- Hellenica -

 

.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει.


Εξώφυλλο

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ

ΑΙΣΧΥΛΟΣ

Π Ε Ρ Σ Α I

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΕΡΒΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΕΙΣΗΓΗΣΙΣ


Ο ποιητής της Τραγωδίας.


Ο Αισχύλος, ο μέγιστος τραγικός εγεννήθηκεν εις την Ελευσίνα το 525 π. χ. από αρχοντικόν αρχαιότατον γένος. Είχεν ανατροφήν και μόρφωσιν επιμελημένην, ώστε η ποιητική του μεγαλοφυία επρόφθασεν ενωρίς να φανερωθή και ήτον είκοσι πέντε χρόνων ότε συναγωνίσθη με τους ονομαστούς δραματοποιούς Πρατίναν και Χοιρίλον, χωρίς όμως να νικήση.

Άνδρα τον ευρήκαν οι Μηδικοί πόλεμοι ― πολεμιστήν ηρωικόν εις τον Μαραθώνα, όπου πολλά   τ ρ ω θ ε ί ς  α π ε κ ο μ ί σ θ η  δ ι ά  φ ο ρ ε ί ο υ, και εις τους άλλους έπειτα δοξασμένους εναντίον των Περσών αγώνας. Όμοια το καλόν γένος του έβγαλε γενναίους τους αδελφούς του τον Κυνέγειρον που έπεσε μοναδικά αγωνιζόμενος εις τον Μαραθώνα και τον Αμεινίαν που αρίστευσεν ως Τριήραρχος εις την Σαλαμίνα.

Η Τραγωδία προ του Αισχύλου ευρίσκετο εις την αρχήν της. Αι παραστάσεις απετελούντο από θρησκευτικούς ύμνους και πρώτος τότε ο Θέσπις έβαλεν ένα πρόσωπον να ομιλή εις τας διακοπάς των ύμνων. Ο Αισχύλος ελαττώνοντας τα χορικά έβαλε και δεύτερον πρόσωπον, έτσι δε εμορφώθη ο διάλογος, με τον οποίον εγίνετο η αφήγησις της υποθέσεως. Συνάμα, όπως αναφέρουν υστερώτεραι πληροφορίαι, ο Αισχύλος επενόησε πλούσια σκηνικά παρουσιάζοντας ζωγραφίας, μηχανάς, βωμούς, τάφους, σάλπιγγας, φαντάσματα και Εριννύας, ευρήκε δε διά τους ηθοποιούς τον   κ ό θ ο ρ ν ο ν, τας  χ ε ι ρ ί δ α ς και τα  π ρ ο σ ω π ε ί α ― τρόπον δηλαδή ενδυμασίας που να παρουσιάζη τους ηθοποιούς μεγαλοπρεπεστέρους· γενικώς και εις κάθε τραγωδίαν συμφωνοτέρους με την υπόθεσιν. Τέλος τα πρόσωπα του χορού από 50 τα περιώρισεν εις 13. Ώστε εμόρφωσε την Ελληνικήν τραγωδίαν όπως αυτή έμεινεν έκτοτε.

Σύμφωνα με την τότε συνήθειαν ο Αισχύλος εις κάθε δραματικόν αγώνα, εις τον οποίον μετείχε, εδίδασκε τρεις τραγωδίας και έν δράμα σατυρικόν. Αι τρεις τραγωδίαι του ήσαν πάντοτε η αφήγησις ενός μόνου μύθου και δι' αυτό από τους γραμματικούς λέγονται τριλογίαι. Έγραψεν 90 τραγωδίας, ως αναφέρουν, εις δε τους δραματικούς αγώνας 13 φοράς ανεκηρύχθη νικητής.

Όμως εκαυχάτο περισσότερον διά τον ηρωισμόν του εις τον πόλεμον παρά διά την υπέροχον ποιητικήν αξίαν του, όπως φανερώνει και το επίγραμμα του τάφου του, που λέγεται ότι το έγραψεν ο ίδιος:

    Αισχύλου Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει
    μνήμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας
    αλκήν δ' ευδόκιμον Μαραθώνιον άλσος αν είποι
    και βαθυχαιτήεις Μήδος επιστάμενος.

Και εις αυτόν όπως εις όλους τους αληθινά υπερόχους η ενέργεια και η τόλμη ― ήτοι ο δυνατός χαρακτήρ ― υπήρξαν διά την ατομικήν του υπόστασιν πλέον αισθητά παρ' ό,τι η σκέψις, η οποία όμως μόνον όταν υπάρχη δυνατός χαρακτήρ φανερώνεται αληθινά ισχυρά, υψηλή, ωραία και ευγενική ― ζωντανευμένη από της φύσεως την αλήθειαν.


Η υπόθεσις της τραγωδίας.


Αντίθετα προς τας άλλας τραγωδίας βασισμένας εις μύθον, οι «Πέρσαι» έχουν υπόθεσιν πραγματικήν και σύγχρονον, αποτελούν δε ύμνον της νίκης των Ελλήνων εναντίον των Περσών.

1. Εις την αρχήν χορός επισήμων γερόντων Περσών εξιστορεί το πλήθος του στρατού του Ξέρξου, την ερήμωσιν των Ασιατικών χωρών και τον φόβον αυτού μη καταστραφή ο στρατός.

2. Έπειτα προσφωνεί την Άτοσσαν, μητέρα του Ξέρξου, που τρομαγμένη από όνειρόν της προφητικόν διηγείται αυτό εις τους γέροντας ζητούσα τας συμβουλάς των. Ενώ ο Χορός της λέγει να δεηθή εις τους θεούς δια ν' αποτρέψουν το κακόν έρχεται αγγελιοφόρος, που οδυρόμενος διηγείται την καταστροφήν του στρατού. Η είδησις ότι εσώθη ο Ξέρξης κάμνει την μητέρα του ν' ακούση ησυχώτερα τας λεπτομερείας του ολέθρου εις την Σαλαμίνα. Όταν δε η Άτοσσα αποσύρεται διά να δεηθή εις τους θεούς, ο χορός θρηνεί και φανερώνει φόβον μήπως επαναστατήσουν οι λαοί της Ασίας.

3. Επιστρέφοντας η Άτοσσα με τα χρειαστά προς θυσίαν προσφέρει χοάς εις τον τάφον του Δαρείου, ενώ ο Χορός εγκωμιάζει τον νεκρόν παρακαλώντας αυτόν να φανή δια να συμβουλεύση και βοηθήση τους Πέρσας.

4. Το φάσμα του Δαρείου εμφανίζεται και ακούοντας την καταστροφήν εξηγεί ότι οι θεοί ετιμώρησαν την αλαζονείαν του Ξέρξου, προλέγει ότι διά την ασέβειαν και οι λοιποί, όσοι ευρίσκονται εις την Ελλάδα, Πέρσαι θα καταστραφούν και συμβουλεύει να μη γίνη πλέον πόλεμος εναντίον των Ελλήνων. Ο Χορός ύστερα εξυμνεί τας παλαιάς νίκας του Δαρείου εις την Ασίαν.

5. Τέλος έρχεται ο Ξέρξης με σχισμένην την βασιλικήν πορφύραν, άοπλος και μόνος. Αναγνωρίζει τα σφάλματά του, και οδύρεται μαζί με τον Χορόν των γερόντων, οι όποιοι με το άσμα και με τον χορόν παριστάνουν εκφραστικά την αθλιότητα του βασιλέως.


Τα πρόσωπα της τραγωδίας.


ΧΟΡΟΣ ΓΕΡΟΝΤΩΝ
ΑΤΟΣΣΑ
ΑΓΓΕΛΟΣ
ΕΙΔΩΛΟΝ [φάσμα) ΤΟΥ ΔΑΡΕΙΟΥ
ΞΕΡΞΗΣ


Η σκηνή εις τα Σούσα, μέσα εις τον περίβολον του ανακτόρου και κοντά εις τον τάφον του Δαρείου.

Ι. Ζερβός.

ΑΙΣΧΥΛΟΥ
ΠΕΡΣΑΙ


ΧΟΡΟΣ

Από τους Πέρσας, που έφυγαν για τη χώρα
της Ελλάδος, λεγόμαστε οι πλέον πιστοί
και φύλακες μείναμε στα πλούσια παλάτια τώρα
εκεί που κρύβονται πολλοί θησαυροί. (1)
Εμάς σαν γεροντότερους έχει τάξει
ο βασιληάς ο Ξέρξης, του Δαρείου ο γυιός,
να επιβλέπουμε της χώρας την τάξι.
Όμως στην ψυχή μας τώρα ο γυρισμός
του αμέτρητου στρατού του βασιλέα
κάποιαν ανησυχία γεννάει βαθειά.
Γιατί της Ασίας όλ' η δύναμι η ακμαία
είναι φευγάτη και απόμεινε κάθε νειά
τον άνδρα της να αποζητάη στο σπίτι, (2)
κι' ουδέ μας ήρθεν άγγελος κανείς εδώ
πεζός ή ιππέας στων Περσών την πόλι,
από εκείνους που εδώ και τόσον καιρό
ξεκινώντας απ' τα Σούσα εφύγαν
κι' απ' τα Εκβάτανα κι' απ' το Κίσσιο το παληό
κι' άλλοι μ' αλόγατα κι' άλλοι με πλοία επήγαν
κι' άλλοι πεζοί, κάνοντας στρατό πυκνό.
Σαν ο Αμίστρης με το Μεγαβάτη και τον Αρταφέρνη
και ο Αστάσπης, οπού είναι των Περσών αρχηγοί
κι' οπού καθένας πάνω του εξουσία φέρνει,
κι' όλοι τους είναι υπήκοοι του βασιλέα πιστοί
και που στρατό πολύ οδηγώντας ξεκινήσαν,
ιππείς ικανοί και του τόξου σκοπευταί
που τρομεροί και εις την όψι τους ήσαν
κ' εις τον πόλεμον άφοβοι με πείσμα μαχηταί.
Καθώς κι' ο Αρτεμβάρης, που αναγαλλιάζει
γι' άλογα η ψυχή του κι' ο λαμπρός σκοπευτής
ο Ιμαίος κι' ο Σωσθάνης, 'πού δαμάζει
τ' άλογα, ο ξακουστός ιππευτής.
κι' ο Μασίστρης κι' ο Φαρανδάκης και άλλοι,
που ο μέγας Νείλος ο πολυτρόφος έστειλ' εδώ,
ύ Σουσισκάνης, ο Πηγασταγών απ' την Αίγυπτο τη μεγάλη
κι' ο πολύς ο Αρσάμης, που διαφεντεύει το ναό
της ιερής Μέμφιδος, κι' ο Αριόμαρδος, που ορίζει
της πανάρχαιες Θήβες κι' αυτοί που κατοικούν
εκεί που της χώρες το νερό της πλημμυρίζει ―
όλοι τους ναύται φοβεροί, που αδύνατο να μετρηθούν.
Ακολουθούν των τρυφηλών Λυδών τα πλήθη
και κάθε άλλο έθνος, που πλέον βαθειά
στη στεριά της Ασίας εγεννήθη,
που ο Μητρογάθης και ο Αρκτεύς με παλληκαριά
τους οδηγούν ― του βασιλέα υπήκοοι φίλοι ―
κι' οπού οι πλούσιες Σάρδεις μ' άρματα πολλά
σε διπλούς στίχους και τριπλούς τους έχουν στείλη (3)
 ― στην όψι τους όλοι φοβεροί και στη θωριά.
Κ' εκείνοι που μένουν κοντά στον ιερό τον Τμώλο,
ο Μάρδων κι' ο Θάρυβις, καυχηθήκαν λογχισταί ισχυροί
πως το Ελληνικό γένος θα το σκλαβώσουν όλο.
Κοντά τους πήγαν κ' οι ακοντισταί οι Μυσοί.
Συμμάζεμα λαών σαν φουσκοθαλασσιά μεγάλη (4)
ξαπόστειλε κ' η Βαβυλών, οπού έχει θησαυρούς
άλλους σε πλοία μέσα κι' άλλους πάλι
πεζούς, τοξότες όλους διαλεκτούς.
Κι' απ' όλης της Ασίας κάθε λαόν άλλο
κι' από κάθε μια πολεμική γενειά
ακολουθούσαν φοβεροί τον βασιλέα το μεγάλο
όλοι τους αρματωμένοι με σπαθιά.
Τέτοιος έφυγε ανθός απ' την Περσική χώρα,
άνδρες που ολάκαιρη της Ασίας η γη
τους έθρεψε και τους αποζητάει τώρα,
κι' οπού γονειοί, γυναίκες με θλιμμένη ψυχή
τους προσμένουν στενάζοντας· και με τρομάρα
βλέπουν της μέρες μάταια να περνούν.
Κι' όσ' ο καιρός διαβαίνει, τόσο με λαχτάρα
αυτούς που μακρυά βρίσκονται τους καρτερούν.

Στροφή Α'.

Έτσι ο στρατός του βασιληά
ο καστροπολεμίτης τώρα
εις τη γειτονική τη χώρα
επέρασε κατ' αντικρύ
πάνω σε πλοία αραδιασμένα,
κι' όλα μαζί σχοινοδεμένα.
Κ' έτσι της Έλλης τον πορθμό (5)
που ήταν του Αθάμα θυγατέρα,
ο στρατός διάβη. Κ' ένα ως πέρα,
γεφύρι απλώνοντας γερό
με ξύλα καλοκαρφωμένα
εις της θαλάσσης τον αυχένα
εταίριαξέ το ωσάν ζυγό.

Αντιστροφή Α'.

Και της Ασίας ο πολεμικός
ο άρχοντας κοπάδι ανθρώπους
στους εχθρικούς εκείνους τόπους
από δυο δρόμους οδηγεί.
Γιατί ακλουθούν άλλοι σιμά του
κι' άλλοι στα πλοία τα δικά του
σύμφωνα πλέουν κατά εκεί.

Εις τους τρανούς του στρατηγούς,
οπού σκληροί είναι, καυχιέται
ο άνδρας αυτός, οπού λογιέται
ωσάν θεός κι' από γενιά
χρυσόγονη έχει γεννηθή. (6)

Στροφή Β'.

Τα μάτια του αστραποβολάν
όπως του δράκοντα το βλέμμα
όπου διψάει για αίμα.
Κ' έχει βραχίονες αυτός
αμέτρητους στη διαταγή του.
Κι' άρχοντας είναι αμετρήτου
πλήθους ναυτών.
Το Σύριον άρμα του οδηγώντας
με Άρη τοξότη ξεκινώντας
τους στρατιώτες του οδηγεί
να πολεμήσουν με τα τόξα
άνδρας, που απόκτησαν τη δόξα
σαν λογχισταί. (7)

Αντιστροφή Β'.

Κι' ούτε κανείς πολεμιστής
και με κανένα ποτέ τρόπον
αυτό το ρεύμα των ανθρώπων,
που ωσάν της θάλασσας τρανό
κύμα κι' ανίκητο έχει ορμήσει,
θα ημπορούσε να εμποδίση
μπροστά του υψώνοντας φραγμούς.

Στροφή Γ'.

Όμως και ποιος τάχα θνητός
κάθε θεού δολερή σκέψι
θα πρόφθανε να την προβλέψη! ()
Και ποιος ποτέ του θα ημπορούσε
με γοργό πόδι να επηδούσε
μακρυά από δόλο θεϊκό;

Αντιστροφή Γ'.

Η τέτοια του θεού βουλή
μας δείχνεται σαν καλωσύνη
ως που σε δίχτυα της μας κλείνει
πλεγμέν' από της συμφορές.
Κι' όταν σ' αυτά μέσα μπλεχθούμε
αδύνατο να λυτρωθούμε
εμείς οι άμοιροι θνητοί.

Στροφή Δ'.

Όμοια είναι βούλημα παληό
από θεούς ταγμένο
κ' είναι της Μοίρας γραμμένο
και ριζικό
σε πόλεμο πάντα τους νάναι
οι Πέρσαι κάστρα να κτυπάνε
που θα παρθούν (8)
και να ορμούν οπού κι' αν λάχη
σε ανήμερη με άλογα μάχη
σε κάθε αγώνος κλονισμό
κι' όπου κι' αν μέλεται καμμία
να ρημαδιάξη πολιτεία
και να σβυστή.

Αντιστροφή Δ'.

Άτρομα εμάθαν (9) να θωρούν
τα κύματα που δάσος μοιάζουν
όταν στο πέλαγο ανταριάζουν
απ' των άνεμων την ορμή,
και να εμπιστεύωνται σε ξάρτια
και σε σχοινιά και σε κατάρτια (10)
των πλοίων που ποντοπορούν.

Στροφή Α'.

Αυτά, με πέπλο τώρα πόνου
μαυροφορώντας την ψυχή, (11)
γεννούν στο νου μου ταραχή.

Το «Αλλοίμονό μου (12)
πάει ο Περσικός στρατός!»
μην ακουσθή σαν κοπετός
από τα έρημα τα Σούσα.

Αντιστροφή Α'.

Κι' από το Κίσσιο μια φωνή
μην ακουσθή όμοια τρανή
κι' αντιλαλούσα.
Κι' «αλοίμονό μου!»
μη πουν γυναίκες με οδυρμό
σχίζοντας πέπλα με καϋμό
και με μανία πόνου.

Στροφή Β'.

Γιατί οι άνδρες πήγαν όλοι
με το στρατάρχη τους μαζί,
πλήθος ιππέων και πεζοί
απ' της Ασίας κάθε πόλι,
περνώντας το γεφυρωμένο
κι' από της δυο μεριές στενό,
σαν μελισσών σμήνος πυκνό,
για να βρεθούν σε τόπο ξένο.

Αντιστροφή Β'.

Κι' από των γυναικών τη θλίψι
θερμό το δάκρυ πλημμυρεί
την κλίνη τη συζυγική·
γιατί τον άνδρα ― που έχει λείψει
τώρα στα ξένα ― μόνη
κάθε Περσίδα αποζητά
κι' απ' την αγάπη λαχταρά
κι' από τον πόθο λυώνει.

Όμως εμπρός, ω Πέρσαι, ας μαζευθούμε
κοντά στο αρχαίο παλάτι εκεί (13)
γιατί με γνώσι πρέπει να σκεφθούμε
κι' όπως η περίστασις το καλεί
πώς να βρίσκεται ο βασιλιάς τώρα
ο Ξέρξης του Δαρείου το παιδί,
που του προγόνου του τώνομα (14) όλ' η χώρα
επήρε το η δική μας και η φυλή.
Κ' εις εμάς τώρα να κρίνουμε ανήκει
ποιο από τα δυο; του δοξαριού η βολή
παίρνει στον πόλεμο τη νίκη
ή της δυνατής λόγχης η αιχμή;

Αλλά κατά εδώ βλέπω να προβάλη
φως όμοιο με βλέμμα θεϊκό.
Η μητέρα φθάνει του βασιλιά η μεγάλη
που ωσάν βασίλισσα την προσκυνώ.
Και όλοι μας ως ο νόμος προστάζει
με λόγια τρισευγενικά
να την υποδεχθούμε εδώ ταιριάζει.

Χαίρε, ω βασίλισσα σεπτή
η πρώτη απ' της Περσίδες
του Ξέρξου η μάννα η σεβαστή,
που τον Δαρείο συ είδες
γι' άνδρα ― των Περσών θεό ―
κ' είχες τον έτσι ταίρι
κι' οπού θεόν όμοια είχες γυιό . .
Αν και καλά ― ποιος ξέρει;
μήπως της τύχης η παληά
άλλαξε πλέον η γνώμη
και τον στρατό μας δεν βοηθά
στον κάθε πόλεμον ακόμη.

ΑΤΟΣΣΑ

Γι' αυτό κι' εγώ φεύγοντας απ' το παλάτι
το χρυσοστόλιστο και τον κοιτώνα, που ήτο
και του Δαρείου και δικός μου ήρθα εδώ πέρα
γιατί κ' εμένα την καρδιά ταράζει ο φόβος
 ― και μάλιστα γι' αυτό θα ειπώ σας, φίλοι,
κάποιο μου λόγο, που του νου δεν είναι
γέννα, ουδέ του φόβου του ιδικού μου ― (15)
Μην τάχα μια κακή μεγάλη τύχη
με πόδι δολερό ρίχνοντας χάμω
του Δαρείου τη δύναμι, που με βοήθεια
κάποιου θεού απόκτησεν εκείνος,
ξάφνου εις τη σκόνη τώρα την κυλίση,
σαν παλαιστή, που νικημένος έχει πέσει.
Κ' έτσι έχω στο νου μου διπλήν έγνοια
που αδύνατο να ιστορηθή με λόγια,
πως κάθε ανδρός η δύναμι δεν λάμπει
στον κόσμο, όσο το αξίζει, χωρίς πλούτη
και πάλι πως τα πλούτη δεν τιμάει ο κόσμος
σα δεν τα κυβερνάει κανείς άνδρας.
Έτσι κι' αν τα πλούτη μας ακέραια είναι
όμως για του σπιτιού το μάτι έχω το φόβο
 ― και μάτι εγώ πως είναι λογαριάζω
στο σπίτι η παρουσία του άρχοντά του.
Για όλ' αυτά, που όπως σας τα είπα είναι
δόστε μου συμβουλές εσείς, πιστοί μου,
ω Πέρσαι γηραιοί, γιατί από σας προσμένω
την πειό καλή πάντα ν' ακούσω γνώμη.

ΧΟΡΟΣ

Γνώριζέ το εσύ, βασίλισσα της χώρας,
και δυο φορές δεν είναι ανάγκη να στο ειπούμε,
είτε με λόγο είτε με πράξι εμείς μπορούμε
θα είμαστε πρόθυμοι οδηγοί δικοί σου.
και στην περίστασι σου τώρ' αυτή συμβούλους
καλείς που σ' αγαπούν στ' αλήθεια.

ΑΤΟΣΣΑ

Ονείρατα στον ύπνο μου εγώ βλέπω
πάντα πολλά, αφ' όταν, το στρατό του
στέλλοντάς τον εις των Ιώνων τη χώρα,
μαζί του εξεκίνησε κι' ο γυιός μου ο ίδιος
τον τόπο εκείνο θέλοντας να υποδουλώση.
Όμως δεν είχα ιδή ποτέ μου ως τώρα
όνειρο τόσο ζωντανό σαν τούτο
που εφάνη μου την περασμένη νύκτα.
Κι' άκουσε να στο ιστορήσω τώρα.
Δύο γυναίκες ― λέγει ― καλοφορεμένες
εμπρός μου εφανερώθηκαν στον ύπνο
η μια με πέπλους Περσικούς πλούσια ντυμένη (16)
κ' η άλλη με ανοικτό των Δωριέων χιτώνα. (17)
Ψιλότερες από της τωρινές γυναίκες
είχαν αληθιν' αψεγάδιαστη ωραιότη
Κ' εφαίνοντο αδελφές από το ίδιο να είναι γένος.
Κ' εκατοικούσαν όπως ώρισεν η τύχη
η μία ― λέει ― στα μέρη της Ελλάδος
κ' η άλλη στη βαρβαρική τη χώρα.
Κ' εφάνη μου πως είδα την στιγμήν εκείνη
οι δύο τους να πιάνωνται στα χέρια
και πως ζυγώνοντας ο γυιός μου της κρατούσε
κι' αγωνιζότουν να της ησυχάση,
ως που της έζεψε στο άρμα το δικό του
αντάμα και της δυο και χαλινάρια
τους έβαλεν απ' τον αυχένα των στο στόμα (18) .
Κ' η μια σαν να εκαμάρωνε για το στολίδι
με υπακοή στομώνοντας το χαλινάρι,
όμως η άλλη σπαρταρούσε, ως που μ' αγώνα
συντρίβοντας το άρμα με τα χέρια,
ορμητική, αχαλίνωτη το παρασύρει
σπάζοντάς του κ' εις τη μέση το τιμόνι·
ο γυιός μου χάμω από το άρμα πέφτει
κ' εκεί επαράστεκε ο πατέρας του ο Δαρείος,
θλιμμένος σαν να εσυμπονούσε το παιδί του·
κι' όταν έτσι τον αγνάντεψεν ο Ξέρξης
σχίζει τους πέπλους από 'πάνωθέ του.
Αυτά είδα στ' όνειρό μου χθες την νύχτα
κι' όταν σηκώθηκα απ' την κλίνη και τα χέρια
εις το τρεχάμενο έπλυνα νερό της βρύσης (19)
επήγα εις το βωμό κρατώντας δώρα
θυσία εις τους θεούς να τα προσφέρω,
από κακό μελλάμενο να μας φυλάξουν.
Όμως ξάφνου έν' αετό κατατρεγμένο
θωρώ να πέφτη στο βωμό του Φοίβου.
Ο φόβος (20) μ' άφηκε βουβή την ώρα εκείνη·
κ' ένα γεράκι ύστερα ξεφτέρι (21) βλέπω
ολόισα πετώντας μ' ανοικτές φτερούγες
να ρίχνεται του αετού και με τα νύχια
να του μαδάη πεισματικά την κεφαλή του,
έτσι που ο αετός κουρνιάζοντας με φόβο
χωρίς αντίσταση άφηνε το κορμί του.
Αυτά εγώ τα φοβερά στον ύπνο μου είδα
και σεις ακούστε τα· γιατί γνωρίζει
καλά καθένας σας πως αν ο γυιός μου
στον πόλεμον νικήση ξακουστός θα γίνη,
κι' αν αποτύχη πάλι κανενός δεν έχει
να δώση λόγο για τα έργατά του,
ώστε φθάνει ο ίδιος να σωθή και βασιλέας
πάντα του θάναι εις αυτήν εδώ τη χώρα.

ΧΟΡΟΣ

Δεν θέλομε, ω μητέρα, εμείς·
ούτε μεγάλο φόβο ούτε και θάρρος
να σου δώσουν τα δικά μας λόγια.
Κάλλιο προς τους θεούς να καταφύγης (22)
και για ό,τι κακόν εις τώνειρό σου είδες
ζήτησέ τους απ' αυτό να σε γλυτώσουν
αφήνοντας μονάχα όλα τα καλά
να ξεδιαλύνουν για τ' εσέ και το παιδί σου
και για την πόλη και τους φίλους σου όλους.
Ύστερα χρέος σου είναι και σπονδές να κάμης
εις τη γη κ' εις τους νεκρούς· κι' ακόμα
τον Δαρείο τον άνδρα σου, που ως είπες
είδες στον ύπνο απόψε, παρακάλεσέ τον
να στείλη αυτός από της γης τα βάθη
κάθε καλό εις το φως για σε και το παιδί σου,
κι' ό,τι εναντίον εις τα καλά σας είναι
εις τα κατάβαθα της γης ν' αφανισθή
μέσ' στα σκοτάδια. Έτσι ο νους μου
για σε τώρα μαντεύοντας ευρήκε
αυτά καλόβολα (23) να συμβουλεύση·
και κρίνω πως ό,τι κι' αν λάχη
θα βγουν προς το καλό σου πάντα.

ΑΤΟΣΣΑ

Έτσι των ονείρων μου εσύ πρώτος
καλόγνωμος εξηγητής μου ξεδιαλύνεις
πως σε καλό θα βγουν αυτά για το παιδί μου
και για το σπίτι μου. Ο θεός να δώση!
Κ' εγώ θυσίες, όπως ώρισες να γίνουν,
θα κάμω εις τους θεούς κ' εις τους νεκρούς μου
αμέσως που επιστρέψω στο παλάτι.

Όμως, ω φίλοι, επιθυμώ πολύ να μάθω
σε ποιο του κόσμου μέρος είν' αι Αθήναι.

ΧΟΡΟΣ

Κατά τη Δύση πέρα, εκεί που βασιλεύει ο Ήλιος.

ΑΤΟΣΣΑ

Κι' αυτήν την πόλη ωρέχθηκε να πάρη ο γυιός μου;

ΧΟΡΟΣ

Γιατί έτσι ολάκαιρ' η Ελλάς θα ήτο δική του.

ΑΤΟΣΣΑ

Έχουν στρατό πλήθος πολύ κ' εκείνοι;

ΧΟΡΟΣ

Έχουν τέτοιο στρατόν, οπού ως τα τώρα
πολλά κακά εις τους Μήδους έχει κάμει.

ΑΤΟΣΣΑ

Στο χέρι τους τι λογής όπλο λάμπει;
Μήπως το βέλος που απ' το τόξο φεύγει;

ΧΟΡΟΣ

Όχι· δόρατα κρατούν για μάχη
από κοντά, και οπλισμό με ασπίδα (23α)

ΑΤΟΣΣΑ

Μαζί με αυτά τι άλλο; πλούτη έχει ο τόπος;

ΧΟΡΟΣ

Κάποιαν έχουν εκεί πηγήν αργύρου (24) ,
θησαυρόν που απ' τα σπλάχνα της γης παίρνουν.

ΑΤΟΣΣΑ

Και ποιος της χώρας ηγεμόνας είναι
και σαν αφέντης τον στρατόν ορίζει;

ΧΟΡΟΣ

Κανενός δεν λέγονται αυτοί δούλοι
ούτε κ' υπήκοοι (25) είναι κανενός ανθρώπου.

ΑΤΟΣΣΑ

Και πώς θα ημπορούσαν να πολεμήσουν έτσι
τους εχθρούς που θάρχονταν να τους κτυπήσουν;

ΧΟΡΟΣ

Έτσι όπως εξέκαμαν και του Δαρείου
τόσον πολύ στρατό και διαλεγμένο.

ΑΤΟΣΣΑ

Άσχημα λόγια λες, που των ξενιτεμμένων
τα γονικά (26) σ' έγνοια μπορεί να βάνουν.

ΧΟΡΟΣ

Όμως, λογιάζω, γρήγορα θα μάθης
όλα καταλεπτώς (27) , γιατί του ανθρώπου,
που τρέχει κατά εδώ, το βήμα του είναι
περσικόν, όπως καθένας βλέπει,
κι' αυτός θα φέρνη τώρα να σου αγγείλη
είτε καλόν είτε κακό κανένα πράγμα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ω πολιτείες της Ασίας όλης (28) ,
ω χώρα Περσική ― μεγάλου πλούτου
λιμάνι ― πώς εξωλοθρεύθη
με ένα κτύπημα τόσο μεγάλος πλούτος
και πώς το άνθος των Περσών εχάθη χάμω!
Αλλοί μου! είν' άσχημο να πρωτοαγγείλω
συμφορές· όμως ανάγκη, ω Πέρσαι,
τη δυστυχία μας όλη να ιστορήσω,
γιατί ο στρατός εχάθη των βαρβάρων όλος.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή Α'.

Φριχτό, φριχτό είναι το κακό (29)
κι' ακοίμητο γεννά καϋμό
Αλλοίμονό μου!
Με δάκρυα, Πέρσαι, φλογερά
κλάψτε γι' αυτή τη συμφορά.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Έτσι όλα εχάθηκαν 'κεί κάτω
κ' εγώ ανέλπιστα τον ήλιο της πατρίδας βλέπω.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή Α'.

Επαρατράβηξε πολύ
σ' εμάς τους γέρους η ζωή (30)
που ακόμα εμέλλετο να ζούμε
αυτήν απάντεχα ν' ακούμε
τη συμφορά.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όντας παρών ο ίδιος κι' όχι απ' άλλους
ακούοντας, ω Πέρσαι, θα ιστορήσω
τι συμφορές επάθαμε μεγάλες.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή Β'.

Ωιμέ (31) . Απ' της Ασίας τη γη
πλήθος βέλη μάταια εφύγαν
κ' εις την γη την εχθρική
της Ελλάδος επήγαν.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Από νεκρούς που ελεεινά εχαθήκαν
είναι γεμάτες οι ακτές της Σαλαμίνος
κι' όλος ο τόπος εκεί πέρα γύρω.

ΧΟΡΟΣ

Αντιστροφή Β'.

Ωιμέ, ως το λες ήτον
όλοι δικοί μου αυτοί,
που απέθαναν και το κορμί των
η θάλασσα τώρα κρατεί
και με ναυάγια το σέρνει
στα βράχια και το παραδέρνει (32) .

ΑΓΓΕΛΟΣ

Κανένα όφελος δεν έφεραν τα τόξα
και ο στρατός μας επήγε όλος χαμένος
γιατί τον σύντριψαν τα έμβολα των πλοίων.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή Γ'.

Βγάλετε (33) όλοι μια φωνή
του πένθου μας τώρα τρανή
και των Περσών τέτοιο χαμό
θρηνήσατέ τον με οδυρμό
που όλα σε κακό μας βγήκαν
και τον στρατό μας αλλοί! ευρήκαν
ολέθριες οι συμφορές.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ω πολυμίσητο όνομα της Σαλαμίνος,
βαρυστενάζω όταν θυμάμαι τας Αθήνας.

ΧΟΡΟΣ

Απαίσια φοβερές είναι
για μας τους δόλιους αι Αθήναι (34) .
Ποτέ απ' το νου μου δεν θα βγουν
γιατί σε ορφάνια θα βρεθούν
πολλές Περσίδες με καϋμό
χήρες απ' άνδρα ή χώρις γυιό.

ΑΤΟΣΣΑ

Τόσην ώρα σιωπώ η δυστυχισμένη·
τα δεινά τόσο πολύ μ' έχουν ζαλίση (35) .
Γιατ' είν' αλήθεια τόση η συμφορά μας
που ούτε να ειπώ μπορώ ούτε να ρωτήσω.
Όμως οι άνθρωποι ανάγκη να υποφέρουν
τις δυστυχίες, οπού οι θεοί τους δίνουν (36) .
Και τώρα ησυχάζοντας εσύ την ταραχή σου,
αν και σωστά βαρυγνωμάς για το κακό μας,
ειπέ μας, την καταστροφή ιστορώντας,
ποιος δεν απέθανε και για ποιον πρέπει
να κλάψωμεν από τους άρχοντάς μας (37)
οπού ορισμένοι να κρατούν τα σκήπτρα
της αρχηγίας, αφήκαν το στρατό τους
ακέφαλο, πεθαίνοντας στη μάχη.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Ατός του ο Ξέρξης ζη και το φως βλέπει.

ΑΤΟΣΣΑ

Ο λόγος σου ένα φως φέρνει μεγάλο
εις το δικό μου το παλάτι κι' άσπρη μέρα
μας έρχεται ύστερ' από νύχτα μαύρη.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όμως ο Αρτεμβάρης, οπού ηγεμόνας ήτον
πάνω σε ιππείς δέκα χιλιάδες, εσκοτώθη
κοντά εις τας Σιληνίας στου γιαλού τα βράχια (38)
και τον χιλίαρχο Δαδάκη απ' το καράβι
τον εξετίναξ' ένα κτύπημα της λόγχης.
Κι' ο ανδρειότερος απ' τους Βακτρίους ο Τενάγων,
που από γένος είν' εντόπιο, παραδέρνει
κοντά στη θαλασσόδαρτη του Αίαντος νήσο (39) .
Κι' ο Λίλαιος κι' ο Αρσάμης κι' ο Αργήστης τρίτος,
κάπου εκεί κοντά στο περιστεροτρόφο
το νησί, από τα κύματα φερμένοι,
κτυπάν πάνω στις πέτρες το κεφάλι.
Κι' ο Αρκτεύς, οπού κοντά εις του Νείλου
τις πηγές εκατοικούσε κι' ο Αδεύης,
και ο Φαρνούχος, που είχε Λυδικήν ασπίδα,
κι' οι τρεις από το ίδιο πλοίο έχουν πέσει.
Και του μυριόνταρχου του Μάταλλου απ' την Χρύση,
οπού ιππείς τριάντα χιλιάδες ωδηγούσε
άλλαξ' η όψη του και τα πυρά τα γένεια
τα πολύπυκνα στο αίμα του εβαφτήκαν,
κι' ο Μάγος Άραβας κι' ο Αρτάμης απ' τα Βάκτρα
κι' αυτός ξενιτεμμένος 'κει στη χώρα
τη σκληρή, τον θάνατό του ευρήκε.
Κι' ο Άμηστρις κι' ο Αμφιστρεύς, οπού το δόρυ
το πολύμοχθο στο χέρι του εκρατούσε
κι' ο ξακουστός Αριόμαρδος, οπού τας Σάρδεις
έκαμε να πενθήσουν, κι' ο Σεισάμης
ο Μύσιος κι' ο Θάρυβις που ηγεμόνας
ήτο σε διακόσια και πενήντα πλοία
εκείνος ο ώμορφος ο άνδρας απ' τη Λύρνα,
οικτρά ο άμοιρος στη μάχην εσκοτώθη.
Κι' ο Συέννεσις, ο πρώτος στην ανδρεία,
των Κιλίκων ο άρχοντας, που μόνος
πολεμώντας εξολοθρευμό μεγάλο
έκαμε στους εχθρούς κι' αυτός εχάθη,
πέφτοντας εις τη μάχη δοξασμένα.
Από τους αρχηγούς μας, οπού τέτοιοι ήσαν,
γι' αυτούς μόνο θυμάμενος σας είπα
κι' από τις τόσες δυστυχίες, που μας ήρθαν
ολίγες μόνο εγώ σας αναγγέλλω.

ΑΤΟΣΣΑ

Αλλοί! τις πιο μεγάλες συμφορές ακούω
που δίνουν εντροπή στους Πέρσας
και μυρολογιοΰ ξεφωνητά (40) μας φέρνουν.
Όμως ξαναγυρίζοντας στη διήγησί σου
πες μας πόσα ήσαν τα ελληνικά τα πλοία
για να τολμήσουν με τα έμβολά των
να κάμουν μάχη με τον Περσικό το στόλο.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Αν το πλήθος πάντοτ' έφερνε τη νίκη,
γνώριζε πως θα νικούσε ο στόλος των βαρβάρων
γιατ' είχαν μόνο οι Έλληνες τρακόσια πλοία
και ξέχωρ' απ' αυτά δέκα άλλα μόνο (41) .
Ενώ τα πλοία που ωδηγούσε ο Ξέρξης
ήσαν, όπως το ξέρω, μια χιλιάδα
κι' από αυτά ξεχώριζαν στη γρηγοράδα
δυο φορές εκατό κ' επτά ακόμα.
Αυτ' ήτον η αναλογία (42) . Θαρρείς τάχα
πως θενά εχάναμε τη μάχην έτσι;
Όμως κάποιος δαίμονας κακός, της τύχης
τη ζυγαριά βαρύνοντας απ' τώνα μέρος (43) ,
εκατάστρεψ' έτσι το στρατό μας. Και την πόλη
της Παλλάδος οι θεοί την σώζουν.

ΑΤΟΣΣΑ

Ώστε όπως λες απόρθητ' είναι
των Αθηνών η πόλη;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Γιατί τείχος
άπαρτο δικό της είναι οι άνδρες.

ΑΤΟΣΣΑ

Και ποιος αρχίνησε τη μάχη; πες μου
ποιος απ' τους δύο; οι Έλληνες πρώτοι
τη μάχη άρχισαν ή ο γυιός μου
στο πλήθος των πλοίων του θαρρώντας;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Άρχισε, ω δέσποινα, το κακόν όλο
κάποιος ολέθριος ή κακός δαίμων
π' άγνωστον είναι από πούθ' εφάνη.
Γιατί απ' των Αθηναίων το στρατό ένας άνδρας
Έλληνας ερχόμενος είπε του γυιού σου
του Ξέρξη αυτά: Πως άμα η νύχτα
πλακώση με το μελανό της πέπλο
οι Έλληνες πλέον δεν θα εμέναν
αλλά πηδώντας στα καθίσματα των πλοίων
θα ζητούσαν ο καθένας με κρυφή φευγάλα
όπου μπορούσαν τη ζωή να σώσουν (44) .
Κι' όταν εκείνος τάκουσεν αμέσως,
το δόλο του Έλληνος μη βάνοντας στο νου του
ουδέ τον φθόνο των θεών, προσταγή τέτοια
εις όλους τους ναυάρχους δίνει.
Μόλις ο φλογερός ο ήλιος πάψη
τη γη με της αχτίνες του να καίη
κ' εις τα αιθέρια πλάτη το σκοτάδι
απλωθή (45) , σε τρεις γραμμές να βάλουν,
τη μια πίσω στην άλλη, πυκνά πλοία
και με τα υπόλοιπα ολόγυρα τη νήσο
του Αίαντος να περιζώσουν και το διάβα
και τα στενά τα θαλασσόδαρτα (46) να πιάσουν,
ορίζοντας πως αν οι Έλληνες γλυτώναν
τον κακό τους θάνατο με το να φύγουν
κρυφά από κανένα μέρος, όλοι τότε
οι στρατηγοί θα έχαναν το κεφάλι.
Αυτά χαρούμενος τους είπε εκείνος
μη γνωρίζοντας πως οι θεοί το μέλλον
το είχαν ορίσει. Κι' όλοι τότε
οι στρατηγοί χωρίς καμμιά αταξία
και πειθαρχικά ετοίμαζαν το δείπνο
και κάθε ναύτης έδενεν εις το σκαρμό του
το κολοτράβηχτο (47) κουπί. Κι' όταν του ήλιου
το φως βασίλεψε κ' ήλθεν η νύχτα
κάθε διαφεντευτής κουπιού (48) στο πλοίον
έμπαινε καθώς και κάθε οπλίτης·
κ' η μια μακρυά παράταξη των πλοίων
την άλλην ακλουθούσε κι' όλοι επλέαν
ο καθένας στη γραμμή την ωρισμένη
κι' όλην τη νύχτα οι αρχηγοί των πλοίων
εκράτησαν στο πόδι όλους τους ναύτες.
Κ' η νύχτα επροχωρούσεν, αλλά των Ελλήνων
πούποτε ο στρατός δεν εφαινότουν
για κρυφή να ετοιμάζεται φευγάλα.
Κι' όταν ασπριδερή (49) επρόβαλεν η 'μέρα
κάνοντας καλοφώτιστη τη γη όλη
πρώτα-πρώτα εβοϋυσε των Ελλήνων
κραυγή, που ακούσθη ωσάν τραγούδι
και που την μυριαπόδωκε των βράχων
του νησιού ο αντίλαλος· τρομάρα
άρπαξεν όλους τους βαρβάρους, που η ελπίδα
η δική του σφαλερή αποδείχθη.
Γιατί ένα τακτικό παιάνα τότε (50)
οι Έλληνες δεν τραγουδούσαν για να φύγουν,
αλλά με θάρρος ψυχερό σε μάχη ορμώντας·
κ' η σάλπιγγα με τον οξύ της ήχον
πιο πολύ τα εκόρωνε όλα εκείνα.
Κι' αμέσως με το πρόσταγμα αρπώντας
τα πολύρροχθα κουπιά αυτοί εκτυπούσαν
το βαρύηχο πέλαγος με τάξη (51)
ώστε όλοι γρήγορα εφάνηκαν εμπρός μας.
Πρώτα το δεξιό κέρας προχωρούσε
με ησυχία και τάξη· κατόπι ο άλλος
ο στόλος προχωρούσεν όλος κι' ακουότουν
βουή πολλή ολούθε: «ω παίδες
των Ελλήνων προχωρείτε, την πατρίδα
ελευθερώνετε, παιδιά, γυναίκες,
και τα ιερά των πατρικών θεών μας (52)
και των προγόνων λευθερώνετε τους τάφους·
σήμερα ο αγώνας μας είναι για όλα».
Και τότε η αχλαλοή η δική μας
στην Περσική τη γλώσσαν (53) απαντούσε
γιατί καιρός χρονοτριβής δεν ήταν πλέον.
Σύντομα δ' ένα πλοίο κτυπά έν' άλλο
με το χάλκινο έμβολο. Και ήταν
Ελληνικό το πλοίο, που πρώτο
ορμώντας με το έμβολο τσακίζει
τακροστόλια (54) ενός πλοίου των Φοινίκων.

Κι' άλλος ωρμούσεν εναντίον άλλου πλοίου (55) .
Και μ' όλ' αυτά εις την αρχή το ρεύμα
του Περσικού στρατού αντοχήν είχε.
Μα όπως σ' ένα στενό ο σωρός των πλοίων
ήταν μαζεμένος, συναμεταξύ τους
τα πλοία μας έσπαζαν τα κουπιά τους
και μόνα τους με τα χαλκόστομα έμβολα εχτυπιώνταν
και βοήθεια να δώσουν το ένα στ' άλλο
δεν ήταν δυνατό· και τα πλοία τότε
τα ελληνικά, σύγκαιρα όλα ορμώντας
ολόγυρα, κτυπούσαν (56) τα δικά μας πλοία
κι' αναποδογυρίζοντας έτσι τα βυθίζουν,
κι' ουδέ τη θάλασσα να ιδή κανείς μπορούσε,
τόσον από ναυάγια και νεκρούς ήταν γεμάτη.
Και του 'γιαλού οι ξέρες είχαν πλήθος
νεκρούς (57) και κάθε πλοίο των βαρβάρων
ωρμούσε εις άτακτη φύγη κωπηλατώντας ―
όλος ο στόλος των βαρβάρων έφευγ' έτσι.
Κ' εκείνοι όμοια με παλαμίδες κι' άλλο
κανένα ψάρι του διχτύου (58) μας εβαρούσαν
και μας ερράχιζαν με τα κουπιά και με συντρίμμια
των ναυαγίων κι' απλώνονταν θρήνοι
κι' οδυρμοί στη θάλασσα όλη
ως που της νύχτας της ολόμαυρης το μάτι
τα έπαψεν όλα (59) . Όμως τόσον ήτο
το πλήθος των κακών που κι' αν ακόμη
ημέρες δέκα στη σειρά τα διηγούμουν
δεν θα έφθανα να τα ιστορήσω όλα
Γιατ' ήξερε το πώς ποτέ σε μιαν ημέραν
δεν χάθηκε τόσων ανθρώπων πλήθος.

ΑΤΟΣΣΑ

Αλλοίμονο! έτσι ένα πέλαγος μεγάλο
συμφορών εξέσπασε (60) πάνω στους Πέρσας
και πάνω στο γένος όλο των βαρβάρων

ΑΓΓΕΛΟΣ

Όμως και τούτο γνώριζε, πως ούτε
και τα μισά των συμφορών έχεις ακούση,
γιατί ο χαμός, οπού έπαθαν οι Πέρσαι
στερνά, βαρύτερος διπλάσια ήτον.

ΑΤΟΣΣΑ

Και θα μπορούσε χειρότερη να γίνη
τύχη απ' αυτήν. Λέγε ποιάν άλλη
συμφοράν (61) οπού συνέβη στο στρατό μας
έχεις βαρύτερην να μας ειπής ακόμα.

ΑΓΓΕΛΟΣ

Οι πλέον ακμαίοι στην ηλικία Πέρσαι
κ' οι πιο καλοί στην ανδρεία και φημισμένοι
για την ευγένεια, που ήσαν κι' όλα
οι πλέον πιστοί στον βασιλιά, έχουν πεθάνη
από ένα θάνατο άθλιο ντροπιασμένο.

ΑΤΟΣΣΑ

Δυστυχισμένη εγώ! Τι μαύρη
συμφορά, ω φίλοι, μας ευρήκε!
Κι' από τι θάνατον επήγαν όλοι εκείνοι;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Βρίσκεται κατεμπροστά εις της Σαλαμίνος
τα μέρη ένα νησί μικρό και για τα πλοία
κακολίμανο (62) , που εκεί κάπου στο 'γιαλό του
ο Παν ο καλοχορευτής φωλιάζει (63) .
Στο νησί αυτό ο Ξέρξης στέλνει εκείνους
με τον σκοπό, σαν οι εχθροί κατεστραμμένοι
έβγαιναν στο νησί, εύκολα τότε
τους Έλληνας να θανατώνουν κι' απ' το ρεύμα
το θαλάσσιο τους φίλους να γλυτώνουν,
σφαλερά έτσι προβλέποντας το μέλλον (64) .
Γιατί μόλις στους Έλληνας είχε χαρίση
ο θεός τον θρίαμβο της νίκης
την ίδια ημέρα της πανοπλίες φορώντας
πετάχθηκαν από τα πλοία κι' απ' ολούθε
έζωσαν όλο το νησί, ώστε κανένας
να φύγη δεν μπορούσε. Κ' εκεί τότε
οι Πέρσαι βαριά επληγώνοντο με πέτρες (65)
κι' άλλους εσκότωναν τα βέλη οπού επέφταν
επάνω τους, ξεφεύγοντας από τα τόξα.
Στο τέλος με αχλαλοή χυμώντας όλοι
κτυπούν, κρεοκοπούν τα μέλη
των αθλίων, ως που κανένα δεν αφήκαν
ζωντανό. Κι' ο Ξέρξης τότε
εθρήνησε θωρώντας του κακού το βάθος.
Γιατ' είχε αυτός το θρόνο του στημένο
σε μέρος που έβλεπεν όλο το στρατό του
κοντά στην παραλία σ' αψηλό ένα λόφο (66) .
Και σχίζοντας τους πέπλους και μεγάλα
αφήνοντας ξεφωνητά προσταγή δίνει
βιαστική στον Περσικό στρατό να φύγη,
κι' ο ίδιος ρίχνεται όμοια στη φευγάλα.
Κοντά στην πρώτη τέτοια είναι η άλλη
συμφορά σου, που έχουμ' εμείς να κλαίμε.

ΑΤΟΣΣΑ

Δαίμονα (67) μαύρε, που έκαμες τους Πέρσας
στο νου τους να έχουν ψεύτικες ελπίδες.
Πικράν ο γυιός μου τιμωρία ευρήκε
θέλοντας να παιδέψη τας Αθήνας,
σαν να μην έφθαναν βάρβαροι τόσοι
οπού έφαγε πρωτήτερα ο Μαραθώνας
κι' οπού εκδίκησι του σκοτωμού των
πιστεύοντας ο γυιός μου πως θα λάβη
έπαθε τόσες συμφορές ο ίδιος.
Και τώρα είπες σε ποιο μέρος αφήκες
τα πλοία, όσα τον χαμό εγλυτώσαν.
Τίποτε βέβαιο να μας πης γνωρίζεις (68) ;

ΑΓΓΕΛΟΣ

Οι αρχηγοί των πλοίων, που απομείναν,
με αταξίαν ερριχτήκαν στη φευγάλα
κατά του ανέμου την πνοή (69) , κι' ο άλλος
ο στρατός στη γη της Βοιωτίας εχάθη,
άλλοι από δίψα ταλαιπωρημένοι
κοντά εις το ευφρόσυνο νερό της Κρήνης
κι' άλλοι απ' το δρόμο κατασκοτωμένοι.
Και μεις τότε περάσαμε στη χώρα
των Φωκέων κ' εις τη Δωρίδα κ' εις τον κόλπο
τον Μαλιακό, που πλούσια του ποτίζει
τον κάμπον ο Σπερχειός με τα νεράτου
τα ευεργετικά· κι' από εκεί πάλι
της Αχαΐας η πεδιάδα και της Θεσσαλίας
οι πολιτείες μας δεχθήκαν στερεμένους
από τροφές (70) , κ' οι πλέον πολλοί επεθάναν
εκεί πέρα από τη δίψα κι' απ' την πείνα,
γιατί και τα δυο αυτά κακά μαζύ μας ήρθαν.
Στερνά εφθάσαμε στον τόπο των Μαγνήτων
κ' εις των Μακεδόνων έπειτα τη χώρα,
κοντά στου Αξιού της όχθες κ' εις τους βούρκους
της Βόλβης, που έχει τα πολλά καλάμια (71)
κ' εις το βουνό το Πάγγαιο κ' εις την Ηδωνίδα
χώρα. Όμως εκείνη εκεί τη νύχτα
πρόωρα εσήκωσε βαρύν χειμώνα
ο θεός και του καθάριου Στρυμόνα όλο
το τρεχάμενο νερό είχε πήξη.
Έτσι κι' αν από μας κανείς δεν είχε
πίστι καμμιά εις τους θεούς κι' αυτός ακόμα
επροσευχότουν κ' εδεότουν τότε
τη γη και τα ουράνια προσκυνώντας.
Κι' όταν έπαυσε ο στρατός τη δέησί του
προς τους θεούς, ύστερα εδιάβη το ποτάμι
το κρυσταλλόπηχτο· κι' από μας όποιος
είχε περάση πριν σκορπισθούν οι αχτίνες
του θεού πάνω στη γην, αυτός εσώθη·
γιατ' ύστερα ο λαμπερός του ήλιου κύκλος
ζεστός με φωτεινές αχτίνες
έλυωσε τα νερά τα παγωμένα,
ώστε που ο ένας έπεφτεν επά στον άλλο.
Γρήγορα όποιος τότε απαραιτούσε
τη ζωή του ευτυχισμένος ελογιότουν (72) .
Κ' οι λοιποί όσοι να σωθούν μπορέσαν,
οπού ήταν λιγοστοί, με πολύν κόπο
διαβαίνοντας τη Θράκη φθάνουν ―
όχι πολλοί ― στον τόπο του ο καθένας.
Έτσι, των Περσών η πολιτεία τώρα,
τους νέους που έχασεν αποζητώντας,
έχει να θρηνήση το χαμό τους· όλα
αυτά είν' αλήθεια. Όμως κι' άλλα
παράλειψα να ιστορήσω ακόμα
απ' τα κακά που έδωκε ο θεός στους Πέρσας.

ΧΟΡΟΣ

Ο δαίμονα απολέμητε (73) με βαρύ πόδι,
πως όλο το Περσικό επάτησες γένος.

ΑΤΟΣΣΑ

Ω δύστυχη εγώ· ποιάν έχει πάθη
καταστροφή ο στρατός· ω εσύ της νύχτας
προμήνυμα ολοφάνερο του ονείρου,
πόσο ξεκάθαρα της συμφορές μας όλες
μου της φανέρωσες. Κ' όμως σεις τόσο
στρεβλά εξηγούσατε τα ονείρατά μου.
Αλλά σαν που η συμβουλή η δική σας
μπορεί αλλέως να ωφελήση θέλω
δέησι πρώτα εις τους θεούς να κάμω
κ' ύστερα θα γυρίσω εδώ φέρνοντας δώρα
στη γη και στους δικούς μου πεθαμμένους
παίρνοντας ζυμαρικά απ' το παλάτι (74) .
Γιατί κι' αν ξέρω πως το κακό έχει γίνη
όμως ίσως για μας καλήτερο γίνη το μέλλον.
(75) [Και σεις γι' αυτά τα γενομένα πρέπει
συμβουλές πιστές να δίνετε στους φίλους
τους πιστούς και αν πρωτήτερα έλθη
από μένα εδώ εις εσάς ο γυιός μου
παρηγορίες να του ειπήτε και μαζύ του
να πάτε συνοδία του στα παλάτια
μη κοντά στ' άλλα τα κακά μας έρθη κι' άλλο) .

ΧΟΡΟΣ

Ω Ζευ βασιλιά, τέτοιο χαμό
εις των Περσών σκορπώντας το στρατό
οπού καυχιώνται εις την ισχύ των
κι' άνδρες πολλούς έχει η φυλή των (76)
σε ζοφερό ένα πένθος τώρα
των Σούσων έκρυψες τη χώρα
και των Εκβατάνων.
Πλήθος Περσίδες θα θρηνήσουν
και της καλύπτρες των θα σχίσουν
με τα χέρια των που είν' απαλά (77)
κι' ολημερίς δάκρυα πολλά
τα στήθια των θερμά θα βρέχουν
γιατί κι' αυτές σαν κ' εμάς έχουν
βαθύ τον πόνο.
Κι' άλλες αβρά μυρολογώντας
του κάκου θα θρηνούν ζητώντας
τους άνδρες των να ξαναϊδούν.
Κι' άλλες της κλίνης παραιτούν
τα στρώματα τα μυριοαφράτα (78) ,
που τέρψι δίνουν εις τα νειάτα
τα ηδονικά (79)
για να θρηνούν γοερά με κλάμμα
αχόρταστο. Κ' εγώ αντάμα
αυτών που ελείψαν το χαμό
τον πολυθρήνητο μυρολογώ
κατά πώς πρέπει (80) .

Στροφή Α'.

Έτσι στενάζει τώρα
όλη της Ασίας η χώρα·
ερημωμένη.
Πω, πω! ωδηγούσε τον στρατό
ο Ξέρξης και βαβαί εις το χαμό (81)
τους πήρε ο Ξέρξης.
Κι' όλα αυτά από αφροσύνη
ο Ξέρξης τα δεινά μας δίνει
με τα καράβια.
Γιατί στην εκστρατείαν αυτή
ο Δαρείος να μην οδηγή
το στράτεμμά μας;
εκείνος που τον αγαπούσαν
τα Σούσα και που δεν μπορούσαν
να πάθουν οι στρατοί μαζύ του;

Αντιστροφή Α'.

Και τους πεζούς
και τους θαλασσινούς
όλους αυτούς πω, πω, μαζύ
τους έφεραν καράβια εκεί
με πλώρες γαλαζοβαμμένες
και με φτερούγες απλωμένες (82)
όλες μαζύ προς τον αγέρα·
και τα καράβια όλους κει πέρα,
ουαί, ουαί, τους αφανίσαν
στης συμπλοκές, που όλες ήσαν
τόσον ολέθριες για μας.
Κι' από των Ιώνων τα χέρια ο βασιλιάς
όπως ακούμε ξέφυγε με κόπους
στους πεδινούς της Θράκης τόπους
τους βαρυχείμωνους κ' εχθρούς

Στροφή Β'.

Οι πρώτοι που έπεσαν νεκροί
στην Κυχρειώτικην ακτή
σαπίζουν τώρ' αλλοίμονό τους
όπως ουαί κ' ήταν γραφτό τους
από τη μοίρα (83) .

Αλλοί! δικοί σου στεναγμοί
ας βουίζουν τώρα κ' οι καϋμοί
ας σε δαγκάνουν και ξεφωνητά
του πόνου σου ας παν ψηλά
στον ουρανό. Και η κραυγή σου
από την θλίψι της ψυχής σου
μυρολογίστρα ας ακουσθή
πιο άγρια, πιο δυνατή.

Αντιστροφή Β'.

Στα βράχια κυματοδαρμένοι (84)
ωιμέ κει πέρα οι σκοτωμένοι
γδύνονται τώρ' απ' τα βουβά
της αγνής θάλασσας παιδιά (85) ·
κι' αλλοί μου, αλλοί, το κάθε σπίτι
βυθίσθηκε σε μαύρη θλίψι
γιατί ο άνδρας του έχει λείψη.
Κι' ωρφανεμένοι από τους γυιούς
οι γέροι έως τους ουρανούς
θρηνολογούν για το κακό τους
ξεσπώντας όλο τον καϋμό τους (86) .

Στροφή Γ'.

Κι' όσοι την Ασία κατοικούν
δεν θα θέλουν πια να υποταγούν
στους Πέρσας τώρα (87) .
Κι' ούτε δασμούς αναγκασμένοι
θα δίνουν κι' ούτε ως πριν σκυμμένοι
ως τη γη χάμω
θα προσκυνούν τους άρχοντάς μας,
γιατί πάει πια του βασιλιά μας
η δύναμί του.

Αντιστροφή Γ'.

Και τώρα η γλώσσα των ανθρώπων
από της φυλακές θα βγη (88) ,
γιατί εγλυτώσαν οι λαοί
κ' εκόπηκε ο ζυγός της βίας.
κι' όπως καθένας βουληθή
μ' ελευθερία θα ομιλή (89) .
Στου Αίαντα την κυματοδαρμένη
νήσο, η γη αιματοβαμμένη
έγινε τάφος των Περσών.

ΑΤΟΣΣΑ

Φίλοι, όποιος εις τη ζωή του λάχη
πολλά να δοκιμάση αυτός γνωρίζει
πως, όταν των κακών το κύμα
στον άνθρωπον επάνω πέση,
τότες όλα να τα φοβάται φθάνει·
και πάλι όποιον καλοπιάση η τύχη
αυτός πιστεύει πως το ίδιο πάντα
θάχη καλόν τον άνεμο της τύχης.
Έτσι για με είν' όλα τώρα γύρω
γεμάτα φόβο κ' εις τα μάτια τα δικά μου
οργής θεϊκής μου φανερώνονται σημάδια·
κ' εις τα δικά μου αυτιά ολοένα φθάνει
κάποια βουή, που δεν είναι της νίκης (90) .
Τέτοια γενάμενη απ' της συμφορές η ταραχή μου
ολότελα φοβίζει μου τα φρένα.
Γι' αυτό δίχως αμάξια απ' το παλάτι
και δίχως την πρωτήτερη τη συνοδία
εβίασθηκα να ερθώ εδώ πέρα πάλι,
φέρνοντας πρόθυμες σπονδές του γυιού μου
για τον πατέρα του ― όλα εκείνα που πραΰνουν
των πεθαμμένων της ψυχές· από αγελάδα
άγεννη καλόπιοτο άσπρο γάλα (91)
και της ανθοδουλεύτρας μέλισσας ακόμη
το στάλαμμα, το διάφανο το μέλι
και βρυσικό νερόν από καθάρια
βρύσι κι' άδολο πιοτό από μάννα
αγροτική (92) ― το πιοτό που είναι καμάρι
του πολύχρονου αμπελιού, κι' ακόμη
απ' την ωριόξανθην εληά που απ' τα φύλλα
θαλερή παντοτεινά είναι η ζωή της
καρπόν ευωδιακό και στεφανοπλεγμένα
άνθια, της γης της καρποφόρας γέννες.
Αλλ' ω εσείς φίλοι, συντροφάιστε με ύμνους
της σπονδές μου στους πεθαμμένους τώρα
και τον θεϊκό Δαρείο καλέστε νάρθη (93)
όταν στου Άδη τους θεούς προσφέρω
της χωματόπιοτες θυσίες τούτες.

ΧΟΡΟΣ

Του βασιλειά γυναίκα, ω σεβαστή
στους Πέρσας (94) , τη σπονδή σου αυτή
στείλε την συ στην υποχθόνια χώρα
κ' εμείς θα δεηθούμε με ύμνους τώρα
εις των νεκρών τους οδηγούς (95) να γένουν
καλόγνωμοι για όλους αυτούς που μένουν
κάτω απ' τη γη (96) .

Έτσι ω των ταρτάρων δαίμονες αγνοί,
ω Ερμή και Γη κι' ω των νεκρών εσύ
βασιλιά, στείλατ' επάνω εδώ στο φως
τον ίσκιο (97) του Δαρείου γιατί μόνο αυτός
γνωρίζει αν στη συμφορά καμμιά
βοήθεια θα μας έρθη πειά (98) .

Στροφή Α'.

Ο μακαρίτης βασιληάς
ο ισόθεος τάχα ν' αγροικά
όσα εγώ βαρβαρικά
βουύζω λόγια; (99)
τα βογγητά και μυρολόγια
τον θρήνο και τον κοπετό; Από το χώμα κάτω αυτό
μ' ακούει τάχα;

Αντιστροφή.

Όμως για χάρι μας, ω εσύ Γη
κι' ω εσείς οι άλλοι κυβερνήτες του Άδη
στρέξετε τώρα απ' το σκοτάδι
ο θεϊκός άρχοντας να ερθή
που τον εγέννησαν τα Σούσα
και θεός ήταν των Περσών (100) .
Επάνω εδώ στείλετε αυτόν
που όμοιο του κανένα ακόμα
ποτέ δε σκέπασε το χώμα
το Περσικό (101) .

Στροφή Β'.

Αγαπητός ήτον εκείνος
και το μνημείο τούτο εδώ
όμοια μας είναι αγαπητό
γιατί όψι αγαπητή μας κρύβει. (102)
Ω Αϊδωνέα, γενού οδηγός του
και φέρε πάλι εδώ στη γη
τον βασιλιά Δαρείο, εσύ. (103)

Αντιστροφή Β'.

Γιατί ποτέ δεν έχασε άνδρες
εις του πολέμου της βαρειές
κι' ανθροποφόνες συμφορές.
Και θεοφώτιστος λεγότουν
από τους Πέρσες κ' ήτο αλήθεια, (104)
καλοδηγώντας τον στρατό.

Στροφή Γ'.

Βαλήν, ω παληέ μας Βαλήν (105)
σήκω· πρόβαλε απ' τη γη·
εις του μνημείου την κορφή
δείξου, τη χρυσοβαμμένη
υψώνοντας τη ποδεμή σου (106)
και το λοφίο της βασιλικής
τιάρας δείχνοντας. Στη γης
έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.

Αντιστροφή Γ'.

Πρόβαλε, βασιλιά, ν' ακούσης
καινούργιες δυστυχίες του βασιλιά.
Σαν απ' τον Άδη μαύρη καταχνιά
απάνω μας έχει απλωθή,
τι όλ' η νειότη έχει χαθή.
έλα, ω άβλαβε Δαρείε, πατέρα.

Επωδός.

Αλλοίμονό μας, τρις αλλοί!
Ω εσύ, που τη θανή σου
την πολυκλάψαν οι δικοί σου,
αφέντη, αφέντη, γιατί 'πες μας
οι διπλές τούτες συμφορές μας (107)
στη χώρα επλάκωσαν αυτή;
τα καράβια όλα έχουν χαθή
τα τρίσκαρμα, και τώρα εμείς
χωρίς καράβια εμείναμε, χωρίς . . . (108)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ (109)

Ω πιστοί μου εσείς, γυιοί πιστών πατέρων,
της νειότης σύντροφοι μου, γέροι Πέρσαι,
από ποιον πονά τώρα η πολιτεία πόνο;
και θρηνολογάει, βογγά, σέρνεται χάμω; (110)
Στον τάφο δίπλα η γυναίκα μου όπως ήρθε
 ― αν και πρόθυμα της χοές εγώ λαβόντας ―
όμως τρέμω. Γιατί και σεις στον τάφο
κοντά στεκάμενοι βαριοθρηνείτε,
και με φωνές ψυχοκαλέστρες και με γόους
με κράζετε απ' τον τάφο μου, ζητώντας
να σηκωθώ· αν και βολετό δεν είναι
το έβγα του, και οι θεοί του κάτω κόσμου
ν' αρπάζουν είναι πιο καλοί παρά ν' αφήνουν.
Όμως σαν που τώρα ο λόγος μου από 'κείνους
εισακούσθη, 'φτάνω. Και ταχυά εσείς πέστε ―
να μη χρονίσω πιότερο απ' ό,τι πρέπει ―
τι συμφορά καινούργια ήρθε στους Πέρσες.

ΧΟΡΟΣ

Την όψι σου ντρέπομαι ν' ατενίσω,
αγνάντια σου ντρέπομαι να μιλήσω
την παληά μου έχοντας συστολή. (111)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Όμως σαν που ανέβηκ' απ' τον κάτω κόσμο
εισακούοντας τους θρήνους τους δικούς σας,
όχι πολύλογα μα σύντομα ομιλώντας
όλα εξηγάτε τα χωρίς ντροπή σ' εμένα,

ΧΟΡΟΣ

Φοβάμαι να κάμω σου τη γνώμη· (112)
φοβάμαι και τα ενάντια να 'πω ακόμη,
που κακοϊστόρητα σε φίλους είναι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλά μια που ο φόβος ο παληός τα φρένα
τα δικά σας αντισκόβει, εσύ ω γυναίκα
ευγενική, του κρεββατιού παληά συντρόφισσά μου,
σταματώντας της κλάψες και τους θρήνους πες μου·
κάτι που να είναι ξάστερο. Οι δυστυχίες πάντα
οι ανθρώπινες ― το ξέρουμε ― λαχαίνουν
στους θνητούς. Κι' απ' τη στεριά πολλά συμβαίνουν
κι' απ' τη θάλασσα πολλά δεινά εις τους ανθρώπους
σαν η ζωή καιρό περσότερο τραβήξη. (113)

ΑΤΟΣΣΑ

Συ π' όλους τους θνητούς πέρασες σ' ευδαιμονία,
γιατί όσον καιρό έβλεπες το φως του ήλιου
ζωήν απ' όλους ζηλεμμένην επερνούσες
κι' ωσάν θεός καλότυχα μέσα στους Πέρσες,
όμοια καλοτυχίζω σε και τώρα, πεθαμμένο
πριχού να ιδής των συμφορών το βάθος.
Όμως κοντολογίς, Δαρείε, το συνέβηκε θ' ακούσης. (114)
Χάθηκαν όλα των Περσών ― να στο πω έτσι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Με ποιο όμως τρόπο; Θανατικό έχει πέσει
ή επανάστασι στην πολιτεία μέσα εγίνη;

ΑΤΟΣΣΑ

Κανέν από τα δυο. Αλλά, στας Αθήνας
κοντά, εκαταστράφηκε ο στρατός μας όλος.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και ποιος από τους γυιούς μου στρατηγούσε; Λέγε.

ΑΤΟΣΣΑ

Ο αρειμάνιος Ξέρξης, αδειάζοντας την χώραν όλην. (115)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και σε στεριά ή σε πέλαο την μωρία έπραξε τούτη;

ΑΤΟΣΣΑ

Στα δυο μαζύ. Διπλό ήτον μέτωπο δυο στρατευμάτων. (116)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και πώς πεζός στρατός μπόρεσε τόσος να περάση;

ΑΤΟΣΣΑ

Μηχανικά έζεψε της Έλλης το στενό κ' έκαμε διάβα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' αυτόν ετόλμησε το μέγα Βόσπορο να κλείση;

ΑΤΟΣΣΑ

Έτσι εγίνη· ίσως με δαιμόνου τη βοήθεια. (117)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! μέγας δαίμονας θα στρέβλωσε το νου του.

ΑΤΟΣΣΑ

Και τώρα φαίνεται πόσο έκαμε κακό μεγάλο.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και τι συνέβηκε εις αυτούς κ' έτσι θρηνείτε;

ΑΤΟΣΣΑ

Το ναυτικό παθόντας, ξωλόθρευσε και το στρατό μας.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Έτσι λοιπόν πολεμοχάθη ο στρατός όλος; (118)

ΑΤΟΣΣΑ

Και για τ' αυτό πανέρημα θρηνούν τα Σούσα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! στου στρατού την τόση δύναμι και τη βοήθεια.

ΑΤΟΣΣΑ

Και των Βακτρίων όλος ο λαός εχάθη, εξόν οι γέροι.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Ο άμοιρος! Τι νεολαία συμμάχων έχασ' έτσι!

ΑΤΟΣΣΑ

Και μόνος, λεν, έρμος ο Ξέρξης και με λίγους . . .

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Και πώς λοιπόν και πού εκατάντησεν; Εσώθη;

ΑΤΟΣΣΑ

Στο γιοφύρι που έζεψε της δυο στεριές ήρθε με βιάσι. (119)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' αληθινά εσώθηκε στη στεριά τούτη;

ΑΤΟΣΣΑ

Ναι, ξάστερος ήρθε μας και βέβαιος λόγος.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αλλοί! ταχύ αλήθεψαν οι χρησμοί. (120) Κι' ο Δίας
τα θεία λόγια πραγμάτωσεν επά στο γυιό μου.
Κ' εγώ θαρρούσα πως αργότερα, κατόπι
θα τα εκτελούσαν οι θεοί. Όμως έτσ' είναι:
Όταν ατός του βιάζεται κανείς, τότε συντρέχει
κι' ο θεός μαζύ του. Έτσι και τώρα
πηγή κακών ανέβρυσε για όλους τους φίλους.
Ο γυιός μου, τους χρησμούς μη νοιώθοντας, με τόλμη
άπραγη εκίνησε, κ' έλπισε δούλο να κρατήση
με δεσμά τον ιερόν Ελλήσποντο, το ρέμμα
του θείου Βοσπόρου θέλοντας να σταματήση.
Έτσι το πέρασμα εβουλήθηκε ν' αλλάξη.
Και μ' αλυσίδες σφυροκοπημένες του πελάγου
πολλήν έκτασι δένοντας, εδιάβη
με πάμπολλο στρατόν, ασύνετα έτσι
νομίζοντας, αυτός θνητός, πως θα νικήση
τους θεούς όλους και τον Ποσειδώνα ακόμη.
Αυτά δεν φανερώνουν πως ο γυιός μου είχε
του νου του αρρώστια; (121) Αληθινά φοβούμαι
μην ο πολύς ο πλούτος ― τα δικά μου κόπια ―
ευκολοάρπαχτα γενούν απ' όποιον λάχη.

ΑΤΟΣΣΑ

Αυτά δα εδιδάχθη ο πολεμόχαρος ο Ξέρξης
μ' επίβουλους ανθρώπους ομιλώντας,
που τούλεγαν πως ενώ εσύ με το σπαθί σου
έδωκες στα παιδιά σου μέγα πλούτο
αυτός κάθεται άπρακτος από ανανδρία
άδοξά του κλεισμένος μέσ' στο σπίτι, (122)
τον πλούτο αφήνοντας αναύξητο τον πατρικό του.
Τα τέτοια ονειδίσματα συχνά 'πό άνδρες
επίβουλους ακούοντας πήρε την τέτοια
απόφασι κ' εστράτευσε για την Ελλάδα.

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Απ' αυτούς έγιν' αλήθεια μεγαλώτατο έργο
κι' αλησμόνητο που όμοιο μ' αυτό κανένα·
την πολιτεία δεν άδειασε των Σούσων,
αφ' όταν έδωκεν ο βασιλιάς ο Ζευς εις έναν άνδρα
την εξουσία της πολυπρόβατης Ασίας
μονάχος να την κυβερνά, σκήπτρο κρατώντας. (123)
Κ' ήτον ο Μήδος πρώτος του στρατού ηγεμόνας
και κατόπι του εσυμπλήρωσε το έργο ο γυιός του,
γιατί το νου του η φρόνησι τον εκυβέρνα,
Και στερνά απ' αυτόν, τρίτος, ο Κύρος,
ευτυχισμένος αυτός άνδρας, κυβερνώντας,
την ειρήνη εχάρισε σ' όλους τους φίλους.
και των Λυδών και των Φρυγών τα έθνη επήρε
κι' όλην με πόλεμον κυρίευσε την Ιωνία,
γιατί φρόνιμος ήτο και θεός δεν τον εχθρεύθη.
Κι' ο γυιός του Κύρου τέταρτος του στρατού ηγεμόνας
έγινε· και πέμπτος βασιλιάς ήτον ο Μέρδις, (124)
ντροπή της πατρίδας και των αρχαίων θρόνων.
Κι' αυτόν με δόλο εσκότωσε μέσ' στο παλάτι
ο αντρειωμένος Αρταφέρνης με βοήθεια φίλων,
οπού είχαν ορκισθή μαζύ του ετούτο. (125)
[Κ' έκτος ο Μάραφις κ' έβδομος ο Αρταφέρνης]
ως που σ' εμένα η εξουσία έλαχε κατόπι,
ως εγώ εβουλήθηκα (126) κ' εγώ εκστρατείες
πλήθος ενέργησα με στρατό πλήθος.
Όμως τόσο κακό ποτέ δεν έκαμα στην πόλι.
Αλλά ο γυιός μου ο Ξέρξης, αυτός νέος όντας
έχει και νέες ιδέες και δεν θυμάται
της ιδικές μου συμβουλές· γιατί εσείς τούτο
να ξέρετε ξεκάθαρα, συνομήλικοί μου
πως όσοι βασιλιάδες γίναμε, εμείς όλοι
δεν κάναμε κανείς τόσα κακά στη χώρα.

ΧΟΡΟΣ

Τι λοιπόν, ω βασιλιά Δαρείε, έτσι τελειώνεις
το λόγο σου; Πώς, 'πες μας, απ' αυτά κατόπι,
ο Περσικός λαός θέλει ευτυχήσει τώρα;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Αν δεν εκστρατεύετε για χώρα Ελλήνων,
και πιότερος ακόμη αν είναι ο στρατός των Μήδων
γιατ' η ίδια τους η γη είναι βοηθήτρα.

ΧΟΡΟΣ

Πώς τώπες; Πώς είναι τους η γη βοηθήτρα;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Σκοτώνοντας με πείνα το περίσσιο πλήθος.

ΧΟΡΟΣ

Αλλά γενναίο θα φτιάσουμε κ' εκλεχτό στόλο. (127)

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Κι' όμως ουδ' ο στρατός που έμεινε στα Ελληνικά μέρη
θα δυνηθή επιστρέφοντας ν' απογλυτώση.

ΧΟΡΟΣ

Τι είπες; Δεν έφυγε ο στρατός των βαρβάρων
όλος, διαβαίνοντας το στενό της Έλλης;

ΕΙΔΩΛΟΝ ΔΑΡΕΙΟΥ

Λίγοι γλύτωσαν απ' τους πολλούς· αν στα ειπωμένα
απ' τους θεούς δώσουμε ακόμη πίστιν (128)
λογιάζοντες όσα αληθινά βγήκαν ως τώρα.
Γιατί όχι ένα μέρος απ' των θεών τα λόγια
αλλά όλα τους πέρα κι' ως πέρα επαληθεύουν!
Κι' αν έτσι αυτό συμβαίνη, βέβαια ο Ξέρξης
πλήθος διαλεχτό στρατού κει πέρα αφήνει
δίνοντας σε μάταιες ελπίδες πάλι πίστι.
Και θ' απομένη ο στρατός στην πεδιάδα,
που την ποτίζει του Ασωπού το ρεύμα
λίπασμα καλό αφήνοντας στη Βοιωτική χώρα.
Εκεί τα πιο χειρότερα δεινά τους απομένει
για την αυθάδεια να πάθουνε κι' ασέβειά τους,
 ― αυτοί που όταν έφθασαν εις την Ελλάδα
ουδέ τ' αγάλματα ντράπηκαν των θεών να κλέψουν
ουδέ τους ναούς να κάψουν. Κ' οι βωμοί έτσι
κατεστράφηκαν, και των θεών οι τόποι όλοι
συθέμελα αναποδογύρισαν πέρα κι' ως πέρα.
Για τούτο, σαν που έπραξαν κακά, το ίδιο
κι' όχι λιγώτερα παθαίνουν και θα πάθουν,
τι δεν στέρεψε η βρύσι των κακών, κι' ακόμα τρέχει.
Τόσος θα γίνη της σφαγής του αιμάτου ο βούρκος (129)
στη γη των Πλαταιών από την Δωρική τη λόγχη.
Και των νεκρών οι θημωνιές σωροί ακόμα
εις την τριτόσπορη κατόπι γενιά ανθρώπων
σιωπηλά θα φανερώνουν στων θνητών τα μάτια·
πως ο άνθρωπος ν' αλαζονεύεται πολύ δεν πρέπει
γιατ' η βρισιά ανθίζοντας καρπό της βγάνει
της συμφοράς ταστάχυ, κι' από τούτο
πολύκλαφτο η βρισιά θερίζει θέρο. (130)
Τέτοια βλέποντας ταντίποινα των έργων τούτων
μη βγάλετε από το νου σας τας Αθήνας
και την Ελλάδα, ουδέ κανείς σας παραιτώντας
την ευτυχία την τωρινή ας ζητήση άλλην,
χάνοντας έτσι ταγαθά του τα μεγάλα.
Γιατί ο Ζευς βαρύς και ίσιος παραστέκει (131) ·
τιμωρητής κάθε μεγάλης περηφάνειας.
Με τούτα πρέπει σεις να νουθετήτε
το γυιό μου, γνώσι δίνοντάς τους για να πάψη
ασύνετα προς τους θεούς ν' αυθαδιάζη.
Και συ γηραιά κι' αγαπητή, του Ξέρξη η μάννα,
σπίτι επιστρέφοντας, πρεπούμενη να πάρης
στολή του γυιού σου και να πας για υποδοχή του. (132)
Γιατί απ' τη λύπη των κακών όλα έχει σχίσει
τα πολυκέντητα φορέματα και τώρα
στο κορμί του επάνω κρέμονται ταποξεσκλίδια. (133)
Και παρηγόρα τον εσύ με γλυκά λόγια,
γιατί μόνον εσέ, όπως ξέρω, θα δεχθή ν' ακούσης.
Κ' εγώ κάτω απ' τη γήστόν τάφο πγαίνω.
Χαίρετε, ω γέροντες, αν και κακή είν' η τέτοια
χαρά, και πάσα μέραν η ψυχή σας
ας δίνεται στην ηδονή, γιατί τα πλούτια
σε τίποτε δεν ωφελούν τους πεθαμμένους.

ΧΟΡΟΣ

Πόσον εθλίβηκα μαθόντας δεινά τόσα
που οι βάρβαροι τραβούν και θα τραβήξουν.

ΑΤΟΣΣΑ

Ω τύχη! Τι! πολλές μέσ' την ψυχή μου
θλίψεις εφώλιασαν! κι' απ' όλες με δαγκάνει
πιο πολύ τούτ' η συμφορά, που ακούω,
του γυιού μου τη ντροπή ― μ' αποξεσκλίδια
το δικό του το κορμί να είναι ντυμένο.
Όμως πηγαίνω και στολήν από το σπίτι
κομίζοντας θα τρέξω προς το γυιό μου.
Τον που αγαπώ στη δυστυχία δεν θεν' αφήσω.

ΧΟΡΟΣ

Στροφή Α'.

Ωιμένα! ελάχαμε ζωή
μεγάλη εμείς κ' ευτυχισμένη (134)
κ' ενάρετα κυβερνημένη
όσο της χώρας την αρχή
την είχε ο γέρος ο Δαρείος
ο αγαθός μαζί κι' ανδρείος
που όμοιος ήτον με θεούς.

Αντιστροφή Α'.

Και πρώτ' απ' όλα εμείς τρανές
τότες εκάναμ' εκστρατείες
και πυργωμένες πολιτείες (135)
επαίρναμε παντοτινά.
Κι' από τον πόλεμο στερνά
απείραχτοι και δίχως κόπο (136)
ευτυχισμένοι εδώ στον τόπο
ξαναγυρίζαμ' όλοι εμείς.

Στροφή Β'.

Και πόσες πόλεις πήρε δίχως
το ρεύμα του Άλυ να διαβή (137)
κι' ουδέ απ' τον τόπον του να βγη!
Της πολιτείες έτσι επήρε
όσες εις την ακρογιαλιά
του Στρύμονα είναι και κοντά
με τα χωριά της Θράκης.

Αντιστροφή Β'.

Και όσες πέρα απ' τα νερά,
προς τη στεριά είναι κτισμένες,
με πύργους περιτειχισμένες,
υπάκουαν στο βασιλιά.
Κι' όσες στης Έλλης τον πλατύ πορθμό
κι' όσες στην Προποντίδ' ακόμα
την βαθύκολπη κι' όσες στο στόμα
του Πόντου, υπάκουαν κι' αυτές.

Στροφή Γ'.

Και τα νησιά του ακρωτηριού
που είν' απ' το πέλαγο λουσμένα
και βρίσκονται γειτονεμένα
με τούτη την στεριάν εδώ.
Η Λέσβο, η Σάμος η 'ληοτρόφα,
η Χίος κ' η Μύκονος κ' η Πάρος,
η Νάξος κ' η Άνδρος που σιμά
στην Τήνο βρίσκεται γειτονικιά.

Αντιστροφή Γ'.

Κ' η εξουσία του απλωνότουν
στα στεριογείτονα νησιά
που έχουν πολλά θαλασσινά, (138)
τη Λήμνο, την Ίκαρο, τη Ρόδο
την Κνίδο και μαζί μ' αυτές
στης πόλεις της Κυπριακές (139)
την Πάφο, τους Σόλους και την άλλη
την Σαλαμίνα, που για μας
τούτης αιτία της συμφοράς
εστάθηκ' η μητρόπολί της. (140)

Επωδός.

Κι' όμοια εξουσίασε με νου
στην Ιωνία πόλεις άλλες,
ευτυχισμένες και μεγάλες,
που Έλληνες σ' αυτές οικούν.
Κι' ακάματην είχαν ανδρεία
οι άνδρες όσους για εκστρατεία (141)
ολούθ' εμάζευεν αυτός.
Μ' από θεού έστρεψε πάλι
η τύχη^ κ' έτσι τη μεγάλη
τραβούμε τούτη συμφορά,
δεινά παθόντας τρομερά
εις του πελάου της συμπλοκές. (142)

ΞΕΡΞΗΣ

Ωού!
Ο δύστυχος εγώ που τέτοια μαύρη (143)
κ' έτσι αναπάντεχη μούλαχε μοίρα·
πόσο μονόγνωμα η τύχη ωργίσθη,
με των Περσών το γένος. Τι θα γίνω
εγώ ο ταλαίπωρος; παραλυμένη
αισθάνομαι τη δύναμι του κορμιού μου
μπροστά στους ηλικιωμένους τούτους (144)
Πέρσες. Άμποτες, ω Δία, κ' εμένα
με τους άνδρες μαζί τους πεθαμμένους
να μ' είχε σκεπάσει του θανάτου η μοίρα.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοί, βασιλιά, του ανδρειωμένου
στρατού· κι' αλλοί του τιμημένου
και τρανού γένους των Περσών·
αλλοί και του άνθους των ανδρών,
που εθέρισεν η κακή τύχη.

Η ίδια η γη μυρολογάει (145)
τη δικιά μας νεολαία που πάει
από μοίραν άδικου θανάτου
χαμένη, στον Αδη κάτου·
ο Ξέρξης στους Πέρσες εστάθη
φορτωτής (146) του Χάρου· τι εχάθη
πλήθος ανθρώπων που τώρα
στρατοκοπάν για τ' Άδη τη χώρα· (147)
της γης ο άνθος πολεμιστάδες
του τόξου, χιλιάδες, μυριάδες
είναι τους οι σκοτωμένοι.
Ωιμένα κι' αλλοί! στη χαμένη
δύναμι. Της Ασίας η χώρα,
βασιλιά, εγονάτισε τώρα
εγονάτισε, ωιμένα, βαρειά.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Α'.

Οχού! εμέ ας με κλαίνε
και πως γεννήθηκα ας το λένε
για δυστυχία της γενιάς μου
και της πατρίδας.

ΧΟΡΟΣ

Του γυρισμού το καλώς ήρθες
με μια κακόφωνη βουή
κι' αχλαλοή θρηνητική
σαν πως Μαρυανδυνός (148)
θρηνολογάτορας δεινός
θα στο φωνάξουμε με θρήνους.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Α'.

Γοερά θρηνήστε με τρανές (149)
μυρολογιού αγριοφωνές,
γιατί η τύχη με διπλή
με βάρεσε καταδρομή.

ΧΟΡΟΣ

Θρήνους αλήθεια θενά ειπούμε·
κι' απ' τα δεινά μας σαστισμένοι,
για τ' όσα θαλασσοδαρμένοι
επάθαμε, θενά κλαφτούμε,
μυρολογώντας όμοια πάλι
με πολλά δάκρυα τη μεγάλη
καταστροφή.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Β'.

Τι ο Άρης των Ιώνων μονομιά, (150)
θεριεύοντας των Ιώνων το στόλο,
το κακό ετούτο μας έφερεν όλο,
θερίζοντάς μας επά στη βαθειά
τη θάλασσα και στην ακτή.

ΧΟΡΟΣ

Κι' ας τα μάθαινα όλα, ωιμέ!
Πού βρίσκονται οι άλλοι δικοί μας;
και πού όσοι επαράστεκαν σε;
ο Φαρανδάκης κι' ακόμα ο Σούσας
κι' ο Ψάμμις κι' ο Πελάγων αντάμα
κι' ο Αγδαβάτας με τον Δοτάμα
κι' απ' τ' Αγβάτανα ο Σουσισκάνης.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Β'.

Εκεί επαραίτησά τους, γκρεμισμένους
από Τύριο πλοίο, όλους πνιγμένους,
στης Σαλαμίνας της ακρογιαλιές
επά σε πέτρες να χτυπούν σκληρές.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμέ! κι' ο δικός σου Φαρνούχος τι απογίνη;
κι' ο τρανός Αριόμαρδος κι' ο βασιλιάς
Σενάλκης κι' ο Λίλαιος, παιδί γενιάς
μεγάλης (151) κι' ο Μέμφις κ' οι άλλοι εκείνοι
ο Μασίστρας κι' ο Θάρυβις κι' ο Αρτεμβάρης
κι' ο Υσταίχμας τι απογίνηκαν; πες.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Γ'.

Αλλοί μου κι' αλλοί μου.
Της πανάρχαιες να ιδούν δεν προφθάσαν
της μαύρες Αθήνες κ' εχάσαν
μονομιάς τη ζωή,
κι' οχού! οχού! οι φτωχοί
σπαρταρούν επά σ' έρημη γη. (152)

ΧΟΡΟΣ

Και του Βατανώχου το γυιό, τον πιστό σου
επόπτη, που τόσο αγαπητός σου
ήτον και στρατούς σου αριθμούσε (153)
 ― υ υ ― ―
του Σησάμη και του Μεγαβάτη τους γυιούς
και τον Οιβάρη και τον Πάρθο κι' αυτούς
τους άφηκες όμοια, τους άφησες κει.
Ωχ! ωχ, τι μεγάλο στους Πέρσες κακό
και παράκακο λέω το εγώ.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Γ'.

Πάνωθέ μου κακοπούλι σηκώνεις
που συντρόφους καλούς μου θυμά, (154)
λέγοντας μου εσύ τα κακά
ταλησμόνητα. Κ' έτσι αιματώνεις
μέσ' τα στήθια τη μαύρη καρδιά.

ΧΟΡΟΣ

Όμως κι' άλλους αποζητούμεν εμείς.
Τον Ξάνθι που είχαν οι Μάρδοι αρχηγό,
τον Διαιξί κι' Αγχάρη, που τους ιππείς
με τον Αρσάκη αρχηγούσαν και τον τρανό
Κηγδαγάτη και τον Λυθίμνα, μαζί
και τον Τόλμο, τον ήρωα πολεμιστή.
Πάν τώρα όλοι τους, στον τάφο παν
χωρίς καν άρματα την ταφή ν' ακλουθάν. (155)

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Α'

Όλοι τους παν του στρατού οι αρχηγοί. (156)

ΧΟΡΟΣ

Άδοξα εχάθηκαν όλοι μαζί.

ΞΕΡΞΗΣ

Ωιμέ, ανέλπιστο οι θεοί κακό
έδωκαν που άλλο ωσάν κι' αυτό
η Άτη ποτέ της δεν έχει ιδεί.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Α'.

Αγιάτρευτη μας ήρθε κακομοιριά

ΧΟΡΟΣ

Μας ήρθε αλήθεια και φανερά. (157)

ΞΕΡΞΗΣ

Με νέα, με νέα δεινά, δεινά.

ΧΟΡΟΣ

Τι πόλεμο κάνοντας θαλασσινό
με των Ιώνων το έθνος το ναυτικό
νικήθηκε η γενιά των Περσών.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Β'.

Αλήθεια. Κι' ο άμοιρος για τούτο εγώ
ξολοθρεύτηκα έτσι με τόσο στρατό.

ΧΟΡΟΣ

Και τι απ' τους Πέρσες εγλύτωσε τάχα;

ΞΕΡΞΗΣ

Νά ιδές. Ετούτα του στρατού μου μονάχα. (158)

ΧΟΡΟΣ

Τα θωρούμε οι άμοιροι εμείς, τα θωρούμε.

ΞΕΡΞΗΣ

Κ' η θήκη ακόμα των βελών μου αυτή. (159)

ΧΟΡΟΣ

Τι; δικό σου μονάχα αυτό έχει σωθή;

ΞΕΡΞΗΣ

Για την άδεια μονάχα τη θήκη μου λέτε;

ΧΟΡΟΣ

Το τίποτε εσώθηκεν απ' τα πολλά.

ΞΕΡΞΗΣ

Βοήθεια καμμία δεν έχουμε πια.

ΧΟΡΟΣ

Φυγοπόλεμη των Ιώνων δεν είναι η γενιά. (160)

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Β'.

Είναι στη μάχη ορμητική
κι' αλήθει' αναπάντεχο έχω ιδεί
κακό απ' αυτήν.

ΧΟΡΟΣ
Για του στόλου τη φυγή μας λες;

ΞΕΡΞΗΣ

Τα ρούχα μου έσχιζα για της τρανές
κακοτυχιές μας.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο μου κι' αλλοί.

ΞΕΡΞΗΣ

Βέβαια και τρις αλλοί. (161)

ΧΟΡΟΣ

Γιατί διπλή η συμφορά και τριπλή. (162)

ΞΕΡΞΗΣ

Δικές μας θλίψες των εχθρών χαρές.

ΧΟΡΟΣ

Και τώρα εκατάντησαν κολοβές
οι δικές μας δυνάμεις. (163)

ΞΕΡΞΗΣ

Προπομπό μου δεν έχω κανένα.

ΧΟΡΟΣ

Κι' ούτε φίλο. Τους πήρε, ωιμένα,
του πελάγου η δεινή συμφορά.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Γ'.

Το κακό κλάψετέ το κ' εσείς γοερά
κ' εις τα σπίτια σας έτσι γυρίστε.

ΧΟΡΟΣ

Κλαίμε με πόνο κ' αναφυλλητό! (164)

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου. (165)

ΧΟΡΟΣ

Μοναχός του ο θρήνος ξεσπά, βασιλιά.

ΞΕΡΞΗΣ

Θρηνείστε για τη δυστυχιά μου.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα κι' ωιμένα βαρειά
είναι τούτη για μας συμφορά,
το αχ το λέμε πονώντας στ' αλήθεια.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Γ'.

Τα μαλλιά σας τραβάτε για χάρι δική μου.

ΧΟΡΟΣ

Χάρι για κακό κακή κακά γεναμένη. (166)

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.

ΧΟΡΟΣ

Οχού, οχού, δυστυχιά, δυστυχιά.

ΞΕΡΞΗΣ

Κλάφτε κι' ακόμα πιο γοερά.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα κι' ωιμέ.
Με τα δικά μου βογγητά μαζί
μια μαύρη θα σμίξω αλήθεια πληγή.

ΞΕΡΞΗΣ

Στροφή Δ'.

Και με Μύσιο θρήνο τα στήθια χτυπάτε. (167)

ΧΟΡΟΣ

Κακομοιριά μας, κακομοιριά.

ΞΕΡΞΗΣ

Και τα γένια σας τάσπρα τραβάτε για με.

ΧΟΡΟΣ

Τα τραβάμε θρηνώντας, τα τραβάμε ωιμέ.

ΞΕΡΞΗΣ

Με άγριο κλάψετε ξεφωνητό. (168)

ΧΟΡΟΣ

Θαν το κάνουμ' αλλοί μου κι' αυτό.

ΞΕΡΞΗΣ

Αντιστροφή Δ'.

Και τα ρούχα στους κόρφους σας σχίστε.

ΧΟΡΟΣ

Κακομοιριά, κακομοιριά.

ΞΕΡΞΗΣ

Για το στρατόν ακόμα θρηνήστε
της κόμης τραβώντας της τρίχες.

ΧΟΡΟΣ

Της τραβάμε θρηνώντας, της τραβάμε ωιμέ

ΞΕΡΞΗΣ

Και τα μάτια σας δάκρυα ας έχουν.

ΧΟΡΟΣ

Ολονένα τα δάκρυά μας τρέχουν (169) .

ΞΕΡΞΗΣ

Βαρειά χουγιάξτε αντίχτυπά μου.

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονό μου! κι' αλλοί!

ΞΕΡΞΗΣ

Γυρίστε σπίτι σας μ' οδυρμό. (170)

ΧΟΡΟΣ

Αλλοίμονο, αλλοί!

ΞΕΡΞΗΣ

Αλλοί, στην Περσίδα τη γη.

ΧΟΡΟΣ

Ωιμένα στην άμοιρη αυτή.

ΞΕΡΞΗΣ

Οχού μου, σε τούτη τη χώρα.

ΧΟΡΟΣ

Οχού, πού εκατάντησε τώρα.

ΞΕΡΞΗΣ

Καλοπόδεμοι μυρολογάτε. (171)

ΧΟΡΟΣ

υ ― ― υ υ ―

ΞΕΡΞΗΣ

Οχού στην Περσίαν, οχού!

ΧΟΡΟΣ

Στην κακόμοιρη χώραν οχού!

ΞΕΡΞΗΣ

Πόσοι στα τρίσκαρμα πλοία οι νεκροί! (172)

ΧΟΡΟΣ

Σε προβοδάμε θρηνώντας αλλοί. (173)

* * *

Η Σειρά των Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων, των Εκδόσεων Φέξη, υπήρξαν ένας σταθμός στα ελληνικά χρονικά. Για πρώτη φορά προσφερόταν συστηματικά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, η αρχαία ελληνική σκέψη (ιστορία, φιλοσοφία, ποίηση, δράμα, δικανικός και πολιτικός λόγος) με δημιουργικές μεταφορές της, από τους αρίστους μεταφραστές του τόπου, στην πιο σύγχρονη μορφή που πήρε εξελισσόμενο το γλωσσικό της όργανο. Ο Ομηρος, οι Τραγικοί κι ο Αριστοφάνης, ο Ηρόδοτος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτων, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Θεόκριτος, ο Θεόφραστος, ο Επίκτητος, ο Πλούταρχος, ο Λουκιανός κλπ. προσφέρονται και σήμερα, στις κλασικές πια μεταφράσεις των Πολυλά, Ραγκαβή, Μωραϊτίδη, Κονδυλάκη, Ποριώτη, Γρυπάρη, Τανάγρα, Πολέμη, Καμπάνη, Καζαντζάκη, Βάρναλη, Αυγέρη, Βουτιερίδη, Ζερβού, Φιλαδελφέως, Τσοκόπουλου, Σίγουρου, Κ. Χρηστομάνου κλπ, σε μια σύγχρονη σειρά εκδόσεων βιβλίου τσέπης, πράγμα που επίσης γίνεται για πρώτη φορά, συστηματικά, στην Ελλάδα.

ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΚΟΛΟΝΩ Το δράμα αυτό αποτελεί υψηλότατον ύμνο των ελληνικών νικών κατά των Περσών, την εποχή των μηδικών πολέμων. Η μεγαλοπρεπής αφήγηση της ναυμαχίας στην Σαλαμίνα, κρίνεται σαν μοναδικό υπόδειγμα επικολυρικής περιγραφής.

Η «ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ» ΑΝΑΤΥΠΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ.

ΑΘΗΝΑΙ, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ 38
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΤΣΙΜΙΣΚΗ 61


ΤΙΜΗ ΤΟΜΟΥ ΔΡΑΧΜΕΣ 10


1) «Πολυχρύσων». Εις τα βασιλικά παλάτια έκρυβαν οι Πέρσαι τους θησαυρούς. Ηροδότου 5, 49. πρβλ. Στράβωνος σελ 731.

2) «Νυός δ' άνδρα βαΰζει» (πρβλ. λατινικόν nurus)= βοά ζητούσα τον άνδρα. Πρβλ. Αγαμέμνονος στ. 456.

3) Φανερώνεται το πλήθος και το πυκνόν της παρατάξεως. Ίδε Σχολ. «τέθριππα και εξάιπα τάγματα» ήτοι δίζυγοι και τρίζυγοι ίλαι.

4) «Σύρδην» = δίκην κυμάτων Πρβλ. Επτά επί Θήβας 1070.

5) Τον Ελλήσποντο.

6) Η δυναστεία του Δαρείου έλεγεν ότι η καταγωγή της ήτον από τον Περσέα, υιόν της Δανάης, γεννημένον από τον Δία, που διά να αποκτήση την Δανάην μετεβλήθη εις χρυσήν βροχήν.

7) Ο Αισχύλος συχνά παρουσιάζει τους Πέρσας να επαινούν τους Έλληνας. Έτσι εδώ οι τοξόται Πέρσαι, που πολεμούν δηλαδή από μακράν, επήγαν, λέγει, να πολεμήσουν τους δοξασμένους ως λογχιστάς Έλληνας, ήτοι άνδρας που πολεμούν με γενναιότητα στήθος με στήθος.

7α) «Δολόμητιν δ' απάτην θεού τις ανήρ θνητός αλύξει;» = το αλύσκειν εις την έννοιαν του διαφεύγω προβλέποντας.

8) Πολέμους πυργοδαΐκτους = πύργους δαΐζοντας, ήτοι εις πολέμους, που καταρρίπτουν φρούρια. Σχολ. νεωτ. Πρβλ. και Χοηφόρων στ. 859.

9) Έμαθαν οι Πέρσαι. = Φανερώνεται έτσι με το «έμαθον» ειρωνεία, διότι οι Πέρσαι όχι εκ φύσεως αλλ' ανόητα από μάθησιν έγιναν ναυτικοί.

10) «Πίσυνοι λεπτοδόμοις πείσμασι» εμπιστευόμενοι εις εξαρτήματα (πανιά) συγκρατημένα με λεπτά σχοινιά. Ίδε Οδύσ. 10, 96, 127.

11) «Μελαγχίτων φρην = ψυχή ενδυμένη με μαύρον από πένθος χιτώνα.

12) «Οά:» Περσικόν επιφώνημα οδυρμού αντίστοιχο με το ιδικό μας αλλοί και αλλοίμονο.

13) Στέγος αρχαίον = το μέρος του ανακτόρου που εχρησίμευεν ως βουλευτήριον Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 2, 788 «οι δ' αγοράς αγόρευον επί Πριάμοιο θύρισιν» και 7, 336. Εκεί ήτον ο τάφος του Δαρείου.

14) Του Περσέως.

15) Η εξήγησις είναι σύμφωνα με την ερμηνείαν του Weklein. Παλαιότερη και πλέον αδύνατη ερμηνεία είναι: «θα ειπώ λόγο, που δεν εγέννησεν ο νους μου, αν και δεν ήμουν χωρίς φόβον».

16) «Πέπλοισι ησκημένη» πλούσια ντυμένη. Περί της σημασίας του ασκείν πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 10, 438, 23, 743 και Οδύσ. 1, 439.

17) Η Δωρική εσθής ήτο χιτών μάλλινος, ανοικτός εις τους ώμους και συνδεόμενος εκεί με περόνην ή με πόρπην. Τον εφόρουν παλαιότερα όλοι οι Έλληνες. Ηρόδ. 5, 88 «η δε Δωρική εσθής πάσα η αρχαίη των γυναικών η αυτή ην την νυν Δωρίδα καλέομεν».

18) «Λέπαδν επ' αυχένων τίθησι».

19) Ύστερ' από κακόν όνειρον οι Έλληνες εσηκώνοντο και ερραντίζοντο με νερό. Ίδε Χοηφ. 533 κ. ε. ― Αριστοφάνους Βάτρ. 1340 κ. ε.

20) «Φοίβου . . . φόβω» παρήχησις όπως εις τας Χοηφόρους, στ. 910. Έμεινε και εις την μετάφρασιν.

21) «Κίρκον» είδος γερακιού, σήμερα κιρκινέζος ή ξεφτέρι.

22) «Θεούς δε προστροπαίς ικνουμένη»

23) «Θυμόμαντις, ων σοι πρευμενώς παρήνεσα». Ίδε Ομήρου Οδύσ. 1200.

23α) «Έγχη σταδαία και φεράσπιδες σαγαί».

24) «Εν Θορικώ γαρ εστί μέταλλα και εν Λαυρείω». (Σχολ). Πρβ. Θουκ. 2,55.

25) «Πολεμίους επήλυδας».

26) «Κιόντων τοις τεκούσι». Ως εις Ευριπίδου Άλκηστη στ. 167.

27) «Πάντα ναμερτή λόγον».

28) Είδος κομμού, μυρολογιού.

29) Αι λυρικαί θρηνωδίαι του χορού έρχονται σαν αντιφωνίαι εις τα λόγια του αγγέλου.

30) «Η μακροβίοτος όδε γέ τις αιών εφάνθη γεραιοίς». Πρβ. στίχ. 713.

31) «Οτοτοτοΐ».

32) «Φέρεσθαι πλαγκτοίς εν σπιλάδεσσιν». Πρβ. Προμ. 482.

33) Ίυξε = Κραύγαζε Πρβ. Ικέτιδας στ. 884.

34) «Στυγναί γ' Αθάναι δαΐοις».

35) Ομοίως εις Προμ. στίχ 452.

36) Πρβ. Σοφ. Φιλ. 1316.

37) «Των αρχελείων» = αρχόντων λαών.

38) «Στυφλούς παρ' ακτάς θείνεται Σιληνιών». Αι Σιληνίαι ήσαν ακταί της Σαλαμίνος.

39) Νήσοι του Αίαντος = η Σαλαμίς.

40) «Λιγέα κωκύματα».

41) «Δεκάς δ' ην τώνδε χωρίς έκκριτος». Δηλαδή δέκα ήσαν πλοία χωριστά (εις αναπλήρωσιν εκείνων που θα επάθαιναν εις την μάχην).

42) «Ώδ' έχει λόγος». Όπως εις Επτά επί Θ. στ.211 και Χοηφ. στ. 519 = αυτή είναι η αριθμητική σχέσις.

43) «Τάλαντα βρίσας ουκ ισορρόπω τύχη».

44) «Δρασμώ κρυφαίω βίοτον εκσωσαίατο». Πρβ. διήγησιν Ηροδότου 8, 75.

45) «Κνέφας δε τέμενος αιθέρος λάβη». Πρβ. Ομ. Οδ. 9, 168.

46) «Αλιρρόθους ».

47) «Ευήρετμον».

48) Κώπης άναξ».

49) «Λευκόπωλος».

50) «Παιάν' εφύμνουν σεμνόν».

51) «Έπαισαν άλμην βρύχιον εκ κελεύσματος». Πρβ. Ευριπ. Ιφ. στ. 1387. ― Ομήρ. Ιλιά. 16, 264.

52) «Θεών έδη» = τόποι, ιερά θεών με αγάλματα και ναούς. Πρβ. Πλατ. Τίμ. Νόμ.

53)«Περσίδος γλώσσης ρόθος υπηντίαζε». Πρβ. 836.

54) «Καποδραύει Φοινίσσης νεώς κόρυμβ'». Κόρυμβα = Τακροστόλια της πλώρης, οι φ ι γ ο ύ ρ ε ς.

55) «Επ' άλλην δ' άλλος ηύθυνε δόρυ». Δόρυ, δηλ νήιον. Σχολ. «Την ναυν είρηκεν».

56) «Ουκ αφρασμόνως κύκλω πέριξ έθεινον» Πρβ. 563.

57) Πρβ. Ηροδ. 8, 12. «Οι δε νεκροί (εν Αρτεμισίω) και τα ναυάγια εξεφορέοντο ες τας Αφέτας και περί τε τας πρώρας των νεών ειλέοντο και ετάρασσον τους ταρσούς των κωπέων».

58) «Ή τιν' ιχθύων βόλον».

59) Έως κελαινής νυκτός όμμ' αφείλετο» κατά αντίφρασιν και κατά το λεγόμενον οξύμωρον σχήμα.

60) «Πέλαγος έρρωγεν μέγα». Ο παρακείμενος έρρωγα (του ρήγνυμι) ευρίσκεται πάντα αμεταβάτως. Πρβ. και το σημερινόν «κακά εξέσπασαν στο κεφάλι μου».

61) Αξιοσημείωτη εις το κείμενον η συχνή επανάληψις των λέξεων «συμφορά . . κακά» επίτηδες και ψυχολογικά διά την φανέρωσιν της ψυχικής ταραχής.

62) Κατά τον Στράβωνα ήτον η Ψυττάλεια νησί έρημο και πολύπετρο.

63) «Εμβατεύει ποντίας άλμης έπι». Ο Wecklein αποδίδει το «παντίας άλμης έπι» εις την νήσον, ήτοι νησί επάνω στα θαλάσσια κύματα, όχι ορθώς.

64) «Κακώς το μέλλον ιστορών».

65) «Εκ χερών πέτρησιν ηράσσοντο», υπονοείται το Πέρσαι.

66) Πρβ. Ηροδότου 8, 90. «Ξέρξης . . . κατηγμένος υπό τω όρεϊ τω αντίον Σαλαμίνος, το καλέεται Αιγάλεως».

67) Η λέξις δαίμων του κειμένου ελέγετο γενικώς φανερώνουσα την θεότητα από την οποίαν έρχεται η καλή ή κακή τύχη των ανθρώπων, συνήθως όμως ελέγετο επί κακού. Με μικράν μετατόπισιν εννοίας η λέξις υπάρχει και εις την σημερινήν γλώσσαν.

68) «Οίσθα σημήναι τορώς »

69) «Κατ' ούρον». Η φράσις εις το αρχαίον ειρωνική, αντίστοιχη με το σημερινόν «τα πρύμισαν».

70) «Υπεσπανισμένους βοράς».

71) «Βόλβης θ' έλειον δόνακα».

72) «Ηυτύχει δέ τοι όστις τάχιστα πνεύμ' απέρρηξε βίου».

73) «Ω δυσπόνητε δαίμον».

74) «Λαβούσα πέλανον εξ οίκων εμών». Τον πέλανον ή πελανόν εξηγεί ο Σχολ. «πεπεμμένον πλακούντα». Πρβ. Διονυσ. Αλικ. 2.74: «θύουσι πελάνους δημητρίους».

75) Οι νεώτεροι σχολιασταί συμφωνούν ότι οι στίχοι αυτοί είναι μετατοπισμένοι.

76) Μεγαλαύχων και πολυάνδρων», η μετάφρασις αναγκαστικά έγινε με πλατειασμόν.

77) «Αμαλαίς χερσί».

78) «Λέκτρων τ' ευνάς αβροχίτωνας».

79) «Χλιδανής ήβης τέρψιν».

80) «Καγώ δε μόρον των οιχομένων αίρω δοκίμως πολυπενθή».

81) «Ξέρξης μεν ήγαγεν, ποποί, Ξέρξης δ' απώλεσεν τοτοί, Ξέρξης δε πάντ' επέσπε»· έγινεν έτσι ο θρήνος με κάποιον ήχον βαρβαρικόν. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια μιμήσεως του κειμένου με την χρησιμοποίησιν επιφωνημάτων όχι συνήθων και με την επανάληψιν της ονομαστικής Ξέρξης, όπως εις το πρωτότυπον.

82) «Ομόπτεροι, κυανώπιδες». Η διόρθωσις εις «λινόπτεροι» σύμφωνα με το του Προμ. 484 «λινόπτερα . . . ναυτίλων οχήματα» είναι φανερά άτοπος.

83) «Τοι δ' άρα πρωτομόροιο, φευ, ληφθέντες προς ανάγκαν, ηέ, ακτάς αμφί Κυχρείας, οά, (στέμβονται].» Εις την μετάφρασιν η περίοδος αναγκαστικώς απεδόθη ανεστραμμένη.

84) «Γναπτόμενοι δ' Αλοσύδνας»

85) «Προς αναύδων παίδων τας αμιάντου».

86) «Το παν απύουσιν άλγος».

87) «Ουκέτι περσονομούνται».

88) «Ουδ' έτι γλώσσα βροτοίσιν εν φυλακαίς».

89) «Ελεύθερα βάζειν» ελευθεροστομείν. Πρβ. Πρμ. 193.

90) «Εν όμμασιν τ' ανταία φαίνεται θεών, βοά δ' εν ωσί κέλαδος ου παιώνιος».

91) «Βοός τ' αφ' αγνής λευκόν εύποτον γάλα».

92) «Ακήρατον τε μητρός αγρίας από ποιόν» Σχολ. «αγρίας . . . της εν τω αγρώ ούσης»

93) «Τον τε δαίμονα Δαρείον αγκαλείσθαι».

94) «Πρέσβος Πέρσας».

95) «Φθιμένων πομπούς»

96) «Εύφρονας είναι κατά γαίας».

97) «Πέμψατ' ένερθεν ψυχήν ες φως» υπονοείται εύκολα «την Δαρείου»

98) «Ει γαρ τι κακών άκος οίδε πλέον». ― Το κείμενον φαίνεται ταραγμένον. Ο Wecklein προτείνει την γραφήν: «ει γαρ τι κακών των δ' έστιν άκος μόνος αν θνητών άρος είποι» ήτοι εάν τι πλέον φάρμακον γνωρίζει ο Δαρείος μόνος αυτός 'μπορεί να 'πή τέλος και σταμάτημα των κακών.

99) Η φράσις ηχητική εις το κείμενον με τας λέξεις β ά ρ β α ρ α, β ά γ μ α τ α, β ο ά σ ω. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια αποδόσεως με το β α ρ β α ρ ι κ ά, β ο υ ύ ζ ω βογγητά.

100) «Περσών Σουσιγενή θεόν».

101) «Πέμπετε δ' άνω τον οίον ούπω Περσίς αι εκάλυψεν».

102) «Φίλα γαρ κέκευθεν ήθη» υπονοείται ενεργητικώς ο όχθος· όπως εις τας Χοηφόρ. 683, και εις Σοφοκ. Ηλέκτραν 1120.

103) «Αϊδωνεύς δ' αναπομπός ανείης, Αϊδωνεύς»· η επιτατική επανάληψις απεδόθη διά του ε σ ύ.

104) «Θεομήστωρ δ' εκεκλήσκετο Πέρσαις, θεομήστωρ δ' έσκεν».

105) Επίκλησις προς τον Δαρείον να φανερωθή. Βαλήν εσήμαινε βασιλεύς εις την Φρυγικήν γλώσσαν. Σελ 32. Εμπειρ. σελ 672, 26. Εις τον Σοφοκλή λέγονται οι ποιμένες. Πρβλ. απόσπασμα 444. ― Η λέξις σώζεται εις την Τουρκικήν γλώσσαν.

106) «Κροκόβαπτον ποδός εύμαριν αείρων».

107) «Τι τάδε δυνάτα, δυνάτα δίδυμα διαγόεν αμάρτια» κ.τ.λ ― Δυνατά = δυνάστα· ανάλογων είναι το αφέντης εκ του αυθέντης.

108) «Άναες, άναες» επαναλαμβάνεται η λέξις θρηνητικώς.

109) Είδωλον = φάσμα.

110) «Χαράσσεται πέδον». Ο Weklein ερμηνεύει το χαράσσεται ως κείμενον αντί του νύσσεται, παραβάλων προς το του Ησιόδ. Ασπ. 62 και λαμβάνων υπ' όψιν του τον κτύπον των ποδών κατά την όρχησιν του Χορού. ― Το «σέρνεται χάμω» εν τούτοις φαίνεται συμφωνότερον με τας λέξεις του κειμένου, με την απ' ευθείας αίσθησιν της ελληνικής γλώσσης και των ελληνικών εθίμων.

111) «Σέβομαι δ' αντία λέξαι σέθεν αρχαίω περί τάρβει».

112) «Δίεμαι μεν χαρίσασθαι». Κατά τον ν. Σχολ. = το σον θέλημα τελέσαι.

113) «Ο μάσσων βίος ην ταθή πρόσω». Πρβλ. Προμηθ. 553 και Αγαμέμ. 1361.

114) «Πάντα γαρ, Δαρεί', ακούση μύθον εν βραχεί λόγω». Πρβλ. Προμηθ. 521.

115) «Θούριος Ξέρξης κενώσας πάσαν ηπείρου πλάκα». Ν. Σχολ. «περιφραστικώς δε την γην των Περσών φησι πάσαν». Πρβλ. Ευμενίδ. 295· Σοφ. Οιδ. Τύρ. 1102, Φιλ 1430.

116) «Διπλούν μέτωπον ην δυοίν στρατευμάτοιν», υπονοείται ο Ξέρξης.

117) «. . . τις δαιμόνων ξυνήψατο». Η επαμφοτερίζουσα τότε έννοια της λέξεως δαίμων είναι εδώ εις κακήν σημασίαν, καθώς τώρα.

118) «Κατέφθαρται δορί».

119) «Άσμενον μολείν γέφυραν γαιν δυοίν ζευκτηρίαν». Ο Αισχύλος λησμονεί ότι ο άγγελος δεν είχεν ειπεί και τούτο.

120) Υπήρχε χρησμός αποτρέπων την εκστρατείαν εις Ελλάδα, που τον αναφέρει ο Ηρόδ. 9, 42.

121) «Πώς τάδ' ου νόσος φρενών είχε παιδ' εμόν;»

122) «Τον δ' ανανδρίας ύπο ένδον αιχμάζειν». Πρβλ. Ευμεν. 868.

123) «Ταγείν, έχοντα σκήπτρον ευθυντήριον».

124) Το χειρόγραψον των Μεδίκων έχει Μάρδος. Ο Ηρόδοτος λέγει τον άρπαγα εκείνον του περσικού θρόνου Σμέρδιν 3, 61· ήτο δε αυτός ο εκ Μηδίας μάγος Γαουμάτα, αναφανείς ως αδελφός τάχα του φονευθέντος Καμβύσου (Ιουστ. 1, 9).

125) Τα της συνωμοσίας των επτά ευγενών αναφέρει ο Ηρόδ. 3, 70.

126) Υπαινίσσεται ο Αισχύλος το τέχνασμα του χρεμετισμού του ίππου, το οποίον είχε μεταχειρισθή ο Δαρείος, διά να εκλεγή αυτός βασιλεύς.

127) «Αλλ' ευσταλή τοι λεκτόν αρούμεν στόλον», Ώστε δηλαδή ολιγώτερος όντας δεν θα κινδυνεύση από πείναν. ― Ψυχολογικά έτσι παρουσιάζονται οι νικημένοι σχεδιάζοντες κ' ελπίζοντες διά το μέλλον.

128) «Ει τι πιστεύσαι θεών χρη θεσφάτοισιν, ες τα νυν πεπραγμένα βλέψαντα».

129) «Τόσος γαρ έσται πέλανος αιματοσφαγής» = πέλανος (ζύμη) από σφραγής αίματος.

130) «Ύβρις γαρ εξανθούσ' εκάρπωσε στάχυν άτης όθεν πάγκλαυτον εξαμά θέρος». Είναι έν από τα θαυμασιώτερα λυρικά γνωμικά της τραγικής ποιήσεως.

131) «Έπεστιν εύθυνος, βαρύς».

132) «Κόσμον όστις ευπρεπής λαβούσ' υπαντίαζε παιδί».

133) «Λακίδες . . . . στημορραγούσι . . . . εσθημάτων». Ν. Σχολ. «Υπό της θλίψεως διέρρηξε τα ιμάτια αυτού ο Ξέρξης».

134) «Ω πόποι, ή μεγάλας, αγαθάς τε πολισσονόμου βιοτάς επεκύρσαμεν».

135) «Πολίσματα πύργινα πάντ' επέρθομεν».

136) «. . . εκ πολέμων απόνους, απαθείς . . . »

137) Ο ποταμός Άλυς ήτο πολύ γνωστός εις τους Έλληνας εκ του χρησμού του Κροίσου: «Κροίσος Άλυν διαβάς μεγάλην αρχήν διαλύσει».

138) «Και νηριτοτρόφους εκράτυνε μετάκτους». Νηριτοτρόφοι = αι τρέφουσαι θαλάσσια όστρακα. Αθην. 3. 86 Β «Αισχύλος δ' εν Πέρσαις τας αναριτας (θολασσίους κοχλίας) τρεφούσας νηριτοτρόφους είρηκεν».

139) Πρβλ. Ηροδ. 3, 19: «δόντες και Κύπριοι σφέας αυτούς Πέρσησι εστρατεύοντο επ' Αίγυπτον».

140) «Τας νυν ματρόπολις τώνδ' αιτία στεναγμών». Ο Σχολ. εξηγεί «άποικοι γαρ εισιν οι εν Κύπρω Σαλαμίνιοι των εν τη Αττική».

141) «Ακάματον δε παρήν σθένος ανδρών τευχηστήρων» κλπ.

142) «Πλαγαίσι ποντίαισιν».

143) Έ ξ ο δ ο ς. Διαιρείται δε η έ ξ ο δ ο ς εις τρία μέρη. Το πρώτον (στιχ. κειμ. 911 ― 92) είναι ο χαιρετισμός του Ξέρξου και των γερόντων. Ο βασιλεύς πρωτοφαίνεται επάνω εις άρμα και κατεβαίνοντας έπειτα προχωρεί με κλονούμενον βήμα. Σταματά δε αντιμέτωπος του χορού στιχ. κειμ. 934 .

144) «Τήνδ' ηλικίαν επιδόντα . . . »

145) Δεύτερον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, το οποίον εις το κείμενον έχει προοίμιον θρηνητικούς αναπαίστους. Ο θρήνος αυτός ξεχωρίζει από τα άλλα χορικά, γραμμένος εντονώτερα εις την Δωρικήν διάλεκτον. Εις την μετάφρασιν έγινε προσπάθεια να αποδοθή ο διά του α δωρικός πλατειασμός.

146) «Άιδου σάκτορι Περσάν». Ήτοι τον Άδην εσαμάρωσε κ' εφόρτωσε με Πέρσας. Σάκτωρ (σάττω, σάγμα = σαμαρωτής, φορτωτής).

147) «Αδοβάται» ως αδοφοίται, ελειοβάται, σημαίνει δε οδοιπορούντες προς τον Άδην.

148) Σχολ. «Μαρυανδυνοί ακμή θέρους . . . . εθρήνουν . . . Τον δε Μαρυανδυνόν αυξήσαι μάλιστα την θρηνητικήν αυλωδίαν».

149) «Ίετ' αιανή πάνδυρτον δύσβροον αυδάν».

150) «Ιάων γαρ απηύρα. Ιάων ναύφρακτος Άρης ετεραλκής».

151) «Λίλαιος ευπάτωρ».

152) «Εή εή, τλάμονες ασπαίρουσι χέρσω».

153) «Των σον πιστόν πάντ' οφθαλμόν μυρία μυρία πεμπαστάν Βατανώχου παιδ' άλπνιστον». Οφθαλμός εσήμαινεν υπάλληλος επόπτης. Σχολ. «σημείωσαι ότι βασιλέως οφθαλμός αριθμεί στρατιάς».

154) «Ίυγγά μοι δήτ' εσθλών ετάρων υπορίνεις». Καθώς εις Πινδ. Νεμ. 4, 35 «ίυγγι δ' έλκομαι ήτορ» και Σοφοκλ. Αποσπ. 433 κ.τ.λ Ίυγξ δε κυρίως είναι πουλί, που έλαβε το όνομα από τα συχνά στριφογυρίσματα που κάνει του λαιμού. Επίστευαν οι αρχαίοι, εξ αιτίας αυτών των κινήσεων, ότι ήτο πουλί μαγικόν και ότι δενόμενον εις κύκλον ή τροχόν εκινείτο εκεί, ενεργούσε δε η κίνησίς του ερωτικάς και άλλας γοητείας. Ίδε και Πινδ. Πυθ. 4.513 κ. ε. ― Ανάλογον διά κάποιες μαγείες πουλί έχει η λαϊκή παράδοσις το κ α κ ο π ο ύ λ ι.

155) «Ουκ αμφί σκηναίς τροχηλάτοισιν όπισθεν επομέναις»

156) Το τρίτον μέρος της Ε ξ ό δ ο υ, ο κομμός (ή ιάλεμος ίδε στιχ. κ. 128). Ο Τζέτζης π. τραγ. 66 «κομμός δε θρήνου πενθικώτερον πλέον ο θρήνος δ' εστίν ηρεμέστερον μέλος». Έκαμνε δε ο κομμός μεγαλυτέραν αίσθησιν διά της μουσικής συνθέσεώς του.

157) «Πεπλήγμεθ'· εύδηλα γαρ».

158) «Οράς το λοιπόν τόδε τας εμάς στολάς». ― Σχολ. «Λείψανον της όλης στρατιάς». Κακώς ερμήνευσαν μερικοί το σ τ ο λ ά ς ως το ξεσχισμένον ένδυμα, διότι ο Ξέρξης, ως ανεφέρθη (στιχ. 85), είχεν αλλάξει στολήν κατά φροντίδα της μητέρας του και κατά την συνηθισμένην άλλως ευκοσμίαν και μεγαλοπρέπειαν εις τας αρχαίας τραγωδίας.

159) «Τάνδε τ' οϊστοδέγμονα».

160) «Ιάων λαός ου φυγαίχμας».

161) «Και πλέον ή παπαί μεν ουν».

162) «Δίδυμα γαρ έστι και τριπλά». Πρβλ. Ομήρ. Ιλιά. 1, 128.

163) «Και σθένος γ' εκολούθη». Πρβλ. Ηροδ. 7,10. «Φιλέει γαρ ο θεός τα υπερέχοντα πάντα κολούειν».

164) «Διαίνομαι γοέδνος ων».

165) «Βόα νυν αντιδουπά μοι». Διά ν' αποδοθή εις την μετάφρασιν το βαρύ και βαρβαρικόν του ήχου, ετέθη η όχι συνήθης λέξις «χουγιάξτε». Ανάλογοι προσπάθειαι έχουν γίνει εις όλον τον κομμόν, διά να είναι η μετάφρασις αντίλαλος κάπως της θαυμαστά ηχητικής φράσεως του Αισχύλου.

166) «Δόσιν κακάν κακών κακοίς». Διά την παρήχησιν πρβλ. Χοηφόρ. 403.

167) Γνωστόν εις τους αρχαίους ασιατικόν μυρολόγι. Σχολ. «Οι γαρ Μυσοί και οι Φρύγες εισί μάλιστα θρηνητικοί».

168) «Διαίνου δ' όσσε».

169) «Τέγγομαι τοι».

170) «Αιακτός ες δόμους κίε». ― Αιακτός εις ενεργητ. σημασίαν, ο οδυρόμενος».

171) «Γοάσθ' αβροβάται». Γίνεται υπαινιγμός του καλού των Περσών ποδεμού. Πρβλ. 42.

172) «Ιή ιή, τρισκάλμοισι βάρισι φθιτοί». Πρβλ. 681 και 556.

173) Οι τελευταίοι στίχοι του κειμένου, αποτελούντες μικρούς θρηνητικούς αναπαίστους, διεσώθησαν φθαρμένοι. Διά την μετάφρασιν ελήφθη υπ' όψιν η κριτική αποκατάστασις του Wecklein.

Κείμενα

Hellenica World