.

ξεκουτιαίνω

Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία

ξεκουτιαίνω < ξε- + κουτός + -ιαίνω[1][2]

Προφορά

ΔΦΑ : /kse.ku.ˈtçe.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός : κε‐κου‐τιαί‐νω

Ρήμα

ξεκουτιαίνω, πρτ.: ξεκούτιαινα, αόρ.: ξεκούτιανα, παθ.φωνή: ξεκουτιαίνομαι, π.αόρ.: ξεκουτιάστηκα, μτχ.π.π.: ξεκουτιασμένος

(μεταβατικό και αμετάβατο) κάνω κάποιον να χάσει σταδιακά τις νοητικές του δυνάμεις, συνήθως λόγω ηλικίας, να γίνει ξεκούτης

(αμετάβατο) Πάει, ξεκούτιανα! Δεν μπορώ να θυμηθώ τον αριθμό του κινητού μου
(μεταβατικό) ※ Διονύσιος Σολωμός, ποίημα Η Πρωτοχρονιά @greek-language.gr

Βζιτ, και λόγον νοστιμεύεσαι,
που αφ’ τα γέλια ξεκουτιένεσαι·

Άλλες μορφές

ξεκουτιάζω

Συνώνυμα

αποβλακώνω
ανοηταίνω

επίσης

ξεμωραίνω
ξαναμωραίνω

Συγγενικές λέξεις

αποξεκουτιαίνω
αποξεκούτιασμα
γεροξεκούτα
γεροξεκούτης
γεροξεκουτιάζω
γεροξεκουτιάρα
γεροξεκουτιάρης
γεροξεκουτιασμένος
ξεκουτιάρης
ξεκούτα
ξεκούτης
ξεκουτιάζω
ξεκουτιάρα
ξεκουτιάρης
ξεκουτιάρικος
ξεκούτιασμα
ξεκουτιασμένος / ξεκουτιαμένος
→ και δείτε τη λέξη κουτός

Κλίση
Ενεργητική φωνή

Εξακολουθητικοί χρόνοι
πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. ξεκουτιαίνω ξεκούτιαινα θα ξεκουτιαίνω να ξεκουτιαίνω ξεκουτιαίνοντας
β' ενικ. ξεκουτιαίνεις ξεκούτιαινες θα ξεκουτιαίνεις να ξεκουτιαίνεις ξεκούτιαινε
γ' ενικ. ξεκουτιαίνει ξεκούτιαινε θα ξεκουτιαίνει να ξεκουτιαίνει
α' πληθ. ξεκουτιαίνουμε ξεκουτιαίναμε θα ξεκουτιαίνουμε να ξεκουτιαίνουμε
β' πληθ. ξεκουτιαίνετε ξεκουτιαίνατε θα ξεκουτιαίνετε να ξεκουτιαίνετε ξεκουτιαίνετε
γ' πληθ. ξεκουτιαίνουν(ε) ξεκούτιαιναν
ξεκουτιαίναν(ε)
θα ξεκουτιαίνουν(ε) να ξεκουτιαίνουν(ε)
Συνοπτικοί χρόνοι
πρόσωπα Αόριστος Συνοπτ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο
α' ενικ. ξεκούτιανα θα ξεκουτιάνω να ξεκουτιάνω ξεκουτιάνει
β' ενικ. ξεκούτιανες θα ξεκουτιάνεις να ξεκουτιάνεις ξεκούτιανε
γ' ενικ. ξεκούτιανε θα ξεκουτιάνει να ξεκουτιάνει
α' πληθ. ξεκουτιάναμε θα ξεκουτιάνουμε να ξεκουτιάνουμε
β' πληθ. ξεκουτιάνατε θα ξεκουτιάνετε να ξεκουτιάνετε ξεκουτιάντε
γ' πληθ. ξεκούτιαναν
ξεκουτιάναν(ε)
θα ξεκουτιάνουν(ε) να ξεκουτιάνουν(ε)
Συντελεσμένοι χρόνοι
πρόσωπα Παρακείμενος Υπερσυντέλικος Συντελ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική
α' ενικ. έχω ξεκουτιάνει είχα ξεκουτιάνει θα έχω ξεκουτιάνει να έχω ξεκουτιάνει
β' ενικ. έχεις ξεκουτιάνει είχες ξεκουτιάνει θα έχεις ξεκουτιάνει να έχεις ξεκουτιάνει
γ' ενικ. έχει ξεκουτιάνει είχε ξεκουτιάνει θα έχει ξεκουτιάνει να έχει ξεκουτιάνει
α' πληθ. έχουμε ξεκουτιάνει είχαμε ξεκουτιάνει θα έχουμε ξεκουτιάνει να έχουμε ξεκουτιάνει
β' πληθ. έχετε ξεκουτιάνει είχατε ξεκουτιάνει θα έχετε ξεκουτιάνει να έχετε ξεκουτιάνει
γ' πληθ. έχουν ξεκουτιάνει είχαν ξεκουτιάνει θα έχουν ξεκουτιάνει να έχουν ξεκουτιάνει


Σημείωση: Οι παθητικοί τύποι σπανιότεροι.
Παθητική φωνή

Εξακολουθητικοί χρόνοι
πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. ξεκουτιαίνομαι ξεκουτιαινόμουν(α) θα ξεκουτιαίνομαι να ξεκουτιαίνομαι
β' ενικ. ξεκουτιαίνεσαι ξεκουτιαινόσουν(α) θα ξεκουτιαίνεσαι να ξεκουτιαίνεσαι -
γ' ενικ. ξεκουτιαίνεται ξεκουτιαινόταν(ε) θα ξεκουτιαίνεται να ξεκουτιαίνεται
α' πληθ. ξεκουτιαινόμαστε ξεκουτιαινόμαστε
ξεκουτιαινόμασταν
θα ξεκουτιαινόμαστε να ξεκουτιαινόμαστε
β' πληθ. ξεκουτιαίνεστε ξεκουτιαινόσαστε
ξεκουτιαινόσασταν
θα ξεκουτιαίνεστε να ξεκουτιαίνεστε (ξεκουτιαίνεστε)
γ' πληθ. ξεκουτιαίνονται ξεκουτιαίνονταν
ξεκουτιαινόντουσαν
θα ξεκουτιαίνονται να ξεκουτιαίνονται
Συνοπτικοί χρόνοι
πρόσωπα Αόριστος Συνοπτ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο
α' ενικ. ξεκουτιαίστηκα θα ξεκουτιαιστώ να ξεκουτιαιστώ ξεκουτιαιστεί
β' ενικ. ξεκουτιαίστηκες θα ξεκουτιαιστείς να ξεκουτιαιστείς ξεκουτιαίσου
γ' ενικ. ξεκουτιαίστηκε θα ξεκουτιαιστεί να ξεκουτιαιστεί
α' πληθ. ξεκουτιαιστήκαμε θα ξεκουτιαιστούμε να ξεκουτιαιστούμε
β' πληθ. ξεκουτιαιστήκατε θα ξεκουτιαιστείτε να ξεκουτιαιστείτε ξεκουτιαιστείτε
γ' πληθ. ξεκουτιαίστηκαν
ξεκουτιαιστήκαν(ε)
θα ξεκουτιαιστούν(ε) να ξεκουτιαιστούν(ε)
Συντελεσμένοι χρόνοι
πρόσωπα Παρακείμενος Υπερσυντέλικος Συντελ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. έχω ξεκουτιαιστεί είχα ξεκουτιαιστεί θα έχω ξεκουτιαιστεί να έχω ξεκουτιαιστεί ξεκουτιαισμένος
β' ενικ. έχεις ξεκουτιαιστεί είχες ξεκουτιαιστεί θα έχεις ξεκουτιαιστεί να έχεις ξεκουτιαιστεί
γ' ενικ. έχει ξεκουτιαιστεί είχε ξεκουτιαιστεί θα έχει ξεκουτιαιστεί να έχει ξεκουτιαιστεί
α' πληθ. έχουμε ξεκουτιαιστεί είχαμε ξεκουτιαιστεί θα έχουμε ξεκουτιαιστεί να έχουμε ξεκουτιαιστεί
β' πληθ. έχετε ξεκουτιαιστεί είχατε ξεκουτιαιστεί θα έχετε ξεκουτιαιστεί να έχετε ξεκουτιαιστεί
γ' πληθ. έχουν ξεκουτιαιστεί είχαν ξεκουτιαιστεί θα έχουν ξεκουτιαιστεί να έχουν ξεκουτιαιστεί
Συντελεσμένοι χρόνοι (β΄ τύποι)
Παρακείμενος είμαι, είσαι, είναι ξεκουτιαισμένος - είμαστε, είστε, είναι ξεκουτιαισμένοι
Υπερσυντέλικος ήμουν, ήσουν, ήταν ξεκουτιαισμένος - ήμαστε, ήσαστε, ήταν ξεκουτιαισμένοι
Συντελ. Μέλλ. θα είμαι, θα είσαι, θα είναι ξεκουτιαισμένος - θα είμαστε, θα είστε, θα είναι ξεκουτιαισμένοι
Υποτακτική να είμαι, να είσαι, να είναι ξεκουτιαισμένος - να είμαστε, να είστε, να είναι ξεκουτιαισμένοι


Μεταφράσεις
ξεκουτιαίνω

→ δείτε τη λέξη αποβλακώνω

Αναφορές

ξεκουτιαίνω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)

Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Creative Commons Attribution/Share-Alike License· μπορεί να ισχύουν και πρόσθετοι όροι. Δείτε τους Όρους Χρήσης για λεπτομέρειες.

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World - Scientific Library