ART

 

.

Προϊστορική εποχή

Η μεγάλη χρονική έκταση της προϊστορικής περιόδου επέβαλε τη διαίρεσή της σε τέσσερις υποπεριόδους: την παλαιολιθική, τη μεσολιθική, τη νεολιθική εποχή και την εποχή του χαλκού.

Από την παλαιολιθική και τη μεσολιθική εποχή, είναι γνωστό ότι λιγοστά είναι μόνο τα αρχαιολογικά ευρήματα προερχόμενα από τη Θεσσαλία και την Πελοπόννησο. Για τη νεολιθική, διάρκειας από τον 5.000 π.Χ. έως το 3.000-2.500 π.Χ. περίπου, έχουμε στα χέρια μας περισσότερα ευρήματα που μας δίνουν προσδιοριστικά στοιχεία, με βάση πάντα το υλικό που χρησιμοποιείται για την κατασκευή των αντικειμένων που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι για την επίλυση των καθημερινών πρακτικών προβλημάτων της για τον τόπο και τρόπο συγκρότησης κατοικιών, για την εκμετάλλευση της γης με τη μορφή καλλιεργειών, για την κτηνοτροφία και την κεραμεική. Την ιδιαίτερα σημαντική εμφάνιση της τελευταίας προετοιμάζει η ονομαζόμενη προκεραμική περίοδος (τέλη 6ης χιλιετίας π.Χ. με κέντρο τη Θεσσαλία που συνιστά και το ευρύτερο κέντρο της περιόδου που μελετάμε).

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές στη Θεσσαλία έφεραν στο φως δύο οικισμούς, του Σέσκλου και του Διμηνίου, με επιρροές επί των αγγείων τους και χαρακτήρες, προερχόμενους από την Ανατολή και από τις παραδουνάβιες περιοχές αντίστοιχα.

Ο οικισμός του Σέσκλου, κατά τη μέση νεολιθική εποχή, συγκροτείται από μεγαροειδή οικήματα, πλινθόκτιστα, θεμελιωμένα πάνω σε μικρές πέτρες και επί ενός υπερυψωμένου λόφου. Αποτελεί την πρώτη μορφή κόμης, κατά τον Αριστοτέλη, προερχόμενης από την πρωταρχική ανάγκη του ανθρώπου για αυτάρκεια και οργάνωση, πρόδρομο της επικοινωνίας των ανθρώπων.

Ο οικισμός του Διμηνίου, νεότερος, καθώς ανήκει στην ύστερη νεολιθική περίοδο, εμφανίζει την ίδια κατασκευή και προέρχεται από την ίδια ανθρώπινη ανάγκη με τη διαφορά ότι εμφανίζει τείχη, με τη μορφή επάλληλα διατεταγμένων περιβόλων, ένδειξη ανάγκης για αυτοπροστασία.

Όσον αφορά τα αγγεία, υπάρχει πλήθος και ποικιλία αγγείων μονόχρωμων, ζωγραφιστών και εγχάρακτων, με ευθύγραμμη διακόσμηση στον πρωιμότερο οικισμό του Σέσκλου και πολυπλοκότερη (συνθετότερη) σ' αυτόν του Διμηνίου, και εμφάνιση για πρώτη φορά του διακοσμητικού στοιχείου της σπείρας.

Νεολιθικό κέντρο στον ελλαδικό χώρο δεν αποτελεί μόνο η Θεσσαλία αλλά και η Μακεδονία (Όλυμπος, Σέρβια, Άγιος Μάμαντας). Μικρότερης σημασίας κέντρα υπάρχουν στη Βοιωτία, Φωκίδα, Αττική, Κόρινθο, Αρκαδία, Εύβοια, Λευκάδα, Αίγινα, Κρήτη.

Μινωικός πολιτισμός

Η περίοδος του χαλκού εκτείνεται από το α' μισό της 3ης χιλιετίας π.Χ. και φτάνει ως το τέλος της 2ης χιλιετίας π.Χ. Διακρίνεται σε παλαιότερη, μέση και νεότερη, με ευρήματα στην περιοχή του ποταμού Σπερχειού και με τις ονομασίες ανάλογα με τις περιοχές που εμφανίζονται ευρήματα. Έτσι στο Αιγαίο και στην Κρήτη έχουμε τη Μινωική Τέχνη, διακρινόμενη σε:


  • πρωτομινωική
  • μεσομινωική και
  • υστερομινωική και την Ελλαδική τέχνη στην ηπειρωτική Ελλάδα διακρινόμενη σε:
  • πρωτοελλαδική,
  • μεσοελλαδική,
  • υστεροελλαδική (ή μυκηναϊκή), που είναι και η πιο ενδιαφέρουσα κατά παγκόσμια παραδοχή.

Σχετικά με το μινωικό πολιτισμό τίθεται πρόβλημα χρονολόγησης της τέχνης του. Σύμφωνα με τον Έβανς μπορεί να χωριστεί στις εξής περιόδους:

  • Πρωτομινωική 2.800-2.000 π.Χ.
  • Πρωτομινωική 1 2.800-2.500 π.Χ.
  • Πρωτομινωική 2 2.500-2.200 π.Χ.
  • Πρωτομινωική 3 2.200-2.000 π.Χ.
  • Μεσομινωική 2.000-1.550 π.Χ.
  • Μεσομινωική 1 2.000-1.850 π.Χ.
  • Μεσομινωική 2 1.850-1.700 π.Χ.
  • Μεσομινωική 3 1.700-1.550 π.Χ.
  • Υστερομινωική 1.550-1.100 π.Χ.
  • Υστερομινωική 1 1.550-1.450 π.Χ.
  • Υστερομινωική 2 1.450-1.400 π.Χ.
  • Υστερομινωική 3 1.400-1.100 π.Χ.


Στην αρχαιολογική επιστήμη όμως ισχύει ο νεότερος πίνακας του αρχαιολόγου Πλάτωνα 2.600-1.100 π.Χ. τον οποίο θα χρησιμοποιήσουμε κι εμείς.

  • Προανακτορική 2.600-2.000 π.Χ.
  • Παλαιονακτορική 2.000-1.700 π.Χ.
  • Νεοανακτορική 1.700-1.400 π.Χ.
  • Μετανακτορική 1.400-1.100 π.Χ.


Κατά την προανακτορική περίοδο εμφανίζονται οι θολωτοί τάφοι (Λεβήνα, Καλοί Λιμένες, Κράσι, Μεσαρά), οι σφραγίδες που δηλώνουν φανερή επίδραση και επαφή με τη Μ. Ασία και τη Συρία, τα νεότερα αγγεία του ρυθμού βασιλικής και τα λίθινα αγγεία προερχόμενα από τα συνοδευτικά των νεκρών κτερίσματα μέσα στους τάφους της Μεσαράς και του Μόχλου. Επιπλέον ένα πρώιμο και άτεχνο είδος γραφής κάνει την εμφάνισή του στα τέλη της περιόδου, κατά το 2.000 π.Χ.

Στην παλαιοανακτορική περίοδο, στις πόλεις της Κνωσού και της Φαιστού υπάρχουν τα πρώτα μεγαλόπρεπα οικοδομήματα, τα καλούμενα ανάκτορα. Η ταφική τέχνη δεν παρουσιάζει νεωτερισμούς αλλά συνεχίζει την παράδοση της προηγούμενης περιόδου με κάποιες ανεπαίσθητες τροποποιήσεις. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζουν τα καμαραϊκά αγγεία, τα οποία και προκαλούν την προσοχή μας λόγω των χρωματικών τους συνθέσεων ανοικτόχρωμη διακόσμηση πάνω σε μαύρο "φόντο", κύρια χρώματα της οποίας είναι το λευκό, το κόκκινο και το καφέ που φτάνει μέχρι την απόχρωση του πορτοκαλί. Υποδεέστερα είναι τα λίθινα αγγεία, των οποίων η χρήση έχει κατά πολύ υποχωρήσει και τα ειδύλλια από πηλό και παρά τα στοιχεία που προσφέρουν για την ενδυματολογία της εποχής και τις κομμώσεις είναι άτεχνα. Τις ανεπάρκειες αυτές καλύπτουν η ανάπτυξη της σφραγιδογλυφίας και της μεταλλοτεχνίας.

Στη νεοανακτορική περίοδο, την πιο αξιόλογη και από τεχνική και από οικονομική πλευρά, παρατηρείται εξέλιξη των μεγαλόπρεπων ανακτορικών οικοδομημάτων. Την αρχιτεκτονική τους δομή προσδιορίζουν μία κεντρική ορθογώνια αυλή με περιφερειακές πτέρυγες, και με μια δεύτερη αυλή στα δυτικά, προοριζόμενη για θρησκευτικούς σκοπούς. Τέτοια ανάκτορα είναι της Κνωσού, της Φαιστού, των Μαλλιών και του Κάτω Ζάκρου. Οι τοιχογραφίες κάνουν την εμφάνισή τους στις επιφάνειες των τοίχων των ανακτόρων (ένα χαρακτηριστικό δείγμα: η "Παριζιάνα από την Κνωσό") και η μικροπλαστική έχει εξελιχθεί ως προς την απόδοση των σχημάτων και των όγκων δημιουργώντας λεπτεπίλεπτες μορφές, ενώ η κεραμική δεν κατορθώνει να συνεχίσει και να βελτιώσει τις κατακτήσεις της περιόδου που προηγήθηκε. Η θεματική των αγγείων αντλεί από τον πλούτο της χλωρίδας αρχικά και στη συνέχεια από το θαλάσσιο ενώ αναφορικά με τις χρωματικές συνθέσεις κατά αντιπαραβολή προς την προηγούμενη περίοδο, όμως κι αυτή έθεσε τις βάσεις, έχουμε αντιστροφή, σκοτεινόχρωμες συνθέσεις πάνω σε ανοιχτόχρωμες επιφάνειες.

Άλλες εκφράσεις της καλλιτεχνικής ικανότητας και δραστηριότητας των Μινωιτών είναι η ανακάλυψη στο ανάκτορο των Μαλλίων δύο ξιφών, τα χρυσά κοσμήματα, τα ασημένια και χάλκινα αγγεία, οι σφραγίδες.

Κατά τη μετανακτορική περίοδο, πριν σημειωθεί η καταστροφή του ανακτόρου της Κνωσού από τους Αχαιούς κατακτητές, ανακτόρου που μόνο αυτό από τα άλλα κέντρα του Μινωικού πολιτισμού του Αιγαίου, μετά την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας στα 1525 π.Χ., επέζησε για εκατό ακόμη χρόνια, πρέπει να επιμείνουμε στη δημιουργία της γραμμικής γραφής Β και ενός νέου αγγειογραφικού ρυθμού. Ο τελευταίος έχει χαρακτήρα τέτοιο που αντιτίθεται στην ως τώρα αγάπη και έμπνευση προερχόμενη από τη φύση και κατευθύνεται προς τη σχηματοποιημένη διακόσμηση. Η στροφή αυτή διαπιστώνεται και στις τοιχογραφίες αλλά και στη μικροτεχνία, την κατασκευή των ειδυλλίων και στη σφραγιδογλυφία, ενώ τα αγγεία έφεραν και στοιχεία της μυκηναϊκής επίδρασης.

Στα 1.100 π.Χ. με την κάθοδο των Δωριέων, οι οποίοι εισάγουν και την εποχή του σιδήρου στον ελλαδικό χώρο η μινωική τέχνη και τα εναπομείναντα κέντρα της θα δεχτούν το τελειωτικό τους πλήγμα.

Ελλαδικός προϊστορικός πολιτισμός

Ο Ελλαδικός προϊστορικός πολιτισμός εκτείνεται από το 2800 π.Χ. ως το 1100 π.Χ. Οι χρονολογικοί προσδιορισμοί των υποπεριόδων του είναι οι ακόλουθοι: 2800-1900 π.Χ. για την Πρωτοελλαδική (Π.Ε.) εποχή, 1900-1580 π.Χ. για τη Μεσοελλαδική (Μ.Ε.) και 1580-1100 π.Χ. για την Υστεροελλαδική (ή Μυκηναϊκή).

Ο χαρακτήρας της πρωτοελλαδικής εποχής προσδιορίζεται από τη μορφή που παρουσιάζουν οι κατοικίες, οι τάφοι, τα αγγεία και η μεταλλοτεχνική. Αναφορικά με τις κατοικίες στην περίοδο αυτή κτίζονται σε σχήμα ορθογώνιο ή κυκλικό κοντά ή μία στην άλλη, ενώ η ταφική τέχνη περιλαμβάνει τάφους θολωτούς, κιβωτιόσχημους, λακκοειδείς και τυμβοειδείς. Στα αγγεία μονόχρωμα, εγχάρακτα ή γραπτά πάνω σε σκουρόχρωμη επιφάνεια εμφανίζονται ακανόνιστα σχήματα σε θαμπό λευκό. Η μεταλλοτεχνική έχει να παρουσιάσει χάλκινα αντικείμενα και μάλιστα πολεμικού οπλισμού ή και καθημερινής χρήσης εργαλεία. Η πρόσμιξη στον χαλκό δεν απαντά ακόμα, ενώ λόγω της ανεπάρκειάς του χρησιμοποιείται και ο οψιανός.

Κατά τη μεσοελλαδική εποχή στην κεραμική και αγγειογραφία δεσπόζουν τα αμαυρόχρωμα και τα μινωικά αγγεία. Τα τελευταία είναι σκοτεινόχρωμα με σχήμα κατά πολύ όμοιο των μεταλλικών αγγείων και φαιόχρωμα (Μακεδονία, Πελοπόννησος). Τα αμαυρόχρωμα, όπως δηλώνει και η ίδια η ονομασία τους, έχουν γραμμική διακόσμηση πάνω σε αμαυρόχρωμο βερνίκι (θαμπό).

Μυκηναϊκός πολιτισμός

Η Υστεροελλαδική εποχή (ή Μυκηναϊκή) είναι η πιο αξιόλογη και οι αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν φέρει άφθονο υλικό στην επιφάνεια, που μας δίνει πληροφορίες για τη φύση του λαού που ζει και δημιουργεί σ' αυτήν. Η εμφάνιση συγκεκριμένα των κυκλώπειων τειχών (13ου αι. π.Χ.) πάχους 6 ως 17,5 μέτρων, με πιο χαρακτηριστικά των Μυκηνών και της Τίρυνθας, μας δίνουν την ευκαιρία να χαρακτηρίσουμε τους Μυκηναίους σαν φιλοπόλεμο λαό με τάση να κτίζει τα ορμητήρια του σε δύσβατα μέρη και με άρτιες οχυρωματικές κατασκευές. Αυτόματα πηγάζει η αντιπαράθεση με τους Μινωίτες, για τους οποίους όλα τα ευρήματα δίνουν την εικόνα ενός λαού που ενδιαφέρεται μόνο για την εξασφάλιση των βασικών του αναγκών χωρίς συμμετοχή στο ελάχιστο ποσοστό κινδύνου.

Η διαφορά τους φαίνεται επιπλέον και στη μορφή συγκρότησης των πόλεών τους καθώς - παίρνοντας ως παράδειγμα το ανάκτορο των Θηβών ή των Μυκηνών και της Τίρυνθας, - τα ανάκτορα αποτελούνται από το μέγαρο, τον πρόδομο και το δόμο.

Η ταφική τέχνη έχει να παρουσιάσει τάφους λακκοειδείς, θαλαμωτούς και θολωτούς με πιο χαρακτηριστικό δείγμα των τελευταίων τον ονομαζόμενο "Θησαυρό του Ατρέα".

Χαρακτηριστικό της μυκηναϊκής αγγειογραφίας είναι ότι και αυτή, όπως και η μινωική, θα κατευθυνθεί προς τη σχηματοποίηση ενώ εξελισσόμενη σε γραμμικά σχεδιάσματα θα προετοιμάσει το δρόμο για τη γεωμετρική αγγειογραφία.

Καθώς κύρια ενασχόληση των Μυκηναϊκών ήταν η πολεμική τέχνη, είναι λογικό οι έρευνες να φέρουν στο φως όπλα, κυρίως όμως ξίφη, που εντοπίστηκαν σε μεγάλο αριθμό σε μυκηναϊκούς τάφους.

Η γλυπτική τέχνη έχει να παρουσιάσει αξιόλογα δείγματα. Υλικό της είναι ο χρυσός - γενικότερα χρησιμοποιείται ο χρυσός σε κάθε δυνατότητα έκφρασης των Μυκηναίων - και το ελεφαντόδοντο. Σημαντικότερο μνημείο γλυπτικής είναι η πύλη των λεόντων. Παράλληλα, έκδηλα σημεία άνθισης εντοπίζονται στη μικροτεχνία και μάλιστα στη σφραγιδογλυφία.

Το τέλος του Μυκηναϊκού πολιτισμού ήλθε, όπως άλλωστε και για το Μινωικό στα 1.100 με την εξάπλωση των Δωριέων.

Κυκλαδικός πολιτισμός

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει ενός πολιτισμού που προχωρεί παράλληλα με την πρωτοελλαδική εποχή (2.700 - 2.000 π.Χ.), διατηρεί ωστόσο τον ιδιαίτερό του χαρακτήρα ως τα τέλη του 2.000 π.Χ. Πρόκειται για τον κυκλαδικό πολιτισμό, όπου η χρήση του πηλού αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό. Εκτός όμως από τον πηλό, που μ' αυτόν κατασκευάζονται μια σειρά από αγγεία, κύπελλα, πυξίδες, τροχοί - το μάρμαρο θα λάβει δικαιωματικά τη θέση του στην κατασκευή των έξοχων κυκλαδικών ειδωλίων, που παρουσιάζουν, κατά βάση, γυναικείες μορφές με σταυρωμένα τα χέρια πάνω στο στήθος. Σημαντική είναι η διάκρισή τους σε δύο κατηγορίες:

Τα σχηματικά (πρωιμότερα). Είναι άμορφα με την έννοια ότι τα διακρίνει μια αφαιρετική τάση επί της ανθρώπινης μορφής. και

Τα ανθρωπόμορφα (νεότερα). Είναι πιο σχηματοποιημένα, δίνουν πιο καθαρές τις μορφές και τα περιγράμματα.

Τέχνη των ιστορικών χρόνων

Την έναρξη των ιστορικών χρόνων σηματοδοτεί για τον ελληνικό χώρο η εξάπλωση των Δωριέων το 1.100 π.Χ. (10ος αι. π.Χ.). Πρόκειται για μια μακράς χρονικής διάρκειας περίοδο που φτάνει ως τους βυζαντινούς χρόνους και για το λόγο αυτό έχει διαιρεθεί σε πέντε επιμέρους περιόδους, κάθε μία από τις οποίες διακρίνεται για τη δική της κατευθυντήρια τάση χωρίς όμως να χάνεται η συνέχεια και ενότητά τους. Έτσι έχουμε:


Τη λεγόμενη Υπομυκηναϊκή περίοδο που μεσολαβεί του τέλους του μυκηναϊκού πολιτισμού και της αρχής της γεωμετρικής περιόδου. Σ' αυτήν έχουμε τις πρώτες γραμμές, καμπυλόγραμμες ή ευθείες, χωρίς τη βοήθεια του κανόνα τραβηγμένες.

Τη γεωμετρική περίοδο (10ος-9ος-8ος αι. π.Χ.). Η τέχνη της περιόδου αυτής εμφανιζόμενης για πρώτη φορά σε περιοχές αρχικά απρόσιτες για τους Δωριείς, όπως είναι η Αττική, δηλώνει αδιαμφισβήτητα ότι δεν αποτελεί δωρικό δημιούργημα αλλά καθαρά ελληνικό επίτευγμα. Ο αρκετά πρωτόγονα δομημένος γραμμικός διάκοσμος των αγγείων της υπομυκηναϊκής περιόδου θα δεχτεί τη δημιουργική εισβολή του ευφυούς ελληνικού πνεύματος και θα αποκτήσει συγκροτημένη δομή, ορισμένα στο χώρο σχήματα και μεγέθη, θα καταστεί γεωμετρικός. Έτσι διακοσμητικά στοιχεία θα καταστούν ο κύκλος, το τρίγωνο, ο ρόμβος, τα ασπρόμαυρα τετράγωνα, η τεθλασμένη γραμμή, η σβάστικα ή αγκυλωτός σταυρός, ο μαίανδρος, ζωγραφισμένα με τη βοήθεια του κανόνα. (χάρακα). Σε συνδυασμό με αυτά σύντομα θα κάνουν την εμφάνισή τους στοιχεία από το φυσικό κόσμο (ζώα-πτηνά) και μαζί με αυτά και η ανθρώπινη παρουσία. Το ενδιαφέρον όμως δε δίνεται στη συνολική απόδοση του θέματος αλλά στο περίγραμμα της μορφής με τη βοήθεια των σκιάσεων. Μιας μορφής που ωστόσο τη διακρίνει μια διαρκής κίνηση εντοπισμένη στα άκρα και όχι στον κορμό. Σημαντική είναι και η εμφάνιση συμπλεγμάτων ανθρώπων και ζώων ή μεμονωμένων για καθένα από τα δύο είδη. Αξιόλογα είναι τα αγγεία του Διπύλου και τα ελεφάντινα ειδώλια του κεραμικού. Κέντρα της άνθισης της γεωμετρικής τέχνης είναι εκτός της Αττικής, η Θεσσαλία, η Πελοπόννησος (Κόρινθος, Άργος, Σπάρτη) και η Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου και οι Κυκλάδες.

Όσον αφορά την αρχιτεκτονική της περίοδο δεν υπάρχει συνέχεια κατά τη μετάβαση από το μυκηναϊκό πολιτισμό στη γεωμετρική περίοδο. Κυριαρχεί η μεγαροειδής κατοικία, πρότυπο αρχιτεκτονικό του μεταγενέστερου αρχαίου ελληνικού ναού. Τα πιο γνωστά μνημεία αρχιτεκτονικής είναι ο ναός της ορθίας Άρτεμης (Σπάρτη) και ο ναός στο Ηραίο της Σάμου.

Αρχαϊκή περίοδος (7ος-6ος αι. π.Χ.). Παρουσιάζεται ως η συνέχεια της γεωμετρικής περιόδου καθώς τα πρώτα σημάδια κίνησης στις μορφές της ζώσας παρουσίας θα δώσουν την αποφασιστική ώθηση στους δημιουργούς της περιόδου αυτής για την προετοιμασία της καθαρά κλασικής τελειώσεως των επομένων αιώνων (5ου-4ου αι. π.Χ.). Το πέρασμα από την απλή δήλωση του περιγράμματος της μορφής, στην ένταξη της τελευταίας εντός ενός περιβάλλοντος που το ενδιαφέρον του δημιουργού εντοπίζει την αισθητική λεπτομέρεια, θα βρει την έκφρασή του στη μεγαλειώδη πλαστική και αρχιτεκτονική, με δείγματα της τελευταίας το δωρικό και ιωνικό ρυθμό. Καθένας από τους δύο αυτούς ρυθμούς είναι το απείκασμα των φυλών που τους ανέπτυξαν. Απέριττος και αυστηρός ο πρώτος προέρχεται από έναν φιλομοναρχικό και αυστηρό λαό, με προκαθορισμένα όρια κοινωνικής δράσης, περίτεχνος και με ανάλαφρα ζωηρή απόδοση των θεμάτων ο δεύτερος, είναι δημιουργία λαού εύθυμου, με ποικιλία στην καθημερινή του έκφραση, μέσα από ένα δημοκρατικό μηχανισμό διοίκησης. Περιοχές όπου εμφανίστηκε ο καθένας από τους δύο αυτούς ρυθμούς είναι αντίστοιχα: κυρίως Ελλάδα, Σικελία, Κάτω Ιταλία (για το δωρικό) και ανατολικό Αιγαίο (για τον ιωνικό), με εμφάνιση και στην Αττική κατά τον 5ο αι π.χ. Αντιπροσωπευτικά δείγματα δωρικού ρυθμού είναι ο ναός της Ήρας στην Ολυμπία και του Απόλλωνα στους Δελφούς και στην Κόρινθο και ιωνικού το Ηραίο της Σάμου, το Διδυμαίο της Μιλήτου και το Αρτεμήσιο της Εφέσου.

Εκτός των δύο αυτών αρχιτεκτονικών ρυθμών η αρχαϊκή περίοδος έχει να επιδείξει τα μεγαλόσωμα αγάλματα και ανάγλυφά της. Οι πλαστικές μορφές των γνωστών πλέον, "Κούρου" και "Κόρης", δείχνουν τη μετάβαση από το στάδιο του εφήβου σ' αυτό του ολοκληρωμένου άντρα-γυναίκας και εκφράζουν μέσα από την ευθύτητα του βλέμματος, τα γεμάτα δύναμη κολλημένα χέρια στους μικρούς και το προτεταμένο αριστερό πόδι, την εμπιστοσύνη στην ανθρώπινη δύναμη και τη διάθεση για κατάκτηση μέσα από τη διάχυτη κινητικότητα.

Η αγγειογραφία της εποχής δεχόμενη την επίδραση της Ανατολής, η οποία ωστόσο δεν είναι καταλυτική γιατί τόσο η ελληνική τέχνη όσο και η αιγυπτιακή ακολουθούν τα ίδια εξελικτικά στάδια, θα ξεφύγει από τον κλειστό τρόπο της γεωμετρικής διακόσμησης προσλαμβάνοντας ξένα στοιχεία, φυτά (ανθέμια κ.ά.), φανταστικά και μυθικά πλάσματα και θα δώσει έμφαση, με τη βοήθεια μυτερού εργαλείου και όχι πια των σκιάσεων, στον τονισμό του περιγράμματος των μορφών.

Στην κεραμεική οι μορφές τοποθετούνται με πιο αυστηρό τρόπο μέσα στον χώρο, επηρεασμένες από τη γλυπτική, ενώ παράλληλα εμφανίζεται και χρωματικός πλούτος.

Σημαντική τομή στην αρχαϊκή τέχνη αποτελούν τα κορινθιακά αγγεία με σημαντικές ανατολικές επιδράσεις, ανοικτόχρωμα, μικρομεγέθη (αρύβαλλοι) και με λεπτό διάκοσμο. Τα αγγεία αυτά καλούμενα και πρωτοκορινθιακά θα εξελιχτούν σε σημείο που να παραμερίσουν τα ανατολίζοντα στοιχεία και να τονίζουν εμφαντικά τα προερχόμενα από την ελληνική μυθολογία ή την καθημερινή κοινωνική ζωή. Η εξέλιξη αυτή θα οδηγήσει στην εμφάνιση του μελανόμορφου ρυθμού που, ξεκινώντας στην Κόρινθο από τις αρχές του 7ου αι. π.Χ., στην Αττική, στα μέσα του ίδιου αιώνα, θα βρει την πλήρη έκφρασή του τον 6ο αι. π.Χ. και συγκεκριμένα μέσα από τα περίφημα αττικά αγγεία που η μαζική παραγωγή τους δεν τους στερεί το χαρακτήρα της τελειότητας. Στα αγγεία αυτά διακρίνονται επιγραφές που μας δίνουν στοιχεία τόσο για τους κατασκευαστές όσο και για τους ζωγράφους των αγγείων. Ονομαστότερος είναι ο Εξηκίας που τελειοποίησε το ρυθμό στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., εποχή κατά την οποία την ολοκλήρωση του ρυθμού διαδέχεται ο ρυθμός που βρίσκεται στον αντίποδα του μελανόμορφου, ο ερυθρόμορφος (530-520 π.Χ.).

Κλασική περίοδος (5ος-4ος αι. π.Χ.). Είναι η περίοδος της τελειότητας της αρχαίας ελληνικής τέχνης, εφόσον ο καλλιτέχνης έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο εξέλιξης της μεθόδου του, που του επιτρέπει να χειρίζεται το υλικό του και όχι το υλικό του να τον χειραγωγεί με τις ιδιομορφίες της φυσικής του σύστασης. Την περίοδο της κλασικής εποχής τη διακρίνει μια εσωτερική συνοχή καθώς η μετάβαση από τη μια στην άλλη δεν γίνεται αλματικά. Στη μεταβατική περίοδο (480-450 π.Χ.) ολοκληρώνεται η κινητική ορμή της προηγούμενης, αρχαϊκής εποχής. Στην καθαυτό κλασική (β' μισό 5ου αι. π.Χ.) έχει πλέον οριστικά επικρατήσει - με έξοχα δείγματα τα μνημεία της Ακρόπολης και τον Παρθενώνα και με τη συνδρομή του γλύπτη Φειδία - η αρμονία, μέσα από τη ρεαλιστική σύλληψη των αναλογιών και την καλαίσθητη απόδοσή τους. Στην όψιμη κλασική περίοδο (4ος αι. π.Χ.) με πρότυπα αδιαμφισβήτητα τα έργα της προηγούμενης εποχής υπάρχει μια διαφοροποίηση ως προς την πιο πραγματική απόδοση σκέψεων, εκφράσεων και συναισθημάτων των μορφών. Δεν ευδοκιμεί πια το απρόσιτο και απόκοσμο, αλλά το ανθρώπινο.

Οι ρυθμοί δωρικός και ιωνικός, που καλλιεργήθηκαν στην προηγούμενη αρχαϊκή περίοδο, βελτιώνονται με παράλληλη εμφάνιση του κορινθιακού κιονόκρανου. Η φάση για εξανθρώπηση των θεμάτων στερεί από το διάκοσμο των αρχιτεκτονικών οικοδομημάτων το επικό και μυθολογικό τους στοιχείο. Κατά την περίοδο αυτή σημειώνεται οικοδομική έξαρση με την ανέγερση ποικίλων κτιρίων: πρυτανείων, βουλευτηρίων, γυμναστηρίων, παλαιστρών, στοών κ.ά.

Ο πόθος του ανθρώπου για την αθανασία θα κληροδοτήσει στους μεταγενέστερους ενυπόγραφα αγγεία με ζωγραφικές πάνω σ' αυτά συνθέσεις που παρέχουν πληροφορίες για τους δημιουργούς.

Αντιπροσωπευτικό δημιούργημα του 5ου αι. π.Χ. με σημείο γέννησης το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. αποτελεί ο ερυθρόμορφος ρυθμός και ως στοιχείο διαφοροποίησης από το μελανόμορφο ρυθμό εμφανίζει το χαρακτηριστικό ότι πρώτα σχηματίζονται σ' αυτόν με το περίγραμμά τους οι μορφές και ύστερα καλύπτεται το κενό που υπολείπεται με μαύρο χρώμα το οποίο και κυριαρχεί έναντι του λευκού και του κόκκινου. Πρωτοποριακός εμφανίζεται ο ρυθμός αυτός και στον τρόπο αναπαράστασης των μορφών, που τελικά δίνονται πάνω στις επιφάνειες, όπως ακριβώς το ανθρώπινο μάτι τις συλλαμβάνει και όχι σύμφωνα με το γεωμετρικό τυπικό. Γενικότερα κυριαρχεί άνεση και ελευθερία στην κινησιολογία.

Αξίζει να αναφερθεί και ο τομέας της μεγάλης ζωγραφικής με ελάχιστα εναπομείναντα μνημεία και με αντιπροσωπευτικές σχολές αυτές της Σικυώνας, της Αττικής και της Μικράς Ασίας.

Ελληνιστική περίοδος (323-31 π.Χ.). Την περίοδο αυτή η αρχαία ελληνική τέχνη αλλάζει χαρακτήρα και γίνεται οικουμενική αφού έχει εξαπλωθεί σε όλα τα σημεία του τότε γνωστού κόσμου. Η αλλαγή όμως αυτή δεν υφίσταται μόνο κατ' όνομα, αλλά και στην ουσία. Διαπιστώνεται πτώση του θρησκευτικού συναισθήματος και προσήλωση στον άνθρωπο και τα ενδιαφέροντά του. Οι αισθητικοί κανόνες, που επιβάλλονται από το δημιουργό-καλλιτέχνη, έχουν ως σημείο αναφοράς τους όχι τη φροντίδα της λεπτομέρειας, όπως στους κλασικούς αλλά τη μέριμνα του συνόλου. Εμφανίζονται λοιπόν τα μεγαλόπρεπα δείγματα της ελληνιστικής αρχιτεκτονικής, οι βωμοί (του Δία και της Αθηνάς Νικηφόρου στην Πέργαμο) και οι στοές (Στοά του Αττάλου, μέσα του 2ου αι. π.Χ.), που παρουσιάζουν ολοφάνερα τις τάσεις της εποχής, με κυριότερη τη σύλληψη της τρίτης διάστασης, που αυτόματα αποκλείει την ανάγκη δήλωσης της έντονης κίνησης, εσωτερικής ή εξωτερικής.

Στη ζωγραφική παρατηρείται ιδιαίτερη ανάπτυξη, με παράλληλη πτώση της τέχνης της αγγειογραφίας, καθώς επίσης και ανάπτυξη της ψηφιδογραφίας (Δήλος, Πέργαμος, Πομπηία κ.τ.λ).

Σημαντικότερα κέντρα της ελληνιστικής τέχνης υπήρξαν η Πέργαμος, η Ρόδος (με τον περίφημο Κολοσσό του Χάρη από τη Λίνδο), και η Ρώμη, στους κόλπους της οποίας καλλιεργείται η αναπαραγωγή έργων των κλασικών.

Από τη ελληνική Βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org . Όλα τα κείμενα είναι διαθέσιμα υπό την GNU Free Documentation License