.

Ετυμολογία

ξαλμυρίζω < ξε- + αλμυρός

Ρήμα

ξαλμυρίζω και ξαρμυρίζω

κάνω κάτι λιγότερο ή καθόλου αλμυρό, αφήνοντάς το για αρκετό χρονικό διάστημα μέσα σε νερό

δεν ξαλμύρισα καλά τον μπακαλιάρο και είναι λύσσα


Κλίση

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ξαλμυρίσει
μετοχή (ενεστώτας)
ξαλμυρίζοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο ενικός πληθυντικός
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ξαλμυρίζω ξαλμυρίζεις ξαλμυρίζει ξαλμυρίζουμε ξαλμυρίζετε ξαλμυρίζουν
παρατατικός ξαλμύριζα ξαλμύριζες ξαλμύριζε ξαλμυρίζαμε ξαλμυρίζατε ξαλμύριζαν
αόριστος ξαλμύρισα ξαλμύρισες ξαλμύρισε ξαλμυρίσαμε ξαλμυρίσατε ξαλμύρισαν
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ξαλμυρίζω θα ξαλμυρίζεις θα ξαλμυρίζει θα ξαλμυρίζουμε θα ξαλμυρίζετε θα ξαλμυρίζουν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ξαλμυρίσω θα ξαλμυρίσεις θα ξαλμυρίσει θα ξαλμυρίσουμε θα ξαλμυρίσετε θα ξαλμυρίσουν
παρακείμενος έχω ξαλμυρίσει έχεις ξαλμυρίσει έχει ξαλμυρίσει έχουμε ξαλμυρίσει έχετε ξαλμυρίσει έχουν ξαλμυρίσει
υπερσυντέλικος είχα ξαλμυρίσει είχες ξαλμυρίσει είχε ξαλμυρίσει είχαμε ξαλμυρίσει είχατε ξαλμυρίσει είχαν ξαλμυρίσει
συντελεσμένος
μέλλοντας
θα έχω ξαλμυρίσει θα έχεις ξαλμυρίσει θα έχει ξαλμυρίσει θα έχουμε ξαλμυρίσει θα έχετε ξαλμυρίσει θα έχουν ξαλμυρίσει
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ξαλμυρίζω να ξαλμυρίζεις να ξαλμυρίζει να ξαλμυρίζουμε να ξαλμυρίζετε να ξαλμυρίζουν
αόριστος να ξαλμυρίσω να ξαλμυρίσεις να ξαλμυρίσει να ξαλμυρίσουμε να ξαλμυρίσετε να ξαλμυρίσουν
παρακείμενος να έχω ξαλμυρίσει να έχεις ξαλμυρίσει να έχει ξαλμυρίσει να έχουμε ξαλμυρίσει να έχετε ξαλμυρίσει να έχουν ξαλμυρίσει
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ξαλμύριζε ξαλμυρίζετε
αόριστος ξαλμύρισε ξαλμυρίστε

Μεταφράσεις

Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Creative Commons Attribution/Share-Alike License· μπορεί να ισχύουν και πρόσθετοι όροι. Δείτε τους Όρους Χρήσης για λεπτομέρειες.

Κόσμος

Αλφαβητικός κατάλογος

Hellenica World