπετε αυτά τα στεφάνια του γάμου; Και ύψωνε προς αυτά την μαύρην ράβδον του, ως να ήθελε να τα ξεκρεμάση από εκεί.

— Πόσα χρόνια έχουν; Και, καθώς βλέπετε, πάνε! Όλος ο κορνιαχτός της τσατής κατεστάλλαξεν επάνω των. Μαύρισαν, σαν της μουρτιαίς, που βάζουν 'ς την πόρτα της Παναγίας, 'ς την φέστα, και η οποίαις δεν βαστάνε παραπάνω από μια 'μέρα. Και καταβιβάζων την χείρα του και την ράβδον, και βλέπων τας δύο γυναίκας κατ' οφθαλμούς, εξηκολούθει, όλος ενθουσιασμένος θείον ενθουσιασμόν:

— Μα, τα στεφάνια εκείνα, που σας λέγω εγώ, που θα σας δώση ο Κύριος, σαν έχετε υπομονήν, εκείνα τα στεφάνια, Θωμαή μου και γρηά-Κυρατσού, δεν μαραίνονται, δεν σκονίζονται, δεν μαυρίζουν. Αιωνίως λάμπουν νωπά και χλοερά, εν τη βασιλεία των ουρανών, σαν της μουρτιαίς 'ς της Μαμμούς το ρέμα· Και απήγγελλε μεγαλοπρεπώς το του ψαλμού:

— «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι!»

Εσιώπα μικρόν. Και βλέπων με το ιλαρόν βλέμμα του είτα την γραίαν, και υψών την φωνήν του, ως εάν ελάλει προς κωφόν, επανέλεγε:

— Τ' ακούς, γρηά-Κυρατσού;

Αλλ' όταν έχωμεν υπομονήν, εξηκολούθει μαλακύνων την φωνήν του και βλέπων ιλαρώς τώρα την Θωμαήν, όταν έχωμεν υπομονήν, Θωμαή μου, τότε μας ακούει ο Κύριος και μας κάμνει ό,τι του ζητήσωμεν, προς το συμφέρον πάντοτε της ψυχής μας. Και ημπορεί τότε κ' εδώ καλά να περάσωμεν το υπόλοιπον της ζωής μας, και να κερδήσωμεν και την βασιλείαν των ουρανών . . .

Οι λόγοι ούτοι ηύφραινον πραέως τας δύο γυναίκας κ' εγλύκαινον την πικρίαν των, ως το αγνόν γάλα, το οποίον ηδέως μαλακύνει τον ξηρανθέντα υπό της νόσου φάρυγγα!

— Ένα ξερό κορμί είσαι, κόρη μου. Παιδιά δεν έχεις. Δόξα σοι ο θεός! Θα περάσης τον ψεύτικον αυτόν κόσμον. Με το αμπελάκι σου, θα ψευτοπεράσης.

Επαρηγόρει την Θωμαήν η μητέρα της.

— Και συ, μαννούλα μου, άλλο ένα ξερό κορμί είσαι. Ένα δεμάτι ξύλα να φέρνης, θα βγάλης το ψωμί σου. Δόξα σοι ο Θεός!

Επαρηγόρει και η Θωμαή την μητέρα της.

Αλλ' η Θωμαή δεν ηδύνατο να λησμονήση τον Λαλεμήτρον, αν και ολόκληρος τριετία είχε παρέλθει από της αναχωρήσεώς του. Τον ηγάπα τον αδιαφόρητον. Τώρα δε, εν τη εγκαταλείψει, περισσότερον κατενόησε τούτο και κατεκαίετο η καρδία της. Όλα όσα έλεγεν εναντίον του, εν τη θλίψει της ενίοτε, τα έλεγεν από την πολλήν προς την μητέρα της συμπάθειαν, να συμφωνή μαζί της, να μη κατατήκεται η γραία και αποθάνη προ της ώρας της. Αλλά και έλκεται φυσικώς η γυνή πάντοτε προς τον άνδρα, μεθ' ου, διά της ευλογίας του ο Θεός την συνέδεσεν, αδιαρρήκτως, ως έλκεται ο σίδηρος προς τον μαγνήτην. Όσον και αν απέτυχεν εις την εκλογήν, όσον και αν την κατήσχυνεν η απότομος εγκατάλειψίς του, δεν ηδύνατο να αισθανθή μίσος προς αυτόν. Μόνον διότι έβλεπεν επί τινος αραφίου τον έρημον ναργιλέ του, εγκαταλελειμμένον, εκινείτο εις δάκρυα. Και παρηγορουμένη ματαίως διελογίζετο πολλάκις:

— Ίσως για μένα έφυγεν. Ίσως πήγε πάλιν εις την Αμερική, να δουλέψη πάλιν, να κερδήση, για μένα τώρα. Το πρώτο του ταξείδι ήτανε για τον εαυτό του, τα δεύτερο είνε ίσως για μένα.

Κ' εστέναζε τότε κρυφά, αποσυρομένη κάτω εις το κλειστόν μαγαζείον, κρυφά από την μητέρα της. Κ' ηγρύπνει εξ έρωτος και ηύχετο να εγνώριζε πού μένει ο Λαλεμήτρος, να τρέξη να γείνη δούλα του, να γείνη σκλάβα του, μόνον για να τον βλέπη. Τας βαρείας εκείνας λέξεις τας οποίας εξεστόμισεν ο Λαλεμήτρος τας τελευταίας ημέρας της αναχωρήσεώς του, ότε κατείχετο υπό της δεινής εκείνης ψυχικής στενοχωρίας, τας λέξεις εκείνας ήδη η Θωμαή, εν ταις στιγμαίς ταις φλογεραίς του έρωτος, αντιθέτως εξήγει, ως ρηθείσας από της μεγάλης προς αυτήν αγάπης, ότε, καταχρεωμένος εκ των μεγάλων εμπορικών του ζημιών, εγίνετο πρόσκομμα εις τον άνετον συζυγικόν των βίον, όστις θ' απέβαινεν ούτως αδιάκοπον μαρτύριον.

— Κ' εγώ δεν είχα καμμιάν απαίτησιν η κακομοίρα! Έκλαιε τότε η Θωμαή, κρυφά κάτω, κάτω εις το κλειστόν μαγαζείον.

Και τότε της ήρχοντο άλλαι πρακτικώτεραι, αλλά τρομεραί σκέψεις. Ο Λαλεμήτρος ήτο φιλότιμος. Ήτο υπερήφανος. Το ήξευρε τούτο η Θωμαή. Ποτέ δεν ηθέλησε να ωφεληθή από την αδικίαν. Ίσως να τον κατεστενοχώρησεν εκείνο το τηλεγράφημα, εσκέπτετο η Θωμαή. Ίσως να μη είχε να πληρώση εις τον αλευρόμυλον, ίσως να ήτο κίνδυνος να φυλακισθή, και επάνω εις την φιλοτιμίαν του, ίσως να έπαθε κανένα κακόν. Μπορεί να του ήλθε νταμλάς. Δύσκολο πράγμα είνε ν' αποθάνη κανένας; . . . Και τότε, περιδεής η Θωμαή, τον εθρήνει κρυφά, κάτω εις το κλειστόν μαγαζείον:

— Λαλεμήτρο, Λαλεμήτρο μου!

Είχεν ακουσθή ένα τοιούτον, εκείνα τα έτη, εις την μικράν επαρχίαν. Ένας έμπορος, απολέσας την περιουσίαν του, και κινδυνεύων να φυλακισθή, ευρέθη κρεμασμένος από μίαν ελαίαν.

Τότε εις τους φόβους της τούτους η Θωμαή, μεταβαίνουσα πρωί-βράδυ, ήναπτε τα κανδήλια του Αγίου Γεωργίου, ενός μικρού ναΐσκου, παρά την άμπελον, υπό την σκιάν ελαιών και κυπαρίσσων, να τον φυλάττη ο άγιος, όπου και αν είνε, αν είνε ζωντανός. Ήναπτε τα κανδήλια του αγίου, σαράντα μέραις και σαράντα νύκτες, όλον το σαρανταήμερον. Ήναπτε κηράκια προ της εικόνος του αγίου, εις το ξύλινον μικρόν μανουάλιον. Ήναπτεν ανθρακιάν εντός θραυσμένης κεράμου, κ' εθυμίαζε τον μικρόν ναΐσκον, σαράντα μέραις και σαράντα νύκτες. Ήναπτε με την φλόγα της καρδίας της και τους δύο οφθαλμούς της, τους μαύρους ως δύο ρώγαις μαυροκουρούνας, και τότε θερμά δάκρυα, τα δάκρυά της, ερράντιζον το ψηφιδωτόν του ναΐσκου έδαφος, όστις ολοκαίνουργος και απαστράπτων συνετηρείτο εις την εσχατιάν εκείνην του χωρίου, θαρρείς κ' εκτίσθη προς παραμυθίαν της, να δέχηται, σιωπηλός εκεί, τ' αγνά της Θωμαής ολοκαυτώματα.

Και προσηύχετο ώραν εκεί, προ της εικόνος του αγίου, κάμνουσα ευλαβείς σταυρούς η Θωμαή:

— Άη μ' Γιώργη! Άη μ' Γιώργη!

Και εγονυπέτει επανειλημμένως, ενώπιον του μεγαλομάρτυρος ιππέως, η Θωμαή:

— Άη μ' Γιώργη! Άη μ' Γιώργη!

Και προσεκόλλα οβολούς η Θωμαή επί της εικόνος του τροπαιοφόρου αγίου, του ρυομένου τους αιχμαλώτους:

— Άη μ' Γιώργη! Άη μ' Γιώργη!

Και οι οβολοί της Θωμαής ουδέποτε κατέπιπτον, ουδέποτε απεσπώντο από της εικόνος απρόσδεκτοι. Εκολλούσαν επάνω εις την εικόνα ως με ψαρόκολλαν.

Αλλ' είχε κ' επί της μυστηριώδους εκείνης χρυσής καδένας, άλλας ελπίδας η νεαρά σύζυγος. Όσον και αν ήτο Εβραίος ο πωλήσας αυτήν, και όσον και αν ήτο πλαστόν το μύθευμά του, ημπορεί να ήτο και αληθινόν· η χρυσή εκείνη άλυσις ήσκει μεγάλην γοητείαν επί της γυναικός. Και όταν κατά πρώτον την είδε, της εφάνη ότι δι αυτήν ηγάσθη και ηγάπησε και έκαμε άνδρα της τον Λαλεμήτρον.

Μετά πόσης θλίψεως εν ταις ημέραις αυταίς ταις πενθίμοις της εξαφανίσεώς του, ενεθυμείτο τας πρώτας εκείνας ημέρας της μακαριότητος, ότε κατά πρώτον είδε τον Λαλεμήτρον, εξ Αμερικής άρτι επανελθόντα, και αναιβοκαταιβαίνοντα εμπρός από τον οικίσκον της! Κοντός, εύμορφος, με μαύρα ρούχα, με άσπρον υποκάμισον, εσυχνοπερνούσεν από κάτω από τα παραθυράκια της, σαν να ήλθεν από τον ξένον κόσμον επίτηδες δι' αυτήν. Και την έβλεπεν εκείνος, και τον εκρυφοκύτταζεν εκείνη, και έλαμπεν εις το στήθος του η χρυσή καδένα, ολόχρυσος, από βενετικό καθαρό μάλαμμα, θαμβόνουσα τους οφθαλμούς της. Και όταν δε πάλιν ήκουσε παρά του ιδίου την παράδοξον ιστορίαν εκείνης της αλύσεως, με ακόμη περισσότερον θάμβος την έβλεπε, ως ιερόν τι πράγμα πλέον, οπού είχε μεγάλην δύναμιν ν' αποτρέπη το κακόν. Καθώς τω όντι και συνέβη πολλάκις εις την Αμερικήν, όταν ως δύτης πολλάκις εσώθη, όπως εκείνος έλεγεν.

Η ιδία η μητέρα της, έκπληκτος, της είπε μίαν ημέραν, οπού ο Λαλεμήτρος ήτο άρρωστος.

 — Κύτταξε, Θωμαή μου, πώς ανεμίζει η χρυσή καδένα του! Σαν φειδάκι,
καλέ, ζωντανό!

Το αυτό συνέβαινε πάντοτε, έλεγεν η γραία, οσάκις ο Λαλεμήτρος ήτο αδιάθετος ή ασθενής.

Κατά βάθος η Θωμαή, διδαγμένη από καλούς πνευματικούς, ανεγνώριζε την πλάνην της, αλλ' όμως της εφαίνετο ότι η χρυσή εκείνη άλυσις απέπνεεν ευωδίαν μυστικήν, αγίων λειψάνων άρωμα, και ουδόλως απίθανον, εσκέπτετο, να προήρχετο από των κειμηλίων βυζαντινού ιερού μοναστηρίου, καθώς έλεγεν ο Εβραίος. Ως τοιαύτην την εξελάμβανε κ' εστήριζε τότε επ' αυτής αγαθάς ελπίδας, ότι ενόσω είχεν αυτήν ο σύζυγός της, ουδέν κακόν θα επάθαινεν.

— Αλλ' αν ευρέθη εις την ανάγκην και την επώλησεν!

Της ήρχετο και αυτή η θλιβερά σκέψις.

Παρήλθεν ούτω και άλλο ακόμη έτος και ουδεμίαν είδησιν ελάμβανεν η Θωμαή. Κατ' αρχάς, τας πρώτας ημέρας, διεδόθη ότι τον εφυλάκισαν εις Βόλον. Αλλά τούτο διεψεύσθη αμέσως κατόπιν. Άλλη φήμη διέδιδεν ότι πλέων εις Πειραιά, έπεσεν εις την θάλασσαν από το ατμόπλοιον την νύκτα και επνίγη. Αλλά και τούτο διεψεύσθη από το πρακτορείον. Έγραψεν εις Πειραιά, αλλ' ουδείς τον είδεν εκεί. Έγραψεν εις όλας τας μεγάλας πόλεις της Ανατολής, όπου συνήθως μετέβαινον προς εργασίαν πατριώται, αλλ' ουδαμού ο Λαλεμήτρος εφάνη. Ουχ ήττον, από εντροπήν, εις τους ερωτώντας αυτήν έλεγε πάντοτε ότι είνε καλά ο Λαλεμήτρος και ότι έχει καλήν εργασίαν. Αλλ' υφίσταντο πλέον στερήσεις πολλάς και παντοίας αι δύο γυναίκες. Αι αφορίαι των ελαιών εξηκολούθουν και η Θωμαή ουδέν εισέπραττεν εκ των οφειλετών των παλαιών. Τότε ήρχισαν να στενοχωρώνται ακόμη περισσότερον, ήρχισαν να πένωνται. Και μόλις κατώρθωνον να καλλιεργήσωσι την μικράν άμπελον, την οποίαν εντρέποντο ν' αφήσωσι κλάραν. Εν τω διαστήματι τούτω, επήλθε και μία ευφορία των ελαιών, όπου όλοι οι χωρικοί εγυαλοκοπούσαν σαν λαδωμένοι ποντικοί, αλλ' ουδείς αυτών ήθελε ν' αναγνωρίση αντιπρόσωπον του αλευροπώλου:

— Σαν έλθη ο Λαλεμήτρος, έλεγον όλοι.

Το τελευταίον τούτο έτος, η Θωμαή εκλείσθη εις τον οικίσκον της, αόρατος διελθούσα ολόκληρον τον χειμώνα χωρίς να ομιλή με κανένα, χωρίς να βλέπη κανένα, ράπτουσα επί μισθώ και υφαίνουσα, έως ου μίαν αυγήν της ανοίξεως, μίαν χαρμόσυνον αυγήν, που τα πουλάκια εκελαϊδούσαν με χαράν επάνω εις την αμυγδαλήν της αυλίτσας της, ως να ήλθε κάποιος από τα ξένα, και τον εχαιρέτιζον, προσφωνούντα το καλώς ήλθες, εν στωμυλία, λάλω, εν χορικοίς αλαλαγμοίς, μίαν αυγήν ευώδη της ανοίξεως, που αι καρδίαι των ανθρώπων ανοίγονται, και αυταί γεμάται από ευωδίας και αρώματα, ανοίγονται ως ταπριλιάτικα εκείνα τριαντάφυλλα, τα χείλη τα αγνά, τα ρόδινα, της φύσεως, οπού φιλούν τον κόσμον όλον, πλουσίους και πτωχούς, με αγάπης ευωδίαν — και θέλουν αι καρδίαι, εις τοιαύτην ώραν συναντήσεως του σύμπαντος, κάτι να λαλήσουν και αυταί, ως όλα τα ζώντα, κάτι να ζητήσουν, κάποιον να χαιρετίσουν, κάποιον ν' ασπασθούν, ως τα πουλάκια της αμυγδαλής — τότε, μίαν τοιαύτην αυγήν ηδονικήν, οπού οι άνεμοι όλοι ησύχαζον αναπαυόμενοι, και έπνεον μόνον αι αύραι ως από μύρων και από λιβάνου, εξήλθε τότε της οικίας της η Θωμαή, μετά τόσην απομόνωσιν, να μεταβή εις την άμπελον, οπού είχε μήνας ολοκλήρους να εξέλθη.

Επόθησεν αίφνης την ζωήν, την ζωήν, ήτις κ' εν τη ασβόλη της πτωχείας κ' εν τη χλιδή του πλούτου, ανασκιρτά η αυτή με τας αυτάς επιθυμίας και τα ίδια όνειρα, αιώνιος και ατελεύτητος πάντοτε, εν όσω θα είνε αιώνιος και ατελεύτητος και ο κόσμος μέχρι της συντελείας. Ενθυμήθη την νεότητά της, εκείνην την αυγήν, ως να την ωνειρεύθη την νύκτα, και εξηγέρθη νεωτέρα, της εφάνη. Ενθυμήθη την χαράν του γάμου της, την ευλογημένην εκείνην χαράν, ήτις ουδέποτε λησμονείται. Ενθυμήθη τας διασκεδάσεις εκείνας τας αθώας και τους χορούς, την αγαλλίασιν της αναπαύσεως και τα ζεύκια ταλησμόνητα, ς' τα πανηγύρια. Και ακόμη πορρωτέρω. Ενθυμήθη τας αγνάς του παρθενικού βίου της ημέρας, τας παιδικάς. Να καθίση αμέριμνος, καταμεσής ς' της κόκκιναις παπαρούναις, ως λευκός κρίνος αυτή, κρίνος κάτασπρος της ανοίξεως, και γύρω-γύρω, ως χρυσά κρόσσια, ολόχρυσαι να την περιβάλλουν αι κροκοβαφείς μαργαρίται. Να κατακλιθή, να γύρη εκεί, ως κλωνάρι πασχαλέας, με όλα τα παρθενικά της άνθη, να γύρη μαλακά- μαλακά επάνω εις τα δροσερά του σίτου στάχυα, ως νύμφη παναρχαία. Να δρέψη άνθη των αγρών ποικιλόχροα. Κόκκινα, λευκά και κίτρινα άνθη. Και ιόχροα του Αγίου Γεωργίου άνθη, ως ρόδακας στρογγυλά των αρχαίων επιστυλίων. Να κόψη ζεμπιλάκια κωδωνίζοντα. Και πάλιν να συνάξη παραδάκια, οπού είνε ως οβόλια μικρά. Να πλέξη και στεφάνια από αγριαμπελιά. Και να ζωσθή μ' αυτήν για το καλό. Να φάγη μιζιθρίτσαις, ευώδεις ρίζας ανθέων ως ψωμάκια λευκά. Και έπειτα να λούση την κατάμαυρον πλουσίαν κόμην της μέσα εις την δροσεράν πηγήν του Αγίου Γεωργίου, της οποίας το ύδωρ διαυγές και ηγιασμένον αναβλύζει από μέσα από το άγιον βήμα του ναΐσκου. Να πλύνη το πρόσωπόν της τωχρανθέν από τον πόνον και την κάκωσιν. Να πιη νεράκι κρύο, από την πηγήν, να δροσισθή η αναμμένη της καρδιά, μ' ένα φλασκάκι, μισοκομμένο εις σχήμα αρχαίας φιάλης, το οποίον εκρύπτετο εκεί από τους μικρούς βοσκούς, μέσα εις τα δροσόχορτα της πηγής. Και να τραγουδήση, επόθησε, καθημένη υπό την ελαίαν της αμπέλου της, υψηλά εκεί επάνω εις την σκοπιάν, λυτήν φέρουσα την μανδήλαν της, να δροσίζη τον λαιμόν της, τον κάτασπρον όλον, της πρωίας η δροσιά, και ν' ανεμίζωνται τα κλώνια εις το στήθος της. Να φάγη εκεί ψωμί και μήλα από τα πρώιμα, γεύμα λιτόν και εύοσμον. Να κάμη κούνιαν τέλος, υπό τον πλάτανον του Αγίου Γεωργίου τον υψηλόκλαδον, να κουνισθή, ν' αερισθή όλη εις τον αέρα εκείνον, οπού ήρχετο αγνός από το πέλαγος. Εκείνη εις την κούνιαν, και ο αέρας να την τραγουδή . . .

Έκαμε τον σταυρόν της εγερθείσα νύκτα-νύκτα. Έλαβε το καλαθάκι της, εκείνο το λεπτόπλεκτον, το κυμαίον. Επήρε και λαδάκι ν' ανάψη τα κανδηλάκια του Αγίου Γεωργίου πάλιν, και δύο κηράκια να κολλήση εις την εικόνα του, οπού είχε τόσον καιρόν να τον προσκυνήση· επήρε και μοσχολίβανο, και σπίρτα μήπως και δεν εύρη, γιατί δεν τ' αφίνουν οι μικροί βοσκοί, κ' εξήλθεν ακροποδητί, μη ταράξη της μητρός της τον ύπνον.

Την στιγμήν εκείνην, ηκούσθησαν και τα πρώτα συρίγματα του ατμοπλοίου, καταπλέοντος εκ Πειραιώς. Εγλυκοχάραζε πλέον. Εν τω μέσω του κενού λιμένος έπαιζον τα φώτα του μαύρου πλοίου, φεγγοβολούντα ακόμη. Ελαφρά πρωινή αύρα έπνεε. Μία τριανταφυλλένια οθόνη είχεν απλωθή ήδη προς το ανατολικόν μέρος του στερεώματος, του οποίου τα σκότη ήρχισαν να υποχωρώσι προς την δύσιν, ήτις μόνη εζοφούτο ακόμη, συγκεχυμένη με τα βουνά. Ελεύκαζεν ήδη προς ανατολάς ο μικρός του Αγίου Γεωργίου ναΐσκος, όπου και η άμπελος, με μίαν τέφραν νεφέλην αυτή σκεπασμένη ακόμη. Εις την παραλίαν επυκνούντο σκιαί κινούμεναι, σκιαί ανθρώπων, όπου κατέβαινον διά το ατμόπλοιον. Και ήκουεν η Θωμαή τα πατήματα αυτών βωβά, ως επί υπογείων κοιλωμάτων. Κάτι πράγματα μαύρα απεσπώντο, ένα-ένα, από τον όγκον του πλοίου και κατηυθύνοντο γοργά προς την ακτήν, αι λέμβοι με τους επιβάτας τους νεοελθόντας. Έως να περάση το μέρος αυτό η Θωμαή, σπεύδουσα μη συναντηθή, τοιαύτην ώραν, με τους ταξειδιώτας, προσέκρουσεν αίφνης επάνω εις μίαν γραίαν, νεοελθούσαν, βαίνουσαν προς την οικίαν της. Ανεγνώρισε την θείαν της, την Αννούσαν, η οποία ήρχετο από τας Αθήνας, οπού ο υιός της ειργάζετο.

— Τι κάνεις, Θωμαή μου;

— Καλώς ώρσες, θεια!

Ανεγνωρίσθησαν.

— Χαιρετίσματα από τον Λαλεμήτρον, Θωμαή μου!

Είπεν αμέσως με χαράν η θεια-Αννούσα.

Η Θωμαή προς το άκουσμα τούτο το απροσδόκητον έκλινε το σώμα της προς το στήθος της γραίας, παράλυτον, ως να είχε λιποθυμήσει. Η γλώσσα της εκόλλησεν εις τον φάρυγγα ακίνητος και δεν ηδύνατο να ομιλήση αλλά μία αιφνιδία της πρωινής αύρας ριπή την συνεκράτησε. Και πάραυτα πάλιν συνήλθε.

Κατεχομένη υπό των αγνών και ωραίων εκείνων της ζωής συναισθημάτων, μεθ' ων, ως με δροσεράς συντρόφους, εξήρχετο εις την εξοχήν έξω, εμειδίασε τότε· και είδες αμέσως να λάμψη ημέρας φως εις το πρόσωπον εκείνο το ωχρόν και κατηφές. Να λάμψη λάμψις ωραιότητος και νεότητος αυγή, σαν ένας ήλιος της αυγής, θαρρείς.

Η θεια-Αννούσα, μισοζαλισμένη ακόμη από το ταξείδιον, δεν ηδύνατο να είπη άλλας λεπτομερείας προς την μετά πόθου ερωτώσαν αυτήν Θωμαήν.

Υπόπτερος τότε αύτη, την έλαβεν αμέσως την θεια-Αννούσαν, εκ της χειρός. Έλαβε και την μικράν της γραίας βασταγήν, και ένα ορμαθόν κουλλουρίων, τα οποία είχε ψωνίσει διά τους εγγονούς της τους μικρούς, δύο φαγάδες και χονδρομπαλάδες, ως τους ωνόμαζε, και επέστρεψεν εις τον οίκον κελαϊδούσα:

— Να σου ψήσω καφέ, θεια-Αννούσα, για τα συγχαρίκια.

***

Η θεια-Αννούσα, γραία εβδομήκοντα ετών, πλην ισχυράς κράσεως, είχε μεταβή προ μηνών εις τον Πειραιά, να συναντήση τον υιόν της, εργαζόμενον εν τω σταθμώ του σιδηροδρόμου Πελοποννήσου και έμεινεν εκεί αρκετόν καιρόν. Κατόπιν όμως, επειδή ο υιός της μετετέθη, προβιβασθείς, εν τω σταθμώ Αθηνών, ανήλθεν εις Αθήνας, και η γραία μετ' αυτού. Αλλά μετά παρέλευσιν μηνός, η γραία-Αννούσα, συνηθισμένη να βλέπη την θάλασσαν, ήρχισε να στενοχωρήται και να πλήττη, αδημονούσα διά την εξορίαν της, ως απεκάλει την εν Αθήναις διαμονήν. Τας εορτάς την ελάμβανε μεθ' εαυτού ο υιός της, εις τους πολυανθρώπους περιπάτους, αλλά τίποτε δεν ηδύνατο να παρηγορήση την γραίαν, απαρηγόρητον και αξιολύπητον. Η βοή των αμαξών και ο φοβερός των κάρρων μετά τιναγμάτων συρμός, ως βρονταί εις τα πρωτοβρόχια συνεχείς, εξεκώφαινον την γερόντισσα.

— Χαλασμός κόσμου, παιδί μου! επανελάμβανεν άπελπις η γηραιά μήτηρ.

Η κοσμούρα πάλιν του Ζαππείου, ως έλεγε γραφικώς η γραία, την κατεζάλιζεν ολότελα και έκαμνε τόσους σταθμούς εις τα καθίσματα της δενδροστοιχίας, έως ου επανέλθη εις την οικίαν της, ως ζαλισμένη κόττα, παραπαίουσα, ενώ ο κόσμος, έλεγεν, ως κύματα επηγαινοήρχοντο, κύματα θαλάσσης· κ' εσάλευεν η γραία, κλυδωνιζομένη επί του πρασίνου εδράνου, υπό τας πιπερέας, αι οποίαι εκινούντο, της εφαίνετο, ως πολυέλαιοι εις τας εκκλησίας. Την επήγεν εις κάποιαν πανήγυριν, κάτω εις την Αγίαν Τριάδα, αλλ' εκεί, ιδούσα τα μικρά παιδάκια, στολισμένα ως κουκλίτσαις, ενεθυμήθη τους δύο εγγονούς της, η γραία, τους δύο φαγάδες και χονδρομπαλάδες, και ήρχισε να κλαίη απαραμύθητος. Επροτίμα λοιπόν να μένη διαρκώς εν τω οίκω, και να αρκήται εις την αρίθμησιν των καπνοδόχων των γειτονικών οικιών, ονειρευομένη αείποτε την ηρεμίαν του χωρίου της, μη βλέπουσα την ώραν πότε να φύγη.

Μίαν πρωίαν ανήλθεν επί του Λυκαβητού κ' εκείθεν εθαύμασε το πέλαγος του Σαρωνικού και το θέαμα το μεγαλοπρεπές της πόλεως, ης η βοή έφθανεν εκεί επάνω συγκεχυμένη, ως βοή μακρινού καταρράκτου. Τότε επαρηγορήθη ολίγον η γραία. Συνήθως όμως επαρηγορείτο την Κυριακήν, εις τους γειτονικούς ναούς, διότι εν αυτοίς ανεύρισκε μεταξύ των πιστών ομοιότητας προς διαφόρους συμπατριώτας της. Αναγάλιαζεν η ψυχή της γραίας τότε, η πάντοτε εξηγριωμένη εκ της φοβεράς ξενητείας. Και τότε το πρόσωπον εκείνο, το οποίον ως καταδίκου πρόσωπον εξηραίνετο ωχραινόμενον, ελάμβανε κάποιαν ζωτικήν ελευθερίας λάμψιν και έκαμνε τότε σταυρούς έως κάτω η θεια-Αννούσα, νομίζουσα, εν τη φαντασία της, ότι ευρίσκετο εις τον ενοριακόν της πατρίδος της ναΐσκον, εν μέσω γνωστών της προσώπων.

Τότε, εις μίαν τοιαύτην της διανοίας της απάτην, ανεκάλυψε και τον Λαλεμήτρον εν τω ναώ του αγίου Διονυσίου κ' εκόμισε τα χαιρετίσματα εις την κατάπληκτον Θωμαήν.

Επήδησεν από την χαράν της, ως είδομεν, η νεαρά σύζυγος. Αλλ' η μήτηρ αυτής, η γρηά-Κυρατσού, της διέκοπτε την αγαλλίασιν:

— Πώς δεν έστειλε γράμμα!

Και επανηρώτα τότε την θεια-Αννούσαν, η Θωμαή:

— Μα αλήθεια τον είδες;

— Τι θα πη! απήντα η θεια-Αννούσα, κάμνουσα τον σταυρόν της, καθώς σας βλέπω και με βλέπετε. Τον είδα μαθές.

— Και σου είπε να μας φέρης χαιρετίσματα;

— Ήτανε 'ς τον Άη-Διονύσιο. Πρωί-Πρωί. 'Σ την Τιμιωτέρα. Ο Λαλεμήτρος, με την χρυσήν καδένα του, παιδί μου, κοντός, παχύς. Καθώς σας βλέπω και με βλέπετε. Ήλθε κοντά μου.

— Και σου είπε να μας φέρης χαιρετίσματα;

— Μα ο κλησιάρχης — αλήθεια, σβέλτος κι' άξιος κλησιάρχης, φωτιά μοναχή, — του είπεν:

«Από κει, παρακαλώ». Και τον έστειλε κατά το μέρος που στέκουνται οι άνδρες. Γιατί στον Άη Διονύσιο, καθώς ξέρετε, δεξιά στέκουνται η γυναίκες και αριστερά οι άνδρες. Αν και 'ς τα ύστερα γεμίζει η εκκλησία και γίνονται όλοι ένα, άνδρες και γυναίκες, ένα σωρό — κουβάρι.

Ούτω διά μακρών διηγήσεων η θεια-Αννούσα, σκολιώς απέφευγε να είπη σαφώς, αν πράγματι ο Λαλεμήτρος της ωμίλησε.

Διά τούτο η γρηά Κυρατσού, κτυπώσα την δεξιάν επί της αριστεράς παλάμης, ως εάν εμετρούσε χρήματα, επανελάμβανεν υπόπτως:

— Πώς δεν σώδωκε ένα γράμμα, θα πω!

Έμεινε λοιπόν το πράγμα αμφίβολον.

Αλλά μετ' ολίγας ημέρας, κυκλοφορήσασα η φήμη εις το χωρίον, διεσπάρη πανταχού, ποικιλλομένη άλλως και άλλως. Ο δε μπάρμπ' Αναγνώστης της Περμάχως, ένας μ' ένα καποτάκι από πάνω, σαν δέρμα αγριμίου, όπου είχεν ως έργον να ψάλη εις την εκκλησίαν τας καθημερινάς, συλλειτουργών τον ιερέα αντί δεκαλέπτου και τεμαχίου προσφοράς — για τον καφέ — και να κληρώνεται τακτικώς ως ένορκος διά παρακλήσεων, ελθών εκείνας τας ημέρας εξ Αθηνών, κηρυχθείσης της λήξεως του Κακουργοδικείου, διέδιδε με χαράν, ότι ο Λαλεμήτρος, που εγνώριζε φαρσί τα εγγλέζικα, είχε λαμπράν θέσιν εις Αθήνας, υπηρετών ως διερμηνεύς εν τω ξενοδοχείω της Μεγάλης Βρεττανίας.

Ο μπάρμπ' Αναγνώστης της Περμάχως, έχων το αιώνιον παράπονον ότι δεν έβλεπε πατριώταις 'ς την Αθήνα, οπού ανεδείχθησαν τόσοι και τόσοι, άμε γύρευε, από όλα τα κουτσοχώρια, να βρίσκη και αυτός μια προστασία 'ς την ξενητειά, όχι αυτός μόνος, όλοι οι πατριώταις, να έχη και αυτός ένα πατριώτη 'ς την ξενιτειά, να πάη μια καλή μέρα, κατάλαβες, 'ς το σπίτι του να τον χαιρετίση, ησθάνθη ανεκλάλητον χαράν, έλεγεν, όταν είδε τον Λαλεμήτρον, κοντόν, παχύν, ξουραφισμένον, με μαύρα τσόχινα ρούχα και με άσπρο πουκάμισο σιδερωμένο, να στέκη 'ς την πόρτα του ξενοδοχείου με υπερηφάνειαν.

— Δόξα σοι ο Θεός! έλεγεν ο μπάρμπ' Αναγνώστης της Περμάχως, ανασηκόνων το καποτάκι του, που ήτον σαν δέρμα αγριμίου. Δόξα σοι ο Θεός, που αποχτήσαμε και μεις, τέλος πάντων, ένα πατριώτη μέσα 'ς την Αθήνα.

Η Θωμαή τα ήκουεν αυτά. Και τα επίστευε μεν διότι με τόσην επιμονήν τα έλεγαν, αλλά και δεν τα επίστευεν διότι γράμμα δεν της έφεραν.

— Και δεν του μίλησες, μπάρμπ' Αναγνώστη! ηρώτησεν η γρηά-Κυρατσού.

— Δεν πας εσύ να του μιλήσης, παρακαλώ; Και πού σ' αφίνουν οι αστυφύλακες να πλησιάσης εκεί, μέσα σ' εκείνην την φωταψία και πολυτέλεια, που φυλάνε 'ς την αράδα εκεί, σαν τους νιουδαίους. Εκεί, γρηά μου, για να πλησιάσης, πρέπει νάχης μια παλάμη ψηλό κολλάρο. Τι θαρρείς; πως είνε το χωριό σου, που πας και κάθεσαι 'ς τον φούρνο ξεμανδήλωτη; Εκεί, γρηά μου, κάθουνται, 'ς την πλατέα, κυρίαις 'σαν το κρύο νερό, που έχουν γεμάτα τα καπέλλα τους από όλα τα πουλιά και όλα τα λούλουδα του κάμπου. Εκεί, κυρά-Κυρατσού, λάμπει όλο το μέρος κάθε βράδυ, από την πολυτέλεια, από τα χρυσάφια, τα φτερά, τα σπαθιά και τη φωταψία, κ' έχουν εκεί κάθε βράδυ Μεγάλη Ανάστασι. Μάλιστα, γρηά μου, Μεγάλη Ανάστασι. Εκεί 'ς την Πλατέα του Συντάγματος. Έτσι την λένε την Πλατέα αυτή που δεν υπάρχει άλλη 'ς όλον τον κόσμο. Που κάθονται ως τα μεσάνυχτα όλοι οι Αθηναίοι και τρώνε γλυκά και γελάνε γυναίκες και άνδρες μαζί, ενώ η μουσικαίς σου παίρνουν το μυαλό . . .

— Μα, τον εγνώρισες, μπάρμπ' Αναγνώστη; ηρώτησε πάλιν η γρηά-Κυρατσού.

— Τι θα πη! τον Λαλεμήτρο δεν γνωρίζω, με την χρυσή καδένα;

Αι ζωηραί αύται διαδόσεις αι τόσον σαφείς και καθαραί και συνάμα τόσον σκοτειναί, με όλας τας λεπτομερείας των, συνετέλεσαν όμως εις το να επαυξήσωσι τον πόθον της Θωμαής, ήτις ανυπομονούσε πλέον, ως το μικρόν παιδίον, οπού θέλει ν' αποκαλύψη αμέσως και ίδη τα κρυφά τα δώρα του.

— Ίσως να είνε αλήθεια, μάννα μου, έλεγε. Ποιος ξέρει τι αβανιά μας ρίξανε και δεν μας γράφει. Μπορεί να του είπαν λόγια, κ' εκείνος τα πίστεψε κ' επήρε τα μάτια του. Το χωριό μας χάλασε, μάννα μου!

Τούτο συνετάραξε την μνήμην της γρηα-Κυρατσούς, ως το κατακαθισμένον κρασίον, και εθόλωσεν αίφνης τα βλέμμα της από οργήν.

— Αυτή η γειτόνισσα, η ξηροκίτρινη! Έλεγεν η γραία. Καλά λες, παιδί μου! Καλά λες, κόρη μου! Το χωριό μας χάλασε πλεια. Μιλούσε πάντα μαζί της και εχασκογελούσεν. Είνε άλλο από τα λόγια; Ξεμυαλίζουν τον άνθρωπο. Αυτή, κόρη μου, κατήντησε να πη πως του κάμαμε μάγια . . .

Όταν δε πάλιν κατόπιν ήλθε και ένας μικροπλοίαρχος, έχων την μανίαν να κομίζη ειδήσεις και χαιρετίσματα από πατριώτας, και έφερε και εις την Θωμαήν, εκείνας τας ημέρας, πολλά-πολλά χαιρετίσματα από τον Λαλεμήτρον, που ήτον δραγουμάνος 'ς την Αθήνα, τότε η πτωχή σύζυγος απεφάσισε να ταξειδεύση μέχρι Αθηνών και θέση τέρμα εις την σαρκάζουσαν αυτήν ιστορίαν. Αλλ' η γραία, μνησικακούσα πάντοτε διά τον τρόπον αυτόν του γαμβρού της, «όστις έφυγε κ' έρριξε πέτρα πίσω του», η γραία, υπερήφανος διά την καταγωγήν της και το σόι της, δεν επείθετο να επιτρέψη εις την κόρην της να ταξειδεύση, να γυρίζη 'ς τα χαμένα.

— Αφού δεν σου γράφη, έλεγε, θα πη πως σ' απαράτησε, κορίτσι μου, και κάθισε 'ς τ' αυγά σου. Τόση δε οργή την κατελάμβανε κατά της γειτονίσσης της, ώστε της ήρχετο πολλάκις να συμπλακή μετ' αυτής. Αλλά δεν ήθελεν αυτή να γείνη θέατρον εις το χωρίον.

Ήρχετο τότε ο χειμών. Και θέλουσα και μη θέλουσα η Θωμαή, ανέβαλε να εκτελέση την απόφασίν της, υπακούσασα εις την μητέρα της. Ερωτούσε δε πάντοτε εις το ταχυδρομείον και πάντοτε ανέμενεν επιστολήν, πιστεύουσα πλέον ότι ο Λαλεμήτρος ειργάζετο εν Αθήναις ως διερμηνεύς. Μαθούσα δε περί του είδους της εργασίας ταύτης, έλεγε χαίρουσα ότι ήτο η μόνη κατάλληλος διά τον άνδρα της, αναπαυτική και επικερδής.

Κατά δε τα Χριστούγεννα, επανελθών πάλιν εξ Αθηνών, οπού και πάλιν υπηρέτησεν ως ένορκος ο μπάρμπ'-Αναγνώστης της Περμάχως, με το καποτάκι του, τα οποίον ήτο σκληρόν ως δέρμα αγριμίου, εκραύγαζεν ωργισμένος, ένα δειλινόν, από κάτω από τα παράθυρα της Θωμαής, κατηγορών τον Λαλεμήτρον:

— Ακούς εκεί! Να κάμη πως δεν με γνωρίζει; Είπαμε δα νάχουμε κ' εμείς ένα πατριώτη μέσα 'ς την Αθήνα, μα τα προκόψαμε!

— Μήπως μπάρμπ'-Αναγνώστη, κάνεις λάθος; παρετήρησεν η γρηά Κυρατσού. Μπορεί να μοιάζη κανένας με τον Λαλεμήτρο. Δύο κεφάλια είναι δύσκολο να μοιάσουν, στο μούτρο όμως πολλαίς φοραίς μοιάζουν οι άνθρωποι.

— Σώπα, θεια. Τον Λαλεμήτρο δεν γνωρίζω, με την χρυσή καδένα; Άκουσε και κρίνε. Ήτανε απάνω σε μια καρρότσα, μπροστά, με τον καρροτσέρη. Η καρρότσα εστάθηκε 'ς το Θησείο απόξω. Ο Λαλεμήτρος, κοντός, παχύς, ξουραφισμένος· μέσα 'ς της μαύραις τσόχαις και σ' τάσπρα ποκάμισα, με την χρυσή καδένα, επήδησεν αμέσως κάτω· άνοιξε την πόρτα της καρρότσας κ' εβγήκαν τέσσερες εγγλέζοι, 'ψηλοί ως απάνω, με κάτι σαν ζεμπίλια 'ς τα κεφάλια τους, με γυαλιά 'ς τα μάτια, με τα τετραβάγγελα 'ς τα χέρια. Και διαβάζανε και κυττάζανε της κολώναις και λέγανε, ένας τον άλλον χαιρετίζοντας:

— Με τσ' γειαις! Με τσ' γειαις! (με της υγείαις).

Καθώς χαιρετίζουμε κ' εμείς, σαν κάμουμε γαμπρό ή νύφη, ή σαν έχουμε γεννητούρια, μαθές. Τότες που οι εγγλέζοι προχωρούσανε, ψηλοί σαν κατάρτια, κυττάζοντας όλοι επάνω, προς τα κεραμίδια, και όλο ένα λέγοντας ένας τον άλλον «με τσ' γειαις, με τσ' γειαίς», τότε επλησίασα τον Λαλεμήτρον, που έμεινε παραπίσω, ακίνητος — κολώνα, και του λέγω:

— Τι χαμπάρια, πατριώτη;

Κ' ηθέλησα να πιάσω τα χέρι του, σαν πατριώταις που είμαστε. Μα εκείνος, χωρίς να με κυττάξη καν, επροσπέρασε προς τους εγγλέζους. Νά! του κάμνω κ' εγώ με τα χέρια μου, και του γύρισα της πλάταις. Εθύμωσα, θεια- Κυρατσού. Ποιος είνε εκείνος που δεν θυμώνει; Τόση ακαταδεξία πλεια!

Και ανασηκόνων τα καποτάκι του, εξηκολούθει:

— Εγώ μιλώ με δικηγόρους και δικαστάδες, ως απάνω τρανούς. Εμένα, μου βάζουν μετάνοια οι δικηγόροι, και μετάνοια οι δικασταί. Και ο Λαλεμήτρος θα μου κάμη τον μεγάλον; Οι μεγάλοι που είνε 'ς ταλώνια, θειά-Κυρατσού, είνε ποιο μεγάλοι απ' αυτόν! . .

Η Θωμαή ήκουεν από του ημικλείστου παραθύρου.

 — Και δεν του ξαναμίλησες, μπάρμπ'-Αναγνώστη; ηρώτησε πάλιν η γρηά-
Κυρατσού, κατελθούσα.

 — Εγώ, να του ξαναμιλήσω πλεια; Και τι με πήρες; Δεν το
καταδέχομαι! . . .

Και απλή περιέργεια αν ήτο το συναίσθημά της, έπρεπε να μεταβή πλέον η Θωμαή εις Αθήνας. Να βεβαιωθή και να ησυχάση. Να τον συναντήση. Να έλθη εις εξηγήσεις μετ' αυτού και μάθη τι είνε το αίτιον της απομακρύνσεώς του και της σιωπής του.

— Η θεια-Αννούσα, έλεγε προς την μητέρα της, το ξεύρω ότι φαντάζεται, σαν γρηά όπου είνε, μα οι άλλοι; αδύνατον να εγελάσθηκαν όλοι.

Ο κόπος του ταξειδίου ήτο ανεπαίσθητος, παραβαλλόμενος προς τας ανησυχίας, τας οποίας εδοκίμαζεν ήδη από των τόσων διαδόσεων και από των πολλών των άλλων γυναικών παροτρύνσεων.

— Τι κάθεσαι; της έλεγεν η μία.

— Ακόμα εδώ είσαι; της έλεγεν η άλλη.

— Ο Λαλεμήτρος 'ς την Αθήνα, μέσα 'ς τα χρυσά παλάτια, και συ κάθεσαι ακόμα; επανελάμβανον τα στόματα του χωρίου όλα.

Τότε ο νους της κατά μικρόν απεσπάσθη. Ούτε επρόσεχεν εις τα κωλύματα της μητρός της. Ούτε το αμπελάκι της εσυλλογίζετο, ούτε την άλλην οικιακήν εργασίαν. Το σώμα μόνον το γήινον ευρίσκετο ακόμη εν τω μικρώ χωρίω, ο νους της, πτερωτός άγγελος, επέτετο πλέον μακράν, χαρούμενος, ως αετός αιθέριος. Διέσχιζε πελάγη και βουνά και επτερύγιζεν επάνω μιας λευκής πόλεως, όλης μαρμαρίνης και πελεκητής, ως ήρχισε τελευταίον να βλέπη εις το όνειρόν της το κατάλευκον της Ελλάδος άστυ, το οποίον ουδέποτε είχεν ίδει, ούτε εικονισμένον. Από όσα ήκουσεν από την θείαν της την Αννούσαν, κι' απ' όσα διηγήθη εις αυτήν ο μπάρμπ'-Αναγνώστης της Περμάχως, από τους πολυελαίους και τα φώτα, τον θόρυβον και την βοήν του κόσμου, εσχημάτισε μίαν πανέκλαμπρον εικόνα μεγαλοπόλεως, ανυπάρκτου εν τη φύσει, εντός της οποίας όλος ο κόσμος γλεντά και διασκεδάζει, αιωνίως Ανάστασιν εορτάζων, ενώ ο Λαλεμήτρος της μόνον έζη εκεί, εργαζόμενος, μόνον δι' αυτήν, της εψιθύριζε μία κρυφή απάτη μέσα εις τα ώτα της καρδίας της, να σχηματίση πάλιν νέα κεφάλαια, ουχί πλέον δι' άλλον, παρά μόνον διά την Θωμαήν του. Όχι! ανεπήδα πολλάκις την νύκτα, εξυπνώσα την μητέρα της από χαράν. Όχι, δεν έπαθε κακόν ο Λαλεμήτρος. Το κακόν ακούεται αμέσως. Δεν έπαθε κακόν.

Με αυτά τα όνειρα, η Θωμαή απεφάσισε να ταξειδεύση εις Πειραιά:

— Να ησυχάσω, μάννα μου! Δεν μπορώ πλεια να περιμένω. Δεν υπάρχει μεγαλείτερο βάσανο από το να περιμένη κανένας. Σαν πάρω την απόφασιν, θα ησυχάσω.

Ο χειμών ήδη παρήλθεν. Ανεχώρει δε τότε και ο εξαδελφός της, ο καπετάν- Πέτρος ο Αποσπερίτης, με τα βρατσερί του, φορτωμένο πυρήνα διά τον Πειραιά.

Η γραία μήτηρ, αν και εναντία πάντοτε εις το σχέδιον τούτο, όμως προς ησυχίαν και αυτών και του κόσμου, όστις δεν έπαυε να ομιλή δι' αυτάς, της έδωσε τέλος την άδειαν να ταξειδεύση, αφού έτυχεν η λαμπρά ευκαιρία, έλεγε, να υπάγη με τον εξάδελφόν της.

Και την απεχαιρέτισε:

— 'Σ το καλό, κόρη μου! 'Σ το καλό, Θωμαή μου!

Το βρατσερί του καπετάν Αποσπερίτη, στραβά-στραβά, άνοιξε τα δύο πανάκια του, ως ήτο σκολιάν και το σκάφος, από τα σκαριά ακόμη, και εκρύβη όπισθεν των ακρωτηρίων. Ο καιρός ήτο εύδιος και ο άνεμος ούριος.

— 'Σ το καλό, κόρη μου, 'ς το καλό, Θωμαή μου!

Ηυχήθη άλλην μίαν φοράν η γρηά-Κυρατσού, υψηλά από τον βράχον του χωρίου. Και η φωνή της παραπονετικά εκύλισε κάτω προς την ακτήν:

— 'Σ το καλό, κόρη μου! 'ς το καλό, Θωμαή μου!

***

Εκείναι αι ελπίδες αι ευόνειροι, με τας οποίας ως με χρυσά πτερά επέταξε κ' ευρέθη μίαν ημέραν εν Αθήναις, εν μέσω του κλεινού άστεως, το οποίον τόσον λευκόν και τόσον φωτεινόν εν τω χωρίω της ωνειρεύετο η Θωμαή, η χωρική, περιέπον τον σύζυγόν της, τον ποθητόν Λαλεμήτρον της, μέσα εις τα φώτα και την χαράν, να μη του φαίνεται πικρά η ξενιτεία, και διά τον οποίον πάντοτε έλεγεν, η αθώα σύζυγος, ας ανατέλλη ο ήλιος και ας μη την φωτίζη αυτήν, — εκείναι όλαι αι ελπίδες πάλιν ήρχισαν μία-μία, ενωρίς να μαραίνωνται και να πίπτωσι καλυπτόμεναι από την σκοτεινήν τέφραν του πένθους πάλιν και της απογνώσεως, ως τα πτωχά δενδρύλλια των οδών και πλατειών του ιοστεφάνου άστεως, υπό την ρυπαράν του κονιορτού σινδόνα, όστις ουδέποτε τ' αφίνει, τα πτωχά, να ζήσωσιν ολίγον, να πρασινοβολήσωσι.

Παρήλθε μία εβδομάς, παρήλθον δύο κ' επλησίαζεν ήδη μην όλος να συμπληρωθή, και η Θωμαή ουδαμού κατώρθωσε ν' ανακαλύψη τον σύζυγόν της, ουδέ καν είδησιν περί αυτού να μάθη, αν και πολλάκις περιήλθε τα μεγάλα ξενοδοχεία της πόλεως, βαστάζουσα εις χείρας κ' επιδεικνύουσα, με υπερηφάνειάν τινα την φωτογραφίαν του Λαλεμήτρου, αποταθείσα δε ακόμη και εις την αστυνομίαν. Τοιούτος διερμηνεύς δεν είχεν υπηρετήσει εις κανέν ξενοδοχείον.

— Όνειρο ήτανε!

Δακρυρροούσα έλεγε· και περιήρχετο τρίτην και τετάρτην ήδη φοράν τα λαμπρά εκείνα μέγαρα των μεγάλων ξενοδοχείων με τον πανέορτον φωτισμόν και τους ολοχρύσους στολισμούς των, με κίνδυνον να εξουθενωθή πλέον, κάθιδρος, με κατασκονισμένην και αγνώριστον την ωραίαν πολίτικην μανδήλαν της, τυφλή από του κονιορτού, όστις εξηγείρετο αφόρητος, όλας εκείνας τας ημέρας, από των βορειοδυτικών ανέμων, ωρυομένων μετά λύσσης, ως λύκων, ημέραν και νύκτα.

Ευτυχώς ο εξάδελφός της, ευγενής ψυχή και ακούραστον σώμα, πρόθυμος εις το εργάζεσθαι το αγαθόν, ο καπετάν-Πέτρος ο Αποσπερίτης, παρέτεινεν εν Πειραιεί την διατριβήν του, επισκευάζων το μικρόν βρατσερί του το στραβόν και σκολιόν. Βλέπων ούτος τα εύμορφα του Πειραιώς πλοία — όλα στυλάδο — σκαρί, ηύχετο πάντοτε να ευρίσκετο κανένας ναυπηγός έξυπνος, ο οποίος με τας τελειοποιήσεις της τέχνης να ημπορούσε να το μεταβάλη εις ευθύ και ανάλογον, τέλειον λόρδικον, το σκολιόν βρατσερί του.

— Νά, κύτταξε Θωμαή, έλεγεν, ότε διήρχοντο τας μεγάλας της πόλεως οδούς. Βλέπεις αυτό το σπίτι, το ετοιμόρροπον, το στραβόν και σκολιόν, σαν το βρατσερί μου; Βλέπεις οπού το πέρασαν σίδερα 'ς την μέση, και το ζώσανε με κοντοστύλια, σαν καράβι 'ς τα σκαριά; θα το χαλάσουν, και όμως δεν θα το χαλάσουν, θα το ξαναχτίσουν από τα θεμέλια, χωρίς να το χαλάσουν. Χαλώντας και φκιάνοντας, θα του αλλάξουν τα σχέδιον. Θα του προσθέσουν πατώματα. Θα το στολίσουν με μάρμαρα, θα το μεγαλώσουν, χωρίς να το χαλάσουν. Να μπορούσαν έτσι να σιάξουν και το βρατσερί μου, το στραβόν και μισερόν, οι μηχανικοί! Να του προσθέσουν κουβέρταις. Να το στολίσουν και με άλλα κατάρτια. Να το μεγαλώσουν, να το κάμουν σκούνα, το μικρό μου το βρατσερί, χωρίς να το πειράξουν! Αυτά έλεγε προς την εξαδέλφην του ο καπετάν-Πέτρος για να περνά η ώρα. Και προσέθετε:

— Δεν γελάς και κομμάτι; . . .

Είχε την καλωσύνην ν' αναβαίνη μετά της Θωμαής καθ' εκάστην ο καπετάν- Πέτρος και να υποβοηθή αυτήν εις τας ερεύνας της, συνοδεύων αυτήν, και προσπαθών συνάμα διά τοιούτων παραδόξων να τέρπη την εξαδέλφην του, ανιώσαν πάντοτε και κατατηκομένην. Αλλ' εκείνη, ενώ εθλίβετο, απαρηγόρητος, διά την απώλειαν του συζύγου της, περί ου είχεν απελπισθή πλέον, επικραίνετο συνάμα και διά το οικτρόν των Αθηνών θέαμα, μιας πόλεως αυχμώσης και ρυπαράς. Σχεδόν έκλαιε, διότι δεν εύρεν αυτάς, ως τας ωνειρεύετο, ως τας της παρέστησαν. Βόρειοι δυτικοί άνεμοι, πνέοντες μετά βίας όλας εκείνας τας ημέρας της ανοίξεως, ανετάρασσον σύμπαν το έδαφος αυτών, εξεγείροντες νεφέλας κόνεως παχείας και στερεάς, μετ' αγριότητος ασυνήθους. Μόνον εις την θάλασσαν είχεν ιδεί τοιαύτην δύναμιν των στοιχείων η Θωμαή. Να φυσά μανιώδης ο βορράς και αναρπάζων σύσσωμον το κύμα, να το σκορπίση πέραν εν αφρώ συσσυρίζοντι, απαράλλακτα ως ο μαΐστρος εσάρωνε τας οδούς των Αθηνών, κατακαλύπτων τα πάντα υπό την ωχράν εκείνην τέφραν. Και μάρμαρα και φώτα και χρωματισμούς και ανθρώπους και δένδρα. Έβλεπε τας ωραίας ακακίας των δενδροστοιχιών, φθινούσας υπό το χώμα το πηκτόν εκείνο, ως να ήσαν άνθρωποι θαμμένοι ζωντανοί. Έβλεπε πολύτιμα υφάσματα αγνώριστα από την κόνιν εις τας θύρας των εμπορικών. Έβλεπε κρέατα επιπεπασμένα διά παχέος στρώματος λύθρου των οδών, μ' αίματα μαύρα, αίματα όζοντα. Έβλεπε τα προ των παντοπωλείων όψα, αγνώριστα από τας διαφόρους των δρόμων ακαθαρσίας, με τας οποίας ο άνεμος τα εμόλυνε, με όλας των παντοπωλών τας προφυλάξεις. Έβλεπεν οπώρας και λαχανικά, εφ' ων είχον συσσωρευθή όλα τα κάρφη και άχυρα. Φοίνικας και σύκα, συλλεγέντα, θαρρείς από του πηλού, και κορινθιακήν σταφίδα περιμαζευθείσαν από του βορβόρου, ως τα σκουπίδια των σαρωτών. Οι άνθρωποι έσπευδον, ως διωκόμενοι, με βλεφαρίδας πιναράς, με πώγωνας ωχρούς, χωρίς πίλους. Άνιπτοι και ακτένιστοι άνθρωποι, της εφαίνοντο. Αν δέ ποτε κατέπαυεν ο άνεμος, εφλέγετο τότε η ξηρά πόλις υπό του καυστικού ηλίου, συμφλέγουσα και τα εν αυτή πάντα, ως έρημος άνευ οάσεως.

— Αυτή είνε η Αθήνα!

Διηπόρει μετά θλίψεως η Θωμαή! Και όμως υπέμεινεν όλον αυτό το μαρτύριον, αναπνέουσα αντί αέρος την απόζουσαν και αποπνίγουσαν εκείνην κόνιν, μόνον διά να μάθη, τέλος, ν' ακούση τι περί του συζύγου της.

Ευτυχώς η θεία-Αννούσα είχεν επανέλθει πάλιν παρά τω υιώ αυτής, διότι ήκουσεν ότι παντρολογιέται και δεν ήθελεν αυτή να χάση το παιδί της, κ' έδραμε, λησμονήσασα τα βάσανα, τα οποία υπέστη κατά το πρώτον ταξείδιον. Ούτως η Θωμαή δεν ήτο ανάγκη πλέον να καταβαίνη καθ' εκάστην εις Πειραιά, φιλοξενουμένη πλέον εν Αθήναις παρά τη θεία της, εν καλή συντροφία, δαπανώσα μετά φειδούς και εκ των ολίγων χρημάτων της, τα οποία επορίσθη, κατά την αναχώρησίν της, πωλήσασα μίαν νυμφικήν της εσθήτα.

— Νά! της έλεγεν η απλοϊκή θεία της, όταν ομού μετέβησαν, μίαν Κυριακήν, εις τον άγιον Διονύσιον, κατά την πρώτην λειτουργίαν, μη τυχόν κ' επανίδωσι τον Λαλεμήτρον. Νά! εδώ-δα 'στεκόμουνα εγώ, και ήλθεν ο Λαλεμήτρος από κει, και ο κλησιάρχης του είπεν: από κει, παρακαλώ . . . Και εδείκνυεν η γραία τα μέρη του ναού προς την Θωμαήν, προσπαθούσα και η ιδία να πεισθή ότι δεν ηπατήθη.

Αφού παρήλθεν ούτω πολύ διάστημα εις αγόνους ερεύνας, ίνα μη βαρύνη την θείαν της η Θωμαή, λαμβάνουσα και επιστολάς εκ της μητρός της, εσκέπτετο πλέον να επιστρέψη εις το χωρίον της. Αλλ' ο εξάδελφός της, πληροφορηθείς ότι κάποιος διερμηνεύς κοντός, παχύς, σαν τον Λαλεμήτρον, αλλά Καλομήτρος αυτός καλούμενος, συνώδευεν ανά την Ελλάδα συντροφίαν περιηγητών, οίτινες θα επανήρχοντο μετά την συμπλήρωσιν της περιηγήσεώς των, κατέπεισε την Θωμαήν να περιμείνη ακόμη.

 — Μπορεί νάνε αυτός, έλεγεν ο καπετάν-Πέτρος, και άλλαξε το όνομά του,
για ν' αποφεύγη τους συμπατριώτας του,

 — Αν είν' αυτός, μασκαρά θα τον κάμω, έλεγεν ωργισμένος ο καπετάν-
Πέτρος.

Ούτως επείσθη η Θωμαή να παρατείνη ακόμη την εν Αθήναις διατριβήν, προς χαράν της θείας της Αννούσας, η οποία την είχε χρυσήν συντροφίαν εν τη σκληρά πάντοτε μοναξιά της.

Εκείνους τους μήνας έτυχε πάλιν να έλθη εις Αθήνας ο μπάρμπ'-Αναγνώστης της Περμάχως, κληρωθείς και πάλιν ένορκος, με το καποτάκι του εκείνο το σκληρόν, όπου ήτον ως αγριμίου δέρμα.

Η Θωμαή, αναμένουσα την επάνοδον των περιηγητών, τον παρεκάλεσε να μεταβώσι μαζί εις το ξενοδοχείον της Μεγάλης Βρεττανίας, όπως εξιχνιάσωσιν αλήθειάν τινα.

— Εγώ δεν θέλω ούτε 'ς τα μάτια μου να τον ιδώ πλέον, μα για το χατήρι σου πάμε, είπε μίαν ημέραν ο ένορκος, θέλων και να ξεσκάση, ως έλεγεν, απαρηγόρητος, διότι ο εισαγγελέας, ένας γέρος, πετσί και κόκκαλο από την κακίαν του, έλεγεν ο ένορκος, οπού ήθελεν όλο να καταδικάζη, για να δείχνη την κακίαν του, προσέθετεν ο ένορκος, τον εξήρεσεν εκείνην την ημέραν από μίαν δίκην ενδιαφέρουσαν και ήτο λυπημένος, ως να έχασε χρήματα.

Ο εξάδελφός της, έχων επείγουσαν εργασίαν εις Πειραιά, δεν ανήλθεν εις Αθήνας και η Θωμαή μετέβη εις το ξενοδοχείον μετά του μπάρμπ'-Αναγνώστη, όστις, συνηθίσας εις το κακουργοδικείον, όπου ο χαρακτήρ του έγεινεν υγρός και εύστροφος ως ποτιστικόν ρυάκιον, ήτο πάντοτε βολικός άνθρωπος, μη θέλων να χαλάση την καρδίαν κανενός.

— Πάμε, Θωμαή, έλεγεν, απορών πώς ακόμη δεν τον συνήντησε. Μα δεν πιστεύω να τον εύρουμε. Γιατί αυτοί οι δραγουμάνοι κάμνουν ταξείδια συχνά με τους ξένους.

Η Θωμαή, επισκεφθείσα ήδη, ως είπομεν, επανειλημμένως το μέγα τούτο ξενοδοχείον, αυτό μάλιστα πρώτον-πρώτον, προέβαινε με απλοϊκόν θάρρος προς αυτό, θαρραλεώτερον μάλιστα ή άλλοτε, θέλουσα να φθάση εις τα προπύλαια, και εισελθούσα να προχωρήση εις την εσωτέραν μεγαλοπρεπή είσοδον, με τα πορφυρά βελούδινα παραπετάσματα, όπως έπραττε πάντοτε, οσάκις μετέβη, και συναντήση τον ίδιον διευθυντήν, ως και άλλοτε, προκαλούσα δι' αυτό τον θαυμασμόν της θείας της, προς ην απήντα η Θωμαή, απτόητος: τι; θα με φάνε, θεια; Αλλ' ο μπάρμπ'-Αναγνώστης της Περμάχως, ανασηκόνων το σκληρόν καποτάκι του, αίφνης εκράτησεν αυτήν αποτόμως, πολύ προς τα επάνω, σχεδόν επί της πλατείας των ανακτόρων;

— Τι κάνεις, θα πω, Θωμαή;

Και απώθει προς τα οπίσω ακόμη την γυναίκα, μετ' ευλαβείας δεικνύων μακρόθεν τα ανθοστόλιστα του ξενοδοχείου προπύλαια, όπου ένθεν και ένθεν της εισόδου, επί πρασίνων εδράνων, εκάθητο μαυροφορεμένον, με κάτασπρα υποκάμισα, το πολυάριθμον υπηρετικόν.

— Νά, εκεί-δα καθόντανε ο Λαλεμήτρος, εδείκνυε μετά σεβασμού ο μπάρμπ'- Αναγνώστης, ομιλών με χθαμαλήν φωνήν. Κοντός, παχύς, μέσα 'ς τα μαύρα τσόχινα, με άσπρο υποκάμισο, με την χρυσήν καδένα του. Κ' εκράτει στερεώς την Θωμαήν από της χειρός, ίνα μη προχωρή.

Αλλ' αύτη, επιθυμούσα να προχωρήση, ώρμα προς τα κάτω πάντοτε λέγουσα:

— Πάμε μέσα, που φοβάσαι μη σε φάνε! και είλκεν αυτόν.

— Πού πας, αδελφή; παρετήρησε τότε ο μπάρμπ'-Αναγνώστης έμφοβος. Δεν βλέπεις τους αστυφύλακας πώς στέκουν 'ς την αράδα, σαν τους νιουδαίους, να συλλάβουν τον Χριστόν; Εκεί για να πλησιάσης, πρέπει νάχης μια πιθαμή κολλάρο. Εσύ είσαι πρωτόβγαλτη και δεν τα ξέρεις αυτά. Έχεις δίκαιον. Μα δεν ρωτάς εμένα;

Η Θωμαή, αφηρημένη, έβλεπε τους παρά την είσοδον παρατεταγμένους υπαλλήλους του ξενοδοχείου, προσπαθούσα να διακρίνη τινά με χρυσήν καδένα και ολονέν είλκε προς τα κάτω τον μπάρμπ'-Αναγνώστην, όστις κοντοστεκόμενος πάντοτε κ' επτοημένος έλεγε:

— Μα του κάκου! Αυτοί οι δραγουμάνοι κάμνουν συχνά ταξείδια. Δεν θάνε δω ο Λαλεμήτρος. Αυτός θα μας έβλεπε τώρα, τόση ώρα. Κ' επανελάμβανε, με χθαμαλήν πάντοτε φωνήν:

— Νά! εκεί-δα καθόντανε. Κοντός-παχύς.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ταραχή αιφνίδια ηκούσθη όπισθεν και ορυμαγδός. Κατήρχετο καλπάζουσα η άμαξα του Διαδόχου, οι δ' αστυφύλακες, τρέχοντες κατόπιν, ασθμαίνοντες, προσεπάθουν ν' απομακρύνωσι τον συνωθούμενον όπισθεν όχλον εν τω δρόμω, άγριοι και έτοιμοι να ξεσπαθώσουν σχεδόν.

— Δεν σ' τάλεγα εγώ! Εκραύγασε τότε περιδεής ο μπάρμπ'-Αναγνώστης, ανασηκόνων το καποτάκι του, έτοιμος να εγκαταλείψη την γυναίκα. Πού σ' αφίνουν οι νιουδαίοι να κάμης την δουλειά σου. Πού σ' αφίνουν, κακομοίρα, να πλησιάσης οι αστυφύλακες! Και απώθει αυτήν.

Ταυτοχρόνως δε και άλλο τρομακτικώτερον ακόμη συνέβη, ολίγον πέραν, όπου είχε συγκεντρωθή αίφνης πλήθος κόσμου, άλλοι δε εκ της πλατείας ένθεν κ' εκείθεν έσπευδον επάνω από όλα τα μέρη και από την μαρμαρίνην του κήπου κλίμακα, ως εν εφόδω.

Ο τροχιόδρομος, διερχόμενος, παρέσυρεν υπό τους τροχούς των αμαξών, γραίαν, ήτις συνεκίνησεν όλην την πλατείαν με τας οιμωγάς της στενάζουσα ως σφαζομένη όρνις. Αι σπαρακτικαί της γραίας κραυγαί, αι βοαί των κερατοφόρων του τροχιοδρόμου, και αι έκθαμβοι αναφωνήσεις των εν ταις αμάξαις, εχρησίμευσαν ως ισχυρότατα του μπάρμπ'-Αναγνώστη δικαιολογήματα, όστις περιδεής και τρέμων όλος, απωθών πάντοτε προς τα κράσπεδα του κήπου την έμφοβον ήδη Θωμαήν, μέσα εις εκείνον του πλήθους τον άγριον συνωστισμόν, συμμαζευμένος εις το καποτάκι του, ως χελώνη εντός του κελύφους της, εις τον τρόμον εκείνον του πλήθους λαβών αυτός θάρρος, εξηκολούθει να κραυγάζη ακόμη:

— Δεν σ' τάλεγα εγώ!

Αλλά βιαία τις ριπή του ανέμου εκάλυψεν εν στιγμή διά πυκνής νεφέλης αυχμηρού κονιορτού και πλατείαν και ανθρώπους, επλήρωσε δε λύθρου και το στόμα του ενόρκου, όστις πτύων ελεεινώς χώμα και λόγους εσπιλωμένους, εφώναζε:

— Σ' αφίνουν οι αστυφύλακες, οι νιουδαίοι!

Επανελθούσα ούτω μετά ταύτα εις τον οίκον η Θωμαή, εκλείσθη εις έν δωμάτιον σκοτεινόν, ως την ψυχήν της, και έκλαιεν όλην την ημέραν.

Αναλογιζομένη την ανεξήγητον εκπτόησιν του μπάρμπ'-Αναγνώστη, αρνουμένου να εισέλθη εις το ξενοδοχείον, και συνδυάζουσα προς τούτο τον απλοϊκόν και ζαλισμένον πάντοτε χαρακτήρα της θείας της Αννούσης, ήτις είχε την μανίαν ν' ανακαλύπτη ομοιότητας μεταξύ των ανθρώπων, και να επιμένη έπειτα εις την απάτην, τότε μόνον επείσθη ότι όσοι εκόμιζον εις αυτήν τας χαρμοσύνους ειδήσεις την εξηπάτων, αυταπατώμενοι, και ησθάνθη κατάκαρδα την θλιβεράν απελπησίαν πλέον, ως να ήγγισε βελόνη την καρδίαν της.

Προς τι ν' αναμένη εν Αθήναις πλέον; Ασθενεστάτη ελπίς μία υπελείπετο ακόμη και αύτη διελύθη ως πομφόλυξ ύδατος, καθώς τόσαι άλλαι. Οι περιηγηταί εκείνοι επανήλθον, ο διερμηνεύς αυτών δεν ήτο ο σύζυγός της. Η μητέρα της της έστελνε θρήνους με τα γράμματά της, να επιστρέψη πλέον για το όνομα του Χριστού και της Παναγίας. Να κυττάξουν την φτώχιαν των, να κυττάξουν το νοικοκυριόν των. Πάει το καλοκαίρι, παιδί μου, κ' έρχεται ο χειμώνας, εστέναζεν η γρηά-Κυρατσού, με τα γράμματά της.

Μου γράφεις ότι περιμένεις να μάθης ακόμη, από την Πάτρα, από τον Πύργον και δεν ξέρω από πού αλλού. Του κάκου περιμένεις. Σε γελάνε όλοι, αφού ο άνδρας σου σ' εγέλασε. Κάμε να έλθης γιατί ρημάξανε τα πράμματά μας. Οι νοικοκυραίοι παραξένεψαν; οι αργάταις γροσσούζεψαν; Δεν γνωρίζω. Γνωρίζω μόνον ότι ο μπάρμπα-Γιωργός ο Δεσπότης, ο πρώτος του χωριού μας κλαδευτής, που μας κλάδευε τα αμπέλι πάντοτε, και το 'βλογούσε, κ' έκαμνε πολλά και καλά σταφύλια, μ' εγέλασε, με το σήμερα και με το αύριο, και μας άφησε τα αμπέλι ακλάδευτο, και έγεινε κλάρα το αμπελάκι σου, Θωμαή μου. Οι σκαφτιάδες μ' εξαπατήσανε, με της ψευτιαίς τους, και δεν το σκάψανε, και το αμπελάκι σου έμεινε άσκαφτο, Θωμαή μου. Θειάφι δεν είχα να το θειαφίσω, και τα σταφύλια της κλάρας χολεριασθήκανε, Θωμαή μου. Από πού να δανεισθώ; Οι δανειστάδες πεθάνανε 'ς το χωριό μας. Σταφύλια της αγίας Σωτείρας δεν έστειλα 'ς την εκκλησιά, παιδί μου. Και καλή χρονιά κανείς δεν μούπε της αγίας Σωτείρας, παιδί μου. Κλαίω μέρα- νύχτα. Κάμε να γυρίσης γλήγορα, παιδί μου, να κυττάξουμε την φτώχια μας. Έρχουνται και μου λένε πως δεν έχεις σκοπό να ξανάλθης. Μη το κάμης αυτό, παιδί μου, γιατί θα με θανατώσης πρόωρα. Νάχης την ευχίτσα μου, να έλθης.

Με αυτούς τους θρήνους προσεκάλει η γρηά-Κυρατσού την κόρην της να επανέλθη πλέον εις το χωρίον.

Μίαν ημέραν και μίαν νύκτα η βροχή απαύστως κατέπιπτεν εις τας Αθήνας. Τα πρωτοβρόχια ενωρίς είχον επισκεφθή την ξηράν πόλιν, το φθινόπωρον εκείνο. Το μαρμάρινον Άστυ εχάθη άφαντον εν μέσω της σκοτεινής ομίχλης, της λαίλαπος και της ορμητικής εκείνης καταιγίδος, θαρρείς και το περιετύλιξαν όλον τα υδατόρρυτα νέφη, να το πνίξωσιν αίφνης, ως κλώσσαν με τους μικρούς νεοσσούς. Ρύακες κατακίτρινοι, σχηματισθέντες εν τω άμα, εισώρμησαν εις τα υπόγεια των οικιών και μαγαζείων, μετά βοής, όλην την νύκτα ρέοντες, καθ' ην οι άνθρωποι επτοημένοι ηγρύπνησαν, ως να ικέτευον τον Θεόν διά τον υπερβάλλοντα εκείνον καθαρισμόν, όστις ηπείλει να παρασύρη, μετά των ρύπων, κ' έπιπλα και ζώα και ανθρώπους.

Τη δ' επαύριον όμως, πρωί-πρωί, έλαμπεν η μαρμαρίνη πόλις ως νεόλουστος παρθένος του Φαλήρου, λευκή-κατάλευκος. Τα δένδρα των οδών, αποτιναχθέντα από της παχείας των κόνεως, εδροσοβολούσαν με τα καταπράσινα φύλλα των. Τα μικρόν της Ακαδημίας αλσύλλιον, βαπτισθέν όλην την νύκτα εις τον άφθονον εκείνον υετόν, ανέζησε, και κλώνες χλοεροί εδώ κ' εκεί ανέθορον αίφνης πεύκης και πίτυος και αγριελαίας, οπού ένας κόσσυφος του καλλίστου είδους, κηρομύτης, κατάμαυρος, δραπετεύσας από κάποιον κλωβίον, ελλοχεύων, παρεμόνευε τους διαβάτας, ν' αρπάση μίαν ελαίαν ώριμον, μαύρην ως τα πτερά του, αναλάμψασαν αίφνης, μετά την βροχήν, επί των διαβρόχων ακόμη κλάδων. Αι οδοί, ως εδάφη οίκων μαρμαρόστρωτα, λαμπρώς εσπογγαρίσθησαν, παρασυρθείσης υπό των βιαίων ρυάκων της επιχωματώσεως αυτών, και απέστιλβον οι πεπατημένοι πολυγωνικοί χάλικες, το πρώτον αυτών ενσφηνωθέν στρώμα, ως άτεχνα ψηφιδώματα της παρακμής. Τα πεζοδρόμια απήστραπτον ήδη από το φέγγος του ηλίου, όστις με ακτινοβολήματα μαλαμοκαπνισμένου αργύρου περιέβαλλε τα μάρμαρα και τας γλυφάς των μεγάρων. Άρωμα ανθέων των ιδιωτικών κήπων επλήρου τον ορίζοντα, κατάγλαυκον όλον, την πρωίαν εκείνην, οπού η Θωμαή ανεχώρει πλέον επανερχομένη εις την μητέρα της. Δημήτηρ ωχρά, αποτυχούσα εις τας ερεύνας της. Ορφεύς πένθιμος με άφωνον εκ της απογνώσεως την λύραν. Ο καπετάν-Πέτρος ο Αποσπερίτης είχεν επιδιορθώσει και διά χρωμάτων περικαλλύνει τα σκολιόν του βρατσερί, όπερ δυστυχώς απέμεινε πάλιν σκολιόν, ως τον χαρακτήρα του ανθρώπου τον ανάποδον, τον οποίον ουδεμία χρωματιστή ευγένεια δύναται να μεταβάλη. Αλλά μη έχων ναύλον ακόμη, όπως ταξειδεύση, απεφάσισε να εξαποστείλη την εξαδέλφην του διά του ατμοπλοίου, αναχωρούντος την εσπέραν εκείνην, εν συνοδεία μετά της θείας-Αννούσας, ήτις, και πάλιν στενοχωρηθείσα εν τη ξένη, επανήρχετο εις την πατρίδα. Φίλος του, ναύτης αγαθός, θα επεριποιείτο τας δύο γυναίκας εν τω ατμοπλοίω. Όταν δ' εφ' αμάξης τέλος κατήρχοντο αι δύο γυναίκες εις Πειραιά, διερχόμεναι την οδόν Πανεπιστημίου την πάγκαλον, δεν ηδυνήθη η Θωμαή, όσον θλιμμένη και αν ήτο, να μη θαυμάση, διά του βλέμματός της, τα έκλαμπρα μέγαρα, επί των οποίων έπαιζεν-έπαιζεν ο ήλιος ολόχρυσος, σχηματίζων νερά, κινούμενα κυματοειδώς επί των καταλεύκων μαρμάρων, ως έκαμνε νερά εύμορφα το ολομέταξον ύφασμα της νυμφικής της εσθήτος. Και όταν είδε τα όψα παρακάτω καθαρά και ευωδιάζοντα, την πρωίαν εκείνην, εις τα παντοπωλεία, και όταν είδε τας σταφυλάς της Αττικής δροσολουσμένας, εντός των καλάθων, ως ραντισμένας με τρίμματα κρυστάλλων, και όταν είδεν εν τη πλατεία της Ομονοίας φοίνικας και κυπαρίσσους μετά ένα υετόν αίφνης τόσον χλοερά ανακύψαντα, ως από τάφον αναστάντα, και τους ανθρώπους καθαρούς ως λουσθέντας και αυτούς από του νυχτίου όμβρου, περιπατούντας ή καθημένους επί των λαμποκοπούντων προθύρων των καφενείων, ενώ καθαρίως ενδεδυμένοι χωρικοί των Μεσογείων, φαιδροί και υπάδοντες σχεδόν, ως εν αρχαίω κώμω, ωδήγουν τα αμάξια του γλεύκους, διά κλώνων αγρίας πεύκης εστεφανωμένα — δεν ηδυνήθη τότε να κρατήση τον θαυμασμόν της η Θωμαή, η χωρική, προς την μονογενή της Ελλάδος πόλιν, ήτις μοσχοβολούσα από την καθαριότητα, ανεπαύετο — η πεντελησία νύμφη — την ευδίαν εκείνην ημέραν, υπό στερέωμα κυανούν, στεφανωμένη γύρω με καταγάλανα βουνά. Και σπογγίσασα ένα δάκρυ, διότι, ατυχής εις όλα, ανεχώρει εις τοιαύτην ποθητήν διά τας Αθήνας ημέραν, δι' ην και μόνην τόσα δεινά υπομένουσιν οι ξένοι, εψιθύρισεν:

— Έρμη Αθήνα! . . .

Την αυτήν εσπέραν δύο γυναίκες εκάθηντο εις μίαν άκραν, την καθαρωτέραν επί του ερειπωμένου καταστρώματος του ατμοπλοίου, όπερ μετ' ολίγας ώρας απέπλεεν εις τον Ευβοϊκόν.

Η θεία-Αννούσα, σκεπασμένη πάντοτε με την μαύρην της χηρείας μανδήλαν, και η Θωμαή, φέρουσα επί της κεφαλής της βαρύ μαύρον σάλιον, ως καλογραία της Τήνου κουκουλωμένη, υπό το οποίον έλαμπον δύο κατάμαυροι οφθαλμοί, πλήρεις ζωής και χάριτος, οσάκις εσπόγγιζε τα δάκρυά της. Είχεν ανοίξει η θεια-Αννούσα το καλαθάκι της, εξεδίπλωσεν εκεί μίαν πετσέταν εντοπίαν, και εξαγαγούσα ψωμίον, τυρόν και σταφυλάς, ήρχισε να τρώγη, προσκαλούσα και την Θωμαήν. Αύτη όμως σιωπηλή και πένθιμος έβλεπε τους επιβιβαζομένους, μετά των επίπλων των, ταξειδιώτας, μετά τόσης εμμονής, ως να επερίμενε ν' αναγνωρίση κάποιον μεταξύ των αγνώστων εκείνων μορφών. Επεθύμει να εξαπατηθή και αύτη, καθώς τόσοι άλλοι. Να πάθη και αυτή από μίαν γλυκείαν αυταπάτην και να ιδή τον άμοιρον άνδρα της, έτσι 'ς τα ψέματα, και αυτή, μίαν στιγμήν ωραίαν, τον άνδρα της, οπού απώλεσε πλέον διά παντός, της εφαίνετο. Η αλήθεια είνε πικρά πολλάκις και φαρμακώνει, αλλά η απάτη είνε γλυκεία και ηδονική, ως ο καρπός του Δένδρου της Γνώσεως εν Εδέμ. Το βίντσιον, κροτούν και συστρέφον γοερώς τας αλύσεις του, εξηκολούθει ν' ανασύρη έπιπλα και εμπορεύματα. Οι επιβάται, ανήσυχοι ως υπηρέται ξενοδοχείου την ώραν της μεσημβρίας, έτρεχον εδώ κ' εκεί έκφρονες, αναβαίνοντες κλίμακας, καταβαίνοντες εις τους θαλάμους, ομιλούντες συγκεχυμένους λόγους, φωνάζοντες τους λεμβούχους, κράζοντες τους θαλαμηπόλους, βαστάζοντες καλάθους, πυξίδας, παιδία, κυνάρια, σύροντες γυναίκας, όρνιθας, χήνας, με βοήν, ολονέν αύξουσαν.

Η θεια-Αννούσα, ίνα μη καταθλίβη την ανεψιάν της, παύσασα πλέον να ομιλή περί του Λαλεμήτρου, αν και ενδομύχως ουδέποτε έπαυσε να διαμαρτύρηται και να λέγη ότι είδεν αυτόν εις τον άγιον Διονύσιον, ήρχισε τώρα, τρώγουσα, να διηγήται προς την Θωμαήν περί της πατρίδος των, ίσως και της ανοίξη την όρεξιν, να πάρη και αυτή κάτι τι. Και ενθυμουμένη διάφορα επεισόδια του βίου της, έτρωγε και ωμίλει, με στωμυλίαν ατελείωτον, με όρεξιν νοσταλγούντος ανθρώπου, την στιγμήν που αποπλέει διά την αγαπητήν του γην, με την στερεάν πεποίθησιν ότι ουδείς πλέον δύναται να τον εμποδίση. Η Θωμαή, αφηρημένη πάντοτε προς τους αδιακόπως εισερχομένους ξένους, ήκουεν ίσως, ή και δεν ήκουεν. Αλλ' η θεια-Αννούσα ως να επεριπατούσεν εν τω χωρίω της, ως να εκάθητο εν τω οικίσκω της, ή και εις τον φούρνον ακόμη, περιμένουσα να φουρνίση, έλεγε τι έπαθε μια φορά που πήγε ν' αργολογήση 'ς το αμπέλι τον Μάιον και ηύρε μια φωλιά με οχιαίς, κ' αυτή ενόμισε πως ήσαν μισιργούδια, κ' επήγε να τα πιάση, και μόνον πώς δεν την δάγκασαν· και όταν πάλιν το κύμα της άρπαξε δυο σινδόνια, που πήγε μία φορά να λευκάνη 'ς το Ξάνεμο, και μόνον που δεν επνίγηκεν έως να τα πιάση· πώς υπήγεν, ένα κοντόγιορτο, 'ς το Κάστρο, να λειτουργήση, 'ς τον Άη Γιάννη, και ξέχασεν από την βίαν της την λειτουργία, κ' ελειτούργησε, λέει, ο παππάς με ψωμί . . .

Ο ήλιος είχε δύσει και το ατμόπλοιον εξηκολούθει να παραλαμβάνη ακόμη εμπορεύματα και επιβάτας και άλλους να περιμένη, με σφυρίγματα γοερά, από τα οποία εβόυζεν όλος ο λιμήν. Η θεια-Αννούσα, καθαρά πάντοτε και άμεμπτος, είχε παραλάβει και το κανατάκι της, ένα Ξηροχωριανό μαρούδι, να πίνη καθαρόν ύδωρ, όταν θα εδίψα. Κ' αφού έφαγε και έπιεν, έκαμε τον σταυρόν της και τα συνεμάζευσε πάλιν όλα τα πράγματά της, εντός του μικρού καλαθίου, ως καθαρά και τακτική από τα μικρά της χρόνια, δυσανασχετούσα διά την βραδύτητα του απόπλου. Η Θωμαή, κατάκοπος, με τας ελπίδας τόσους μήνας, ήδη προσκλίνασα προς το πλευρόν, εν τη απελπισία της τη εσχάτη, εβυθίσθη μετ' ολίγον εις ύπνον.

Και ο δεσμώτης, Θωμαή μου, όταν βραδύνη η χάρις, και απολέση πάσαν απελευθερώσεως ελπίδα, γέρνει επάνω εις τα δεσμά του και αποκοιμάται ήσυχος πλέον . . .

— Να πάγω να του κάμω τουλάχιστον ένα μνημόσυνο!

Εψιθύρισε καθ' εαυτήν η Θωμαή και απεκοιμήθη, σκεπασθείσα με το μαύρο της το σάλι, ως ήτο, επακκουμβώσα προς το πλευρόν, ως καλογραία της Τήνου αποκοιμηθείσα επάνω εις τον κανόνα της.

Κ' εκεί που ητοιμάζετο και η θεια-Αννούσα, σιγά — σιγά, να εξαπλωθή και αυτή επάνω εις εν κυλιμάκι, το οποίον υπέστρωσε, παρά τινα ογκώδη κύλινδρον καραβοσχοίνου, ώστε να σχηματίζηται μεταξύ των δύο γυναικών περίφραγμα, ασφαλές οπωςδήποτε από τον άλλον κόσμον του καταστρώματος, — ήτο τακτική αυτή και καθαρά — αίφνης ναύτης γηραλέος του πλοίου, με πισσωμένον ιμάτιον και κατραμωμένον κούκον, ο ναύτης, εις ον εσύστησε τας δύο γυναίκας ο καπετάν-Πέτρος ο Αποσπερίτης, ενεφανίσθη ενώπιον της θεια-Αννούσας, οδηγών και κοντόν τινα επιβάτην, ένα πολιόν σχεδόν και κυφόν ολίγον άνθρωπον, με καινουργή ενδυμασίαν, αποστίλβουσαν, και με μίαν παράδοξον χρυσήν άλυσιν επί του στήθους εκλάμπουσαν.

— Νά, τω είπεν ο γηραλέος ναύτης, αυταίς μονάχα αι δυο γυναίκες είνε για την πατρίδα σου.

Την στιγμήν εκείνην η θεια-Αννούσα, θαρρούσα ότι οι δύο εκείνοι άνδρες θα προσπεράσουν προς την πρώραν, έκαμνε την προσευχήν της να κατακλιθή και αυτή και ησυχάση, ζαλισμένη από την αέναον κίνησιν των επιβατών και εκ των υποχθονίων κρότων, ως να εκρημνίζοντο σπίτια κάτω εις το κύτος του πλοίου αλλ' ο ξένος, ον ωδήγει ο γηραλέος ναύτης, αντί να προσπεράση, εστάθη εκεί, εκάθισεν επί του κυλίνδρου των καραβοσχοίνων μετά θάρρους, και κύψας ανηρεύνα τα χαρακτηριστικά της θεια-Αννούσας. Βλέπων δε αυτήν κατά πρόσωπον ηρώτησε:

— Με γνωρίζεις, γερόντισσα;

— Πού να σε γνωρίσω, γυιε μ';

— Είμαι πατριώτης σου, και πάω για την πατρίδα. Μαζί θα πάμε.

Η θεια-Αννούσα απόμεινε και τον εκύτταζεν ως αρνίον.

Κ' εκείνος βλέπων ωσαύτως αυτήν, και μη δυνάμενος να την αναγνωρίση, — ήτο νυξ πλέον, και ήναψαν εδώ κ' εκεί φανάρια οι ναύται προς ευκολίαν της υπηρεσίας — επανηρώτησε:

— Δεν με θυμάσαι; Δεν επήρες καμμιά φορά αλεύρι από το μαγαζί μου; Σήμερα έφθασα από την Αμερικήν και πάγω για το χωριό. Είμαι ο Λαλεμήτρος.

— Ο Λαλεμήτρος! εκραύγασε τότε δυνατά η γραία, και ανηγέρθη πάραυτα. Και βλέπουσα την ολόχρυσον καδένα του, λάμπουσαν εις το φως του φαναριού, τον ενηγκαλίσθη, ως μήτηρ, τραυλίζουσα, εν συγκινήσει, με δάκρυα:

— Καλά λες, γυιε μ'! Καλά λες, γυιε μ'! Ο Λαλεμήτρος με την χρυσή καδένα!

Και ολολύζουσα ήδη εθρηνολογούσεν η γραία εκ συγκινήσεως και χαράς:

— Αχ! γυιε μ'! Αχ! γυιε μ'!

Ο Λαλεμήτρος προς τους αιφνιδίους εκείνους θρήνους της γυναικός, εκάμφθη εν τρόμω, υπώπτευσε κακόν και ηρώτησε τεταραγμένος:

— Είναι καλά η Θωμαή! Γιατί κλαις έτσι;

Συγχρόνως τότε και η Θωμαή, ονειρευομένη την στιγμήν εκείνην οπού βαθειά εις τον ύπνον της είχεν υπηχήσει ηδέως το όνομα του συζύγου της, φαίνεται, είχεν αναταραχθή αποτόμως, και ανακαθίσασα εις τα γόνατά της, με το κατάμαυρον σάλι επί της κεφαλής της κουκουλωμένη, ως καλογραία κάμνουσα τον κανόνα της τα μεσάνυκτα, εστέναξεν, ως εν κινδύνω, δις στεναγμούς ως γόους, ως θρήνους, επάνω εις το όνειρόν της:

— Λαλεμήτρο μου! Λαλεμήτρο μου!

Και έμεινε πάλιν εις τα γόνατά της εκεί, βωβή, βυθισμένη εις τον ύπνον, ως καλογραία, εξακολουθούσα τον κανόνα της.

Ο Λαλεμήτρος τότε ενωτισθείς αίφνης τόνον φωνής προσφιλούς, της Θωμαής του την φωνήν, την οποίαν τόσους χρόνους είχε ν' ακούση, και αναγνωρίσας πάραυτα την κατατομήν εκείνην την αγαλματώδη του σώματος της συζύγου του, έκυψε προς το ωχρόλευκον κοιμώμενον ακόμη πρόσωπόν της. Ανεγνώρισε την σύζυγόν του και εναγκαλισθείς κατεφίλησεν αυτήν κράζων:

— Θωμαή μου! Θωμαή μου!

Εκείνη αφυπνώσασα τότε, και τρέμουσα ως ιχθύς εν μέσω εκείνων των αιφνιδίων περιπτύξεων και φιλημάτων, ανεφώνησε με σταυροκοπήματα κινδύνου, παγωμένη.

— Θεια-Αννούσα!

Η γραία, από γλωσσοδέτην καταληφθείσα τώρα, έμεινεν ακίνητος και άναυδος. Η δε Θωμαή, ζαλισμένη από την τρομακτικήν εκείνην αφύπνωσιν, απώθησε τας χείρας εκείνας αίτινες την περιεπτύχθησαν εις τον ύπνον της, τα χείλη εκείνα τα οποία την εφίλησαν εις το όνειρόν της, και εψιθύριζεν ακόμη εν ταραχή.

— Παναγία μου! Πού είμαι;

Αλλά τότε οι οφθαλμοί της, γαληνιάσαντες μικρόν από του αιφνιδίου σάλου, προσέπεσον ήρεμοι επί της χρυσής καδένας του Λαλεμήτρου, κ' έκθαμβοι εθεώρουν αυτήν, εν τη αμφιβόλω εκείνη της εγρηγόρσεως στιγμή, ενώ η θεια-Αννούσα, ανακτήσασα την ψυχικήν ηρεμίαν και την φωνήν της, εκραύγαζεν:

— Ο Λαλεμήτρος, Θωμαή! Ο Λαλεμήτρος, με την χρυσή καδένα! Δεν σ' τώλεγα εγώ πως τον είδα εις τον άη-Διονύσιο;

Τότε και η άγκυρα του πλοίου, ανασυρομένη εν δαιμονίω κρότω στροφίγγων, αλύσεων και μοχλών προς απόπλουν, εκάλυψε τους περιπαθείς λυγμούς της αφάτου χαράς των αναγνωρισθέντων συζύγων.

***

Η Θωμαή όλη χαρά πλέον, με αναλάμψασαν πάλιν και καταυγάζουσαν την ωχρόλευκον καλλονήν της, φέρουσα εις τους ώμους της, αντί του πενθίμου εκείνου σαλίου, έτερον, ινδικόν. μεταξοΰφαντον, όπερ τώρα εκόμισεν εκ των χωρών εκείνων ο σύζυγός της, ήκουε τας περιπετειώδεις διηγήσεις και τα δεινά του Λαλεμήτρου παθήματα, αφού αύτη πρότερον είχε μετά πόνου αφηγηθή προς αυτόν τας θλίψεις και τας πικρίας, τας οποίας εδοκίμασε κατά το οδυνηρόν της απουσίας του διάστημα, και την αιτίαν του ταξειδίου της. Εκεί, καθ' όλην την νύκτα επί του καταστρώματος όπου εκάθηντο, παρά την πρύμνην, διά να βλέπωσι τον εύμορφον της Ελλάδος κόλπον, ήκουεν η Θωμαή, ενώ το ατμόπλοιον, αφού εξημέρωσε πλέον, μαλακά-μαλακά, διέσχιζε την γαλανήν του Ευβοϊκού θάλασσαν. Είχε διέλθει τον Εύριπον πλέον, με τα φρούριά του ακόμη τα πορφυρόξανθα, κ' έπλεεν ολοταχώς κατ' ευθείαν εις Βόλον.

Η θεια-Αννούσα, πάντοτε καθαρά και πάντοτε άμεμπτος, θέλουσα ιδιαιτέρως να περιποιηθή τον Λαλεμήτρον — αν και ήτο πειραγμένη μαζί του, διότι ηρνείτο τελείως ότι είχεν υπάγει ποτέ εις τον Άγιον Διονύσιον — προσεπάθει να ετοιμάση καφέ, εξαγαγούσα, από το καλαθάκι της, έν λαμποκοπούν καμινέτο. Ο Λαλεμήτρος είχεν ήδη παραλάβει τας δύο γυναίκας κάτω, εις την πρώτην θέσιν, αλλ' επροτίμα και αυτός τον καφέ της θείας του, διότι παρεσκευασμένος με τας χείρας της, τω εφαίνετο, θα μυρίζη ολίγην πατρίδα.

Καϋμένη πατρίδα! Μόνον εις την ξενιτείαν καταλαμβάνει κανείς τι αξίζεις! . . .

Αι πρωιναί αύραι, από των Ευβοϊκών βουνών και των Λοκρικών ακτών, συναντώμεναι επί του πλοίου, εδρόσιζον ηδέως μίαν των γλυκυτέρων ημερών του φθινοπώρου.

— Δι' αυτό, ίσα-ίσα, το σφάλμα μου πολύ ετιμωρήθην, Θωμαή μου, είπεν αναστενάξας ο Λαλεμήτρος, με ύφος χριστιανού, διελθόντος ήδη τον κανόνα του πνευματικού του τον εξιλαστήριον.

Και εξηκολούθησε τας διηγήσεις του. Εκείνη δε τον έβλεπε, τον έβλεπε, και δεν εχόρταινε να τον ακούη, σαν εις τα ψεύματα, σαν εις το όνειρόν της. Και έτριβεν ενίοτε τους οφθαλμούς της δειλιώσα, ίνα πεισθή ότι δεν απατάται, φοβουμένη μη εξαφανισθή τα ευφρόσυνον θέαμα. Και της ήρχετο απορία ενίοτε, γλυκεία πλέον εν τη βεβαιότητι:

— Ο Λαλεμήτρος μου είνε αυτός;

Και πάλιν γελώσα, πεπεισμένη πλέον περί της αληθείας και προσπαίζουσα με την απλότητα της θείας της, απέτεινε προς αυτήν πλαγίως την παιγνιώδη πείραξιν, ερωτώσα τον άνδρα της:

— Την είδες λοιπόν την θεια-Αννούσα 'ς τον Άη-Διονύσιο; . .

***

Εκ Βόλου, όπου κατά πρώτον έφθασε, με το κοντόν και χονδρόν κόττερον του καπετάν-Ηλία, έκφρων, τρέχων τυφλός εις την καταστροφήν του, διηγείτο ο Λαλεμήτρος, ανεχώρησε την ιδίαν ημέραν εις Πειραιά, ίνα μη ανακαλυφθή υπό των δανειστών του. Αλλά τι ήθελεν εις Πειραιά; Κατά τον πλουν, εν εξάψει ευρεθείς, ωσεί εδιώκετο υπό τινος, απεπειράθη να ριφθή εις την θάλασσαν, παρά το Σούνιον, αλλ' εννοηθείς υπό τινος ναύτου, εκρατήθη. Μόλις δ' αποβιβασθείς εις Πειραιά, συνήντησεν ένα γλωσσίτην, όστις άρτι επανακάμψας εξ Αμερικής, διηγείτο εις όμιλον ναυτικών τα αμύθητα και σύντομα κέρδη της Αλάσκας, από των αρτιφανών μεταλλείων της οποίας αυτός επέστρεφε πλούσιος, εις το χωρίον του. Τότε, μετά τας διηγήσεις εκείνας, η θλίψις του ότι απώλεσε την περιουσίαν του μετεβλήθη εις μανίαν πλέον, ήτις βιαίως ως λωρίον δουλευούσης μηχανής, τον παρέσυρε προς εκείνους τους κόσμους πάλιν, όχι με πόθον, αλλά με λύσσαν πλέον, να επανακτήση τα απολεσθέντα. Δίψα ήδη κατέφλεγε τα σπλάγχνα του, ως να είχε μεθυσθή από οίνου. Κ' εθολώθη ο εγκέφαλός του, και απεσβέσθη τελείως η μνήμη του. Κ' ελησμόνησε τα πάντα τότε, μέσα εις εκείνην την τρικυμίαν της ψυχής του. Και κόσμον και πατρίδα και σύζυγον. Ο ναύτης εκείνος τον έσωσε κατά τον πλουν, ελεήσας αυτόν, αλλ' η μοίρα του ανελεήμων, τον ώθει πάλιν εις την εξαφάνισιν, διότι δεν θα επανήρχετο εις το χωρίον του, αν δεν εσχημάτιζε περιουσίαν τινά εκ νέου. Αγγλικόν ατμόπλοιον τον απεβίβασε τέλος μετά καιρόν εις τον Νέον Κόσμον μετά τινων άλλων Λακώνων, και δύο ακόμη γλωσσιτών, έχοντα τόσα, όσα τω εχρειάζοντο διά τας πρώτας του δαπάνας. Φθάσας δε εις την Αλάσκαν και ιδών ότι αληθή ήσαν, όσα τω έλεγεν εις Πειραιά ο γλωσσίτης εκείνος, ερρίφθη εις τα ορυχεία του χρυσού, ως ρίπτεται διψασμένον κτήνος εις την πηγήν, ουδέν άλλο ενθυμούμενος εκ του παρελθόντος, ειμή ότι κάποιος Λαλεμήτρος, απολέσας λίρας, τας οποίας ως σπόγγους είχεν αποσπάσει, μίαν-μίαν, από του πυθμένος της θαλάσσης, εβασανίζετο τώρα να τας ανεύρη εις τα βάθη τα ανήλια του μεταλλείου. Και αληθώς εβασανίσθη επί πενταετίαν παλαίων με την τρυφηλήν φιλοσαρκίαν του, και την υπερβάλλουσαν τραχύτητα του κλίματος. Η θέα τότε του χρυσίου, το οποίον απεθησαύρισε, κατά το διάστημα τούτο, ήρχισε να καταπραΰνη το εξηγριωμένον πνεύμα του, την δε μανίαν την πρώτην και λύσσαν, διεδέχθη ήδη γαλήνη του λογικού, ως να έρριψεν ο χρυσός έλαιον εις την τρικυμίαν του νου του. Και τότε εν τη ευδία εκείνη, ήρχισαν να επιπλέωσι πάλιν εις την μνήμην του προσφιλείς του παρελθόντος εικόνες, το μικρόν χωρίον του και η σύζυγός του.

Ταύτα λέγων ο Λαλεμήτρος εσπόγγισε τους οφθαλμούς του, πληρωθέντας δακρύων.

Η Θωμαή ωσαύτως εδάκρυσε.

— Τότε σου έγραψα το πρώτον γράμμα, είπεν ο Λαλεμήτρος.

— Δεν λάβαμε γράμμα σου, διέκοψεν η Θωμαή.

 — Δεν λάβαμε, γυιε μ', προσέθηκε και η θεια-Αννούσα, προσφέρουσα τον
καφέ.

 — Έχετε δίκαιον! είπεν ο Λαλεμήτρος. Το έστειλα με επιβάτην, ο οποίος
εχάθη, εις ναυάγιον.

Και πίνων ήδη μετά ιδιαιτέρας ευαρεσκείας τον καφέ, εξηκολούθησεν ο Λαλεμήτρος την διήγησίν του· και είπεν ότι αμέσως όμως μετά ταύτα, ενώ ήτο έτοιμος να επανέλθη εις την Ελλάδα και εις το χωρίον του, με περιουσίαν πάλιν, τόσην, ώστε ούτε τους δανειστάς του να φοβήται, ούτε τους χωρικούς να εντρέπεται, ησθένησε, καταβληθείς υπό των αφορήτων εκείνων μόχθων της σκληράς μεταλλευτικής εργασίας. Ο σύντροφός του ησθένησεν ομοίως και απέθανε. Και άλλοι πολλοί απέθανον, υποκύπτοντες εις την δριμύτητα του τόπου εκείνου, οπού όλα τα πράγματα είνε χρυσά. Και τα κέρδη χρυσά, και τα έξοδα χρυσά. Αλλ' αι ασθένειαι είναι σιδηραί, είνε μολύβδιναι. Ολίγοι σηκόνονται όταν πέσουν.

Ταύτα λέγων, έρριψε το βλέμμα του προς τας ένθεν και ένθεν του πλοίου καταπρασίνους ακτάς και δακρύων εξ ενθουσιασμού παρετήρησε:

— Τι ωραίαν πατρίδα οπού έχομεν! Κύτταξε Θωμαή, κύτταξε, θεια! Γελούν η ακρογιαλιαίς, θαρρείς, γελούν τα βουνά, οι κάμποι, ο ουρανός, η θάλασσα, όλα γελούν, εις την πατρίδα μας!

Αυτός όμως έχει πίστιν εις την δύναμιν την μυστικήν της χρυσής του καδένας, εξηκολούθησεν ο Λαλεμήτρος, και ήλπιζε να διασωθή ως και άλλοτε, και από τον κίνδυνον τούτον. Αλλ' η θεία χάρις φαίνεται τον είχεν εγκαταλίπει πλέον, και έβλεπεν ότι αι δυνάμεις του ολονέν κατέπιπτον, με όλα τα μέσα τα θεραπευτικά των ιατρών. Τότε ηθέλησε να γράψη πάλιν προς την σύζυγόν του και να ζητήση συγχώρησιν, αλλ' εστάθη αδύνατον. Ενώ δε ανέμενε τον θάνατον, εξύπνησε μίαν πρωίαν τυφλός.

— Οι οφθαλμοί μου είχον εξασθενήσει, είπεν ο Λαλεμήτρος και έχασα το φως μου.

— Λαλεμήτρο μου! έκλαυσεν η Θωμαή.

— Χειρότερα από θάνατο! εθρήνησε και η γραία, πίνουσα τον καφέ.

— Πώς να σας διηγηθώ τότε την σκοτίαν, εις την οποίαν έζησα ένα ολόκληρον χρόνον; Ήμουν ζωντανός εις τον Άδην.

— Αλήθεια, γυιε μ'! διέκοψεν η γραία.

Εν τούτοις δεν έπαυσε ποτέ να ελπίζη εις την θαυματουργόν χάριν της χρυσής του καδένας, εξηκολούθησεν ο Λαλεμήτρος. Αλλά το παράπτωμά του δεν είχεν ακόμη συγχωρηθή. Τω εφαίνετο ενίοτε ότι κατόπιν τόσων θεραπευτικών φαρμάκων, τα οποία ματαίως τω έδιδον οι ιατροί, εάν κατώρθωνε να ίδη μίαν φοράν εις τον ύπνον του την φαεινήν της συζύγου του μορφήν, θα εθεραπεύετο, θα εφωτίζετο πάραυτα. Αλλά τούτο το φάρμακον εστάθη αδύνατον να το απολαύση. Πανταχού σκοτία. Τότε περιεφρόνησε πλέον τα πάντα και μόνον το πταίσμα του εσυλλογίζετο. «Καλά να πάθω, έλεγεν οδυρόμενος, διότι εγκατέλιπον εις το σκότος της απελπισίας μίαν ψυχήν, η οποία έν μόνον σφάλμα έπραξε, να συμπαθήση εις ένα τέτοιον άνθρωπον. Και παρεκάλει τον Θεόν να μη ζήση πλέον. Υπέμεινεν, εσκέπτετο, τα σκότη της θαλάσσης· υπέμεινε τα σκότη της γης· θα υπέμενε δικαίως και τα αιώνια σκότη του Άδου. Αλλά τα σκότη της ζωής δεν θα τα υπέμενεν.

— Είνε άλλο χειρότερο! διέκοψεν η θεια-Αννούσα πάλιν. Ένα ξύλο κούτσουρο είνε ο τυφλός.

Η Θωμαή εδιακόπως έκλαιε.

— Τυφλός, θεέ μου, εκραύγαζα, τι να κάμω εις τον κόσμον; εξηκολούθησεν ο Λαλεμήτρος. Να μη βλέπω τον ήλιον να λάμπη την ημέραν, να μη βλέπω την σελήνην να φέγγη την νύκτα; Να μη βλέπω τον ουρανόν με τάστρα, την γην με τάνθη, την θάλασσαν με τα ψάρια; Να μη βλέπω, Παναγία μου, την εικόνα σου, την Ζωοδόχον Πηγήν την ολόφωτον, παρεκάλουν την Θεοτόκον διαρκώς, να μη βλέπω την Θωμαήν μου; . . . Και, κατεφίλουν την χρυσήν μου καδένα, εις την οποίαν δεν έπαυσα να καταφεύγω πάντοτε ως εις τελευταίαν άγκυραν σωτηρίας.

Απελπισθείς όμως τελείως να θεραπευθώ και προτιμών εκεί να τελειώσω τον βίον μου, είχον αποφασίσει να σου αποστείλω όσα χρήματα επερίσσευσαν από την μακράν νόσον και ήσαν αρκετά, ότε μίαν νύκτα-αχ! μία νυξ συνεχής ήσαν τότε αι ημέραι μου όλαι — μίαν νύκτα, επάνω εις το έτος ακριβώς, βλέπω εις τον ύπνον μου ένα λαμπροστόλιστον αρχιερέα, ο οποίος έφερεν εις τα στήθη του ένα εγκόλπιον από σμάλτον, έχον εζωγραφημένον επ' αυτού τον άγιον Γεώργιον, το οποίον εκρέματο από τον λαιμόν του αρχιερέως με μίαν ωραίαν χρυσήν αλυσίδα, σαν την χρυσήν καδένα μου απαράλλακτον. Η χρυσή καδένα μου! εφώναξε. Κ' εξυπνήσας αμέσως, επέψαυον με πόθον την καδένα μου την χρυσήν, θαρρών ότι μου την αφήρεσαν. Δεν εξεύρω πώς, αφού εξύπνησα, από όλην την χρυσήν παράστασιν του αρχιερέως απέμεινεν εις την ενθύμησίν μου ανεξάλειπτος η χρυσή άλυσις του εγκολπίου του, η οποία μου εφαίνετο ότι έλαμπεν ακόμη, μέσα εις την βαθείαν εκείνην νύκτα των οφθαλμών μου. Εξύπνησα δε διαφορετικός την πρωίαν εκείνην. Είχα κάποιον θάρρος ανακτήσει εις την ψυχήν μου, κάποιαν ανεξήγητον, κρυφήν χαράν.

Έκαμα αμέσως τον σταυρόν μου και ησπάσθην ευλαβώς την χρυσήν μου καδένα χωρίς να την βλέπω. Μου εφάνη δε ότι την πρωίαν εκείνην — πρώτην φοράν — ευωδίαζε, σαν θυμίαμα, σαν άγιον λείψανον. Ενθυμήθην τότε τον Εβραίον πάλιν και έλεγα: Καλά μου έλεγε. Πρώτην φοράν είδα Εβραίον να πη αλήθεια. Από εγκόλπιον αρχιερέως θα είνε η καδένα μου, κανενός παλαιού, κανενός αγίου ίσως. Η κατασκευή της μ' εβεβαίωνε πάντοτε περί της ιερότητός της, αλλά τώρα το ενύπνιον μου εφαίνετο ότι απεκάλυψεν εις εμέ την προέλευσίν της την ιεράν, και είχον ακλόνητον πεποίθησιν πλέον ότι έφερον επ' εμού κειμήλιον άγιον. Ελθών δε κατόπιν και ο ιατρός, κατά την συνήθειαν, έκθαμβος παρετήρησε κάποιαν καλλιτέρευσιν των οφθαλμών μου και μου έδωσε νέον θάρρος. Ανέβαλον τότε να σου αποστείλω τα χρήματα, διά να τα φέρω μόνος μου, — τόσον θάρρος είχον αποκτήσει — Ούτε σου έγραψα, διότι είχα την ελπίδα ότι ταχέως θα θεραπευθώ, και ήθελα έξαφνα ένα πρωί να με ιδήτε. Η συνείδησίς μου ήρχιζε και αυτή να καθησυχάζη, η ένοχος, και μετά τινας ημέρας ήρχισα να διακρίνω επάνω εις το στήθος μου, οπού είχον πάντοτε την χρυσήν μου καδένα, κάτι ως φως, κάτι τι ως αναμμένον κηράκι, και μου εφαίνετο ότι ανέπνεα οσμήν μοσχολιβάνου. Θάρρος μου έλεγε πάντοτε ο ιατρός, θάρρος μου επανελάμβανε και ο έτερος των γλωσσιτών, οπού με υπηρετούσεν ως αδελφός μου. Κατόπιν ήρχισα να σε βλέπω εις τον ύπνον μου τακτικά και μου εφαίνετο ότι τούτο πολύ με εδυνάμωνε. Πάντοτε μέσα 'ς τα μαύρα 'νδυμένη. Πάντοτε σκεπασμένη με μια ολόμαυρη μανδήλα. Κ' επήγαινες τάχα — νύκτα χαράμματα — και άναβες τα κανδηλάκια του αγίου Γεωργίου, όπως συνείθιζες πάντοτε. Κ' έτρεχεν απέξω τάχα το νεράκι, από το άγιον βήμα της εκκλησίτσας. Και ήθελα τάχα να πιω, μα δεν έβλεπα την βρύσι. Μόνον άκουα που έτρεχε το νεράκι κελαϊδιστά. Κ' εφώναζα τάχα: Πήγαινέ με 'ς τη βρύσι, Θωμαή μου, να νιφθώ, να δροσίσω τα ματάκια μου, να πιώ, να δροσίσω την καρδιά μου! Πήγαινέ με 'ς το νεράκι, Θωμαή μου, έλεγα τάχα τυφλός 'ς τα ξυπνητά μου, τυφλός και εις τον ύπνον μου.

Η Θωμαή ακούουσα έκλαιεν. Η θεια-Αννούσα έκαμνε τον σταυρόν της.

— Ύστερα από ολίγας ημέρας πάλιν, εξηκολούθησεν ο Λαλεμήτρος, διέκρινα, σαν μέσα στα σύννεφα όμως, ένα εύμορφον καβαλλάρην, σαν τον άγιον Γεώργιον, οπού είδα εις το εγκόλπιον του αρχιερέως, ο οποίος, θαμβά- θαμβά, ήρχετο κ' εστέκετο εμπρός μου ώραν πολλήν, επάνω εις το άλογο και μου έφεγγε τάχα μ' ένα κηράκι και μ' ελιβάνιζε με μοσχολίβανον, οπού εγέμιζεν η καρδία μου από την ευωδίαν· κ' εχόρταινα ως να ελάμβανα τροφήν κ' εδυνάμωνα. Ύστερα αφού εσώνετο το κηράκι, μ' εσκέπαζε πάλιν η μαύρη νύχτα. Έκαμνα τότε τον σταυρόν μου και εφιλούσα την χρυσήν μου καδένα, και παρακαλούσα τον άγιον Γεώργιον. Αυτό εξηκολούθησεν ολόκληρον ένα σαρανταήμερον, κ' έβλεπα ότι αι δυνάμεις μου επανήρχοντο ημέραν με την ημέραν. Μόνον οπού ήμουν ακόμη τυφλός. Αλλά είχα θάρρος εις την ψυχήν μου και δεν εσυλλογιζόμην πλέον τον θάνατον. Τότε σηκωνόμενος, με την βοήθειαν του καλού γλωσσίτου — τον οποίον εφιλοδώρησα καλά διά την αδελφικήν του φροντίδα — και καθήμενος εις το μικρόν προαύλιον της κατοικίας μου, με πίστιν τελείαν ότι θα απολαύσω πάλιν το φως μου, εσυλλογιζόμουν την επάνοδον κ' έλεγα: Τάχα θα με συγχωρήση η Θωμαή μου; Θα μου συγχωρήση τα λόγια που της είπα όταν έφευγα; Με τι μάτια θα την ιδώ; Τι θα της ειπώ; θα της ειπώ ότι είχα χάσει τα λογικά μου. Ημπορεί ποτε κανείς να μη συγχωρήση ένα τρελλόν; Η σκέψις αύτη με καθησύχαζε. Κ' εσχεδίαζα τότε πολλά. Να πληρώσω τα χρέη μου εις τον Βόλον. Να χαρίσω ταλεύρια, που μου χρεωστούσαν 'ς το χωριό. Και πλέον να μην κάμω τον αλευράν. Ν' αγοράσω κτήματα και να καλλιεργήσω ένα ολόκληρον βουνόν, που είνε τόσα βουνά άγρια εις το χωριό μου. Συνείθισα πλέον εις τους κόπους του μεταλλείου. Ν' αφήσω τα ακοπίαστα κέρδη και να εργάζωμαι την γην, τρώγων τον άρτον με τον ιδρώτα του προσώπου μου και με την ευλογίαν του Θεού. Και ήρχετο καθ' ημέραν ο καβαλλάρης μου, πρωί-βράδυ, σωστός γιατρός πλέον· πάντα με το κηράκι του και πάντα σκεπασμένος με ομίχλην, σαν νάθελε να φυλάξη μυστικόν το καλόν οπού έκαμνε. Την ημέραν όμως που ετελείωνε το σαρανταήμερο — θυμούμαι καλά· ο άρρωστος και ο φιλάργυρος δεν κάμνουν λάθος εις το μέτρημα — βλέπω κ' έρχεται, καθαρά-καθαρά πλέον, την αυγήν, ο άγιος Γεώργιος, 'ς τον ύπνον μου.

— Άη μ' Γιώργη! Διέκοψεν η Θωμαή, κάμνουσα τον σταυρόν της.

— Άη μ' Γιώργη! προσέθηκε και η γραία.

— Βλέπω τον άγιον Γεώργιον, καθώς τον είδα ζωγραφισμένον εις το εγκόλπιον του αρχιερέως. Ήτο ένας ροδόξανθος και ροδοκόκκινος νέος. Καβάλλα εις άσπρο εύμορφον άλογον, στολισμένον με χρυσαίς φούνταις εις το στήθος. Αρματωμένος ο άγιος με όλα τα άρματά του τα ολόχρυσα. Χρυσοπράσιναις δόξαις άστραφτεν ο θώρακάς του. Κόκκινη, βασιλική, η σέλλα του αλόγου. Με το ασημένιο το κοντάρι του, το μακρύ, μ' ένα μαλαμματένιον σταυρόν εις την άκρην επάνω. Τροπαιοφόρος και ρωμαλέος ο άγιος. Ήλθε πάλιν με το κηράκι του το αναμμένο κ' εστάθη εμπρός μου και μου έφεγγε, και μ' ένα ασημένιο θυμιατό μ' εθυμίαζε με μοσχολίβανον. Σαν αλήθεια, σαν όνειρο. Κ' εκεί που επλησίαζε να σωθή τα κηράκι και να καή το μοσχολίβανον — ω ανέκφραστη στιγμή! — ακούω και μου φωνάζει με ρωμαλέαν φωνήν: — Μη φοβάσαι, Λαλεμήτρο! Ανέβα 'ς τα καπούλια, να σε πάγω 'ς την γυναίκα σου! Παναγία μου! σαν να τον βλέπω ακόμη μπροστά μου.

Είπε και έκαμε τον σταυρόν του ο Λαλεμήτρος και είτα εξηκολούθησεν αμέσως:

 — Εξύπνησα. Στα μάτια μου έλαμψεν ημέρας φως. Είδα τον κόσμον. Είδα τον
ήλιον, είδα το φως μου.

 — Άη μ' Γιώργη! ανέκραξε πάλιν η Θωμαή, δοξολογούσα. Μεγάλη η χάρις
σου!

— Μεγάλη η χάρις σου! προσέθηκε και η θεια-Αννούσα.

— Καθώς με είδες 'ς τον ύπνο σου Λαλεμήτρο, είπε τότε η Θωμαή. Εγώ σαράντα μέραις και σαράντα νύκτες άναβα τα κηράκια 'ς την εκκλησίτσα του, και ελιβάνιζα την εικόνα του, σαράντα μέραις και σαράντα νύκτες, σαν να μου έλεγε κάποιος ότι κακό θα πάθης, και ο Μεγαλομάρτυς σου τα έφερνεν εκεί μπροστά σου, τα κηράκι μου και το λιβάνι μου.

Ο Λαλεμήτρος έμεινεν άναυδος προς την νέαν αυτήν εξομολόγησιν της συζύγου του από της συγκινήσεως.

Την στιγμήν αυτήν η χρυσή καδένα του Λαλεμήτρου εφάνη εις την Θωμαήν ότι με ουράνιον αίγλην περιεβλήθη. Η δε εξεγερθείσα φαντασία της εκ της θαυμαστής διηγήσεως συνεπλήρωσεν, εκεί εμπρός της, ολόκληρον το σμάλτινον εγκόλπιον του αρχιερέως, του φανέντος καθ' ύπνους εις τον άνδρα της, και ήτο η χρυσή καδένα του Λαλεμήτρου, της εφάνη, η χρυσή του εγκολπίου άλυσις, η οποία εβάσταζεν αυτό, όλον απαστράπτον, με τον Τροπαιοφόρον επάνω του, ολόφωτον άγιον εγκόλπιον, βασταζόμενον εκεί, θαρρείς, υπό αοράτου αγγέλου.

— Σαν φθάσουμε, με το καλό, στο χωριό, είπεν η Θωμαή τότε, να δώσης πίσω 'ς τον Άη Γιώργη την χρυσή του καδένα, γιατί δική του είνε. Δεν κάνει να την έχης επάνω σου.

Και μετ' ευλαβείας ασπαζομένη αυτήν και προσψαύουσα, εθεώρει το παράδοξόν της σχήμα και την βυζαντινήν της παλαιάν τέχνην, ως να την έβλεπε πρώτην φοράν. Το ατμόπλοιον προσήγγιζεν ήδη εις το μικρόν χωρίον.

Η δε θεια-Αννούσα, εννοήσασα τούτο, είχεν αρχίσει να ετοιμάζη την μικράν βασταγήν της, μη προσέχουσα πλέον εις την ομιλίαν, με ολόδροσον χαράν, την οποίαν της έφερνον εις το γελαστόν πρόσωπον αι αύραι των βουνών του σκιερού χωρίου της, ευωδιάζουσαν πατρίδος ευωδίαν· και ηύχετο μεγαλοφώνως εις τους περί αυτήν, ως ν' απεβιβάζετο πλέον, από τόσον μακράν:

— Πάντα κατευόδιο!

Οι δύο σύζυγοι, επακουμβώντες επί της κωπαστής έβλεπον και αυτοί μετ' ευφροσύνης το θαλασσινόν χωρίον, τα οποίον με τον ταχύν του ατμοπλοίου δρόμον, εφαίνετο ότι τους επλησίαζεν ηρέμα, με κομψόν καμάρωμα νύμφης προβαίνον, εστολισμένον όλον και πάγκαλον, με τα βουνά του τα καταπράσινα, με τους ελαιώνας του τους τεφρούς, με τους αμπελώνας του χλοάζοντας ακόμη, με την παραλίαν την αμμώδη και γελαστήν, με τα κάτασπρα σπιτάκια του εις τον αιγιαλόν κάτω, ως γλάρους επάνω εις τα κύματα, άλλους επάνω εις τον βράχον συσσωρευθέντας όλους μαζί, ως εις μίαν φωλεάν, και άλλους, αράδα-αράδα, καραβίζοντας παρά την άμμον.

— Νά το σπιτάκι μας! ανέκραξεν η Θωμαή. Με τα σφαλισμένα παραθυράκια του, σαν λυπημένον, με τα σφαλιστό μαγαζάκι του, σαν έρημο! Τo καϋμένο το σπιτάκι μας! Ποιος να του τώλεγε, πως θα τ' ανοίξουμε πάλιν!

Ο Λαλεμήτρος συνεκινήθη από του χαρμοσύνου της πατρίδος του θεάματος και έκλαιε τα δάκρυα της χαράς του.

— Νά και το αμπελάκι μου! ανέκραξε μετ' ολίγον η Θωμαή πάλιν. Και καταβιβάσασα την μανδήλαν της προς τους οφθαλμούς, ίνα μη φαίνωνται τα δάκρυά της, ηκούσθη ψιθυρίζουσα: Ακλάδευτο! άσκαφο! χολεριασμένο! το καϋμένο το αμπελάκι μου! Ποιος να του τώλεγε, πως θα το καλλιεργήσουμε πάλι!

Και έβλεπε και έλεγεν ηρέμα, ομιλούσα μόνη της:

— Μια μαύρη σκιά, μέσα καταμεσής, στέκει, σαν να μοιρολογάη. Κυττάζει προς τον ουρανό, σαν να εύχεται, σαν να καταριέται . . . η καϋμένη η μαννούλα μου! . . . Ποιος να της τώλεγε, πως θα μας ξαναϊδή πάλι! . . .

Υψώσασα δ' αίφνης την φωνήν της, ως να ελησμόνησεν, ως να ήτο μόνη, ανέκραξε:

 — Μη, μαννούλα μου! Δεν κάνει να καταριέσαι. Να εύχεσαι, μαννούλα μου,
και να μη καταριέσαι, καθώς είπεν ο Χριστός μας.

Οι σιδηροί κρότοι του αγκυροβολήσαντος ατμοπλοίου κατέπνιξαν την κραυγήν της και ο Λαλεμήτρος ουδέν ήκουσεν.

Επλημμύρισαν όμως τα δάκρυα τους μαύρους της οφθαλμούς, αδαμάντινα δάκρυα, της χαρμολύπης το κλαύμα, το οποίον άσπριζε πλέον, θαρρείς, διά παντός, την μαυρισμένην καρδίαν της.

— Περασμένα-ξεχασμένα! ανεφώνησε τότε η θεια-Αννούσα, ήτις βαστάζουσα το καλαθάκι της με την μίαν χείρα και την μικράν βασταγήν της με την άλλην, με ανυπόμονον νοσταλγού ανησυχίαν, ήτο έτοιμος να εξέλθη πρώτη- πρώτη αυτή.

***

Μίαν πρωίαν μετά δύο ημέρας, νύκτα-νύκτα, υπό τας ελαίας και τας κυπαρίσσους και μίαν υψηλόκλαδον πλάτανον, εγλυκόφεγγεν ο μικρός ναΐσκος του αγίου Γεωργίου, πέραν εκεί, παρά την άμπελον της Θωμαής. Ετελείτο εν αυτώ λειτουργία την πρωίαν εκείνην. Είς γέρων βοσκός, είχε σταματήσει απέξω, εις το βουνόν, το ποίμνιόν του, είχεν επακκουμβήσει εις την ράβδον του και θα ηκροάτο βεβαίως, εκείνην την ώραν του ωραίου άσματος του αγίου: «Ως των αιχμαλώτων ελευθερωτής και των πτωχών υπερασπιστής, ασθενούντων ιατρός . . . » όπερ γλυκύτατα εμελωδείτο ένδον από τον μπάρμπ'-Αναγνώστην της Περμάχως, του οποίου όσον σκληρόν και άγριον ήτο το καποτάκι, ως δορά αγριμίου, τόσον μαλακή και γλυκεία ήτο η φωνή, λεία και χρωματιστή, ως τα πτερά του παγωνίου. Με την ανατολήν του ηλίου είχεν απολύσει πλέον η θεία Μυσταγωγία. Άρωμα μυστικόν, η ευωδία της τελεσθείσης ιερουργίας, επλήρου τον ναΐσκον. Λείψανα λαμπάδων και κηρίων έφεγγον ακόμη επί των ξυλίνων μανουαλίων. Ο ιερεύς εκείνος ο γηραλέος και σεβάσμιος, ο πνευματικός της Θωμαής, ο Παππά-Γιώργης, απεκδυόμενος ήδη τα ιερά άμφια, εδίπλονεν αυτά επιμελώς, επιλέγων, εν εκάστω, στίχους έκ τινος αρχαίου άσματος της Θεοτόκου: «Δέσποινα, πάντων Δέσποινα, και πάντων υπερτέρα, και πάντων υπερέχουσα των άνω Στρατευμάτων » και τα εναπέθετε, χάριν ευλογίας, επί της κεφαλής της γρηά-Κυρατσού, ήτις φορούσα το καλό φουστάνι της, οπού εφύλαττε διά την θανήν της, λάμπουσα όλη από ευχαρίστησιν, έκυπτε προ της ωραίας Πύλης, εν κατανύξει υπερτάτη, την ευλογίαν του ιερέως προσμένουσα, να ζήση τώρα ακόμη. Έκυπτεν εκεί ακίνητος, ως να εχειροτονείτο, απορροφώσα με ιεράν ηδονήν την από των ευλογημένων αμφίων εκπεμπομένην μυστικήν ευωδίαν, κ' επιλέγουσα εις έκαστον στίχον του ιερέως το Αμήν. Η Θωμαή, παραπέρα, γονατισμένη ενώπιον της εικόνος του Αγίου Γεωργίου, φέρουσα επ' ώμων το χρυσοΰφαντον ινδικόν σάλιον, το καινόν, με μίαν ολοκαίνουργον μανδήλαν, πολύτιμον λαχωρί, τα οποίον άπαξ μόνον μετά τον γάμον της εφόρεσε, μίαν Κυριακήν των Βαΐων, οπού επήγεν εις την εκκλησίαν να λάβη την βαρακωμένην βάγια της, εύχαρις, με το ωχρόλευκον πρόσωπόν της και τα μαύρα ακτινοβόλα μάτια της, ως μάρτυς αρχαία των ρωμαϊκών διωγμών, εις τας πρώτας στιγμάς της δόξης της, συνεπλήρου την δοξολογίαν της προς τον Τροπαιοφόρον Μεγαλομάρτυρα, όστις εικονισμένος ζωηρώς εκεί, θαρρείς κ' εσκίρτα από χαράν, διά το επιτευχθέν αγαθόν, ρωμαλέος επί του ίππου του, σχεδόν χρεμετίζοντος εξ ευχαριστήσεως. Πλησίον της εγονυπέτει και ο σύζυγός της απονέμων τας εγκαρδίους του ευχαριστίας προς τον Άγιον, πλήρης χαρμονής. Ήδη ο ιερεύς απέθεσε, διπλωμένα, επί της κεφαλής της γρηά-Κυρατσούς την ζώνην την ολόχρυσον με τας μαλαμμοκαπνισμένας της αργυράς πόρπας, και τα χρυσοκέντητα επιμάνικα με τον Ευαγγελισμόν εν αρχαία βυζαντινή τέχνη, λύσας κ' εξαγαγών αυτά από τας χείρας του, εν εκάστω το άσμα της Θεοτόκου πάντοτε επιλέγων και προχωρών:

— Τους ιερείς ευλόγησον τους σε ιερουργούντας . . .

— Αμήν! επανέλαβε πάλιν η γραία με όλην την καρδίαν της, επαναδιπλώσασα νυν εξ ευχαριστήσεως, αμήν, παπά μου!

Αποκρεμάσας είτα ο γέρων από τον λαιμόν του και το επιτραχήλιον, από βαρείαν χρυσοΰφαντον στόφαν, πεποικιλμένον όλον και πάντεχνον, διηρημένον εις δύο μακράς δι' αργυρών κωδωνίσκων συνδεδεμένας ταινίας, εφ' ων ήσαν κεντημένοι διά χρυσίου και πολυτίμων λίθων σταυροί και άγγελοι και συμπτύξας αυτό, απέθεσεν ωσαύτως μετά των άλλων επί της κεφαλής της κυπτούσης πάντοτε γραίας και εξ ευλαβείας και εκ του βάρους των αμφίων, επιλέγων την συνέχειαν του άσματος:

— Τους κοσμικούς συμπάθησον, τους σε παρακαλούντας . . .

— Αμήν! ανεφώνησε πάλιν η γραία.

Τέλος ο ιερεύς, με απαστράπτον το ασκητικόν του πρόσωπον, ωσεί αναβαλλόμένος το φως ως ιμάτιον, ασκεπής, με την ολόλευκον κεφαλήν του, και φορών πλέον μόνον το κάτασπρον ολοβρόχινον στιχάριον, Λευίτης της Νέας με τον ποδήρη χιτώνα της Παλαιάς, απονιφθείς τας χείρας εν τω νιπτήρι του Βήματος, ήλθε προς την γραίαν πάλιν και πριν αποσπογγισθή, ερράντισε τρις αυτήν κατά πρόσωπον, επιλέγων το τέλος του άσματος:

— Όταν καθίση ο κριτής κρίναι την οικουμένην . . .

Και λαβών είτα τα ιερά άμφια όλα ομού, ως ήσαν διπλωμένα, από της κεφαλής της γραίας, με τας χείρας του, ευωδιάζοντα από θείαν χάριν, ηυλόγησε τρις δι' αυτών σταυροειδώς επί της κορυφής την γραίαν, κύπτουσαν πάντοτε, και με τας χείρας της προστρίβουσαν επί των οφθαλμών της και του προσώπου τα άγια του ιερέως ραντίσματα, όστις επεράτωνεν ήδη και τον τελευταίον στίχον του ιερού άσματος:

— Τότε ημάς βοήθησον, Δέσποινα Παναγία! . . .

Τρις σταυροειδώς ο ιερεύς ηυλόγησε την γραίαν και τρις επανέλαβε τον τελευταίον στίχον τρις δε και η γρηά-Κυρατσού, ανοιγοκλείουσα τους οφθαλμούς της, εφ' ων έλαμπον ακόμη ως σταγόνες όμβρου οι αγιασμένοι ραντισμοί, επείπε τα Αμήν, με ανέκφραστον ευλάβειαν, θαρρούσα ότι εν τη λειτουργία εκείνη, εξαναστεφανώθησαν τα τέκνα της, διότι καλέσας ο ιερεύς τότε και τους δύο συζύγους ευλόγησε και αυτούς μετ' ευλαβείας κύψαντας, κ' επήρεν είτα τα ιερά άμφια εις το άγιον Βήμα.

Ήδη ο μπάρμπ'-Αναγνώστης της Περμάχως, με το σκληρόν εκείνο καποτάκι του πάντοτε, ανεγίνωσκε τας τελευταίας ευχάς της Ευχαριστίας, εγγύς του δεξιού παραθύρου του ναΐσκου, οπόθεν προσπίπτουσαι φαειναί του ηλίου ακτίνες, επράυνον το πρόσωπον του, καθιστώσαι αυτό ιλαρόν, μέσα εις εκείνην την κτηνώδη δοράν του επενδύτου του. Αναγνωρίσας πλέον με μεγάλην του στενοχωρίαν το λάθος του, είχε πεισθή ότι άλλον αντί του Λαλεμήτρου εξέλαβε μέσα εις εκείνην την πολυάνθρωπον Βαβυλώνα, ως απεκάλει τας Αθήνας, όπου από τον κορνιαχτό, έλεγε δικαιολογούμενος, οι άνθρωποι γίνονται αγνώριστοι, και ήλθεν, επί τούτω εις τον ναΐσκον, να συλλειτουργήση τον ιερέα, ίνα συγχωρηθή διά το πταίσιμόν του, αδίκως οργισθείς άλλοτε κατά του Λαλεμήτρου, επειδή ενήργησε πάλιν εκείνας τας ημέρας να κληρωθή ένορκος και θα εταξείδευε, και δεν ήθελε αυτός, παιδί της εκκλησίας, να ταξειδεύση ασυγχώρητος. Ανεγίνωσκεν ο μπάρμπ'- Αναγνώστης της Περμάχως ολίγον βιαστικά πλέον τας τελευταίας ευχάς, ρίπτων συγχρόνως βλέμματα πλάγια και κρυφά από του παραθύρου, έξω εις το προαύλιον το δροσερόν, όπου η θεια-Αννούσα υπό τινα ελαίαν, καθαρά πάντοτε και άμεμπτος εις όλα, αλλ' επιμένουσα όμως ακόμη ότι είδε τον Λαλεμήτρον εις τον άγιον Διονύσιον, ανάψασα μεγάλην πυράν, προσεπάθει με πεταχτήν προθυμίαν να ετοιμάση τον καφέ, παρά την διαυγή πηγήν του ύδατος, όπερ ηγιασμένον εξήρχετο από το άγιον Βήμα του ναΐσκου, λαμπρόν ως ασημένιο υπό τα δροσόχορτα, αγίασμα καθαρτικόν και της ψυχής των ρύπων.

Ο Λαλεμήτρος έκθαμβος από την άρρητον χαράν της επανόδου του, κρατών εις χείρας ακόμη το αντίδωρον μετ' ευλαβείας αρχαίου νεοφωτίστου, με τα μαύρα τσόχινα ρούχα του, το κάτασπρον υποκάμισόν του, και με την χρυσήν καδένα του, αλλά με υπόλευκον πλέον την κόμην, προσηύχετο ακόμη εκεί τας τελευταίας προς τον άγιον ευχάς του.

Και αφού ετελείωσε την προσευχήν του, αφαιρέσας αίφνης από το ωρολόγιόν του εκείνην την λατρευτήν χρυσήν του καδένα, πλησιάζει μετά δέους προς το τέμπλεον και αποκρεμά ταύτην, ως ανάθημα ιερόν από της εικόνος του Μεγαλομάρτυρος, βαθέως αναστενάζων εξ ευχαριστήσεως, ως ν' ανεκουφίζετο, ως ν' απέβαλλεν από πάνω του βάρος ξένου πράγματος, το οποίον ησθάνετο ότι δεν ήτο ιδικόν του πλέον. Και είδες τότε να λάμψη έξαφνα η αγία εικών, ολόφωτον και αγγελικήν λάμψιν, ως ν' απέλαβε κάτι τι, το οποίον της έλειπε, κάτι τι, το οποίον ήτο ιδικόν της και της το πήραν, και το οποίον συνεπλήρωνε τόσον σεπτώς τον πλούσιον στολισμόν της (1).

Ο ΔΕΚΑΤΙΣΤΗΣ (1893)

Ξαβόηθησαν να ξαποστάσουν! (2) Σ' του Βασίλη την βρύσι. Υπό τον μανιτωμένον αριόν, εις την σκιάν του οποίου ηδύνατο να σταλιάση ολόκληρον κοπάδι. Ο κρουνός, αφανής υπό τα βρύα, υπέσχιζε κόμβους-κόμβους το ύδωρ· υπό δε τους πυκνούς κισσούς και το βοστρυχώδες αδίαντον εντός πλινθίνης πολίτσας — μικρού κοιλώματος — κατέκειτο δισκάριον κολοκύνθης, όπερ εχρησίμευεν ως ποτήριον εις την ερημικήν εκείνην βρύσιν. Ξαβόηθησαν εκεί, εις τα ξυρόφυλλα του αριού, τα φορτία των — σακκία πλήρη ελαιών — κ' εκάθισαν, ανακλιθείσαι επ' αυτών, αι δύο γραίαι, ως γλαύκες, σιωπηλαί, κουρασμέναι, ασθμαίνουσαι. Ήρχοντο από το Μποστάνι — πορείαν δίωρον. Ο ήλιος έδυνε πλέον· αι δε τελευταίαι του ακτίνες, εξακοντιζόμεναι άνω του σκιερού ρεύματος, εφώτιζον ακόμη, πέραν, την κορυφήν του κατέναντι βουνού, με φως αραιόν, υποχωρούν, διαλυόμενον. Μοναξιά και σιωπή. Και μόνον οι κόμβοι του ύδατος, καταπίπτοντες εις το ισχνόν και βορβορώδες ρυάκιον, επλατάγουν πενθίμως, ως άνθρωπος ξηροκαταπίνων.

— Τρόμαξα να σε προφθάσω! είπεν η ετέρα των γραιών — η μικρά και στρογγυλοπρόσωπος ως κορασίς Φουλίτσα — κατευθυνθείσα προς την βρύσιν και αρχίσασα εν τω άμα να πλύνη από των υδάτων της γούρνας τα κάθιδρον πρόσωπόν της. Η άλλη — η γρηά-Αχτίτσα — ρικνή και ξηρά, επνευστία ακόμη, ως εάν ακόμη εβάδιζε. Πεσμένη επί του σακκίου, από του οποίου απέσταζε ρυπαρόν έλαιον, συνθλιβομένων των εν αυτώ ελαιών, έβλεπε με τους οφθαλμούς ημικλείστους προς το ξηρόν στήθος της, όπερ αναιβοκαταίβαινεν από του άσθματος.

 — Θα κάμης πολύ λάδι; Ηρώτησε πάλιν η Φουλίτσα, σπογγίζουσα τα
ροδίσαντα εκ της πορείας μάγουλά της, με την άκραν της μανδήλας της.

 — Κείνο πώδωσεν ο Θεός! Απήντησε, στενάξασα, η γρηά Αχτίτσα,
προσπαθούσα να ημιεγερθή από του σακκίου.

— Έλα τώρα! ήρχισε παραπονουμένη η Φουλίτσα. Πώς να βρέξης το στόμα σου! Και απέμεινε κατηφής, ως ει εμέτρει έναν-έναν τους κόμβους, τους οποίους τόσον φιλαργύρως, ως να ήσαν αδάμαντες, παρείχεν εις τον διψώντα του Βασίλη η βρύσις. Ουχ ήττον παρεμέρισε μετά προσοχής τα νερόχορτα, ανεκάλυψε καθαρόν κατασταλαγμένον ύδωρ, λιμνάζον, και με το κοίλον της χειρός της έβρεξε το ξηρόν της στόμα. Τότε και η γρηά Αχτίτσα, μικρόν ξεκουρασθείσα, εξήγαγεν από το καλαθάκι της ξηρόν παξιμαδάκι, το έβρεξεν ολίγον, και ήρχισε να ροκανίζη ξηρά-ξηρά, ως ποντικός, εκεί εντός των βάτων και των κισσών.

— Παραλοΐζει ο άνθρωπος ολ-ημέρα μονάχος του! Υπέλαβεν η Φουλίτσα. Και ιδούσα την Αχτίτσαν, ακόμη ασθμαίνουσαν, παρετήρησεν:

— Εσύ κατασκοτόνεσαι, χριστιανή μ'! Γιατί δεν παίρνεις και το κορίτσι;

— Μπορεί κ' εκείνο, θαρρείς; Η εληές, βλέπεις, είνε μεγάλο βάσανο. Μια- μια να της μαζώξης, να μη αφίσης καμμιά. Διαμάντια νάνε, και πάλι θ' αφήσης κανένα.

 — Γι' αυτό ίσα-ίσα, να παίρνης, αδελφή μ, και το κορίτσι. Για συντροφιά
μπάρεμ!

 — Κάθεται, θαρρείς κ' εκείνο; Όλη-μέρα παλεύει για να ξυφάνη κείνα δα
τα δίμιτα.

— Αλήθεια; υπέλαβεν η Φουλίτσα πάλιν. Έμαθα πως το πάντρεψες!

— Ποιος σου τώπε; Ηπόρησεν η Αχτίτσα.

— Να, πήρες, λέει, τον μπάρμπα-Θανάση, τον χήρο.

 — Κάλλιο άντρα μ' ένα μάτι, παρά άντρα με παιδί. Το ξέρεις αυτό, γρηά
Φουλίτσα;

 — Ουφ! κύτταξε! υπεκρίθη η πολυπράγμων Φουλίτσα, άλλο ήθελα να πω, και
άλλο είπα. Νά, λέει, παίρνεις τον κυρ-Δμάκη, τον δεκατιστή.

— Να σ' πω, Φουλίτσα, απήντησε μετά τινος αορίστου υπερηφανείας η Αχτίτσα, ανύποπτος. Να πούμε και την μαύρ' αλήθεια. Το Ματώ μ' είναι ώμορφο. Πολλοί μου το γυρεύουν. Το ξέρει όλος ο κόσμος, θαρρώ. Τον κυρ- Δμάκη τον γνωρίζω τώρα χρόνια και ζαμάνια. Να πούμε, τάχατες — η Φουλίτσα ροδοκόκκινη και ολοστρόγγυλη, έτεινε τον λαιμόν ως γέρων κύκνος — είπε μαθές, να δέσουμε παντρειές.

— Ο κυρ-Δμάκης; Ηρώτησεν η Φουλίτσα περίεργος.

— Ναι, μαθές! Ο κυρ-Δμάκης!

— Καλός, πολύ καλός ο κυρ-Δμάκης. Σμαδγιακός ο δεκατστής. Πολύ καλός. Πώς, μαθές; Να πούμε και την αλήθεια. Επανελάμβανε ξηροκαταπίνουσα η Φουλίτσα. Ας μ' πήρε πέρσι μισή οκά παραπάν' 'ς το δέκατο, και πρόπερσι άλλη μια οκά και αντιπρόπερσι τρεις οκάδες. Ας μ' πήρε. Δε πειράζει. Ο Θεός πάλι μου τώδωσε φέτος με το παραπάνω. Δόξα νάχη ο Μεγαλοδύναμος.

Και συνεμαζεύθη πάλιν η Φουλίτσα, ως γέρων κύκνος εντός του στήθους της και απέμεινεν ως απαισία γλαυξ πάλιν. Ήτο εκ φθόνου; Ποιος ξεύρει;

— 'Στον φούρνο, απ' λες, τα λέγανε. Μα δεν πίστεψα, γι' αυτό έτρεχα να σε προφθάσω 'ς τον δρόμο.

Eπανέλαβεν η Φουλίτσα και είτα πάλιν ηρώτησε·

— Δέσατε παντρειές;

— Τώρα τα Χριστούγεννα. 'Σάν πάρ' τα δέκατα, λέει, ο κυρ-Δμάκης. Τώρα δεν αδειάζει, λέει.

— Ξέρς τίποτα; διέκοψεν η Φουλίτσα μετά τινος φανεράς χαιρεκακίας. Φέτος, λένε, θα του τα πάρουν τα δέκατα· θα τα πάρη, λέει, ο καπετάν- Παρμάκης. Θα τον χτυπήσ' καλά και καλά, λέει.

— Δε φοβάται απ' αυτά ο κυρ-Δμάκης. Απήντησε μετά γαλήνης η Αχτίτσα. Κείνος τα παίρνει τώρα άμε γύρευε χρόνια· το λογαριάζει το μαξούλι ως την οκά, και δεν γελιέται.

— Δε σ' λέω. Σωστό. Μώφαγε, αλήθεια, μισή οκά πέρσι και μια οκά πρόπερσι και τρεις οκάδες αντιπρόπερσι. Μα χαλάλι του. Ας είνε καλά. Εμένα μου τώδωσε πάλι ο Μεγαλοδύναμος.

— Κι' άλλες φορές βγήκανε να τον χτυπήσουν, απ' λες, να του τα πάρουν. Μα πάντοτες ο κυρ-Δμάκης και ο κυρ-Δμάκης. Είνε τεχνίτης, Φουλίτσα μ', είνε τεχνίτης. Είνε να πούμε καλός εχτιμητής. Πρόπερσι ήρθαν κάτι Σκοπελίτες να τον βαρέσουν, μα σαν άκουσαν της χιλιάδες, νά, τους πήγε! Φεύγουν κ' ακόμα φεύγουν.

— Ξέρω κ' εγώ, παιδί μ'; Προχθές περνούσα από του Γιωργή της Θασίτσας κ' άκουσα που λέγανε, θα τα πάρη φέτος τα δέκατα ο καπετάν-Παρμάκης. Πούλησε, λέει, ξαργού τη σκούνα τ' για να βαρέση τον κυρ-Δμάκη. Τι θα πη, λέει, ο κυρ-Δμάκης και ο κυρ-Δμάκης; Και τι είνε, λέει, ο κυρ- Δμάκης; Και μας έγεινε άρχοντας ο κυρ-Δμάκης; Ένας ξένος, ένας προμυριώτης; Που γδύνει της χήρες, που τρώει της χήρες!

— Αυτά λέγανε, παιδί μου. Επανέλαβε μετά τινα σιωπήν η Φουλίτσα.

— Δε βγαίνει τίποτα από λόγια. Υπέλαβεν η Αχτίτσα.

— Μακάρι να τα πάρη, παιδί μου, για να τον πάρης να 'συχάσης και συ, γιατί να πούμε την αλήθεια, βάσανο είνε τα κορίτσια. Και ύστερα θα πας, λέει, 'ς τον Γέροντα να καλογερέψης;

— Ο Θεός ξέρει! Απήντησεν η Αχτίτσα.

Και θέσασα κλαδίσκους μύρτου εις τον ώμον της, ίνα μη ρυπαίνηται από του αποστάζοντος βορβορώδους ελαίου, εφορτώθη πάλιν το μικρόν σακκίον της, γλοιώδες και ρυπαρόν, διαπεράσασα εις την χείρα της και κομψόν καλαθίσκον, εν ώ είχε χαμάδας τινας, θρούμβες, τη εντολή της κόρης της, τας οποίας είχε καλύψει με ωραίας δροσεράς ανεμώνας, τας οποίας εύρεν υπό τας ελαίας. Επήρε και η Φουλίτσα το ιδικόν της σακκίον, επέρασεν εις το χέρι της και το καλαθάκι και κατέβαινε, σπεύδουσα, το σκιερόν ρεύμα, μαύρον από τους θάμνους των πρίνων και σχοίνων.

Όπισθέν των, εις τα βάτα και βρύα της ξηροκρήνης, ηκούσθη συρμός και πατήματα βιαστικά και βαρέα και θρους προστριβομένων ξηρών φύλλων. Αγωγιάτης ήρχετο, μεταφέρων εις τα χωρίον δύο φορτία ελαιών επί δύο ζωηρών ημιόνων, οίτινες σπεύδοντες, ως να εννόησαν ότι ενύκτωσεν, ελάκτιζον διά των οπισθίων ποδών τας ξηράς εν τη οδώ κλάρας, ταράσσοντες τα μικρά πτηνά, τα οποία εισέδυον πλέον εις τας κατοικίας των. Και μόλις επρόφθανεν αυτούς ο νεαρός αγωγιάτης, ως αίγαγρος αναπηδών με τα ελαφρά τσαρούχια του και βροντών εις τον αέρα λεπτόν αγριελαίας λούρον, όπως αναγγέλλη εις τους ημιόνους την παρουσίαν του.

— Άιντε, κορίτσια, και σας πήρε η νύχτα, και θα σας κλέψη κανένας εδώ 'ς τα ρέματα. Εχαιρέτισε, προσπαίζων με τας δύο γραίας.

Μετ' ολίγον εισήλθον πλέον αύται εις την μεγάλην οδόν, ήτις ήτο πλήρης ζωής και θορύβου, ως πολυανθρώπου πόλεως οδός. Εκ των ελαιώνων επανήρχετο εις το χωρίον κόσμος πολύμορφος και πολύθρους, με άσματα και με γέλωτας, ο κόσμος των εργατίδων και λοιπών γυναικών, αίτινες τόσους τρόπους έχουσιν, ώστε να λησμονώσι τον κάματον της ημέρας, ην διήλθον όλην, κύπτουσαι υπό τα κατάκαρπα δένδρα. Η Φουλίτσα, καιομένη υπό της επιθυμίας ν' ανακοινώση τα νέα της, ακούσασα τας φωνάς και τους γέλωτας, έσπευδε να συναναμιχθή ταχύτερο προς τον φαιδρόν κόσμον.

— Σταθήτε, σταθήτε να σας πω, σταθήτε να σας πω! Εκραύγαζεν η ακριτόμυθος γραία.

Συντροφιές-συντροφιές εβάδιζον εν τη μεγάλη οδώ. Νεάνιδες και ύπανδροι, χήραι και γραίαι και μικρά παιδία. Άλλαι φορτωμέναι σάκκους, υπερηφάνως υψηλούς — αι φαιδρότεραι και πλέον ανοικτόκαρδαι — άλλαι σακκία, πεπιεσμένα προς τα κάτω — αι σιωπηλότεραι και μάλλον εργατικαί — άλλαι κόφφας ακανθωτάς, καταπονούσας τους ώμους — αι καταβασανισμέναι χήραι — και άλλαι πάλιν μικρούς καλάθους εις την χείρα, πλήρεις λαχάνων και μυκήτων — αι φιλόζωοι γραίαι — και συνανεμίγνυντο μετ' αυτών, διακόπτοντα τα βήματά των, παιδία φαιδρά, κορασίδες, βαστάζουσαι κλάδους μύρτων με τα μαύρα και υαλιστερά ως οφθαλμούς όφεως μούρτα, τον μαύρον γυαλιστερόν καρπόν της μύρτου, και κλάδους αγροτικής κομάρου με τα κατακόκκινα κούμαρα, και νεανίσκοι κρατούντες από του ποδός μαύρον κόσσυφον, τινάσσοντα τα ελαφρά πτερά του, να πετάξη εις τον εγγύς δρυμόν. Και εν μέσω των συνοδιών πάλιν ζώα και ημίονοι και όνοι και ίπποι αναμίξ, φορτωμένα ελαιοκαρπόν με τους σάκκους, αποστάζοντας εκ της συνθλίψεως. Και πανταχού καθ' όλην την γραμμήν βοή και γέλωτες και άσματα, και υλακαί κυνών, και βληχήματα αμνάδος ακολουθούσης, και κωδωνισμοί αιγιδίου πηδώντος, και φθογγή ποιμενικής λύρας κρουομένης. Εθάρρει κανείς ότι εθεώρει, ουχί κατάπονον εργατικόν κόσμον, επανερχόμενον εκ του ημερησίου καμάτου, άλλα πομπήν αρχαίας πανηγύρεως εν όλη αυτής τη απλοϊκή τάξει και φαιδρότητι, κανηφόρους και καρυάτιδας με τας πλαστικάς εκείνας γραμμάς των ανατεινομένων βραχιόνων. Τόσην χάριτος αίγλην προσέδιδεν εις το αχθεινόν έργον η εύχαρις και απράγμων αυτών ψυχή! Όταν έφθασαν εις τον πεύκον του Ματαρώνα, ανέτειλε και η σελήνη εκ του βουνού, μεγάλη, στρογγύλη, πανσέληνος, ως πρόσωπον νεράιδας νυκτερινής.

Κ' εφωτίσθη μετ' ολίγον πραέως και μελιχρώς η οδός, ο κάμπος του ελαιώνος πέραν, και κάτω εις την άκραν η πολίχνη, λευκή-λευκή, ως σωρός λευκολίθου. Και τότε περισσότερον εφαιδρύνθησαν αι συντροφίαι, αι συναντηθείσαι όλαι ομού, και ανύψωσαν τας φωνάς των και περισσότερον εποίκιλαν τα άσματά των.

Επτά-οκτώ παιδία τότε, φέροντα επ' ώμων κλάδους ελαίας, διά τα οικόσιτα αρνία των, συνεπλήρωσαν αρμονικώτατα την τρυφεράν της ειρηνικής πομπής εικόνα, άδοντα εν χορώ το προσόδιον:

Φεγγαράκι μου λαμπρό, φέξε μου να περπατώ, να πηγαίνω 'ς της εληές, να γυρίζω απ' της εληές . . .

— Σταθήτε να σας πω, σταθήτε, κορίτσια! Ηκούσθη πάλιν η γραία Φουλίτσα.

Αίφνης αι όπισθεν ήρχισαν να κάμουν τόπον, υποχωρούσαι. Εις την πυκνήν συντροφίαν εισήλθεν ονάριον ζωηρόν, φέρον επί καινουργούς σάγματος άνθρωπον έως τεσσαρακοντούτη, με πρόσωπον ιλαρόν αμνάδος και με οξείς οφθαλμούς πτηνού, λάμποντας εις το σεληναίον φως υπό τας μαύρας δασείας οφρύς. Οι πόδες του, ανασυρομένου του βρακίου κατήρχοντο ξηροί ως δύο κλώνοι ελαίας, με τας λευκάς μαλλίνους περικνημίδας και τα υποδήματα τα γεμενιά, εξ απλού εγχωρίου δέρματος, τα λεγόμενα άλλως τομαρίσια. Καποτάκι κοντό με κουκούλαν εκάλυπτε την κεφαλήν του και τους ώμους. Με την μίαν χείρα εκράτει τα αλυσιδωτά ηνία και με την άλλην εκέντα, επί της σπονδυλικής στήλης, το ταχύ ζώον, όπερ χορεύον εισήλθεν ήδη εις την μακράν γραμμήν των γυναικών, αίτινες κατά σειράν παραμερίσασαι, άφησαν το ονάριον να διέλθη, με χαρίεντας ελιγμούς των νώτων, επισείον την ουράν του, χαιρετίζον με τα ώτα του, εν ώ ο επ' αυτού καθήμενος εμονολόγει μεγαλοφώνως:

— Τίποτε φέτος! Άκαιρο το μαξούλι φέτος. Κρίμα 'ς τους κόπους μας!

 — Ο δεκατστής! Ο δεκατστής! Εκραύγασαν τότε αι πρώται γυναίκες,
αναγνωρίσασαι αυτόν.

 — Είδες ο παμπόνηρος; Ηκούσθη κατόπιν άλλη φωνή. Λέει έτσι δα, για να
μη βγουν άλλοι και τον χτυπήσουν 'ς τα δέκατα, ως να τα πάρη. Ακούς τον!

— Ε, κυρ-Δμάκη! Εκραύγασε τότε και η γραία Φουλίτσα, αφήσασα πολύ οπίσω την συνοδοιπόρον της. Θα 'ς τα πάρουν φέτος τα δέκατα. Χαιρετίσματα, κυρ-Δμάκη! Μου χρωστάς και μισή οκά από πέρσι, που μου πήρες παραπάνω.

— Και μένα μια οκά! προσέθηκεν άλλη φωνή.

— Και μένα τρακόσια δράμια!

— Και μένα τρεις οκάδες!

— Και μένα εκατό δράμια! Υπέλαβον συγχρόνως πολλαί γυναίκες.

Αλλά το ονάριον ως να επλήγη οδυνηρώς υπό των γυναικείων εκείνων φωνών καταπτοηθέν έλαβε ταχέως την κατωφέρειαν, και τρικλίζον έγεινεν άφαντον εις τον κάμπον.

— Το πήρε το Ματώ, κορίτσια, το παίρνει ο κυρ-Δμάκης, ανεκραύγαζεν η γραία Φουλίτσα, δυσκόλως αναπνέουσα από τον βιαστικόν δρόμον:

— Θα δέσουν παντρειές τα Χριστούγεννα, μου το είπεν η μάννα της!

Και μετ' ολίγον εν τη σιγή της νυκτός, υπό το παμφαές φέγγος της πανσελήνου του Δεκεμβρίου ηκούετο φαιδρόν άσμα πτερυγίζον εδώ κ' εκεί ως να προσέπαιζεν εντός της ομίχλης των ελαιοδένδρων. Όλαι ηκροώντο.

_Δίψασ' η Πανίτσα και πάει να πιη νερό, κ' η μάννα τς δεν το ξέρει, πως έκαμε γαμπρό.

Νύσταξ' η Πανίτσα και πάει να κοιμηθή κι' η μάννα τς δεν το ξέρει, πως θα στεφανωθή.

Τα νυκτερινά τρυζωνάκια, τρυπωμένα υπό τους θάμνους του ευώδους δριγάνου, συνώδευον αυτό γλυκύτατα διά των τρυγμάτων αυτών, ως μονοχόρδου κιθάρας φθόγγων, φθόγγων της νυκτός και των ερήμων αγρών.

— Είδατε! Δε σας τα είπα εγώ; Ηκούσθη τότε η φωνή της Φουλίτσας, ήτις έσπευδεν ν' ανακοινώση εις όλας τα νέα, τα οποία ως ψύλλοι την ηνώχλουν τόσην ώραν. Και προσέθηκεν:

— Νά ο κυρ-Δμάκης το παίρνει το κορίτσι της Αχτίτσας. Τον ακούτε πώς τραγδάει; Θα δέσουν της παντρειές, μεθαύριο, τα Χριστούγεννα! Σαν πάρη, λέει, τα δέκατα, τώρα δεν αδειάζει.

— Και σαν δεν τα πάρη; Ηκούσθη φωνή ως από τους κρυφούς της νυκτός κόλπους, βραχνή, πένθιμος.

***

Πρωί-πρωί. Χαράματα. Λέμβος υπόσαθρος, αλιάς πολλάκις εμβαλωθείσα, ονάριον θαλασσινόν με θραυσμένην την σπονδυλικήν στήλην, προσήγγισε με τα κουπάκια εις την αποβάθραν της νήσου. Όπισθέν της, δέσμιος μέγας ιχθύς, ορφώς καστανόχρους ανετάρασσε τα ύδατα διά των ισχυρών πτερυγίων του και της πλατείας ουράς. Ο λιμενοφύλαξ, ως φάσμα εξελθών από του νέφους του εγγύς καφενείου, έλαβε τα χαρτιά από τον γέροντα αλιέα, και μετ' ολίγον ένας όγκος μέγας και μαύρος, ως καθεύδουσα προβατίνα, σκεπασμένη εντός της κοιλίας της αλιάδος υπό βαρείαν θεσσαλικήν χλαίναν, εξεδιπλώθη, μακρός, υψηλός, κ' εφάνη εν τη αποβάθρα ξένος τις, ανδρικής ηλικίας, φέρων επ' ώμων την χλαίναν και κρατών εις χείρας δισάκκιον ελαφρόν. Το πρόσωπόν του μόνον ωμοίαζε πλέον προς αμνάδος πρόσωπον, επίμηκες και παχύ ως φουσκωμένον. Πλην υπό τας πυκνάς και μεγάλας οφρύς έλαμπον δύο λυγκέως οφθαλμοί, οξύτατοι, υαλιστεροί. Ο λιμενοφύλαξ κυττάζων περιέργως τον ξένον, ηθέλησε διά νεύματος να μάθη παρά του αλιέως τις ήτο:

— Από το Προμύρι!

Ο γέρω-Σταυρής, ανοίγων πρωί-πρωί το καφενείον του, κάτω εκεί εις την σκάλαν, διά κάθε ενδεχόμενον, ίστατο επί της θύρας, εισπνέων θορυβωδώς, ως άνθρωπος αιωνίως κρυωμένος, θέλων να περιποιηθή τον ξένον. Αλλ' εκείνος, χωρίς ν' ατενίση καν προς το καφενείον, με το προβάτειον πρόσωπον και τους αποκρύφους οφθαλμούς του, φέρων την βαρείαν χλαίνα και βαστάζων το ελαφρόν δισάκκιον, εισήλθεν εις την πρώτην στενωπόν, ως άνθρωπος γνωρίζων το χωρίον. Ο γέρω-Σταυρής, θεωρήσας προσβεβλημένον και εαυτόν και τον καφέν του, εισέπνευσε θορυβωδώς και είπε:

— Κάνας καλός!

***

Πλην δεν είχε δίκαιον ο γέρω-Σταυρής να νομίζη, ότι καλοί ήσαν μόνον οι πίνοντες τον καφέν του. Ο κυρ-Δημάκης, ο προμυριώτης, ήτο πολύ καλός, κ' έγεινεν ακόμη πολύ καλλίτερος. Αναμιγνυόμενος όμως επί έτη εις την ενοικίασιν των ελαιοδεκάτων εν τω Πηλίω, είχεν υποστή εσχάτως πολλάς ζημίας, ανεξαρτήτως της θελήσεώς του.

— Τώθελα κ' εγώ; έλεγε. Και ως αναπτύσσων και επεξηγών την ιδέαν του, επανελάμβανε.

— Βλέπεις την εληά, γεμάτη. Να σπάση. Ένα σκουλίκι όμως άξαφνα, σου χαλά τα σχέδια. Μια νεροποντή. Ένας κατακλυσμός. Ένα σπάσιμο . . . Κάμε με Θεό, λέει ο λόγος, να σε κάμω πλούσιο.

Τέλος, καθυστερών ικανάς δόσεις των ενοικιάσεων, εκινδύνευε να συλληφθή υπό της τουρκικής εξουσίας, — Το Πήλιον ήτο υπό την Τουρκίαν ακόμη. — Τι να κάμη; Να δραπετεύση εις την αλλοδαπήν.

Μια νύχτα λοιπόν αμέσως, ναυλόνει ένα ψαροκάικο και ιδού πρωί-πρωί εις το εξωτερικόν ο κυρ-Δημάκης, με μίαν κάπαν κ' ένα δισάκκι μόνον, εις το ελληνικόν έδαφος, τα οποίον αφού προστατεύη τόσους και τόσους, δεν ηδύνατο ν' αρνηθή την προστασίαν του και εις τον κυρ-Δημάκην, ο οποίος εχρεώστει ενοίκια χωρίς να το θέλη. Αυτό ήτο το μόνον έγκλημά του. Αλλά σήμερον είνε τόσον κοινόν τούτο, μάλιστα εις το ελληνικόν κράτος, ώστε δεν ήτο δυνατόν να επισκιάση τα προτερήματα του φυγάδος προμυριώτου. Πράγματι ο κυρ-Δημάκης ήτο δραστήριος και ικανώτατος άνθρωπος. Διεχειρίσθη τόσα χρήματα — όχι, λάδια, θέλομεν να είπωμεν. — Πέρασαν από τα χέρια του λάδια και λάδια, φορτία ολόκληρα, τα οποία εφόρτωνεν εις την Αγριάν διά τα Δαρδανέλλια. Είχε καταλαδωθή ολόκληρος από κεφαλής μέχρι ποδών. Διά τούτο αι φουσκωμέναι παρειαί του εγυάλιζαν πάντοτε, ο μύσταξ του ήτο στιλπνότατος ως από μύρων, και όταν αφήρει εν τω ναώ τον προσφιλή γιωργούλην του, το κωνικόν πλεκτόν κάλυμμα, η κόμη του μαύρη- μαύρη απήστραπτεν εκ της στιλπνότητος, ως πτέρωμα μαύρου πτηνού. Εις όλας τας υποθέσεις του, τας τε κοινάς και ιδιωτικάς, συνήθισε να βγαίνη πάντοτε λάδι. Εις τας δοσοληψίας του, εις τας οφειλάς του, εις τας ενοικιάσεις του τέλος, έβγαινε πάντοτε λάδι. Πάντοτε 'ς τον αφρό. Αφού πάντοτε είχε να κάμη με λάδια; Μόνον εφάπαξ εκινδύνευσε να βυθισθή εις τον πυθμένα — της οθωμανικής ειρκτής του Βόλου — αλλά και πάλιν κατώρθωσε να βγη λάδι.

Διά τούτο τον είδομεν πρωί-πρωί να φθάση διά της αλιάδος εις την νήσον μας απαράλλακτος ο κυρ-Δημάκης του Προμυρίου, στιλπνός, λαδωμένος. Ως τοιούτος, ευπροσήγορος, και ευφυής, και πολυπράγμων, εγνωρίσθη ευκόλως μετά των νησιωτών, οίτινες ταχέως εξετίμησαν τον λιπαρόν χαρακτήρα του. Μόνον ο δημογραμματεύς, νεανίας τετραπέρατος, γεννηθείς, ως λέγεται, με την πένναν εις το χέρι, υπενόησε κάτι τι έκτακτον εις την άτακτον εκείνην φυγήν του κυρ-Δημάκη και ως προσπαίζων προς αυτόν είπε ποτε εν τη αγορά:

— Μια λαδιά — μια χαρά — τα κατάφερες, κυρ-Δμάκη!

Αλλ' ο κυρ-Δημάκης κατανοήσας το πνεύμα της παρατηρήσεως αυτής, απήντησε προχείρως:

— Κάμε με Θεό, να σε κάμω πλούσιο! Τι να σε κάμω, παιδί μου;

Και διακόψας ηρώτησε χαριέντως:

— Τώνομά σου, παιδί μου;

— Θανάσης!

— Να ζήσης, γυιε μ'! Λοιπόν, κυρ-Θανασάκη μου, να τα βάλω με τον Θεό; Εγώ θάβγαινα —

— Λάδι — συνεπλήρωσεν ο νεαρός δημογραμματεύς.

Αλλ' ο κυρ-Δημάκης, χωρίς να προσέξη εις το πείραγμα, εξηκολούθησεν ατάραχος:

— Εγώ θάβγαινα με τρεις χιλιάδας κέρδος, παιδί μ', Θανασάκη μου. Μα τι να σου κάμω, γυιε μου; Ένα κακό, ένας κατακλυσμός! Επήρε το μαξούλι και πάει 'ς το καλό!

— Γλύτωσες εσύ, μπάριμ! Συνεπέρανεν ο νεανίας.

Εν τούτοις πλην του δημογραμματέως όστις επεφυλάσσετο, οι πλείστοι εξετίμησαν δεόντως το επιχειρηματικόν πνεύμα του φυγάδος. Ο κυρ-Δημάκης ήτο γνωστός εις πολλούς των κατοίκων εξ ακοής κ' εκ φήμης· είχε δε επισκεφθή άλλοτε προ χρόνων πολλάκις την νήσον, εις ην είχε και συγγενείς· αλλά σήμερον δεν τον ανεγνώρισαν αμέσως. Διότι αυτός ο κυρ- Δημάκης κατ' αρχάς απέφευγεν ίσως εκ φόβου μη τον παραδώσωσιν αι αρχαί εις την γείτονα εξουσίαν. Διά τούτο περιωρίσθη εν τη οικία απωτέρας τινός συγγενούς του, της γραίας Αχτίτσας, προς ην μετέβη άμα ελθών εις την νήσον.

— Θα με έχετε τώρα εδώ. Είπε προς την γραίαν ο κυρ-Δημάκης, χαιρετίζων αυτήν, και την νεαράν κόρην της, την ωραίαν Ματώ, στρογγύλην κ' ευτραφή μοναχοθυγατέρα, είκοσιν ετών, με μίαν ελήτσαν χαριτωμένην εις την αριστεράν παρειάν.

— Μακάρι! Ηυχήθη η γραία μετά χαράς. Και περιορισθείσα, αυτή και η κόρη της εις το σκοτεινόν και αραχνιασμένον κατώγειον, παρεχώρησαν το επάνω πάτωμα εις τον κυρ-Δημάκην, ον εθεώρουν πλουσιώτατον. Πλην εις μάτην ολοκλήρους νύκτας εξενύκτισαν μήτηρ και κόρη, παραφυλάττουσαι ν' ακούσουν τον μεθυστικόν του χρυσίου ήχον. Ο κυρ-Δημάκης ήτο προφυλακτικώτατος. Εψώνιζε λιτά τινα προσφαγία, τα οποία εκόμιζεν εις την γραίαν μετά πολλής φειδούς. Και όταν ποτε εβιάσθη αύτη να ζητήση παρ' αυτού νόμισμά τι προς αγοράν νωπών ιχθύων, ο κυρ-Δημάκης εξαγαγών γλοιώδη τινα και καταλαδωμένην σακκούλαν, μόλις και μετά βίας κατώρθωσε ν' ανακαλύψη εν αυτή μίαν οθωμανικήν εικοσάραν. Μορφασμός απελπιστικός εσχηματίσθη εις τα χείλη της γραίας Αχτίτσας. Και η μαύρη εληά της κόρης της εδιπλασιάσθη εκ της αποκαλυφθείσης πενίας του συγγενούς των.

Ούτω λοιπόν έζη άγνωστος. Πρώτος δε πάντων, μετά μήνα ολόκληρον, ανεγνώρισεν αυτόν ο γέρων παντοπώλης, ο κυρ-Βαρσαμός, πολλάκις ταξειδεύσας εις την απέναντι θεσσαλικήν χώραν του Πηλίου, ίνα προμηθευθή πατάτες και σεσηπότα κάστανα, άτινα επώλει εις τα λαίμαργα παιδία, μια πεντάρα τρία.

— Και να βρίσκωνται! Παρετήρει επιβάλλων σιωπήν εις τα παράπονά των.

— Ορίστε κυρ-Δμάκη! τω λέγει ημέραν τινά ο κυρ-Βαρσαμός, ροφών δύο συγχρόνως πρέζας ταμβάκου:

— Καλώς ώρισες, αδελφέ μου! Πότε με το καλό;

Ο κυρ-Δημάκης θα επροτίμα ν' αποφύγη αυτάς τας περιποιήσεις και κολακείας. Αλλ' ήτο αδύνατον να κρυβή πλέον. Τω εξωμολογήθη λοιπόν τα πάντα.

— Αυτά είνε μονάχα; Παρετήρησεν ο κυρ-Βαρσαμός, ροφών άλλας δύο πρέζας. Και τείνων προς τον αρχαίον φίλον του την ταμβακέραν:

— Πάρε, αδελφέ μου, πάρε!

Μήνα ολόκληρον τότε ο κυρ-Δημάκης ειργάζετο εις τακτοποίησιν των λογαριασμών του κυρ-Βαρσαμού.

— Ο Θεός σ' έστειλεν, αδελφέ μου! Δεν εύρισκα άκρη. Αλλ' ο κυρ-Δημάκης εύρε τέλος άκρη και τον έβγαλε λάδι τον φίλον του, όστις εκινδύνευε να κηρυχθή εις πτώχευσιν.

Κατήντησε μετά ταύτα αυτός ο δήμαρχος να καταφύγη εις την εμπειρίαν του φυγάδος, ότε ηθέλησε να καταστρώση τους απολογισμούς τριών ετών, καταναγκαζόμενος υπό του νομάρχου.

— Δυο στο λάδι, μια στο ξύδι, τρεις στο λαδόξυδο! Εφώνησεν ο κυρ- Δημάκης, περατώσας τους απολογισμούς του δημάρχου.

— Αυτό δεν το ήξευρα! Εθαύμαζεν ο δημογραμματεύς; αρχίζων να εκτιμά την αξίαν του φυγάδος! Αν ερωτάτε περί του εισπράκτορος; Μετ' αυτού συχνά εξεφάντωνε. Ταύτα όμως διά τον κυρ-Δημάκην δεν ήσαν δουλειά. Ο κυρ- Δημάκης, περιελθών τον εκτεταμένον ελαιώνα της νήσου, ωσφράνθη εκεί μέσα το παρελθόν αυτού το πλούσιον, το αναπαυτικόν, το επικερδές και δεν ηδύνατο έκτοτε να ησυχάση.

— Θ' αγοράσ' εληώνιδες! Εψιθύριζαν προς αλλήλας αι γραίαι, βλέπουσαι αυτόν ανερευνώντα τους ελαιώνας. Αφ' ότου έφυγε νύκτα από την πατρίδα του, τω εφαίνετο ότι ήτο εκτός του στοιχείου του, ψάρι έξω από το νερό.

— Γέρω-Βαρσαμέ, λέγει ημέραν τινά προς τον φίλον του παντοπώλην. Ξέρεις καμμιά δουλειά π' να γίνεται χωρίς κεφάλαια:

Ο γέρω-Βαρσαμός εσκέπτετο, κτυπών διά του λιχανού την ταμβακέραν του.

— Εγώ να σ' πω, εγώ να σ' πω. Εξηκολούθησεν ο κυρ-Δημάκης. Και πλησιάσας εις το ους, τω λέγει κρυφίως, ως να μη ήθελε να τον ακούση κανείς τάχα:

— Να πάρουμε τα δέκατα!

— Μα ξέρω 'γώ, μα είνε κίνδυνος, μα να ιδούμεν! Εψέλλιζεν ο κυρ- Βαρσαμός, όστις, επειδή ο κυρ-Δημάκης επέμεινε, λέγει τότε:

— Ξέρεις τίποτα; Εδώ έχουμε και φυλακές!

— Μη σε μέλει από τέτοια, γέρω Βαρσαμέ. Και μετά σιωπήν, παρατηρών αυτόν κατά πρόσωπον, κράζει:

— Κύτταξέ με καλά!

Ο κυρ-Βαρσαμός τον έβλεπε σιωπηλός, ως να ήθελε να τον ζωγραφίση.

— Καλά, καλά! φωνάζει ο γέρω-Δημάκης. Μέσα 'ς τα φρύδια!

— Ο κυρ-Βαρσαμός τότε, αντικρύσας το οξύ βλέμμα του θεσσαλού φυγάδος, κεκρυμμένον υπό τας πυκνάς οφρύς, δεν αντέσχε και κατεβίβασε τους οφθαλμούς.

— Ε, μη σε μέλει. Μια υπογραφή σου μόνον, και θάχης κέρδη όσα θέλης.

Μετά δύο-τρεις επισκέψεις εις τους ελαιώνας, ο κυρ-Δημάκης υπελόγιζεν ακριβώς το ποσόν της συγκομιδής. Διά τούτο και εις το Πήλιον πάντοτε ουδείς ηδύνατο να κτυπήση αυτόν εις τας δημοπρασίας. Απερίγραπτος λοιπόν ήτο η χαρά του κυρ-Βαρσαμού, όταν μετά την συγκομιδήν της πρώτης ενοικιάσεως ελάμβανε παρά του κυρ-Δημάκη πεντακοσίας δραχμάς, δώρον διά την υπογραφήν, ην είχε χορηγήση ως εγγύησιν εις τον τολμηρόν φίλον του, εις ον είχον κατακυρωθή τα δέκατα. Τούτο επανελήφθη τρις επί τρία συνεχή έτη. Με μεγάλην έκπληξίν των τότε οι άνθρωποι είδαν τον κυρ-Βαρσαμόν να επανέρχεται από την Σύρον με φορτίον εμπορευμάτων, κάσσες και κασσέλες και αντί γεωμήλων να έχη πλέον καφέδες, και αντί καστάνων και λεμονίων, μοσχοκάρυα και χαλβάδες εις το μικρόν μαγαζείον του. Αλλά το τέταρτον έτος ο κυρ-Βαρσαμός, συνηθίσας να εργάζεται και κερδίζη άνευ κεφαλαίων, εζήτησεν επιμόνως να προσληφθή παρά του κυρ-Δημάκη ως σύντροφος.

— Καλή δουλειά! έλεγε προς αυτόν, ροφών δύο πρέζας.

— Τόσον καλή, απήντησεν ο κυρ-Δημάκης, λαμβάνων και αυτός μίαν πρέζαν, ώστε δεν έχω ανάγκη πλέον της υπογραφής σου. Και απέκρυψεν υπό τας δασείας οφρύς του το οξύ βλέμμα του, παρουσιάσας ενώπιον του κερδαλεόφρονος παντοπώλου έν πρόσωπον προβατίνας μόνον, πλαδαρόν, στιλπνόν και άκακον. Ο κυρ-Βαρσαμός απέμεινε με την δευτέραν πρέζαν εις χείρας απολιθωθείς. Ο Θεσσαλός φυγάς είχεν αποκτήσει κεφάλαια πλέον.

***

Τα έτη εκείνα εγίνετο τακτικώς η ελαιοφορία, πλουσιωτάτη κατά διετίαν. Περί τον Μαίον, ότε αι ελαίαι, ανθίζουσαι, απλούνται κατάλευκοι εις την πεδιάδα, ως χιονισμέναι, ονάριον παχύ και ζωηρόν, στακτόχρουν, με δύο μαυράδια άνω των οφθαλμών, ως τις ιερός Άπις, περιήρχετο χοροπηδούν εκ της χαράς από ελαιώνος εις ελαιώνα, φέρον επί του μαλακού σάγματός του άνθρωπον, εύμορφα εξυρισμένον, με πλαδαρόν και επίμηκες αμνάδος πρόσωπον, λειότατον ως φουσκωμένον, με δύο οξυτάτους λυγκέως οφθαλμούς υπό τα μαύρον των οφρύων δάσος, καλύπτοντα την κεφαλήν με της πατρίδος του τον καστανόχρουν γεωργούλην και τα νώτα με βαρείαν θεσσαλικήν χλαίναν, εν ώ οι πόδες του με τας λευκάς μαλλίνας περικνημίδας εκρέμαντο ακίνητοι με τα μαύρα γεμενιά ως δύο ξηρά ξύλα, ανασυρομένου μέχρι γονάκων του βρακίου.

Ήτο ο δεκατιστής.

Ούτως επωνόμαζον πλέον οι νησιώται τον κυρ-Δημάκην, συνηθίσαντες τόσον εις την παρουσίαν του, ώστε αν ηφανίζετο καμμίαν ημέραν, εφρόνουν ότι θα ηφανίζετο μετ' αυτού και η ευφορία των ελαιών. Αυτάς πρώτος, και προ της ανθίσεως ακόμη, ότε μόλις εσχηματίζετο ο κάλυξ τον Απρίλιον, έφερεν εις το χωρίον την είδησιν:

— Δείξανε η εληές!

Αυτός πρώτος πάλιν ανέπνεε τα πρώτα αρώματα του λευκού αστερίνου άνθους, ανοίξαντος πλέον, κ' εκόμιζε την χαρμόσυνον είδησιν εις το χωρίον κρατών συνάμα και μικρόν κλωνίον διηνθισμένον, ως ζωγραφιστόν, μάλλον εύελπις και από την περιστεράν εκείνην της Κιβωτού.

— Ανοίξανε η εληές!

Έκτοτε δεν έπαυε παρακολουθών την ανάπτυξιν και την υγείαν του άνθους καθ' όλα τα επικίνδυνα στάδια, ως ιατρός, εξετάζων εκ του σύνεγγυς τας σταφυλάς των ανθυλλίων, μη σχηματισθή σκώληξ και έξαφνα μεταβληθώσιν εις κεκονιαμένην αράχνην, μη τα καύση ο λίβας, πνέων από της Θεσσαλίας ως από φούρνου, μη τα μαδήση ο υετός, ότε τέλος πάντων ηκούετο εσπέραν τινά διαλαλών, κήρυξ ευάγγελος:

— Δέσανε η εληές!

Πλην πόσα στάδια ακόμη, στάδια φόβου κι' ελπίδος, παλμών και αγρυπνιών, και της σταφίδος επιφοβωτέρων, έχει να διέλθη ο μικκύλος εκείνος καρπός, έως ου αναπτυχθή τελείως, έως ου γείνη καταπράσινος διά στούμπισμα — τ' Αηλιά στούμπα εληά — έως ου γείνη ευώδης χαμάδα, έως ου μαυρίση ως της ωραίας Ματώς η γλυκεία ελήτσα, έως ου γείνη έλαιον — ω χαρά! έως ου σωθή από τους δεκατιστάς και ριφθή ευώδες και διαυγές εις της Σαραφθίας τον περιπόθητον καμψάκην! Εις όλα αυτά τα στάδια, ο φοβερός δεκατιστής, μυθικός Κένταυρος, αχώριστος του οναρίου του, παρηκολούθει τον ελαιοκαρπόν, φέρων εις τους νησιώτας επιμελώς τας ειδήσεις του.

Αλλ' είχε και άλλους συντρόφους εις τας επιθεωρήσεις του τας συνεχείς. Την απροστάτευτον χήραν, η οποία εκ του καρπού αυτού αναμένει την προστασίαν. Την πτωχήν ορφανήν, η οποία με τον καρπόν αυτόν θ' αποκατασταθή εις τον κόσμον. Τον δύσμοιρον κτηματίαν, ο οποίος με τον καρπόν αυτόν θα θρέψη τα τέκνα του, αναμένοντα ως τα μικρά μισιργούδια εν τη φωλεά των, με ανοικτά τα στόματα:

— Σκουλίκι έπεσε!

— Δεν δέσανε καλά!

— Πέφτουν αλάκερα σταφύλια!

— Της πήρε το ποτάμι!

Όλα αυτά τα γογγύσματα είνε τόσαι πικρίαι και τόσαι θλίψεις, με τας οποίας συνθλίβεται επιπόνως και φαρμακερώς διά τον κόσμον, το έλαιον, το γλυκύτατον έλαιον, το ευλογημένον έλαιον, των πτωχών το έλαιον, των αγίων το έλαιον!

Αλλ' ο κυρ-Δημάκης είχεν άλλους φόβους καθ' όλον το μετά ταύτα διάστημα και άλλαι θλίψεις ετάρασσον το δεκατιστικόν πνεύμα του.

— Μη έβγη άλλος και τον κτυπήση!

— Μη πάρη ακριβά τα δέκατα!

— Μη του τα πάρουν τα δέκατα!

Δια τούτο μέχρις ου κατακυρωθώσιν αυτά επ' ονόματί του, ήτο σφόδρα απαισιόδοξος. Είχε καταιβασμένα τα μούτρα ως ο όνος του, όταν ήτο νήστις, και σχεδόν από τας οφρύς του απέσταζαν δάκρυα.

— Τίποτα φέτος!

— Πέφτει ο καρπός!

— Κάηκε ο καρπός!

Την δε εσπέραν εις το παντοπωλείον του κυρ-Βαρσαμού, εξάγων με αναστεναγμούς από του κόλπου του, επεδείκνυεν ελαίας τινάς εν τη παλάμη του, σκωληκοφαγωμένας, βουλωμένας, ξηράς. Οι αντίπαλοι του άπειροι, αδαείς, δειλοί, απεσύροντο. Μόνον ο κυρ-Βαρσαμός, τολμήσας ποτέ να τον αντιμετωπίση εν τη δημοπρασία εφόβισε τόσον τον κυρ-Δημάκην, ώστε ηναγκάσθη να χώση εις την χείρα του πέντε εκατοστάρικα, ίνα αποσυρθή. Όπερ συνήθιζεν έκτοτε να πράττη ο πονηρός παντοπώλης, αρεσκόμενος εις τα χωρίς κεφαλαίων κέρδη, ότε εκίνει μετά ταύτα τον θαυμασμόν των κατοίκων επανερχόμενος εκ της Σύρου, όπου ήνοιξε σημαντικάς πιστώσεις, εμπορευόμενος πλέον και πανικά. Και τότε μετά την κατακύρωσιν, ατάραχος πλέον ο φοβερός δεκατιστής εμπαινόβγαινεν εις το παντοπωλείον του φίλου του, κινών τον φθόνον του δημογραμματέως, όστις με την πένναν εις χείρας πάντοτε, πολύ προσεπάθει ν' ανακαλύψη το μυστικόν του κυρ-Δημάκη:

— Πάλι λάδι ο κυρ-Δμάκης!

Αλλά τότε ήρχιζεν άλλη εργασία ομοίως επίπονος, ταραχώδης, επιμελής:

— Πουθενά αλλού φέτος λάδια!

— Θ' ακριβήνη το λάδι!

— Δυο δραχμάς θα πάη!

Και παρώτρυνε τον κόσμον να επιμελήται σφοδρότερον την συλλογήν. Ηγείρετο την αυγήν με το ονάριόν του, και έτρεχε και αυτός εις τους ελαιώνας με τας φαιδράς συντροφίας των γυναικών, αίτινες αφού πίωσι κανένα σερμπέτι, ή φάγωσι τηγανίτας ή πολτόν εξ αραβοσιτίνου αλεύρου, θερμαντικώτατον, εξέρχονται πρωί πρωί, κρατούσαι εις χείρας τας κόφας κενάς, και ως χλανίδια θέτουσαι περί την κεφαλήν τους κενούς σάκκους, ίνα προφυλάσσωσι τα τρυφερά νώτα των από του χιονώδους βορρά.

— Ά, να προφθάσουμε, κορίτσια, ηκούετο ο κυρ-Δημάκης πανταχού παρών, κ' είνε τώρα μικρή η ημέρα! Και ούτε ανασασμόν δεν έπαιρνον αι νεαραί γυναίκες, πολλαί αυτών καθ' οδόν τρώγουσαι τα σύκα των ή την γρήτσαν — την μεγάλην τηγανίταν — ηλειμμένην με πετιμέζιον, ίνα μη χάσωσι καιρόν. Άλλοτε πάλιν εύρισκεν άλλας συντροφιάς εις τα ρεύμα την μεσημβρίαν, καθημένας παρά τον ρύακα επί της χειμερινής πόας, εις το λιτόν γεύμα των, εγγύς των μύρτων και των βαΐων, γευομένας ευαρέστως την λαδωμένην πλακόπιτταν, ην έψησαν την νύκτα επί πλακός εν τη εστία, και τας ευώδεις χαμάδας, ενώ παρέκει ο κόσσυφος κελαδών ετσιμπούσε τα κούμαρα.

— Ακόμα τρώτε κορίτσια; Πάει ο ήλιος. Προσεφώνει ο φοβερός δεκατιστής.

Καί ποτε τόλμησε να είπη προς τινα συντροφίαν ωραίων νεανίδων, γευματιζουσών:

— Μη τρώτε πολλές χαμάδες, κορίτσια, γιατί θ' ασχημίσητε!

Περί την εσπέραν πάλιν αλλαχού συνήντα εργάτιδας άλλας σπευδούσας εν τη συλλογή:

— Α, κορίτσια, τζάχτι και σας πήρε η νύχτα! Και αι εργάτιδες, κύπτουσαι υπό τα κατάκαρπα δένδρα, συνέλεγον μίαν προς μίαν την μαύρην ελαίαν, την στιλπνήν, ως τα ματάκια των τα κατάμαυρα ελαίαν, άδουσαι συνάμα είτε κατά μόνας είτε κ' εν χορώ, αψηφούσαι των ακανθών τους πικρούς νυγμούς και του βορβόρου πολλάκις τον ρύπον, βυθίζουσαι μέχρι αγκώνος τους απαλούς των βραχίονας υπό τους φαρμακερούς θάμνους της τρικοκκιάς όπου έτυχε να εισδύσωσιν ίσως ελαίαι, τιναχθείσαι εκεί υπό της βιαίας του μαΐστρου ριπής.

— Έτσι μαζόνουν της εληές; Έλεγεν ενίοτε εις καμμίαν χήραν, ελέγχων αυτήν, διότι άφησεν ίσως καμμίαν ελαίαν, κυλισθείσαν κάτω, μακράν εις το ρεύμα.

— Ας πάρη και το ρέμα! απήντα η χήρα. Όλες η δεκατιστήδες θα τες πάρουν;

Και όταν ενύκτωνε πλέον, και ο κυρ-Δημάκης επανήρχετο εις την πόλιν, ακόμη και τότε παρώτρυνε να εργάζωνται εν τη συλλογή του καρπού, αν ήτο δυνατόν, να ξενυκτούν εργαζόμεναι αι γυναίκες:

— Ακόμα δεν βασίλεψε ο ήλιος, κυρά μου!

— Είνε μεγάλα τα φρύδια σ', κυρ-δεκατιστή μ', και δε θα γλέπς καλά! Ετόλμησε να είπη τις των γυναικών πλύνουσα τας χείρας της εις τον καθαρόν ρύακα και συγχρόνως καί τινας απαλούς μύκητας τους οποίους, συλλέγουσα τον καρπόν, επέτυχεν υπό τινα κόμαρον, ξανθολεύκους, ευωδιάζοντας βουνόν.

Αλλ' έβλεπε πολύ καλά, ο κυρ-Δημάκης. Έβλεπε το συμφέρον του να παραχθή όσον το δυνατόν περισσότερον έλαιον.

***

Πλην πότε εκοιμάτο αυτός ο άνθρωπος; Όταν ήρχιζεν η έκθλιψις του ελαίου εις τα ελαιοτριβεία, ήτο πρώτος. Αντί του οναρίου του είχε τον Γιάννην, τον μογιλάλον υπηρέτην του, ευφυέστατον κ' εργατικώτατον άνθρωπον, ομιλούντα και συνεννοούμενον διά των νευμάτων και των σχημάτων τελειότατα, τη συνδρομή και τίνων μονοσυλλάβων, τα οποία κατώρθωσε να διδάξη αυτόν ο κυρ-Δημάκης, όστις ανακαλύψας την ευφυίαν του εχρησιμοποίησεν αυτόν εις την συλλογήν των δεκάτων, εμπιστευόμενος εις την πονηρίαν του ως εις εαυτόν. Φορών βαρέα ρωσικά υποδήματα ο δεκατιστής, με το προβάτινον πάντοτε πρόσωπον και τους αποκρύφους του οφθαλμούς, με τον καστανόχρουν γιωργούλην του, και την θεσσαλικήν χλαίναν, έχων ανασηκωμένην οπίσω και δεδεμένην περί την οσφύν την σέλλαν του βρακιού του, επεθεώρει τα ελαιοτριβεία, ενώ ηκολούθει κατόπιν του άφωνος ο Γιάννης, βαστάζων μέγαν ασκόν επ' ώμων, ίνα συλλέγη το δέκατον, και το εκ λευκοσιδήρου μέτρον. Τον είχε διατάξει ο αυθέντης του να τον εξυπνά εις το πρώτον λάλημα του πετεινού:

— Στον πρώτον ύπνο! Γιαν! κούκου! Εκραύγαζε κ' ασχεδίαζε διά των νευμάτων, έως ου εννοήση ο μογιλάλος.

— Κιμίκρ; Ηρώτα ο υπηρέτης, δι' αυτής της μόνης δισυλλάβου λέξεώς του, εκφράζων όλας τας εννοίας και ονομάζων όλα τα αντικείμενα. Και ακριβώς την ώραν εκείνην, μέσα εις τον πρώτον ύπνον του, ήκουεν ο κυρ-Δημάκης κρότον ελαφρόν ως κλέπτου, εις την θύραν του κοιτώνος του και την φωνήν του μογιλάλου, βάρβαρον, δύσηχον:

— Κιμίκρ; κου! κου!

— Κιμίκρ! απήντα έσωθεν ο κυρ-Δημάκης εγειρόμενος πάραυτα, ως λαγωός. Και ιδού ηκούετο το πρώτον λάλημα του πετεινού. Η γλυκυτέρα ώρα του ύπνου, ώρα καθ' ην φεύγουν τα φαντάσματα και η ψυχή μας αναπαύεται τότε εις όνειρα ηδύτερα, μαλακώτερα, πλέον άυλα. Η ώρα, καθ' ηνηγείρετο ο τρομερός του χωρίου δεκατιστής. Και έως ου πλυθή και ενδυθή, ο μογιλάλος έτοιμος, φέρων εις χείρας τον κενόν ασκόν εύμορφα-εύμορφα συνεπτυγμένον και δεδεμένον περί τον λαιμόν, ίνα μη ρυπαίνωσιν αυτόν τα κατασταλάγματα του ελαίου, διά των αποκρύφων μονοσυλλάβων του, και των αποκρυφωτέρων νευμάτων του, ων όμως την μυστικήν έννοιαν ευκόλως κατενόει ο πανούργος δεκατιστής, ανεκοίνου προς αυτόν τας σκέψεις του, τας υπονοίας του περί καταχρήσεων εν τοις ελαιοτριβείοις τυχόν, τα σχέδιά του, όλα τακτικά και καθαρά, καθαρώτερα ή αν ωμίλει την ωραιοτέραν γλώσσαν.

— Κιμίκρ! Ηρώτα ο κυρ-Δημάκης, πλέον σύννους και από τον αρχαίον έλληνα, τον προσπαθούντα να εξηγήση τον δοθέντα εις αυτόν χρησμόν παρά της ομοίως μογιλάλου Πυθίας.

Εξήρχοντο. Το χωρίον εκοιμάτο ακόμη. Νυξ παγερά του Δεκεμβρίου. Γαλήνη χιονώδης και κρύα νηνεμία. Ομίχλη ελαιοκαπνού, σύννεφον, σχηματισθέν, ως από εστιών απειραρίθμων λουκουμαδοποιείων, κατεκάλυπτε τους οικίσκους και τον λιμένα, πυκνωθέν εις μίαν ατμοσφαίραν, όζουσαν ελαίου και τηγανίτας. Ο χρυσούς μεσονύκτης, ο Άρης, του μεσονυκτίου το λαμπρότατον άστρον, ηκτινοβόλει προς δύσιν αιθερίως, ως μυστηριώδεις πανόπτης οφθαλμός. Ήδη τα ελαιοτριβεία είχον αρχίσει την εργασίαν των, εκ των πυραύνων των οποίων εξήρχετο ο ελαιώδης καπνός, η πνοή της καιομένης πυρήνας. Βαρέα τινά πατήματα ως λαθρεμπόρων, ηκούοντο εις τας στενωπούς, αίτινες εβούιζον υποκώφως. Οι εργάται από των οικιών μετεκόμιζον εις τα ελαιοτριβεία τας ελαίας προς έκθλιψιν. Φώτα από τινων μικρών θυρίδων, ήρχιζον να φέγγουν εδώ κι' εκεί ως κανδήλαι εικονοστασίων. Εις τα Κοτρώνια ηκούοντο η Σταύραινες — πέντε-έξ αδελφαί ορφαναί — πρώται- πρώται μεταβαίνουσαι εις τα κτήματά των, εύλαλος της Κεχριάς συντροφιά, διαχέουσα έξαλλον ζωήν εις την σιωπηλήν εκείνην ερημίαν.

— Καλημέρα, παιδιά! Εχαιρέτιζε πλυμένος, φαιδρός, ως να εχόρτασεν επτάωρον γλυκύν ύπνον, ο δεκατιστής, εισερχόμενος εις το πρώτον ελαιοτριβείον και μόλις διακρίνων εν μέσω του καπνού τους περί την μηχανήν εργαζομένους.

— Καλημερούδια, κυρ-Δμάκη! Αντεχαιρέτιζεν ο αρχιεργάτης, με λαδωμένον υαλίζοντα ως βαύκαλιν υψηλόν κούκκον και ρυπαράν ποδιάν, απτόμενος ελαφρά-ελαφρά του μοχλού — της μακράς δρυίνης μανέλλας, — της περιστρεφούσης τον κοχλιώδη σιδηρούν άτρακτον, μόνον ίνα διευθύνη την κίνησιν, ενώ τρεις άλλοι νεανίαι ως λαδωμένοι ποντικοί, ακτένιστοι, χασμώμενοι, μόλις εγερθέντες — η πρωινή φρουρά — εντός της ομίχλης, παραπλεύρως της μηχανής, περιέστρεφον επιμόχθως τον αργάτην τον προσέλκοντα τον μοχλόν, την παχείαν μανέλλαν, διά χονδρού καραβοσχοίνου περιελισσομένου περί αυτόν. Και ηκούοντο οι τριγμοί του ατράκτου, κοχλιουμένου εντός του όγκου του δρυίνου βουρδουναρίου, όπερ ως αρχαίον δωρικόν επιστύλιον, με σιδηρούς κρίκους περιεσφιγμένον, επιστεγάζει τους δύο κίονας της ελαιοθλιπτικής μηχανής, τριγμοί φοβεροί ως μυκηθμοί σφαζομένου ταύρου, θρηνώδεις στεναγμοί ραγιζομένης αιωνοβίου δρυός, να πέση να θραυσθή. Και ο άτρακτος κατήρχετο ολονέν συστρεφόμενος εν τω κοχλία, συνθλίβων, πιέζων τας υπ' αυτόν τριχίνας πάνας, εικοσιτέσσαρας τον αριθμόν, κ' έρρεεν από των αραιών πλεγμάτων αυτών στάγδην το έλαιον, ύδατι θερμώ, ανάμικτον. Και όσον συνεθλίβετο το εις τας πάνας ένδον περιτυλιγμένον λάμα — η πολτώδης μάζα των συντριβεισών ελαιών — τόσον αι σταγόνες μεταβάλλοντο εις ελαιώδεις σταλακτίτας, καστανοξάνθους, αναπέμποντας χρυσοπρασίνους μαρμαρυγάς εν τω φωτί, της από του επιστυλίου κρεμαμένης μεγάλης λυχνίας, κατασταλάζοντες και πληρούντες τα κοίλα χείλη του τετραγώνου βάθρου της μηχανής, έλαιον αχνίζον, ως το αίμα εις τους βωμούς των αρχαίων, εισρέον εις την βαθείαν κοπάναν, δρυίνην τετράγωνον λεκάνην.

— Φόρτε! εκέλευσεν ο αρχιεργάτης, όταν συνεπληρώθη η μία στροφή του ατράκτου, εκτεθέντος του σχοινίου του μοχλού. Οι νεανίαι έπαυσαν τότε να στρέφωνται, ανέκυψαν. Είς εξ αυτών εποτυλίσσει το περί τον αργάτην σχοινίον, περιστρέφων αυτόν διά ταχείας κινήσεως ως σβούραν, ο δε αρχιεργάτης εκβαλών τον μοχλόν, την μανέλλαν, έθηκεν ήδη αυτήν εις την άλλην οπήν του ατράκτου, ίνα πάλιν αρχίση νέα στροφή αυτού μετά φοβερωτέρου τριγμού όλης της μηχανής, τριγμού καθελκυομένου εις την θάλασσαν πλοίου. Εις το διάστημα τούτο της ελαχίστης αναπαύλας, είς των νεανιών εύρε καιρόν να γελάση με τον μογιλάλον, όστις ίστατο εκεί κρατών τον κενόν ασκόν με βλέμματα ανακριτού:

— Γιαν! κιμίκρ!

— Κιμίκρ! απήντησε και ο μογιλάλος. Και διά νεύματος και σχήματος ηρώτησεν αν έκαμαν τηγανίτες.

— Γιαν! Νά! κιμίκρ! Απήντησεν ο νεανίας. Και έδειξεν εις τον μογιλάλον τον πύραυνον του ελαιοτριβείου, μέγαν και φοβερόν, ως της Κολάσεως εν ταις αγιογραφίαις, ένθα βράζει η πίσσα. Πράγματι, εν μέσω πυκνοτάτου καπνού, χήρα μεσήλιξ, με κατάμαυρην μανδήλαν και κατακόκκινον πρόσωπον, παρά το παμφάγον πυρ, ησχολείτο επιμελώς κατασκευάζουσα και ψήνουσα τηγανίτας. Αι πυρήναι, — τα λείψανα των εκθλιβομένων ελαιών — δι' ων καίωνται των ελαιοτριβείων οι πύραυνοι, εξέπεμπον φλόγας ως κάμινος, αίτινες αδηφάγοι πύρινοι γλώσσαι, περιεζώννυον την τεραστίαν χύτραν, μεγαλειτέραν και της του μαγειρείου του ρωσσικού μοναστηρίου, εν η βράζει το ύδωρ, το χρησιμεύον, ίνα βρέχωνται αι πάναι, και μη απομένη εν αυταίς έλαιον άθλιπτον. Εγγύς εκεί, παιδίον υπηρετικόν ήντλει ύδωρ φρεάτιον διά σιδηράς αντλίας, πληρούν την φοβεράν χύτραν και συγχρόνως εσώρευεν υπ' αυτήν πυρήνας, εν ώ αι φλόγες κροταλίζουσαι, περιεκύκλουν όλον τον πύραυνον. Διά τούτο η μαύρη χήρα ολονέν προς τα έξω απέσυρε τας παρειάς της και το τηγάνιον, κινδυνεύουσα να περιζωσθή υπό των φλογών. Τότε ο μογιλάλος την είδε και είπε σταθείς άνωθέν της:

— Κιμίκρ!

Όλα τα πράγματα, ως είπομεν, έμψυχά τε και άψυχα, κιμίκρ εκάλει ο πονηρός μογιλάλος, καταρτίσας ούτω γλώσσαν απλουστάτην, μονόλεξον.

— Πας 'ς το παππού μ! Εκραύγασε τότε η χήρα εννοήσασα, ότι ήλθεν ο δεκατιστής. Και στραφείσα είπε προς τον κυρ-Δημάκην ιστάμενον κατωτέρω υψηλά, επί λόφου πυρήνας, ως κήρυκα, με το πρόσωπόν του το παχύ και στιλπνόν, εύχαριν, γαλήνιον ως να εχόρτασεν ύπνον.

 — Βρυκολάκιασες πλεια. Δεν σε κολλάει ο ύπνος, θαπώ; Εσύ μ' αυτά τα
δέκατα θα ξεμπερδέψης!

 — Οκτώ χιλιάδες εμέτρησα σήμερα, κυρα-χήρα. Την πρώτη δόσι! Τ' ακούς;
τ' ακούω, πες!

 — Ναι, μα νάχωμαι και νου μας, εξηκολούθησεν η χήρα τηγανίζουσα, το
μέτρο είνε μεγάλο. Κατάλαβες;

— Και τι ήθελες, κυρα-χήρα; νάνε ξύγκικο;

— Είνε, λέει, 10 δράμια μεγαλείτερο από τες πέντε οκάδες, όπως πρέπει να είνε το μέτρο.

— Τόσο καλλίτερα, που είνε μεγαλείτερο.

— Ναι μα είνε για σένανε όχι για μένανε.

Ο δεκατιστής ιδών ότι η χήρα δεν ηπατάτο, υπέλαβεν:

— Ου, καϋμένη κυρα-χήρα, δέκα δράμια μεγάλη δουλειά!

— Δέκα από μένα, δέκα από την άλλη. Κατάλαβες κυρ-Δημάκη; Την στιγμήν εκείνην η κάμινος ανέλαμψε φαεινώς, του παιδός σωρεύσαντος νέαν πυρήνα, κ' εφάνη υπό το δάσος των οφρύων το οξύ και λάμπον βλέμμα του ενοικιαστού, όπερ αισθανθείσα η χήρα επ' αυτής ισχυρώς αντανακλώμενον, κατεβίβασε την μανδήλαν της.

— Νά, αυτός ο μουγγός φταίει κυρα-χήρα! Είπε πραΰνων αυτήν ο κυρ- Δημάκης, φοβούμενος μήπως διαδοθή ότι το μέτρον του ήτο πράγματι μεγαλείτερον κατά 10 δράμια.

— Έχω, κατάλαβες, εξηκολούθησε, δυο μέτρα, ένα παληό και ένα καινούργιο. Το παληό τα είχα 'ς το Προμύρι.

— Τότες που θα σε φυλάκωναν και τώστριψες;

— Κοροφέξαλλα! Πιστεύεις τι λένε; — Λοιπόν του είπα του μουγγού να παίρνη τα καινούργιο που είνε σωστό. Μα αυτός όλο λαθεύει και ξεχνά.

— Κιμίκρ! Εψέλλισεν ο μογιλάλος, εννοήσας ότι περί αυτού ελάλουν, και συγχρόνως από μέσα από το παλαιόν μέτρον, όπερ εβάσταζεν εξήγαγε το νέον, απαστράπτον, εκ λευκοσιδήρου.

— Νά, λοιπόν κυρά-χήρα! Να μη παραπονιέσαι. Εμείς δεν θέλομε ν' αδικήσωμε κανένα. Και φουσκώσας τας παρειάς του καταυγαζομένας υπό του φωτάς είπε:

— Το άδικον ουκ ευλογείται!

— Κιμίκρ! Υπέλαβεν επιδοκιμάζων και ο μογιλάλος και ζητών να λάβη μίαν τηγανίταν, αίτινες ευωδίαζον εκεί, σωρός, εντός μεγάλου ωοειδούς πινακίου.

— Εμείς 'ς το Προμύρι είχαμε μεγαλείτερο μέτρο, μα αφού εδώ σεις θέλετε μικρότερο, μάλιστα, το μικρότερο κυρά-χήρα, να μη παραπονιέσαι. Εγώ δεν θέλω να παραπονιέσαι.

— Αυτά να τα πης 'ςτον κλήδωνα, κυρ-Δμάκη.

Ούτως ο κυρ-Δημάκης ήτο πρόχειρος να διορθόνη τα πάντα, κατά τας απαιτήσεις των κτηματιών.

— Ιδιότροποι! Επανελάμβανε θέλων να καλύψη ούτω την κατάχρησίν του.

Την στιγμήν εκείνην θόρυβος ηκούσθη κάτω εις την κατέναντι γωνίαν του ελαιοτριβείου, όπου περιεστρέφετο ο λίθος, ο συνθλίβων τας ελαίας και μεταποιών αυτάς εις λάμα. Είχεν αρχίσει την εργασίαν του ο Νικόλας ο Κοψαχείλης, διά τρομακτικών φωνών διευθύνων τον ημίονόν του, κυλίοντα το μάρμαρον και συνάμα διά του σιδηρού πτύου ωθών υπ' αυτό τας ελαίας.

— Α! εκραύγαζεν ο Κοψαχείλης, με κομμένον το άνω χείλος, άδων συνάμα την «Γιαννούλαν» και ρίπτων λοξά βλέμματα προς την φωταυγή εστίαν, παρά την οποίαν η ωραία χήρα κατεσκεύαζε τας τηγανίτας, ίνα κολακεύση την λαιμαργίαν των εργατών και αποθλίψωσι κανονικώς το έλαιον αυτής. Έχουσα παρ' εαυτή πινάκιον βαθύ, περιέχον τον λευκόν βουτυρώδη πολτόν του αλεύρου, έρριπτε κουταλιές-κουταλιές εξ αυτού εντός του τηγανίου, πλήρους ελαίου, όπερ τότε οξέως τσιτσιρίζον ακόνιζε την όρεξιν του Κοψαχείλη, όστις περιεστρέφετο μεν μετά του ημιόνου του περί το ελαιοτριβείον, αλλά δεν έπαυε και από του να παρακολουθή τα ψήσιμον των τηγανιτών, τας οποίας διά του πηρουνίου λαμβάνουσα η χήρα έθετεν επί άλλου πινακίου εν σωρώ, όστις εμεγεθύνετο αδιακόπως, λευκοκίτρινος, ροδισμένος, ενώδης, αχνίζων έλαιον, το οποίον όσον ωσφραίνετο ο Κοψαχείλης, τόσον εμελώδει, κομμένην, κατατσακισμένην την φαιδράν και χορευτικήν «Γιαννούλαν», εν ώ το μάρμαρον κυλιόμενον ετσάκιζε θλιβερώς τας μαύρας ελαίας, ριφθείσας εκεί πλυμένας, καθαράς. Ο κυρ-Δημάκης εννοήσας ότι ακόμη δεν ήτο καιρός να μετρήση, ανοίξας την κοπάναν και ιδών πόσον έλαιον εν αυτή υπήρχεν, υπολογίσας δε την ώραν καθ' ην θα ήτο ανάγκη να λάβη το δέκατον, απήλθεν εις άλλο ελαιοτριβείον, προς μεγάλην λύπην του μογιλάλου, εν ώ ήδη οι εργάται, αφού απετίναξαν από τας πάνας την ξηράν πυρήναν, συναθροισθέντες εν κύκλω περί τον πύραυνον και την χήραν, ήρχισαν να καταβροχθίζωσι δύο-δύο τας απαλάς ως κουκούλια τηγανίτας, βυθίζοντες αυτάς εις το κύπελλον του μέλιτος, ως αρπακτικά πτηνά.

— Κιμίκρ! Εμουρμούρισεν απειλητικώς ο μογιλάλος κατά του αυθέντου του, μη αναμείναντος, μη δυνάμενος να εκφράση τον πόνον της καρδίας του, κ' εξήλθεν, εν ώ οι εργάται, ροφώντες το καυστικόν τσίπουρο διά μεγάλων ποτηρίων ηύχοντο προς την φιλότιμον χήραν:

— Κι' εις άλλα με υγείαν!

***

Το θορυβωδέστερον μαγαζί του χωρίου ήτο το οινοπωλείον του Γεωργή της Θασίτσας, εγγύς της παραλίας, εις το σκότος ενός στενού. Κυρίως δεν ήτο ούτε οινοπωλείον τακτικόν, ούτε μαγειρείον, ούτε μαγαζί καν. Δεν ήτο τίποτε. Η θύρα του η μεγάλη και τετράγωνος, με δύο πλατέα φύλλα, ως πυλών πανδοχείου, και το μόνον παράθυρον, ήνοιγον μόνον τας παραμονάς των εκλογών, και τας δικασίμους ημέρας των ποινικών, δύο-τρεις φοράς τον μήνα. Και όταν καμμιά παρέα είχε «να ψάλη καμμιά συναγρίδα ή να διαβάση καμμιά στέρφα γίδα». Τότε ο Γιώργης της Θασίτσας, ένας ολοστρόγγυλος ως κρεοπώλης, ξανθός νεανίας, έπαιρνεν από τα σπίτι τα χρειαζόμενα, εγέμιζε καμμιά δαμιζάνα μαύρο γλωσσότικο, και καμμιά χιλιάρικη μοσχάτο εντόπιον και τότε άνοιγε το οινοπωλείον του. Ομοίως τακτικώς, μετά την συνεδρίασιν των ποινικών εν τω ειρηνοδικείω, διεξήγετο εκεί νέα συμπληρωτική συνεδρίασις των ποιμένων όλων συναθροιζομένων εν αυτώ, ότε εγίνετο εκεί μεγάλη εξόδευσις ούζου, φωνών και ενίοτε και ξύλου. Τότε ο Γιωργής της Θασίτσας μποτίλιες-μποτίλιες εκουβαλούσε το τσίπουρο, εν ώ ο κυρ-Μάρκος, ο πολυλογώτερος των δικολάβων, υπό τους ατμούς του καίοντος ποτού απήγγελλεν αλύπητα εγκώμια υπέρ του φίλου του πταισματοδίκου, αν ηθωόνοντο οι πελάται αυτού, ή αράδιαζε φοβερά κατηγορητήρια, αν κατεδικάζοντο. Εκεί τότε εγίνετο νέα, πλέον εξηκριβωμένη, εξέτασις των μαρτύρων, υπό τους οξείς αλαλαγμούς του ποιμένος Φουσκοδενδριά, άνευ του οποίου αδύνατον ήτο να διεκπεραιωθή ποινική δίκη. Εκεί πολλάκις ερρυθμίζοντο και αι διεξαγωγαί των πολιτικών υποθέσεων, οριζομένων των θεμάτων εις τους διαφόρους μάρτυρας παρά το ατμίζον νεφελώδες ποτόν. Ενίοτε όμως ο Γιωργής της Θασίτσας, μεταβαίνων εις την προκυμαίαν εκαθάριζε κοντόχονδρον ως τον εαυτόν του βαρέλιον.

— Ώρες καλές! Τον εχαιρέτιζαν εις την αγοράν. Ήτο σημείον ότι προσήγγιζον αι εκλογαί. Τότε, λαμβάνων χρήματα παρά των υποψηφίων να κερνά το κόμμα, εθεώρει περιττόν να βάλη το κρασί του καθενός χωριστά. Επλήρου λοιπόν ολόκληρον βαρέλιον. Και τότε το μαγαζείον του από δικαστήριον ή ποιμνιοστάσιον μετεβάλλετο εις οινοπωλείον πράγματι. Ελησμονήσαμεν να προσθέσωμεν ότι ο Γιωργής της Θασίτσας ειργάζετο ακόμη άλλην μίαν φοράν κατ' έτος, τας νύκτας του δωδεκαημέρου, όταν τα «έκοπταν». Τας νύκτας εκείνας ο Γιωργής της Θασίτσας ήτο πάντοτε . . . κλειστός. Τοιουτοτρόπως το τιποτένιο αυτό μαγαζί, ήτο το θορυβωδέστερον όλων των μαγαζείων, διότι ειργάζετο πάντοτε, και ανοικτόν και κλειστόν, εις επισήμους περιστάσεις του χωρίου.

Διά τούτο ο καπετάν-Παρμάκης, ο νέος υποψήφιος δήμαρχος, μόνον εις αυτό εσύχναζε. Βαρυνθείς την θάλασσαν, επώλησε την ωραίαν σκούναν του, την ταχείαν και καλοθάλασσον «Ελένην» κ' έγεινε στεργιανός. Πλην συνηθίσας εις τας τρικυμίας, δεν ηδύνατο κατ' αρχάς να ζήση εν τη ξηρά. Έχασε τον ύπνον. Μόλις παρήρχετο το μεσονύκτιον, ηγείρετο και ήρχιζε τα τσιγάρα, μεταβαίνων εις την αίθουσαν του οίκου του και παρατηρών εκ του παραθύρου αν ήνοιξε κανέν καφενείον.

— Αυτό δεν είνε ζωή! Εμουρμούριζεν.

Εκοιμάτο, έτρωγεν, έπαιζε πρέφα, έτρωγε και πάλιν εκοιμάτο. Κατελήφθη υπό μελαγχολίας.

— Μπονάτσα και σήμερα! Επανελάμβανε καθ' εκάστην προς την σύζυγόν του. Και αρεσκόμενος να φοιτά εις του Γιωργή της Θασίτσας, όπου μόνον ανεμιμνήσκετο, ως έλεγε, των τρικυμιών της θαλάσσης, λέγει ημέραν τινά προς τον οινοπώλην.

— Μωρέ παιδί μου, δεν έχει και καμμιά φουρτούνα, μωρέ Γιωργή μου;

— Φουρτούνες; Άλλο τίποτα! απήντα ο Γιωργής της Θασίτσας. Τώρα ν' αρθή ο κυρ-Μάρκος από το νεροδικείο και να ιδής! Ν' αρθή ο Φουσκοδενδριάς από τα μανδρί και ν' ακούσης!

— Μωρέ παιδί μου, φουρτούνες, μωρέ Γιωργή μου! Αυτά είνε σαγανάκια!

Ο Γιωργής της Θασίτσας, ως πονηρός όπου ήτο, διελογίσθη ημέραν τινά ότι το έτος εκείνο έληγεν η δημαρχική περίοδος.

— Ξέρεις τίποτα, καπετάν-Παρμάκη; Παρετήρησεν ο οινοπώλης, θέλων να παρηγορήση τον λυπημένον διά τας νηνεμίας του νέου βίου πλοίαρχον. Θα σου βάλω μια κάλπη μεθαύριο. Μια κάλπη, που λες, να ιδής φουρτούνες που γυρεύεις! Να λες, αμάν, τι είνε τούτα;

Τωόντι ο Γιωργής της Θασίτσας μετά ταύτα, μίαν πρωίαν, εκαθάριζεν εν τη προκυμαία δύο των δέκα βαρέλων βαρέλια, επισύρων τον φθόνον του κυρ Βαρσαμού, εις μάτην προσπαθούντος να μαντεύση πού εύρεν ο Γιωργής της Θασίτσας τόσα κεφάλαια.

Ούτω λοιπόν ο καπετάν Παρμάκης, τρικυμίας επιθυμών, ερρίφθη πλησίστιος με όλην την κάσσα του εις τον εκλογικόν σάλον, σχεδιάζων την επιτυχίαν εν κοινώ συμβουλίω μετά του φίλου του, του Γιωργή της Θασίτσας, παρισταμένης πάντοτε και παχείας βαυκάλεως, πλήρους από του γαλακτώδους εκείνου ποτού. Δις ηγωνίσθη έως τότε τον εκλογικόν αγώνα, αλλ' απέτυχε. Πρώτον ως δήμαρχος και δεύτερον ως βουλευτής. Αλλά δεν απηλπίζετο. Εύρε μάλιστα μεγάλην ηδονήν ενασχολούμενος να χαιρετίζη, να κερνά, να συντρέχη όσον ηδύνατο τους εκλογείς του. Και αντί να τρώγη και να κοιμάται μόνος του, έτρωγε πλέον μετά των πολιτικών οπαδών του το πλείστον, και ηγρύπνει πολλάκις εις του Γιωργή της Θασίτσας, εργαζόμενος υπέρ της επιτυχίας του.

Ήτο Νοέμβριος. Είχεν ήδη προκηρυχθή η δημοπρασία των ελαιοδεκάτων. Ημέραν τινά, ο καπετάν-Παρμάκης, πίνων το πρωινόν τσίπουρο — για της πρώτες χολές — λέγει κρυφά προς τον Γιωργή της Θασίτσας.

— Ξέρεις τίποτα, μωρέ παιδί μου; Θα του τα πάρω τα δέκατα, μωρέ Γιωργή μου!

— Του κυρ-Δημάκη;

— Του κυρ-Δμάκη! Ο Γιωργής της Θασίτσας ήρχισε να γελά.

— Γιατί, μωρέ παιδί μου, γελάς; Γιατί, μωρέ — Γιωργή μου;

— Του κυρ-Δμάκη;

Ηρώτησε πάλιν ο Γιωργής της Θασίτσας, θαυμάζων.

— Θα του τα πάρω σου λέω!

— Θα πέσης όξω, καπετάν-Παρμάκη! Άκουσε και μένα. Προσέθηκεν ο Γιωργής της Θασίτσας, προσφέρων έν ακόμη ποτόν, το δεύτερον — για της δεύτερες χολές!

 — Να σ' πω, Γιωργή μου, παιδί μου. Εγώ καθώς πούλησα την «Ελένην μου»
έτσι κ' έτσι πεσμένος όξω είμαι, θα του τα πάρω, σου λέω!

 — Μα ξέρεις τι θα πη κυρ-Δμάκης; Τον γνωρίζεις τον κυρ-Δμάκη; Ξέρει
εκείνος, καπετάνιο μου, να λογαριάση και τα φύλλα της εληάς ακόμα!

 — Μωρέ, παιδί μου, σε θέλω νάσαι έξυπνος άνθρωπος, μωρέ Γιωργή μου.
Εσείς άλλο από το τσίπουρο δεν ξέρετε.

Και ροφήσας ακόμη ένα ποτήριον, εξηκολούθησεν:

— Εγώ μονομιάς σας έμαθα όλους, τάμαθα όλα κιόλας. Είνε το μόνον μέσον για να πάρουμε την εκλογή. Μωρέ παιδί μου, απάνω ς' την εκλογή, μωρέ Γιωργή μου, μαθαίνεις τι ζητάει ο κόσμος. Απάνω στην εκλογή σ' ανοίγει ο άλλος την καρδιά του και σου ξομολογιέται. Σου γυρεύει πέντε δραχμές; θα πη πως πάσχει από φτώχια. Σου γυρεύει καμμιά θεσούλα; θα πη πως πάσχει από τεμπελιά! Λοιπόν, μωρέ παιδί μου, η χήρες φωνάζουν. Τες γδύνει, μωρέ Γιωργή μου, ο κυρ-Δμάκης τες κλέφτει, μωρέ παιδί μου!

— Το ξέρουμε αυτό καπετάνιο μου, μα τι να κάμουμε μαθές, τι να κάμουμε;

— Να πάρουμε τα δέκατα!

— Δεν τ' αφίνει!

— Να του τα πάρουμε!

Ο Γιωργής της Θασίτσας σιωπηλός, συλλογισμένος, ως άνθρωπος λησμονήσας πού έχωσε τον θησαυρόν του, επλήρωσε δυο ποτήρια μέχρι στεφάνης από την αφαίρεσίν του, τα οποία, καθώς τα είχεν εκεί κοντά, τα ερρόφησεν ο καπετάν-Παρμάκης και τα δύο, αφαιρεθείς και αυτός εκ συμπαθείας:

— Εσείς, μωρέ παιδί μου, μόνο τσίπουρο ξέρετε να πίνετε εδώ, μωρέ Γεωργή μου!

Αυτά έχουν αι τρικυμίαι της ξηράς!

***

Την κυριακήν, μίαν εβδομάδα κατόπιν, ο καπετάν-Παρμάκης, φορέσας την γούναν του με το παχύ δέρμα του λύκου το κεραμόχρουν και τραχύ — ήτο χειμών δριμύς — τα ρωσσικά υποδήματά του και τον βαρύν κούκκον εν τη κεφαλή, ωργισμένος, κατακόκκινος, αφού έπιε καμμιά δεκαριά τσίπουρα πρωί-πρωί μετά την λειτουργίαν, αναιβοκατέβαινεν εν τη μεγάλη οδώ της αγοράς, μόνος, κρατών την χονδρήν ράβδον και στρήφων τον άγριον μύστακά του, σιωπηλός, πύρινος, ως όταν διεσκέλιζεν, αμίλητος, το κατάστρωμα της ωραίας Ελένης του, κλεισμένος, από παρακαιρόν, είς τινα έρημον όρμον της Ανατολής.

— Ο φόρος του ελαιοδεκάτου 15 χιλιάδες! Ηκούετο η φωνή του κήρυκος, παρά την θύραν του κεντρικού εν τω χωρίω καφενείου.

Εν αυτώ άνθρωποί τινες έπαιζον πρέφαν. Παρά τινα δε τράπεζαν ογκώδης μηλωτή, σωρευμένη, σκληρά, ακίνητος, ο ειρηνοδίκης του χωρίου, διεξήγε την δημοπρασίαν των ελαιοδεκάτων. Κατέναντι, εξαγαγών τα υποδήματά του, εκάθητο σταυροποδητί επί του ξυλίνου σοφά — αλλά τούρκα — ο κυρ-Δημάκης, με το λειότατον, παχύ, ξυρισμένον, επίμηκες πρόσωπον, ήρεμον και πράον ως πρόσωπον ημέρου οικοσίτου αμνάδος, με δασείς οφρύς, αποκλειούσας τους οφθαλμούς του, φορών τον θεσσαλικόν καστανόχρουν γεωργούλην του. Εκάθητο εκεί γαλήνιος, σιωπηλός, αναμετρών το κομβολόγι του ως ηγούμενος Αγιορείτης.

 — Ο φόρος του ελαιοκάρπου 15 χιλιάδες, επανέλαβεν η φωνή του κήρυκος
έξωθεν.

 — Και πεντακόσιες ακόμα! Ηκούσθη τότε ο κυρ-Δημάκης, ακίνητος, ατάραχος
ως δεμένη αμνάς.

Ο όγκος της μηλωτής ανεσάλευσε. Χειρ εξήλθεν από τινος πτυχής, χειρ ωχρά και ασθενής. Συνέλαβε την πένναν η χειρ και εσημείωσε το ποσόν. Μόλις όμως ο κήρυξ ανήγγειλε μεγάλη τη φωνή την νέαν προσφοράν, εναρμονίως και με χαράν, ως μαθητής αλλάζων το μάθημά του, κ' εμφανισθείς προ της θύρας ο καπετάν-Παρμάκης, κατακόκκινος, ωργισμένος, με την ναυτικήν του γούναν και τον βαρύν κούκκον, εκραύγασε χωρίς να εισέλθη·

— Είκοσι χιλιάδες! Κ' έγεινεν άφαντος, επισείων απειλητικώς την βαρείαν κεφαλήν του, και την βαρυτέραν ράβδον του.

— Όχι θα του τ' αφήσω! Ηκούσθη μακρόθεν κραυγή. Ο κυρ-Δημάκης εκινήθη ολίγον εν τη θέσει του χωρίς όμως να ξεδιπλώση τους πόδας του, οίτινες ήσαν αφανείς υπό τα μαύρον βρακίον του και μετά χάριτος μειδιών είπε:

— Και πεντακόσιες! Η βαρεία μηλωτή ανεκινήθη και πάλιν και η ασθενής χειρ εσημείωσε τα νέον ποσόν, μόλις προφθάσασα να σημειώση το πρώτον. Επειδή δε οι παίζοντες την πρέφαν, διάκόψαντες τα παιγνίδιόν των, ανέβλεψαν προς τον κυρ-Δημάκην θαυμάζοντες, ούτος εθεώρησε πρέπον να δικαιολογήση εαυτόν και είπε:

— Ψόφια πράματα. Ούτε με 18 δεν βγαίνω, αφεντάδες μου. Μα τι να κάμη κανείς!

— Λοιπόν γιατί προσθέτεις; ηρώτησε φωνή τις,

— Τι να κάμουμε! απήντησεν ο κυρ-Δημάκης. Βρεθήκαμε. Αυτή είνε η δουλειά μας. Να πούμε την αλήθεια. Εφέτος είνε άκαιρο το μαξούλι. Ούτε με 18 δεν βγαίνω. Μα τι να κάμω!

Ο κήρυξ χαίρων ετραγώδει την νέαν προσφοράν:

— Είκοσι χιλιάδες πεντακόσιες, ο φόρος του ελαιοκάρπου! Εις την ξυλίνην θύραν του μικρού καφενείου εβρόντησε πάλιν ράβδος βαρεία, ως μοχλός ν' αναμοχλεύση όλην την θύραν, η ράβδος του καπετάν-Παρμάκη, όστις μόλις προφθάσας να ροφήση έν τσίπουρο, να καταιβούν η χολές, που σταθήκανε 'ς τον λαιμόν του από το πρωί, ακούσας κηρυττομένην την νέαν προσφοράν, έσπευσεν εις το καφενείον και χωρίς να εισέλθη φωνάζει κατακόκκινος από της θύρας:

— Εικοσιτέσσαρες!

Ο ειρηνοδίκης βλέπων ότι αυξάνει το ποσόν πέραν των ελπίδων του, εξήγαγεν από της μηλωτής το κάτωχρον πρόσωπόν του ως από το όστρακον χελώνης, και διά της χειρός εσημείωσε την νέαν προσφοράν.

Οι χαρτοπαίζοντες ώκτειραν την απειρίαν του πλοιάρχου, όστις επλειοδότει τόσον αποτόμως.

— Εικοσιτέσσαρες και μισή. Προσθέτει πάραυτα γλυκά-γλυκά ο κυρ-Δημάκης, εξακολουθών ν' αναμετρή το κομβολόγι του. Και αποτεινόμενος προς τον κόσμον, ως να τον ηρώτησαν, επαναλαμβάνει:

— Ούτε με 20 δεν βγαίνω!

— Μα γιατί προσθέτεις λοιπόν, γέρω-πονηρέ; Ερωτά ο δημογραμματεύς, περιφερόμενος εκεί με την πένναν εις χείρας πάντοτε.

— Τι να κάμω, κυρ-θανασάκη μου! Βρεθήκαμε, Ήτανε γραφτό να πεθάνω.

— 'Σ τη φυλακή! Διακόπτει χλευάζων ο δημογραμματεύς. Αλλ' ο κυρ-Δημάκης βήξας, ίνα μη ακουσθή η βαρεία χλεύη, εξακολουθεί τας δικαιολογήσεις του:

— Ήτανε γραφτό να πεθάνουμε καμπόσοι δεκατιστήδες! Στην ψάθα!

— Εικοσιτέσσαρες πεντακόσιες! Εκήρυττεν ο δημόσιος κήρυξ.

— Τριάντα! Κραυγάζει αίφνης ο Καπετάν-Παρμάκης, έμπλεως οργής, θηριώδης, θαρρών ότι διά της φωνής του εκείνης συνέτριβεν υπό τους οδόντας του την μειλίχιον και ειρηνικήν παρειάν του κυρ-Δημάκη.

— Κιμίκρ! Ελθών, είπεν εις το ους του κυρ-Δημάκη ο μογιλάλος αυτού υπηρέτης. Ο κυρ-Δημάκης εννόησεν ότι το φαγητόν ήτο έτοιμον, και φορέσας τα υποδήματά του απήλθεν εύχαρις, γελαστός, ως άνθρωπος πεπεισμένος, ότι τα δέκατα ήσαν ιδικά του.

Η δημοπρασία έληξεν ούτω την μεσημβρίαν και ο φόρος έμεινεν επ' ονόματι του τελευταίου πλειοδότου, του Καπετάν-Παρμάκη, υπό την έγκρισιν της Νομαρχίας.

— Όχι θα του τ' αφήσω! Εκραύγαζεν ωργισμένος ακόμη, ο καπετάν-Παρμάκης, ως όταν εις το κατάστρωμα της «Ελένης» του, του έπταιον όλα, διότι ηναγκάζετο να μένη ακίνητος εις τον έρημον όρμον ένεκα των εναντίων ανέμων.

***

Ακριβώς την επαύριον η γραία Φουλίτσα, ολοστρόγγυλος ως κορασίς, συναντήσασα την γραίαν Αχτίτσαν ξηράν ως κορμόν πλατάνου, εις του Βασίλη την βρύσιν, ανήγγειλε προς αυτήν, ότι τα δέκατα θα τα πάρη φέτος ο καπετάν-Παρμάκης. Είχε διαδοθή το πράγμα εις το χωρίον και πάντες έχαιρον μεν διότι ηλευθερούντο από την λαιμαργίαν του αρχαίου δεκατιστού, όστις τα τελευταία έτη κατέστη πολύ καταπιεστικός και άρπαξ και πλεονέκτης, αλλ' ηπόρουν και εφοβούντο μαθόντες την γενναίαν προσφοράν του πλοιάρχου, όστις δεν έκαμνε καλά να τρέχη τόσον. Αλλ' ο κυρ-Δημάκης, σκοπεύων δι' αναφοράς του προς το επαρχείον να κάμη νέαν προσφοράν, και θέλων να βεβαιωθή καλλίτερον περί της συγκομιδής, εξήλθε την επαύριον εις περιοδείαν. Και όταν την νύκτα επέστρεφε με την πανσέληνον και προσέπαιζον προς αυτόν αι εργάτιδες, ως είδομεν, ούτος ουδέ προσέσχεν εις τα αστεία των, αλλά, τραγουδών, έγεινεν άφαντος υπό τα ελαιόδενδρα.

Τωόντι εις τόσον μέγα ποσόν ουδέποτε άλλοτε είχον ανέλθει τα ελαιοδέκατα. Αλλ' ουδέποτε άλλοτε ήτο και τόση ευφορία. Όλοι οι ελαιώνες της νήσου εις όλας τας θέσεις ήσαν τα έτος εκείνο γεμάτοι. Τα δένδρα όλα ήσαν να σπάσουν αν και είχεν εξαχθή έως τώρα αρκετόν έλαιον, οι δε ιδιοκτήται καθ' εκάστην ησχολούντο θέτοντες φούρκες — στηρίγματα — υπό τα τρυφερώτερα κλωνάρια. Ο ελαιών — δάσος ατελείωτον — ήτο κατάφορτος εκ του καρπού, ωριμάσαντος πλέον, ως να επεκάθησαν επ' αυτού σμήνη αγνώστων μαύρων ζωυφίων, κατακαλύψαντα και τα φύλλα του ιερού δένδρου. Υποκάτω, εντός του καθαρισμένου κύκλου εκάστης ελαίας, σωροί-σωροί εφαίνοντο αι πίπτουσαι ελαίαι, μεγάλαι ως κάρυα, τας οποίας ουχί πλέον ανά μίαν διά των δακτύλων, αλλά πολλάς ομού εσύναζον αι εργάτιδες, πληρούσαι αυτοστιγμεί τα καλάθια και είτα τους σάκκους.

— Ως το πάσχα! Έλεγον οι κτηματίαι χαίροντες.

Από του Σεπτεμβρίου, ότε πλέον βεβαιούται η εσοδεία, παρερχομένων των κινδύνων, οι χωρικοί συχνάζοντες εις του Γεωργή της Θασίτσας συνεζήτουν περί του ποσού της συγκομιδής και συγχρόνως παρεσκεύαζον τα της συλλογής, άλλοι παραγγέλλοντες ζώα διά την μεταφοράν, άλλοι νέας μηχανάς ιδρύοντες, και άλλοι διαλογιζόμενοι την αύξησιν των ημερομισθίων. Πολλάκις, προσεπάθουν τότε να φιλοτιμήσωσι τον κυρ-Δημάκην, διερχόμενον εκείθεν, ώστε να προδώση την γνώμην του, πλην ούτος περιωρίζετο να επαναλαμβάνει το απαίσιον:

— Ψόφια πράματα!

Ο ίδιος ο έφορος διαταχθείς να εκτιμήση τον καρπόν, ήλθεν εις την νήσον. Αλλ' εις μάτην εζήτησε να οδηγηθή κατά τι υπό του μόνου ειδικού εις τούτο:

— Κάμε με έμφορα, να σ' πω. Απέφευγεν ο κυρ-Δημάκης. Διά τούτο και πολλάκις ανεβλήθη έως τώρα η κατακύρωσις της δημοπρασίας, διωρίσθησαν δε επιστάται, οίτινες, περιερχόμενοι τας μηχανάς, εσημείωνον το ποσόν του εκθλιβομένου ελαίου. Ο έπαρχος λαβών τα έγγραφα της τελευταίας δημοπρασίας και θαμβωθείς προ των 30 χιλιάδων του καπετάν Παρμάκη, ήτο έτοιμος να επικυρώση τα δέκατα επ' ονόματι του τολμηρού πλοιάρχου και συνεννοείτο ήδη μετά της Νομαρχίας, ότε λαμβάνει νέαν αίτησιν του κυρ- Δημάκη. Συγχρόνως το υπουργείον υποπτεύσαν την ευφορίαν την έκτακτον και θέλον να εξασφαλισθή, διέταξε να γείνη μία τελευταία, οριστική όμως δημοπρασία, εν τη πρωτευούση της επαρχίας, διότι είχε την ιδέαν, ότι θα θελήσωσι και άλλοι να παρουσιασθώσιν ενοικιασταί. Διά τούτο, όταν ανεγνώσθη η τελευταία προκήρυξις του επάρχου περί της οριστικής πλέον δημοπρασίας, ήτις θα εγίνετο εν Σκοπέλω τη 26 Δεκεμβρίου ημέρα Κυριακή, ο καπετάν-Παρμάκης εγέλασε. Και εγέλασε, διότι δεν ηπατήθη εις τους υπολογισμούς του.

— Μωρέ τι έκαμες, καπετάνιο μου, θα σ' τα φορτώση! Επανελάμβανεν ο Γιωργής της Θασίτσας, φοβισμένος.

— Έννοια σου Γιωργή μου, έννοια σου, παιδί μου! Απεκρίνετο ο πρώην πλοίαρχος, φοβισμένος όμως ενδομύχως και αυτός και κρυφά τρέμων — να είπωμεν την αλήθειαν. — Βεβαίως ο καπετάν-Παρμάκης δεν εγνώριζε να υπολογίση μίαν ελαιοκαρπίαν, ως εγνώριζε να υπολογίζη μέχρι μιλίου τας αποστάσεις εν θαλάσση. Ουχ ήττον, ως ευφυής ναυτικός, εκ των ησύχων και μαλακών προσφορών του κυρ-Δημάκη, επείσθη περίπου περί του όλου ποσού. Κάμνων επίτηδες πηδήματα εις τας προσφοράς του, ενόμιζεν ότι θα ηνάγκαζε τον φυγάδα προμυριώτην ν' αποσυρθή. Πλην, τουναντίον, εκείνος τα πηδήματα του ναυτικού παρηκολούθει δι' ησύχων βηματισμών και κατώρθου να τον προφθάνη και μάλιστα να τον υπερβαίνη. Αληθώς όμως το τελευταίον πήδημά του ήτο επικίνδυνον, αποτέλεσμα του θυμού του. Το ανεγνώριζε, πλην υπεκρίνετο εκ φιλοτιμίας τον τολμητίαν. Διά τούτο ο καπετάν- Παρμάκης πληροφορηθείς περί της νέας δημοπρασίας εγέλασεν, ευχαριστημένος, διότι επέτυχεν εις τας υποψίας του:

— Δε σου τώλεγα, μωρέ παιδί μου, δε σου τώλεγα εγώ, μωρέ Γιωργή μου! Επανελάμβανε κατόπιν τρατάρων τσίπουρο όλους τους εν τω οινοπωλείω πέρα- πέρα.

Ο κυρ-Δημάκης όμως ήτο σύννους μετά ταύτα. Έβλεπεν ότι το κέρδος του ηλαττούτο ολονέν διά των νέων προσφορών του πλοιάρχου και δεν ήτο διόλου ευχαριστημένος. Δεν ήτο δε και τόσον πλούσιος όσον τον εφαντάζοντο. Ο φίλος του, ο κυρ-Βαρσαμός, ο παντοπώλης, μαθών ότι προέτεινε νέαν προσφοράν, είπε:

— Τι κάμνεις, αδελφέ κυρ-Δημάκη; Έχεις σκοπόν να μας φύγης νύχτα πάλιν;

***

Αλλά τι τα έκαμνε τα χρήματα και τα κέρδη του ο φοβερός ενοικιαστής; Διεδίδοντο πολλά. Επλήρωνε τα χρέη του εις την πατρίδα του επιθυμών να επανίδη τας λεμονέας του Προμυρίου; Έλεγον οι μεν. Ετάιζε τους υπαλλήλους να τον διευκολύνωσιν εις τας δημοπρασίας; Προσέθετον οι δε. Τον έτρωγεν η γραία Αχτίτσα ως το κόκκαλο; Διέδιδον άλλοι. Το τελευταίον εφαίνετο πιθανώτερον, εις τους πάντοτε υπόπτους γείτονας, εν ώ έβλεπον την φιλαργυρίαν του δεκατιστού και γλισχρότητα. Η μακρυνή εκείνη συγγενής του, εις την οικίαν της οποίας κατώκει τώρα τόσα έτη, είχεν ωραίαν, ως είπομεν, ολοστρόγγυλην κόρην, την σεμνήν Ματώ με την μαύρην ελήτσα εις την αριστεράν παρειάν, την οποίαν υπεσχέθη, φαίνεται, ο κυρ- Δημάκης να λάβη σύζυγον.

— Αλλά να το φυλάξετε μυστικό, παιδιά μου. Εγώ θα σας πω πότες.

Παρεκάλεσεν ο κυρ-Δημάκης.

Και είδεν ευχαρίστως τότε ότι αι προς αυτόν, τον ξένον και έρημον, περιποιήσεις μητρός και κόρης, ηύξησαν, ως ήτο φυσικόν, εις το έπακρον.

Του έπλυνον, του εμαγείρευον, του έστρωνον.

Και μάννα και κόρη το είχον κρυφήν χαράν το μυστικόν των. Όμως παρήρχοντο τα έτη και ο κυρ-Δημάκης δεν έκρινε καλόν ν' αποκαλύψη το μυστικόν των.

— Θα σας πω εγώ πότες. Επανελάμβανε πάντοτε.

Η ωραία Ματώ, φιλοτεχνούσα τα προικιά της τας νύκτας του χειμώνος, παρά την εστίαν, ηρώτα πολλάκις την μητέρα της.

— Θα μας πη ο κυρ-Δημάκης, πλαδίτσα μου, θα μας πη, κοτίτσα μου. Έχει τα δέκατα τώρα. Δεν αδειάζει· έχει δουλειές! Απήντα η γραία, καθησυχάζουσα αυτήν.

Ούτω με τα πότε ο κυρ-Δημάκης έχει τα δέκατα, πότε ο κυρ-Δημάκης θα πάρη τα δέκατα, παρήρχοντο τα έτη, και η ωραία Ματώ εμεγάλωνε και μετ' αυτής και η μαύρη ελήτσα, την οποίαν είχεν εις την αριστεράν παρειάν.

Πλην επί τέλους απειληθείς ο κυρ-Δμάκης υπό τινων ναυτικών, ιταμών εν τω δικαίω των, συγγενών της γραίας Αχτίτσας, ηναγκάσθη να δηλώση ότι τα Χριστούγεννα εφέτος θα έδενε παντρειές και θα εστεφανόνετο. Αυτός δεν ήτο νέος να παρατείνη τας γλυκείας του αρραβώνος ημέρας.

Και η γραία Αχτίτσα πλέον, μόνη της εμάζονε κ' εκουβαλούσε της εληές από το Μποστάνι, τρεις ώραις από το χωριό, προς μεγάλην κατάπληξιν της γραίας Φουλίτσας, ήτις παρεξενεύετο εις του Βασίλη την βρύσιν, μη βλέπουσα και την ολοστρόγγυλην κόρην της.

Αλλ' η κόρη, επισπεύδουσα, απόσωνε τα προικιά της, νυκτερεύουσα.

Και μαθούσα παρά του κυρ-Δημάκη το προσφιλές του τραγούδι, υπέψαλεν αυτά την νύκτα η γλυκεία κόρη, κεντώσα τον καλόν χιτώνα της, παρά την λάμψιν της εστίας, κάτω εις το κατώγειον, αόρατος και ημέραν και νύκτα, ενώ η γραία Αχτίτσα, κατάκοπος ερχομένη από τον ελαιώνα, έπιπτε ξύλο κούτσουρο:

Δίψασ' η Πανίτσα και πάει να πιη νερό και η μάννα τς δεν το ξέρει πως ίκαμε γαμπρό.

Εξημέρωνεν η παραμονή των Χριστουγέννων. Ο κυρ-Δημάκης την νύκτα εκείνην, ετοιμαζόμενος, ίνα μεταβή την επαύριον εις Σκόπελον, διά την δημοπρασίαν, εκάθητο πλησίον του πυρός, σύννους, θερμαινόμενος, ότε προσήλθεν ο μογιλάλος, κομίζων αυτώ λαδωμένας τινάς σημειώσεις περί του εξαχθέντος την ημέραν εκείνην ελαίου εις τας μηχανάς. Ο κυρ-Δημάκης, έως ου γείνη η κατακύρωσις των δεκάτων, ώφειλε να γνωρίζη ακριβώς, όχι μόνον το ποσόν του καρπού, του επί των δένδρων, αλλά και το εξαχθέν ήδη έλαιον.

Τότε λοιπόν και ούτος εξαγαγών το ιδικόν του σημειωματάριον, ρυπαρόν και λαδωμένον ωσαύτως, εσημείωσε τα ποσά, τα οποία τω παρουσίασεν ο υπηρέτης, έκαμε σύντομόν τινα λογαριασμόν, εσημείωσε και την άθροισιν, κ' εφάνη λίαν ευχαριστημένος.

— Κιμίκρ; Ηρώτησεν ο υπηρέτης, ως να του έλεγε: — Καλά;

— Καλά! είπεν ο κυρ Δημάκης. Και διά σημείου τω υπέδειξεν, ότι αύριον αναχωρεί.

— Κιμίκρ; Ερωτά πάλιν ο μογιλάλος, ως να τω λέγη: — Εις την Σκόπελον;

Είχεν εννοήσει ο πονηρός υπηρέτης όλα. Ο κυρ-Δημάκης κατένευσε.

Πλην ο πτωχός μογιλάλος εσκυθρώπασεν αίφνης. Εσυλλογίσθη τα φαιδρά Χριστούγεννα, την εορτήν, την ανάπαυσιν, την εστίασιν, την βρώσιν, την πόσιν. Και διά των δακτύλων του παρέστησε προς τον αυθέντην του, ζωηρώς, διά τριών θλιβερών σχημάτων, μεγάλων και πολυσυνθέτων, πρώτον το Χριστόψωμον, και είτα τον οβελόν του χοιρινού, στρεφόμενον εν τη ασβεστωμένη εστία, και τέλος το ευφρόσυνον κρασοβόλιον.

Μετά τούτο ο κυρ-Δημάκης, συλλογισμένος πάντοτε, κατηφής και άφωνος ως να έγραφε την διαθήκην του, εκάλεσε την Αχτίτσαν, μόλις ξαβοηθήσασαν το σακκίον των ελαιών. Δύο-δύο ανήλθεν η γραία τας βαθμίδας από της χαράς, πιστεύσασα, ότι ο κυρ-Δημάκης θα ώριζεν αυτή την ημέραν των αρραβώνων και των γάμων:

— Κ' ήθελα παιδί μου, να σε ρωτήσω από τα πρωί, για να ζυμώσωμε τα Χριστόψωμα. Να ετοιμάσουμε, μαθές. |

— Όχι, κυρά-μητέρα! Όχι ακόμα! απήντησε θλιβερώς ο κυρ-Δημάκης·

Η γραία-Αχτίτσα απελιθώθη. Τόσον βέβαιον εθεώρει το πράγμα, αφ' ης ημέρας ο κυρ-Δημάκης έδωσε τον λόγον του, ώστε εκοινολόγησε τούτο, ως είδομεν, και, χάρις τη γραία Φουλίτσα, τον αρραβώνα εγνώριζε πλέον όλον το χωρίον. Διά τούτο τώρα εμαρμάρωσεν η πτωχή μητέρα. Μετά τινας δε στιγμάς σιωπής παρετήρησε μετά σεβασμού και συστολής:

— Είνε αμαρτία, παιδάκι μου! Αμαρτία από τον Θεό!

— Το βλέπω κ' εγώ, κυρά-μητέρα, πως είνε αμαρτία, μεγάλη, μάλιστα, που θέλουν να μου πάρουν τα δέκατα, και αναγκάζουμαι, βλέπεις, τέτοιες μέρες να πάγω 'ς το Σκόπελο!

— Ώστε δεν θα γείνη πάλι ο γάμος;

— Για γάμο είμαστε, ευλογημένη; Δεν βλέπεις τι φτώχια μας δαίρνει; Δεν βλέπεις που με σάστισε αυτός ο καπετάν-Παρμάκης;

— Να μη τον εύρη ο χρόνος, παιδάκι μου! Ναι!

— Να μη τον εύρη ο χρόνος, κυρά-μητέρα! Τώρα είπες καλά.

— Λοιπόν, κυρ-Δημάκη;

— Θα σας πω εγώ, κυρά-μητέρα, θα σας πω. Τώρα δεν αδειάζω. Σαν γυρίσω από το Σκόπελο. Ας περάσωμε τώρα, όπως περάσαμε ως τώρα. Θα σας πω εγώ!

— Να σ' πη ο παππάς 'ς τ' αυτί. Θεοκατάρατε! Κατηράσθη καθ' εαυτήν η γραία Αχτίτσα, αγανακτήσασα πλέον. Και κατήλθε τας βαθμίδας μίαν-μίαν, σπογγίζουσα τους οφθαλμούς της με την μανδήλαν της, να μη την ίδη κλαίουσαν η ωραία κόρη της και λυπηθή και αυτή, η ορφανή και απροστάτευτη.

Συγχρόνως ο μογιλάλος, αποκρεμάσας τα δισάκκιον και την χλαίναν, ετίναξε και ητοίμασεν αυτά διά το ταξείδιον.

Μετ' ολίγον, ο κυρ-Δημάκης, πάντοτε σκυθρωπός και συννεφιασμένος, ως άνθρωπος μέλλων ν' αυτοκτονήση, απεκοιμήθη, νομίσας ότι καθησύχασεν ούτω την γραίαν, ίνα εγερθή την πρωίαν. Κάτω δε εις το κατώγειον φως έλαμπεν ακόμη από τας χαραμάδας του πατώματος και φωνή γλυκεία ηκούετο σιγά-σιγά άδουσα:

Νύσταξ' η Πανίτσα και πάει να κοιμηθεί κ' η μάνα τς δεν το ξέρει πως θα στεφανωθή.

Η ορφανή κόρη απόσωνε τα προικιά της.

***

Ο καπετάν-Παρμάκης εις δύο περιστάσεις ωργίζετο εν τη ζωή του. Ότε ηναγκάζετο να ποδίση ένεκα εναντίων ανέμων, και όταν εβλάπτετο τυχόν ο εξαρτισμός της ωραίας σκούνας του υπό του μανιακού μαΐστρου. Αλλ' ωργίζετο παραφόρως τότε, θεωρών εαυτόν ηττημένον, κ' εφρύαττε κατά των αναισθήτων στοιχείων. Ήδη μεταβαλών τρόπον βίου, μετέβαλε και τας αφορμάς της οργής του και της μανίας του. Ωργίζετο μόνον κατά τας εκλογάς, αλλ' όχι πλέον κατά των ανέμων και των κυμάτων, αλλά κατ' άλλων, εμψύχων στοιχείων, του κόσμου, κατά της απάτης, του δόλου και των μηχανών, κατά των αντιπάλων του, καθ' εαυτού, κατά του Γιωργή της Θασίτσας, όστις τω υπέδειξε τας τρικυμίας της ξηράς:

— Μα όχι πάλιν τέτοιες φουρτούνες, μωρέ παιδί μου, μωρέ Γιωργή μου!

Ηγανάκτει θραύων την βαύκαλιν του πνιγηρού ποτού, τη επαύριον των εκλογικών αποτυχιών του. Πλην όμως μετά ταύτα επραΰνετο. Η τρικυμία παρήρχετο. Οι οφθαλμοί του δεν ήσαν πλέον θολοί. Διηύγαζον την χαράν. Αι παρειαί του αι κατακόκκινοι, ηθρίαζον φεγγοβολούσαι την φαιδρότητα. Και ιδού πάλιν ο καπετάν-Παρμάκης ο ευπροσήγορος, ο φιλόφρων, ο φιλόξενος.

Ούτω και τη επαύριον της δημοπρασίας ο αμίλητος, ο πύρινος, ο δύσπνους, ο άγριος καπετάν-Παρμάκης, επραΰνθη, εμειδία και ηστεΐζετο εν τω οινοπωλείω του Γιωργή της Θασίτσας. Διελέγετο οικείως και προς αυτόν τον αντίπαλόν του, τον κυρ-Δημάκην. Εις Σκόπελον, κατά την οριστικήν δημοπρασίαν, είχε καιρόν να εκμανή πάλιν. Συστήματα βλέπετε.

Διά τούτο και ο κυρ-Δημάκης δεν απηξίωσεν, εθεώρησε μάλιστα τιμήν του, να συνταξειδεύση μέχρι της πρωτευούσης της επαρχίας μετ' αυτού του ασπόνδου αντιπάλου του:

— Αγάπα με να σ' αγαπώ! Προσεφώνησεν ο καπετάν-Παρμάκης τον κυρ- Δημάκην, όστις ήλθε να επιβιβασθή εις την μικράν λέμβον, φέρων επ' ώμων την χλαίναν και βαστάζων το ελαφρόν δισάκκιον.

— Να σ' πω, καπετάνιο, είπεν ο κυρ-Δημάκης, επιβιβαζόμενος, κ' αν δεν τα πάρης εσύ τα δέκατα, θα τα πάρω εγώ!

— Ένας απ' τους δυο μας, κυρ-Δημάκη!

Εκραύγασεν από της λέμβου, ομιλητικώτατος κ' εύχαρις ο πλοίαρχος.

Ήτο πρωία. Εις την αποβάθραν ουδείς εφαίνετο. Μόνος ο Σταυρής, ο καφεπώλης, εισπνέων ορμητικώς τον πρωινόν αέρα, ως άνθρωπος αιωνίως κρυωμένος, ιστάμενος παρά την θύραν του καφενείου του εψέλλισε με την ρίνα:

— Καλό πνίξιμο, κυρ-Δημάκη!

Την μεσημβρίαν, λέμβος μικρά έπλεε δευτερόπριμα προς την αιπεινήν Σκόπελον. Τ' απόκρημνα βουνά της, καταπράσινα εκ των πεύκων, εξεδιπλούντο ολονέν εγγύτερον, διανοίγοντα τας πτυχάς των, τας φάραγγας, τα ρεύματά των, τους όρμους των, τας χαλικώδεις ακτάς των. Η νήσος όλη καμαρωτή προέβαινεν ως πάγκαλος Νηρηίς.

Ο καπετάν-Παρμάκης, εννοήσας ότι ο γέρων αλιεύς, έχων τους οφθαλμούς του καρφωμένους εις την από του ιστίου κρεμαμένην μεγάλην φλάσκαν, δεν ετιμόνιζε καλά, έλαβεν αυτός το πηδάλιον, καθήσας επί της κωπαστής εν τη πρύμνη.

Εμπρός, εν τη πρώρα, ο κυρ-Δημάκης κουκουλωμένος υπό την χλαίναν του ως αμνάς γονατισμένη, εθεώρει τον πυθμένα, όστις ήρχιζε να διακρίνηται πολύχρωμος, πολυσχιδής, προσεγγιζούσης της λέμβου πρός τινα ξηράν νησίδα, πρό τινος ερήμου όρμου άδων το φαιδρόν τραγουδάκι του, ίνα μετριάζη την κατήφειαν, ήτις εξηκολούθει να περιβάλη το άκακον πρόσωπόν του ως μαύρη σκέπη.

Ο άνεμος ελαττούμενος πρό τινος είχεν εντελώς κοπάσει. Η θάλασσα ήτο ακίνητος.

— Να σταθούμε λίγο να φάμε, όσο να πάρη το μαϊστραλάκι; Ηρώτησεν ο κυρ- Δημάκης,

Ο καπετάν-Παρμάκης επεδοκίμασε την πρότασιν, και διηύθυνε την λέμβον προς την νησίδα, του αλιέως κωπηλατούντος, ενώ αυτός καταβιβάσας εδίπλωνε τα ιστίον, άχρηστον πλέον, θα ήτο δειλινόν.

— Τρώμε ψωμάκι, υπέλαβεν ο καπετάν-Παρμάκης, και ύστερα με το μαϊστράλι τα πριμίζουμε σιγά-σιγά.

Και κατηύθυνε την λέμβον έξω προς την νησίδα, όπως προσδέσωσιν αυτήν από της ακτής, ίνα φάγωσι με την ησυχίαν των.

— Ε, ακρογιαλά! ακρογιαλά και κακό! Ανεκραύγασεν ο κυρ-Δημάκης από της πρώρας φαιδρυνθείς αίφνης, διότι εξακολουθών να θεωρή τον κυανοπράσινον πυθμένα, είδεν αυτόν κατάστικτον από τους εχίνους, και τους βράχους της νησίδος πλήρεις οστρακοδέρμων παντοδαπών, άτινα, ως ξεστά ποικίλματα λαμπρώς εστόλιζον τους σκοπέλους και τας υφάλους της μικράς νήσου, εν ώ οι καρκίνοι, εξελθόντες από τας χασμάδας των, έπαιζον με τον ελαφρόν του κύματος φλοίσβον.

— Ε, ακρογιλά! ακρογιαλά και κακό!

Επανέλαβεν ο κυρ-Δημάκης έκπληκτος, ούτως αποκαλών κατά το ιδίωμα της πατρίδος του τα κοινώς λεγόμενα μεζέδια.

Η μαργαρώδης, η χρυσοπράσινος, η δροσερά του πυθμένος αίγλη απεδίωξε πάραυτα την μαύρην από του προσώπου του σκέπην. Γλυκύς ίμερος τον συνεκίνησε προς την θέαν των θαλασσινών.

Ήτο δε ομολογουμένως και δεξιός ερευνητής και αλιεύς τούτων ο κυρ- Δημάκης. Όταν συνεπληρούτο πλέον η συγκομιδή του ελαίου, οσάκις δεν είχεν άλλην τινά εργασίαν εν τω χωρίω, λαμβάνων τριχίνην πήραν, ένα γάντζον και κάμακα και μάχαιραν αιχμηράν, απήρχετο εις τας βορειοδυτικάς ακτάς πεζή, εν καιρώ γαλήνης, και από της ξηράς, γιαλό-γιαλό χωρών, συνέλεγε πλήθος εξ αυτών, βοσκομένων εν τη ακρογιαλιά, με γυμνάς τας κνήμας πηδών από βράχου εις βράχον, απομακρυνόμενος, κύπτων, εγειρόμενος, ακινητών, εξαφανιζόμενος, συγχεόμενος με την ακτήν, ανακινούμενος βράχος.

Ο γέρω-Αρνάκιας, ο βοσκός, ένας τόσος δα ανθρωπάκος, βλέπων από του ύψους, από τον Άγιον Ιωάννην του Κάστρου, όπου είχε τα προβατάκια του, μίαν προκύπτουσαν προς την θάλασσαν σκιάν, αρχίζουσαν από έν τριγωνικόν οξυκόρυφον κάλυμμα και απολήγουσαν εις δύο γυμνάς κνήμας, έλεγε κάμνων τον σταυρόν του:

— Ως και την θάλασσα την δεκατίζει αυτός ο δεκατιστής!

Το βράδυ επανήρχετο ο κυρ-Δημάκης με ευωδιάζουσαν θαλασσίως την τριχίνην πήραν, πλήρη παντοειδών οστράκων, αναμίξ κειμένων, και συριζόντων συριγμόν τινα δροσερώτατον, ως φλοισβίζοντος κύματος. Κογχύλια παμμέγιστα με το επίπτυγμα αυτών πρασινοκίτρινον ως χρυσούν νόμισμα επικολλημένον, πεταλίδες ως μικρά πιατάκια, αι βραχωταί, αι οποίαι ψήνονται εις την ανθρακιάν, μία-μία, θαύμα ιδέσθαι και πάγκαλαι φαγείν, μίδια τα ιώδη και ιόχροα με τα θαλάσσια βρύα κρεμάμενα από της άκρας ως ξανθοί κροσσοί, αι λευκοπόρφυροι ως παρθενικά χείλη καλόγνωμαι, αίτινες ροφώνται ως το φίλημα, αι μυστικαί φούσκαι, ασκίδια πλήρη θαλασσινής ευωδίας, καρκίνοι με τεθραυσμένους τους πόδας ακίνητοι, και πάγουροι τετράγωνοι ως μία παλάμη, πληγωμένοι διά της αιχμηράς μαχαίρας, με συντετριμμένα τ' απειλητικά αυτών στόματα, όλα ταύτα έκειντο εν τη πήρα. Ενίοτε οκτάπους τις φέρων εις τους κολλώδεις πλοκάμους του ορμαθόν κογχυλίων προσκολληθέντων, ως διπλούν και τριπλούν κομβολόγιον, και πολλάκις σηπία με τον μαύρον ρύπον της, ως χειρ απείρου μαθητού. Όλα αυτά εξέρριπτεν από της πήρας του ο κυρ-Δημάκης, κ' επλήρου λεκάνην όλην, υπό τα άπληστα βλέμματα της γραίας Αχτίτσας, ήτις άλλα έψηνεν, άλλα εμαγείρευε, και άλλα έτρωγεν ωμά.

Πολλάκις όμως ο κυρ-Δημάκης μετέβαινεν «εις τ' ακρογιαλά» και την νύκτα. Και τότε φοβερώτερον ήτο το θέαμα εις τους οφθαλμούς του αγραυλούντος βοσκού.

Ο γέρω-Αρνάκιας, κουκουλωμένος με την καπίτσαν του εις τον Άγιον Ιωάννην σ' το Κάστρο, όπου έβοσκε τ' αρνάκια του, επανειλημμένως έκαμνε τον σταυρόν του:

— Άι Γιάννη μ' τι πράμα νάνε αυτό! τι πράμα νάνε αυτό, Άι Γιάννη μ'! Και έβλεπεν ακίνητος, τρέμων από του φόβου:

Υψηλόσωμος άνθρωπος, κουλουριασμένος τοξοειδώς, εις το χείλος αποτόμου σκοπέλου, έκλινε προς το κύμα, ως να έπλυνε τους πόδας του. Αι κνήμαι του ημιβυθισμέναι εις την θάλασσαν, κρύαν εν τη νυκτί. Φάντασμα, λευκαίνον τα φανταστικά ιμάτιά του. Μάγισσα, μαγεύουσα τα εύμορφα ναυτόπουλα. Με την μίαν χείρα κρατεί κάμακα και προσπαθεί να καμακίση εις το βάθος του σειομένου, του προξενούντος ίλιγγον πυθμένος, πράγμα τι, το οποίον βλέπει και πάλιν δεν βλέπει. Με την άλλην κρατεί ελαφρόν σιδηρούν πυροφάνιον, εμπεπορπημενον από της οσφύος του, προς το πέλαγος τείνον, εν ώ σχίζαι δαδός, καίουσαι, διαχέουσι φαεινόν σέλας, φλογίζον λαμπρώς μέγαν κύκλον πέριξ, εντός του οποίου ο μαύρος τοξοειδής εκείνος όγκος παλαίει, ως να θέλη να πνιγή και πάλιν ως να μη θέλη. Κινείται, τέρας αμφίβιον, κινείται μετ' αυτού και ο φωτεινός κύκλος ηρέμα, περιηγούμενος την ακτήν την βραχώδη, αναβαίνων, καταβαίνων, ως μετέωρον από του ουρανού καταπεσόν, ως φλοξ από του κύματος αναδύσα, την κύκλω βραχώδη ακτήν ζωογονήσασα, ης οι απότομοι σκόπελοι, μετακινούνται, θαρρείς, φωσφορίζοντες, δαιμόνια από το επάνω υψούμενον γυμνόν Κουρούπι κατακρημνισθέντα, να πνιγώσιν εις τα πέλαγος.

— Τι πράμα νάνε αυτό, Αϊγιάννη μ'! Αϊγιάννη μ'! τι πράμα νάνε αυτό!

Επανελάμβανεν ο βοσκός, ο γέρω-Αρνάκιας, εις τον άγιον Ιωάννην σ' το Κάστρο, φυλάττων τα προβατάκια του, μη γνωρίζων ότι ο κυρ-Δημάκης, καθώς ήτο λαμπρός αλιεύς των ακρογιαλών την ημέραν, ούτως ηδύνατο να ήναι και την νύκτα.

Τότε ιδίως η αλιεία είνε πλουσιοπάροχος, αλλά και πλέον κοπιώδης. Τότε συνέβη πολλάκις ο κυρ-Δημάκης και κέφαλον κοιμώμενον να καμακίση, και λαύρακα σπινθηρίζοντα ως εξ αργύρου, και σκορπιόν θεότυφλον. Τότε ουδείς πάγουρος διέφευγε τον άσπλαγχνον γάντζον του. Όσα κοιλώματα και αν είχε το βαθύ χάραυλον, ο κυρ-Δημάκης είχε την τέχνην να τον εξαγάγη εκείθεν, θέλοντα μη θέλοντα. Όταν όμως ο πονηρός πάγουρος εισέδυεν εντός του βράχου, αόρατος, αφρούς μόνον εκπέμπων, τότε ο κυρ-Δημάκης, πονηρότερος αυτός, εξήγε πρώτον διά της μαχαίρας του το ήμισυ αυτού μέρος, και είτα το έτερον ήμισυ.

Εν ανάγκη έθετεν εντός της ζώνης του έν τινι αυτής πτυχή και ικανήν ποσότητα λαδιάς, όπως διαβλέπη καθαρώτερον τον πυθμένα.

Ολόκληρος ζωντανή αλιάς αρματωμένη ο κυρ-Δημάκης. Πάνοπλος, με τον κάμακα και τον γάντζον και την μάχαιραν, εμπεπηγμένα εν τη ζώνη, με το πυροφάνιον εσβεσμένον εις την μίαν χείρα, με μίαν συναγρίδα δεσμίαν εις την άλλην, με την πήραν ογκουμένην από του ώμου, επανήρχετο ο κυρ- Δημάκης εις την πόλιν.

— Να κ' ένας ψαράς του βουνού!

Έλεγαν όσοι τον έβλεπαν.

***

Προσέδεσαν λοιπόν την λέμβον από τινος βράχου της νησίδος, ίνα φάγωσιν. Ο καπετάν-Παρμάκης έλαβε την πήραν του, υπέστρωσε τράπεζαν και εκέλευσε τον αλιέα ν' αποκρεμάση από του ιστού την μεγάλην φλάσκαν, βαρείαν, στρογγύλην ως άρτον καλοψημένον.

— Μια στιγμή, καπετάν-Παρμάκη, μια στιγμή! Διέκοψεν αίφνης ο κυρ- Δημάκης. Και πάραυτα, απογυμνώσας τας κνήμας του, επήδησεν επί των σκοπέλων της ερημονήσου μαλακώς, ως δορκάς:

— Να σας βγάλω καμπόσα ακρογιαλά, για να με θυμάσθε! Εις τον καπετάν- Παρμάκην, επροξένησεν ευχαρίστησιν η πρότασις, διότι έβλεπε τόσην ώραν μεγάλην την φλάσκαν, και έδωσε την άδειαν μάλιστα εις τον αλιέα να τραβήξη μια ως ορεκτικόν, επειδή έβλεπεν αυτόν να θεωρή την μακαρίαν μετά πολλής τρυφερότητος.

— Γρήγορα όμως, γιατί πεινάσαμε. Παρήγγειλεν ο καπετάν-Παρμάκης προς τον κυρ-Δημάκην, όστις απορρίψας την χλαίναν επί τινος σκοπέλου κ' εξαγαγών την μάχαιραν από της ζώνης του, ήρχισε ν' αποσπά από των πετρών ευώδη, ευμεγέθη όστρακα παντοδαπά, τα οποία έθετεν εντός μανδηλίου, όπερ ως σακκίδιον εκρέμασεν από της ζώνης του.

Ένεκα του χειμώνος από ημερών δεν επεσκέφθησαν φαίνεται αλιείς τη νησίδα, και οι βράχοι της ήσαν υπερπληρωμένοι, αγιάλευτοι.

Ο κυρ-Δημάκης, μεθύσας από της αφθόνου πληθύος των οστράκων, και ταχέως από υφάλου εις ύφαλον, από σκοπέλου εις σκόπελον διαβαίνων, έγεινεν άφαντος μετ' ολίγον εις την όπισθεν της ξηρονήσου πλευράν.

— Κυρ-Δημάκη!

Εκραύγασε μετά ταύτα ο καπετάν-Παρμάκης, πεινών. Ο κυρ-Δημάκης δεν ήκουσεν.

Αλλ' αίφνης, εκεί που ήτο εξαπλωμένος ο καπετάν-Παρμάκης, επί της κωπαστής, αφηρημένος προς το πέλαγος, συλλογιζόμενος — τις οίδε — πόσας και ποίας τρικυμίας, τας οποίας συνήντησε με την «Ελένην του», ρίπτει το τσιγάρον του εις την θάλασσαν, και κτυπά δι' ισχυρού κολάφου το πλατύ και ψημένον ως σανίδα μέτωπόν του. Οι οφθαλμοί του απήστραψαν:

— Λύσε τον κάβο!

Διατάττει αυστηρώς τον αλιέα ο πρώην πλοίαρχος, εγερθείς υψηλός, ογκώδης, επί της πρύμνης της χθαμαλής αλιάδος, με την λασσιότριχα μηλωτήν, με τον βαρύν κούκκον του, δαίμων των κυμάτων.

Το μαϊστραλάκι ήρχισε να πνέη κρύο-κρύο, παγωμένον.

Κατ αρχάς εμελάνιαζε την κυανήν θάλασσα μ' αιφνίδια, ελαφρά σαγανάκια, είτα όμως ανέκτησε την τακτικήν του δύναμιν. Ο πόντος ήρχισε ν' ασπρίζη.

— Τι; θα τον αφήσουμε τον κυρ-Δημάκη;

Ερώτησεν ο αλιεύς, λύων το σχοινίον.

— Λύσε τον κάβο!

Επανέλαβε, φοβερώς μειδιών ο καπετάν-Περμάκης και προσέθηκεν, υπολογίζων τον άνεμον:

— Ίσα το πανί! Μόλα φλώκο!

Κ' επειδή ο αλιεύς ήνοιγε πάλιν το στόμα του πλατύ-πλατύ, ως διά να λαλήση, ο καπετάν-Παρμάκης απεστόμωσεν αυτόν, προτείνας την γάστρωνα φλάσκαν.

— Μη σε μέλει. Τα χαρτιά είναι εις όνομά μου. Αληθώς τα λιμενικά έγγραφα είχον εκδοθή επ' ονόματι του καπετάν-Παρμάκη.

— Ας κάμη Χριστούγεννα με τους καλογέρους.

Μετ' ολίγον η λέμβος, απομακρυνθείσα της ερημονήσου, έπλεε προς τον Αγνώντα, σφοδρώς ωθουμένη υπό του μαΐστρου, εν ώ ο καπετάν-Παρμάκης, ανοίξας το κλειδοπίνακόν του, παρέθηκεν άφθονον το γεύμα ενώπιον του αλιέως, όστις οσάκις εδοκίμαζε να παραπονεθή, ή ν' αναμνησθή τον κυρ- Δημάκην, έβλεπε πάντοτε την μεγάλην φλάσκαν κλείουσαν το στόμα του, ην έτεινε προς αυτόν ο πρώην πλοίαρχος:

— Πιέ, πιέ, γέρω-γαλιέ, και λούφαξε! Και άφησε τους πεθαμένους!

Ο καπετάν-Παρμάκης, τρώγων τεμάχιον ευώδους λαχανόπηττας, διηύθυνε συγχρόνως και το πηδάλιον. Το δε ιστίον, κατάλευκον, φουσκωμένον, ωμοίαζε μακρόθεν προς αερόστατον, σύρον βιαίως προς τα εμπρός το σκαφίδιον ως πτερόν, μόλις, θαρρείς, απτόμενον της επιφανείας της θαλάσσης.

Ο κυρ-Δημάκης, εισπεσών έν τινι ορμίσκω αβαθεί, όπου η θάλασσα ήτο ως λίμνη προς την εναντίαν της νησίδος πτυχήν, συνήντησεν εκεί μέγαν τινά πάγουρον, άγριον, βρυωμένον τετράγωνον, μελανόφαιον. Και μη έχων μεθ' εαυτού τον γάντζον, προσεπάθει διά της μαχαίρας, τόσην ώραν, να τον αποσπάση από του χάσματος, θεωρών εντροπήν του να τον αφήση. Κύπτων ίδρωσε.

Τέλος ηγέρθη κατακόκκινος. Κι' ιδών ότι ο ήλιος έκλινε πολύ προς δύσιν, ενθυμήθη τον σκοπόν του ταξειδίου του, τα δέκατα:

— Να μη φρεσκάρη ο μαΐστρος και κλεισθούμε!

Το μανδήλιόν του ήτο πλέον βαρύ-βαρύ εκ των οστρακοδέρμων. Απεφάσισε να επανέλθη εις την λέμβον. Υψηλός, με γυμνάς τας κνήμας, αισθανόμενος φρικιάσεις παγεράς εις τα νώτα του, με το πρόσωπον ήσυχον, πράον, επίμηκες, από βράχου εις βράχον, επανήρχετο προφυλακτικώς, αποφεύγων τους νυγμούς των αιχμηρών, ακανθωτών σκοπέλων.

Πρώτην φοράν απέβαινεν επί της ξηρονήσου ταύτης, ης η περιφέρεια ήτο ελαχίστη. Μακρόθεν παρουσίαζε θέαν ισοσκελούς τριγώνου, ου αι πλευραί κατεκαλύπτοντο υπό ούλων θάμνων ερίκης και σχοίνου και τίνων αγριελαιών, αίτινες προς την κορυφήν ήσαν πυκναί ως τι δασύλλιον. Λησμονήσας προς ποίον μέρος είχεν αφήσει την λέμβον, απεφάσισε να επανέλθη, εκ της αυτής ακτής, κ' υπέστρεφε λοιπόν ως μονήρης αλκυών, αναπηδών τους θαλασσωμένους σκοπέλους. Κάμψας την βορείαν άκραν — ρίπτει το βλέμμα του προς νότον, αλλ' ουδαμού διακρίνει την λέμβον. Ουδόλως εταράχθη, υποθέσας ότι, μικρά ως ήτο, θ' απεκρύπτετο υπό τινος βράχου. Ουχ ήτον εκραύγασε:

— Καπετάν-Παρμάκη!

— Καπετάν-Παρμάκη! Απήντησεν η ηχώ, πένθιμος, οδυνηρά, μονήρης.

Προχωρεί τότε έμφοβος και σφαλλόμενος, ατενίζων προς νότον την έρημον ακτήν, μετά τρόμου φυγάδος, φοβουμένου μη αντικρύση τον διώκτην. Ουδεμία λέμβος εφαίνετο.

— Καπετάν-Παρμάκη! Κραυγάζει τώρα τρέμων, κινδυνεύων.

— Καπετάν-Παρμάκη! απήντησεν πάλιν η ηχώ, θρηνώδης, ως βόμβος οικίας, κραδαινομένης από σεισμού.

Αίφνης βλέπει την μηλωτήν του ακίνητον, ήσυχον, εκεί επί του βράχου, όπου εξελθών προ μικρού είχεν αφήσει αυτήν.

Η καρδία του κτυπά, θαρρείς, να διαρραγή. Θρηνεί, βρυχάται ως λέων:

— Καπετάν-Παρμάκη!

— Καπετάν-Παρμάκη! Ηκούσθη πάλιν η ηχώ η έρημος, βρυχωμένη, θνήσκουσα, καγχάζουσα την ανθρωπίνην ασθένειαν.

Έκφρων τότε, έχων τους οφθαλμούς του καθηλωμένους επί της ακτής, αναζητεί την λέμβον. Περιέρχεται ακόμη άπαξ την νησίδα. Ίσταται εις έκαστον σκόπελον, εις εκάστην πτυχήν βράχου ερευνών, ως εάν η λέμβος, ήτο αόρατόν τι σημείον. Αφηρημένος, επί τινάς στιγμάς, θεωρεί μίαν ύφαλον, μη ήτο η λέμβος του. Κατωτέρω, ασυνειδήτως, ίσταται και παρατηρεί ασκαρδαμυκτί καρκίνον, παίζοντα υπό τον αφρόν του κύματος. Ολισθαίνει παρακάτω, κινδυνεύων να πέση εις τον βαθύν πόντον. Αλλ' ουδαμού η λέμβος. Το βλέμμα του τότε αναμετρούν το πέλαγος προσπίπτει κάτω, προς τον Αγνώντα, την μεσημβρινήν άκραν της Σκοπέλου, όπου βλέπει λευκόν ιστίον να φεύγη ως παμμέγεθες, ανηπαργμένον υπό του ανέμου, πτερόν.

Χωρίς να το αισθάνεται, φέρει την παγωμένην χείρα του προς την καρδίαν.

— Καπετάν-Παρμάκη! Μυκάται εντός του λάρυγγος αυτού.

Βοή πνιγηρά αντηχεί, στεναγμός πνιγομένου.

Κινεί προς τα εμπρός τας χείρας του. Επιχειρεί να κινήση και τους πόδας του, νομίζων ότι το ευρύ πέλαγος είνε η θεσσαλική πεδιάς. Κύμα λευκόν τιναχθέν επί του βράχου ραντίζει το πρόσωπόν του. Υποχωρεί, πίπτει επί του σκοπέλου, απολλύμενος, έχων τους γυμνούς πόδας του κρεμαμένους εντός της θαλάσσης, ήτις κυματίζουσα, αφρίζουσα, απειλεί να τον περιβάλη.

Τσαγανός παμπόνηρος, εξ εκείνων οι οποίοι ταξειδεύουσι και βόσκουσιν εν ώρα τρικυμίας, ανέρχεται περιπατών, ατάραχος επί των γυμνών κνημών του, ως να θέλη να σκώψη την οικτράν περιπέτειαν του αλιέως των ακρογιαλών.

Συνέρχεται. Κάμνει και τρίτον γύρον. Και τότε επείσθη πλέον ότι ο καπετάν-Παρμάκης εξηπάτησεν αυτόν. Εθεώρησε τότε τα πέλαγος μήπως διακρίνη άλλην λέμβον πλέουσαν, πλην ο πόντος ηπλούτο άγριος, έρημος. Οι οφθαλμοί του έκαμνον άσπρα-άσπρα. Έκλεισεν αυτούς ιλιγγιών. Εσκέφθη τότε ότι αύριον ήσαν Χριστούγεννα. Η δημοπρασία θα εγίνετο την άλλην ημέραν. Δεν θα έλθη έως αύριον βράδυ καμμία βάρκα;

Επραΰνθη προς την σκέψιν του ταύτην. Και ησθάνθη τότε το ρίγος του κρυερού, χιονώδους ανέμου. Με την χλαίναν του εκάλυψε τα νώτα αναλαβών αυτήν από του βράχου, και κατεβίβασε το βρακίον, περιενδύσας τας γυμνάς κνήμας του. Τας περικνημίδας και τα υποδήματα είχε καταλίπει εις την λέμβον.

Εξεσφενδόνισεν εις την θάλασσαν το μανδήλιον και τα όστρακα μετά μίσους και αποστροφής, ως τι κατηραμένον πράγμα.

Ο ήλιος μετ' ολίγον έδυεν. Ο πόντος εμαύριζε, τα δε κύματα ελεύκαζον, φεύγοντα ως αρνία, κυνηγούμενα υπό ωρυομένων λύκων. Πέραν εγαλάνιζον τα χθαμαλά βουνά της Σκιάθου, και όπισθεν της ξηρονήσου υψούντο τα όρη της Σκοπέλου, εις τας κορυφάς των οποίων έλαμπον ακόμη αι τελευταίαι του ηλίου ακτίνες. Ήλθε κ' εκάθησε κατέναντι, με το πρόσωπον προς την Σκόπελον, επίμηκες άπελπι, πρόσωπον αμνάδος δρώσης πενθίμως έναντι τον αποκλειόμενον απ' αυτής λειμώνα. Έξω διέκρινε τα Έλος, όρμον της Σκοπέλου με το αμμώδες ημικυκλικόν παράλιον.

Έβλεπεν ατραπούς εν τω δάσει. Τω εφάνη ότι είδεν ονάριον.

Έβαλε κραυγάς.

Κ' εξαγαγών τον γιωργούλην του επέσειεν αυτόν εις τον αέρα ως σημαίαν κινδύνου λησμονών ότι ήτο νυξ και δεν θα διεκρίνετο.

— Αν ήξευρα να κολυμβώ!

Εδοκίμασε να πατήση εις την θάλασσαν, αλλά πάραυτα απεσύρθη, καταπλαγείς από το βάθος φρικιών.

Εκουκουλώθη εκεί υπό τινα σπηλαιώδη βράχον, ριγών, πάσχων, ως θνήσκουσα φώκη. Και εις τον νουν του είχε μόνον την τελειωτικήν δημοπρασίαν των ελαιοδεκάτων, τα οποία, μετά μίαν ημέραν, θα κατεκυρόνοντο οριστικώς, επ' ονόματι του απατήσαντος αυτόν πονηρού αντιπάλου του.

Απεκοιμήθη.

Περί το μεσονύκτιον έβλεπεν εν ονείρω ότι εκάθητο υπερήφανος εν τη αγορά της Σκοπέλου, εν μέσω των προυχόντων της νήσου, οίτινες όλοι με τα υψηλά καπέλλα διά την εορτήν, τον εκαμάρονον, συγχαίροντες διά την τόλμην του εις τας προσφοράς. Ο φοβερός αυτού αντίπαλος, ο καπετάν-Παρμάκης είχεν αποσυρθή. Και ο δημόσιος κήρυξ διαταχθείς από τον έπαρχον, ένα δίπηχυν φουστανελοφόρον, εκραύγαζε κτυπών επί της τραπέζης το σφυρίον του.

 — 32 χιλιάδες μία! 32 χιλιάδες δύο! τριάντα δύο χιλιάδες ο φόρος του
ελαίου! Και μετ' ολίγον προσέθετε:

 — Έχει άλλος; Θα πάρη τέλος. Έχει άλλος; Και πάλιν είτα κροτών
ισχυρότερα το σφυρίον του επανελάμβανε βροντωδέστερον:

 — Τριάντα δυο χιλιάδες μία! τριάντα δύο χιλιάδες δύο! τριάντα δύο
χιλιάδες; Ορίστε, κύριοι, θα πάρη τέλος!

Κόσμος πολύς, ο κόσμος της αγοράς, περιεκύκλωσε τον έπαρχον, περίεργος διά το αποτέλεσμα, Οι προύχοντες όλοι εκεί με τα υψηλά καπέλλα όρθιοι.

Τω εφάνη τότε ότι ο κήρυξ διαταχθείς εκτύπησε τελειωτικώς το σφυρίον επί της τραπέζης, αναφωνήσας!

— Τριάντα δύο χιλιάδας, τρεις!

Προς τον τρίτον αυτόν κρότον ο κυρ-Δημάκης αφυπνίσθη. Αντί των προυχόντων Σκοπελιτών, είδε πελώριον κύμα λευκάζον εν τω σκότει, και αντί του σφυρίου του κήρυκος, ήκουσε τωόντι γλυκύτατον ήχον μοναστηριακού σημάντρου, όπερ προ τόσης ώρας εκρούετο περιπαθώς, εξεγείρον τους λάρους και τας αλκυώνας εις την θείαν υμνωδίαν. Ανεμνήσθη ότι εξημέρωνον τα Χριστούγεννα· και θεωρήσας τότε την γυμνότητά του έκλαυσεν.

Το σήμαντρον αντήχει ακόμη γλυκύτατα από της κορυφής της ερημονήσου:

— Το τάλαντον, το τάλαντον, τα τα, τα τα, το τάλαντον!

Και ανεκινείτο αρμονικώς, θαρρείς, η ξηρόνησος προς τα ηχήματα του σημάντρου ως να εχόρευεν υπό την ησυχίαν της αστροφεγγούς νυκτός, με όλους τους βράχους της, τους καρκίνους της και τους θάμνους. Ο μαΐστρος είχε κοπάσει.

— Θα είνε εδώ καμμία εκκλησία! Διελογίσθη ο κυρ-Δημάκης. Και πάραυτα εσκέφθη.

— Ίσως θα ήλθε καμμία βάρκα! Και είδες το πρόσωπόν του, το πρώην άγριον και κατηφές, ως η συννεφιασμένη Ζαγορά, να πραϋνθή εν τω άμα, να αιθριάση.

Διά της ατραπού ανήρχετο προς την κορυφήν της νησίδος, οπόθεν ηκούοντο του σημάντρου οι ήχοι. Σιγά-σιγά, υπό το φως των αστέρων, αναβαίνων και διασκελίζων ως αγρία αιξ τα ξηρόκλαδα και τους θάμνους, ήκουσε τώρα και τον ήχον ηδυλάλου κώδωνος:

— Ντίγκι-νταγκ! ντίγκι-νταγκ! ντίγκι-νταγκ!

Πουλάκια τινά τω εφάνη ότι ετσιτσίρισαν φαιδρώς μέσα εις τας φωλεάς των, και τις αλκυώνος σκιά, πεταχτή, ανεκινήθη επί υψηλού σκοπέλου, τινάσσουσα τα πτερά της εν χαρά. Και αναβλέψας είδε τα άστρα εν τω απλέτω αυτών φωτί, κινούμενα ως προς υποδοχήν και προσκύνησιν του Βασιλέως του κόσμου, χορεία παμφαής των ποικιλωνύμων αστερισμών, και μονήρεις φεγγοβόλοι πλανήται, υπό την αρχηγίαν του σελαγίζοντος εκπάγλου Διός. Μετ' ολίγον διέκρινε τον θόλον του ναΐσκου, πολυχρώμως φεγγοβολούντα εν μέσω του δασυλλίου των αγριελαιών. Ερημίτις γέρων, μετά δύο νεωτέρων υποτακτικών, έζη εν τη ερημονήσω, ανηκούση είς τινα μονήν του αγίου Όρους, κ' ετέλει την νύκτα εκείνην την αγρυπνίαν των Χριστουγέννων.

Ο κυρ-Δημάκης διήλθε μικρόν τινα πυλώνα, ον εύρεν ανοικτόν, κ' εισήλθεν εις αυλήν πλακόστρωτον, πλαισιουμένην υπό τινων κελλίων. Κατέναντι ήτο ο ναΐσκος, μικρός συμμαζευμένος, βυζαντινός.

Ο ερημίτις, γέρων, πολιός, οστεώδης, μαραμμένος, εξήρχετο από τινος κελλίου προβαίνων εις τον ναόν. Και ιδών εκ των όπισθεν τον κυρ-Δημάκην, ιστάμενον και θεωρούντα προ της θύρας θαμβωμένον, εξεπλάγη, διότι ουδεμία λέμβος είχε προσεγγίσει από τινων ημερών ένεκα του χειμώνος. Περί την εσπέραν τελών κατά το έθος την λειτουργίαν του Μεγάλου Βασιλείου ήκουσε φωνάς, τρις ή τετράκις επαναληφθείσας, και υποπτεύσας ναυάγιον, απέστειλε τον έτερον των μαθητών του, ίνα ερευνήση την έρημον ακτήν, όστις όμως ουδέν παρατήρησε. Διά τούτο ο γέρων εξεπλάγη νυν. Με την μηλωτήν και τον γεωργούλην, ως ήτο ο κυρ-Δημάκης, ανυπόδητος και με γυμνάς τας κνήμας, εξέλαβε τούτον ως σατανικήν φαντασίαν κ' εποίησε τρις το σημείον του Σταυρού. Επειδή όμως η σκιά εκείνη ίστατο ακίνητος προ του ναΐσκου, ο γέρων εννόησεν ότι άνθρωπος ην, και πλησιάσας τον φανόν, ον εκράτει, είδε και εχαιρέτισεν αυτόν.

— Πώς εδώ, ευλογημένε;

— Μη τα ρωτάς, γέροντά μου! Απήντησεν ο κυρ-Δημάκης, προσκλίνων και ασπαζόμενος την οστεώδη του ασκητού χείρα, ριγών, πυρέσσων.

— Είνε καμμιά βάρκα εδώ; Ερωτά πάραυτα.

— Τέτοια ώρα, πού να βρεθή βάρκα;

Και προσέθηκεν ο ασκητής.

— Μήπως επέσατε έξω τέκνον μου;

— Μ' αφήσανε έξω, γέροντά μου! Απήντησε, θρηνών σχεδόν ο κυρ-Δημάκης· και διηγήθη εν συντόμω το συμβάν.

— Πειρασμός τέκνον μου, πειρασμός! Παρετήρησεν ο ερημίτης· και προσεκάλεσε τον ξένον εις το κελλίον, όπως θερμανθή και φορέση υποδήματα, διότι έβλεπεν αυτόν τρέμοντα από του ψύχους.

 — Θ' αρθή αύριο καμμιά βάρκα, γέροντα; Ηρώτησεν ο κυρ-Δημάκης
εισερχόμενος εις τι μικρόν κελλίον.

 — Θ' αρθή τέκνον μου, θ' αρθή. Έχε υπομονήν. Ησύχασε τώρα, και κατόπιν
έλα εις την εκκλησίαν. Είπεν ο ερημίτης και απήλθε.

— Λοιπόν θ' αρθή αύριο βάρκα!

Επαναλάμβανεν ο κυρ-Δημάκης, ευαρεστών εις εαυτόν, εξαπλωθείς μεγαλόσωμος επί μικρού ξηρού σοφά, εγγύς εστίας αναδιδούσης θερμοτάτην φλόγα, ήτις εφώτιζε φαιδρώς μέγαν Εσταυρωμένον εκεί καί τινα βιβλία.

Μετ' ολίγον νεαρός μοναχός εκόμισε προς τον ξένον ζωμόν νηστήσιμον, τεμάχιον προσφοράς, σύκα και κάρυα και οίνον μαύρον της Σκοπέλου μελιηδέα, άτινα όλα κατεβρόχθισεν ο κυρ-Δημάκης, νήστις και βασανισθείς μίαν όλην ημέραν.

— Θ' αρθή λοιπόν βάρκα αύριο! Ηρώτησε μετά πεποιθήσεως τον νέον μοναχόν ο κυρ-Δημάκης, φαιδρύνων το λιτόν και σαρακοστινόν δείπνον του, και ετοιμαζόμενος να πίη μέγα κρασοβόλιον.

— Κατά τον καιρό!

Απήντησε ξηρά-ξηρά ο μοναχός σώφρων, ασκητής.

— Πώς; εμένα μούπε ο γέροντας πως θαρθή. Ηπόρησεν ο κυρ-Δημάκης μείνας με ανοικτόν στόμα, βαστάζων εις χείρας του ποτήριον, εν ώ ηκτινοβόλει ως βύσσινον ο μαύρος οίνος.

Ο μοναχός απήλθε χωρίς να προφέρη άλλην λέξιν.

Και είδες πάλιν να σκυθρωπάση ο δεκατιστής.

Και ενώ εσκόπει κατ' αρχάς ν' αναπαυθή ολίγον, διότι ησθάνετο κόπωσιν και εξάντλησιν των δυνάμεων, νυν, ταραχθείς, αφήκε πλήρες το ποτήριον, ηγέρθη, και συνεχώς έβλεπεν από τινος θυρίδος το πέλαγος.

— Είδες τι μου έκαμαν τ' ακρογιαλά! Διελογίζετο, ταλανίζων εαυτόν:

— Τι ήθελες, τι γύρευες κυρ-Δημάκη μου; Δεν εκύτταζες την δουλειά σου; Είνε και ντροπή! Όχι άλλο!

Και έφθανεν εις το μικρόν κελλίον η μελωδία της αγρυπνίας, άρρητος, γλυκητάτη. Εψάλλετο η λιτή:

«Ο Ουρανός και η γη σήμερον πνευματικώς ευφραινέσθωσαν».

— Πρέπει ναρθούν βάρκες! Εψιθύριζεν ο κυρ-Δημάκης, βλέπων το πέλαγος ήσυχον.

«Μάγοι, Περσών βασιλείς . . . » αντήχει εναρμονίως το δοξαστικόν.

Αρξαμένου του όρθρου, ο ερημίτης εθεώρησε καλόν να καλέση τον ξένον εις την ιεράν ακολουθίαν.

— Θα πήρε κανένα ύπνον! Εσκέφθη ο ασκητής.

Κ' ελθών σιγά-σιγά, εθαμβήθη ιδών τον ξένον όρθιον, σκεπτικόν, θεωρούντα ανήσυχον το πέλαγος.

 — Να πάμε εις την εκκλησίαν, τέκνον μου! Εννοήσας δε την ταραχήν του
κυρ-Δημάκη, προσέθηκε πραΰνων αυτόν.

 — Θαρθούν αύριον βάρκες! θαρθούν! Και παραλαβών αυτόν εισήγαγεν εις τον
ναόν, μικρόν, φωτισμένον, στολισμένον, πανηγυρίζοντα.

Ησπάσθη ο κυρ-Δημάκης την «Γέννησιν» ανακειμένην εν μέσω κλαδίσκων φασκομηλέας επί χρυσοϋφάντου ποδιάς, επί γλυπτού παλαιού εικονοστασίου· και κατέλαβε στασίδιόν τι.

Οι δύο μαθηταί του γέροντος έψαλλον τα καθίσματα δεξιά και αριστερά:

«Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός». Πλην ο κυρ-Δημάκης εις μάτην προσεπάθησε να θελχθή, να κατανυγή. Ο νους του όλος πεπωρωμένος, αναίσθητος, ήτο εις Σκόπελον, εις τα δέκατα.

Εψάλη ο «πολυέλαιος», τα «αντίφωνα», και ήρχισεν ο μελωδικώτατος «Κανών».

Και ενώ κατόπιν ο δεξιός μοναχός έψαλλε την Καταβασίαν «Μυστήριον ξένον», προχωρεί σιγά-σιγά ο κυρ-Δημάκης προς αυτόν κ' ερωτά:

— Το πρωί θα έλθη η βάρκα, ή το βράδυ;

Ο μοναχός, προσηλωμένος εις το θείον μέλος, δεν ήκουσε. Τότε ο κυρ- Δημάκης, με την χλαίναν του και τα βαρέα καλογηρικά υποδήματα, μεταβαίνει προς τον αριστερόν ψάλτην, κ' επαναλαμβάνει την αυτήν κλαυθμηράν ερώτησιν. Αλλά και ούτος, παραλαβών ήδη την Καταβασίαν του Ιαμβικού κανόνος «Στέργειν μεν ημάς» ουδ' ήκουσε καν την ιερόσυλον διακοπήν.

Ούτως απελπισθείς ο κυρ-Δημάκης εξήλθεν εις την αυλήν. Εις τας Σποράδας κύκλω έλαμπον αι πυραί των αγραυλούντων ποιμένων. Το πέλαγος ήτο ήσυχον. Μόνον περί το Πήλιον ο ορίζων ήτο κατάμαυρος, πίσσα. Και αφού επί ώραν εθεώρει, αλλόφρων, άλλοτε τον ουρανόν, και άλλοτε την θάλασσαν, εισήλθε πάλιν εις τον ναΐσκον, ένθα είχεν αρχίσει η ιερά λειτουργία.

Κατ' ευθείαν προχωρεί προς το άγιον βήμα και προκύπτει προς τα ένδον, ίνα ερωτήση τον Γέροντα περί της λέμβου. Αλλ' ιδών αυτόν εν μέσω νεφέλης θυμιάματος, πολιόν, ολόχρυσον, αιγλήεντα ως φεγγοβολούσαν λαμπάδα, κύπτοντα ενώπιον της Αγίας Τραπέζης, κατεπλάγη τόσον υπό ξένου, μυστικού φόβου, ώστε δεν τόλμησε να ομιλήση, κ' εισέδυσεν ο ασεβής εις το στασίδιόν του, μαύρος Σατανάς, αρχοντικόν δαιμόνιον, παραπλανηθείς εις την επέραστον και κρυφήν εκείνην γωνίαν του Παραδείσου, κ' εστέναζε κατά διαλείμματα, διακόπτων την θείαν μυσταγωγίαν:

— Αχ! τι μου έκαμες, καπετάν-Παρμάκη!

Τέλος, την αυγήν, έληξεν η θεία λειτουργία και παρετέθη εν τω κελλίω του Γέροντος, ενώπιον του Εσταυρωμένου, η πανηγυρική Τράπεζα, ευωδιάζουσα μύρα ασκήσεως και απράγμονος βίου.

Ο κυρ-Δημάκης χωρίς όρεξιν έλαβε μικράν τροφήν, ενδομύχως θρηνών, διότι ηδυνάτει να πληρώση την λαίμαργον άλλην επιθυμίαν του, και μόλις εξημέρωσε καλά, κατήλθεν εις την ακτήν πικρώς βασανιζόμενος.

Ο μαΐστρος είχεν επαναρχίσει. Βροχή χιονώδης εσχηματίσθη περί την Ζαγοράν, ήτις προβαίνουσα ως πυκνός μελανόφαιος καπνός κατεκάλυψε την Σκίαθον εν τω χιονοστροβίλω. Αι νιφάδες έφθανον ψυχραί, παγωμέναι, εις το στυγνόν πρόσωπον του δεκατιστού, τον οποίον εις μάτην εκάλει ο ερημίτης να μη ανησυχή.

Η χιονώδης λαίλαψ, εκ δυσμών προβαίνουσα προς ανατολάς, κατεκάλυψε νυν το πέλαγος και την ξηρόνησον αυτήν, ως με άχνην αναβράζοντος ατμού. Ήδη εξηφανίζετο και η Σκόπελος, μόλις διακρινομένη ως όπισθεν αραχνοϋφούς πέπλου.

Ο καιρός ήτο «εις τον μάστορη» κατά την κοινήν έκφρασιν.

Μέχρι της μεσημβρίας η χιών είχε λευκάνει την νησίδα, ήτις ωμοίαζε προς χιονισμένην όρνιθα, κατακαθήσασαν εν μέσω του πελάγους.

Ο κυρ-Δημάκης ουδέν δυνάμενος να διακρίνη πλέον εις το πέλαγος, επανήλθεν εις το ασκητήριον, φέρων επάνω του λεπτόν επίστρωμα χιόνος ως αλευρωμένος γάτος.

Εκ της απελπισίας του ουδέ ωμίλει.

— Σου είπα, κατά τον καιρό!

Εδικαιολογείτο ο μοναχός.

***

Εξημέρωσε τέλος η κυριακή, η ημέρα της δημοπρασίας, λευκή, χιονισμένη.

Του ουρανού αιθριάσαντος, αι Σποράδες εφαίνοντο ως τεράστια κήτη αναδύσαντα εκ του βυθού, με παλλεύκους χλαίνας.

— Ας τα πάρουν κι' άλλοι, γέροντά μου, να ιδούν την γλύκα!

Επανελάμβανε τότε ο κυρ-Δημάκης, απολέσας πλέον πάσαν ελπίδα μεταβάσεως εις Σκόπελον, και αυτοπαρηγορούμενος.

— Ναι! Ναι! Επεδοκίμαζεν ο ερημίτης. Τώρα είπες καλά, τέκνον μου.

***

Μετά τρεις ημέρας, βράδυ-βράδυ, σουρούπωμα, ο γέρω Σταυρής ο καφεπώλης εκάθητο προ της θύρας του καφενείου του, βιαίως ροφών τον αέρα ως άνθρωπος πάντοτε κρυωμένος, ότε αλιάς μικρά προσωρμίζετο εις την αποβάθραν έμπροσθεν του καφενείου του. Όγκος μέλας ως καθεύδουσα προβατίνα εξεδιπλώθη τότε, κ' εξήλθεν εις την ξηράν άνθρωπος υψηλός, μαύρος, πένθιμος, φέρων βαρείαν θεσσαλικήν χλαίναν, περικνημίδας και υποδήματα καλογηρικά. Το επίμηκες πρόσωπόν του ωμοίαζε προς πρόσωπον αμνάδος, αλλ' υπό τας πυκνάς οφρύς ουδέ ίχνος οφθαλμού διεφαίνετο πλέον.

Ο Σταυρής ο καφεπώλης μαθών τα καθέκαστα παρά του καπετάν-Παρμάκη, προ μιας ημέρας επανελθόντος εκ Σκοπέλου, αναγνωρίσας τον κυρ-Δημάκην, αναφωνεί με την σκωπτικήν φωνήν του κ' εισπνέων θορυβωδώς τον αέρα:

— Καλώς ώρισες, κυρ-Δημάκη! Καλά ήτανε τ' ακρογιαλά;

Ο φοβερός δεκατιστής, χωρίς ν' απαντήση ετάχυνε το βήμα του, συντετριμμένος, οικτρός.

Και έως ου φθάση εις την οικίαν της χήρας Αχτίτσας, ακούει μουσικήν, βιολιά και λαγούτα, άσματα, φωνάς, θόρυβον, γέλωτας. Δύο ημέρας ο καπετάν Παρμάκης, ο νέος ενοικιαστής, επανελθών εκ Σκοπέλου, αφού κατεκυρώθησαν πλέον επ' ονόματί του τα δέκατα του ελαιοκάρπου, ουδενός άλλου πλειοδοτήσαντος, διεσκέδαζεν άδων και χορεύων, συμπαρασύρων όλον το χωρίον εις την χαράν, όπερ είχε θεωρήσει αυτόν ελευθερωτήν από του επαχθούς δεκατιστού. Χήραι τινες, αι τοσάκις δεκατισθείσαι, ανακαλύψασαι το μέτρον του κυρ-Δημάκη το κίβδηλον, δι' ου ο λαίμαργος δέκατιστής υπέκλεπτε δέκα δράμια περιπλέον εις τας πέντε οκάδας, παρέδωσαν εις τον Γιωργήν της Θασίτσας, όστις συντρίψας, εκρότει αυτό ως αποτυχούσαν κάλπην, θορυβών και αλαλάζων εις τας γειτονίας:

— Και δήμαρχος, καπετάν-Παρμάκη!

Την στιγμήν εκείνην, μαθόντες οι ευθυμούντες παρά του καφεπώλου περί της επανόδου του κυρ Δημάκη, έσπευσαν να τον χαιρετίσωσι. Κ' ενώ εκείνος εισήρχετο σπεύδων να κλεισθή εις την οικίαν, ο καπετάν-Παρμάκης ηκούσθη με φωνήν βραχνήν σβυσμένην από του γαλακτώδους ποτού.

— Καλά ήταν τ' ακρογιαλά, κυρ Δημάκη;

Όλ' αυτά τα είχε σκεφθή ο κυρ-Δημάκης κατά τον πλουν της επανόδου του, πλην εγνώριζεν ότι δεν θα διαρκέσωσι πολύ. Τον ανησύχει μόνον η υπόσχεσις ην είχε δώσει να στεφανωθή την κόρην της γραίας Αχτίτσας, ήτις διά των ιταμών συγγενών της πολύ θα ηνώχλει αυτόν.

Και ο κυρ-Δημάκης δεν ήτο εις θέσιν να σχηματίση οικογένειαν, ως έλεγε, φοβούμενος τα άγνωστον μέλλον. Ήδη είχε ρητώς υποσχεθή, διότι ένεκα της εξαιρετικής εσοδείας θα εκέρδιζε πλέον των δεκαπέντε χιλιάδων δραχμών κατά τους αλανθάστους υπολογισμούς του, αίτινες τώρα θα εισήρχοντο εις το βαλάντιον του καπετάν Παρμάκη, όστις εφάπαξ γλυκανθείς δεν θα παρήτει πλέον τα δέκατα, θ' ανεκάλυπτε δ' επί τέλους και το μυστήριον του υπολογισμού εκάστης ευφορίας, έχων τας σημειώσεις μιας ενοικιάσεως, κ' ενθυμούμενος ασφαλώς τας θέσεις των ελαιώνων και το παραχθέν εξ εκάστης ποσόν.

— Είνε και το μάτι, έλεγε πολλάκις προς τον κυρ-Βαρσαμόν τον παντοπώλην ο πρώην πλοίαρχος, αλλά το παν είνε τόλμη, όσο να τα πάρη κανείς μια φορά.

Ούτως ο κυρ-Δημάκης δεν θα ηδύνατο πλέον να ζήση εν τη νήσω, χωρίς να είνε δεκατιστής.

Τας πρώτας ημέρας εσχεδίασε να ζητήση την ακύρωσιν της δημοπρασίας, υπό τοιαύτας περιστάσεις τελεσθείσης, αλλ' εβεβαιώθη παρά των αρχών της νήσου, ότι ουδέν θα κατώρθου. Αυτός ο αλιεύς κατέθετεν ότι τρις ο καπετάν-Παρμάκης τον εκάλεσεν εν τη ερημονήσω ν' απέλθωσιν, αλλ' ούτος ηρνείτο, επιμένων ν' αλιεύη όστρεα, και ότι επειδή εκ του χειμώνος ήτο κίνδυνος να συντριβή η λέμβος, ο πλοίαρχος ηναγκάσθη ν' αποπλεύση και σωθώσι.

Τελευταίον είχε τας ελπίδας του εις τον ειρηνοδίκην, αλλά και ούτος, μαθών κ' ερευνήσας το συμβάν, απήντησεν εκ του βάθους της μηλωτής του:

 — Κ' εγώ ο ίδιος 'ς το δικαστήριο, κυρ-Δημάκη θα σου πω: Καλά ήτανα τ'
ακρογιαλά;

Έκτοτε δεν εφάνη πλέον εν τη νήσω ο κυρ-Δημάκης, ο φοβερός δεκατιστής, ουδέ ηκούσθη τι περί αυτού. Απήλθεν ως ήλθε.

Διά τούτο ο δημογραμματεύς με την πέννα πάντοτε εις χείρας μαθών ότι οι συγγενείς της γραίας Αχτίτσας εις μάτην τον ανεζήτουν έχοντες έτοιμον τον ιερέα να τον στεφανώσωσι μίαν νύκτα, ανέκραξε:

— Λάδι πάλιν ο κυρ-Δημάκης!

Παρήλθον έτη και ουδείς ήκουσε περί αυτού, όστις εν ταις ημέραις της διαμονής του εν τη ειρηνική νήσω είχεν επαναφέρει εις τον κόσμον τον τύπον τον αλησμόνητον του Τελώνου της Γραφής.

Μόνον οι διερχόμενοι ενίοτε από την οικίαν της γραίας Αχτίτσας, αποθανούσης μετά τινας μήνας εκ της λύπης της, διότι δεν ηδύνατο να βλέπη ανύπανδρον την μοναχοκόρην της, ήκουον πένθιμον φωνήν μαυροφορούσης κόρης, ήτις ετραγώδει ως να εμοιρολόγει κάτω εις την σκοτίαν και τας αράχνας του κατωγείου.

Νύσταξ' η Πανίτσα και πάει να κοιμηθεί κ' η μάννα τσ' δεν το ξέρει πως δε θα σηκωθή . . .

— Το τραγούδι του δεκατιστή!

Έλεγον οι διαβάται, συμπονούντες την ούτω σκληρώς δεκατισθείσαν εις τας ελπίδας της ωραίαν κόρην με την μαύρην ελήτσα εις την παρειάν, ήτις παθούσα υπό μελαγχολίας, δεν επέζησε πολύ.

ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ (1896)

Είχε μήνα σχεδόν πίσω εις τα προς δυσμάς της νήσου πευκόφυτα Κατάμερα, ο γέρω-Μπαρέκος. Καιρός που γεννούν τα πράματα, καταλαμβάνετε. Και θέλουν και αυτά το απάγκιο τους, την φωτιά τους, την περιποίησίν τους, τον άνθρωπόν τους. Σαν τους ανθρώπους και αυτά. Και όταν ένα πρωί, μετά ταύτα, κληθείς ως μάρτυς εις το ειρηνοδικείον, ηναγκάσθη να εισέλθη εις το χωρίον, έκαμνε τον σταυρόν του απάν'- πανωτού, βλέπων μίαν παράδοξον μεταβολήν εις αυτό, εις όλας σχεδόν τας οικίας, χαραγμένους επί των τοίχων μαύρους, κατάμαυρους σταυρούς, μεγάλους-μεγάλους.

Αν ηυτύχει, ο ερημικός και ορεσίβιος γεροντάκος, να επισκεφθή την πρωτεύουσαν, θα εγνώριζε τον σκοπόν των μαύρων σταυρών, των ούτως επί των τοίχων χαρασσομένων, και δεν θα ευρίσκετο εις την θλιβεράν δι' αυτόν ανάγκην, να κάμνη τον σταυρόν του, πρωί-πρωί, αυτός ο οποίος, ως έλεγεν εις τον παπα-Μακάριον, απέφευγε να εκκλησιάζεται, μόνον και μόνον, ίνα μη, κάμνων τον σταυρόν του, θεωρηθή ως υποκριτής, αν και εβεβαίου μεθ' όρκου, την πολλήν του ευλάβειαν. Τις οίδε, ποίον πνεύμα, πνεύμα έξαλλον, αθηναϊκόν πνεύμα, συγγενές των επτά δαιμονίων, έπνευσε και μέχρι του γερω-πεύκου, υφ' ον κατεσκήνου ο χριστιανός, κ' εθεώρει, και αυτός, υποκρισίαν, να εκτελή, ουχί τα υπέρ άνθρωπον, δεν ήτο προς τοιαύτα ο ανθρωπάκος, αλλά τα νόμιμα κ' επιβεβλημένα εις τον αξιωθέντα του θείου βαπτίσματος.

Και πού να ήξευρες, ανθρωπάκο μου, ότι οι μεγαλείτεροι υποκριταί είνε οι αποφεύγοντες δήθεν την υποκρισίαν . . .

Προχωρών εντός της κωμοπόλεως, και βλέπων πάντοτε, εν μακρά μαύρη παρατάξει, τους επί των τοίχων σταυρούς, ήρχισε να κατασκευάζη διαφόρους συλλογισμούς. Είχε χαράξει καλά πλέον. Αλλ' οι άνθρωποι εκοιμώντο ακόμη και ήτο ησυχία σιωπηλή, ουδέ πνοή ανέμου ετάραττε τας σκέψεις του ποιμένος:

— Ο καινούργιος δήμαρχος, καθώς φαίνεται, είνε θεοφοβούμενος άνθρωπος, και θέλει, όλοι μας να γείνωμεν σαν αυτόν. — Κατά το Μαστρογιάννη και τα κοπέλια του. — Να ήξευρα έτσι, θα σούριχνα ένα άσπρο, μα τον Σταυρό!

Κ' υψών είτα ένδον τον λογισμόν του, εκραύγασεν εν εαυτώ:

— Αρχή άντρα ρίχνει!

Ήξευρε και ρητά, βλέπετε, και μετεμόρφωνεν αυτά με την πευκίσιαν γλώσσαν του πολύ σωστά. Καλλίτερα και από το πρωτότυπον, αν συγκρίνωμεν το παρηλλαγμένον ούτω ρητόν του ποιμένος προς την σύγχρονον πολιτικήν μας κατάστασιν. Πευκίσιο μυαλό — καταλαμβάνετε — όλο ευωδία και δροσιά . . .

Όταν δε πάλιν έφθασεν επάνω εις το κεφαλοχώρι, σταθείς ανέκραξεν, έκπληκτος βλέπων το μαύρον θέαμα:

— Βρε κακό Σταυροί!

— Τα βλέπεις, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, τι πάθαμε;

Διέκοψε την έκπληξιν του ποιμένος γραία, γείτων εκεί, θρηνωδώς επιδεικνύουσα τον επί του τοίχου της οικίας της μαύρον σταυρόν.

— Τι πάθαμε, γρηά μ; Ο σταυρός είνε καλό πράμα, μαθές, φυλαχτό, μαθές. Πώς να σ' πω; Ο καινούργιος δήμαρχος έχει σκοπό να καθαρίση το χωριό, κι' άρχισεν από τα φαντάσματα. Όξ' από δω!

— Αχ, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, επανέλαβεν η γραία γείτων. Πάθαμε τάπαθα. Δεν τάμαθες, μαθές;

— Πού να τα μάθω πίσω 'σ τα πράματα:

— Πάει το σπιτάκι μου, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο. Το παίρνει ο δρόμος. Τ' ακούς αυτά, παιδί μ' γερω-Μπαρέκο; Τακούω, πες. Το παίρνει το σχέδιο. Τα ξέρεις αυτά του λόγου σου, που ζης μέσα 'ς τα πεύκα; 'Σ τον καθαρόν αέρα; Τα καταλαβαίνεις αυτά του λόγου σου με τα κατσικίσιο το μυαλό; Το παίρνει, λέει, το σχέδιο.

Και ωλόλυζε:

— Μάθαμε τάμαθα, και πάθαμε τάπαθα, με τον καινούργιο τον δήμαρχο. Το παίρνει το σχέδιο το σπιτάκι μου!

— Ποιο σχέδιο, χριστιανή μ;

— Νά. Ακούς να σ' πω, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο, ακούς να σ' πω. Ο καινούργιος ο δήμαρχος, με τη δωδεκάδα, προσκάλεσεν απ' την Χαλκίδα τον κυρ-Μαχανικό με τη μαχανή.

— Α, την κυρά-Μαχανή, την μάγισσα! Καλά έκαμε, διέκοψεν ο ποιμήν.

— Όχι, χριστιανέ μ'. Ακούς να σ' πω. Τον κυρ-Μαχανικό.

— Α, τον κυρ Μαχανικό! επανέλαβεν ο γέρων μετά σοβαρότητος. Κατάλαβα!

— Ναι, εξηκολούθησεν η γραία, Τον κυρ-Μαχανικό, απ' λες, για να φκιάση, λέει, το χωριό. Και θα το χαλάση, λέει, παιδί μ' γερω-Μπαρέκο.

Ο γέρω-Μπαρέκος ετίναξε την τραγόκαπα, υψώσας τους ώμους του και τείνας τας χείρας ένδον, ως εάν ήθελε να σφάξη αιγίδιον, και έκαμεν άλλην μίαν φοράν τον Σταυρόν του, μεγάλον-μεγάλον τώρα, ως ει ευρίσκετο ενώπιον του παπά-Διονυσίου, του γέροντα, έως εδάφους.

— Θ' ανοίξουν δρόμους, εξηκολούθησεν η γραία, θα φκιάσουν πλατέαις, θα στρώσουν καλτερίμια ίσια, θα φκιάσουν βρύσαις. Θα φυτέψουν δέντρα, θα φέρουν το νερό από δύο ώραις δρόμο, θα φκιάσουν κήπους για το σιεργιάνι. Θα φκιάσουν . . . λαγούς με πετραχείλια! . . .

— Και θα χαλάσουν λοιπόν το χωριό πρώτα, για να φκιάσουν όλα αυτά; Γιατί, αν είνε καθώς λες, όλα τα σπίτια έχουν σταυρούς.

— Είνε για χάλασμα, παιδί μου, γέρω-Μπαρέκο.

— Βέβαια, επεδοκίμασεν ήδη ο ποιμήν, ξηροβήξας. Εάν δεν χαλάση ένα πράμα, δεν φκιάνεται. Καλά τους είπανε χαλασοχώρηδες.

— Πάει το σπιτάκι μου! Πάει το σπιτάκι μου, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο. Κύττα ένα σταυρό μεγάλο που του κάμανε; Σήμερα θ' αρχίσουν να χαλνάνε. Είδα εγώ ψες βράδυ τους λοστούς και τα τσαπιά, απ' έξω από την δημαρχία. Το παίρνει ο δρόμος το σπιτάκι μου, και θα μ' αφήσουν 'στον δρόμο, απ' λες, παιδί μ' γέρω-Μπαρέκο.

Και ήρχισε να τραβά τα μαλλιά της η γραία, ολολύζουσα:

— Ποιος Θεός να μ' ακούση και ποιος κριτής να με κρίνη! Αφότου έγραψαν τον σταυρόν επί του τοίχου του οικίσκου της, δύο ημέρας τώρα, έμεινεν άγρυπνος, εξομολογουμένη εις τους διαβάτας τον πόνον της και ζητούσα παρηγορίαν η γραία.

— Τι να σ' πω κ' εγώ χριστιανή μ! Εγώ ήμουνα πίσω 'ς τα πράματα. Γεννήσανε καλά φέτος. Δόξα σοι ο Θεός! Τάχω όλα μια χαρά. Μα τώρα πρωί- πρωί, μ' αυτά που ακούω, και μ' αυτά που βλέπω, μώρχεται να κάμω τον σταυρό μου. Λες να σταυρώσουν και τα πεύκα, κακομοίρα; Γιατί είδα σήμερα, που ερχόμουνα, τρεις σταυρωτήδες, με τους μπαλτάδες, που τραβούσαν για Πίσω.

Και αίφνης, ρίψας τα μικρούτσικα ματάκια του ο γέρων ποιμήν, επί του εγγύς ηρειπωμένου οίκου, αληθούς μεγάρου, σειομένου, θαρρείς, εις την πνοήν του ανέμου και απειλούντος να κρημνισθή και να κρημνίση γύρω-γύρω πολλά σπιτάκια, τα οποία εν τρόμω έπτησσον περί τα κράσπεδά του ως γαλιά περί μαδημένην γαλοπούλαν, και παρατηρήσας καλώς ότι δεν έφερε σταυρόν, ανέκραξε, διαμαρτυρόμενος, ως παραμυθών την απαραμύθητον γραίαν:

— Δεν κάνανε, μπάρεμ, κ' εδώ ένα σταυρό, σ' αυτό το στοιχειό, να φύγουν τα στοιχειά, που χορεύουν κάθε βράδυ και τρομάζει ο κόσμος να περάση την νύχτα; Δεν είδανε κοτζάμ στοιχειό ενώ, μόν' είδανε την τρύπα την δική σου;

— Σ' το ρημαδιακό σ' να κάμουν σταυρό, θεοκατάρατε!

Απήντησε τότε τραχεία και φοβερά φωνή γραίας άλλης, σωρευμένης ως σακκίου επί της σαλευομένης του μαύρου οίκου αυλαίας, υψηλής και μεγάλης ως παλατίου, ήτις σεισθείσα επί των σιδηρών στροφίγγων της, έτριξε γοερώς, ως να έκλαιε πνιγόμενος.

Ο γέρων μη διακρίνας τον σωρόν εκείνον της γραίας, έστρεψεν επάνω την κεφαλήν, προς τα έρημα και ανοικτά παράθυρα του πρώτου πατώματος, από του οποίου επίστευσεν ότι κατήλθεν η απειλή εκείνη η φοβερά, δαιμονίου απειλή, στοιχειωμένου εκεί από αιώνων.

Συνεμάζευσε την κάπαν του, εκάλυψε την κεφαλήν του με την κουκούλαν και απεμακρύνθη, χωρίς ουδέ τον σταυρόν του να κάμη από τον φόβον του.

— Θεοκατάρατε!

Ανεφώνησεν ακόμη μίαν φοράν η γραία, η σορός, απειλητικώτερον.

Και ο γέρω-Μπαρέκος, αφού απεμακρύνθη έμφοβος, ετάχυνε κατόπιν το βήμα και έγεινεν άφαντος. Διηγείτο δε μετ' ολίγον εις το γύφτικον, όπου μετέβη να διορθώση μίαν τσάπαν, ότι ησθάνθη εις την ράχιν του βαρύν κτύπον λίθου, εκσφενδονισθέντος κατ' αυτού από του υψηλοτέρου παραθύρου της στοιχειωμένης οικίας:

— 'Σπολλάετη που είχα την κάπα, μωρέ γύφτο, αλλέως άσχημα την είχα, μέρα-μεσημέρι.

***

Ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός ήτο υπερήφανος και εις άκρον φιλόδοξος. Αποκτήσας δύο παμμέγιστα ιστιοφόρα, ταξειδεύοντα εις τον ωκεανόν, έγεινεν ο πρώτος μεταξύ των πλοιάρχων. Μη γνωρίζων δε πώς να δαπανά το αργύριον, το οποίον, ως λέγουν, με της κόφαις κουβαλούσαν οι ναύται εις τον οίκον του, εις κάθε ταξείδι, όλο και δίστυλα κολωνάτα, διά τον οποίον αμύθητον πλούτον του και ωνομάσθη Παπαργυρός, όταν μια χρονιά, αγαθοί τέκτονες, τηνιακοί, μετακληθέντες, έκτισαν την μητρόπολιν, απεφάσισε να οικοδομήση και αυτός οικίαν, η οποία να διακρίνεται εν όλω τω χωρίω, ως διακρίνεται ο τρούλος ναού βυζαντινού.

Τω όντι, επάνω εις την ωραιοτέραν του λιμένος θέσιν, επάνω εις το υψηλότερον του χωρίου μέρος, επάνω εις ένα βράχον λευκόν, λευκότερον από το κύμα, το οποίον τον έλουεν ημέραν και νύκτα, οι τηνιακοί τέκτονες έκτισαν πάλλευκον καλόν μέγαρον, ως εξαφρισθέν εκεί υπό νηρηίδων από του βυθού, με δύο ορόφους, με ογκώδη και υψηλήν πύλην, με μεγάλα παράθυρα, με μαρμάρινον πάγκαλον εξώστην, όπου καθήμενος ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός εκάπνιζε τα τσιμπούκι του κ' εκαμάρωνε, δίπλα του αραγμένας, της δύο σκούναις του, ότε κατέπλεον, περνώσαι μόνον και μόνον ίνα τον χαιρετίσουν και τας χαιρετίση, επειδή δεν εταξείδευε πλέον, παραδώσας την κυβέρνησίν των εις τον μονογενή αυτού υιόν. Αν ήθελεν, από εκεί όπου εκάθητο, κ' ήγγιζον αι κεραίαι των εις τα μαρμάρινα κράσπεδα του εξώστου, αν ήθελε, τας εθώπευε τας δύο σκούνας του, ως θωπεύει κανείς εύμορφον γαλήν παρά τα γόνατά του. Αν ήθελε, τας εφίλει εις το χρυσωμένο κορζέτο, ως φιλεί κανείς εις τα λευκόν μέτωπον πάγκαλον κόρην του.

Και συνήθισε κ' εκάθητο εις τον μαρμάρινον εξώστην από 'πάνω από το κύμα, σαν γλάρος του Αιγαίου, με το λευκόν του εσώβρακον, και ότε δεν υπήρχον εκεί πλέον τα δύο πλοία του, ταξειδεύοντα. Εκάθητο, καπνίζων πάντοτε το τσιμπούκι του, με τον μέγαν κόμβον τον ηλέκτρινον, κ' ερρέμβαζε, προς το ευρύ πέλαγος θεωρών, όπου η φαντασία του απεικόνιζε τα δύο ιστιοφόρα, τα οποία τάχα μακρά, μαύρα, με άσπρο μπούρδο, με υψηλόν και κομψόν εξαρτισμόν, με χρυσά κορζέτα, λάμποντα εις τον ήλιον, μ' εξανεμιζομένην την πλατείαν και μακράν σημαίαν, έκαμνον βόλταις, έξω από τα νησιά, ζεύγος δελφίνων ολισθηρόν, συνωρίς τρυφερά τριτώνων. Ω! πόσον έλαμπεν από της ιμερτής χαράς το πολιόν πρόσωπον του πρεσβύτου, ως λάμπει το πρόσωπον πατρός, προπέμποντος εις τον ωκεανόν του Κόσμου το τέκνον του, του οποίου προ μικρού ησπάσθη της χαράς τα στέφανα. Και ανέπτυσσεν αίφνης, υψηλά κρατών, το λευκόν του μανδήλιον κ' εκίνει αυτά εις σημείον χαιρετισμού, χαιρετίζων το ευρύ κενόν του πόντου, ενώ αδαμάντινα δύο δάκρυα εκύλιον γλυκά-γλυκά επί των παρειών του, ως σταγόνες δρόσου, δάκρυα χαράς, ευγνωμοσύνη προς την καλήν τύχην. Ενίοτε τα ινδάλματα αυτά τα κενά της φαντασίας του τόσον ζωηρώς παρίσταντο ενώπιον των οφθαλμών του, ώστ' αίφνης, εγειρόμενος από του ξυλίνου καθίσματος εκίνει το επίμηκες τσιμπούκι του, με τον μέγαν ηλέκτρινον κόμβον, απαστράπτοντα κιτρίνους αστραπάς, επιτάσσων, παρακελεύων καθοδηγών προς ευθυποΐαν τον πηδαλιούχον, παροτρύνων τους ναύτας, επαινών τον υιόν του, τον ευτυχή κυβερνήτην, παραινών.

Και ύψου την φωνήν, κ' έτεινε τον λαιμόν, και προέτεινε το στήθος, ατενώς βλέπων προς το έρημον πέλαγος, και διώρθου τα ιστία, και μετέστρεφε το πηδάλιον, κ' εχαλάρου τα σχοινία, και έτεινεν άλλα, στερεών τα υψηλότερα πανία άτινα, ως μετέωρα, μετά δεινού πατάγου εκτυπούσαν, ως πτέρυγες ορνέων παμμέγισται, του εφαίνοντο. Χωρίς να υπάρχουν ενώπιόν του ούτε πλοία, ούτε ιστία, αλλά μόνον η θάλασσα γαλανή, ευρεία, σιωπηλή, ως μυστηρίου εικών.

Και όταν, διά των παρακελεύσεών του τούτων, διωρθούντο δήθεν τα μικρά σφάλματα του κυβερνήτου, κ' επανήρχετο το πλοίον εις την ευθυπλοΐαν, εφιππεύον τα θορυβώδη κύματα, υπερήφανος πτερωτός ίππος, ηγάλλετο τότε κι' ηυφραίνετο προς της χαράς του αυτής τα φαντάσματα ο λευκός γέρων, κ' εξεδήλου την χαράν του αυτήν τότε, αναπαυόμενος επί της ευρείας πολυθρόνας του ως νικητής μετά την ναυμαχίαν, γαλήνιος, εύθυμος, εκπέμπων μεγάλας και πυκνάς τολύπας ευώδους καπνού από το μακρόν του τσιμπούκι, εξατμίζων την πλημμυρούσαν τα ναυτικά στήθη του χαράν.

Αχ! Πόσον δεν μας ευφραίνουν όλους, πόσον δεν μας καθηδύνουν όλους, της χαράς μας αυτά τα φαντάσματα, της ψυχής μας οι παλαιοί αυτοί πόθοι, όταν εις την δύσιν του βίου μας εμφανίζωνται, ως όταν είμεθα νέοι, εις τον καιρόν μας, πλήρεις ζωής και ακμής, ότε πράγματι τους απηλαύσαμεν τους πόθους εκείνους τους γλυκείς, τους μακαρίους εκείνους πόθους, την χαράν εκείνην την άρρητον, ότε δεν ήσαν φαντάσματα, αλλά πραγματικαί, υπάρχουσαι, ζώσαι εικόνες, ότε, εν τω κυανώ ορίζοντι της ζωής ημών, μόνον η ανατολή εδείκνυτο, σβεννυμένης της δύσεως μέσα εις την άφθονον του μεσουρανήματος λάμψιν, ότε η ωραία σκούνα μας ήτο παρά το πλευρόν μας, με τα χρυσά της κορζέτα, και δεν είχεν αφαρπάση αυτήν ο άνεμος του αστάτου πελάγους, όστις, όταν πνεύση, τίποτε δεν αφίνει εις την θέσιν του . . .

— Επάγωσε το φαΐ!

Διέκοπτεν ενίοτε τα όνειρα αυτά η σύζυγος, αγαθή και φιλόστοργος γυνή.

Αλλ' ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός δυσκόλως επείθετο να διακόψη την ωραίαν εκείνην σειράν των ινδαλμάτων του, εντρυφών, χορταίνων.

Και όταν υπελόγιζεν ότι ο πλους έληξε, και ότι τα πλοία του θα ήσαν αραγμένα, αφηρείτο, θεωρών τότε από του υψηλού εξώστου τον σαπφείρινον κάτω υπό τους πόδας του πυθμένα, κ' ηγάλλετο, απαριθμών τας αγέλας των κεφάλων, οίτινες διήρχοντο πρωί-πρωί, την άνοιξιν, ως διά να χαιρετίσωσι τον πολιόν καπετάνιον, από την αυγήν δροσιζόμενον εκεί, εις τον καθαρόν της θαλάσσης αέρα, τον καπετάνιον, όστις τόσον ηγάπα το υγρόν των βασίλειον. Και ότε η σκιά της αρχοντικής κεφαλής του εσχηματίζετο επί της επιφανείας της ακυμάντου θαλάσσης, αι πέρκαι ίσταντο μετά φόβου όπισθεν των μελαψών φωλεών των, προσβλέπουσαι αυτήν μετά σεβασμού. Και μία χρύσοφρυς ωραία, παχεία χρύσοφρυς, αργυρά, σχεδόν τον είχεν ερωτευθή τον γέροντα και οσάκις, βοσκούσα, διήρχετο κάτωθεν του εξώστου, ίστατο κ' έρριπτε προς τον επάνω κόσμον το χρυσούν βλέμμα της να τον ίδη, τον ηγαπημένον της, εκεί, επί του εξώστου, ρίπτοντα σωρόν τα ψιχία εις τα προσφιλή του κοπάδια. Ένας δε κατακόκκινος ερυθρίνος, ο σατανάς των ιχθύων, αν είχε φωνήν, θα εξεφώνει καμμίαν πρωίαν:

— Έλα λοιπόν κάτω αφού τόσον μας αγαπάς!

Με τόσον σατανικόν βλέμμα, τον έβλεπε τον γέροντα.

Έως ου η τρυφερά αυτή αγάπη εις μανίαν μετετράπη. Ιδίως αφ' ότου, παρασυρθείς ο υιός του, τις οίδεν υπό τινων κακών συμβούλων, και είνε τόσοι κακοί σύμβουλοι παντού, κ' εν τη ξηρά κ' εν τη θαλάσση, ήρχισε ν' απειθή εις τον πατέρα του, ενεργών τα ταξείδια αυτοβούλως χωρίς να γράφη καν εις τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, χωρίς να δίδη λογαριασμούς.

 — Μην ακούς τι λέει ο κόσμος! ετόλμα να δικαιολογή τον υιόν η
φιλόστοργος μήτηρ.

 — Εγώ δεν ακούω τι λέει ο κόσμος, γυναίκα, παρετήρει τότε ο γέρων, εν
απαθεία. Εγώ βλέπω τι λένε τα κατάστιχά μου.

Και όντως τα λόγια του κόσμου ήσαν πολύ σύμφωνα με τα κατάστιχα του καπετάν Τσούρμα του Παπαργυρού, του οποίου τα όμματα, κατακόκκινα από τα δάκρυα, είχον τρία έτη να ίδουν τας δύο σκούνας του, τας οποίας ηγάπα πλειότερον του υιού του πλέον, ως θυγατέρας τρυφεράς, τας οποίας απήγαγε δόλιος εραστής.

— Ούτε γράμμα, ούτε απολογία, λογάτε! εθρήνει κρυφά η μήτηρ.

Τα μάτια του γέροντος έκαμαν γυαλιά να κυττάζουν το πέλαγος· νύκτας δε κατά σειράν πολλάκις εξημέρωνεν επί του εξώστου νήστις, άγρυπνος, αναμένων. Προς παν λευκόν ιστίον εξαιφνιάζετο, ως κοιμώμενος λαγωός, και προς πάσαν λέμβον, παραπλέουσαν υπό τον εξώστην, απέστελλε την ερώτησιν άνωθεν, παρακλητικώς:

— Μην είδατε της σκούναις μου;

***

Είχε τρεις ημέρας να φάγη και τρεις ημέρας να κοιμηθή, σωστό τριήμερο.

Η όψις του είχε παραλλάξει· το βλέμμα του είχε θολώσει, ως βλέμμα απολέσαντος τον ύπνον. Κανένα δεν ήθελε να ίδη, προς ουδένα ήθελε να ομιλήση. Η σύζυγός του, περίλυπος, εκάθητο ένδον, εν τη αιθούση, έχουσα ημίκλειστον την θύραν του εξώστου και προσέχουσα πάντοτε τον μελαγχολικόν σύζυγόν της.

— Τι κακό που μ' ηύρε! Τι μεγάλο κακό!

Είχον παρέλθει τα μεσάνυχτα· προ μικρού ελάλησεν ο πετεινός. Αίφνης ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός εγείρεται αγριωπός, υψηλός, μεγαλόσωμος, ανατείνει τον βραχίονά του επιτακτικώς, βαστάζοντα εβεσμένον το τσιμπούκιον, και αίρων τα όμματα φλογερά προς τον μελανόν πόντον, κραυγάζει στεντορείως:

— Μόλα μπουρίνα, μωρέ σκυλί!

Ενόμιζες πως ήθελε να πετάξη όλος εις το κενόν, ναύαρχος να ορμήση εναέριος, και να κεραυνώση τον πολέμιον, τέρας ουράνιον, σείων τας δύο χείρας του ως δύο πτέρυγας, και διαγράφων κύκλους ατάκτους εν τω κενώ με το μακρόν τσιμπούκι του· ως το εκτόρειον δόρυ, επί του εξώστου.

Η σύζυγος εξετινάχθη έντρομος εις τα κάθισμά της, κ' έβλεπεν από την ημίκλειστον θύραν τον καπετάν Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, υψηλότερον παρ' ό,τι ήτο, φοβερόν, θηριώδη, τιτάνα. Το βλέμμα του φωτιαίς πετούσε. Θαρρείς και ήτο επί της αιπεινής πρύμνης της μεγάλης του σκούνας, εν ώρα εσχάτη θυέλλης και καταποντισμού.

— Μόλα μπουρίνα, τίρα μόλα!

Επαναλαμβάνει πάλιν ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός. Και δευτέραν φοράν, αγριώτερον τώρα, ο αντίλαλος της σθεναράς φωνής του αντήχησε, θρηνωδώς πλήττων την κατέναντι ξηρόνησον, προς ην έβλεπεν ο γέρων. Από τους λευκούς βράχους ο αντίλαλος πάραυτα εκτιναχθείς, ως κρότος τηλεβόλου, προσέκρουσε κάτω, προς τας προκυμαίας και τας οικίας της παραλίας και επανελήφθη, κάτω βαθειά, ως διά βραχνής σάλπιγγος δαίμονος, εν τη σιωπή της νυκτός:

— Μόλα μπουρίνα, τίρα μόλα!

Ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός εν τω υπερβάλλοντι πόθω του να επανίδη τα πλοία του, εφαντάσθη ότι αυτά κατέπλεον, πλην εξ αβλεψίας, είτε του υιού του, είτε του πηδαλιούχου, επίστευσεν ότι εκινδύνευον, εν ώ εισήρχοντο εις τον λιμένα, να προσαράξουν προς τον απότομον βράχον του Μπουρτζίου, όπου βεβαίως θα συνετρίβοντο και τα δύο — θλιβερόν θέαμα — κ' εν τη εξεγερθείση τότε φαντασία του, έβαλε την άνω κραυγήν, επιτάσσων να τα γυρίσουν, διά ν' αποφύγωσι την σύγκρουσιν.

Τη επαύριον διεδόθη εις το χωρίον, το οποίον έντρομον εξήγειρεν η βραχνή του γέροντος φωνή, ότι ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός «τα έχασε!»

***

Και η φήμη αύτη η θλιβερά, επηλήθευσε μετ' ολίγον.

Διότι, κατά σύμπτωσιν φοβεράν, την αυτήν ημέραν ήλθεν η είδησις ότι αι δύο εύμορφοι σκούναι του καπετάν Τσούρμα του Παπαργυρού, εν ώ, φορτωμέναι, εκ της Αζοφικής, έπλεον ομού προς την Μεσόγειον, συνεκρούσθησαν, εν νυκτερινή θυέλλη, παρά το αόρατον στόμιον του Βοσπόρου, τα Καβάκια, η μία κατά της άλλης, σύγκρουσιν απάνθρωπον, κ' εβυθίσθησαν και αι δύο, εξαφανισθείσαι εις την άβυσσον του σκληρού πόντου, ως εξαφανίζεται άχρηστον χαρτίον. Περί του υιού του ουδείς εγίνετο λόγος.

Ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός έπαυσε πλέον να βλέπη προς το πέλαγος, από του οποίου ουδέν ανέμενε. Παρήτησε την κόμην του μακράν, κατάλευκον, και τον πώγωνα βαμβακερόν, ως του αγίου Νικολάου. Η μορφή του, η ανθηρά, εσκυθρώπασε και παρήκμασεν. Οι ώμοι του εκυρτώθησαν· και ως εκάθητο, επί του εξώστου, με το τσιμπούκι του το ηλέκτρινον, ωμοίαζεν ερημίτην, εν μέσω καπνών νεφελωτών, θρηνούντα του ανθρωπίνου βίου το πρόσκαιρον.

Η δε γραία μήτηρ, η σύζυγός του, παρεξενεύετο ότι εν τη μεγίστη αυτού θλίψει ουδέποτε ωμίλησεν ο γέρων περί του αγνοουμένου υιού, όστις, ίσως, άκλαυτος ούτως, έγεινε βορά των ιχθύων.

Ενίοτε έτρωγε και ενίοτε εκοιμάτο ο γέρων. Αλλά δεν ωμίλει ποτέ, βλέπων ως πρόβατον. Και μόνην ευχαρίστησιν ησθάνετο να διανέμη συνεχώς τα ψιχία του άρτου εις τους λαιμάργους κεφάλους, οίτινες ηθροίζοντο, κοπάδια- κοπάδια, κάτω από τον εξώστην.

Με τον καιρόν, εξασθενήσας, κιτρινίσας, ζαρώσας, ωμοίαζε ναυαγισμένον και ξεπαγιασμένον ναύτην.

Παρήλθον έτη και ουδεμία είδησις περί του υιού έφθασεν ύστερον από την μόνην είδησιν όπου έφερεν ο καπετάν Σκινάς ότι τον είδε τον υιόν του γέροντος εις το χιώτικο καφενείον του Γαλατά φουμάροντα ναργιλέ με Χίους πλοιάρχους φίλους του.

Μίαν νύκτα του Μαΐου μαλακήν και ασέληνον, εζήτησε το πυροφάνιον ο πρεσβύτης.

— Πού θα πας; ηρώτησεν η τεθλιμμένη σύζυγος.

— Τώρα θα ιδής.

Είπεν ο καπετάν-Τσούρμας ο Παπαργυρός, κ' εστερέωσεν αυτό αναμμένον επί των σιδηρών δρυφάκτων του εξώστου. Πάραυτα έλαμψεν ο πυθμήν κάτω και πέραν η εγγύς ακτή της ξηρονήσου, ης οι βράχοι μετεκινούντο, θαρρείς, εδώ κ' εκεί, ως φώκαι χορεύουσαι. Ήστραπτε και εγυάλιζεν η ομαλή της θαλάσσης επιφάνεια ως καθρέπτης. Και ανάψας ο γέρων το τσιμπούκι του και λαβών ψιχία ήρχισε να μοιράζη κάτω εις τους ιχθύς. Αλλ' οι ιχθύες εκοιμώντο. Η δε λάμψις του πυρσού εις μάτην ανεμόχλευε κάτω τον σκοτεινόν πυθμένα. Έβλεπε μόνον ο πρεσβύτης τα σαπφείρινα θαλάμια των μουγκρίων, και τας μόλις διακρινομένας φωλεάς του οκτάποδος. Αλλ' αίφνης το κατηφές πρόσωπόν του εστολίσθη μ' έν μειδίαμα γλυκύ και τρυφερόν ως στολίζεται η δύσις μ' έν χρυσούν συννεφάκι ως βέλο παρθενικής κόρης.

Κινεί τα χείλη του ο λευκός γέρων θέλει να παραστήση της χαράς του το φάντασμα τούτο, πλην η φωνή του πιάνεται βαθειά εις τον λάρυγγα. Κύπτει προς τα έξω, στηρίζων το στήθος επί του σιδηρού δρυφάκτου, και βλέπει κάτω προς το βάθος του πυθμένος, έξαλλος, αγαλλόμενος. Ο πυθμήν κατηυγάζετο φαεινώς από της αφθόνου λάμψεως του αναμμένου πυρσού. Και μένει εν τη θέσει εκείνη ο γέρων, ακίνητος, αμίλητος, λάμπων από χαράν κρυφήν, βλέπων μετά πάθους κάτω, ως ει ήθελε να ροφήση σχεδόν το ανέκφραστον θέαμα. Η ηδονή της ψυχής του εκχύνεται όλη επί του πολιού του προσώπου, εφ' ου χαρμόσυνος προσπίπτει του πυροφανίου η φωτοβολή. Κινεί ολονέν τα χείλη του, μειδιά ηδέως, απολαυστικώς μειδιά, και τέλος μέσα εις το μειδίαμά του ψιθυρίζει με τόνον υπερβαλλούσης απόλαύσεως, ως να ευρίσκετο εν τω παραδείσω, λέξεις δύο ασυναρτήτους, λέξεις μυστικάς, πνιγομένας μέσα εις την ηδονήν και την χαράν. Κ' εντρυφά εις την χαρμόσυνον αυτήν φαντασίαν, σιωπών, ευφραινόμενος και τείνει να έλθη εγγύτερον προς το περιπόθητον και μυστικόν ίνδαλμά του, και προτείνει το πρεσβυτικόν στήθος του προς τα έξω, ακόμη περισσότερον, επιποθών, αν ήτο δυνατόν να μεγαλοποιήση τας χείρας του, όχι, να μεταμορφωθή εξαϋλούμενος εις ευώδη πνοήν αρωμάτων, και να φθάση, να περιβάλη, ως περιβάλλει ο ιερός λίβανος την αγίαν Τράπεζαν, το γλυκύ της χαράς του φάντασμα, το οποίον εκαμάρωνεν εις τον λαμπρόν πυθμένα κάτω, με τας απείρους του σαπφείου αποχρώσεις, απαλόν, θελκτικόν και πάγκαλον ως εξόπισθεν υελοφράκτου παραπετάσματος, ψυχή αγίου, επιστρέφουσα εις τον κόσμον. Τέλος κατορθώνει να κράξη:

— Η σκούναις μου, μωρέ γυναίκα! η σκούναις μου!

Αλλ' εν τη τάσει εκείνη της κάμψεως του σώματός του, απεσπάσθη το σιδηρούν δρύφακτον του μαρμαρίνου εξώστου, όπερ καταπεσόν, παρέσυρε προς την θάλασσαν και τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν μετά δεινού των υδάτων πλαταγισμού.

Η σύζυγος, ήτις παρεφύλαττεν ήδη εν τη αιθούση, είχε καταληφθή υπό του ύπνου, τόσας νύκτας πλέον αγρυπνούσα και πονούσα, αλλά προς την φωνήν του πρεσβύτου «η σκούναις μου» εξηγέρθη έντρομος και ονειρευομένη, ίσως, τον αγνοούμενον υιόν της, εξήλθεν εις τον εξώστην, ψιθυρίζουσα, ως ημικοιμωμένη:

— Παιδάκι μου, καλώς ήλθες!

Αλλ' εκεί ανεμνήσθη αίφνης, ότι εκάθητο ο καπετάν Τσούρμας ο Παπαργυρός. Παρατηρεί, τρίβουσα τους οφθαλμούς, τρομασμένη, ως οι φεύγοντες από φοβεράς μάχης, και βλέπει την καταστροφήν του εξώστου. Το πυροφάνιον έλαμπεν ακόμη, εμπεπηγμένον εκεί, ως πυρσός τάφου, βοΐζον υποκώφως, αναρριπιζόμενον υπό ελαφράς του ανέμου πνοής, θεωρεί προς τα κάτω και προφθάνει να ίδη τα φως μόνον του τσιμπουκίου του βυθιζομένου συζύγου της, όπερ και αυτό, ευθύς εσβέσθη και συνεκαλύφθη υπό τους αφρούς της αναταραχθείσης θαλάσσης. Έβαλε κραυγήν γοεράν.

Δύο δε αλιείς, εγγύς εκεί, γιαλεύοντες, με τα πυροφάνια, σπεύσαντες, εύρον εν τω πυθμένι νεκρόν τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν, πλην γλυκύν και γαλήνιον και μειδιώντα ακόμη, ως να εκοιμάτο, ονειρευόμενος τα ηδύτερα των ονείρων, ενώ οι κέφαλοι τον περιετριγύριζον, τον εφίλουν σχεδόν εις το γελαστόν πρόσωπον, ως ει ήθελον να ευχαριστήσωσιν αυτόν διά την τόσην προς αυτούς αγάπην του. Η δε ασημένια χρύσοφρυς δεν ήθελε να τον αποχωρισθή, τον αγαθόν πρεσβύτην, και παρηκολούθει μετά πόνου το πτώμα, ανασυρόμενον θλιβερώς υπό των δύο αλιέων, εν ώ ο πονηρός ερυθρίνος εχόρευεν από χαράν.

***

Παρήλθον έτη. Η καπετάνισσα, ήτις εφαίνετο ότι ποτέ της δεν θα γηράση, εγήρασε πλέον. Το τόσον κάλλος εκείνο, η δροσερά υγεία και ευώδης χαρμονή, συνεπτύχθησαν σπαρακτικώς και απωλέσθησαν μέσα εις ένα σακκί κόκκαλα. Το μέγαρον εθρήνει και αυτό την σκληράν χηρείαν. Ο απειθής εκείνος και άσωτος υιός, εις καμμίαν ίσως της φοβεράς Γαλλίας εσχατιάν, θα προσεπάθει να γεμίση την κοιλίαν του από των κερατίων αφ' ων ήσθιον οι χοίροι, ουδαμού ακουόμενος, ή ίσως και θα ετελείωσε τας ημέρας του εις τα παγερά της Μαρσίλιας σπιτάλια, αν δεν επνίγη τότε. Η καπετάνισσα εκείνη, η αρχόντισσα, επεινούσε πλέον, βλέπουσα με κεχηνός το στόμα φθειρομένην ματαίως την τόσην του μεγάρου πολυτέλειαν, τα οποίον εμαύρισεν από τον πόνον του, θαρρείς, και αυτό, της ασβεστοκονίας του αποτριβείσης από τον ήλιον και τας βροχάς. Ο εξώστης, ο μαρμάρινος, ουδέποτε επεσκευάσθη· σημείον εύγλωττον της δεινής συμφοράς. Οι υετοί ήρχισαν να παρασύρουν έν προς έν του αρχοντικού οίκου τα στολίσματα, τα οποία δεν αντικαθίσταντο καθώς τα φεύγοντα του ανθρώπου έτη, το κάλλος και η υγεία.

Το μέγαρον εγήρασεν.

Ένας σωρός και αυτό λίθων και πλίνθων και ξύλων.

Ο βορράς εσύριζε τον χειμώνα, εισορμών βιαίως διά των θραυσθέντων παραθυροφύλλων. Τα γείσα τα εύμορφα, με την ροδίνην των μαρμαροκονίαν, που ήσαν ως να τα εφίλησαν αιθέριαι νύμφαι, ερράγησαν κ' έπεσαν, ως πίπτουν οι οδόντες γραίας· τα φατνώματα, τα χρυσά των αιθουσών εξέβαψαν και ετρίβησαν ως του λεπρού η αθλία κορυφή. Και όταν έβρεχεν, έτρεχεν από του μαρμαρίνου εξώστου ρεύμα ύδατος, εισρέον διά της μετακινηθείσης στέγης.

Τότε έλαβον την άδειαν και εισώρμησαν εκεί τα φαντάσματα, ως ο λεγεών των δαιμονίων, τω καιρώ εκείνω, εις την αγέλην των χοίρων.

Πού ετόλμα παιδίον να διέλθη προ του κατηραμένου τούτου μεγάρου, το οποίον ως κακός εφιάλτης, εβάρυνε επάνω εις την λευκήν πολίχνην.

Κατά κακήν μου τύχην, εκείθεν διήρχετο η οδός, η άγουσα εις την οικίαν του μόνου του χωρίου ιατρού.

Ήτο μεσάνυκτα. Η μητέρα μου έκειτο ασθενής και ώφειλον να μεταβώ εις τον ιατρόν.

Αχ! φοβερά εκείνη η ώρα. Αισθάνομαι ακόμη παλλομένην την καρδίαν μου. Ολόκληρον νεκροκράββατον μακρύ, απαίσιον, εστολισμένον, με τα κηρία αναμμένα, με κατεδίωξε καταδίωξιν αποτρόπαιον και παράδοξον. Έτρεχον ασθμαίνων, ψιθυρίζων μυστικώς το «Πιστεύω». Όπισθέν μου ήκουον τους πενθίμους τριγμούς του διώκοντός με νεκροκραββάτου, ξηρούς, φοβερούς, ως τα κτυπήματα της σκαπάνης του νεκροθάπτου, κ' έβλεπον, χωρίς να στρέψω οπίσω, έβλεπον, ως να απέκτησα του Άργου τα όμματα, την πένθιμον εκείνην παράταξιν, με τους απαισίως φέγγοντας φανούς, καθώς φέγγουν την νύκτα τα φαναράκια επάνω εις τους τάφους του κοιμητηρίου του χωρίου.

Και ότε πάλιν την μεγάλην Πέμπτην, με άλλους παίδας, επηδήσαμεν κρυφά, την νύκτα, εις την έρημον αυλήν του, να κόψωμεν δενδρολίβανα, διά τους Σταυρούς μας, που θα ετραγωδούσαμεν του «Χριστού τα πάθη», ένας αράπης — φευ του θεάματος! — υπέρμεγας, κατάμαυρος, με το τσιμπούκι του μακρόν, ως μακεδονικήν σάρισσαν, ολίγον έλειψε να θραύση τας κεφαλάς μας, αν δεν επρολαμβάνομεν ημείς να θραύσωμεν αυτάς, μόνοι μας, πηδήσαντες από του αυλογύρου, σύντρομοι.

Και μίαν άλλην φοράν, ότε μετέβαινον μετά του μακαρίτου πατρός μου εις την αγρυπνίαν της Παναγίας — πάλιν εκείθεν διήρχετο η οδός — τον άφησα μισοστρατής και εγύρισα οπίσω, εις την οικίαν μας, ασθμαίνων, διωκόμενος. Αχ! μ' εκυνήγησεν ένα βωδάκι, μετά βίας και αγριότητος λύκου, μυκώμενον, κράζον, φωνάζον, κερατίζον την νύκτα. Ήμην πλέον εντός της αυλής μας, ότε έστρεψα να ίδω το βωδάκι, το άγριον, και βλέπω, αντ' αυτού, ίππον αφηνιασμένον, και έως ου, έντρομος ακόμη, κλείσω την θύραν, βλέπω και ο ίππος μετεμορφώθη εις μίαν υψηλήν και ξηραγκιανήν αραπίναν, ης η κεφαλή έφθανε την κορυφήν του γειτονικού κωδωνοστασίου του ναού, μέχρι του στήθους γυνή και το λοιπόν ξηρά λεύκη.

Τα είδον όλα αυτά; Ουδέποτε. Τα είδον όμως άλλοι παίδες, οι οποίοι ωρκίζοντο «μα το ξο χλιαράκι», ότι τα είδον κ' εφαντάσθην κ' επίστευσα κ' εγώ ότι τα είδα.

Το βέβαιον όμως είνε ότι πλούσιος ιδιοκτήτης, επιθυμών ν' αποκτήση το έρημον εκείνο μέγαρον, διότι πράγματι ήτο επί της ωραιοτέρας τοποθεσίας, αλλά, πλεονέκτης εις άκρον, ίνα το αγοράση «για ένα κομμάτι ψωμί», διέδωκεν επιτηδείως τα περί των φαντασμάτων εις τον μικρότερον υιόν του, όστις εκοινολόγησεν, έπειτα, τας τρομεράς διηγήσεις προς άλλους παίδας, εις το σχολείον, και ούτως όλοι οι παίδες του χωρίου είχον ίδη πλέον «τα στοιχειά» του ερήμου εκείνου οίκου.

Η καπετάνισσα κατ' αρχάς, ακούουσα ταύτα, ήρχισε να φοβήται και αυτή. Διότι περί το μεσονύκτιον την εξύπνα άλλοτε μεν φωνή αλώπεκος, άλλοτε λύκου ωρυγή, και άλλοτε χρεμετισμός ίππου. Και, όταν μίαν νύκτα ήθελε ν' αντλήση ύδωρ από την στέρναν, βροχή λίθων παρ' ολίγον να θραύση την κεφαλήν της. Την νύκτα δε της Πρωτομαγιάς, όλην την νύκτα, εις το επάνω πάτωμα, εχόρευον την «Καμάραν», τον εύμορφον αλυσιδωτόν χορόν, ελαφραί κόραι, πολλαί, πάμπολλαι. Ησθάνετο τους ελαφρούς των βηματισμούς, δειλούς, ως των πτηνών, και ήκουε την λεπτήν και γλυκείαν φωνίτσαν των, ως την ψελλίζουσαν του καλαμώνος αύραν.

Αλλ' ο αείμνηστος αρχιεπίσκοπος της Χαλκίδος, ο Καλλίνικος, ο εξ Άνδρου, Καλλίνικος ο Καμπάνης ένας αρχαιοπρεπής και γλυκύτατος Δεσπότης, με τας ωραίας λάμψεις του βλέμματός του τας πατρικάς, και το μειδίαμα της πραότητος εις τα χείλη, όστις, μεγαλοπρεπής εις όλα, ήθελε και εις τα χωρία ακόμη να επιδεικνύη την αρχοντικήν του παράστασιν επιβάλλουσαν, συνήθιζε πάντοτε να καταλύη εν τω στοιχειωμένη τούτω μεγάρω, του οποίου δωμάτιά τινα, εν τω κάτω πατώματι, ήσαν κατοικήσιμα.

Καθ' όλας εκείνας τας ημέρας τα στοιχειά εξηφανίζοντο. Όπερ ενεθάρρυνε την γραίαν κ' εξηκολούθει να κατοική μέχρις εσχάτων έν τινι μικρώ δωματίω, επί της αυλής, καίουσα άσβεστον την κανδήλαν ενώπιον δύο-τριών εικονισματίων και θυμιάζουσα συνεχώς. Επειδή δ' εθεώρει ως ύβριν κατά της ευσεβείας της και εμπαιγμόν καθ' εαυτής τας διαδόσεις εκείνας περί των φαντασμάτων, ωργίζετο και πικρώς ήλεγχε πάντα, τολμώντα να προσβάλη την ιερότητα του οίκου της, όστις εφιλοξενει κατ' έτος τον σεβασμιώτατον άγιον Χαλκίδος.

Διά τούτο σκληρώς εξύβρισε και τον γερω-Μπαρέκον, ως είδομεν, όταν υπέδειξεν, ο ευλογημένος, την οικίαν της, ως στοιχειωμένην.

Αφού δ' ο πλούσιος εκείνος ιδιοκτήτης δεν ηδυνήθη να γείνη κάτοχος του μεγάρου διά των περί φαντασμάτων εκείνων διαδόσεων, τελευταίον, εκλεχθείς δήμαρχος, απεφάσισε να επιτύχη την εκπλήρωσιν της επιθυμίας του, μεταρρυθμίζων το σχέδιον του χωρίου, διά νέας ρυμοτομίας, ελπίζων πάντοτε να συμπεριληφθή και το φθονούμενον μέγαρον εν τη μεταβολή ταύτη. Κ' ενώ εξ ενός απέστελλε τον μηχανικόν, ίνα χαράξη μαύρον σταυρόν επί του τοίχου του μεγάρου, εξ άλλου, κρυφά, εψιθύριζεν εις το ους της γραίας:

— Το δίνεις τριάντα κατοστάρικα;

(Κ' εστοίχισε δεκαπέντε χιλ. δραχμών!)

— Πας 'στον παππού μ!

Ηγρίευσεν η γραία.

— Θα σου το πάρη το σχέδιο!

Ηπείλησεν ο δήμαρχος.

— Το κεφάλι σου να πάρη το σχέδιο! Το σπίτι είνε του παιδιού μου!

Διά των απαντήσεων τούτων εσώθη η γραία από τας παρακλητικάς απειλάς του δημάρχου. Από δε του μηχανικού εσώθη, ισταμένη εις την θύραν, με μίαν σιδηράν ράβδον, και απειλούσα να θραύση την χείρα παντός, όστις θα ήθελε να χαράξη μαύρον σταυρόν επί του οίκου της.

— Ας κουρεύεται! είπεν επί τέλους ο δήμαρχος εις τον μηχανικόν, ιδών ότι η γραία καπετάνισσα δεν ωμοίαζε διόλου προς την επί Ευδοξίας χήραν με την άμπελον.

***

Ούτως η φιλόστοργος μήτηρ υπέμεινε βλέπουσα ολονέν κατερειπούμενον το μέγαρον, με την ελπίδα την απροσμάχητον ότι θα επανήρχετο μίαν ημέραν ο υιός της. Τα καταρριπτόμενα υπό του χρόνου, ξύλα, και πλίνθους και σανίδας, εσώρευεν επί της αυλής, να έλθη να τα εύρη ο υιός της, ίσως και όλον τον οίκον, σωρόν ερειπίων, και επ' αυτού την γραίαν μητέρα του, ως γλαύκα, θρηνούσαν επάνω εις τάφον. Ούτως εσκέπτετο.

Κάθε οκτώ, την αυγήν, βαθειά, μέσα εις τον ύπνον της, ήκουε τους κρότους της μηχανής του ατμοπλοίου, όπερ προ της οικίας της παρέπλεε, κ' εξήρχετο επί του σεσαθρωμένου και ημικρημνισμένου εξώστου, θεωρούσα τους επιβαίνοντας και αναζητούσα τον υιόν της, μαύρη, μικρά, συμμαζευμένη ως ηπλωμένον ράκος δακρύβρεκτον να στεγνώση.

Εις το ταχυδρομείον εξημέρωνε αυτή πρώτη απ' έξω.

Άν ποτε εισέπλεε καμμία σκούνα με τους ιστούς της υψηλούς, με τα ιστία κατάλευκα, με την σημαίαν κυματίζουσαν, την εκαμάρωνεν ως του υιού της την σκούνα.

— Ας ήρχετο έτσι δα, και ας πέθαινα, Παναγία μου!

Έκαμνε τον σταυρόν της.

Πρωί και βράδυ εκολλούσεν ένα κεράκι προ της εικόνος του τιμίου Προδρόμου, εν τω όρθρω και τω εσπερινώ. Γιαννάκην έλεγαν τον υιόν της.

Ήθελε να πηγαίνη και εις την πανήγυριν του αγίου Ιωάννου, έξω εις την ερημικήν εκκλησίαν του, εις το Κάστρο, αλλ' η καρδιά της δεν αντείχε να βλέπη την χαράν και φαιδρότητα των πανηγυριζόντων. Ουδ' εβάστα πλέον η ψυχή της ν' αντικρύζη την θέσιν, όπου άλλοτε, με το παιδάκι της κατεσκήνωσεν, εν τη εορτή, όπισθεν ενός χλοερού σχοίνου, μεγάλου, δενδροειδούς, σχηματίζοντος υπήνεμον σπηλαιάν. Παρέκει, υπό άλλον σχοίνον, εδειπνούσαν άλλοι, και υπό την αγριελαίαν εκείνην, την παμμεγίστην, έστρωσαν τα κυλίμια των πέντε όλαι φιλικαί οικογένειαι. Και παρακάτω εις τα ερείπια παλαιού οικίσκου παρεσκεύαζον το δείπνον των άλλοι, και εις τα πεζούλια του προαυλίου του ναού κατά γραμμήν, ως κορώναι, εσιωπούσαν, νήστεις, μαύραι χήραι, αναμένουσαι ν' αρχίση η αγρυπνία της εορτής, ενώ ο μπάρμπα-Δημητρός, ζωηρός τότε και εύθυμος πάντοτε, ενώπιον ενός παμμεγίστου ανοικτού φλάσκου ήρχισε να ψάλη «τ' ανοιξαντάρια» προ του «ευλογητού» ακόμη. Και κάτω εις τα χαμόκλαδα, και επάνω εις τας φασκομηλέας άλλαι οικογένειαι, και νύμφαι με τα νυμφικά των, και μνηστευμέναι με τα λευκά των, και κόσμος προσκυνητών πέραν και από το βουνόν με φανάρια κατήρχοντο, ποιμένες, βραδύναντες, και η κυρά- Ασημίτσα, κομίζουσα τους πέντε άρτους εις μίαν βαθείαν κόφαν. Και φωναί, και αναζητήσεις και ανακραυγαί και εκπλήξεις και ευχαί και προπόσεις, και άσματα και ψαλμωδίαι και βόμβος ως από μυριάδων κυψελών, εκεί εις τους σχοίνους, και σμήνη παιδίων, τα οποία εν αλαλαγμώ με τα κηρία αναμμένα, έτρεχον εις του Χαιρημωνά να υδρευθώσιν, εν ώ ο Παπα-Μακάριος, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — έγραφε τα ονόματα έχων χαρτίον επί του γόνατος, καθήμενος επί της φλοιάς του ναΐσκου, όστις εφεγγοβόλει από την λάμψιν των λαμπάδων και των κηρίων — τον χρόνον μίαν φοράν ο καϊμένος — .

Τι έχασε να το εύρη αυτή εις την χαράν εκείνην της εορτής;

Πώς να υπάγη και να μη βλέπη τον υιόν της, τον οποίον τώρα θα εκαμάρωνε γαμβρόν περιζήτητον;

Ελιποθύμησεν οπίσω από μίαν κομαριάν, ότε διέπραξε το αλησμόνητον σφάλμα να μεταβή. Νεανίσκος τις, εκ των νησιωτών, με το καπέλλο του στραβά, με το μεταξωτό ζωνάρι, μ' ένα μανδήλι αλεξανδρινόν επί του λαιμού, ωμοίαζε καταπληκτικώς προς τον υιόν της, τον αγνοούμενον. Ήτο αρραβωνισμένος κ' εκάθητο παρά τους πόδας της μνηστής του, ως ο Αμλέτος ο δύσερως. Ιδούσα η χήρα καπετάνισσα την ποθεινήν εκείνην του ονείρου της εικόνα ηλλοφρόνησε. Της εφάνη ότι είδεν εκεί και τον καπετάν-Τσούρμαν τον Παπαργυρόν γελαστόν, φαιδρόν, καπνίζοντα το τσιμπούκι του, γυρμένον εις ένα παχύν κλώνον του σχοίνου. Η αιφνιδία χαρά του φαντάσματός της έπληξε την πονεμένην καρδίαν της κ' έπεσε λιπόθυμος η γραία, την στιγμήν, καθ' ην κραυγάζουσα: «παιδάκι μου!» ενηγκαλίσθη ένα ξηρόν ελαίας κορμόν, προ των ποδών της. Ευτυχώς ο γέρω-Μπαρέκος, όστις είχε τάμα να πηγαίνη πάντοτε εις την πανήγυριν του Προδρόμου, την επρόφθασεν από πίσω από την κομαριάν, όπου επήγαινε να κρύψη μίαν προσφοράν που του έδωσεν ο παπα- Μακάριος, ανταλλάξας αυτήν με μίαν μιζίθραν, και μίαν τσότραν γεμάτην, την οποίαν, ως έλεγεν, εύρεν εις τον δρόμον αδέσποτον.

Εις τον παπα-Μακάριον μόνον έλεγε: Τον Γιαννάκη μου, παπά, μη ξεχάσης!

Αλλ' όταν μίαν φοράν, ο ιερεύς ηρώτησε: 'Σ τα ζωντανά ή 'ς τα πεθαμένα; Εφάνη εις την δυστυχή χήραν ως προσβολή, και έκτοτε δεν του ξαναείπε τίποτε.

Τα τελευταία έτη η δυστυχία την είχε παρά πολύ καταβάλει την γηραιάν καπετάνισσαν. Επ' εσχάτων έπεσαν και τα πάκια της, την ημέραν που έπεσε και μια μεγάλη δοκός από του γηραιού ερειπίου, και δεν ημπορούσε πλέον να σκύψη παντελώς. Κ' έβλεπεν εις τους αγρούς τα λάχανα λοχερά-λοχερά κ' ελάγκευεν η καρδιά της.

— Το δίνεις πέντε κατοστάρικα;

Ετόλμησε να της είπη τας ημέρας εκείνας ο πλούσιος ιδιοκτήτης, ότε την είδε μίαν ημέραν, εις το πηγάδι.

Η γραία δεν ωργίσθη, ως άλλοτε. Μόνον ήγειρε θλιβερώς την κεφαλήν της, εκύτταξε τον πλούσιον, φοβερόν ως τον πλεονέκτην, εκύτταξε και τον ουρανόν, βαρύν, ως μολύβδινον, κ' εσπόγγισε τα όμματά της, ψιθυρίσασα ως παραπονουμένη κατά του αγνώστου:

— Κοτζάμ-Παλάτι!

Και υψώσασα την σκελετώδη χείρα της, τρέμουσαν, επέδειξεν εκείθεν τον μαύρον όγκον του μεγάρου της, βαρύν κ' επαχθή βράχον επάνω εις το στήθος της, κινδυνεύοντα να μεταβληθή εις φοβεράν επιτάφιον πλάκα.

***

Ήτο παραμονή των Χριστουγέννων. Εξημέρωνεν η πλέον μεγάλη εορτή της εκκλησίας και η πλέον μεγάλη χαρά της οικογενείας. Είνε η μόνη πανήγυρις, η οποία απαιτεί τουλάχιστον δύο χριστιανούς εις πανηγυρισμόν της, κατά το «όπου εισί δύο ή τρεις . . . » του Ευαγγελίου. Ο μόνος, είνε θλιβερόν θέαμα εν τοιαύτη ημέρα. Την ψυχήν του Χριστιανού καταπλημμυρούσι, την νύκτα ταύτην την ιεράν, όλα τα περιπαθή επεισόδια του υπερφυούς μυστηρίου της θείας ενανθρωπήσεως, άγια, θερμά, μαλακά, ως οι άπτιλοι νεοσσοί εν τη αχυροπλόκω φωλεά, γεννώντα υπερβάλλουσαν χαράν, ήτις ανάγκη να εκδηλωθή υπό την μορφήν αγάπης, ελπίδος, και πίστεως, επί των οποίων ως επί χρυσού τρίποδος στηρίζεται ο οικογενειακός βίος. Οι δύο είνε εικών της ζωής, ο είς εικών του θανάτου . . .

Διά τούτο η γραία καπετάνισσα την παραμονήν, απεμακρύνετο από το χωρίον, ως το έμβλημα του αφορισμού και της ερημώσεως.

Με ποίους οφθαλμούς θα έβλεπεν αυτή — Στοιχειό επί Στοιχειωμένου οίκου — την χαρμόσυνον ετοιμασίαν των ευλογημένων οικογενειών; Τας μητέρας να ξεσκονίζουν, τας νέας να ζυμώνουν, τους φούρνους να μοσχοβολούν, και τους ευδαίμονας πατέρας ν' αναπαύωνται παρά την εστίαν;

Κουτσώντας-κουτσώντας επήρε τα ματάκια της, κλαμμένα, και απήλθε ν' ανάψη τα κανδήλια του αγίου Κωνσταντίνου.

Ένα κοριτσάκι, θυγάτηρ του αρχαίου λοστρόμου των, την συνώδευσε.

Τρεις ώρας έκαμαν ν' αναβώσι τον υψηλόν λόφον. Η ημέρα ήτο ωραία. Αι μύρτοι εβόιζον από τα πλήθος του καρπού, τα λάχανα εχλόαζον εις τας πρασιάς, και οι σπαρέντες αγροί ήρχισαν να στρώνωνται με τον καταπράσινον τάπητα αυτών, τον οποίον η φύσις υφαίνει, πάντοτε τον μήνα τούτον, αψηφούσα τον παγετόν και τα βάσανα του χειμώνος, τα φοβερά. Επί των ελαιοδένδρων διά μέσου των φύλλων εγυάλιζεν ακόμη καμμία ελαία, ως οφθαλμός κατάμαυρος κατασκόπου.

Εις το Κακόρεμα, μίαν βαθείαν και σκοτεινήν κοιλάδα, ο γέρω-Μπαρέκος, φέρων σάκκον μέγαν, επλήρου αυτόν, μετά προφυλάξεως υπόπτου, εκ μεγάλων κλάδων ελαιών, μετά του καρπού αποσπασθέντων, αναιβασμένος επάνω εις μίαν παμπάλαιον ελαίαν, ως αλώπηξ πεινώσα.

— Κάνα-δυο φουντίτσες για τα παληοκάτσικα!

Διέκοψε την σιωπήν των γυναικών, χωρίς να τον ερωτήσωσιν αύται. Ουδέ τον είδον καν, πού ήτο τρυπωμένος.

Έφθασαν εις το ερημοκκλήσιον.

Επί της κορυφής του υψηλού αυτού λόφου, εν μέσω πυκνής συστάδος αγρίων δρυών, ως φωλίτσα πτηνού, αόρατον, κρυφόν, ελεύκαζε το εκκλησίδιον, ως λευκάζει η πρώτη λάμψις της αυγής εις το βάθος της νυκτός. Χαμηλή, μονόφυλλος θύρα, εφώτιζεν αυτόν. Απ' έξω υπήρχε πεζούλιον, προς ανάπαυσιν, αλλά διά να ξεκουρασθή κανείς από της επιπόνου οδοιπορίας καθήμενος εκεί, έπρεπε να ζητήση την άδειαν από τον Γέρω-Βοριά, όστις με αγρίους σφυριγμούς, απεδίωκε τους ξένους.

Αι γυναίκες ήνοιξαν και εισήλθον. Σκότος βαθύ και σιωπή. Ένας υπερμεγέθης, ως γαλή, ποντικός, μία παμπόνηρος νυφίτσα έφευγε προς την φωλεάν σύρουσα μεθ' εαυτής και ένα φανόν από τα κανδήλια, τα οποία ήσαν εσβεσμένα· και μία κέραμος με σβυστούς άνθρακας εχρησίμευεν ως θυμιατήριον.

Η νεάνις μετ' ολίγον, τακτοποιήσασα πάντα, ήναψε τας κανδήλας, η γραία έρριψε θυμίαμα επί του προχείρου εκείνου θυμιατού, ήναψε τα κηρία οπού έφερε μαζί της, και προσηύχετο ενώπιον της εικόνος του Χριστού, παραπονουμένη μετά δειλίας πενθίμου:

— Για πέντε συχνάτσες!

Ποία μεταβολή επήλθεν εις τας ιδέας της; Συνεζήτει τάχα, καθ' εαυτήν, την πώλησιν του ερειπίου, αυτή η οποία, άλλοτε, προς πάσαν πρότασιν, απήντα μετ' αποφάσεως: «Είνε του παιδιού μου;»

Ενίοτε μάλιστα προέβαινε περαιτέρω: Όχι μόνον δεν σου το πωλώ, απήντησε μίαν ημέραν προς τον πλούσιον, αλλά, και αφού πεθάνω, θ' αφήσω διαθήκη, να χαλάσουν τον βράχο, με τα φουρνέλλα, νάμβη η θάλασσα 'ς το σπιτότοπο, ν' αράζουν οι βάρκαις!»

Εθόλωσεν ο ναΐσκος από την ευωδίαν του θυμιάματος. Αι εικόνες έλαμπον προ των αναφθέντων κηρίων, και τα εζωγραφημένα πρόσωπα των αγίων εμειδίων, θαρρείς, εξ ευχαριστήσεως.

Προσηυχήθησαν ακόμη. Η νεάνις εκόλλησε και μίαν πεντάραν εις την εικόνα του αγίου και ο άγιος την εδέχθη. Ησπάσθησαν τας εικόνας, έρριψαν και άλλο έλαιον εις τας κανδήλας «να ξενυκτίσουν», τόσον δε πολύ ώστε εξεχείλισαν, και εχύνετο κάτω εις της πλάκες, κ' εξήρχοντο.

— Κ' εκεί οπού εξήρχετο η γραία — η νεάνις είχεν ήδη εξέλθει — ακούει βοήν, ως φωνήν ανθρώπου κεκρυμμένου εις βάθος.

— Να φύγης από τα σπίτι γλήγορα.

Η γραία κατ' αρχάς ενόμισεν ότι έτριξεν η μονόφυλλος παμπάλαιος θύρα, κλεισμένη, αλλ' η βοή επανελήφθη ευθύς:

— Να φύγης από το σπίτι γλήγορα!

Η γραία άφησε την θύραν ανοικτήν πάραυτα, και απεσύρθη κάτωχρος, τρέμουσα, παραπαίουσα.

— Τι έπαθες, μαννού;

Ηρώτησεν η νεάνις, στηρίξασα την κλονιζομένην γραίαν. Και έως ου δυνηθή ν' αρθρώση την απάντησίν της η γραία, ηκούσθη το τρίτον η βοή ως εξ αποστάσεως:

— Να φύγης από το σπίτι γλήγορα!

 — Παναγία μου! εψιθύρισε κατακίτρινος η νεάνις. Και έκαμε τον σταυρόν
της.

 — Πάμε, παιδί μου, πάμε, είπεν η γραία, συγκρούουσα τους οδόντας της ως
εν πυρετώ.

Και κατήρχοντο από του λόφου, σιωπηλαί, ως κατάδικοι αγόμενοι εις την αγχόνην, εν ώ ο γερω-Μπαρέκος, εξελθών από του ναΐσκου, έκλεισεν ήσυχα- ήσυχα, ως νοικοκύρης, την μονόφυλλον αυτού θύραν και στερεώσας αυτήν διά του λαδωμένου σχοινίου εψιθύρισεν:

— Τώρα η καπετάνισσα εάν θέλη, ας μη πωλήση το σπίτι της εις τον κυρ- δήμαρχον.

Παρακάτω εις την βρύσιν, την πεντάκρουνον, του Προφήτου Ηλιού, εκάθησαν αι γυναίκες ν' αναπνεύσουν. Έπιον διαυγές ύδωρ από της αφθόνου πηγής και ανέκτησαν το θάρρος των ολίγον και τα χρώμα των. Ήτο ωραίον εκείθεν τα εξαπλούμενον έξοχον θαλασσινόν πανόραμα. Ολόκληρος η γαλανή Εύβοια με την χιονισμένην της Δίρφυν, αυγόν, κατάλευκον η απότομος γραμμή των βουνών της Κύμης· πέραν η σκιά της ερημικής Σκύρου· κ' εγγύτερον από τον άλλον λόφον, οι λάμποντες οικίσκοι της Γλώσσης ως λατομείου χαράδραι, ωραίου χωρίου της Σκοπέλου, οπόθεν προέρχονται τα καθ' αυτό Σκοπελίτικα αχλάδια.

Και είπεν η γραία προς την νεάνιδα, μη δυναμένη ακόμη ν' αποσπάση τον νουν της από την προ μικρού συμβάσαν φοβεράν σκηνήν:

— Πώς να το δώσω, κορίτσι μου, αφού δεν είνε δικό μου; Είνε του παιδιού μου. Κάθε βράδυ το γλέπω ς' τον ύπνο μου και μου λέει: θαρθώ μάννα! θαρθώ μάννα! Ψες τα βράδυ το είδα πάλι. Είνε μικρό-μικρό, ως οχτώ χρονών. Με τον φύλακα ς' τον ώμο, με το καλαμάρι 'ς το ένα χέρι, και μ' ένα κομμάτι ψωμί 'ς το άλλο· και μου λέει: θαρθώ μάννα, θαρθώ μάννα! Κ' εκεί το χάνω και ξυπνώ.

Και ήρχισε να κλαίη η γραία. Και πάλιν εψιθύρισε: Τ' αυτιά μ' κάμανε. Δεν ήταν τίποτε.

Η νεάνις έβλεπε προς την ευρείαν κυανήν θάλασσαν, αφαιρεθείσα εις μίαν σκούναν η οποία με όλα τα πανιά, επλησίαζε προς τον λιμένα, κατάπριμα.

— Μαννού, κύτταξε εκείνο το καράβι!

Διέκοψε την σιωπήν η νεάνις.

Αλλ' η γραία, βυθισμένη εις τας φοβέρας της σκέψεις, δεν ήκουσε.

Και η σκούνα εχάθη οπίσω από τα ερημόνησα του λιμένος.

— Πάμε, παιδί μου, είπε τέλος η γραία, εγερθείσα και πλύνασα μίαν φοράν ακόμη το πρόσωπόν της, τα οποίον ήδη επανέκτησεν ολοτελώς πλέον την προτέραν του χροιάν. Και πιούσα ύδωρ κατά κόρον ως διψασμένη, — αχ! πόσην δίψαν γεννά της ψυχής ο πυρετός! — ανεστέναξεν εκ βάθους και είπεν ως να ωμίλουν τα σπλάγχνα της:

— Ό,τι κι' αν είνε, δεν το δίνω το σπίτι.

Κατά την επιστροφήν των ουδένα συνήντησαν. Εις το Κακόρεμα τας εύρεν η νυξ, οπόθεν διερχόμεναι, είδον ονάριον φορτωμένον, και τον γέρω- Μπαρέκον, οδηγούντα αυτό εκ των όπισθεν, όστις χωρίς πάλιν να ερωτηθή είπεν:

— Ολίγο άλεσμα πήρα από τον μύλο!

Ο πονηρός ποιμήν δύο εργασίας έκαμεν εκείνην την ημέραν. Επιτυχών ερημίαν — Παραμονή, και οι χριστιανοί δεν εργάζονται — εσύναξεν αρκετούς κλάδους ελαιών διά το ποίμνιόν του, τους οποίους, φορτώσας, μετεκόμιζεν εις την ποίμνην του, και κατά παραγγελίαν του πλουσίου ιδιοκτήτου, — με το αζημίωτόν του, εννοείται — ηθέλησε να φοβίση την γραίαν καπετάνισσαν, ίνα πωλήση πλέον τον οίκον της. Διά την τρίτην εργασίαν εψεύδετο, ίνα μη απολέση την ημέραν.

Ότε εισήλθεν εις την κωμόπολιν, ήτο βαθεία νυξ. Η γραία επίτηδες παρέτεινε την οδοιπορίαν, ίνα μη ακούση μηδέ το άσμα των Χριστουγέννων. Της έκαμνε κακό. Εισήλθεν εις τας στενωπούς. Όλαι ήσαν έρημοι και σιωπηλαί.

Ούτε το πανηγυρικόν άσμα ηκούετο πουθενά πλέον, αλλ' ουδ' έλαμπε φως εις κανέν παράθυρον.

Μετ' ολίγον η γραία ήρχισε παραδόξως να επιβραδύνη έτι μάλλον. Ήρχισε να τρέμη.

— Τι έχεις, μαννού;

Ηρώτησεν η νεάνις.

— Θαρθώ ς' το σπίτι σας, παιδί μου! Φοβούμαι!

Εν τη θορυβημένη ψυχή της ανεκυκλείτο η τρομακτική σκηνή του ναΐσκου. Και να μη πιστεύη κανείς με το στόμα, εν τη ψυχή πάντοτε φοβείται εις τοιαύτας περιστάσεις.

Αλλ' αίφνης προχωρήσασα μικράν ακόμη εγείρει τους οφθαλμούς της και θεωρεί το φοβερόν και παντέρημον ερείπιόν της, κατάφωτον, απαστράπτον, φωταγωγούν τον λιμένα ολόκληρον.

Το δέος καταλαμβάνει αυτήν πλέον πραγματικώς.

Ίσταται αποτόμως και τρίβει τους οφθαλμούς της.

— Τα μάτια μ' κάνουν έτσ';

— Τι είνε, μαννού; ερωτά η νεάνις.

Και διά νεύματος οδηγουμένη παρά της γραίας, τρεμούσης, θεωρεί και αυτή το ερείπιον φωταγωγημένον.

Και αι δύο γυναίκες σταυροκοπούνται επανειλημμένως.

— Τα φαντάσματα, μαννού, τα φαντάσματα, κράζει έντρομος η νεάνις.

— Τάκουα παιδί μ', μα πρώτη φορά τα βλέπω. Είχε δίκαιο ο άγιος που μου το είπε σήμερα. Πάμε στο σπίτι σας.

Τα γόνατά των τρέμουν καμπτόμενα. Μόλις δύνανται να εξακολουθήσωσι την πορείαν. Προχωρούσι προς την οικίαν της νεάνιδος, εγγύς του στοιχειωμένου μεγάρου, και μετά δέους, κρυφά-κρυφά, ρίπτουν τα όμματά των προς τον όγκον εκείνον, όστις εξηκολούθει να φωτίζεται εν υπερβαλλούση λαμπρότητι. Και συγχρόνως ακούονται γέλωτες χαράς κ' ευφροσύνης, ως γάμου βοή. Ίστανται και ακροώνται:

_Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει, οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η κτίσις όλη . . . __

Ψάλλει χορός παιδιών καλλίφωνος εν τω φωτισμένω μεγάρω και όργανα πολλά συνοδεύουν τα άσμα. Σκιαί φαίνονται κινούμεναι εν αυτώ και φωναί αγαλλιάσεως ασυνάρτητοι, ως είνε αι φωναί της αληθούς χαράς, εξέρχονται ολονέν από των χαλασμένων παραθύρων. Δίπλα δε, παρά τον ημικρημνισμένον μαρμάρινον εξώστην ένα ζεύγος υψηλών ιστών κινείται κυματοειδώς, συμφώνως προς της θαλάσσης τους κυματισμούς. Το δέος της γραίας υπεραυξάνει τότε. Αναπαρίσταται ενώπιον των οφθαλμών της πραγματική η ανύπαρκτος πλέον ευτυχία της. Και σπεύδει προς τον οικίσκον της νεάνιδος, ήτις ρίψασα τελευταίον έμφοβον βλέμμα προς το κατάφωτον μέγαρον ψιθυρίζει κάτωχρος:

— Πω! πω! φαντάσματα και κακό!

Και εκεί που ήτο έτοιμος η γραία να εισέλθη εις τον γειτονικόν οίκον, νά ο γέρω-Μπαρέκος, όστις ασθμαίνων, κάθιδρως σχεδόν, εμφανίζεται, κραυγάζων μακρόθεν:

— Κυρά καπετάνισσα! Καλώς τα δεχθήκατε! και μετ' ολίγον προσθέτει γελών:

— Τα φαντάσματα!

Κ έδειξε το μέγαρον, του οποίου έφεγγον πάντοτε λαμπρώς τα κρημνισμένα παράθυρα.

Η γραία εντροπιασμένη, φοβισμένη δι' όσα έβλεπε και δι' όσα ήκουσε, χωρίς ν' απαντήση εις τον ποιμένα, καλόν ή κακόν λόγον, εισήρχετο, εν ώ ο γέρω-Μπαρέκος εμποδίζει αυτήν, προσθέτων:

— Τα φαντάσματα!

Κ' εξακολουθεί:

— Καλώς τον δέχθηκες τον καπετάνιο σου, ίδιος ο μακαρίτης είνε ο Παπαργυρός. Ήλθεν ο γυιός σου ο ναυαγισμένος, ύστερα από τόσα χρόνια!

Η γραία ίστατο άφωνος ως ανδριάς. Ο δε ποιμήν εξηκολούθει:

— Με μίαν σκούνα, με μια έμορφη γυναίκα εγγλέζα, ξανθή και ροδοκόκκινη, — σπηκ ίγγλισσ; — παρενέβαλε σαρκάζων ο ποιμήν — με δύο παιδάκια — να του ζήσουν — ένα αγοράκι και ένα κοριτσάκι — ζευγαράκι — δεν σου μοιάζουν διόλου, — ροδοκόκκινα και ξανθά. Καλώς τα δέχθηκες τα φαντάσματα, ήλθα ξαργού, να σου το πω και να πάρω τα συχαρίκια, μη τύχη και φοβηθήτε πάλιν.

Παρ' ολίγον να προδοθή ο πονηρός, διά το προηγηθέν επεισόδιον του ναΐσκου, διά τούτο εις το πάλιν εδάγκασε την γλώσσαν του.

Τωόντι. Η σκούνα, την οποίαν εις το βουνόν είχε παρατηρήσει η συνοδός της γραίας, είχε καταπλεύσει, κυβερνωμένη υπό του αγνοουμένου υιού του μακαρίτου καπετάν-Τσούρμα-Παπαργυρού και ηγκυροβόλησε κάτω από το μέγαρον.

Ο γέρω-Μπαρέκος, κατελθών να λάβη την υπεσχημένην αμοιβήν διά το εν τω ναΐσκω κατόρθωμά του, ήκουσε παραδόξως παρά του πλουσίου ιδιοκτήτου ότι δεν έχει να τω δώση τίποτε, διότι αν και το σχέδιον του ποιμένος επέτυχε, το ιδικόν του όμως είχεν αποτύχει τέλεον, διότι κατέπλευσε πλέον ο υιός του καπετάν-Τσούρμα του Παπαργυρού, εις ον ανήκεν ο περιζήτητος οίκος, και κατέπλευσε με περιουσίαν κινητήν και ακίνητον, και ήτο αδύνατον πλέον να πωλήση η μήτηρ το μέγαρον.

Ο γέρω-Μπαρέκος διεμαρτυρήθη και απήτησε την αμοιβήν του. «Δεν σε δούλεψα, βρε αδερφέ!» έλεγε προς τον αποστείλαντα αυτόν. Αλλ' αποτυχών, με όλας τας διαμαρτυρίας του, απειληθείς και με φυλάκισιν — διότι ο απαιτητής του μεγάρου ήτο και δήμαρχος, έσπευσε να συναντήση την γραίαν και λάβη παρ' αυτής τουλάχιστον το εθιζόμενον δώρον της καλής ειδήσεως — τα συχαρίκια — γνωρίζων ότι αύτη, σιγά-σιγά, ως εβάδιζε, θα ήτο ακόμη καθ' οδόν. Διά τούτο εφρόντισε με όλην την ησυχίαν του και συνέλεξεν ικανάς πληροφορίας περί του καταφθάσαντος πλοιάρχου, όσας ημπόρεσεν.

Αλλ' η γραία έμενε βωβή εν τη θύρα της γειτονικής οικίας και κωφή σχεδόν. Τα λόγια του ποιμένος τ' απροσδόκητα εβόμβουν, συγκεχυμένα, εις τα ώτα αυτής, ως ει προ μικρού είχε λάβει αρκετήν δόσιν κινίνης, ότε κατήρχετο και ο παπά-Μακάριος ο πνευματικός της, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — όστις είχε την ευτυχίαν πρώτος να σπεύση εις την αιφνιδίαν της λυπημένης χήρας χαράν:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα! ήλθεν ο καπετάν-Γιαννάκης!

Και έλαβε την χείρα της γραίας, ψυχράν, ως από μολύβδου.

Δεν ήτο εκ των συνήθων η έκπληξις αύτη.

Η γραία, άφωνος πάντοτε, έβλεπεν ετενώς το φωτισμένον μέγαρόν της, παρακολουθούσα τας εν αυτώ κινουμένας σκιάς ανθρωπίνων φασμάτων, και ψιθυρίζουσα εν απορία: «ο Δεσπότης τάχα ήλθεν;» Αλλά ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος από την κούρασιν — τις οίδεν — εξηκολούθει, κινών την χείρα της και σείων όλον αυτής τον κορμόν, ως ξύλινον, επαναλαμβάνων πυκνώς:

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρά-Καπετάνισσα!

Έως ου, μετά πολλά, συνήλθε τέλος η γραία, εκ της πρώτης μεγάλης ταραχής, και, ολίγον κατ' ολίγον, διά των παραινέσεων του ιερέως περί χαράς και λύπης και περί μακαρίου πένθους, θείας προνοίας και θείας ευλογίας, η γραία ανέκτησε τελείως την αίσθησίν της, και συνοδευομένη παρά του γέροντος πνευματικού, εδέχθη ν' αναβή εις τον οίκον της.

— Μου τα είπεν όλα ο καπετάν-Γιαννάκης, έλεγεν ο σεβάσμιος γέρων, όλος χαρά και αγαλλίασις. Το πώς εσώθη από το φοβερόν ναυάγιον της θαλάσσης και από το φοβερώτερον ναυάγιον της ξηράς. Ότι εν τη θαλάσση εσώθη, επιτυχών το ξύλινον μαγειρείον, όπερ επέπλεεν — όλοι οι άλλοι επνίγησαν — εν τη ξηρά δε εσώθη διά της μετανοίας. Η αιφνιδία της τύχης του μεταβολή επί το χείρον, έπεισεν αυτόν ότι, ίνα επανέλθη εις την πρώτην ακμήν, την οποίαν εύρε συγκεκροτημένην διά των κόπων του πατρός του, και κατεπόντισεν εις του Βοσπόρου το αχόρταστον ρεύμα, έπρεπε να εγκαταλίπη τον άσωτον βίον και να επιδοθή φιλοτίμως εις την εργασίαν. Όπερ και έπραξε. Μου τα είπεν όλα αυτά, επανελάμβανεν ο πνευματικός, και ότι, εντρεπόμενος τον πατέρα του, ήθελε να επανέλθη με μίαν τουλάχιστον σκούνα, δι' αυτό κ' εβράδυνεν. Όλα τα ήκουσα και το πώς ενυμφεύθη, τιμιωτάτην σύζυγον, την οποίαν εβάπτισε προηγουμένως, τα πάθη του, τας περιπετείας του, τας θλίψεις του, εργαζόμενος εν Αγγλία· αλλ' είνε τόσον ωραία όλα αυτά τα επεισόδια του τρικυμιώδους βίου του, ώστε θα έλθω να τα ξανακούσω πάλιν.

Και συνώδευε λοιπόν την γραίαν εις το παμπάλαιον και στοιχειωμένον μέγαρον, σταλείς επίτηδες παρά του καπετάν-Γιαννάκη, θέλοντος να προλάβη δυστύχημα πιθανόν εις τοιαύτας περιστάσεις, ίνα προετοιμάση ο ιερεύς εν ειρήνη ψυχής την μετά της μητρός του πρώτην συνάντησιν — την συνώδευε πρόθυμος ο γέρων πνευματικός εκεί όπου την ανέμενον με χαράν τόσα φαιδρά πρόσωπα, τέκνα και νύμφη και εγγονοί, της χαράς τα φαντάσματα, των πόθων της τα όνειρα, τα οποία εν ταις μυστικαίς βουλαίς του Θεού τόσον τρυφερώς ενίοτε πραγματοποιούνται.

Εν τη αυλή υπό το φως μεγάλης λυχνίας, ο μικρός εγγονός, κυνηγών την έρημον και μόνην όρνιθα, γοερώς κακαρίζουσαν, κατετρόμαξε την γραίαν μάμμην του, της οποίας ο νους, άπαξ ταραχθείς εκ των φαντασμάτων, δεν είχε καθησυχάσει ακόμη τελείως. Και όταν πάλιν, ενηγκαλισμένον έχουσα και καταφιλούσα τον μονάκριβον υιόν της, τον οποίον, μετά τόσα έτη, ανελπίστως έβλεπε, μεγαλόσωμον, σοβαρόν, πολιόν σχεδόν, ως τον καπετάν- Τσούρμαν, τον Παπαργυρόν, απαράλλακτον, ακούσασα πατήματα ζωηρά, χορευτικά και φωνάς και γέλωτας και χαράν, εν τω άνω πατώματι, όπου τα παιδία ανέβησαν να ίδουν το θέαμα του λιμένος και της κώμης, απεσπάσθη από τας αγκάλας του υιού της, έντρομος κράζουσα, κ' επάνω βλέπουσα:

— Τι είνε!

Αλλ' ο γέρων πνευματικός, παρών εκεί, την ενεκαρδίωνε· και όταν κατόπιν συνήλθον ομού πάντες οι ταξειδιώται και περιεκύκλωσαν την γραίαν καπετάνισσαν, τα δύο εγγονάκια της, ροδοκόκκινα και ξανθά, μετ' απορίας παρετήρουν κ' εξήταζον τον κατάμαυρον και ασυνήθη της μάμμης ιματισμόν, σύροντα περιέργως τας άκρας της μαύρης μανδήλας της· και ότε η νύμφη της η εγγλέζα, διά νευμάτων, αγνοούσα την γλώσσαν, την περιέθαλπε την πολύπαθη πενθεράν, τόσον θερμώς και τόσον εκφραστικώς, ως εάν ωμίλει την γλώσσαν της και καλλίτερα μάλιστα· και όταν ο υιός της, ο καπετάν- Γιαννάκης, ένδακρυς ανελογίζετο το πολυτάραχον παρελθόν κ' εν γένει, όταν η γραία Καπετάνισσα ανέκτησεν όλον το θάρρος της και την γαλήνην της ψυχής της, και ήρχισε ν' αναπολή και να διηγήται περί του μακαρίτου καπετάν-Τσούρμα του Παπαργυρού, και περί του οικτρού αυτού τέλους με βαθύτατον της καρδίας της πόνον, ώστε να κλαύσουν όλοι, ο γέρων πνευματικός, κατακόκκινος πάντοτε, από την κούρασιν — τις οίδεν — δεικνύων και την ωραίαν σκούναν, η οποία μακρά, με χρυσά κορζέτα, αλλά χωρίς άσπρο μπούρδο, κατάμαυρος πλέον, εκαμάρωνεν εγγύς του μεγάρου, ενώ το κύμα προσκρούον ηρέμα εις τα μαύρα πλευρά της απετέλει ελαφρόν ψόφον ως θρήνου ηχώ μακρυνήν, πλην ηδέος θρήνου, ξεκουράζοντος θρήνου, είπεν ιεροπρεπώς:

— Μόνον όποιος πεθάνη, δεν γυρίζει 'πίσω, κυρά-Καπετάνισσα.

Αλλά την στιγμιαίαν αυτήν θλίψιν, την αναπόφευκτον, διέκοψεν αμέσως ο γέρω-Μπαρέκος, επανελθών και κομίζων επ' ώμου, ποικιλόστικτον μικρόν αιγίδιον, ζωντανόν, ως ο κριοφόρος Ερμής.

Τα ξανθά παιδία έσπευσαν κ' έλαβαν το αιγίδιον, το χριστουγεννιάτικον δώρον των, και κυνηγούντα αυτό εις την μεγάλην αίθουσαν, τριζοκοπούσαν και από την σαθρότητα και από την χαράν, ηυφραίνοντο, τα ξανθά παιδία, και μετ' αυτών ηυφραίνοντο έτι πλέον, οι ευδαίμονες γονείς και η πολυπαθής μάμμη, κ' εγέλα, θαρρείς, κ' ηγάλλετο αγαλλίασιν πνευματικήν το πένθιμον και κατηφές εκείνο μέγαρον των φαντασμάτων.

— Δεν σου τώλεγα εγώ, κυρά-Καπετάνισσα; είπεν ο γέρω-Μπαρέκος τότε. Σπηκ ίγγλισσ; Νά τα λοιπόν τα φαντάσματα, της χαράς τα φαντάσματα! Φίλησέ τα, και μη τα φοβάσαι διόλου τώρα.

ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — ΕΚΔΟΤΉΣ — ΑΘΗΝΑΙ

ΕΚΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΞΕΝΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Ε Κ Δ Ο θ Ε Ν Τ Α

ΑΝΝΙΝΟΥ ΜΠ. Αττικαί ημέραι (διηγήματα και ευθυμογραφήμ……….Δρ. 5. — — Ζητείται υπηρέτης (κωμωδία μονόπρακτος)……………. 1. — ΒΑΒΕΑ Ν. Το Πέραν μας (πρωτότυπον κοινωνικόν έργον από τα παρασκήνια της ζωής) ……………………………. 5. — ΒΛΑΧΟΥ ΑΓΓ. Ανάλεκτα (κρίσεις και εντυπώσεις 2 τόμ. )…………. 8. — — Τραγούδια του Heine (έμμετ. μετάφρ. ) ΒΡΑΤΣΑΝΟΥ Μ. Τα κατά τον Θησέα (ιστορική και πολιτική μυθογραφία).. 7. — ΒΙΖΥΗΝΟΥ Γ. Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου………………… 5. — ΒΟΓΑΣΛΗ Δ. Εκλεκτά χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα (εκ του Γαλλ. Γερμαν. και Ρωσικού)…………………………… 3.50 ΓΡΥΠΑΡΗ Ν. I. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες……………………… 5. — ΔΕΛΗΚΑΤΕΡΙΝΗ I. Ο Λυχνοστάτης (κωμωδία μονόπρακτος) …………… 1. — ΔΡΟΣΙΝΗ Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα)………………………… 5. — — Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα)……………………….. 5. — — Αμαρυλλίς (διήγημα)……………………………… 5. — — Αγροτικαί επιστολαί……………………………… 5. — — Ο Μπαρμπαδήμος. Διηγήσεις αγωνιστού. Εικόνες Μπισκίνη.. 6. — ΔΑΦΝΗ ΣΤΕΦΑΝ. Το ανοιχτό παράθυρο……………………………. 5. — ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ Π. Η Σιδηρά Διαθήκη (Κοινωνική Φυσιολογία) …….. 6. — ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΙΟΥΛΙΑΣ Στην Κοζάνη (διηγήματα)……………………… 5.— — Όλοι μαζί………………………………………. 3.50 — Ο Βάτραχος που βαριέται………………………….. 1.40 ΔΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΘΕΩΝΗΣ Ελληνικά ποιήματα, κατάλληλα γι απαγγελία. Τόμοι δύο…………………………………………… 10. — ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ Τον Καιρό του Βουλγαροκτόνου τόμ. 2…………… 12. — — Για την Πατρίδα — Παραμύθι χωρίς όνομα……………………….,…… 6. — ΔΕΛΤΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ Μύθοι και θρύλοι……………………………. 6. — ΔΟΥΜΑ (ΥΙΟΥ) Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα)…………….. 5. — ΘΕΡΟΥ ΑΓ. Δημοτικά τραγούδια (εκλογή)……………………….. 5. — ΚΟΡΟΜΗΛΑ Γ. Το τελευταίο βράδυ………………………………. 5. — ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ Μ. Ελληνική Μυθολογία…………………………. 6.50 ΚΩΣΝΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ Θρύλοι και παραδόσεις μετά πολλών καλλιτεχν. εικόνων…………………………………… 3. — ΛΑΜΑΡΤΙΝΟΥ Γκρατσιέλλα……………………………………… 5. — ΛΙΔΩΡΙΚΗ Μ. Κοντά στη φωτιά(δράμα μονόπρακτον)……………….. 1. — ΛΥΚΟΥΔΗ ΕΜΜΑΝ. Διηγήματα……………………………………. 5. — — Το Σπητάκι του γιαλού (Διήγημα) ………………….. 5. — ΜΑΛΑΚΑΣΗ Μ. Ασφόδελοι ποιήματα)……………………………… 5. — ΜΑΡΗ Μ. Το θάρρος της αγνοίας (κωμωδ. μονόπρακτος)……………. 1. — ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ Α. Διηγήματα τόμ. Α'. Β'. Γ'. έκαστος ………………. 6. — ΝΟΡΔΑΟΥ Μ. Τα κατά συνθήκην ψεύδη……………………………. 5. — Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΟΘΩΝ Ιστορικόν εράνισμα επί τη 50ετηρίδι του θανάτου του 4. — ΠΑΛΑΜΑ Κ. Τα παράκαιρα (ποιήματα)……………………………. 5. — — Διηγήματα……………………………………….. 5. — ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ — ΛΑΜΠΕΛΕΤ Τα χελιδόνια (ποιήματα για παιδιά τονισμένα)10. — ΠΟΛΕΜΗ I. Σπασμένα μάρμαρα (ποιήματα)………………………… 6. — — Παληό βιολί έκδοσις τρίτη…………………………. 5. — — Βασιληάς Ανήλιαγος έκδοσις τρίτη…………………… 5. — — Λύρα (Ανθολογία της νεωτέρας ελλ. ποιήσεως)…………. 6. — — Η Γυναίκα (κωμωδία μονόπρακτος)……………………. 1. — — Ειρηνικά (ποιήματα)………………………………. 3. — ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΥ Α. Η Φαίδρα……………………………………. 4. — — Φάουστ του Γκαίτε(μετά πολλών εικόνων) — Ποιήματα………………………………………… 5. — ΣΙΕΓΚΕΒΙΤΣ Quo Vadis (μυθιστόρημα)…………………………… 5. — ΣΤΡΑΤΗΓΗ Γ. Τραγούδια του νησιού…………………………….. 5. — ΤΑΝΑΓΡΑ ΑΓΓ. Οι σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα)……………… 5. — — Μακεδονικαί Ραψωδίαι……………………………… 4. — — Η Μεγαλόχαρη (διήγημα)……………………………. 3.50 — Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμ. διηγήματα 1912-13)……… 5. — — Μαύρες Πεταλούδες………………………………… 4. — ΤΣΟΚΟΠΟΥΛΟΥ Γ. Ο Βασιλεύς της Ρέγκας (μονόπρ. ) ………………. 1. — — Γυναίκες του Βυζαντίου……………………………. 5. — ΦΕΓΙΕ ΟΚΤΑΒ. Ιστορία ενός πτωχού νέου………………………… 5. — ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Κ. Φθινόπωρο (μυθιστόρημα)……………………….. 5. — — Τραγούδια της Ερημιάς……………………………… 3.50 — Τα Ελεγεία και τα Ειδύλλια (ποιήματα) ………………. 3.50 — Απλοί Τρόποι (ποιήματα) …………………………… 5. —

1) Σημ. Το παρόν Διήγημα ανεδημοσιεύθη εις την εφημερίδα &Κήρυκα& των Χανίων.

2) Αβοηθώ σημαίνει θέτω τα φορτίον επί του ώμου, υποβοηθούμενος υπό τινος ή από υψηλού τινος μέρους. Ξεβοηθώ δε σημαίνει αποθέτω το φορτίον. Να ξαποστάσουν = να ξεκουρασθούν.

Κείμενα

Hellenica World