.



άβγαλτος


Ελληνικά (el)
πτώση ενικός
ονομαστική άβγαλτος άβγαλτη άβγαλτο
γενική άβγαλτου άβγαλτης άβγαλτου
αιτιατική άβγαλτο άβγαλτη άβγαλτο
κλητική άβγαλτε άβγαλτη άβγαλτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβγαλτοι άβγαλτες άβγαλτα
γενική άβγαλτων άβγαλτων άβγαλτων
αιτιατική άβγαλτους άβγαλτες άβγαλτα
κλητική άβγαλτοι άβγαλτες άβγαλτα

Ετυμολογία

άβγαλτος < α- + βγάζω

Επίθετο

άβγαλτος

που δεν έχει βγει καθόλου έξω, δεν έχει κοινωνική εμπειρία

πρόσεχέ τον, έτσι άβγαλτος που είναι, είναι πολύ εύκολο να τον εκμεταλλευτούν

Συνώνυμα

άπειρος

Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την Creative Commons Attribution/Share-Alike License· μπορεί να ισχύουν και πρόσθετοι όροι. Δείτε τους Όρους Χρήσης για λεπτομέρειες.

Hellenica World - Scientific Library

Index